Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017

Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα

Κάθριν Στόκετ
Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα
Μίνωας, 2010
Μετ. Αναστασία Δεληγιάννη
(ebook)
[Τίτλος πρωτοτύπου: The help, 2009]
Μετά από το σκληρό, "ανδρικό" μυθιστόρημα "Λίγη ζωή", νομίζω ήταν ό,τι έπρεπε για διάβασμα το "γυνακείο", τρυφερό, λίγο μελό μυθιστόρημα της αμερικανίδας Κάθριν Στόκετ. Δεν έγινε, βέβαια, σκόπιμα η επιλογή αυτή. Τυχαία μια μέρα, μιλώντας με μια νεαρή, μου ανέφερε την ταινία "The help" που της είχε αρέσει. Όταν μου είπε ότι η ταινία στηρίχτηκε σε βιβλίο, επόμενο ήταν να το αναζητήσω.
Για τους νεότερους, ακόμα και για μας τους παλαιότερους που έχουμε εμπειρίες ταινιών και διαβασμάτων για τις φυλετικές διακρίσεις, που υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες στον Αμερικανικό Νότο, ένα σύγχρονο βιβλίο που έχει ως θέμα αυτές τις διακρίσεις, ίσως μας φαίνεται εκτός εποχής. Έτσι φαινόταν και σε πολλούς εκδότες στους οποίους είχε απευθυνθεί η Κάθριν Στόκετ, οι οποίοι και το απέρριψαν. Όταν όμως βρέθηκε κάποιος που το εξέδωσε, το βιβλίο έγινε best seller, μεταφέρθυκε στον κινηματογράφο και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα.
Διαδραματίζεται στο Τζάκσον του Μισισίπι το 1962-1964. Τρεις είναι οι αφηγηματικές φωνές: Είναι η Έιμπιλιν, μια μαύρη υπηρέτρια που εκτός από τα άλλα της καθήκοντα φροντίζει κι ένα μικρό κοριτσάκι, η Μίνι, μια άλλη μαύρη υπηρέτρια, δυναμική, αθυρόστομη, που πέρα από την υπηρεσία της σε σπίτια λευκών, έχει η ίδια να φροντίσει πέντε δικά της παιδιά κι ένα μέθυσο σύζυγο που συχνά την ξυλοφορτώνει. Η τρίτη φωνή είναι αυτή της κυρίας Σκίτερ, μιας νέας κοπέλας που μόλις έχει τελειώσει τις σπουδές της και γυρίζει στην πατρίδα της, το Τζάκσον (πατρίδα και της συγγραφέως).
Η Σκίτερ, παρ' όλο ότι έχει μεγαλώσει και η ίδια με τη νοοτροπία του διαχωρισμού μαύρων και λευκών, βλέπει τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Αγανακτεί με τις διακρίσεις και η αγανάκτησή της κορυφώνεται όταν μια φίλη της, η Χίλι, που φαίνεται να έχει σημαντική θέση και βαρύνουσα γνώμη στην κοινωνία του Τζάκσον, προωθεί την ιδέα όλα τα σπίτια να χτίσουν ξεχωριστές τουαλέτες για χρήση των μαύρων υπηρετριών. Ακόμα περισσότερο δε, όταν μια μέρα βρίσκει στη βιβλιοθήκη  ένα φυλλάδιο με καταγραμμένους κάποιους από τους νόμους των διακρίσεων:
Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από οποιαδήποτε γυναίκα να παρέχει νοσηλευτικές υπηρεσίες σε θαλάμους ή δωμάτια που υπάρχουν μαύροι άντρες.
Ο νόμος επιβάλλει κάθε λευκό άτομο να παντρεύεται μόνο λευκό άτομο. Κάθε γάμος που παραβιάζει αυτή τη ρύθμιση θεωρείται άκυρος.
Κανείς μαύρος κουρέας δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του σε λευκές γυναίκες και κορίτσια.
Ο αρμόδιος λειτουργός δεν μπορεί να ενταφιάζει κάποιον μαύρο σε έδαφος που χρησιμοποιείται για την ταφή λευκών.
Τα βιβλία δεν μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ σχολείων ατόμων διαφορετικού χρώματος, αλλά θα συνεχίσουν να ανήκουν αποκλειστικά στη φυλή που πρώτη τα χρησιμοποίησε.
Προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, η Σκίτερ αποφασίζει να καταγράψει αφηγήσεις και ιστορίες από τη ζωή των μαύρων υπηρετριών. Τη βοηθούν η Έιμπιλιν και η Μίνι, ενώ οι περισσότερες από όσες υπηρέτριες προσεγγίζονται αρνούνται. Ο φόβος τις διακατέχει, έστω κι αν δεν θα χρησιμοποιηθούν τα πραγματικά τους ονόματα ούτε θα αναφερθεί το Τζάκσον. Τελικά, με πολύ κόπο, η Σκίτερ κατορθώνει να γράψει και να εκδώσει το βιβλίο, πράγμα που θα έχει ποικίλες επιπτώσεις.
Το μυθιστόρημα της Στόκετ έχει συγκίνηση αλλά και χιούμορ. Στοιχεία της εποχής, τραγουδιστές όπως ο Μπομπ Ντίλαν, βιβλία όπως το "Όσα παίρνει ο άνεμος", πρόσωπα όπως η Ρόζα Παρκς ή ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η δολοφονία του Κένεντι και άλλα διαθίζουν το κείμενο ως απλές αναφορές, συμβάλλοντας στη δημιουργία της ατμόσφαιρας της εποχής.
Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί ως μελό. Μπορεί να είναι. Είναι όμως ένα αξιοπρεπές μελό, που μεταφέρει τον αναγνώστη στο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον των αρχών της δεκαετίας του '60, που κυλάει άνετα, που διαβάζεται ευχάριστα. Ό,τι λέει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η κυρία Σκίτερ, για το βιβλίο της ισχύει νομίζω και για το βιβλίο της Στόκετ: "Σκοπός του βιβλίου είναι να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πως είμαστε άνθρωποι όλες μας. Πως αυτά που μας χωρίζουν δεν είναι και τόσο πολλά. Όχι τουλάχιστον τόσα όσα πιστεύαμε".

Τρίτη, Απριλίου 18, 2017

Λίγη ζωή

Hanya Yanagihara
Λίγη ζωή (A little life)
Μεταίχμιο, 2016
Μετ. Μαρία Ξυλούρη
[ebook]
Στα τόσα χρόνια που διαβάζω, από τα εκατοντάδες βιβλία που διάβασα, πρώτη φορά μου συμβαίνει ένα βιβλίο να μου δημιουργεί τόσο αντιφατικά συναισθήματα. Συγκίνηση, λύπη, θυμό, απέχθεια, αηδία, θαυμασμό, θλίψη, χαμόγελο, δάκρυα, ανατριχίλα...Να φτάνω στο σημείο να λέω "φτάνει, ως εδώ, δεν μπορώ να διαβάσω παρακάτω" κι όμως ταυτόχρονα σαν μαγνήτης να με τραβά να συνεχίσω.
Αρχίζοντας το βιβλίο τίποτα δεν προετοιμάζει τον αναγνώστη για τη φρίκη που θα συναντήσει στη συνέχεια. Παρακολουθούμε μια συνηθισμένη ιστορία. Τέσσερις φοιτητές, που η συγκατοίκηση τους έκανε φίλους, συνεχίζοντας και μετά την αποφοίτησή τους τη φιλία τους, έρχονται στη Νέα Υόρκη και αρχίζουν να αγωνίζονται για την πραγματοποίηση των ονείρων τους. Ο Μάλκομ αρχιτέκτονας, ο Τζέι Εμ ζωγράφος, ο Γουίλεμ ηθοποιος και ο Τζουντ δικηγόρος. Όλοι, εκτός από τον Μάλκομ που έχει πλούσιους γονείς, ξεκινούν χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη. Στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν όλοι θα πετύχουν τους στόχους τους, όλοι θα γίνουν πλούσιοι και διάσημοι. Σιγά-σιγά όμως το φως του συγγραφικού προβολέα βλέπουμε να επικεντρώνεται σε έναν απ' αυτούς. Είναι ο ωραίος Τζουντ που συστηματικά αποφεύγει να μιλήσει για το παρελθόν του, που ξέρει ένα σωρό πράγματα, αλλά που οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα γι' αυτόν. "Ήξερε γαλλικά και γερμανικά. Ήξερε τον περιοδικό πίνακα. Ήξερε-όσο κι αν δεν ήθελε-μεγάλα παραθέματα της Βίβλου σχεδόν απέξω. Ήξερε πώς να βοηθήσει στη γέννα ενός μοσχαριού και να αλλάζει ντουί στις λάμπες και να ξεβουλώνει σιφόνια και τον καλύτερο τρόπο να μαζέψεις καρύδια (...) κι έπειτα ήξερε πράγματα που ευχόταν να μην ήξερε, πράγματα που ήλπιζε να μη χρειαστεί ποτέ να ξαναχρησιμοποιήσει, πράγματα που, όταν τα σκεφτόταν ή τα ονειρευόταν τη νύχτα, τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή".
Θ' αργήσουμε να μάθουμε τι ήταν αυτά που "τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή". Είναι η τεχνική της συγγραφέως ν' αφήνει υπονοούμενα, να σκορπά μόνο νύξεις για το άγνωστο παρελθόν του Τζουντ, το οποίο μας αποκαλύπτει αργά-αργά, σε δόσεις που δεν ακολουθούν πάντα ομαλή χρονολογική σειρά. Σ' ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο (864 ηλεκτρονικές σελίδες) έρχονται στιγμές που ο αναγνώστης πλήττει, σαν ν' αποκοιμιέται και ξαφνικά η συγγραφέας μας δίνει μια σπρωξιά και ξυπνάμε και ανυπομονούμε να δούμε τι θα γίνει παρακάτω. Ονόματα ρίχνονται στην αφήγηση χωρίς πολλές εξηγήσεις, ο αδελφός Λουκ, ο πατέρας Γκαμπριέλε, η Άνα...Ποιοι ήταν αυτοί; Τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή του; "Η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει", θυμάμαι τον στίχο του Σεφέρη. Η φρίκη του παρελθόντος έχει εγκατασταθεί στην ψυχή και στο σώμα του Τζουντ. Επιτυχημένος πλέον δικηγόρος μεταπηδά από την Εισαγγελία ως διευθυντικό στέλεχος σε μια δικηγορική εταιρεία, από το άθλιο διαμέρισμα που μοιραζόταν με ένα από τους φίλους, τον Γουίλερ, αποκτά τώρα τον δικό του μεγάλο και όμορφο χώρο. Κι όμως ψυχικά δεν λέει να γιατρευτεί ποτέ. Συνεχώς χαρακώνει το σώμα του. Κρυφά τα βράδια το ξυράφι χαράζει τα χέρια του, το αίμα που τρέχει τον ανακουφίζει. Γιατί κόβεται ξανά και ξανά; "Μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, και θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτε απολύτως-με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε". Υποφέρει με τη σπονδυλική του στήλη, παθαίνει κρίσεις, κουτσαίνει, τον ταράζουν οι μολύνσεις, νοσηλεύεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο. Δεν υπάρχει πιο ρημαγμένο σώμα.
Οι φίλοι δεν παύουν να του συμπαραστέκονται. Καθώς τα χρόνια περνούν παρακολουθούμε και τη δική τους επιτυχημένη πορεία. Η συγγραφέας επικεντρώνει την προσοχή και την αφήγησή της στους ανθρώπους, στη ψυχολογία τους, στις ανθρώπινες σχέσεις. Η πόλη και ο περίγυρος ελάχιστα την απασχολούν. Δεν μαθαίνουμε τίποτα για την εποχή, για το πολιτιστικό, πολιτικό, ιστορικό ή άλλο περιβάλλον και μόνο από κάποιες αόριστες αναφορές στη σύγχρονη τεχνολογία τοποθετούμαστε στην  εποχή μας. Ούτε υπάρχουν περιγραφές της φύσης ή του αστικού τοπίου. Συνήθως βρέχει ή χιονίζει επιτείνοντας τη ζοφερή ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Οι χαρακτήρες της είναι ακραία κακοί ή ακραία καλοί. Από τη μια αυτοί που κακοποίησαν φρικτά τον Τζουντ στην παιδική του ηλικία κι από την άλλη όσοι με αγάπη και ανιδιοτέλεια του παραστάθηκαν σ' όλη του τη ζωή. Η Άνα από το ίδρυμα που τον παρακίνησε και τον ενθάρρυνε να σπουδάσει, ο γιατρός Άντι που τον παρακολουθούσε και τον φρόντιζε σ' όλες τις φάσεις των χαρακιών και των μολύνσεων, ο Χάρολντ, ο καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο που τον βοήθησε στην ανέλιξή του και που η αγάπη του έφτασε στο σημείο να τον υιοθετήσει. Και πάνω απ' όλους ο Γουίλερ, ο επιτυχημένος ηθοποιός, φίλος και σύντροφός του.
Πέρα από την αξιοθαύμαστη τεχνική της Χαναγκιχάρα εντυπωσιάζουν οι γνώσεις της για πλείστα όσα θέματα. Νομική, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μουσική, λογοτεχνία (από Προυστ μέχρι Τζέημς Τζόυς, Οδύσσεια και Ιλιάδα) διανθίζουν με αναφορές το μυθιστόρημα.
Το "Λίγη ζωή" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "ανδρικό μυθιστόρημα". Οι γυνακείοι χαρακτήρες είναι ελάχιστοι και με πολύ μικρό ρόλο. Είναι ακόμα μια σπονδή στην ανδρική φιλία και την ομοφυλοφιλία. Είναι μια καταγγελία της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, μα πάνω απ' όλα είναι ένα καλό βιβλίο.

