Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2017

Αρχάγγελος


Μαρία Μενοίκου Σιφνιάδου
Αρχάγγελος
Εκδ. Bellapais (Νέα Υερσέη), 2015
Α΄ έκδ. Archangel, 2014
"Απόθεσε τον βαρύ Αρχάγγελο στο έδαφος. Η πανοπλία του έλαμπε στο κίτρινο φως, το ξίφος του σε ετοιμότητα και το φτερό του που ξεπρόβαλλε πίσω από τον ώμο του, ήταν ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί. Το αμούστακο πρόσωπό του, νεανικό και αποφασιστικό, είχε φτιαχτεί έντεχνα από τον άγνωστο καλλιτέχνη. Συνεπαρμένη, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, παρατήρησε ότι τα χείλη του ήταν διαμορφωμένα από μια απλή γραμμή από κομμάτια σκούρο γυαλί τονισμένα πάνω και κάτω με μπεζ πλακάκια, η μύτη του: μια σειρά από κάθετες γραμμές. Η πρώτη ήταν μαύρη, η επόμενη γκρι, η άλλη μπεζ και αυτή που σχεδίαζε την κορυφή, λευκή. Τα μπλε ζαφειριά και σμαραγδιά που πλαισίωναν το φωτοστέφανό του έλαμπαν στα μάτια της Τζουλιάνας".
Η σκηνή αυτή, από το συναρπαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Μενοίκου, διαδραματίζεται στα 1989, στη Ζυρίχη. Η κεντρική ηρωίδα, η γκαλερίστα Τζουλιάνα Πετρέσκου, που διατηρεί γκαλερί Τέχνης στην Ουάσιγκτον, βρίσκεται στη Ζυρίχη για να διαπραγματευτεί την αγορά κάποιων πανάκριβων ψηφιδωτών από έναν Τούρκο έμπορο έργων τέχνης. Τα ψηφιδωτά, μοναδικά στο είδος τους, έργο του 6ου αι. και ειδικά εκείνο που εικονίζει τον Αρχάγγελο, την γοητεύουν. Όχι μόνο για την ομορφιά και τη μοναδικότητά τους, αλλά και για το κέρδος που θα της αποφέρουν, όταν θα τα μεταπουλήσει στην Αμερική. Αγνοεί βεβαίως την τραγική τους ιστορία.
Η συγγραφέας αρχίζει την ιστορία της από το 1979, όταν, λίγα χρόνια μετά την εισβολή του 1974, ένας Τούρκος αρχαιοκάπηλος αφαιρεί κομμάτια από το περίφημο ψηφιδωτό της Παναγίας της Κανακαριάς, που βρίσκεται στο χωριό Λιθράγκωμη, στη χερσόνησο της Καρπασίας. Οι χρονολογίες, τα γεγονότα, τα πρόσωπα, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες διαπλέκονται με επίκεντρο πάντα τα κλεμμένα ψηφιδωτά, για να καταλήξει η συγγραφέας στην τελική ευτυχή κατάληξη και τον επαναπατρισμό τους.
Χρονολογικοί σταθμοί: Το 1979 με τη σκηνή αφαίρεσης των ψηφιδωτών, το 1973 με το χωριό να γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο σε μέρες ειρηνικές, το 1974 με όλη την τραγωδία της εισβολής που πλήττει την οικογένεια ενός από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου, του μικρού τότε Γιώργου Φιλίππου, το 1989 όταν η Τζουλιάνα ακούει για πρώτη φορά για τα ψηφιδωτά, το 1981, όταν ο νεαρός τώρα πια Γιώργος νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να επισκεφθεί το τουρκοκρατούμενο χωριό του, το 1982 όταν η Εκκλησία της Κύπρου ενημερώνεται για την κλοπή και αρχίζει ενέργειες για εντοπισμό των ψηφιδωτών, όλες αυτές οι χρονολογίες και τα πρόσωπα μοιάζουν σαν ρυάκια που ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες καταλήγουν στην τελική συνάντηση και στην απόδοση της δικαιοσύνης.
Με αριστοτεχνικό τρόπο η συγγραφέας ενώνει όλα τα κομμάτια της ιστορίας, Τις ειρηνικές μέρες, την εισβολή, την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και την τελική δικαίωση. Εντυπωσιάζει το ύφος γραφής. Η αγάπη για τον τόπο, η αγάπη για την Τέχνη και τον πολιτισμό, ακόμα και η αναφορά στη βιαιότητα και τα εγκλήματα της εισβολής, εκφράζονται με μια ηπιότητα, με μια ηρεμία, που ενισχύουν την πλευρά του δικαίου. Είναι, πιστεύω, ο πιο κατάλληλος τρόπος να περάσουν τα μηνύματα της συγγραφέως σε ξένους που αγνοούν τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στον μαρτυρικό μας τόπο, αν σκεφτούμε μάλιστα πως το βιβλίο γράφτηκε πρώτα στα Αγγλικά.
Η ηρωίδα της Μενοίκου, η γκαλερίστα Τζουλιάνα, είναι μεν επαγγελαμτίας έμπορος έργων Τέχνης, αλλά ενεργεί καλόπιστα. Δεν ξέρει ότι τα ψηφιδωτγά είναι κλεμμένα. Ενθουσιάζεται με την τέχνη που τα δημιούργησε, τα περιγράφει λεπτομερώς, παθιάζεται ειδικά με εκείνο του Αρχαγγέλου τόσο, που θέλει να το κρατήσει για τον εαυτό της. Ένας Αρχάγγελος που εμφανίζεται στο βιβλίο και με την υπερφυσική του διάσταση στα πρόσωπα που πραγματικά τον αγαπούν.
Δεν ξέρω αν το βιβλίο μου έκανε τόσο βαθιά εντύπωση και μου άρεσε τόσο γιατί αφορά τον τόπο μου. Όμως νομίζω η συγγραφέας κατόρθωσε να συνδυάσει πραγματικότητα και φαντασία με τρόπο μοναδικό, να περάσει τα μηνύματά της χωρίς κραυγαλέα μεγαλοστομία.
Τα τέσσερα ψηφιδωτά, σπαράγματα του μεγάλου ψηφιδωτού της Κανακαριάς, βρίσκονται τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία. Είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς το βιβλίο και να μη θελήσει να επισκεφθεί το μουσείο και να τα θαυμάσει.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2017

