Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2018

Ένα κείμενο της Καίτης

Η Καίτη, με την ωραία, ποιητική της γραφή, γράφει για μένα και όσα μας δένουν. Την ευχαριστώ πολύ. (Παραλείπω κάποια πολύ προσωπικά σημεία)

70 βιβλία και 9 ταξίδια από το blog της
«anagnostria», Kίκας Ολυμπίου
Την Κίκα τη θυμάμαι πάντα να διαβάζει και να γράφει σε περιοδικά, σε εφημερίδες ολόδροσα κείμενα με τα πιο απροσδόκητα θέματα, με τον δικό της ανεπανάληπτο, τον χαμηλόφωνο, κουβεντιαστό τρόπο που άγγιζε ευαίσθητες χορδές της ύπαρξης που περιμένανε οι αναγνώστες της να διαβάσουν. Η γραφή της ενείχε μια μαγική αύρα, να πιάνει το απλό, το καθημερινό και να το αγλαΐζει, να του δίνει βάθος και προοπτική.
Θυμάμαι όταν έφυγε η μητέρα της έγραψε ένα συγκλονιστικό άρθρο στοργής κι ευγνωμοσύνης in memoriam. Άφησαν εποχή οι πρωτότυπες ραδιοφωνικές εκπομπές στο ΡΙΚ για λογοτεχνικά θέματα. Κι από κοντά η τρυφερή ιστορία από το ημερολόγιο της Άννας που αναζητούσαν οι ακροάτριες το άγραφο ακόμα βιβλίο στα βιβλιοπωλεία!  Η Κίκα, λοιπόν, διάβαζε κι έγραφε, μα προπάντων διάβαζε, ήταν πάντα μια περιπαθής αναγνώστρια. Έρχονται στη σκέψη μου εκείνη τα αξέχαστα χρόνια στο Γυμνάσιο Φανερωμένης που γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε. Τότε στη δεκαετία του 70,  τα μαύρα σύννεφα πλήθαιναν πάνω από το μαρτυρικό νησί και μεις σκοτωνόμαστε μεταξύ μας (άραγε θα μας συγχωρήσει ποτέ η ιστορία που δεν πήραμε τα μηνύματα του Ονήσιλου;)  και στην έπαρσή μας δεν βλέπαμε πως
βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Ασίας
  κάτω απ’ την αφή μας άπτεται η πέτρα.     
(Κ. Μόντης)
Κι έπειτα ήρθε ο χαλασμός. Τότε 1970-74 διαβάζαμε ατέλειωτα, ξεκοκαλίσαμε την πλούσια βιβλιοθήκη της Φανερωμένης, ελληνική  και ξένη λογοτεχνία, θέατρο, Ίψεν, θέατρο του παραλόγου, θεατρικά του Σαρτρ, του Τένεσσυ Ουίλιαμς κ.ά. Και κρατούσαμε σημειώσεις και συζητούσαμε επί ώρες συνεπαρμένες, χαμένες στους μυστικούς λειμώνες του Λόγου, στο παραμύθι των λέξεων.
(Όλοι εμείς που αγαπάμε τα βιβλία δεν χρειάζεται να μας πείσουν για την αξία και τη ζωοποιό δύναμή τους. Όμως πιστεύω πως ο Φρανσουά Τρυφώ στο έργο του Φαρενάιτ 451 διά της εις άτοπον απαγωγής αποδεικνύει περίτρανα τον καταλυτικό ρόλο του βιβλίου στη δόμηση του ψυχικού κόσμου μας και την προαγωγή των κοινωνιών προβάλλοντας μια κοινωνία απολυταρχική όπου απαγορεύονταν τα βιβλία επί ποινή θανάτου και κάποιοι διανοητές μέσα σε χλοερά δάση κρυφά αποστήθιζαν ένα σπουδαίο βιβλίο για να το διασώσουν για το μέλλον).
…………………………………………………………….
Η Κίκα είναι αυτή που ενσαρκώνει το ζώδιο ζυγός, ισορροπημένη, εναρμονισμένα μέσα της όλα : συναισθήματα, φαντασία, διαίσθηση, σκέψη. Ο ηνίοχος δεν θα φοβηθεί ποτέ την ανατροπή του άρματος από το δυσήνιο άλογο των ορμών. Πάντα τη θαύμαζα την Κίκα γι’ αυτή την εσωτερική αρμονία, όντας εγώ παρορμητική και εκρηκτική στην έκφραση του είναι μου.
……………………………………………………………………….