Δευτέρα, Απριλίου 03, 2017

Βραδιές μπαλέτου

Αλέξης Πανσέληνος
Βραδιές μπαλέτου
Μεταίχμιο, 2016
(α΄έκδοση, 1991)
[ebook]
Το αγόρασα για δυο κυρίως λόγους: Πρώτο, γιατί μου άρεσαν οι "Σκοτεινές επιγραφές" του ίδιου συγγραφέα και δεύτερο, λόγω της ευχέρειας απόκτησής του, μια και κυκλοφορεί και σε ψηφιακή μορφή. Αν όμως ήξερα σε τι λαβύρινθο θα περιπλανιόμουν, ίσως να μην αποτολμούσα την ανάγνωσή του.
Το μυθιστόρημα ανοίγει με μια ομάδα νέων ανθρώπων, ηθοποιών, και κυρίως  χορευτών της Λυρικής, με κεντρικό πρόσωπο μια νεαρή χορεύτρια, την Κάτια, που αγωνίζεται να ξεχωρίσει, να ανέβει καλλιτεχνικά. Ίντρικες, αντιζηλίες, φιλίες, λοξοί δρόμοι εκμετάλλευσης κρατικών πόρων χαρακτηρίζουν όλο αυτό το πλήθος. Τη νεαρή Κάτια έχει ερωτευτεί και βοηθά στην προσπάθειά της να ξεχωρίσει, ένας πολύ ηλικιωμένος, ο Γιώργης Μορφονιός που, εκτός από την τεράστια ηλικιακή διαφορά που έχει με την Κάτια, σε αντίφαση με το όνομά του, είναι και κακάσχημος. Όταν πεθαίνει, αφήνει στη διαθήκη του ένα ακίνητο για τη νεαρή Κάτια. Η σύζυγος και ο γιος του αντιδρούν βεβαίως, η δε Κάτια ζητά να διαβάσει το ημερολόγιο που κρατούσε ο γέρος, θέλοντας να διαπιστώσει την ειλικρίνεια των αισθημάτων του για κείνη.
Αυτός είναι ο βασικός καμβάς του μυθιστορήματος. Αλλά από κει και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα. Το ημερολόγιο, που βρίσκεται στην κατοχή δυο άλλων υπέργηρων φίλων του Μορφονιού, είναι σχεδόν ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας του ανατρέχει σ' ολόκληρη τη ζωή του, συνυφασμένη με την ιστορία του τόπου. Εξιστορεί τη φιλία του με τους άλλους δυο συνομήλικούς του, τον Παρασκευαΐδη και τον Μαρκέα, αναφέρει τις οικογενειακές τους σχέσεις τοποθετώντας τες βεβαίως στο ιστορικό πλαίσιο. Οι χρόνοι της αφήγησης διαπλέκονται. Για παράδειγμα, από την αφήγηση γεγονότων που αναφέρονται στη Χούντα ('67-'74) πάει χρόνια πίσω στη δικτατορία του Μεταξά,  όταν γνωρίστηκαν οι τρεις, γέροι τώρα πια, φίλοι. Χωρίς προειδοποίηση μεταπηδά στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, πηγαινοέρχεται στο παρόν του μυθιστορήματος (τέλος της δεκαετία του '80), συνειρμικά, χωρίς χρονική ακολουθία. Ο αναγνώστης χάνεται μέσα σ' αυτό το αφηγηματικό πέλαγος προσπαθώντας να θυμηθεί τα πολυάριθμα πρόσωπα και τις σχέσεις τους. Μια επιπλέον δυσκολία είναι το ότι τα πρόσωπα δεν αναφέρονται πάντα με το ίδιο όνομα. Π.χ. ο Μαρκέας άλλοτε αναφέρεται ως Σωτήρης, άλλοτε ως Γκαντέμης ή απλώς Γκ. Ο Παρασκευαΐδης άλλοτε είναι ο Μάριος, άλλοτε Δον Πάτσο κ.ο.κ. Αν σκεφτούμε τις γυναίκες των πιο πάνω, τους γιους τους, τα δεκάδες άλλα πρόσωπα που κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα, διερωτάσαι γιατί ο συγγραφέας θέλησε να μας υποβάλει σ' ένα τέτοιο μαρτύριο!
Τα δυο μέρη του μυθιστορήματος, ο κόσμος της Τέχνης και οι καταγραφές του ημερολογίου, έχουν μια πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Εντούτοις το μυθιστόρημα δεν παύει να έχει ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο τα γεγονότα του πρόσφατου, σχετικά, παρελθόντος που προσελκύουν την προσοχή μας. Είναι προπάντων η κριτική ματιά με την οποία τα βλέπει τώρα πια ο ηλικιωμένος συγγραφέας. Κριτική για τις ιδεολογίες, γι' αυτούς που πίστεψαν και αγωνίστηκαν για τα πιστεύω τους κι αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν τους αγώνες και τις θυσίες των άλλων. Αποδομεί ινδάλματα, τον Σεφέρη, τον Θεοτοκά, τη Λαμπέτη (Γράφει για τον Σεφέρη:"Αυτός ο μελαγχολικός απολογητής μιας γενιάς και μιας τάξης που κυλίστηκε παφλάζοντας μέσα στις λάσπες της 4ης Αυγούστου ευτύχησε παρομοίως "ν' ακουμπήσει όλη η Ελλάδα στο φέρετρό του". Είδα αμέτρητους αριστερούς στην κηδεία εκείνου που υπήρξε ο spokesman του Ι. Μεταξά προς τους ανταποκριτές του ξένου Τύπου-τότε που ο Γκαντέμης κι ο Δ.Π. τρώγαν ξύλο κι έλιωναν με τα πισινά τους τις παγοκολόνες του Φιξ. Decidement, η νεότερη ιστορία στον τόπο μας γράφεται το ίδιο ελαφρά τη καρδία όπως και η παλιά της"). Η ψυχολογία του ηλικιωμένου, σκέψεις για τα γηρατειά, ύστερα μια ανάμνηση από εκδρομή στους Δελφούς. "Ήμασταν εκεί, μοιραστήκαμε μια φέτα της ζωής που έτρεχε γοργά κάτω απ' τα πόδια όλων μας. Άνθρωποι χωρίς τίποτα κοινό-ούτε πόθους ούτε σκοπούς, ούτε τις ίδιες πληγές, ούτε την ίδια αμοιβή να μας προσμένει. Ήμασταν όμως κάποτε μαζί". Άλλοτε ξαναγυρίζει στα νιάτα του: "Μόνο γιατί ήμασταν νέοι έγινε κι αντέξαμε τόσα χρόνια! Μόνο γιατί το σώμα μπορούσε να τα ξεκεφαλώσει με το κρύο, με την πείνα, με τον ποδαρόδρομο".
Κι όταν ο φίλος του αντιδρά στην κοινοποίηση του ημερολογίου, τον αντιμετωπίζει με τη θλιβερή διαπίστωση: "Για τ' όνομα του Θεού Μάριε! Καταλαβαίνεις ή δεν καταλαβαίνεις πως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους εκείνους έχουν πεθάνει κι έχουν λησμονηθεί; Ότι όσοι ζουν έχουν αποσυρθεί από τα εγκόσμια; Ότι κανείς δεν θυμάται ούτε τι ήσαν ούτε τι ρόλο έπαιξαν ούτε πότε ήταν που τον έπαιξαν αυτό τον ρόλο, ούτε ενδιαφέρεται να το μάθει; Πού ζεις λοιπόν;"
Δεν βρίσκω καταλληλότερο χαρακτηρισμό γι' αυτό το βιβλίο από την άποψη της Σταυρούλας Παπασπύρου: "Αλλόκοτο εγχειρίδιο εθνικής αυτογνωσίας" (Lifo, 16.12.2016).

Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2017

Ρωγμές

Γαλάτεια Σαράντη
Ρωγμές
Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", 1979
Αναρωτιέμαι αν αυτή η επιθυμία αναγνωστικής αναδρομής που με κατέλαβε τον τελευταίο καιρό (Η μαύρη τουλίπα, Αστροφεγγιά και τώρα "Ρωγμές") οφείλεται στην απογοήτευσή μου από τη σύγχρονη λογοτεχνία που όλο και σπανιότερα μας δίνει καλά βιβλία, προσανατολισμένη περισσότερο στην εμπορευματοποίηση του βιβλίου ή αν αυτή μου η επιστροφή συνδέεται με την τάση επιστροφής στο παρελθόν, χαρακτηριστικό των μεγάλων ηλικιών! Αν δηλαδή, ξαναδιαβάζοντας βιβλία που με γοήτευσαν στο παρελθόν, αναζητώ προπάντων την εποχή της νιότης μου. Ό,τι και να 'ναι, το σίγουρο είναι πως το μυθιστόρημα της Σαράντη το ξανααπόλαυσα. Μπορώ μάλιστα να πω πως με τις εμπειρίες που μου φόρτωσε ο χρόνος το είδα τώρα με πιο ώριμη ματιά, πως εισχώρησα με περισσότερη κατανόηση στον κόσμο του.
Το έργο τοποθετείται στην Πάτρα, γενέθλιο τόπο της συγγραφέως και εν μέρει στην Αθήνα. Χρονικά αρχίζει τη δεκαετία του '30, πάλι κοντά στην ηλικία της συγγραφέως (γεν. 1920), και φτάνει ως τις αρχές της δεκαετίας του '60.
Η δράση είναι πολύ περιορισμένη. Κυριαρχεί η ψυχογραφία των προσώπων. Μέσα από τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τους περιορισμένους διαλόγους ξεδιπλώνεται η ιστορία, προβάλλει η ελληνική κοινωνία της εποχής. Ο αναγνώστης σκοντάφτει συνεχώς στη λέξη "ρωγμές", που αποτελεί και τον τίτλο του μυθιστορήματος. Ρωγμή ανάμεσα στις δυο οικογένειες, τα μέλη των οποίων αποτελούν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Από τη μια η οικογένεια ενός πλούσιου Πατρινού με τα τρία παιδιά του, τον Άγγελο, τον Νίκο και την Ελένη και από την άλλη η οικογένεια της φτωχιάς Άννας, της οποίας ο άντρας βρίσκεται στη φυλακή λόγω φόνου, που επίσης έχει τρία παιδιά, τον Ηλία, τη Μαρία και την Αγλαΐα. Μια φτωχή οικογένεια που στηρίζεται στη φιλανθρωπία των άλλων, ζώντας σ' ένα παραθαλάσσιο σπιτάκι που της παραχωρεί ο πλούσιος Πατρινός. Ρωγμές ανάμεσα στα αδέλφια που δεν ασπάζονται την ίδια ιδεολογία, ρωγμές ανάμεσα σε φίλους, ρωγμές ανάμεσα στον Άγγελο και τον πατέρα του που δεν εγκρίνει τη Λουκία, την κοπέλα που ο γιος του αγαπά.
Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο με ομιλούντα τον Άγγελο, γιο της πλούσιας οικογένειας, το δεύτερο μέρος, πιο ενδιαφέρον πιστεύω από το πρώτο, είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, με κεντρικό ήρωα τον Ηλία, της δεύτερης οικογένειας, που μόλις έχει γυρίσει από το Παραπέτασμα. Είχε μεταφερθεί εκεί χρόνια πριν, το 1944, μαζί με την αδερφή του Μαρία. Γυρίζει ενώ το κομμουνιστικό κόμμα είναι ακόμα παράνομο στην Ελλάδα. Ζητά τη βοήθεια του Άγγελου που έχει γίνει βουλευτής, σε λίγο ίσως και υπουργός, για να του βγάλει καινούρια ταυτότητα, να μπορέσει να βρει δουλειά, να ζήσει νόμιμα στην Ελλάδα. Του ζητούν να ηχογραφήσουν τις εμπειρίες του. "Είχε μια φωνή άχρωμη και μονότονη, καθώς τα διηγόταν. Κανείς δεν θα πίστευε πως μιλούσε για γεγονότα της ζωής του, της μοναδικής ζωής του, και δεν εξιστορούσε ένα ξένο, βαρετό κείμενο. Μας πήγαν εκεί, μας έδωσαν φαγητό, μας μάλωσαν, μας βάλανε στη σειρά, μας βάλανε να δουλέψουμε, μας χώρισαν με την αδερφή μου. Δούλεψα στη Ρουμανία, έπειτα στην Ουγγαρία, στη Γερμανία...Έμαθα γράμματα, είχα ευκολία. Ξενύχταγα τη νύχτα και διάβαζα. Έκανα και μουσική, είχα σωστή φωνή. Έμαθα ότι η Μαρία μας πέθανε. Είχαμε χρόνια να ιδωθούμε (...) με έστειλαν εκεί, με πήγαν αλλού. Δύο χρόνια δούλεψα και άλλα τρία χρόνια δούλεψα, δούλεψα, δούλεψα".
Το μυθιστόρημα της Σαράντη, παρ' όλο ότι σαφώς έχει και πολιτικό χαρακτήρα, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Εστιάζει στα πρόσωπα, στις ζωές των ηρώων της, στις σκέψεις, στα διλήμματα, στις αντιθέσεις, στις αμφιβολίες, στις αμφιταλαντεύσεις, τις ρωγμές, τις συνέπειες των γεγονότων για τον μεμονωμένο άνθρωπο. Κι ίσως το τέλος, με τον Ηλία να βρίσκει τον έρωτα σε μιαν άλλη Λουκία, να είναι ο τρόπος για να κλείσουν οι ρωγμές που δίχασαν πρόσωπα, φίλους, έναν ολόκληρο λαό.
Μπορεί σήμερα, χρόνια μετά τον Εμφύλιο, οι πληγές από τον διχασμό εκείνο να έχουν κλείσει. Αλλά οι κοινωνικές, οι πολιτικές, οι ιδεολογικές ρωγμές δεν έπαψαν να υπάρχουν. Γι' αυτό το μυθιστόρημα της Σαράντη προσλαμβάνει μια διαχρονικότητα που, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, το καθιστά διαρκώς επίκαιρο.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2017

Ηλέκτρα

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ηλέκτρα
[Το δάκρυ της Αφρικής]
Ψυχογιός, 2017
"Ηλέκτρα" τιτλοφορεί το πιο πρόσφατο βιβλίο της η πολυγραφότατη, καταξιωμένη, δημοφιλής συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ηλέκτρα ονομάζεται το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί, που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σ' όλο το βιβλίο. Όμως, πλάι στην Ηλέκτρα, θα 'λεγα πως συμπρωταγωνιστής είναι η ίδια η Αφρική. Η χώρα στην οποία η συγγραφέας έζησε για χρόνια, που την αγάπησε με πάθος, που οι εμπειρίες της από τη ζωή της εκεί στάθηκαν πηγή έμπνευσης για μερικά από τα καλύτερά της μυθιστορήματα και διηγήματα.
Ξεκινώντας από το 2014 η εξηνταεφτάχρονη τώρα Ηλέκτρα, αιχμάλωτη της Μπόκο Χαράμ, της εγκληματικής αυτής Ισλαμικής οργάνωσης, μετατοπίζεται από το παρόν στο παρελθόν παρασύροντάς μας σε μια ανάγνωση περιπέτειας, ενδοσκόπησης, ανάμνησης  ενός ειδυλλιακού παρελθόντος και εμπειρίας ενός σκοτεινού, επίφοβου παρόντος. Οι πληροφορίες για την ίδρυση, τους στόχους και τη δράση της Μπόκο Χαράμ που δρα κυρίως στην πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, τη Νιγηρία, εναλλάσσονται με περιγραφές της σαγηνευτικής φύσης της Αφρικής, με ένα ρομάντζο και προπάντων με την τρομακτική περιπέτεια μιας ομάδας τελειοφοίτων μαθητών της Αμερικανικής Ιεραποστολικής Σχολής, όπου η Ηλέκτρα διδάσκει Τέχνη. Σε μια εκδρομή αυτών των παιδιών "μαχητές" της Μπόκο Χαράμ επιτίθενται στην κατασκήνωσή τους, σκοτώνουν τα αγόρια και απάγουν τα κορίτσια, μαζί και τη δασκάλα τους, την Ηλέκτρα, που αρνείται να δραπετεύσει μαζί με δυο από τα παιδιά που το κατάφεραν, μένοντας να προστατεύει τις μαθήτριές της. Με αποτροπιασμό παρακολουθούμε στη συνέχεια τα όσα διαδραματίζονται, αλλά και με θαυμασμό για την αγωνιστικότητα, το θάρρος, την προσπάθεια επιβίωσης. Στο στρατόπεδο, όπου τις μεταφέρουν, πολλές άλλες γυναίκες είναι συγκεντρωμένες, άλλες αιχμάλωτες κι άλλες που ανήκουν στην οργάνωση. Βιασμοί, πώληση των κοριτσιών που θα καταλήξουν στα χαρέμια σεΐχηδων ή οίκους ανοχής, εξαναγκασμός άλλων να ζωστούν τα εκρηκτικά και να γίνουν ζωντανές βόμβες περιγράφονται με δυνατές, ρεαλιστικές εικόνες. Ο αναγνώστης παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον αγωνιώντας κι αυτός μαζί με τις αιχμάλωτες μαθήτριες. Θα μπορέσουν να σωθούν; Όλες ή μερικές; Τι θα απογίνει η Ηλέκτρα; Θα προλάβει να επέμβει έγκαιρα ο στρατός της χώρας;
Όμως πλάι στην τραγική περιπέτεια προβάλλει πάντα η Αφρική. Με εναλλασσόμενη αφήγηση από το παρόν στο παρελθόν, πότε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, η συγγραφέας μας μεταφέρει χρόνια πίσω, όταν η Ηλέκτρα, νέα κοπέλα, παντρεύτηκε τον Ηλία και τον ακολούθησε στη Νιγηρία κι όπως πολλοί άλλοι μαγεύτηκε απ΄ αυτή τη χώρα. "Για κάποιον παράξενο λόγο τα μάγια της Αφρικής κρατούν δεμένο κάθε λευκό που έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ' αυτή την ήπειρο", γράφει στην εισαγωγή της.
Αυτά τα "μάγια" κατορθώνει να μας μεταγγίσει η Γιόλα. Η Αφρική προβάλλει σε κάθε σχεδόν σελίδα του βιβλίου. Η φύση της, τα φαγητά, οι φυλές, η διαφορετική νοοτροπία, η θέση της γυναίκας. η μαύρη μαγεία, η ένοπλη ληστεία, κίνδυνοι και ομορφιά συνθέτουν την εικόνα που κρατά αιχμάλωτο τον λευκό όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η επιστροφή στην πατρίδα που όλοι νοσταλγούν δεν τους δίνει την ικανοποίηση που περίμεναν. Μπορεί ακόμα κάποτε να πεθάνει κάποιος από μαρασμό, όπως ο Ηλίας.
Η δράση της Μπόκο Χαράμ δεν στέκεται ικανή να ακυρώσει τη γοητεία που η Αφρική ασκεί σε όσους έζησαν εκεί. "Αφρική είναι η γοητεία να προσπαθείς να κατακτήσεις το άγνωστο, αυτό που σου αντιστέκεται, να το καταλάβεις και να ζυμωθείς μαζί του... Να ζεις επικίνδυνα. Είναι η περιπέτεια, είναι οι φιλίες που δημιουργείς με ανθρώπους από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, είναι οι γνώσεις και οι εμπειρίες που κερδίζεις από έναν τρόπο ζωής που δεν συναντάς πουθενά. Είναι τα αθώα μάτια ενός παιδιού που δεν έχει τίποτα και δεν ζητά τίποτα παρά μόνο λίγο φαΐ, ένα παιχνίδι, μια αγκαλιά, και σου χαρίζει χιλιάδες φωτεινά χαμόγελα. Είναι όλα αυτά και κάτι παραπάνω που δεν μπορείς να το εκφράσεις με λόγια".
Η "Ηλέκτρα" είναι ένα ωραίο, δυνατό μυθιστόρημα, στο οποίο ο συνδυασμός ρεαλισμού και μυθοπλασίας, εγκληματικής δράσης και ρομαντισμού, επικινδυνότητας και ομορφιάς, συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, γοητευτικό ανάγνωσμα.

