Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2017

Καλοκαίρι στο Μπάντεν-Μπάντεν

Λεονίντ Τσίπκιν
Καλοκαίρι στο Μάντεν-Μπάντεν
Μεταίχμιο, 2016
Μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εισαγωγή, Σούζαν Σόνταγκ
Ο αναγνώστης χρειάζεται κάποιο χρόνο για να κατανοήσει την τεχνική και να μπει στο πνεύμα του βιβλίου, να καταλάβει αυτή την ανάμιξη πρώτου και τρίτου αφγηματικού προσώπου, μυθοπλασίας και πραγματικότητας.
"Ταξίδευα με το πρωινό τρένο, ήταν όμως χειμώνας, καταχείμωνο-τέλη Δεκεμβρίου. Εκτός αυτού, το τρένο κατευθυνόταν προς το Λένινγκραντ- προς τα βόρεια, για τούτο και πίσω από τα τζάμια άρχισε γρήγορα να σκοτεινιάζει-οι κοντινοί στη Μόσχα σταθμοί, σπαρμένοι, θαρρείς, από κάποιο αόρατο χέρι, λαμποκοπούσαν με τα δυνατά τους φώτα καθώς τους αφήναμε πίσω μας".
Είναι η πρωτοπρόσωπη φωνή του συγγραφέα με την οποία αρχίζει την αφήγησή του. Πρόκειται για τον Ρωσοεβραίο Λεονίντ Τσίπκιν, γιατρό (1926-1982), που αν και πέθανε μόλις 56 χρονών, ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία και μας άφησε αυτό το λογοτεχνικό μνημείο της έκφρασης της μεγάλης του αγάπης για τον Ντοστογέφσκι.
Χωρίς να μας αναφέρει τη χρονολογία του δικού του ταξιδιού, ξεκινά από τη Μόσχα και οδεύει με το τρένο προς το (τότε) Λένινγκριντ, με αναγνωστική συντροφιά το Ημερολόγιο της Άννας Γκριγκόριεβνα, στο οποίο στηρίζεται και το δικό του βιβλίο. Θέλει να επισκεφθεί χώρους όπου έζησε ο αγαπημένος του συγγραφέας, το μουσείο το αφιερωμένο σε κείνον και να αναφερθεί στα χρόνια που ο Φέντια, όπως αποκαλεί τον Ντοστογέφσκι, και η δεύτερη σύζυγός του, η Άννα Γκριγκόριεβνα, έζησαν σε πόλεις της Δύσης και ειδικά στο Μπάντεν-Μπάντεν. Η αυτοβιογραφική πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δηλαδή το ταξίδι του Τσίπκιν από τη Μόσχα στο Λένινγκραντ εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη γραφή, όταν ο Τσίπκιν αφηγείται τα του ταξιδιού και γενικότερα τα της ζωής του ζεύγους. Ο μακροπερίοδος λόγος (υπάρχουν περίοδοι που υπερβαίνουν τη σελίδα) είναι ακόμα ένα χαρακτηριστικό που δυσχεραίνει τον αναγνώστη και απαιτεί την πλήρη προσοχή του.
Μεταφερόμαστε στον 19ο αι., παρακολουθούμε την καθημερινότητα του ζεύγους, βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας η μεγάλη του αγάπη, ο ευέξαπτος χαρακτήρας εκείνου, οι κρίσεις της επιληψίας του, το πάθος του για τη ρουλέτα. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος της παραμονής του ζεύγους στη γνωστή λουτρόπολη. Το πάθος της ρουλέτας και η διαρκής χασούρα εξαντλεί οικονομικά το ζεύγος. Ο Φέντια  καταφεύγει στο ενεχυροδανειστήριο, βάζει τα πάντα ενέχυρο. Τα κοσμήματα της γυναίκας του, ακόμα και φορέματά της. Γίνεται προληπτικός όπως όλοι οι τζογαδόροι. "Καθώς πλησίαζε το Καζίνο άρχισε να βαδίζει με μικρότερα βήματα, έτσι ώστε ο αριθμός των βημάτων που είχε κάνει ερχόμενος από το σπίτι να φτάσει τα 1.457-ο αριθμός αυτός σύμφωνα με παλιότερους υπολογισμούς του, ήταν ο πιο γουρλίδικος γι' αυτόν-όσες φορές τον έπιανε κέρδιζε πάντα-σ' αυτή την περίπτωση όμως δεν υπήρχε τίποτα το εκπληκτικό-ο τελευταίος αριθμός ήταν το 7 και το σύνολο των αριθμών έβγαζε το νούμερο 17-πάλι7: κάτι ιδιαίτερο είχε αυτός ο αριθμός, μονός αριθμός που δεν διαιρείται με κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό του".