          Τη δεκαετία του '90 εκδώσαμε μαζί δύο συλλείτουργα βιβλία, τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, σχέδιο ερμηνείας και τα κείμενα Λογοτεχνίας για τη Γ΄ Λυκείου. Για να τα γράψουμε εντρυφήσαμε και βυθιστήκαμε για χρόνια σε μια ατέλειωτη βιβλιογραφία, ώσπου να πάρουν την τελική τους μορφή τα  δοκίμιά μας. Ήταν μια εργασία έμπλεη έρωτος και ένθεου ζήλου, διαβάζαμε και γράφαμε ξανά και ξανά. Τότε η Κίκα έγραψε στον Νίκο Κάσδαγλη κι εκείνος με πολλή ευγένεια μας έστειλε τα βιβλία του για να αναγνώσουμε σωστά το διήγημά του, «Σοροκάδα» και μόλις πήρε το βιβλίο μας βαθιά συγκινημένος μας απάντησε πως ήταν η δική μας η πιο ωραία ερμηνεία του αφηγήματός του. Θυμάμαι το 1998 ήμουν με εγχείριση καρκίνου στο Νοσοκομείο με τον ορρό στο χέρι και ψάχναμε μαζί στο ποιητικό σύμπαν του Ελύτη, μαγεμένες να ενωτιστούμε τα άρρητα φθέγματα της ποίησής του, να αποκρυπτογραφήσουμε το Άσπιλο, να ερμηνεύσουμε το ι΄ άσμα, της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν ή το ια΄  άσμα, ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος.
          Kαι η Κίκα συνεχίζει να διαβάζει και να γράφει πυρετωδώς κι ακόμα ένα έναυσμα τώρα διαρκές και ανανεώσιμο είναι ο άλλος της έρωτας, τα ταξίδια. Ταξιδεύοντας με τους φιλολόγους και τους φίλους τους όπου γης με ανεξάντλητη την έφεση να δει πίσω από τα πανέμορφα τοπία, τις ιστορίες, τα μνημεία εκείνη με την αγάπη της και τη φιλέρευνη ματιά και φαντασία του περιηγητή βλέπει και διαλέγεται με την ψυχή του τόπου, τη μήτρα των πραγμάτων, την ουσία των όντων που συνήθως επικαλύπτεται από την αχλύ και την τύρβη των ανθρώπων. Κάποτε ψάχναμε μαζί να βρούμε την μπυραρία όπου πήγαινε ο Τζέιμς Τζόις στο Δουβλίνο, ή στο Όσλο το καφέ Central  όπου κάθε μεσημέρι ερχόταν ο Ίψεν ή στο Παρίσι το μπιστρό που σύχναζε ο Βενιζέλος.
Με μοναδική πυκνότητα κι ένταση μας παραδίδει τις συντεταγμένες της δικής της κοσμολογίας, μιλά για μια άλλη γεωγραφία απ’ αυτή των χαρτών  κι ο μυθικός κόσμος που μας αποκαλύπτεται στις ταξιδιωτικές της σελίδες μας εισάγει σ’ ένα άχρονο παρόν. Έτσι μας προσφέρει μια ενδόμυχη παραμυθία και ξεχνάμε πού είμαστε κι όλα αυτά που μας πονούν και που μας καίνε.
Η Κίκα έχει εκδώσει ως τώρα 2 τόμους ταξιδιωτικών, το 2003 και το 2012. Τώρα κρατάμε ανά χείρας το καινούργιο της βιβλίο, μια ιδιαίτερα καλαίσθητη  έκδοση, 70 βιβλία και 9 ταξίδια από το blog της “anagnostria, όπου  ενώνει τους δύο μεγάλους της έρωτες τα  βιβλία που διάβασε και για τα οποία έχει αναρτήσει στο διαδίκτυο ως δεινή μπλόκερ σχόλια, αισθητικές παρατηρήσεις, προβληματισμούς και τα ταξιδιωτικά. Στα βιβλία με απέριττο λόγο σκιαγραφεί τον μύθο του βιβλίου, παρουσιάζει τους ήρωες, προβάλλει τις ιδέες, τη φιλοσοφία του συγγραφέα κρατώντας σε αγωνία για το επερχόμενο τέλος που είναι μια πρόκληση γι’ αυτόν που θα θελήσει να συναντηθεί με τον κόσμο του βιβλίου. Αισθάνομαι υπέροχα γιατί διάβασα και απόλαυσα σχεδόν όλα αυτά τα βιβλία για τα οποία έχουμε συζητήσει διεξοδικά. Τα σπουδαία βιβλία διασώζουν την άφθιτη ομορφιά του λόγου, άλλωστε κατά τον Χάιντεγκερ η γλώσσα, ο λόγος είναι ο οίκος του Όντος, οι ποιητές και οι διανοητές είναι οι φύλακες της αλήθειας του Όντος.
Όσον αφορά τα ταξιδιωτικά, όπως λένε οι φίλες μου στην Ελλάδα που διάβασαν τις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις της Κίκας, τα κείμενά της τις βοηθούν να χάνονται σε «αστερισμούς σελαγίζοντες που συνορχούνται με την κόμη της Βερενίκης» και άλλα αστρικά σχήματα, ν’ αποδρούν γι' αλλού σαν το μαγικό λυχνάρι του Αλαντίν, τους διανοίγει παράθυρο στο σύμπαν, που μόνο να ονειρεύονται μπορούν πλέον. Ας χαθούμε λοιπόν χωρίς αποσκευές στα 9 ταξιδιωτικά της Κίκας, στις άγνωστες διεξόδους που μας προσφέρει ο πανέμορφος αυτός πλανήτης, όπου ο Θεός ευδόκησε να κατοικούμε.

