Πέμπτη, Ιουλίου 25, 2019

Το αηδόνι

KRISTIN HANNAH
Το αηδόνι
Κλειδάριθμος, 2016
Μετ. Χριστίνα Σωτηροπούλου
Έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ιστορία. βιογραφίες, έχουμε δει ταινίες για τον Β΄ Π΄ Πόλεμο, που πια ένα έργο με θέμα τη (σχετικά κοντινή) σκοτεινή αυτή περίοδο της ανθρωπότητας, πρέπει να 'ναι πολύ εξαιρετικό για να ελκύσει το ενδιαφέρον μας. Και "Το αηδόνι" της Αμερικανίδας Kristin Hannah δεν είναι. Διερωτώμαι γιατί (όπως διαφημίζεται τουλάχιστον) υπήρξε για 45 εβδομάδες στη λίστα best seller των New York Times και στα καλύτερα βιβλία της Amazon για το 2015!
Υπήρξαν στιγμές που ήθελα να διακόψω το διάβασμα, αλλά μη έχοντας άλλο βιβλίο, συνέχιζα, ίσως θέλοντας να του δώσω κι άλλη ευκαιρία. Δεν θα έλεγα ότι είναι κακογραμμένο. Όμως οι 630 σελίδες είναι πάρα πολλές για το θέμα του, που είναι η συμμετοχή δυο γυναικών-αδελφών στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία. Αναπόφευκτα υπάρχουν επαναλήψεις, ανιαρές πληροφορίες, περιττές αναφορές. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις ή ανατροπές που θα αναζωπύρωναν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχει επίσης μια τεχνική που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί. Πιο συγκεκριμένα. Το εισαγωγικό κεφάλαιο τοποθετείται χρονικά το 1995 στην Αμερική. Σε πρώτο πρόσωπο και επομένως ανώνυμα, μια γυναίκα εκθέτει τις σκέψεις της: "Τώρα τελευταία όμως, χωρίς να το θέλω, ο νους μου τρέχει στον πόλεμο, στους ανθρώπους που έχασα". Στη συνέχεια, σε τριτοπρόσωπη γραφή μεταφερόμαστε στο 1939, στην έναρξη του πολέμου, στην Κατοχή της Γαλλίας. Οι δυο βασικές πρωταγωνίστριες είναι η Βιαν, παντρεμένη με τον Αντουάν, με μια μικρή κόρη, τη Σοφί,, που ζει σ' ένα μικρό χωριό, το Καριβό. Ο Αντουάν φεύγει γγια το μέτωπο και μέσα από τις συνθήκες ζωής της Βιάν γνωρίζουμε (για άλλη μια φορά !) την Κατοχή, την πείνα, τις στερήσεις, την επίταξη των σπιτιών, τους θανάτους, τον εκτοπισμό των Εβραίων κ.λπ.
Η δεύτερη αδελφή είναι η Ιζαμπέλ. Διαφορετικός χαρακτήρας. Εντάσσεται στην Αντίσταση, οδηγεί τους  αεροπόρους των συμμάχων, Αμερικανούς, Καναδούς, Άγγλους, των οποίων τα αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, να σωθούν διασχίζοντας τα Πυρηναία από τη Γαλλία προς την Ισπανία, παίρνοντας το ψυδώνυμο Ροσινιόλ (Αηδόνι).
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρώτου κεφαλαίου επανέρχεται μερικές φορές πολύ αργότερα, χωρίς να ξέρουμε ποια από τις δυο αδελφές μιλά, παρά μόνο εντελώς στο τέλος, πράγμα που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί, αφού ώσπου να φτάσουμε από το πρώτο κεφάλαιο στο τέλος, σχεδόν το έχουμε ξεχάσει.
Δεν ξέρω αν από τις νεότερες γενιές αναγνωστών υπάρχουν κάποιοι  που ακόμα δεν έχουν κουραστεί να διαβάζουν για τον Β΄Π΄ Πόλεμο.Για τους μεγαλύτερους πολύ αμφιβάλλω.