Η μαύρη τουλίπα

Αλέξανδρος Δουμάς
Η μαύρη τουλίπα (La tulipe noire, 1850)
Καστανιώτης 2007
Μετ. Μιχαήλ Στασινόπουλος
Πριν από λίγο καιρό, μπαίνοντας στο σπίτι μιας φίλης, το βρήκα γεμάτο από πολύχρωμες, ωραίες τουλίπες. "Είναι το αγαπημένο μου λουλούδι", απάντησε στο ερωτηματικό μου βλέμμα. "Άλλωστε", συνέχισε, "σήμερα γιορτάζεται στην Ολλανδία η μέρα της τουλίπας". "Και πού είναι η Μαύρη Τουλίπα;" ρώτησα. Με κοιταξε απορημένη. "Δεν υπάρχει μαύρη τουλίπα".
Η σκέψη μου ταξίδεψε χρόνια πίσω. Στα παιδικά μου χρόνια, τότε που βιβλία σαν τη "Μαύρη Τουλίπα" με είχαν κρατήσει ξάγρυπνη, τότε που έκλεβα χρόνο από τα μαθήματα για να διαβάσω τη συνέχεια των αγαπημένων μου μυθιστορημάτων. Μια ακατανίκητη επιθυμία επιστροφής στο πααρελθόν με κυρίεψε και την άλλη κιόλας μέρα αναζήτησα το ωραίο μυθιστόρημα του Δουμά, που μόνο πολύ αμυδρά θυμόμουνα.
Το βρήκα σε διάφορες καινούριες εκδόσεις, πράγμα που σημαίνει πως ακόμα διαβάζεται. Το διάβασα με συγκίνηση και νοσταλγία. Κι ανακάλυψα πως δεν είναι και τόσο παιδικό όπως νόμιζα. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα μικρή, να μην έδινα και τόση προσοχή και σημασία στα ιστορικά γεγονότα. Το έργο τοποθετείται στην Ολλανδία, βέβαια, το 1672. Μια εποχή πολιτικών ταραχών, όταν δυο δημοκράτες πολιτικοί, οι αδελφοί Κορνέιγ και Ζαν ντε Βιτ γίνονται μισητοί στο λαό, γιατί θεωρούνταν φίλοι του Λουδοβίκου ΙΔ', εχθρού των Ολλανδών, και στη θέση τους ανεβάζουν τον Γουλιέλμο, Πρίγκιπα της Οράγγης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Δουμάς: "Όπως όλοι οι νικημένοι λαοί, έτσι κι οι Ολλανδοί ελπίζανε πως ένας άλλος αρχηγός θα μπορούσε να τους σώσει από την καταστροφή και την ταπείνωση". 
Οι δύο δημοκράτες πολιτικοί λιντσάρονται και εκτελούνται από το εξαγριωμένο πλήθος. Ενώ συμβαίνουν αυτά στη Χάγη, μεταφερόμαστε στο Ντόρτρεχτ, όπου ζει ο Κορνήλιος βαν Μπέρλε, βαφτιστικός του Κορνέιγ, παθιασμένος με τις καλλιέργειες των φυτών του, ειδικά της τουλίπας, χωρίς να νοιάζεται ή να ασχολείται με την πολιτική. Την εποχή αυτή όλες οι προσπάθειές του επικεντρώνονται στο να επιτύχει τη δημιουργία της μαύρης τουλίπας και να κερδίσει έτσι κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σ' ένα σχετικό διαγωνισμό που έχει προκηρυχθεί. Δίπλα στο σπίτι του μένει ένας άλλος καλλιεργητής που καραδοκεί να του κλέψει το μυστικό του. Οι σκοτεινοί δρόμοι της πολιτικής θα βρεθούν σε αντιπαράθεση με την αγνότητα της αγάπης για τα λουλούδια, η συκοφαντία και η ζήλεια θα αντιπαλέψουν με την αθωότητα και την καλοσύνη. Ο έρωτας θα διαδραματίσει κι αυτός τον ρόλο του για να οδηγηθεί το μυθιστόρημα σ' ένα ευτυχισμένο τέλος. Θα κατορθώσει άραγε μέσα από όλες τις περιπέτειες να ανθίσει η μαύρη τουλίπα; Υπήρξε άραγε ή ήταν μόνο δημιούργημα της φαντασίας του Δουμά;
Τέτοια βιβλία διαμόρφωσαν τη γενιά μου. Βιβλία όπου το καλό βγαίνει στο τέλος νικητής, όπου η ευγένεια και η καλοσύνη θριαμβεύουν. Βιβλία όπου η πραγματικότητα συνδυάζεται με τη φαντασία, βιβλία που τέρπουν αλλά και διδάσκουν. Για πολλά πράγματα ζηλεύω τις νεότερες γενιές. αλλά συνάμα τις λυπάμαι. Τις λυπάμαι γιατί στερούνται (στην πλειονότητά τους τουλάχιστον) τη χαρά και την απόλαυση του διαβάσματος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2017