Καίτη Χρίστη

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2018

Οι λεηλάτες του μεσημεριού

Αθηνά Τσάκαλου
Οι λεηλάτες του μεσημεριού
Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2018
Είναι κάποια βιβλία που από την πρώτη σελίδα είναι σαν να σε αρπάζουν από τον λαιμό. Δεν  μπορείς να τους ξεφύγεις, δεν μπορείς να αναβάλεις το διάβασμά τους. Η πρώτη σελίδα οδηγεί αναπόφευκτα στη δεύτερη, γυρίζεις βιαστικά τη μια μετά την άλλη, αχόρταγα προχωρείς και ολοένα θέλεις κι άλλο κι άλλο...
Αυτό μου συνέβη και με το βιβλίο "Οι λεηλάτες του μεσημεριού" της άγνωστής μου συγγραφέως Αθηνάς Τσάκαλου, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει. Ευτυχώς. Ποιος ξέρει αν θα το συναντούσα ποτέ κι αν το συναντούσα αν θα του έδινα την οποιαδήποτε σημασία.
Η Λένη -προσωπείο, υποθέτω της συγγραφέως- θυμάται. Θυμάται και γράφει. Είναι σαν ένα requiem, ένα μεταθανάτιο αφιέρωμα στον αδελφό της. Συνομιλίες και όνειρα, αναπολήσεις και οράματα, ανάπλαση μιας περασμένης ζωής και οραματισμοί για το μέλλον. Η ζωή στο φτωχό, ορεινό χωριό αναπλάθεται μ΄ολη την αγάπη, τη νοσταλγία, τον καημό για μια εποχή περασμένη. Έθιμα, πρόσωπα του χωριού και οι τραγικές τους ιστορίες, η δύσκολη ζωή, η φτώχεια, το κρύο. Το χιόνι πλημμυρίζει κάθε σελίδα του βιβλίου. Κι ανάμεσα μια οικογένεια. Η Λένη, ο αδελφός της Σταύρος, δυο χρόνια μεγαλύτερος, η μάνα, μια υπέροχη μορφή μάνας. Καρτερική, γεμάτη καλοσύνη, αγάπη, στοργή, κατανόηση, έτοιμη να στερηθεί για να δώσει. Δουλεύει τη γη, γίνεται μητέρα και πατέρας ταυτόχρονα για τα δυο ανήλικα παιδιά της, όταν ο άντρας της χάνεται για δέκα χρόνια μετανάστης στη Γερμανία. Κι όταν εκείνος ξαφνικά γυρίζει, τα δυο παιδιά δυσκολεύονται να τον αναγνωρίσουν. Μια πονεμένη κραυγή, κραυγή διαμαρτυρίας ακούγεται από τη Λένη για το τέρας της μετανάστευσης.
Τα χρόνια περνούν. Η ζωή τους μετά την άφιξη του πατέρα κάπως βελτιώνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν, πάνε στην Αθήνα για σπουδές. Οι σκέψεις της Λένης ξεδιπλώνονται συνειρμικά. Η ανάμνηση εθίμων του χωριού, εκδηλώσεων που διάνθιζαν με λίγες στιγμές χαράς τη δύσκολη ζωή, το καθιερωμένο πριν τα Χριστούγεννα σφάξιμο του γουρουνιού, οι γιορτές του Πάσχα εναλλάσσονται με τις συζητήσεις με τον αδελφό της που πιστεύει σ' ένα όραμα, σ' έναν καλύτερο κόσμο για τον οποίο και αγωνίζεται. Πολλά πράγματα βέβαια πέρα από την ιδεολογία και τους οραματισμούς του δεν αποκαλύπτει στην αδελφή του. Αλλά ένα απόγευμα η μορφή του αδελφού της γεμίζει την οθόνη της τηλεόρασης. Η ανακοίνωση ότι πρόκειται για αναρχικό που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με την αστυνομία, την αφήνει κεραυνόπληκτη. Η κηδεία του στο χωριό, η βίωση του πένθους, τα ταφικά έθιμα και πάνω απ' όλα ο πόνος της μάνας, χαράσσουν ανεξίτηλες εικόνες στη σκέψη του αναγνώστη.
Η συγγραφέας είχε να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο. Να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιδεολογία και τους οραματισμούς του αδελφού της στους οποίους και η ίδια πιστεύει και στον τρόπο επίτευξής τους. (Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι η ίδια η συγγραφέας, κατά δική της ομολογία, έχει δυο παιδιά στη φυλακή, που καταδικάσστηκαν για συμμετοχή στην αναρχική οργάνωση Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς). Νομίζω πως πέτυχε το σκοπό της. Αφενός ξεδιπλώνει την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο και την ομάδα του κι από την άλλη διατηρεί τη δική της ουδέτερη στάση ή και αντίθεση απένατι στις επαναστατικές, παράνομες δράσεις που αποσκοπούν στην υλοποίηση αυτής της ιδεολογίας. "Πώς θα ήθελα να υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος πολέμου. Όχι ο δρόμος της φωτιάς σαν μόνος δρόμος αλλαγής, αλλά να πολεμήσουμε το κακό και την απελπισία με τη δοξολογία του καλού, του καλού που υπάρχει", σκέφτεται πως θα' πρεπε να είχε πει στον αδελφό της.
Την ίδια δυσκολία αισθάνομαι κι εγώ στην προσπάθειά μου να αποδώσω τον τρόπο σκέψης, την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο στη δράση, όπως αυτή αποτυπώνεται στους πολύ ενδιαφέροντες διαλόγους με την αδελφή του ή όπως διεξάγονται μετά τον θάνατό του μεταξύ της κοπέλας του και της Λένης. Νομίζω πως δεν κατάφερα να αποδώσω όπως το ένιωσα και όπως θα ήθελα αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2018