Αναφέρεται η βαθιά θρησκευτικότητά του, οι διαρκείς ελεημοσύνες προς όποιον του απλώνει  το χέρι, πράγμα που ενίοτε προκαλεί καυγάδες ανάμεσα στο ζεύγος, μεταφερόμαστε στον τρόπο γνωριμίας τους, όταν ο Φέντια προσέλαβε την Άννα για να της υπαγορεύσει τον "Παίκτη". Η αγάπη και η αφοσίωση εκείνης είναι αφάνταστη, συγχωρεί τα πάντα, τα πάθη του, συμπαραστέκεται στις κρίσεις επιληψίας του. "...μισή ώρα αργότερα εκείνη ξύπνησε από έναν φοβερό ήχο, κάτι ανάμεσα σε ρόγχο και σε γουργουρητό. Ανάβοντας με τρεμάμενα χέρια ένα κερί όρμησε στο κρεβάτι του άντρα της-εκείνος ήταν ξαπλωμένος άκρη άκρη, με το κορμί καμπουριασμένο, λες και ήθελε να ανακαθίσει και τον εμπόδιζε ένα αόρατο σχοινί με το οποίο ήταν δεμένος στο κρεβάτι, με το πρόσωπο μελανό, με αφρούς στο στόμα-τον έσυρε με όλη της τη δύναμη στη μέση του κρεβατιού για να μην πέσει και γονατίζοντας έπιασε να σκουπίζει με μια πετσέτα τον αφρό από τα χείλη του και τον ιδρώτα που κυλούσε από το μέτωπό του".
Ο Τσίπκιν παρεμβαίνει διαρκώς με τις δικές σκέψεις, εντυπώσεις, αναφορές. Στο Λένινγκραντ, ειδικά στη γειτονιά όπου έζησε ο Ντοστογέφσκι, η περιγραφή των γύρω δρόμων, του σπιτιού-τώρα μουσείο, παίρνει μια ιδιάτερα συγκινησιακή χροιά. Με κάθε λεπτομέρεια περιγράφεται το γραφείο του και η αρχή του τέλους. "...το δωμάτιο με το γραφείο εκείνου, πάνω στο οποίο βρίσκονταν βιβλία και χειρόγραφα, τσιγαρόχαρτα και μια ταμπακιέρα, δύο κεριά καμένα μέχρι τέλους, ένα μελανοδοχείο και ένα ημερολόγιο ανοιγμένο στην ημερομηνία του θανάτου του. Και δίπλα στο γραφείο η εταζέρα με τα βιβλία, η οποία, κατά την εκδοχή της Άννας Γκρηγκόριεβνα, όπως την παρουσιάζει στα απομνημονεύματά της, έπαιξε μοιραίο ρόλο στην πνευμονική αιμορραγία που του παρουσιάστηκε όταν μια νύχτα προσπάθησε να την μετακινήσει για να βρει την πένα, που είχε πέσει από πίσω".
Λεπτό προς λεπτό περιγράφεται η τελευταία μέρα της ζωής του μεγάλου συγγραφέα. 28 Ιανουαρίου (9 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο) 1881. Πριν καν κλείσει τα 60 του χρόνια. Απορούμε πώς μπόρεσε, παρ' όλη την αρρώστια, τα πάθη, τη σύντομη ζωή του να δημιουργήσει έργα όπως το "΄Εγκλημα και τιμωρία', "Αδερφοί Καραμαζώφ", "Οι δαιμονισμένοι" και τόσα άλλα. Ή μήπως ακριβώς γι' αυτό;
Η Σούζαν Σόνταγκ τελειώνει την πολυσέλιδη, πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική εισαγωγή της με τα εξής: "Αν θέλετε να γνωρίσετε μέσα από ένα βιβλίο το βάθος και το κύρος της ρωσικής λογοτεχνίας, διαβάστε αυτό το βιβλίο. Αν θέλετε ένα μυθιστόρημα που να τονώνει την ψυχή σας και να σας προσφέρει μια ευρύτερη άποψη της έννοιας των αισθημάτων και της ζωής, διαβάστε αυτό το βιβλίο".