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2017

Αστροφεγγιά

Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου
Αστροφεγγιά
(Η ιστορία μιας εφηβείας)
Εκδόσεις της Σχολής ΙΜΠ
Αθήνα 2011
Πρώτη έκδοση, 1945
Αν ήθελα να δώσω τον πιο σύντομο χαρακτηρισμό γι' αυτό το βιβλίο, θα έλεγα: " Ένα βιβλίο που στάζει θλίψη". Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1945, το χρονικό πλαίσιο όμως της υπόθεσης είναι τα χρόνια λίγο πριν και λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή.
Παρ' όλο που οι ήρωές του είναι νέα παιδιά που τελειώνουν το σχολείο το 1919, ταυτόχρονα σχεδόν με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, παρ' όλο που τα νέα αυτά παιδιά διακατέχονται από τη χαρά της ζωής και κάνουν όνειρα για το μέλλον, εντούτοις η θλίψη, η μελαγχολία, η διάψευση, ο θάνατος, είναι διάχυτα στο βιβλίο.
Κεντρικός ήρωας, που με τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζει συμβάλλει στη δημιουργία αυτής της μελαγχολίας, είναι ο Άγγελος Γιαννούζης. Άριστος μαθητής, αλλά φτωχός και άσχημος, νιώθει πολύ μειονεκτικά απέναντι στην ομάδα των συμμαθητών και φίλων του, παρ' όλο που εκείνοι τον δέχονται στην παρέα τους. Ιδιαίτερα λειτουργεί μια σχέση έλξης-απώθησης με τον φίλο του, το πλουσιόπαιδο Νίκο Στέργη. Ο Στέργης τον βοηθά οικονομικά, θα του βρει και μια θέση στις επιχειρήσεις του πατέρα του, αλλά ίσα-ίσα γι' αυτό τα συναισθήματα μειονεκτικότητας του Γιαννούζη γίνονται ακόμα εντονότερα. Αγαπά την ωραία της συντροφιάς, τη Δάφνη, πώς μπορεί όμως να ανταγωνιστεί τον Στέργη;
Πολλά άλλα πρόσωπα πλαισιώνουν τους τρεις νέους. Είναι ο αμοραλιστής Πετρόπουλος, ο Αργύρης που ονειρεύεται να μπαρκάρει για τις μακρινές θάλασσες, είναι η Λένα, η Δάφνη, η Έρση, ο φυματικός Πασπάτης, ο Αλέξης, παθιασμένος με το θέατρο και πολλοί άλλοι. Συναντάμε και το καφενείο "Ο Μαύρος Γάτος" με συζητήσεις για ποίηση. Καταφανής η παρουσία του Καρυωτάκη, αν και βέβαια δεν κατονομάζεται.
Μια αστροφώτιστη νύχτα, σε μια σύναξή τους στο κτήμα του Στέργη τα νέα παιδιά διαλέγουν το άστρο τους. "Η λαμπρότατη στροφεγγιά γεμίζει ευλογίες τα όνειρά τους".
Όταν αποφοιτούν, οι δρόμοι τους χωρίζουν. Πολλοί γράφονται στο Πανεπιστήμιο, όχι όλοι στις ίδιες σχολές. Ο Άγγελος γράφεται στη φιλολογία. Με χίλιες δυο στερήσεις, δουλεύοντας ταυτόχρονα, προσπαθεί να πάρει το πτυχίο του. Μα ο πόλεμος που τέλειωσε το '18, θα συνεχιστεί για τα  νιάτα της Ελλάδας με άλλη μορφή. Με μεγάλη συντομία, γιατί δεν είναι αυτός ο στόχος του, ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος αναφέρεται στη Μικρασιατική Εκστρατεία, στη συμμετοχή του Γιαννούζη σ' αυτήν, απ' όπου γυρίζει με φυματίωση, στην προσφυγιά που κατακλύζει την Ελλάδα.
Το βιβλίο είναι πλημμυρισμένο από θλίψη, αλλά ταυτόχρονα και από τη χαρά και τα όνειρα της νιότης, που ο συγγραφέας εκφράζει με την ποιητικότητα που της ταιριάζει: "Όλος ο δρόμος σπάρθηκε κόκκινα γέλια, λουλούδια της νιότης, που πέφταν ανέμελα δω και κει-κ' οι λόφοι κατέβαζαν δροσιά κ' ήταν τόσο γλυκό να νιώθει κανένας τα δεκαοχτώ του χρόνια να πιπερίζουν!"  "Ο κόσμος όλος είναι δικός μας. Θ' ανοίξουμε τα χέρια, θα τ' ανοίξουμε πολύ, για να τον χωρέσει η αγκαλιά μας".
Ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει στον πρόλογό του: [θέλησα να δώσω] την πονεμένη ψυχογραφία της  γενιάς, που βγήκε από την κόλαση του πρώτου παγκόσμιου πολέμου βαθιά πληγωμένη, αλλά και με μια σφραγίδα προσδοκίας στο μέτωπο".
Ασφαλώς υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο. Μικρή όμως θα ήταν η αξία τους αν ήταν αποκλειστικά βιογραφικά ή αν αφορούσαν μόνο τη γενιά εκείνη. Γράφει, πολύ σωστά, ο επιμελητής της τελευταίας έκδοσης, Θεοδόσης Πυλαρινός: "Έτσι, κλιμακωτά, από το απτό και συγκεκριμένο η Αστροφεγγιά κορυφώνεται στο παναθρώπινο, ως μήνυμα αγάπης για τον πάσχοντα άνθρωπο (...) και μέσα από την Αστροφεγγιά του ακούγεται σπαρακτικά η κραυγή για την τραγική μοίρα του ανθρώπου κάθε εποχής, όλων των εποχών".

Σημ. Το μυθιστόρημα έχει οριστεί ως λογοτεχνικό βιβλίο για τη Γ' Λυκείου των σχολείων της Κύπρου για την επόμενη σχολική χρονιά. Είναι άραγε το καταλληλότερο;

Παρασκευή, Μαρτίου 03, 2017

Επιβάτες φορτηγών

Κώστας Λυμπουρής
Επιβάτες φορτηγών
Πάπυρος, 2017
"Στα φορτηγά, ανεβείτε στα φορτηγά". Είναι η διαταγή που δίνεται το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 στους συγκεντρωμένους εφέδρους στο χωριό Δίκωμο. Φορτηγά που θα διέσχιζααν το βουνό, θα πήγαιναν εκεί που γινόταν η εισβολή, με τους άντρες χωρίς στρατιωτική στολή, χωρίς όπλα, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Επιβάτης των φορτηγών και ο συγγραφέας, ξαναγυρίζει με τη μνήμη 42 χρόνια πίσω. Θυμάται, καταγράφει...
Στο μυθιστόρημα θα ταίριαζε ο τίτλος "Πόλεμος και ειρήνη". Ο κεντρικός ήρωας, ο Στέφανος, σε μια επίσκεψη στο κατεχόμενο χωριό του μαζί με τη γυναίκα του, στέκεται μπροστά στο σπίτι του. "Φαινόταν κατοικίσιμο. Παλιό σπίτι, φτιαγμένο με πλιθάρι, συντηρημένο κάπως, έστεκε καλά. Με την πρώτη ματιά του φάνηκε μικρότερο απ' ό,τι το θυμόταν. Ήταν η ίδια βέβαια αίσθηση που ένιωσε και για τα άλλα σπίτια, τους δρόμους, τις πλατείες, το σχολείο, την εκκλησία. Συνηθισμένος τώρα πια με άλλα μεγέθη, όλα του φαίνονταν μικρότερα. Θυμήθηκε τον στίχο του Σεφέρη "τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση", από το ποίημα "Ο γυρισμός του ξενιτεμένου". 
Και τότε οι αναμνήσεις τον πλημμυρίζουν. Τα ανέμελα παιδικά χρόνια, η ζωή στο χωριό, οι φίλοι, τα παιγνίδια, τα πρώτα διαβάσματα, η οικογένεια, ο άρρωστος αδελφός, η γειτονιά, οι γυναίκες που "έκοβαν φιδέ", ο αργαλειός και η υφαντική, οι μεταξοσκώληκες, το μάζεμα των ελιών και η μυρωδιά του φρέσκου ελαιόλαδου, ο σκύλος και οι κότες, τα δέντρα της αυλής, οι πρώτοι δειλοί εφηβικοί έρωτες, το νεανικό ημερολόγιο, οι αγαπημένες μορφές του εργατικού πατέρα και της αεικίνητης μάνας, όλα ξανάρχονται με μια διαύγεια που ξαφνιάζει και τον ίδιο.
Κι ανάμεσα σ' όλη αυτή την ευτυχισμένη ζωή που η αναπόληση την κάνει να φαντάζει ακόμα πιο ευτυχισμένη ξεπροβάλλουν τα ιστορικά ορόσημα: Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ο ηρωικός θάνατος του Κυριάκου Μάτση όπως τον έζησε ο οχτάχρονος τότε Στέφανος, οι τουρκικές προετοιμασίες και τα απειλητικά σύννεφα που πλησίαζαν. Κι ύστερα η σκέψη του Στέφανου ανεξέλεγκτη πετάει στο '74, στο πραξικόπημα, στην προδοσία, τη θυσία τόσων παλικαριών, στους αιχμαλώτους, στους αγνοούμενους.
Με ιδιαίτερη συγκίνηση στάθηκα σε δυο σκηνές. Στην πρώτη ο Στέφανος βρίσκεται τον Σεπτέμβρη του '74 στη Ξενοδοχειακή Σχολή στη Λευκωσία, όπου θα κατέφθαναν οι πρώτοι αιχμάλωτοι που άφησαν ελεύθερους οι Τούρκοι. Η εικόνα του συγκεντρωμένου πλήθους, η αγωνία, οι ανυψωμένες φωτογραφίες, η χαρά της απελευθέρωσης, αλλά και η απελπισία όσων δεν είδαν τους δικούς τους να επιστρέφουν, έχουν τόση περιγραφική δύναμη που ξεπερνά ακόμα και τη δύναμη της εικόνας. Αδύνατο να μείνει κανείς ασυγκίνητος.
Η δεύτερη σκηνή διαδραματίζεται στο εργαστήριο της Διερευνητικής Επιτροπής για τους αγνοουμένους. Εκεί όπου, δεκαετίες μετά την εισβολή, οι επιστήμονες προσπαθούν να αναγνωρίσουν τα οστά και να τα αποδώσουν στους συγγενείς για την ταφή.
"Ξέρετε αν είναι Έλληνες ή Τούρκοι;" ρωτά ο Στέφανος την υπεύθυνη που τον ξεναγεί στον χώρο.
"Σ' αυτό το τραπέζι δεξιά, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι είναι Έλληνες. Βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο κοντά στη Μια Μηλιά και δεν υπάρχουν πληροφορίες ότι έγιναν εκεί άλλες ταφές. Στο άλλο τραπέζι, εκεί στη γωνιά, υποθέτουμε ότι είναι μόνο Τουρκοκύπριοι, αφού βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο, κοντά σε χωριό, έξω από τη Λεμεσό, και πάλι σύμφωνα με πληροφορίες. Εδώ όμως, μπροστά μας, στο ένα τμήμα, τα κόκαλα είναι μεικτά, γιατί προήλθαν από πηγάδι όπου ρίχτηκαν και δικοί μας και Τουρκοκύπριοι".
Στάθηκα με δάκρυα ώρα πολλή σ' αυτή τη σκηνή. Πόσο θα 'θελα να μπορούσαν να τη διαβάσουν και να τη νιώσουν όλοι οι "πατριώτες", Έλληνες και Τούρκοι, όλοι οι πολιτικοί, αν είναι δυνατό όλου του κόσμου.
"Τα ματσικόριδα ευδοκιμούν πάντα στο Δίκωμο και μυρίζουν πάντα τόσο μεθυστικά". Όμως κάποιοι δεν θα ξανανιώσουν ποτέ αυτή τη μυρωδιά.
Οι "Επιβάτες φορτηγών" είναι ένα βιβλίο που υπομιμνήσκει "οικεία κακά". Αλλά πάνω απ' όλα είναι ένα βιβλίο αγάπης για τον τόπο και τον Άνθρωπο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