Τα δωδέκατά μου γενέθλια




Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα ξεχνούσα τα γενέθλιά μου! Κι όμως να που έγινε κι αυτό. Προχθές, 21 Ιουνίου, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, την παγκόσμια μέρα μουσικής, που διάλεξα (ή έτυχε;) το 2006 να γεννηθεί το blog μου, την ξέχασα. Πρώτη φορά στα δώδεκα χρόνια. Ας είναι καλά ο συνεορτάζων Πατριάρχης Φώτιος (Vivliocafe) που μου το θύμισε. Εύχομαι και σε κείνον και σε μένα "ενόσω ζούμε και αναπνέουμε..." να μπορούμε να διαβάζουμε και να γράφουμε. Μια έντυπη έκδοση, μια επιλογή των αναρτήσεών μου, είναι το δώρο που έκανα  στον εαυτό μου.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018

Τα χειροποίητα

Έλενα Ακρίτα
Τα χειροποίητα
Διόπτρα, 2018
"Αυτοαναφορικό κείμενο σήμερα-επιτρέψτε μου τη συγκίνηση. Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο "Τα χειροποίητα". Ένα βιβλίο που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί αποτυπώνει μια πορεία στα "ΝΕΑ" σχεδόν είκοσι χρόνων, από το 2000 μέχρι σήμερα. Σύντομα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα. Κείμενα παλιά ή καινούρια, γελαστά ή μελαγχολικά, θυμωμένα ή χαρούμενα, κείμενα βιωματικά-όλα αφιερωμένα στους συγκάτοικούς μου στην τρέλα. Τους αναγνώστες μου".
Γνωστή, αγαπημένη, πολυγραφότατη και πολυδιαβασμένη η (κατά ένα μέρος) συμπατριώτισσά μας Έλενα Ακρίτα αυτοπαρουσιάζεται στο σύντομο αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στα "ΝΕΑ" στις 25 Μαΐου 2018. Ίσως να μη χρειαζόταν να προσθέσω εγώ τίποτε άλλο στην παρουσίαση του βιβλίου. Όμως δεν αντέχω να μην εκφράσω την ευχαρίστηση, τη συγκίνηση, το χαμόγελο, την απόλαυση που μου χάρισε άλλο ένα βιβλίο της Ακρίτα.
Αρχίζεις να διαβάζεις και παθαίνεις (συγχωρέστε μου την υλιστική παρομοίωση) όπως όταν αρχίζεις να τρως...ξηρούς καρπούς. Δεν μπορείς να σταματήσεις!
Το γνωστό της οξύ χιούμορ, η υπερβολή της σάτιρας, πάντα μέσα στην επικαιρότητα που παρ' όλα αυτά δεν χάνει τη διαχρονικότητά της. Άλλοτε (πιο σπάνια) θέματα με συγκίνηση όπως τα δικά της παιδικά Χριστούγεννα και η Αθήνα μιας άλλης εποχής ή μνήμες προσώπων που "έφυγαν", ιδαίτερα του πατέρα της. Συνήθως όμως καυτηριάζει, θίγει, τσιγκλάει ειρωνευόμενη. Πότε την απαξιωτική συμπεριφορά προς τον ντελιβερά, άλλοτε την υποτιμητική συμπεριφορά προς τον σερβιτόρο, προς τους μετανάστες, προς τον κάθε διαφορετικό. Δεν μπορείς να μη γελάσεις και να μη διασκεδάσεις με κείμενα που γράφονται ως εκθέσεις μαθητών: Για την Πρωτοχρονιά, την 28η Οκτωβρίου, τις Απόκριες. Μέσα από το χιούμορ παίρνει θέση. Για το σύμφωνο συμβίωσης, για τον μη εμβολιασμό των παιδιών, για τις Πανελλήνιες, για την οικονομική κρίση, για τη γραφειοκρατία, γενικά για όλα όσα αποτελούν τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Προσπάθησα να δώσω ένα δείγμα των κειμένων. Αδύνατο όμως να απομονώσω ένα απόσπασμα χωρίς να προδώσω το σύνολο. Διαβάζοντας τα κείμενα της Ακρίτα χαμογελάς, συγκινείσαι, προβληματίζεσαι. Και η μόνη απογοήτευση όταν διαβάζεις το τελευταίο (χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο). Γυρίζεις τη σελίδα κι αναφωνείς: "Μα δεν έχει άλλο;".