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2019

Ισπανική Διαθήκη

Άρθουρ Καίστλερ
Ισπανική Διαθήκη
Κάκτος, 1975
Μετάφρ. Ανδρέας Ρικάκης
"Κανένα από τα πρόσωπα αυτής της διήγησης δεν είναι φανταστικό. Τα περισσότερα είναι σήμερα πεθαμένα. Ο συγγραφέας ήταν ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας "Νιους Κρόνικλ", στην Ισπανία. Κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες οι Εθνικιστές τον συνέλαβαν και τον κατεδίκασαν σε θάνατο μετά τη πτώση της Μάλαγκα. Για τέσσερις περίπου μήνες περίμενε την εκτέλεσή του και είδε πώς τουφέκιζαν τους συντρόφους του της αιχμαλωσίας. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αρχίζει σαν ρεπορτάζ, τελειώνει όμως τελείως διαφορετικά. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει "Παραλλαγές στο θέμα του θανάτου, ή  ακόμα καλύτερα: "στο θέμα του φόβου του θανάτου".
Έτσι αρχίζει τον πρόλογο αυτού του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας. Δεν φτάνει, βέβαια, το ύψος και τη φιλοσοφική σκέψη του "Το μηδέν και το άπειρο", όμως  οι σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο έχουν τη δική τους αξία. Τελικά σώζεται, απελευθερώνεται. Είναι ανταποκριτής εφημερίδας, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Λέγεται ότι οι Ισπανοί τον αντάλλαξαν μ' ένα δικό τους.
Δεν υπάρχει υπόθεση. Υπόθεση είναι η φυλακή, οι στερήσεις και πάνω απ' όλα ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Λίγα αποσπάσματα μπορούν να δείξουν το στυλ και το ύφος του βιβλίου:

-Στοχαζόμουν αυτό το παράδοξο, καθώς περπατούσα απ΄το κρεβάτι στη λεκάνη, εξίμισι βήματα, μισή στροφή, εξίμισι βήματα στην άλλη κατεύθυνση. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτές οι μέρες που, με την έλλειψη γεγονότων και με το κενό τους, έμοιαζαν ατέλειωτες, συστέλλονταν μες τη μνήμη ακριβώς εξαιτίας αυτού του κενού τους. Όταν τις εξέταζες αναδρομικά δεν είχαν ούτε επιφάνεια ούτε όγκο, ούτε καθαρό βάρος. Είχανε μεταβληθεί σε γεωμετρικό σημείο, σε τρύπα, σε τίποτα. Όσο περισσότερο μια μέρα είναι άδεια, τόσο λιγότερο ζυγίζει στη ζυγαριά της ανάμνησης. Όσο ο χρόνος, όταν είναι παρόν, περνάει αργά. Τόσο, όταν γίνεται παρελθόν, φαίνεται να έχει περάσει γρήγορα.
-Το νόστιμο της ιστορίας είναι ότι δεν είμαστε ποτέ απόλυτα πεισμένοι, κι εμείς οι ίδιοι ακόμα, ότι όλα αυτά είναι η πραγματικόττα κι όχι ένα αμφίβολο παιχνίδι. Ποιος πιστεύει σοβαρά σττον ίδιό του τον θάνατο;
..........................
Ο καθένας ξέρει, φυσικά, ότι θα πεθάνει μια μέρα. Όμως το να το ξέρεις είναι ένα πράγμα και να το πιστεύεις ένα άλλο.
Αν δεν ήταν έτσι, πώς, μα πώς, θα είχα την εντύπωση, γράφοντας αυτά, ότι πρόκειται για μια θεωρητική πραγματεία που δεν με αφορά άμεσα;

Άλλοτε με ψυχρότητα καταγράφει τις εκτελέσεις: Απ' την Τρίτη στην Τετάρτη, τουφέκισαν δεκαεπτά.
Απ΄την Πέμπτη στην Παρασκευή, τουφέκισαν οχτώ.
Απ' την Παρασκευή στο Σάββατο, τουφέκισαν εννιά.
Απ' το Σάββατο στην Κυριακή, τουφέκισαν δεκατρείς.
Κάποια στιγμή, από το "τυφλό", στενόχωρο, βρώμικο κελλί, τον μεταφέρουν σ'ένα δωμάτιο με παράθυρο. Γράφει:

-Όταν κύταξα για πρώτη φορά απ' το παράθυρο κι είδα παρτέρια με λουλούδια και δέντρα σκεπασμένα με φύλλα, νόμισα πως ζω σ' ένα παραμύθι. Τα λουλούδια και τα δέντρα δεν είναι βέβαια υπέροχα. Η "όμρφη αυλή" μοιάζει αρκετά με τα αναιμικά περιβολάκια των εργαατικών συνοικιών. Όμως το υπέροχο είναι πως τα δέντρα και τα λουλούδια έχουν χρώματα. Αντιλήφθηκα, ξαφνικά, ότι όλοι εδώ μέσα ζούμε σ' ένα κόσμο γκρίζο και μαύρο.