Μωρό από ατόφιο χρυσάφι

Margaret Drabble
Μωρό από ατόφιο χρυσάφι
(The pure gold baby)
Πόλις, 2015
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Αν και  η γνωστή και βραβευμένη Αγγλίδα συγγραφέας έχει εκδώσει δεκαοκτώ μυθιστορήματα (από τα οποία τρία έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά) δεν έτυχε ως τώρα να διαβάσω κάποιο από τα έργα της. Και αυτό, το πιο πρόσφατα εκδομένο, το "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι", το αναζήτησα όχι ξέροντας κάτι για τη συγγραφέα, αλλά για το θέμα του: Ένα παιδί με ειδικές ανάγκες. Ένα θέμα που με ελκύει ιδιαίτερα, με απασχολεί, με προβληματίζει, που μου δημιουργεί ποικίλες σκέψεις και συναισθήματα.
Το μυθιστόρημα δεν ήταν όπως το φαντάστηκα, όχι όμως λιγότερο ενδιαφέρον. Έχει μια ιδιάζουσα τεχνική, τόσο ως προς τον τρόπο της αφήγησης όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η αφηγήτρια εμφανίζεται υπό διπλή αφηγηματική ιδιότητα. Πότε είναι "ομοδιηγηματικός" αφηγητής, δηλαδή πρόσωπο που συμμετέχει στα δρώμενα γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο και πότε "παντογνώστης" αφηγητής, δηλαδή ακολουθεί την τριτοπρόσωπη γραφή για γεγονότα στα οποία η ίδια δεν συμμετέχει, παρακολουθώντας ως εξωτερικός παρατηρητής τις ενέργειες, ακόμα και τις σκέψεις των ηρώων της.
Αλλά και ως προς το περιεχόμενο υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Κεντρικά πρόσωπα είναι η Τζες, μια ανθρωπολόγος που μεγαλώνει μόνη την Άννα, παιδί από μια σύντομη σχέση της Τζες με τον παντρεμένο καθηγητή της. Ένα παιδί "από ατόφιο χρυσάφι" (χαρακτηρισμός από ένα ποίημα της Σύλβια Πλαθ). Παιδί με μειωμένες νοητικές ικανότητες, αν και πουθενά δεν αναφέρεται τι είδους είναι αυτή η καθυστέρηση. "Η Άννα, ως παιδί και αργότερα ως έφηβη, δεν ήταν οπτικά αναγνωρίσιμη ως ελλειμματική με οποιονδήποτε τρόπο". Η Άννα μιλάει, συνεννοείται, αλλά ποτέ δεν μαθαίνει να διαβάζει και ποτέ δεν θα μπορέσει να ζήσει μόνη της.
Καθώς όμως παρακολουθούμε τη ζωή της Τζες και της Άννας, πλήθος θέματα αναφύονται που συχνά υπερκαλύπτουν το κύριο θέμα. Χρονικά το μυθιστόρημα προχωρεί με αναδρομές, ενίοτε τόσο εκτενείς, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να ξαναπροσαρμοστεί στο παρόν της αφήγησης. Οι δεκαετίες του '60 και '70 κυριαρχούν, αλλά γεγονότα και αναφορές φτάνουν ως την εποχή μας, τον 21ο αι.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας κατορθώνει να συνδυάσει τόσα θέματα. Το βόρειο Λονδίνο, στο οποίο ζει η Τζες με την Άννα, η αφηγήτρια Έλινορ και μια ομάδα άλλων συνομήλικων φίλων γυναικών με τα παιδιά τους, κυριαρχεί με τουε δρόμους του, τα κτίρια, τις αλλαγές που επέρχονται με το χρόνο. Παρεμβάλλονται σκέψεις για τα παιδιά, για το χρόνο, για τα γηρατειά κι αυτά ανάμεσα σε κριτική για τα ψυχιατρικά ιδρύματα ή το Εθνικό σύστημα υγείας, ανθρωπολογικές μελέτες ή λογοτεχνικές αναφορές. Μια εμμονή φαίνεται να κυριαρχεί στη συγγραφέα για τον εξερευνητή Λίβινγκστον, τον τάφο του οποίου επισκέπτεται στο Ουεστμίνστερ, αλλά και το μνημείο του αναζητεί στην Αφρική.
Από τις αναφορές στα καθυστερημένα παιδιά της Περλ Μπακ, του Άρθους Μύλλερ ή τον αδελφό της Τζέην Ώστεν ως τη μνεία του Μαρσέλ Προυστ και άλλων λογοτεχνών, η συγγραφέας συνδυάζει αμέτρτο πλήθος θεμάτων, αναφορών, υπαινιγμών, παραλληλισμών, τόσων που η παράθεση 108 επεξηγηματικών σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου καθίσταται μεν αναγκαία, όχι όμως και το πιο βοηθητικό για την αναγνωστική απόλαυση.
Γενικά ένα ενδιαφέρον βιβλίο, θα το προτιμούσα όμως με λιγότερη ανάμιξη θεμάτων και περισσότερη έμφαση στο "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι".

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2017

Αρχάγγελος


Μαρία Μενοίκου Σιφνιάδου
Αρχάγγελος
Εκδ. Bellapais (Νέα Υερσέη), 2015
Α΄ έκδ. Archangel, 2014
"Απόθεσε τον βαρύ Αρχάγγελο στο έδαφος. Η πανοπλία του έλαμπε στο κίτρινο φως, το ξίφος του σε ετοιμότητα και το φτερό του που ξεπρόβαλλε πίσω από τον ώμο του, ήταν ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί. Το αμούστακο πρόσωπό του, νεανικό και αποφασιστικό, είχε φτιαχτεί έντεχνα από τον άγνωστο καλλιτέχνη. Συνεπαρμένη, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, παρατήρησε ότι τα χείλη του ήταν διαμορφωμένα από μια απλή γραμμή από κομμάτια σκούρο γυαλί τονισμένα πάνω και κάτω με μπεζ πλακάκια, η μύτη του: μια σειρά από κάθετες γραμμές. Η πρώτη ήταν μαύρη, η επόμενη γκρι, η άλλη μπεζ και αυτή που σχεδίαζε την κορυφή, λευκή. Τα μπλε ζαφειριά και σμαραγδιά που πλαισίωναν το φωτοστέφανό του έλαμπαν στα μάτια της Τζουλιάνας".
Η σκηνή αυτή, από το συναρπαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Μενοίκου, διαδραματίζεται στα 1989, στη Ζυρίχη. Η κεντρική ηρωίδα, η γκαλερίστα Τζουλιάνα Πετρέσκου, που διατηρεί γκαλερί Τέχνης στην Ουάσιγκτον, βρίσκεται στη Ζυρίχη για να διαπραγματευτεί την αγορά κάποιων πανάκριβων ψηφιδωτών από έναν Τούρκο έμπορο έργων τέχνης. Τα ψηφιδωτά, μοναδικά στο είδος τους, έργο του 6ου αι. και ειδικά εκείνο που εικονίζει τον Αρχάγγελο, την γοητεύουν. Όχι μόνο για την ομορφιά και τη μοναδικότητά τους, αλλά και για το κέρδος που θα της αποφέρουν, όταν θα τα μεταπουλήσει στην Αμερική. Αγνοεί βεβαίως την τραγική τους ιστορία.
Η συγγραφέας αρχίζει την ιστορία της από το 1979, όταν, λίγα χρόνια μετά την εισβολή του 1974, ένας Τούρκος αρχαιοκάπηλος αφαιρεί κομμάτια από το περίφημο ψηφιδωτό της Παναγίας της Κανακαριάς, που βρίσκεται στο χωριό Λιθράγκωμη, στη χερσόνησο της Καρπασίας. Οι χρονολογίες, τα γεγονότα, τα πρόσωπα, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες διαπλέκονται με επίκεντρο πάντα τα κλεμμένα ψηφιδωτά, για να καταλήξει η συγγραφέας στην τελική ευτυχή κατάληξη και τον επαναπατρισμό τους.
Χρονολογικοί σταθμοί: Το 1979 με τη σκηνή αφαίρεσης των ψηφιδωτών, το 1973 με το χωριό να γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο σε μέρες ειρηνικές, το 1974 με όλη την τραγωδία της εισβολής που πλήττει την οικογένεια ενός από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου, του μικρού τότε Γιώργου Φιλίππου, το 1989 όταν η Τζουλιάνα ακούει για πρώτη φορά για τα ψηφιδωτά, το 1981, όταν ο νεαρός τώρα πια Γιώργος νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να επισκεφθεί το τουρκοκρατούμενο χωριό του, το 1982 όταν η Εκκλησία της Κύπρου ενημερώνεται για την κλοπή και αρχίζει ενέργειες για εντοπισμό των ψηφιδωτών, όλες αυτές οι χρονολογίες και τα πρόσωπα μοιάζουν σαν ρυάκια που ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες καταλήγουν στην τελική συνάντηση και στην απόδοση της δικαιοσύνης.
Με αριστοτεχνικό τρόπο η συγγραφέας ενώνει όλα τα κομμάτια της ιστορίας, Τις ειρηνικές μέρες, την εισβολή, την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και την τελική δικαίωση. Εντυπωσιάζει το ύφος γραφής. Η αγάπη για τον τόπο, η αγάπη για την Τέχνη και τον πολιτισμό, ακόμα και η αναφορά στη βιαιότητα και τα εγκλήματα της εισβολής, εκφράζονται με μια ηπιότητα, με μια ηρεμία, που ενισχύουν την πλευρά του δικαίου. Είναι, πιστεύω, ο πιο κατάλληλος τρόπος να περάσουν τα μηνύματα της συγγραφέως σε ξένους που αγνοούν τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στον μαρτυρικό μας τόπο, αν σκεφτούμε μάλιστα πως το βιβλίο γράφτηκε πρώτα στα Αγγλικά.
Η ηρωίδα της Μενοίκου, η γκαλερίστα Τζουλιάνα, είναι μεν επαγγελαμτίας έμπορος έργων Τέχνης, αλλά ενεργεί καλόπιστα. Δεν ξέρει ότι τα ψηφιδωτγά είναι κλεμμένα. Ενθουσιάζεται με την τέχνη που τα δημιούργησε, τα περιγράφει λεπτομερώς, παθιάζεται ειδικά με εκείνο του Αρχαγγέλου τόσο, που θέλει να το κρατήσει για τον εαυτό της. Ένας Αρχάγγελος που εμφανίζεται στο βιβλίο και με την υπερφυσική του διάσταση στα πρόσωπα που πραγματικά τον αγαπούν.
Δεν ξέρω αν το βιβλίο μου έκανε τόσο βαθιά εντύπωση και μου άρεσε τόσο γιατί αφορά τον τόπο μου. Όμως νομίζω η συγγραφέας κατόρθωσε να συνδυάσει πραγματικότητα και φαντασία με τρόπο μοναδικό, να περάσει τα μηνύματά της χωρίς κραυγαλέα μεγαλοστομία.
Τα τέσσερα ψηφιδωτά, σπαράγματα του μεγάλου ψηφιδωτού της Κανακαριάς, βρίσκονται τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία. Είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς το βιβλίο και να μη θελήσει να επισκεφθεί το μουσείο και να τα θαυμάσει.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2017