Το τέλος μιας σχέσης

Γκράχαμ Γκρην
Το τέλος μιας σχέσης
Μεταίχμιο, 2009
Μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Πρόλογος, Αναστάσης Βιστωνίτης
(ebook)
(The end of the affair, 1951)
Νομίζω πως όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι, εμείς που διαβάζουμε από τα παιδικά μας χρόνια, εμείς για τους οποίους μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις στη ζωή είναι ένα καλό βιβλίο, βρισκόμαστε μεγαλώνοντας σε πολύ δύσκολη θέση. Το να βρούμε μέσα στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή το βιβλίο εκείνο που θα μας ενθουσιάσει, θα μας μαγέψει, θα αναδεύσει μέσα μας σκέψεις και συναισθήματα που θα μας συνοδεύουν για καιρό γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο και πιο δύσκολο. Μια λύση, συχνά πιο ικανοποιητική από το αδιέξοδο κυνήγι του σύγχρονου έργου είναι ίσως το ξαναδιάβασμα βιβλίων που είχαμε απολαύσει στο παρελθόν.
Από μια τέτοια ιδέα παρακινημένη πήρα να ξαναδιαβάσω ένα έργο που μου  είχε καρφωθεί στη σκέψη από τότε που, χρόνια πριν, το πρωτοδιάβασα: Το τέλος μιας σχέσης, του Γκράχαμ Γκρην. Ήξερα την υπόθεση, ήξερα κι αυτά που όταν το διαβάζει κανείς για πρώτη φορά, αποτελούν την ανατροπή και την έκπληξη. Κι όμως  το διάβασα με το ίδιο ενδιαφέρον, προσέχοντας τώρα περισσότερο τη φιλοσοφική-θρησκευτική του διάσταση. Τους προβληματισμούς, τις αμφιβολίες, τις σκέψεις των ηρώων του, πιθανότατα σκέψεις και προβληματισμούς και του ίδιου του συγγραφέα.
Λονδίνο 1944. Ο ανερχόμενος συγγραφέας Μόρις Μπέντριξ ερωτεύεται τη Σάρα, σύζυγο του Χένρι Μάιλς, ανώτερου δημόσιου υπάλληλου. Μια δυνατή ερωτική σχέση, ένας παθιασμένος έρωτας συνδέει τον Μόρις και τη Σάρα. Ένα βράδυ, καθώς βρίσκονται στο σπίτι του Μόρις, μια βόμβα που πέφτει στην είσοδο του σπιτιού τον τραυματίζει ελαφρά. Από κείνη τη στιγμή και μετά η Σάρα εξαφανίζεται από τη ζωή του. Στην απεγνωσμένη αναζήτησή του, στα γράμματα, στα τηλεφωνήματα απόλυτη σιωπή. Οι υποψίες του Μόρις γίνονται βεβαιότητα: Εκείνη έχει βρει άλλον εραστή.
Περνούν σχεδόν δυο χρόνια, όταν τυχαία ο Μόρις συναντά τον Χένρι. Τον συνοδεύει στο σπίτι του, όπου ο Χένρι του εξομολογείται ότι κάτι τον ανησυχεί στη συμπεριφπρά της Σάρας, κάνει μάλιστα τη σκέψη να απευθυνθεί σε ντετέκτιβ για να την παρακολουθήσει. Τελικά είναι ο Μόρις που θα καταφύγει στον ντετέκτιβ και θα μάθει την αλήθεια.
Όμως δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο για τη συνέχεια, μη θέλοντας να αποκαλύψω την απρόοπτη εξέλιξη. Θα σταθώ μόνο στα ερωτήματα που βασανίζουν τους ήρωες του έργου. Ποιος ο ρόλος της Εκκλησίας (εδώ του Καθολικσμού) στη ζωή μας; Η Σάρα παλεύει ανάμεσα στον ορθολογισμό και την πίστη.Υπάρχει Θεός; Γίνονται θαύματα ή μήπως αυτό που λέμε θαύμα είναι απλές συμπτώσεις; Κι όμως όταν είσαι απελπισμένος, έστω κι αν δεν πιστεύεις, μπορείς να προσευχηθείς για να γίνει κάποιο θαύμα. Ποια η δύναμη της προσευχής; Οι ήρωες του Γκράχαμ προσεύχονται, αν και δεν πιστεύουν. Ο Μόρις το δηλώνει καθαρά: Δεν πιστεύει. Κι όμως φωνάζει κάποια στιγμή: "Σε μισώ, Θεέ, σε μισώ σαν να υπάρχεις".
Και το βιβλίο, στο οποίο ο ίδιος ο Μόρις μας αφηγήθηκε τη δυνατή ερωτική του σχέση και τη μοιραία κατάληξή της, τελειώνει με μια ακόμα αποστροφή προς τον Θεό: "Θεέ μου, αρκετά έκανες, αρκετά μου στέρησες. Είμαι πολύ κουρασμένος και πολύ μεγάλος για να μάθω ν' αγαπώ, άφησέ με καλύτερα ήσυχο για πάντα."

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

Η άλωση της Κωσταντίας

Γιάννης Μακριδάκης
Η άλωση της Κωσταντίας
Εστία, 2011
Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό έργα του Γιάννη Μακριδάκη, νόμιζα πως δεν θα βρω καλύτερο από το εξαιρετικό "Η δεξιά τσέπη του ράσου". Να όμως που πέφτω πάνω σε ένα άλλο δικό του, εξίσου ενδιαφέρον, εξίσου πρωτότυπο, εξίσου έργο που, παρά τη συντομία του, μπορεί αφενός να σου χαρίσει  την αναγνωστική απόλαυση και αφετέρου να σε οδηγήσει σε γόνιμο προβληματισμό. Ένα έργο που θ' άξιζε να διαβαστεί και να προβληματίσει εμάς ειδικά στην Κύπρο.
Χρόνος, το 2005. Τόπος, η Κωνσταντινούπολη. Μια γειτονιά, το Τζιχανγκίρι, που αντικρίζει τον Βόσπορο, όπου κατοικούν κυρίως Έλληνες, αναστατώνεται από την είδηση που σαν κεραυνός πέφτει ανάμεσά τους. Ο Γιάννης με τον οποίο η Άννα, κόρη της χήρας Κωσταντίας, είχε πρόσφατα παντρευτεί, δεν ήταν Έλληνας όπως εμφανιζόταν, αλλά Τούρκος, υιοθετημένος από βρέφος και μεγαλωμένος σαν Έλληνας και χριστιανός από μια χιώτικη οικογένεια. Οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στην Αθήνα όπου σπούδαζαν και τώρα ζούσαν στη Χίο, πατρίδα του γαμπρού. Η είδηση αποκαλύπτεται μέσα από μια πολυσέλιδη επιστολή που ο Γιάννης στέλλει στην πενθερά του, την Κωσταντία, για να μην το μάθει από άλλους, όπως της γράφει. Εμβρόντητη εκείνη, αγανακτισμένη, εξοργισμένη, μαθαίνει με κάθε λεπτομέρεια το πότε και πώς ο Γιάννης πληροφορήθηκε και ο ίδιος την καταγωγή του. Η είδηση της φέρνει σχεδόν λιποθυμία. Μια γειτόνισσα και φίλη, η Βαγγελία, τη συντρέχει και οι δυο γυναίκες, διαβάζοντας πότε η μια και πότε η άλλη, σχολιάζοντας ενδόμυχα ή μεγαλοφώνως διεξέρχονται σε ολονυκτία την ογκώδη επιστολή. Λεπτό προς λεπτό, μέσα από τα γραφόμενα του Γιάννη μαθαίνουν όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο, όπως εκείνος μέσα από τις έρευνές του το έμαθε όταν, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκε την οθωμανική του καταγωγή.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στο πώς βιώνει κάποιος την αποκάλυψη ότι είναι ένας άλλος απ' αυτό που ως τώρα νόμιζε. Ούτε μόνο στις έντονες αντιδράσεις στη σκέψη του γάμου μ' έναν αλλόθρησκο ("τα παιδιά μας πια γονιούς δε θα ξαναδούνε άμα Οθωμανό πάρουνε, πως πεντακόσια χρόνια το βαστούμε, από τους παππούδες μας το βρήκαμε να μην παίρνουμε απ' αυτούνους"). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριγύρισμα στην Πόλη, οι γειτονιές της, οι δρόμοι της, ο πεζόδρομος Ιστικλάλ, το Μπαλουκλί, το Ταξίμ, το Κουρτουλούς (Ταταύλα), το νησί Αντιγόνη, το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, το ξενοδοχείο Μαρμαρά, οι εκκλησιές, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Τριάδα. Κι ακόμα το γύρισμα της μνήμης στο πογκρόμ του '55, στους διωγμούς του '64.