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2018

Ο κύκλος του χώματος

Κώστας Χατζηαντωνίου
Ο κύκλος του χώματος
Καστανιώτης, 2017
Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα, πότε το αρχικό κεφάλαιο, πότε ενδιάμεσα αποσπάσματα, καθώς προσπαθούσα να βάλω σε μια γενεαλογική σειρά την πληθώρα των προσώπων του μυθιστορήματος, διερωτώμουν συνεχώς: γιατί πρέπει η λογοτεχνία να είναι γρίφος; Γιατί ο αναγνώστης να αγωνίζεται να καταλάβει; Μια απλούστερη και διαυγέστερη γραφή θα έδινε μικρότερη λογοτεχνική αξία στο έργο; Με δυσκόλεψε το έργο αυτό  (που το βρίσκω κατώτερο από το Ακριτζέντο), κυρίως με την αοριστία του τόσο ως προς τα πρόσωπα όσο και ως προς τα γεγονότα.
Θέμα του έργου είναι, με την εξιστόρηση του βίου μιας οικογένειας, της οικογένεια των Γαβαλάδων, που ποερχόμενη από τον Μικρασιατικό Ελληνισμό καταλήγει σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται (πιθανολογείται η Ρόδος) και με τα διάφορα παρακλάδια της να διανύσει 150 περίπου χρόνια ιστορίας, με σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του Έθνους.
Γενάρχης ο Αλέξανδρος Γαβαλάς. Τα τρία του παιδιά, ο Βασίλης (γιατρός), ο Σπύρος (ναυτικός) και ο Ιάκωβος (υφαντουργός) έχουν το καθένα τις δικές του περιπέτειες βίου, τα δικά του παρακλάδια στη ζωή. Αυτά βεβαίως δεν τα λέει με αυτή τη σειρά ο συγγραφέας. Τα συνάγει ο αναγνώστης με πολύ κόπο, πολλή προσοχή και κρατώντας σημειώσεις αν θέλει να  κατανοήσει τις σχέσεις των προσώπων και τη δράση καθενός.
Κεντρικό πρόσωπο, αλλά απόν στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, ο Αλέξανδρος, εγγονός του γενάρχη πρώτου Αλέξανδρου, που αφού φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, πολεμά στην Κύπρο το 1974 και είναι τώρα αγνοούμενος (Εδώ μια παρένθεση και μια απορία: Πώς εξηγείται η χρονική απόσταση μεταξύ παππού που υπήρξε Ιερολοχίτης στη Μολδοβλαχία και του εγγονού που πολεμά στην Κύπρο το 1974; Ή μεταξύ του πρώτου Αλέξανδρου και του γιου Ιάκωβου που πολέμησε στην Αλβανία το '40; Μήπως έχασα επεισόδια ή μήπως "μυθιστορηματική αδεία" πρέπει να παραβλέψουμε τον χρόνο;) Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο Μιχαήλ, ξάδερφος του αγνοούμενου Αλέξανδρου, που τον αναζητεί ακόμα και στηνΤουρκία.
Δεν αρνούμαι ότι ο Χτζηαντωνίου έχει πολύ καλές σελίδες, περιγραφές, ενίοτε ποιητικές, σκέψεις και συναισθήματα. Υπάρχουν όμως κεφάλαια τόσο χαλαρά συνδεδεμένα με το σύνολο που θα μπορούσαν  να σταθούν σαν ανεξάρτητα διηγήματα. Π. χ. βρήκα πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο "Το βιβλιοπωλείο", όπου η συνάντηση του Μιχαήλ με τον ιδιόρυθμο βιβλιοπώλη κι έναν ζωγράφο, δίνει αφορμή για σκέψεις γύρω από την Τέχνη. Επίσης το κεφάλαιο "Σε μια παμπ του Κορκ" είναι μια πολύ πειστική περιγραφή της ατμόσφαιρας μιας ιρλανδέζικης μπιραρίας. Όμως υπάρχουν και πιο άσχετα και ελάχιστα συνδεδεμένα με το υπόλοιπο μυθιστόρημα κεφάλαια, όπως το "Ένα κεφάλαιο οικονομικής ιστορίας" που αποτελεί πανεπιστημιακή διάλεξη του Παύλου Γαβαλά.
Ωραίος ο επίλογος του έργου. Γενιές ανθρώπων ήρθαν και πέρασαν. Και τώρα μια καινούρια ζωή έρχεται στο φως, ένας άλλος Αλέξανδρος, ο γιος του Μιχαήλ. Ο αέναος κύκλος του χώματος. "Μια μέρα ο μικρός Αλέξανδρος θ' ανοίξει τη ντουλάπα, θα ξελύσει το σακουλάκι με το χώμα που έφεραν από το χωράφι εκείνο, έξι μίλια από την Κερύνεια, όπου βρήκαν τα οστά του ανθυπολοχαγού-τη μορφή του, το παιδί αυτό θα τη γνωρίσει μόνο από φωτογραφίες και διηγήσεις. Μια μέρα, παίζοντας,  θα πάρει στο χέρι το χώμα και θα το τινάξει σημαδεύοντας τον καθρέφτη. Θα δει τότε μια μορφή να του χαμογελά με σιγουριά πριν, λίγες στιγμές μετά, μια ριπή αέρα τη σβήσει. Γιατί ο Καιρός-πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;-πάντα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ' ανοίγει".

Παρασκευή, Μαΐου 18, 2018

Η μοναδική ιστορία

Julian Barnes
Η μοναδική ιστορία
Μεταίχμιο, 2018
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Έχω διαβάσει τα περισσότερα από τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του Julian Barnes, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βρετανούς συγγραφείς. Δυο κυρίως με είχαν ενθουσιάσει: Το  "Ένα κάποιο τέλος" (βραβείο Booker 2011) και το "Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια". Αλλά, είτε μου άρεσαν περισσότερο ή λιγότερο, δεν παύουν να είναι δημιουργήματα υψηλής λογοτεχνικής πνοής. Ό,τι κι αν γράφει το γράφει με περίτεχνη γλώσσα, η φράση του χωρίς να σε δυσκολεύει διατυπώνεται με πρωτοτυπία ξεφεύγοντας από την κοινή και τετριμμένη έκφραση. Ένα άλλο γνώρισμα της γραφής του Barnes είναι ο ελεγειακός τόνος. Τα κείμενά του "στάζουν" μελαγχολία, ακόμα κι αυτά, όπως το τελευταίο, που μιλούν για ευχάριστα συμβάντα όπως ο έρωτας. Είναι όμως μια μελαγχολία που δεν σε καταθλίβει, μια μελαγχολία σύμφυτη με την ύπαρξη. Σκέψεις με καθολικό περιεχόμενο παρεμβάλλονται στην υπόθεση. Σκέψεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αποφθεγματικές. Για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, τα νιάτα, τον χρόνο, τη μνήμη...
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα συναντάμε και σ' αυτό το τελευταίο του βιβλίο. Τι σημαίνει ο τίτλος; Ποια είναι "Η μοναδική ιστορία"; "Βλέπεις ένα ζευγάρι και σου φαίνεται ότι βαριούνται αφόρητα ο ένας τον άλλον. Σου είναι αδύνατον να φανταστείς ότι έχουν οτιδήποτε κοινό, αναρωτιέσαι γιατί εξακολουθούν να ζουν μαζί. Αλλά δεν είναι απλώς συνήθεια, δεν είναι βόλεμα, δεν είναι εφησυχασμός, δεν είναι σύμβαση, δεν είναι οτιδήποτε τέτοιο. Είναι γιατί κάποτε, είχαν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι είχαν. Είναι η μοναδική ιστορία".
Πάνω σε μια τέτοια ιστορία κτίζει ο Barnes το βιβλίο του. Μια ιστορία που του χρησιμεύει ως καμβάς πάνω στον οποίο να υφάνει όλες τις άλλες σκέψεις και προβληματισμούς του. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 ένας δεκαεννιάχρονος νεαρός, ο Πολ Κέιζι, που ζει με τους γονείς του σ' ένα προάστιο του Λονδίνου, γνωρίζει στο τοπικό κλαμπ του τένις τη σαραντάχρονη Σούζαν, παντρεμένη και με δύο ενήλικες κόρες. Ο ερωτικός δεσμός του Πολ και της Σούζαν σοκάρει τη μικρή, συντηρητική κοινωνία του Βίλατς, του οποίου τόσο το φυσικό όσο και το κοινωνικό περιβάλλον ο συγγραφέας περιγράφει με αριστοτεχνική συντομία. Οι δυο εραστές αποφασίζουν να ζήσουν στο Λονδίνο.
Καθώς τα χρόνια περνούν ο δεσμός σιγά-σιγά φθίνει. Η Σούζαν καταφεύγει στον αλκοολισμό και βυθίζεται στην κατάθλιψη. Το τέλος μελαγχολικό, αλλά αναπόφευκτο. Όμως, ώσπου να φτάσει στην τελευταία σελίδα, στην τελευταία γραμμή, ο συγγραφέας κατέγραψε πλήθος συναισθημάτων, σκέψεων, προβληματισμών, πάντα σε σχέση με τον έρωτα. Αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα ζευγάρι εραστών, στη λειτουργία της ανάμνησης όταν τα χρόνια περάσουν (προσπαθεί να θυμηθεί το σώμα της, ένα κορσέ που φορούσε εκείνη, πόσες φορές έκαναν έρωτα κ. ά). Μιλάει για την αντίδραση του συζύγου και των θυγατέρων της, για τον καταστρεμμένο έρωτα (Ο κατεστραμμένος έρωτας διατηρεί τα κατάλοιπα, την ανάμνηση του αλλοτινού, υπέροχου έρωτα- κάπου βαθιά, όπου κανείς από τους δυο δεν θέλει να σκάψει").
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος η αφήγηση γίνεται στο πρώτο πρόσωπο. Εδώ κυριαρχεί ο έρωτας Πολ-Σούζαν. Στο δεύτερο μέρος το πρώτο πρόσωπο συμφύρεται μ' ένα άγνωστο "εσύ". Ο συγγραφέας άραγε απευθύνεται στον εαυτό του ή στον καθένα από μας; Τέλος, στο τρίτο μέρος το πρώτο πρόσωπο γίνεται εν μέρει τρίτο. Η αφήγηση πιο απόμακρη, πιο αποστασιοποιημένη.
Αν η καλή λογοτεχνία δεν έχει (ή δεν πρέπει να έχει) σκοπό μόνο την προσωρινή τέρψη αλλά την εις βάθος αναμόχλευση σκέψεων και συναισθημάτων, σίγουρα σ' αυτήν πρέπει να κατατάξουμε και το καινούριο βιβλίο του Julian Barnes.