Η μαύρη τουλίπα

Αλέξανδρος Δουμάς
Η μαύρη τουλίπα (La tulipe noire, 1850)
Καστανιώτης 2007
Μετ. Μιχαήλ Στασινόπουλος
Πριν από λίγο καιρό, μπαίνοντας στο σπίτι μιας φίλης, το βρήκα γεμάτο από πολύχρωμες, ωραίες τουλίπες. "Είναι το αγαπημένο μου λουλούδι", απάντησε στο ερωτηματικό μου βλέμμα. "Άλλωστε", συνέχισε, "σήμερα γιορτάζεται στην Ολλανδία η μέρα της τουλίπας". "Και πού είναι η Μαύρη Τουλίπα;" ρώτησα. Με κοιταξε απορημένη. "Δεν υπάρχει μαύρη τουλίπα".
Η σκέψη μου ταξίδεψε χρόνια πίσω. Στα παιδικά μου χρόνια, τότε που βιβλία σαν τη "Μαύρη Τουλίπα" με είχαν κρατήσει ξάγρυπνη, τότε που έκλεβα χρόνο από τα μαθήματα για να διαβάσω τη συνέχεια των αγαπημένων μου μυθιστορημάτων. Μια ακατανίκητη επιθυμία επιστροφής στο πααρελθόν με κυρίεψε και την άλλη κιόλας μέρα αναζήτησα το ωραίο μυθιστόρημα του Δουμά, που μόνο πολύ αμυδρά θυμόμουνα.
Το βρήκα σε διάφορες καινούριες εκδόσεις, πράγμα που σημαίνει πως ακόμα διαβάζεται. Το διάβασα με συγκίνηση και νοσταλγία. Κι ανακάλυψα πως δεν είναι και τόσο παιδικό όπως νόμιζα. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα μικρή, να μην έδινα και τόση προσοχή και σημασία στα ιστορικά γεγονότα. Το έργο τοποθετείται στην Ολλανδία, βέβαια, το 1672. Μια εποχή πολιτικών ταραχών, όταν δυο δημοκράτες πολιτικοί, οι αδελφοί Κορνέιγ και Ζαν ντε Βιτ γίνονται μισητοί στο λαό, γιατί θεωρούνταν φίλοι του Λουδοβίκου ΙΔ', εχθρού των Ολλανδών, και στη θέση τους ανεβάζουν τον Γουλιέλμο, Πρίγκιπα της Οράγγης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Δουμάς: "Όπως όλοι οι νικημένοι λαοί, έτσι κι οι Ολλανδοί ελπίζανε πως ένας άλλος αρχηγός θα μπορούσε να τους σώσει από την καταστροφή και την ταπείνωση". 
Οι δύο δημοκράτες πολιτικοί λιντσάρονται και εκτελούνται από το εξαγριωμένο πλήθος. Ενώ συμβαίνουν αυτά στη Χάγη, μεταφερόμαστε στο Ντόρτρεχτ, όπου ζει ο Κορνήλιος βαν Μπέρλε, βαφτιστικός του Κορνέιγ, παθιασμένος με τις καλλιέργειες των φυτών του, ειδικά της τουλίπας, χωρίς να νοιάζεται ή να ασχολείται με την πολιτική. Την εποχή αυτή όλες οι προσπάθειές του επικεντρώνονται στο να επιτύχει τη δημιουργία της μαύρης τουλίπας και να κερδίσει έτσι κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σ' ένα σχετικό διαγωνισμό που έχει προκηρυχθεί. Δίπλα στο σπίτι του μένει ένας άλλος καλλιεργητής που καραδοκεί να του κλέψει το μυστικό του. Οι σκοτεινοί δρόμοι της πολιτικής θα βρεθούν σε αντιπαράθεση με την αγνότητα της αγάπης για τα λουλούδια, η συκοφαντία και η ζήλεια θα αντιπαλέψουν με την αθωότητα και την καλοσύνη. Ο έρωτας θα διαδραματίσει κι αυτός τον ρόλο του για να οδηγηθεί το μυθιστόρημα σ' ένα ευτυχισμένο τέλος. Θα κατορθώσει άραγε μέσα από όλες τις περιπέτειες να ανθίσει η μαύρη τουλίπα; Υπήρξε άραγε ή ήταν μόνο δημιούργημα της φαντασίας του Δουμά;
Τέτοια βιβλία διαμόρφωσαν τη γενιά μου. Βιβλία όπου το καλό βγαίνει στο τέλος νικητής, όπου η ευγένεια και η καλοσύνη θριαμβεύουν. Βιβλία όπου η πραγματικότητα συνδυάζεται με τη φαντασία, βιβλία που τέρπουν αλλά και διδάσκουν. Για πολλά πράγματα ζηλεύω τις νεότερες γενιές. αλλά συνάμα τις λυπάμαι. Τις λυπάμαι γιατί στερούνται (στην πλειονότητά τους τουλάχιστον) τη χαρά και την απόλαυση του διαβάσματος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2017

Το τέλος μιας σχέσης

Γκράχαμ Γκρην
Το τέλος μιας σχέσης
Μεταίχμιο, 2009
Μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Πρόλογος, Αναστάσης Βιστωνίτης
(ebook)
(The end of the affair, 1951)
Νομίζω πως όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι, εμείς που διαβάζουμε από τα παιδικά μας χρόνια, εμείς για τους οποίους μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις στη ζωή είναι ένα καλό βιβλίο, βρισκόμαστε μεγαλώνοντας σε πολύ δύσκολη θέση. Το να βρούμε μέσα στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή το βιβλίο εκείνο που θα μας ενθουσιάσει, θα μας μαγέψει, θα αναδεύσει μέσα μας σκέψεις και συναισθήματα που θα μας συνοδεύουν για καιρό γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο και πιο δύσκολο. Μια λύση, συχνά πιο ικανοποιητική από το αδιέξοδο κυνήγι του σύγχρονου έργου είναι ίσως το ξαναδιάβασμα βιβλίων που είχαμε απολαύσει στο παρελθόν.
Από μια τέτοια ιδέα παρακινημένη πήρα να ξαναδιαβάσω ένα έργο που μου  είχε καρφωθεί στη σκέψη από τότε που, χρόνια πριν, το πρωτοδιάβασα: Το τέλος μιας σχέσης, του Γκράχαμ Γκρην. Ήξερα την υπόθεση, ήξερα κι αυτά που όταν το διαβάζει κανείς για πρώτη φορά, αποτελούν την ανατροπή και την έκπληξη. Κι όμως  το διάβασα με το ίδιο ενδιαφέρον, προσέχοντας τώρα περισσότερο τη φιλοσοφική-θρησκευτική του διάσταση. Τους προβληματισμούς, τις αμφιβολίες, τις σκέψεις των ηρώων του, πιθανότατα σκέψεις και προβληματισμούς και του ίδιου του συγγραφέα.
Λονδίνο 1944. Ο ανερχόμενος συγγραφέας Μόρις Μπέντριξ ερωτεύεται τη Σάρα, σύζυγο του Χένρι Μάιλς, ανώτερου δημόσιου υπάλληλου. Μια δυνατή ερωτική σχέση, ένας παθιασμένος έρωτας συνδέει τον Μόρις και τη Σάρα. Ένα βράδυ, καθώς βρίσκονται στο σπίτι του Μόρις, μια βόμβα που πέφτει στην είσοδο του σπιτιού τον τραυματίζει ελαφρά. Από κείνη τη στιγμή και μετά η Σάρα εξαφανίζεται από τη ζωή του. Στην απεγνωσμένη αναζήτησή του, στα γράμματα, στα τηλεφωνήματα απόλυτη σιωπή. Οι υποψίες του Μόρις γίνονται βεβαιότητα: Εκείνη έχει βρει άλλον εραστή.
Περνούν σχεδόν δυο χρόνια, όταν τυχαία ο Μόρις συναντά τον Χένρι. Τον συνοδεύει στο σπίτι του, όπου ο Χένρι του εξομολογείται ότι κάτι τον ανησυχεί στη συμπεριφπρά της Σάρας, κάνει μάλιστα τη σκέψη να απευθυνθεί σε ντετέκτιβ για να την παρακολουθήσει. Τελικά είναι ο Μόρις που θα καταφύγει στον ντετέκτιβ και θα μάθει την αλήθεια.
Όμως δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο για τη συνέχεια, μη θέλοντας να αποκαλύψω την απρόοπτη εξέλιξη. Θα σταθώ μόνο στα ερωτήματα που βασανίζουν τους ήρωες του έργου. Ποιος ο ρόλος της Εκκλησίας (εδώ του Καθολικσμού) στη ζωή μας; Η Σάρα παλεύει ανάμεσα στον ορθολογισμό και την πίστη.Υπάρχει Θεός; Γίνονται θαύματα ή μήπως αυτό που λέμε θαύμα είναι απλές συμπτώσεις; Κι όμως όταν είσαι απελπισμένος, έστω κι αν δεν πιστεύεις, μπορείς να προσευχηθείς για να γίνει κάποιο θαύμα. Ποια η δύναμη της προσευχής; Οι ήρωες του Γκράχαμ προσεύχονται, αν και δεν πιστεύουν. Ο Μόρις το δηλώνει καθαρά: Δεν πιστεύει. Κι όμως φωνάζει κάποια στιγμή: "Σε μισώ, Θεέ, σε μισώ σαν να υπάρχεις".
Και το βιβλίο, στο οποίο ο ίδιος ο Μόρις μας αφηγήθηκε τη δυνατή ερωτική του σχέση και τη μοιραία κατάληξή της, τελειώνει με μια ακόμα αποστροφή προς τον Θεό: "Θεέ μου, αρκετά έκανες, αρκετά μου στέρησες. Είμαι πολύ κουρασμένος και πολύ μεγάλος για να μάθω ν' αγαπώ, άφησέ με καλύτερα ήσυχο για πάντα."