Η ατμόσφαιρα της Πόλης δεν δίνεται μόνο τοπικά. Δημιουργείται και με τη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, με την αιτιατική αντί της γενικής (π.χ. τον έδωσε, τον τηλεφωνούσε, να με πει κ.λπ.), με τοποθέτηση του ρήματος κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης, με σκόρπιες τούρκικες εκφράσεις.
Εξόχως ενδιαφέρουσα και ελκυστική η τεχνική της αφήγησης, ο τρόπος εξέλιξης της ιστορίας. Η ανάγνωση της σε πρώτο πρόσωπο επιστολής διακόπτεται συχνά από τον πλάγιο λόγο των δυο φιλενάδων, κυρίως της Κωσταντίας που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αγανακτεί ή αμφιβάλλει για την αλήθεια των γραφομένων. Η αφήγηση είναι ρέουσα, οι παρεμβολές εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, συχνά χωρίς σημεία στίξης. Ο αναγνώστης του μυθιστορήματος νιώθει να βιάζεται μαζί με τις δυο φίλες να δει πού και πώς θα καταλήξει αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Εντελώς απρόοπτα, έρχεται ένα ευχάριστο, σχεδόν χιουμοριστικό τέλος. Ο συγγραφέας όμως πρόλαβε να πει αυτά που ήθελε, που νομίζω μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: "Ύστερα της έγραφε κάτι άλλα περίεργα, πως η πατρίδα είναι η παιδική ηλικία και πως κανένας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να τη λησμονήσει, της έλεγε πως τη συνείδηση και την ταυτότητά του ο κάθε άνθρωπος την αποκτά μέσα από την κοινωνία που μεγαλώνει, πως δεν την κουβαλάει μαζί του από τη γέννα, πως οι γεννήτορες δεν είναι κατ' ανάγκη και γονείς, της έφερνε και παραδείγματα, με λίγα λόγια, Κωσταντία μου, της έγραφε, ένα παιδί από Τούρκους γονείς που έλαχε να υιοθετηθεί από  τη βρεφική του ηλικία σε ελληνική οικογένεια, σε ελληνικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά μεγαλώνοντας να αισθάνεται Έλληνας και να νιώθει για τους Τούρκους όλα όσα σου περιέγραψα πιο πάνω πως ένιωθα εγώ, διότι δεν υπάρχουν μέσα του εθνικιστικά γονίδια που κοιμούνται κληρονομημένα από τους φυσικούς γονιούς του για να επαναστατήσουν από μόνα τους και να τον αναγκάσουνε με το έτσι θέλω να δει τα πράγματα αλλιώς".

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

Ο καθηγητής


Κατερίνα Ντάϊμοντ
Ο καθηγητής
Ψυχογιός, 2016
Μετ. Βάσια Τζανακάμη
(ebook)
Από πολλούς μελετητές έχει επισημανθεί ότι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εμπλουτιστεί με πολλά άλλα στοιχεία πέρα από την καθαρά αστυνομική υπόθεση, έγκλημα-έρευνα-εύρεση ενόχου-τιμωρία. Ότι η προσθήκη σ' αυτό κοινωνικών, πολιτικών, ψυχολογικών ή άλλων στοιχείων, του έχει προσδώσει μια καινούρια διάσταση κι ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Κι όμως, διαβάζοντας το βιβλίο "Ο καθηγητής", βρίσκω ότι το καθαρά αστυνομικό μυθστόρημα εξακολουθεί να υπάρχει. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή θα έλεγα ότι προσιδιάζει μάλλον ο χαρακτηρισμός θρίλερ. Το είδος δηλαδή εκείνο στο οποίο κυριαρχεί η περιπέτεια, ο φόβος, η αγωνία. Δύσκολα θα διάβαζα ένα τέτοιο βιβλίο, δεν είναι στις προτιμήσεις μου, με παρέσυρε όμως αφενός ο τίτλος και αφετέρου η ευκολία απόκτησής του (ebook).
Πραγματικά, διαβάζοντάς το αναρωτήθηκα πώς μπόρεσε μια νέα κοπέλα, όπως είναι η συγγραφέας του, να γράψει ένα τόσο σκληρό βιβλίο. Όχι μόνο αλλεπάλληλοι φόνοι, αλλά ειδεχθείς φόνοι, με βασανιστήρια, με βγαλμένα εντόσθια, με  κομματιασμένα μέλη, με αργό θάνατο, με το αίμα να πλημμυρίζει τις σελίδες του βιβλίου, τόσο που στο τέλος σχεδόν να νιώθεις "τη μεταλλική γεύση του αίματος", όπως συχνά αναφέρεται στις περιγραφές της. Και εκτός από τους βασανιστικούς φόνους, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμός, εμετοί, ό,τι αηδιαστικό μπορεί να φανταστεί κανείς αφθονούν.
Άνθρωποι εξέχοντες στην κοινωνία, με πρώτο τον διευθυντή ενός ιδιωτικού σχολείου για αγόρια, ένας ιατροδικαστής, ένας τηλεπαρουσιαστής, ένας επιχειρηματίας και άλλοι, που φαινομενικά δεν σχετίζονται μεταξύ τους, βρίσκονται δολοφονημένοι με τον πιο άγριο τρόπο. Τη διαλεύκανση των φόνων αναλαμβάνουν οι αστυνομικοί επιθεωρητές  Ίμοτζεν Γκρέι και Έιντριαν Μάιλς, που κι αυτοί έχουν τους δικούς τους "σκελετούς στη ντουλάπα". Στην υπόθεση εμπλέκεται κι ένα μουσείο ταριχευμένων ζώων, που κι αυτό ακόμα παραπέμπει στον θάνατο.
Στο τέλος φυσικά οι μπλεγμένες υποθέσεις ξεδιαλύνονται. Με εντυπωσίασε  όχι μόνο η λεπτομερής περιγραφή των φρικιαστικών εγκλημάτων, αλλά και οι γνώσεις της συγγραφέως γύρω από την ανατομία και τη λειτουργία του σώματος, η εμπειρία της από όπλα, από την ταρίχευση αλλά και ο τρόπος γραφής. Η σύνδεση των κεφαλαίων με το πήγαινε-έλα στον χρόνο και στον χώρο κάνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δυσφορεί με όσα διαβάζει, να συνεχίσει να γυρίζει τις σελίδες, γεμάτος περιέργεια για την κατάληξη.
Πιστεύω το βιβλίο είναι ιδανικό για κινηματογραφικό έργο θρίλερ και φυσικά για διάβασμα από τους λάτρεις του είδους.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ήλιος με δόντια

Γιάννης Μακριδάκης
Ήλιος με δόντια
Εστία, 2010
Η εντελώς προσωπική αφηγηματική τεχνική και η ιδιάζουσα γλωσσική έκφραση, με διάσπαρτες λέξεις, άλλοτε παλαιάς κοπής, άλλοτε ντοπιολαλιάς είναι τα κύρια γνωρίσματα της γραφής του νέου Χιώτη λογοτέχνη Γιάννη Μακριδάκη (γεν. 1971). Αυτά, ανάμεσα σ' άλλα γνωρίσματα, τον κατέστησαν αμέσως από την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση (2008) αγαπητό σε κριτική και κοινό.
Εγώ κάπως αργά τον "ανακάλυψα". Μόλις το 2016 διαβάζοντας το "Η δεξιά τζέπη του ράσου", που με ενθουσίασε. Συνέχισα με το τελευταίο του, "Η πρώτη φλέβα" (2016), που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και τώρα μόλις τέλειωσα το "Ήλιος με δόντια" (2010).
Τοποθετημένο χρονικά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με κεντρικό ήρωα τον Κωνσταντή, και πάλι όπως στο "ράσο" έναν ιδιόρρυθμο "σαλό", που εδώ νομίζει ότι είναι ιερωμένος, το ευσύνοπτο μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με έναν επίλογο γραμμένο στο σήμερα. Τρεις είναι οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές. Αρχίζει με τον Κωνσταντή που μπροστά σ' έναν καθρέφτη εξιστορεί τη βασανισμένη του ζωή, εξιστόρηση η οποία ηχογραφείται εν αγνοία του σε "μπομπίνες". Γεννημένος το 1908 σε μια φτωχογειτονιά του Κάστρου της Χίου, γνωρίζει από μικρός τη φτώχεια, την ορφάνια και την απόρριψη λόγω της θηλυπρεπούς του εμφάνισης και ροπής. Καθώς η εξιστόρηση της ταλαιπωρημένης του ζωής προχωρεί με αφήγηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο, με ένα βασανιστικό ερώτημα να τον κατατρύχει, διερωτόμαστε αν η προσωπική του ιστορία είναι ο στόχος του συγγραφέα ή ο κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος της εποχής. Ο Κωσταντής μεγαλώνει σε μια γειτονιά όπου κυρίως κατοικούν "παστρικές" που ήρθαν από τη Σμύρνη με "το βρακί που φορούσαν". Είναι η φτωχογειτονιά με τους λαϊκούς ανθρώπους, ενώ από την άλλη πλευρά του λιμανιού υψώνονται τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων και μια άλλη ζωή.
Η ιδιαιτερότητα του Κωνσταντή γίνεται αντιληπτή ήδη από το δημοτικό σχολείο. Περιθωριοποίηση και κοροϊδία τον συνοδεύουν, ενώ στα έντεκά του χρόνια μυείται στη σεξουαλική ζωή από έναν μεγαλύτερό του νεαρό, τον Αποστόλη, που θα μείνει για πάντα ο έρωτας της ζωής του. Η βασανισμένη ζωή του Κωσταντή σημαδεύεται και από τα ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται όπως περνούν μέσα από την απλοϊκή ματιά του. Η κατάληψη της Σμύρνης (την ίδια μέρα πεθαίνει από ατύχημα η μάνα του), ο Βενιζέλος, ο βασιλιάς Γεώργιος, η Μικρασιατική Καταστροφή, το νέο ημερολόγιο, οι εκδηλώσεις ελληνοτουρκικής φιλίας, ο Μεταξάς, η Κατοχή, η Αντίσταση, είναι γεγονότα που για τον Κωνσταντή έχουν σημασία μόνο όσο αφορούν την προσωπική του ζωή. "Όταν όμως επιτέλους έδωσε ο Θεός και καταστράφηκε η Σμύρνη, γύρισε πίσω και ο Αποστόλης", λέει, με μόνη έγνοια τη σωτηρία και την επιστροφή του φίλου του από τον πόλεμο. Κι ήταν ακριβώς ο θάνατος του φίλου του, πολύ αργότερα, το 1944, που οδήγησε τον Κωνσταντή στην τρέλα. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 Αγγλικά βομβαρδιστικά έπληξαν από παρεξήγηση το Σουηδικό πλοίο Wiril που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Χίου φέρνοντας τρόφιμα για τον λιμοκτονούντα πληθυσμό. Δεκαέξι νεκροί, ανάμεσά τους και ο Αποστόλης, και εξήντα τραυματίες ήταν ο απολογισμός του βομβσρδισμού, γεγονός για το οποίο από παρεξήγηση ο Κωσταντής θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του.
Η αφήγηση του Κωσταντή κρατάει πάνω από τα δύο τρίτα του βιβλίου, για να ακολουθήσουν άλλοι δυο σύντομοι μονόλογοι από άλλα πρόσωπα, που ξεδιαλύνουν πολλά σημεία από τον ταραγμένο μονόλογο του κύριου αφηγητή. Ίσως και να μη χρειάζονταν, ίσως να ήταν καλύτερα ο αναγνώστης να έμενε μ' αυτό το δραματικό μονόλογο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.
Εν τέλει ένα ενδιαφέρον βιβλίο για το οποίο θα μπορούσε να γίνει πολλή συζήτηση, όπως δείχνει και η μόνη αρνητική κριτική που διάβασα, η εκτενής κριτική του γνωστού, εξαιρετικού κριτικού Κούρτοβικ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2017