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2018

Εν ψυχρώ

Τρούμαν Καπότε
Εν ψυχρώ
Πατάκης, 2017
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Τι μπορείς να πεις για ένα τόσο γνωστό και διάσημο βιβλίο που εδώ και δεκαετίες στοιχειώνει τις σκέψεις εκατομμυρίων αναγνωστών σ' όλο τον κόσμο και θεατών των τριών ταινιών που γυρίστηκαν με βάση αυτό; Δεν ξέρω αν υπάρχει βιβλιόφιλος που κι αν ακόμα δεν το έχει διαβάσει, δεν έχει τουλάχιστον ακούσει γι' αυτό. Με είχε συνταράξει όταν το πρωτοδιάβασα (δεν θυμάμαι πότε) κι όμως ένιωσα και τώρα, ξαναδιαβάζοντάς το στην καινούρια έκδοση του Πατάκη, εφοδιασμένη με πλήθος βιωματικές και λογοτεχνικές εμπειρίες που μου επεσώρευσαν τα χρόνια, τον ίδιο ή και μεγαλύτερο συγκλονισμό.
Ένας συνδυασμός δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, που πολλοί από τότε δοκίμασαν να μιμηθούν, αλλά κανένα άλλο έργο δεν είχε την επιτυχία του "Εν ψυχρώ". Το θέμα: Το βράδυ του Σαββάτου, 15 Νοεμβρίου 1959, μια τετραμελής οικογένεια, η οικογένεια Κλάττερ, αποτελούμενη από τους γονείς, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στην εφηβεία (δυο μεγαλύτερες κόρες ζούσαν αλλού) δολοφονείται στο σπίτι τους στο Χόλκομπ, ένα μικρό χωριό του Κάνσας των ΗΠΑ. Ο δολοφόνος (ή οι δολοφόνοι) δεν άφησαν κανένα ίχνος. Ο Τρούμαν Καπότε φτάνει εκεί ως απεσταλμένος του περιοδικού New Yorker, συνοδευόμενος από τη φίλη του Χάρπερ Λι, γνωστή επίσης συγγραφέα του άλλου διάσημου βιβλίου "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια", για να καλύψει το γεγονός. Η υπόθεση τον παρασύρει. Η πολύχρονη έρευνά του δεν περιορίζεται στο μεμονωμένο γεγονός. Απλώνεται στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, αναλύει τους χαρακτήρες των δολοφονημένων, των φίλων τους, των αστυνομικών που αναλαμβάνουν την έρευνα. Κι ύστερα, όταν τα ίχνη των δυο δολοφόνων εντοπίζονται, το βιβλίο γίνεται μια καταβύθιση στην ψυχή τους. Παρακολοθεί τη ζωή και την πορεία των δυο νεαρών, του Πέρρυ Έντουαρντ Σμιθ και του Ρίτσιαρντ Γιουτζίν Χίκοκ (Πέρρυ και Ντικ στο βιβλίο), που θα καταλήξουν σε δίκη και απαγχονισμό.
Το βιβλίο δεν ακολουθεί βεβαίως πάντα τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Το αποτελούν τέσσερα μέρη: "Οι τελευταίοι που τους είδαν ζωντανούς", "Άγνωστοι δράστες", "Η απάντηση", "Η τιμωρία". Αρχίζει με τη λεπτομερή περιγραφή της τελευταίας μέρας της ζωής των τεσσάρων θυμάτων. Ένας ευυπόληπτος, αυτοδημιούργητος, ευκατάστατος ραντζέρης, ο Χέρμπερτ Κλάττερ, η ευαίθητη με ελαφρά νευρασθένεια γυναίκα του Μπόννι, η έφηβη, χαρισματική κόρη Νάνσυ, γεμάτη όνειρα για τη ζωή και ο νεαρός γιος Κένυον με τα δικά του όνειρα και σχέδια. Αυτοί δεν το ξέρουν, εμείς οι αναγνώστες όμως το ξέρουμε πως ό,τι κάνουν, ό,τι λένε, είναι για τελευταία φορά. Είναι η τελευταία τους μέρα στη ζωή. Η τραγική ειρωνεία με την έννοια που της έδωσε η αρχαία τραγωδία, κορυφώνει το δράμα.
Στο δεύτερο μέρος το πλάνο ανοίγει περισσότερο. Το ακατανόητο έγκλημα στοιχειώνει τις μέρες και τις νύχτες των αστυνομικών, κυρίως του Άλβιν Ντιούυ που αναλαμβάνει την υπόθεση. Παράλληλα παρακολουθούμε την περιπλάνηση των δυο άγνωστων ακόμα για την αστυνομία δολοφόνων από Πολιτεία σε Πολιτεία ως το Μεξικό, που επιβιώνουν με απάτες, μικροκλοπές, ακάλυπτες επιταγές. Η λεπτομερής περιγραφή του αποτρόπαιου εγκλήματος θα έρθει στο τρίτο μέρος, όταν οι δυο δολοφόνοι συλλαμβάνονται. Η δίκη και ο απαγχονισμός τους θα ολοκληρώσει το δράμα.
Το βιβλίο πάει πολύ πιο πέρα από την περιγραφή του εγκλήματος, την ανακάλυψη των δραστών και την τιμωρία τους. Στις 500 περίπου σελίδες του ξεδιπλώνεται η Αμερική της δεκαετίας του '50 και '60. Γίνεται μια εμβάθυνση στη μελέτη των χαρακτήρων, στο ρόλο που διαδραματίζουν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, μια μελέτη του κακού, αιωρούνται ερωτηματικά γύρω από το θέμα της θανατικής ποινής.
Το "Εν ψυχρώ" είναι ένα βιβλίο που θα 'πρεπε να διαβάσουν οι συγγραφείς για την τεχνική του, οι αστυνομικοί για τις μεθόδους και την αφοσίωση στη δουλειά τους, οι ψυχολόγοι για τη μελέτη των χαρακτήρων, οι νομικοί για τα ερωτήματα που θέτει η δικαιοσύνη, ο κάθε βιβλιόφιλος για να απολαύσει ένα μοναδικό ανάγνωσμα.