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

Η άλωση της Κωσταντίας

Γιάννης Μακριδάκης
Η άλωση της Κωσταντίας
Εστία, 2011
Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό έργα του Γιάννη Μακριδάκη, νόμιζα πως δεν θα βρω καλύτερο από το εξαιρετικό "Η δεξιά τσέπη του ράσου". Να όμως που πέφτω πάνω σε ένα άλλο δικό του, εξίσου ενδιαφέρον, εξίσου πρωτότυπο, εξίσου έργο που, παρά τη συντομία του, μπορεί αφενός να σου χαρίσει  την αναγνωστική απόλαυση και αφετέρου να σε οδηγήσει σε γόνιμο προβληματισμό. Ένα έργο που θ' άξιζε να διαβαστεί και να προβληματίσει εμάς ειδικά στην Κύπρο.
Χρόνος, το 2005. Τόπος, η Κωνσταντινούπολη. Μια γειτονιά, το Τζιχανγκίρι, που αντικρίζει τον Βόσπορο, όπου κατοικούν κυρίως Έλληνες, αναστατώνεται από την είδηση που σαν κεραυνός πέφτει ανάμεσά τους. Ο Γιάννης με τον οποίο η Άννα, κόρη της χήρας Κωσταντίας, είχε πρόσφατα παντρευτεί, δεν ήταν Έλληνας όπως εμφανιζόταν, αλλά Τούρκος, υιοθετημένος από βρέφος και μεγαλωμένος σαν Έλληνας και χριστιανός από μια χιώτικη οικογένεια. Οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στην Αθήνα όπου σπούδαζαν και τώρα ζούσαν στη Χίο, πατρίδα του γαμπρού. Η είδηση αποκαλύπτεται μέσα από μια πολυσέλιδη επιστολή που ο Γιάννης στέλλει στην πενθερά του, την Κωσταντία, για να μην το μάθει από άλλους, όπως της γράφει. Εμβρόντητη εκείνη, αγανακτισμένη, εξοργισμένη, μαθαίνει με κάθε λεπτομέρεια το πότε και πώς ο Γιάννης πληροφορήθηκε και ο ίδιος την καταγωγή του. Η είδηση της φέρνει σχεδόν λιποθυμία. Μια γειτόνισσα και φίλη, η Βαγγελία, τη συντρέχει και οι δυο γυναίκες, διαβάζοντας πότε η μια και πότε η άλλη, σχολιάζοντας ενδόμυχα ή μεγαλοφώνως διεξέρχονται σε ολονυκτία την ογκώδη επιστολή. Λεπτό προς λεπτό, μέσα από τα γραφόμενα του Γιάννη μαθαίνουν όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο, όπως εκείνος μέσα από τις έρευνές του το έμαθε όταν, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκε την οθωμανική του καταγωγή.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στο πώς βιώνει κάποιος την αποκάλυψη ότι είναι ένας άλλος απ' αυτό που ως τώρα νόμιζε. Ούτε μόνο στις έντονες αντιδράσεις στη σκέψη του γάμου μ' έναν αλλόθρησκο ("τα παιδιά μας πια γονιούς δε θα ξαναδούνε άμα Οθωμανό πάρουνε, πως πεντακόσια χρόνια το βαστούμε, από τους παππούδες μας το βρήκαμε να μην παίρνουμε απ' αυτούνους"). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριγύρισμα στην Πόλη, οι γειτονιές της, οι δρόμοι της, ο πεζόδρομος Ιστικλάλ, το Μπαλουκλί, το Ταξίμ, το Κουρτουλούς (Ταταύλα), το νησί Αντιγόνη, το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, το ξενοδοχείο Μαρμαρά, οι εκκλησιές, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Τριάδα. Κι ακόμα το γύρισμα της μνήμης στο πογκρόμ του '55, στους διωγμούς του '64.
Η ατμόσφαιρα της Πόλης δεν δίνεται μόνο τοπικά. Δημιουργείται και με τη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, με την αιτιατική αντί της γενικής (π.χ. τον έδωσε, τον τηλεφωνούσε, να με πει κ.λπ.), με τοποθέτηση του ρήματος κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης, με σκόρπιες τούρκικες εκφράσεις.
Εξόχως ενδιαφέρουσα και ελκυστική η τεχνική της αφήγησης, ο τρόπος εξέλιξης της ιστορίας. Η ανάγνωση της σε πρώτο πρόσωπο επιστολής διακόπτεται συχνά από τον πλάγιο λόγο των δυο φιλενάδων, κυρίως της Κωσταντίας που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αγανακτεί ή αμφιβάλλει για την αλήθεια των γραφομένων. Η αφήγηση είναι ρέουσα, οι παρεμβολές εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, συχνά χωρίς σημεία στίξης. Ο αναγνώστης του μυθιστορήματος νιώθει να βιάζεται μαζί με τις δυο φίλες να δει πού και πώς θα καταλήξει αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Εντελώς απρόοπτα, έρχεται ένα ευχάριστο, σχεδόν χιουμοριστικό τέλος. Ο συγγραφέας όμως πρόλαβε να πει αυτά που ήθελε, που νομίζω μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: "Ύστερα της έγραφε κάτι άλλα περίεργα, πως η πατρίδα είναι η παιδική ηλικία και πως κανένας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να τη λησμονήσει, της έλεγε πως τη συνείδηση και την ταυτότητά του ο κάθε άνθρωπος την αποκτά μέσα από την κοινωνία που μεγαλώνει, πως δεν την κουβαλάει μαζί του από τη γέννα, πως οι γεννήτορες δεν είναι κατ' ανάγκη και γονείς, της έφερνε και παραδείγματα, με λίγα λόγια, Κωσταντία μου, της έγραφε, ένα παιδί από Τούρκους γονείς που έλαχε να υιοθετηθεί από  τη βρεφική του ηλικία σε ελληνική οικογένεια, σε ελληνικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά μεγαλώνοντας να αισθάνεται Έλληνας και να νιώθει για τους Τούρκους όλα όσα σου περιέγραψα πιο πάνω πως ένιωθα εγώ, διότι δεν υπάρχουν μέσα του εθνικιστικά γονίδια που κοιμούνται κληρονομημένα από τους φυσικούς γονιούς του για να επαναστατήσουν από μόνα τους και να τον αναγκάσουνε με το έτσι θέλω να δει τα πράγματα αλλιώς".

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

Ο καθηγητής


Κατερίνα Ντάϊμοντ
Ο καθηγητής
Ψυχογιός, 2016
Μετ. Βάσια Τζανακάμη
(ebook)
Από πολλούς μελετητές έχει επισημανθεί ότι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εμπλουτιστεί με πολλά άλλα στοιχεία πέρα από την καθαρά αστυνομική υπόθεση, έγκλημα-έρευνα-εύρεση ενόχου-τιμωρία. Ότι η προσθήκη σ' αυτό κοινωνικών, πολιτικών, ψυχολογικών ή άλλων στοιχείων, του έχει προσδώσει μια καινούρια διάσταση κι ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Κι όμως, διαβάζοντας το βιβλίο "Ο καθηγητής", βρίσκω ότι το καθαρά αστυνομικό μυθστόρημα εξακολουθεί να υπάρχει. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή θα έλεγα ότι προσιδιάζει μάλλον ο χαρακτηρισμός θρίλερ. Το είδος δηλαδή εκείνο στο οποίο κυριαρχεί η περιπέτεια, ο φόβος, η αγωνία. Δύσκολα θα διάβαζα ένα τέτοιο βιβλίο, δεν είναι στις προτιμήσεις μου, με παρέσυρε όμως αφενός ο τίτλος και αφετέρου η ευκολία απόκτησής του (ebook).
Πραγματικά, διαβάζοντάς το αναρωτήθηκα πώς μπόρεσε μια νέα κοπέλα, όπως είναι η συγγραφέας του, να γράψει ένα τόσο σκληρό βιβλίο. Όχι μόνο αλλεπάλληλοι φόνοι, αλλά ειδεχθείς φόνοι, με βασανιστήρια, με βγαλμένα εντόσθια, με  κομματιασμένα μέλη, με αργό θάνατο, με το αίμα να πλημμυρίζει τις σελίδες του βιβλίου, τόσο που στο τέλος σχεδόν να νιώθεις "τη μεταλλική γεύση του αίματος", όπως συχνά αναφέρεται στις περιγραφές της. Και εκτός από τους βασανιστικούς φόνους, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμός, εμετοί, ό,τι αηδιαστικό μπορεί να φανταστεί κανείς αφθονούν.
Άνθρωποι εξέχοντες στην κοινωνία, με πρώτο τον διευθυντή ενός ιδιωτικού σχολείου για αγόρια, ένας ιατροδικαστής, ένας τηλεπαρουσιαστής, ένας επιχειρηματίας και άλλοι, που φαινομενικά δεν σχετίζονται μεταξύ τους, βρίσκονται δολοφονημένοι με τον πιο άγριο τρόπο. Τη διαλεύκανση των φόνων αναλαμβάνουν οι αστυνομικοί επιθεωρητές  Ίμοτζεν Γκρέι και Έιντριαν Μάιλς, που κι αυτοί έχουν τους δικούς τους "σκελετούς στη ντουλάπα". Στην υπόθεση εμπλέκεται κι ένα μουσείο ταριχευμένων ζώων, που κι αυτό ακόμα παραπέμπει στον θάνατο.
Στο τέλος φυσικά οι μπλεγμένες υποθέσεις ξεδιαλύνονται. Με εντυπωσίασε  όχι μόνο η λεπτομερής περιγραφή των φρικιαστικών εγκλημάτων, αλλά και οι γνώσεις της συγγραφέως γύρω από την ανατομία και τη λειτουργία του σώματος, η εμπειρία της από όπλα, από την ταρίχευση αλλά και ο τρόπος γραφής. Η σύνδεση των κεφαλαίων με το πήγαινε-έλα στον χρόνο και στον χώρο κάνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δυσφορεί με όσα διαβάζει, να συνεχίσει να γυρίζει τις σελίδες, γεμάτος περιέργεια για την κατάληξη.
Πιστεύω το βιβλίο είναι ιδανικό για κινηματογραφικό έργο θρίλερ και φυσικά για διάβασμα από τους λάτρεις του είδους.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ήλιος με δόντια