Υ.Γ. Ευχαριστώ τη φίλη Λητώ Σεϊζάνη που μου γνώρισε αυτό το βιβλίο.

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2017

Η Ταβέρνα της Τζαμάικας

Δάφνη ντυ Μωριέ
Η Ταβέρνα της Τζαμάικας
Στοχαστής
Μετ. Κορίννας Σπυράτου-Γιώργου Μέλου
(Χωρίς χρονολογία)
Κρατάω στα χέρια μου ένα μισοδιαλυμένο, κιτρινισμένο απ' τον καιρό βιβλίο, μόλις που αντέχει να μη διαλυθεί εντελώς (πρέπει το συντομότερο να το πάρω για βιβλιοδεσία), χωρίς ημερομηνία έκδοσης, με εκδοτικό οίκο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, που δεν ξέρω αν ταυτίζεται με το σημερινό Στοχαστή. Πρέπει να 'ναι δεκαετίες από τότε που εκδόθηκε, ασφαλώς πολύτιμο συλλεκτικό αντίτυπο τώρα πια!
Χρόνια καταχωνιασμένο στη βιβλιοθήκη μου το ανακάλυψα και θέλησα να το ξαναδιαβάσω, να γυρίσω πίσω, σε καιρούς περασμένους, τότε που ανακάλυπτα την αγάπη μου για τη Δάφνη ντυ Μωριέ. Βέβαια η "Ταβέρνα" δεν φτάνει τη γοητεία της "Ρεβέκκας", βιβλίο λατρεμένο που το διάβασα ξανά και ξανά, άπειρες φορές, αλλά και η "Ταβέρνα" δεν κρύβει λιγότερο μυστήριο, λιγότερο ενδιαφέρον, λιγότερη λογοτεχνική απόλαυση, όπως άλλωστε και όλα τα βιβλία της συγγραφέως.
Δεν μπορώ να θυμηθώ, ύστερα από τόσα χρόνια, τι σκεφτόμουν και τι ένιωθα όταν διάβαζα το μυστηριώδες, σκοτεινό αυτό έργο που στάθηκε, όπως και άλλα έργα της βέβαια, πηγή έμπνευσης για τον μεγάλο μαιτρ του τρόμου, τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τώρα η ανάγνωσή του μου άφησε ένα αίσθημα σκοτεινιάς, αδιάκοπης βροχής, αέρα που λυσσομανά, βάλτου, σκοτεινών λόφων, απόκρημνων ακρογιαλιών, πάνω στις οποίες τσακίζονται πλοία και σκοτώνονται άνθρωποι.
Το έργο γράφτηκε το 1936, το θέμα του όμως τοποθετείται γύρω στο 1820 και τοπικά στην Κορνουάλη, νοτιοδυτική κομητεία της Αγγλίας, αγαπημένη περιοχή της Μωριέ, στην οποία έζησε πολλά χρόνια.
"Ήταν μια κρύα, γκρίζα μέρα του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει τη νύχτα κι ένας ξαφνικός αέρας έφερε βαρύ μολύβι στον ουρανό και αδιάκοπη, ψιλή, διαπεραστική βροχή. Η μεσημεριάτικη αυτή ώρα έμοιαζε σαβανωμένη με το χειμωνιάτικο σκοτάδι που σουρνόταν πάνω στους λόφους τυλίγοντάς τους σε πηχτή ομίχλη. Σε δυο ώρες το πολύ το σκοτάδι θα 'χε πέσει ολότελα. Ο αέρας, διαπεραστικά κρύος, εύρισκε τον τρόπο να περνάει ανάμεσα απ' τις χαραμάδες των κλειστών παραθυριών και να παγώνει απελπιστικά το εσωτερικό του μεγάλου αμαξιού που ταξίδευε στον ανοιχτό δρόμο."
Τι μπορεί να περιμένει ο αναγνώστης μετά από μια τέτοια εισαγωγή; Ένα νεαρό κορίτσι, η Μαίρη Γίλλαν, μένοντας ορφανή και από πατέρα κα μητέρα, καταφεύγει στο σπίτι της θείας της, η οποία διατηρεί μαζί με τον σύζυγό της μια ταβέρνα, την "Ταβέρνα της Τζαμάικα", η οποία όμως καθώς υψώνεται δυσοίωνα μέσα στην ερημιά, δείχνει αμέσως πως δεν είναι αυτό που φαίνεται. Λαθρεμπόριο, εγκλήματα, αγριότητες, τρομάζουν τη νεαρή Μαίρη που διαρκώς κινδυνεύει αλλά δεν παύει να αγωνίζεται και για τη δική της ζωή και για την αποκάλυψη των κακών. Ανατροπές αλλά κι ένας έρωτας την περιμένει.
Το έργο ακολουθεί έναν αργό βηματισμό. Ας μην περιμένει ο σύγχρονος αναγνώστης τους γοργούς ρυθμούς της εποχής μας. Ας απολαύσει αυτό το αριστουργηματικό θρίλερ, το σκοτάδι της νύχτας, την αδιάκοπη βροχή, τον βάλτο μέσα στον οποίο βουλιάζει ο πεζοπόρος, το αργό κύλισμα της άμαξας, γενικά την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, που με τόση επιτυχία αποδίδει η Δάφνη ντυ Μωριέ.
Εξώφυλλο της φετινής έκδοσης


Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Τα απομεινάρια μιας μέρας

Καζούο Ισιγκούρο
Τα απομεινάρια μιας μέρας
Ψυχογιός, 2017 (Πρώτη έκδοση στα ελληνικά:Καστανιώτης 2005, εξαντλημένο)
Μετ. Αργυρώ Μαντόγλου
Από τα έργα του Ιάπωνα-Άγγλου Καζούο Ισιγκούρο, που γενήθηκε στο Ναγκασάκι αλλά πέντε χρονών μετανάστευσε με τους γονείς του στην Αγγλία, ήξερα μόνο το εξαίρετο "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (2005) και τη συλλογή διηγημάτων "Νυχτερινά" (2009).  Παρ' όλη τη φήμη που συνόδευε "Τα απομεινάρια μιας μέρας", το βραβείο Booker (1990)  και την περίφημη ταινία, δεν έτυχε ως τώρα να το διαβάσω. Όμως το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας  και η επανέκδοσή του από από τον Ψυχογιό, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, δεν με άφηνε ασφαλώς να το προσπεράσω.
Το διάβασα με τον αργό βηματισμό που προχωρεί το ίδιο το βιβλίο. Το απόλαυσα. Στέκομαι όμως διαστακτική να μιλήσω γι' αυτό. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπου τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει; Δεν υπάρχουν σημαντικά γεγονότα, δεν υπάρχουν ανατροπές, δεν συμβαίνει τίποτα το συνταρακτικό ή κάτι που να σε κάνει να αδημονείς για τη συνέχεια για το "τι θα γίνει παρακάτω". Κι όμως είναι απολαυστικό. Υπάρχει ο αργός βηματισμός μιας άλλης εποχής, της Αγγλίας της δεκαετίας του '50 και ακόμα πιο πίσω, της Αγγλίας του Μεσοπολέμου. Προχωρείς μαζί με τον πρωταγωνιστή, θαυμάζεις τη φύση και ταυτόχρονα μοιράζεσαι τις αναμνήσεις του.
Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο κύριος Στίβενς. Τυπικός μπάτλερ, αφοσιωμένος στο καθήκον, που για δεκετίες υπηρετεί στο Ντάρλινγκτον Χολ, ένα πολυδαίδαλο, αριστοκρατικό "σπίτι". Η λέξη ασφαλώς δεν αποδίδει αυτό το τεράστιο οικοδόμημα, με τα πολυάριθμα δωμάτια, χώρους υποδοχής, κήπους, θερινό περίπτερο και υπηρετικό προσωπικό που έφτανε κάποτε τα είκοσι οκτώ (!) άτομα. Τυπικότατος μπάτλερ, τον φανταζόμαστε ευθυτενή, αγέλαστο, άκρως τυπικό ως προς τα καθήκοντα τόσο του ιδίου όσο και του υπόλοιπου προσωπικού, το οποίο διεθύνει και ελέγχει. Τόσο τυπικό που ακόμα κι όταν τον ειδοποίησαν ότι ο πατέρας του, που υπηρετούσε στο ίδιο σπίτι, βρισκόταν στα τελευταία του, δεν πήγε να τον δει παρά μόνο όταν τέλειωσε το καθήκον που είχε εκέινη την ώρα.
Το έργο αρχίζει το 1956. Ο ιδιοκτήτης, Λόρδος Ντάρλινγκτον, έχει πεθάνει. Το παλιό, αριστοκρατικό σπίτι έχει πουληθεί σ' έναν Αμερικανό, τον κύριο Φάραντεϊ, το προσωπικό έχει κατά πολύ μειωθεί και αλλάξει, αλλά ο κύριος Στίβενς παραμένει στη θέση του.
Η προσωρινή απουσία του καινούριου ιδιοκτήτη δίνει την ευκαιρία στον κύριο Στίβενς με την άδεια και την προτροπή του κ. Φάραντεϊ να επιχειρήσει μια ολιγοήμερη περιήγηση στη δυτική Αγγλία. Η περιήγηση αυτή υπανίσσεται αδιόρατα και κάτι άλλο, πέρα από την ξεκούραση και την έξοδο στη φύση. Αφήνεται να νοηθεί ότι ο κύριος Στίβενς θα συναντήσει εκεί τη δεσποινίδα Κέντον, που υπήρξε συνάδελφός του πριν από χρόνια στο Ντάρλινγκτον Χωλ και τώρα υπάρχει μια πιθανότης να επανέλθει. Εκείνη τότε είχε προσπαθήσει να κινήσει το ενδιαφέρον του, αλλά εκείνος μέσα στην αυστηρότητα και την τυπικότητά του αγνόησε όλα τα υπονοούμενα.
Ο Στίβενς περιηγείται, θαυμάζει και θυμάται. Σταματά σε μικρά χωριουδάκια, κοιμάται σε πανδοχεία, αλλά προπάντων εκφράζει τον θαυμασμό και την αγάπη του για την αγγλική φύση. "Κι όμως, απόψε, στη γαλήνη αυτού του δωματίου, διαπιστώνω πως αυτό που απομένει από αυτή την πρώτη μέρα του ταξιδιού δεν είναι ο Καθεδρικός του Σόλσμπερι, ούτε κάποιο από τα υπόλοιπα αξιοθέατα της πόλης, αλλά εκείνη η υπέροχη θέα της κυματιστής αγγλικής υπαίθρου που είδα το πρωί (...) τολμώ να πω με κάποια σιγουριά ότι η αγγλική εξοχή στην ωραιότερη στιγμή της-όπως εγώ την είδα το πρωί- διαθέτει μια ποιότητα την οποία τα τοπία άλλων χωρών, παρότι επιφανειακά είναι πιο θεαματικά, δεν  τη διαθέτουν".
Οι αναμνήσεις του μπάτλερ καθώς προχωρεί πάνε πιο πίσω. Φτάνουν στον μεσοπόλεμο, γύρω στο 1922. Θυμάται τις πολιτικές συγκεντρώσεις που γίνονταν στο Ντάρλινγκτον Χωλ, συγκεντρώσεις και αποφάσεις που επηρέαζαν τις τελικές κρατικές αποφάσεις και σχετίζονταν με τις κατηγορίες εναντίον του Λόρδου για φιλοναζισμό.
Θα συναντήσει τελικά ο Στίβενς τη δεσποινίδα Κέντον ύστερα από τόσα χρόνια; Θα σπάσει άραγε αυτό το αγέλαστο, ατσαλάκωτο, αφοσιωμένο προφίλ του που δεν τον άφησε καθόλου να χαλαρώσει, ακόμα και τότε που συνυπηρετούσε με τη δεσποινίδα Κέντον και η οποία τόσο έκδηλα είχε εκφράσει την επιθυμία της για ένα πλησίασμα;
Το έργο σου αφήνει μια ευχάριστα μελαγχολική διάθεση. Σε κάνει να αναλογιστείς, όπως τον κύριο Στίβενς "τι είχαμε να κερδίσουμε αναλογιζόμενοι συνεχώς το παρελθόν, κατηγορώντας τον εαυτό μας για το γεγονός πως η ζωή μας δεν εξλίχθηκε όπως θα θέλαμε;"
"Ας προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα "Τα απομεινάρια της ζωής μας".