Μπρούκλιν

Κολμ Τομπίν
Μπρούκλιν
Ίκαρος, 2016
Μετ. Αθηνά Δημητριάδου
Πώς γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο, μια απλή ιστορία, χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, με εύκολα εικαζόμενο τέλος, να αποβαίνει τόσο ελκυστικό που να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου και η ατμόσφαιρά του να απασχολεί τη σκέψη σου μέρες μετά; Αυτό μόνο η λογοτεχνική γραφή μπορεί να το εξηγήσει.
Ο τίτλος από μόνος του δελεαστικός, ανασύρει από το βάθος των διαβασμάτων μας το υπέροχο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν", που υπήρξε καθοριστικό ανάγνωσμα της νεότητάς μας. Το Μπρούκλιν, η συνοικία των μεταναστών, Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων, Πολωνών, εγχρώμων, που εκεί γύρω στη δεκαετία του '50 αναζητούσαν, φεύγοντας από τις φτωχές πατρίδες τους, μια καλύτερη ζωή.
Μια τέτοια ηρωίδα είναι το κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Τομπίν. Η Έιλις Λέισι, από μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη. Πίσω μένουν η μητέρα και η αδελφή της, ενώ τα τρία άλλα αδέλφια της δουλεύουν ήδη στην Αγγλία. Με τη βοήθεια του πατρός Φλαντ, του Ιρλανδού ιερέα, του οποίου η παρουσία σε όλο το μυθιστόρημα εμφαίνει τη στενή σχέση των Ιρλανδών με την Εκκλησία, εξασφαλίζει διαμονή σε μια πανσιόν, ιδιοκτησία μιας χήρας Ιρλανδής και δουλειά σ' ένα πολυκατάστημα. Η προσαρμογή στο νέο, διαφορετικό από της μικρής της πόλης περιβάλλον είναι πολύ δύσκολη. Την κατατρώει η νοσταλγία. Σιγά-σιγά αρχίζει να συνηθίζει, παρακολουθεί μάλιστα νυχτερινά μαθήματα λογιστικής για να μπορέσει να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά. Η γνωριμία και ο δεσμός της μ' ένα νεαρό Ιταλό μετανάστη, τον Τόνι, θα αποτελέσει ακόμα ένα βήμα προς τον εγκλιματισμό της στο νέο περιβάλλον.
Ξαφνικά όμως, ένα απροσδόκητο οικογενειακό συμβάν την αναγκάζει να γυρίσει για λίγο στην πατρίδα. Ξαναβρίσκεται στο οικείο περιβάλλον, στη γειτονιά, στους φίλους, στις γνωστές της συνήθειες. Ταυτόχρονα και η μικρή πόλη βλέπει την Έιλις διαφορετικά. Την βλέπει να φέρνει μαζί της έναν άλλο αέρα, έναν αέρα κοσμοπολιτισμού, κάτι που κάνει όλους στο μικρό επαρχιώτικο περιβάλλον να της ζητούν να μείνει στην Ιρλανδία. Της προσφέρεται δουλειά, ένας νεαρός που προηγουμένως την είχε απορρίψει, τώρα ζητά να την παντρευτεί. Η μητέρα της τη θέλει κοντά της. Αλλά ο Τόνι και η άλλη ζωή στην Αμερική την περιμένουν. Τι θα κάνει η Έιλις;
Αυτή είναι η απλή ιστορία του "Μπρούκλιν". Όμως η Έιλις και τα διλήμματά της δεν είναι αυτά που πρωταγωνιστούν, δεν είναι αυτά που κάνουν τόσο αξιανάγνωστο το βιβλίο. Όχι τυχαία, νομίζω, ο συγγραφέας ονόμασε το μυθιστόρημά του "Μπρούκλιν". Μέσα από την προσπάθεια προσαρμογής της Έιλις, μέσα από τα άλλα πρόσωπα που την περιβάλλουν, τη σπιτονοικοκυρά, τις συγκατοίκους, τον ιερέα, τον Τόνι και την οικογένειά του, το εργασιακό περιβάλλον και τη νυχτερινή σχολή απεικονίζεται μια ολόκληρη εποχή. Η Ν. Υόρκη και ειδικά το Μπρούκλιν με τους μετανάστες, τις συνήθειές τους, τα αυστηρά ήθη, τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά και τη σταδιακή αφομοίωσή τους και τη βαθμιαία εξέλιξη της γνωστής αυτής συνοικίας. Παράλληλα διαζωγραφίζεται και ο κόσμος της Ιρλανδίας: Η φτώχεια, η προσκόλληση στις συνήθειες, η σχέση με την Εκκλησία, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.
Στην εισαγωγή του βιβλίου η Αθηνά Δημητριάδου και ο Άρης Μπερλής προβαίνουν σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση του "Μπρούκλιν"   και του διηγήματος  "Έβελιν" (από τους "Δουβλινέζους") του Τζαίημς Τζόυς. Υποστηρίζουν ότι "αυτό το διήγημα είναι η πηγή του μυθιστορήματος του Τομπίν, η "ιδέα" της συγγραφής του".
Πολύ ενδιαφέρον και το επίμετρο του βιβλίου, στο οποίο η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου περιγράφει το Μπρούκλιν όπως αυτό εμφαίνεται στο "Μπρούκλιν".
Γενικά είναι ένα σύγχρονο, ελκυστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το άρωμα μιας περασμένης εποχής. Δικαίως τόσο το βιβλίο όσο και η κινηματογραφική του μεταφορά δέχτηκαν ευνοϊκές κριτικές.