Γιάννης Μακριδάκης
Ήλιος με δόντια
Εστία, 2010
Η εντελώς προσωπική αφηγηματική τεχνική και η ιδιάζουσα γλωσσική έκφραση, με διάσπαρτες λέξεις, άλλοτε παλαιάς κοπής, άλλοτε ντοπιολαλιάς είναι τα κύρια γνωρίσματα της γραφής του νέου Χιώτη λογοτέχνη Γιάννη Μακριδάκη (γεν. 1971). Αυτά, ανάμεσα σ' άλλα γνωρίσματα, τον κατέστησαν αμέσως από την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση (2008) αγαπητό σε κριτική και κοινό.
Εγώ κάπως αργά τον "ανακάλυψα". Μόλις το 2016 διαβάζοντας το "Η δεξιά τζέπη του ράσου", που με ενθουσίασε. Συνέχισα με το τελευταίο του, "Η πρώτη φλέβα" (2016), που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και τώρα μόλις τέλειωσα το "Ήλιος με δόντια" (2010).
Τοποθετημένο χρονικά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με κεντρικό ήρωα τον Κωνσταντή, και πάλι όπως στο "ράσο" έναν ιδιόρρυθμο "σαλό", που εδώ νομίζει ότι είναι ιερωμένος, το ευσύνοπτο μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με έναν επίλογο γραμμένο στο σήμερα. Τρεις είναι οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές. Αρχίζει με τον Κωνσταντή που μπροστά σ' έναν καθρέφτη εξιστορεί τη βασανισμένη του ζωή, εξιστόρηση η οποία ηχογραφείται εν αγνοία του σε "μπομπίνες". Γεννημένος το 1908 σε μια φτωχογειτονιά του Κάστρου της Χίου, γνωρίζει από μικρός τη φτώχεια, την ορφάνια και την απόρριψη λόγω της θηλυπρεπούς του εμφάνισης και ροπής. Καθώς η εξιστόρηση της ταλαιπωρημένης του ζωής προχωρεί με αφήγηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο, με ένα βασανιστικό ερώτημα να τον κατατρύχει, διερωτόμαστε αν η προσωπική του ιστορία είναι ο στόχος του συγγραφέα ή ο κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος της εποχής. Ο Κωσταντής μεγαλώνει σε μια γειτονιά όπου κυρίως κατοικούν "παστρικές" που ήρθαν από τη Σμύρνη με "το βρακί που φορούσαν". Είναι η φτωχογειτονιά με τους λαϊκούς ανθρώπους, ενώ από την άλλη πλευρά του λιμανιού υψώνονται τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων και μια άλλη ζωή.
Η ιδιαιτερότητα του Κωνσταντή γίνεται αντιληπτή ήδη από το δημοτικό σχολείο. Περιθωριοποίηση και κοροϊδία τον συνοδεύουν, ενώ στα έντεκά του χρόνια μυείται στη σεξουαλική ζωή από έναν μεγαλύτερό του νεαρό, τον Αποστόλη, που θα μείνει για πάντα ο έρωτας της ζωής του. Η βασανισμένη ζωή του Κωσταντή σημαδεύεται και από τα ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται όπως περνούν μέσα από την απλοϊκή ματιά του. Η κατάληψη της Σμύρνης (την ίδια μέρα πεθαίνει από ατύχημα η μάνα του), ο Βενιζέλος, ο βασιλιάς Γεώργιος, η Μικρασιατική Καταστροφή, το νέο ημερολόγιο, οι εκδηλώσεις ελληνοτουρκικής φιλίας, ο Μεταξάς, η Κατοχή, η Αντίσταση, είναι γεγονότα που για τον Κωνσταντή έχουν σημασία μόνο όσο αφορούν την προσωπική του ζωή. "Όταν όμως επιτέλους έδωσε ο Θεός και καταστράφηκε η Σμύρνη, γύρισε πίσω και ο Αποστόλης", λέει, με μόνη έγνοια τη σωτηρία και την επιστροφή του φίλου του από τον πόλεμο. Κι ήταν ακριβώς ο θάνατος του φίλου του, πολύ αργότερα, το 1944, που οδήγησε τον Κωνσταντή στην τρέλα. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 Αγγλικά βομβαρδιστικά έπληξαν από παρεξήγηση το Σουηδικό πλοίο Wiril που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Χίου φέρνοντας τρόφιμα για τον λιμοκτονούντα πληθυσμό. Δεκαέξι νεκροί, ανάμεσά τους και ο Αποστόλης, και εξήντα τραυματίες ήταν ο απολογισμός του βομβσρδισμού, γεγονός για το οποίο από παρεξήγηση ο Κωσταντής θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του.
Η αφήγηση του Κωσταντή κρατάει πάνω από τα δύο τρίτα του βιβλίου, για να ακολουθήσουν άλλοι δυο σύντομοι μονόλογοι από άλλα πρόσωπα, που ξεδιαλύνουν πολλά σημεία από τον ταραγμένο μονόλογο του κύριου αφηγητή. Ίσως και να μη χρειάζονταν, ίσως να ήταν καλύτερα ο αναγνώστης να έμενε μ' αυτό το δραματικό μονόλογο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.
Εν τέλει ένα ενδιαφέρον βιβλίο για το οποίο θα μπορούσε να γίνει πολλή συζήτηση, όπως δείχνει και η μόνη αρνητική κριτική που διάβασα, η εκτενής κριτική του γνωστού, εξαιρετικού κριτικού Κούρτοβικ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2017

Μπρούκλιν

Κολμ Τομπίν
Μπρούκλιν
Ίκαρος, 2016
Μετ. Αθηνά Δημητριάδου
Πώς γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο, μια απλή ιστορία, χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, με εύκολα εικαζόμενο τέλος, να αποβαίνει τόσο ελκυστικό που να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου και η ατμόσφαιρά του να απασχολεί τη σκέψη σου μέρες μετά; Αυτό μόνο η λογοτεχνική γραφή μπορεί να το εξηγήσει.
Ο τίτλος από μόνος του δελεαστικός, ανασύρει από το βάθος των διαβασμάτων μας το υπέροχο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν", που υπήρξε καθοριστικό ανάγνωσμα της νεότητάς μας. Το Μπρούκλιν, η συνοικία των μεταναστών, Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων, Πολωνών, εγχρώμων, που εκεί γύρω στη δεκαετία του '50 αναζητούσαν, φεύγοντας από τις φτωχές πατρίδες τους, μια καλύτερη ζωή.
Μια τέτοια ηρωίδα είναι το κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Τομπίν. Η Έιλις Λέισι, από μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη. Πίσω μένουν η μητέρα και η αδελφή της, ενώ τα τρία άλλα αδέλφια της δουλεύουν ήδη στην Αγγλία. Με τη βοήθεια του πατρός Φλαντ, του Ιρλανδού ιερέα, του οποίου η παρουσία σε όλο το μυθιστόρημα εμφαίνει τη στενή σχέση των Ιρλανδών με την Εκκλησία, εξασφαλίζει διαμονή σε μια πανσιόν, ιδιοκτησία μιας χήρας Ιρλανδής και δουλειά σ' ένα πολυκατάστημα. Η προσαρμογή στο νέο, διαφορετικό από της μικρής της πόλης περιβάλλον είναι πολύ δύσκολη. Την κατατρώει η νοσταλγία. Σιγά-σιγά αρχίζει να συνηθίζει, παρακολουθεί μάλιστα νυχτερινά μαθήματα λογιστικής για να μπορέσει να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά. Η γνωριμία και ο δεσμός της μ' ένα νεαρό Ιταλό μετανάστη, τον Τόνι, θα αποτελέσει ακόμα ένα βήμα προς τον εγκλιματισμό της στο νέο περιβάλλον.
Ξαφνικά όμως, ένα απροσδόκητο οικογενειακό συμβάν την αναγκάζει να γυρίσει για λίγο στην πατρίδα. Ξαναβρίσκεται στο οικείο περιβάλλον, στη γειτονιά, στους φίλους, στις γνωστές της συνήθειες. Ταυτόχρονα και η μικρή πόλη βλέπει την Έιλις διαφορετικά. Την βλέπει να φέρνει μαζί της έναν άλλο αέρα, έναν αέρα κοσμοπολιτισμού, κάτι που κάνει όλους στο μικρό επαρχιώτικο περιβάλλον να της ζητούν να μείνει στην Ιρλανδία. Της προσφέρεται δουλειά, ένας νεαρός που προηγουμένως την είχε απορρίψει, τώρα ζητά να την παντρευτεί. Η μητέρα της τη θέλει κοντά της. Αλλά ο Τόνι και η άλλη ζωή στην Αμερική την περιμένουν. Τι θα κάνει η Έιλις;
Αυτή είναι η απλή ιστορία του "Μπρούκλιν". Όμως η Έιλις και τα διλήμματά της δεν είναι αυτά που πρωταγωνιστούν, δεν είναι αυτά που κάνουν τόσο αξιανάγνωστο το βιβλίο. Όχι τυχαία, νομίζω, ο συγγραφέας ονόμασε το μυθιστόρημά του "Μπρούκλιν". Μέσα από την προσπάθεια προσαρμογής της Έιλις, μέσα από τα άλλα πρόσωπα που την περιβάλλουν, τη σπιτονοικοκυρά, τις συγκατοίκους, τον ιερέα, τον Τόνι και την οικογένειά του, το εργασιακό περιβάλλον και τη νυχτερινή σχολή απεικονίζεται μια ολόκληρη εποχή. Η Ν. Υόρκη και ειδικά το Μπρούκλιν με τους μετανάστες, τις συνήθειές τους, τα αυστηρά ήθη, τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά και τη σταδιακή αφομοίωσή τους και τη βαθμιαία εξέλιξη της γνωστής αυτής συνοικίας. Παράλληλα διαζωγραφίζεται και ο κόσμος της Ιρλανδίας: Η φτώχεια, η προσκόλληση στις συνήθειες, η σχέση με την Εκκλησία, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.
Στην εισαγωγή του βιβλίου η Αθηνά Δημητριάδου και ο Άρης Μπερλής προβαίνουν σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση του "Μπρούκλιν"   και του διηγήματος  "Έβελιν" (από τους "Δουβλινέζους") του Τζαίημς Τζόυς. Υποστηρίζουν ότι "αυτό το διήγημα είναι η πηγή του μυθιστορήματος του Τομπίν, η "ιδέα" της συγγραφής του".
Πολύ ενδιαφέρον και το επίμετρο του βιβλίου, στο οποίο η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου περιγράφει το Μπρούκλιν όπως αυτό εμφαίνεται στο "Μπρούκλιν".
Γενικά είναι ένα σύγχρονο, ελκυστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το άρωμα μιας περασμένης εποχής. Δικαίως τόσο το βιβλίο όσο και η κινηματογραφική του μεταφορά δέχτηκαν ευνοϊκές κριτικές.