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2017

Η ιστορία της χαμένης κόρης.

Έλενα Φερράντε
Η ιστορία της χαμένης κόρης 
Πατάκης, 2017
Μετ. Δήμητρα Δότση
 (eb)
"Σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε ο Ρίνο. Νόμιζα ότι ήθελε κι άλλα χρήματα κι ήμουν έτοιμη να του πω όχι. Τελικά, ήταν άλλος ο λόγος του τηλεφωνήματός του: είχε εξαφανιστεί η μητέρα του". Έτσι αρχίζει ο πρώτος τόμος της "Τετραλογίας της Νάπολης", του τετράτομου  διεθνούς ευπώλητου, της Έλενας Φερράντε.
 Η μητέρα του είναι η Λίλα, αχώριστη φίλη της Έλενας. 
 Με το άκουσμα της είδησης αυτής η Έλενα γυρίζει κάπου 60 χρόνια πίσω, τότε στη δεκαετία του '50, όταν οι δυο συνομίληκες γειτονοπούλες γνωρίστηκαν στο δημοτικό, σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης κι αρχίζει να αναθυμάται και να καταγράφει την κοινή τους ζωή. Όχι μόνο τη δική τους ζωή. Είναι και η ζωή των  οικογενειών τους, της γειτονιάς, της πόλης τους, ολόκληρης της Ιταλίας. Δεν είναι βέβαια ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε είναι εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς. Είναι η ιστορία ενός τόπου κι ενός λαού όπως αυτή ξεδιπλώνεται μέσα από το ξετύλιγμα της ζωής των απλών ανθρώπων, η ιστορία της γειτονιάς, όπως βιώνεται στην καθημερινότητα, επηρεασμένη ασφαλώς από τα γενικότερα συμβάντα. Από τη φτώχεια, τα ήθη, την εκπαίδευση, την τρομοκρατία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την Καμόρα, τον μεγάλο σεισμό του 1980 ή την επερχόμενη βιομηχανοποίηση, την αμάθεια ή τη μόρφωση, το σεξ, τη φιλία, την προσπάθεια της γυναίκας για απελευθέρωση  από οικογενειακά και κοινωνικά δεσμά. Όλα τα απλά και καθημερινά που εντέλει διαμορφώνουν τη ζωή των ανθρώπων.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα σε τέσερις τόμους (Η υπέροχη φίλη μου, Το νέο όνομα, αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Η ιστορία του κοριτσιού που χάθηκε) την έκδοση των  οποίων με ανυπομονησία περιμέναμε όσοι αγαπήσαμε το βιβλίο από τον πρώτο τόμο. Εννιά οικογένειες αποτελούν τα βασικά πρόσωπα που διακινούνται στο χώρο και στο χρόνο. Δύσκολο να τα θυμάται ο αναγνώστης που αναγκάζεται να γυρίζει ξανά και ξανά στις πρώτες σελίδες, όπου, πολύ προνοητικά η συγγραφέας παραθέτει τα ονόματα, τις αχολίες και τις σχέσεις όλου αυτού του πλήθους των προσώπων. Διαβάζεις κι απορείς με ποιο μαγικό τρόπο αυτή η άγνωστη συγγραφέας (κανείς δεν ξέρει το πραγματικό της  πρόσωπο, καμιά πληροφορία δεν είναι γνωστή γι' αυτήν κι ίσως κι αυτό συμβάλλει στην περιέργεια γύρω από τα βιβλία της) χωρίς να γράφει κάτι ουσιαστικό ή σημαντικό, κατορθώνει να γοητεύει τόσο τον αναγνώστη ώστε αυτός να μη θέλει να σταματήσει την ανάγνωση. Τι μας ενδιαφέρουν οι οικογενειακοί καυγάδες, τα εξώγαμα παιδιά, οι φιλίες ή οι έχθρες; Κι όμως μέσα απ' αυτά τα τετριμμένα, κοινά και ασήμαντα η Φερράντε κατορθώνει να στήσει έναν ολόκληρο γοητευτικό κόσμο. Να μας μεταφέρει μαζί της στη ρεαλιστική εκόνα της Ιταλίας από τη δεκαετία του '50 μέχρι περίπου τις αρχές του 2000. Ξεκινάμε από τη Νάπολη, μετακινούμστε μαζί με τους ήρωές της στην Πίζα, στη Φλωρεντία και αλλού, αλλά η βάση και η μεγάλη αγάπη της συγγραφέως παραμένει πάντα η Νάπολη. Εδώ αρχίζει κι εδώ τελειώνει η ιστορία. Μια ιστορία μακροσκελής, γοητευτική, που σε παίρνει πίσω, που σε μεταφέρει μ' έναν τρόπο φυσικό, αβίαστο, κινηματογραφικό, μαγικό σε άλλη εποχή, σε άλλη κοινωνία. Που σε μαγεύει και δεν  θάλεις να τελειώσει, χωρίς να ξέρεις πώς και γιατί.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017