 Ξαναδιαβάζω τούτες τις σελίδες, γραμμένες πάνω από ογδόντα χρόνια πριν, με κείνον που τις έγραψε νεκρόν απ' το ίδιό του το χέρι εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν οπαδός της ευθανασίας.
 

Δευτέρα, Ιουλίου 01, 2019

Εκεί που δεν με σπέρνουν

Στέφανος Παντελίδης
Εκεί που δεν με σπέρνουν
Εκδόσεις Βακχικόν, 2019
Στην τρίτη του ποιητική συλλογή ο Στέφανος Παντελίδης εξακολουθεί να στοχάζεται: "Εκτός νόρμας", συνεχίζει να  "πηγαίνει γυρεύοντας" ψάχνοντας "πάνω σε βράχους και γκρεμούς" με την ίδια απελπισμένη αναζήτηση. Με ποίηση ολιγόστιχη, μ' ένα πικρό χαμόγελου σαρκασμού, συχνά αυτοσαρκασμού, με την αγωνία αυτού που δεν έχει βρει (ακόμα) το νόημα της ζωής (και ποιος το βρήκε άραγε;).
Αυτό το νόημα εξακολουθεί να ψάχνει. Άλλοτε καταφάσκοντας και άλλοτε αρνούμενος τη ζωή. Γι' αυτό κλαίνε τα νεογέννητα, ξέρουν σε ποιο σκληρό κόσμο έρχονται (Εκ γενετής σοφία). Όμως τι υπέροχη αντίφαση όταν λίγο παρακάτω γράφει:

Προς τον βαρκάρη για τον άλλο κόσμο
Εμένα αλέ ρετούρ
παρακαλώ

Υμνεί την αληθινή ζωή σε αντίθεση με τη θεωρία: Τα όμορφα κορίτσια κι η άνοιξη ακυρώνουν τη θεωρία της ποίησης (Λύκειο 1989) κι οι δυο ερωτευμένοι νέοι, με τη φλόγα του έρωτα έτοιμη να λαμπαδιάσει τα κορμιά τους, εκμηδενίζουν και τους πιο σπουδαίους ερωτικούς ποιητές (Οι πιο ερωτικοί ποιητές).
Εξακολουθεί να αναζητά το Θείο. Το αναζητά εκλογικεύοντάς το - μα το ξέρει κι ό ίδιος, η λογική δεν συνδυάζεται με την πίστη (Δύσκολη η ζωή των θνητών). Κάποτε φαίνεται να αρνείται τη θρησκεία (τι Δίας, τι Ιησούς). Πώς όμως είναι δυνατό να απευθύνεται στον Θεό παρακαλώντας τον να τον βοηθήσει στην απιστία (Πικρόν ποτήριον: Θεέ μου/δώσε μου/ σοφία ν' αντιληφθώ πως δεν υπάρχεις/και δύναμη να ζήσω/με τούτη την επίγνωση) ή να ζητά από τον Ιησού να μεσολαβήσει στον Πατέρα ( Παράκληση);
Φανερή η απογοήτευσή του για την εκλογίκευση και την απομυθοποίηση των πάντων στην εποχή μας, στην οποία όχι λίγο συμβάλλει ο τεχνολογικός μας πολιτισμός (Έρωτας εν έτει 2018 Ι, ΙΙ).
Το ολιγόστιχο, η ανέκκλητη συμπύκνωση "το να μη χρησιμοποιείς δυο λέξεις όταν στη θέση τους μπορείς μια", κατά μία ωραία ρήση του Σεφέρη, ο φιλοσοφικός στοχασμός, η αγωνία για το "Εδώ" και το "Επέκεινα" είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Στέφανου, που κατορθώνει να διατυπώσει με άκρα συντομία σκέψεις και συναισθήματα κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Και πάνω απ' όλα η προμετωπίδα που συμπυκνώνει το νόημα όλης της συλλογής" : Δεν είναι όλα μια μάχη με τη θνητότητα;