Τρεις όροφοι


Εσκόλ Νεβό
Τρεις όροφοι
Καστανιώτης, 2017
μετ. από τα εβραϊκά, Λουίζα Μιζάν
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Τρεις διαφορετικές ιστορίες που διαδραματίζονται στους τρεις ορόφους μιας μικρής πολυκατοικίας, σε μια ήσυχη γειτονιά του Τελ Αβίβ. Τρεις οικογένειες με τα δικά τους προβλήματα, τις δικές τους ιδιαιτερότητες, σε μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Ένα βιβλίο που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε κάπως από την πλημμυρίδα της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας που μας κατακλύζει και να ρίξουμε μια ματιά στη γειτονική, αλλά λιγότερο ίσως γνωστή, ισραηλιτική λογοτεχνία, μέσα από το μυθιστόρημα ενός από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του Ισραήλ.
Στην πρώτη ιστορία ένα νεαρό ζευγάρι, ο Αρνόν Λεβανόνι και η Αγιέλετ, εμπιστεύονται συχνά το κοριτσάκι τους σ' ένα γειτονικό ζευγάρι συνταξιούχων, τον Χέρμαν και την Ρουτ. Όταν όμως ο Αρνόν υποψιάζεται ότι ο ηλικιωμένος γείτονας μπορεί να κακοποιεί σεξουαλικά τη μικρή, αλλά και να δείχνει σημάδια άνοιας, όχι μόνο αντιδρά έντονα με τραγική κατάληξη για τον ηλικιωμένο Χέρμαν, αλλά επιδιώκει την αντεκδίκηση χρησιμοποιώντας τη νεαρή, υπερβολικά φιλελεύθερη, μέχρι προκλητική, εγγγονή του (του Χέρμαν).
Στον δεύτερο όροφο μένει μια οικογένεια με δυο παιδιά. Ο σύζυγος λείπει διαρκώς σε επαγγελματικά ταξίδια, γι' αυτό και οι υπόλοποι ένοικοι αποκαλούν μεταξύ τους τη μητέρα η "χήρα". Ενώ εκείνη παλεύει μόνη με τα οικογενειακά βάρη, εμφανίζεται στην πόρτα της ο αδελφός του άντρα της, κυνηγημένος από παντού λόγω επαγγελματικών χρεών που έχει δημιουργήσει, ζητώντας τη βοήθειά της για να μεταναστεύσει στη Λατινική Αμερική.
Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία διαδραματίζεται στον τρίτο όροφο, όπου μένει η  Ντβάρα Έντελμον, συνταξιούχος δικαστίνα, που πρόσφατα έχασε τον σύζυγό της, επίσης δικαστή. Μέσα από αυτές τις απλές, καθημερινές ιστορίες που παρόμοιες θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε κάθε χώρα, κάθε λαό, με φυσικότητα ρίχνουμε μια ματιά στην καθημερινότητα του Ισραήλ. Μέσα από καθημερινά συμβάντα και προβλήματα, τα παιδιά, τις σχέσεις των συζύγων ή των αδελφών, άλλα προβλήματα που υπονοούνται και άλλα που αργά αποκαλύπτονται στον αναγνώστη, ξεπροβάλλουν στοιχεία της ζωής του Ισραήλ. Η στρατιωτική θητεία, τα κιπούτς, διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, ψήγματα ακόμα και του ολοκαυτώματος.
Αποφασίζοντας να ξεφύγει από τη μοναξιά και την αδράνειά της η δικαστίνα του τρίτου ορόφου παίρνει μέρος σε μια τέτοια διαμαρτυρία. Εκεί θα γνωρίσει έναν ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο κύριο που θ' αλλάξει τη ζωή της (όχι, δεν πρόκειται για ερωτικό δεσμό), δημιουργώντας μια αναπάντεχη ανατροπή στην ως τώρα αφήγηση.
Ενδιαφέρουσα και η τεχνική του Νεβό. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μέσα από αφηγήσεις, τις οποίες τα τρία κύρια πρόσωπα απευθύνουν σε αόρατους συνομιλητές. Στο πρώτο ο Αρνόν απευθύνεται σ' έναν φίλο του, στο δεύτερο η "χήρα" γράφει εκτενώς σε μια φίλη της, στο τρίτο η δικαστίνα Ντβάρα αφήνει μηνύματα στον τηλεφωνητή απευθυνόμενη στον νεκρό σύζυγό της. Ένδειξη άραγε της μοναξιάς και της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου;
Πρωτότυπη τεχνική, ενδιαφέρον περιεχόμενο συνδυάζονται για να μας δώσουν ένα αξιόλογο περιεχόμενο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2017

Ο ζωτικός χώρος

Ιωάννα Στυλιανού
Ο ζωτικός χώρος
Λευκωσία, 2017
 Δεν υπάρχει, νομίζω, γυναίκα που ζει τώρα τα χρόνια της ήρεμης αφυπηρέτησης, που τα παιδιά της έχουν μεγαλώσει κι έχουν ανοίξει τα φτερά τους γι' αλλού, που δεν θα νιώσει τόσο οικεία, τόσο δικά της,τα πιο πολλά από τα 19 αφηγήματα της Ιωάννας Στυλιανού. Καθώς ο χρόνος προχωρεί, όλοι μας νιώθουμε πως βαθμηδόν ο ζωτικός γύρω μας χώρος συρρικνώνεται. Από το σταδιακό άπλωμα στον κόσμο, επιστρέφουμε  στην αντίστροφη πορεία, στο μάζεμα στο σπίτι, στο δωμάτιο, στον εαυτό, τέλος, κάποια στιγμή, στον τάφο...
Οι  αναμνήσεις, τα φοιτητικά χρόνια, η χαρά της ζωής, ο έρωτας την πλημμυρίζουν. Κι ύστερα πάλι πίσω στα παιδικά αναπολήματα, στους γονείς και στους παππούδες, στη ζωή στο χωριό και στα παιδικά παιγνίδια και ξανά στο παρόν, στις εντυπώσεις από μια έκθεση ζωγραφικής, μια διαδήλωση που εμποδίζει την κυκλοφορία, στην απόπειρα να ξαναζήσει μια ρομαντική στιγμή του παρελθόντος ακούγοντας, γεμάτη συγκίνηση, τη νοσταλγική φωνή της Εντίθ Πιάφ...Non Rien de rien, Non je ne regrette rien (μα αλοίμονο, το παρελθόν δεν ξαναγυρίζει), τη σχέση της με την εκκλησία, αναμνήσεις από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές.
Χωρίς σύνδεση, από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, καταγράφει η άγνωστη Ιωάννα τη ζωή της παρασύροντάς μας σ' αυτή τη νοσταλγική αναπόληση. Τις αδιόρατες στιγμές θλίψης επισκιάζει το χιούμορ, η αποδοχή μιας ζωής που είχε τα πάνω της και τα κάτω της, ώσπου στο τέλος φτάνει στην πιο θλιβερή σελίδα των αφηγήσεών της: στο θάνατο της αγαπημένης της αδελφής, στην οποία αφιερώνει τεσσερα κείμενα, με το τελευταίο να ξαναγυρίζει και πάλι στην αποδοχή του τέλους και στο καλωσόρισμα μιας νέας ζωής, με τη βάφτιση του εγγονού της αδελφής της.
Κορυφαίο στην προτίμησή μου από τα 19 κείμενα το "Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί, να πάει στη μάνα υπομονή". Μέσα σε έξι μόνο σελίδες συμπυκνώνονται όλα τα πάθη, τα βάσανα και οι καημοί της μικρής μας πατρίδας, αλλά και οι προαιώνιοι πόθοι, οι ακατάλυτοι δεσμοί, η βαθειά αγάπη και το πικρό μας παράποο από τη μάνα Ελλάδα. Δεν ξέρω αν μπορεί να  διαβάσει αυτό το αυθόρμητο, ορμητικό σαν  χείμαρρο κείμενο Έλληνας-Κύπριος χωρίς να νιώσει τα μάτια του να υγραίνονται.
Διάβασα τον "Ζωτικό χώρο" της Ιωάννας Στυλιανού χωρίς διακοπή, με έκπληξη, πότε μ' ένα χαμόγελο ευχαρίστησης κι άλλοτε με μια μελαγχολική αναπόληση να με πλημμυρίζει. Όταν κλείνω  το βιβλίο, η σκέψη μου τριγυρίζει σε όλο αυτό τον κόσμο που ξύπνησε μέσα μου. Στη ζωή που πέρασε σαν ποτάμι μεσ' απ' τα δάχτυλά μας. Και ψιθυρίζω μαζί της: "Έζησα τη ζωή μου μέσα στο άγχος, την τελειομανία, την αγωνία, τα πρέπει, τον βιασμό του ανύπαρκτου θέλω, το καθήκον, τη φροντίδα και τη γνώμη των άλλων.
Τώρα, οδυνηρά καθυστερημένα και με απελπιστική βραδύτητα, μαθαίνω σιγά-σιγά και όσο το επιτρέπουν οι καταστάσεις να δουλεύω όταν θέλω, ν' ασχολούμαι μ' αυτό που εκείνη την ώρα μ' ενδιαφέρει, να μη νοιάζομαι τι θα πουν οι άλλοι, ν' αφήνω τα πράγματα να κυλούν απαλά. Να απολαμβάνω τις μικρές χαρές. Να είμαι ευγνώμων για όσα μου δόθηκαν και να προσμένω την κάθε μέρα σαν χρυσή βροχή μέσα από τα χέρια του Θεού. 
Τι καλά, να τα ήξερα και να τα έκανα όλα αυτά από παλιά! Τι σπατάλη!"

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017

Φωνές από χώμα

Κωνσταντία Σωτηρίου
Φωνές από χώμα
Πατάκης, 2017
Η Κωνσταντία Σωτηρίου ξεχώρισε, εντυπωσίασε και βραβεύτηκε (Athens Prize for Litterature) από την πρώτη της εκδοτική εμφάνιση με το ευσύνοπτο μυθιστόρημα "Η Αϊσέ πάει διακοπές" (Πατάκης
2015). Φαίνεται όμως πως δεν έχει ξοφλήσει με όσα τη βασανίζουν, με τους καημούς και τα πάθη αυτού του τόπου. Γύρω από τα δεινά της Κύπρου στριφογυρίζει και πάλι η γραφή και η σκέψη της, δοσμένα μέσα από τους μονολόγους δεκατριών γυναικών, σε μια σύντομη νουβέλα.
Ο τίτλος και μόνο υποβάλλει πλήθος σκέψεων: "Φωνές από χώμα". Μιλάει αυτό τούτο το χώμα, η ίδια η πονεμένη γη. Ή, μιλάνε οι απλοί και ταπεινοί, όχι η επίσημη εκδοχή της Ιστορίας. Ή, ακόμα, μιλάνε δεκατρείς γυναίκες, αυτές από τις οποίες φυτρώνει όπως από το χώμα η ζωή, που πονάνε διπλά όταν τη βλέπουν να χάνεται.
Η γνήσια  κυπριακή φωνή με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά υψώνεται για να θυμηθεί, να καταγράψει, να θρηνήσει:  "Μιλά η Μάρθα Λ.. που πατέρας της διατηρούσε ξυλουργείο στον Άγιο Κασσιανό μέχρι το 1974" , "Μιλά η Λένια Μ.., που ο πατέρας της διατηρούσε κατάστημα με αποικιακά στην περιοχή Χρισαλινιώτισσας", "Μιλά η Μαρίκκα Ζ.., καντηλανάφτισσα στο κοιμητήριο Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία....Μιλάει κυρίως εκφράζοντας τα δικά της πάθη η τουρκάλα Τζεμαλιέ που ο τυχαίος της θάνατος στάθηκε η αφορμή για να ξεσπάει, εκεί στο τέλος του 1963 το κακό που χρόνια εκυοφορείτο. Το κακό που μας έφερε στο '64, που μας οδήγησε στο '74. Εξαίρεση αυτή, δεν εκφράζεται στην κυπριακή διάλεκτο, καταγράφει τις αναμνήσεις από τη βασανισμένη της ζωή στην πανελλήνια δημοτική, διανθισμένη με λίγες τουρκικές λέξεις και εκφράσεις, ερμηνευμένες στο τέλος.
Όλες αυτές οι φωνές δεν αναζητούν μέσα από τις εξομολογήσεις τους να επιρρίψουν την ευθύνη στη μια ή την άλλη πλευρά, δεν επιδιώκουν να ξεχωρίσουν το άδικο από το δίκαιο. Κάθε μια απ' αυτές τις βασανισμένες γυναίκες αναλογίζεται τη δική της πικραμένη ζωή. Η μια θυμάται τον άντρα της που προσπαθεί να ξεπλυθεί από το χυμένο αίμα, η άλλη τον δικό της που στριφγυρίζει στον τάφο του, που "έρκεται τζιαι κάμνει την κάμαρη τζιαι μυρίζει χώμα", η άλλη τη φιλόξενη στέγη που εύρισκε στο απίτι της Τουρκούς γειτόνισσας "ώσπου να σκολάσει η μάνα της". Μικρές, ανθρώπινες στιγμές, αυτές που απαρτίζουν την ευρύτερη ιστορία, χαμένες, αγνοημένες μέσα στη φουρτούνα του κόσμου. Εξωτερική δράση δεν υπάρχει. Δίνεται μόνο ως ανάμνηση, ανάμνηση έργων των ανδρών που εκπαιδεύονται στο φανατισμό του μίσους, ως ανάμνηση του ευαίσθητου κόσμου των γυναικών που κουβαλάνε το φορτίο των βασάνων.
"Σαν να' χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου"