Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2019

Ασυγχώρητο λάθος

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ασυγχώρητο λάθος
Ψυχογιός, 2019
Διηγήματα, χρονογραφήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους και κυρίως μυθιστορήματα αποτελούν τη λογοτεχνική δημιουργία της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο, σε βιβλία που αγάπησαν χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλία βγαλμένα από τη ζωή, συχνά εμπλουτισμένα με προσωπικές εμπειρίες, βιβλία με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Αν κάτι ξεχωρίζει τα βιβλία της Γιόλας είναι ακριβώς αυτή η πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Στηριγμένη σε πραγματικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα μια ανίατη αρρώστια από την οποία πάσχει η ηρωίδα της ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου"), ή από ένα δυστύχημα που την αφήνει τετραπληγική ("Η ζωή είναι αγάπη"), ή από την ενδοοικογενειακή βία την οποία υφίσταται ("Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ"), ή από τη δράση της Μπόκο Χαράμ ("Ηλέκτρα, το δάκρυ της Αφρικής") κ.ά. προεκτείνει την πραγματική ιστορία, της δίνει διαστάσεις ώστε ν' αποκτά καθολικότητα, ώστε κάθε γυναίκα να μπορεί να βάλει τον εαυτό της στη θέση της ηρωίδας.
Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο της  "Ασυγχώρητο λάθος". Όπως η ίδια η συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο του βιβλίου, "Για τη γυναίκα που παραστράτησε τη δεκαετία του '30 και κατάφερε να ανέβει τα σκαλιά της υψηλής κοινωνίας, και να γίνει η πιο πολυσυζητημένη γυναίκα στον χώρο της, άκουσα στα χρόνια της εφηβείας μου να λέγονται πολλά". Είχε ξεχάσει την παλιά αυτή ιστορία, όταν με έκπληξη διάβασε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που αναφερόταν στην πολυτάραχη ζωή της. "Το διάβασα με περιέργεια, και με τη ματιά του ενήλικα διαπίστωσα πως η ιστορία της έκρυβε μια γοητεία-η πάλη που έκανε μια ολόκληρη ζωή να ξορκίσει τη μοίρα και να ζήσει το όνειρό και τις φιλοδοξίες της ήταν μοναδική". Αυτό υπήρξε το έναυσμα ώστε η Γιόλα να μας δώσει ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ακόμα ένα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Πέρα από την πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να προκαλεί το ενδιαφέρον  από το εισαγωγικό κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης να αδημονεί για τη συνέχεια. Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάμε και στο   "Ασυγχώρητο λάθος". Παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο μια καλοντυμένη, ωραία κυρία, τη Μαργαρίτα, να αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, όπου θα την περίμενε ο σύζυγός της. Όμως αντί αυτού ένας άγνωστος την περιμένει, για να τη μεταφέρει, με οδηγίες του συζύγου της, σ' ένα ξενοδοχείο. Τι συνέβη; Ποια θα είναι η συνέχεια; Θα το μάθει και θα το μάθουμε κι εμείς, όταν την άλλη μέρα οδηγείται στο γραφείο του δικηγόρου του συζύγου της. Κι ύστερα θα πάμε πίσω αρκετές δεκαετίες.
Την  τριτοπρόσωπη γραφή του πρώτου κεφαλαίου θα διαδεχτεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ίδιας της Μαργαρίτας. Τα δύο αυτά είδη γραφής θα εναλλάσσονται διαρκώς στο βιβλίο, ανάλογα με τις ανάγκες του περιεχομένου. Γεννημένη το 1934 η Μαργαρίτα σ' ένα χωριό του Παγγαίου στη Μακεδονία από μια πάμπτωχη οικογένεια, δωδεκάχρονη ακόμα θα σταλεί ως υπηρέτρια  σε μια πλούσια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. (Δεν μπορώ σ' αυτό το σημείο να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου ανάλογες περιπτώσεις πριν από αρκετές δεκετίες στη Λευκωσία, όταν έφερναν από χωριά μικρά κορίτσια ως υπηρέτριες, "κοπελούδες" τις έλεγαν, που δεν είχαν πάντα και την καλύτερη μεταχείριση). Η Μαργαρίτα θα γνωρίσει την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, ακόμα και  τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η θέλησή της όμως να ξεφύγει απ' αυτή την κατάσταση θα την οδηγήσει στην κοινωνική άνοδο και την καταξίωση.
Το ιστορικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή σκιαγραφούνται με αδρές πινελιές. Η Μαργαρίτα θα κατορθώσει να ανέβει την κοινωνική κλίμακα. Θα κάνει δυο γάμους, θα ταξιδέψει σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, την ατμόσφαιρα των οποίων ρεαλιστικά αποδίδει η συγγραφέας, θα μπορέσει να βοηθήσει άλλους με τον πλούτο που θα της αφήσουν οι γάμοι της. Το αν γνώρισε όμως μέσα στον περιπετειώδη βίο της και την ευτυχία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, παρ' όλο ότι το βιβλίο τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα.
Ακόμα ένα ωραίο μυθιστόρημα, με το  οποίο, όπως η συγγραφέας υποσχέθηκε στον πρόλογό της, "μας ταξίδεψε σε ήπιους τόνους, αντάμα με μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!"

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Πατσίνκο

Min Jin Lee
Πατσίνκο
Μετ. Βάσια Τζανάκαρη
Ίκαρος 2018
(ebook)
Είναι απ' τα βιβλία που στοιχειώνουν τη σκέψη σου και σε ακολουθούν για καιρό.  Βιβλίο που διαδραματίζεται πολύ μακριά από τον δικό μας, οικείο, δυτικό πολιτισμό, αλλά που κατορθώνει να αποκτήσει παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα. Είναι βιβλίο με κέντρο προπάντων τον άνθρωπο, έστω κι αν δρα μέσα σε διαφορετικές τοπικές, ιστορικές, πολιτιστικές συνθήκες. Τι κοινό έχουμε με την ιστορία, τη φύση, τη γλώσσα, τις συνήθειες Κορεατών και Ιαπώνων; Κι όμως η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο και ισχύουν παντού και πάντα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, δυστυχεί, υποφέρει, ελπίζει, αγαπά τον τόπο του, αγωνιά για τα παιδιά του, αισιοδοξεί ή απογοητεύεται, θρηνεί στον θάνατο πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
Με ύφος απλό, σχεδόν κουβεντιαστό, με σύντομες προτάσεις, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας ύφους ή εντυπωσιασμού, η Νοτιοκορεάτισσα-Αμερικανίδα συγγραφέας μας παρασύρει σ' αυτή τη μακρά αφήγηση, της οποίας οι 700 σελίδες δεν μας φαίνονται καθόλου πολλές. Αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1989. Βασική πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας που υπάρχει από την αρχή ως το τέλος, είναι η Σάντζα, μοναδικό επιζήσαν παιδί ενός φτωχού ζευγαριού, του Χούνι και της Γιάνγκτσιν, που ζουν σ' ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Κορέας (προτού ακόμα χωριστεί), το Γιόνγκτο. Φτωχοί αλλά εργατικοί και αγαπημένοι, αγωνίζονται όπως όλοι γύρω τους. Σύντομα ο Χούνι πεθαίνει και μόνη της η Γιάνγκτσιν μεγαλώνει τη Σάντζα, νοικιάζοντας τα φτωχικά της δωμάτια σε ψαράδες. Τα χρόνια περνούν, με τη Σάντζα να δουλεύει από πολύ μικρή πλάι στη μάνα της. Δεκαεξάχρονη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν πλούσιο έμπορο ψαριών, τον Κο Χάνσου, ο οποίος της αποκρύπτει ότι είναι ήδη παντρεμένος στην Ιαπωνία. Όταν εκέινη μένει έγκυος, της προτείνει να τη βοηθήσει, να τη συντηρεί, ουσιαστικά να γίνει ερωμένη του, πράγμα που η Σάντζα απορρίπτει. Θα την παντρευτεί όμως ένας φιλάσθενος ιερέας, ο Ίσακ, που έτυχε να μείνει στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους και μαζί θα μεταναστεύσουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας, της οποίας τότε η Κορέα ήταν αποικία, όπου ζει ο παντρεμένος αδελφός του Ίσακ. Το παιδί που γεννιέται, ο Νόα (Νώε) αποδεικνύεται ένα πανέξυπνο, ταλαντούχο παιδί, που όνειρό του είναι να μπορέσει να σπουδάσει, να πάει στο πανεπιστήμο παρ' όλη τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στην οποία ζουν. Το φαγητό με δυσκολία εξασφαλίζεται, το να φάνε "άσπρο ρύζι" ήταν μια σπάνια πολυτέλεια, στη θέση του κρέατος αγοράζουν και βράζουν κόκαλα.
Καθώς τα χρόνια περνούν καινούρια πρόσωπα περιβάλλουν τα αρχικά. Καινούριες γενιές, γεννήσεις και θάνατοι, παιδιά κι εγγόνια, δεσμοί δημιουργούνται ή διαλύονται. Μέσα από την ιστορία των προσώπων παρακολουθούμε τις ιστορικές συνθήκες που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν. Οι Κορεάτες στην Ιαπωνία, όπου καταφεύγουν ως μετανάστες αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ζουν σε ένα είδος γκέτο, περιφρονούνται, περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμα και το όνομά τους. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ιθαγένεια. Ακόμα και οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, έστω κι αν έχουν γεννηθεί στην Ιαπωνία, έστω κι αν μιλούν τέλεια τα Ιαπωνικά, αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους στην Ιαπωνία.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουν οι γυνακείοι χαρακτήρες, προπάντων η Σάντζα που επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας. Έχει αποκτήσει κι ένα δεύτερο παιδί με τον γάμο της κι εκτός από τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού, επινοεί τρόπους να ενισχύσει το φτωχό εισόδημα της οικογένειας. Ωραίος τύπος είναι και η άτεκνη συνυφάδα της, η Κιάουνκιν, με την οποία συγκατοικούν και  πάντα αγαπημένες αντιμετωπίζουν μαζί  όλες τις αντιξοότητες. Αλλά και η μητέρα, η Γιάνγκτζιν, που κάποια στιγμή έρχεται κι αυτή στην Ιαπωνία, δεν είναι κατώτερη. Είναι πολύ χαρκτηριστική η σκηνή κατά την οποία ηλικιωμένη πια, είναι άρρωστη και  ετοιμοθάνατη: "Το απρόσμενο δώρο αυτής της ασθένειας ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, ίσως από τη στιγμή που περπάτησε και ήταν σε θέση να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, η Γιάνγκτζιν δεν ένιωθε την επιθυμία να μοχθήσει. Πλέον δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να πλύνει πιάτα, να σκουπίσει πατώματα, να ράψει ρούχα, να τρίψει τουαλέτες, να φροντίσει παιδιά, να φτιάξει φαγητό για να πουλήσει ή να κάνει ό,τι άλλο έπρεπε να γίνει. Δουλειά της ήταν να ξεκουραστεί πριν πεθάνει". Και η Σάντζα κάποια στιγμή θα πει: "Η μοίρα μιας γυναίκας είναι να υποφέρει".
Ασφαλώς δεν λείπουν και οι ανδρικοί χαρακτήρες, ίσως μάλιστα είναι περισσότεροι και με  πιο καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Καλοί και κακοί, τίμιοι και μαφιόζοι, εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που συναντάμε σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Το βιβλίο αποπνέει αγάπη για την πατρώα γη, την Κορέα, στην οποία όμως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν μετά τον χωρισμό της. Θυμήθηκα το ποντιακό τραγούδι του Καζαντζίδη: "Στα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος". Το δράμα του μετανάστη εκφρασμένο και σ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "Πατσίνκο"; Είναι το όνομα ενός ιαπωνικού  παιγνιδιού που μοιάζει με  το φλίπερ, αλλά που παίζεται με λεφτά. Περίπου το 80% των μαγαζιών Παντσίνκο που υπήρχαν στην Ιαπωνία ανήκαν σε Κορεάτες, αλλά συνήθως ελέγχονταν από την Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία. Δυο από τα μέλη της οικογένειας της Σάντζα θα πλουτίσουν απ' αυτά τα μαγαζιά. Ο Νόα θα μπορέσι να μπει στο πανεπιστήμιο, μεγάλο επίτευγμα για Κορεάτη. Ένας εγγονός θα μπορέσει να σπουδάσει ακόμα και στην Αμερική. Όμως η ζωή παραμένει δύσκολη, απρόβλεπτη, συχνά οι ήρωες συντρίβονται από μια αδυσώπητη μοίρα.
Βιβλίο με ιστορικές αναφορές, χωρίς να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα που πολύ έχει μελετήσει και αγαπήσει την εθνική της καταγωγή, προπάντων που έχει πολύ αγαπήσει τον Άνθρωπο.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2019

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά

Κώστας Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο, 2018
Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει: Μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, το επόμενο ανάγνωσμα αδικείται. Ενώ από μόνο του ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολύ καλό, όταν έρθει μετά από ένα εξαιρετικό, μειώνεται. Το ξέρω. Κάθε βιβλίο πρέπει να κρινεται από μόνο του, αλλά άθελά μας η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το διαπιστώνω ακόμα μια φορά όταν, μετά το "Πατρίδα" του Αραμπούρου, διάβασα το "Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" του Κατσουλάρη. Ένας φιλόλογος, εκπαιδευτικός που αγαπάει ιδιαίτερα τον Όμηρο κι ένας προικισμένος μαθητής με παρόμοια αγάπη, ήταν αδύνατο να μην ελκύσουν την προσοχή μου και να μην αναζητήσω το βιβλίο. Το οποίο δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα. 
Το όλο μυθιστόρημα, από τον τίτλο, που είναι ομηρικός στίχος, ως τη διαίρεση των κεφαλαίων, την αναφορά αποσπασμάτων, τη σύγκριση μεταφράσεων ή τα ονόματα που δίνονται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, κινούνται γύρω από το μεγάλο ηρωικό έπος. Ο νεαρός μαθητής Νάσος Γκέτσος, αλβανικής καταγωγής, ενώ στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις διακρίνεται για την επίδοσή του, ξαφνικά εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τι έχει απογίνει. Ο φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός που τον είχε μαθητή στη Β' Γυμνασίου, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του με emails, πάντα γύρω από τον Όμηρο και τις μεταφράσεις του κι όταν ο Νάσος έπαψε να είναι μαθητής του. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση παρερμηνεύεται, ο καθηγητής παραπέμπεται σε  Πειθαρχικό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία. Παράλληλα αρχίζει να αναζητεί τον εξαφανισμένο, χαρισματικό μαθητή του. Τριγυρίζει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, στον Κολωνό κυρίως, συναντά τις αντιμαχόμενες ομάδες, τους χρυσαυγίτες και τους αντιφάδες (αντιφασίστες), βλέπει το αίμα που άδικα χύνεται. Έχει άραγε ο Νάσος καταλήξει σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες;
Ο συγγραφέας μας δίνει με πειστικότητα μια εικόνα της Αθήνας του 2013. Η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, ο ρατσισμός, το bullying, η φανατισμένη νεολαία, τα κύματα των προσφύγων που κατακλύζουν ιδιαίτερα τα απέναντι της Τροίας νησιά, ο υποδόριος παραλληλισμός του Τρωικού με τον τωρινό "πόλεμο" (δεν βρίσκω άλλη σχέση μεταξύ της εμμονικής αναφοράς στο ιλιαδικό έπος και στη σύγχρονη Αθήνα) διαποτίζουν το μυθιστόρημα. Ένα έργο που μοιάζει να  είναι ρεαλιστική καταγραφή γεγονότων παρά μυθοπλασία. Την άποψη αυτή ενισχύουν και αυτούσια αποσπάσματα από εφημερίδες ή διαδικτυακές αναφορές, καθώς και τα πραγματικά ονόματα νέων που θυσιάστηκαν σ' ένα παράλογο φανατισμό και μίσος.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2019

Πατρίδα

Φερνάντο Αραμπούρου
Πατρίδα
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Πατάκης, 2017
Όταν είδα τον όγκο των 714 σελίδων το φοβήθηκα. Όταν άρχισα να το διαβάζω και προπάντων όταν προχώρησα στο διάβασμα, άρχισα να λυπάμαι γιατί κάποια στιγμή αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα θα έφτανε στο τέλος του. Καιρό είχα να διαβάσω (συχνά παραπονιέμαι γι' αυτό) ένα αξιόλογο έργο σύγχρονης λογοτεχνίας. Και όμως να που υπάρχουν ακόμη τέτοια έργα, για να μας  θυμίζουν τη δύναμη που έχει και την απόλαυση που μας χαρίζει η υψηλού επιπέδου λογοτεχνία.
Ο Ισπανός Φερνάντο Αραμπούρου μας εισάγει σ' έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο. Έναν κόσμο που οι περισσότεροι τουλάχιστον από μας γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις τρομοκρατικές ενέργειες της εθνικιστικής, αυτονομιστικής οργάνωσης των Βάσκων, την ΕΤΑ, που ανακοίνωσε κατάπαυση της δράσης της το 2011.
Μ' αυτή την είδηση και ταυτόχρονα με την πληροφορία ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ο Τσάτο, είναι ήδη νεκρός αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο. Κι όμως θα φτάσουμε στη σελίδα 470 για να μάθουμε λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα ζωής και τον τρόπο εκτέλεσης του Τσάτο. Ο Αραμπούρου χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, πρωτότυπη και συνάμα σαγηνευτική τεχνική. Στα 124 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου σαν να κάνει διαρκώς κύκλους. Τα εννιά βασικά πρόσωπα του έργου έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο, σαν ηθοποιοί που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή.
Δυο φιλικές, σχεδόν αδελφικές οικογένειες απαρτίζουν τα εννιά αυτά πρόσωπα. Η μια οικογένεια αποτελείται από τον πατέρα, τον Τσάτο, αρκετά ευκατάστατο, ιδιοκτήτη μιας μεταφορικής εταιρείας, τη μάνα Μπιττόρι, μια ωραία φυσιογνωμία, στοργική μητέρα, που σ' όλο το βιβλίο τη φανταζόμαστε καθισμένη στον τάφο του άντρα της να του αφηγείται ό,τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα απεγνωσμένα ζητά μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άντρα της. Δυο παιδιά συμπληρώνουν την πρώτη οικογένεια, ο Σαμπίερ, που γίνεται γιατρός και η Νερέα που σπούδασε νομικά.
Η δεύτερη οικογένεια είναι πενταμελής. Ο πατέρας Χοσίαν, στενός φίλος με τον δολοφονημένο,  σύντροφος στην αγαπημένη τους ποδηλασία, η μάνα Μίρεν, φανατική αυτονομίστρια και τρία παιδιά: Η Αράντσα, που ένα εγκεφαλικό την αφήνει παράλυτη με μόνο τρόπο επικοινωνίας τη γραφή με το μικρό δάχτυλο στο i-pad, ο Γκόρκα με την αγάπη του για το διάβασμα, που θα βρει τον δρόμο του στο γράψιμο και ο Χόσε Μάρι, ο νεαρός ο ενταγμένος στην ΕΤΑ, ο φανατικός πατριώτης, έτοιμος να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της Βασκικής πατρίδας.
Οι φιλικές σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπτονται όταν μπαίνει ανάμεσά τους η διαφορά αντιμετώπισης της αυτονομιστικής δράσης. Η υποψία ότι μπορεί ο νεαρός Χόσε Μάρι που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και το χωριό, που εκπαιδεύτηκε στις ένοπλες ομάδες της ΕΤΑ, μπορεί να έχει σχέση με τη δολοφονία του Τσάτο, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις. Σε ολόκληρο το βιβλίο η Μπεττόρι αγωνίζεται να επιτύχει μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άνδρα της. Θα το επιτύχει στο τέλος; "Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται παρισσότερη παλικαριά παρά για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, παρά να ενεργοποιήσεις μια βόμβα".
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Παρακολουθούμε τις καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές των προσώπων του έργου, τους έρωτες, τους γάμους, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τα όνειρα και τον τρόπο ζωής τους. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι, παιδιά, η αστυνομική βία (εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτήν της τρομοκρατίας), η περιγραφή του βασκικού περιβάλλοντος, η βροχή που θαρρείς πέφτει αδιάκοπα, αναπαριστούν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ενδιαφέρουσα τεχνική του συγγραφέα δεν εξαντλείται  στην κατάτμηση των 124 κεφαλαίων και στην κυκλική επανεμφάνιση των προσώπων. Ενώ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, ξαφνικά παρεμβάλλεται ένα πρωτοπρόσωπο ρήμα ή αντωνυμία, σαν να υποβάλλει ότι η αφήγηση δεν ανήκει στον αφηγητή αλλά στο πρόσωπο που αναφέρεται. Και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συχνά μια λέξη, ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαφορετικές εκδοχές. Π.χ. "κατ' επιθυμία/ικεσία/απαίτηση" ή "ανησύχησε/αγανάκτησε" ή "παρηγηρητικός/τρυφερός, στοργικός/ευγενικός" κ.λπ. λες και διστάζει ο συγγραφέας, δεν είναι βέβαιος τι ισχύει ή πάλι σαν να θέλει να πει ότι ισχύουν όλα ταυτόχρονα.
Συμπερασματικά. Και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2019

Φοβού τους Δαναούς

PHILIP KERR
Φοβού τους Δαναούς
Μετ. Γιώργος Μαραγκός
Κέδρος, 2018
Με το ίδιο ενδιαφέρον, όπως όλα τα προηγούμενά του βιβλία, αλλά με πολλή θλίψη διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Philip Kerr. Στο νου μου είχα διαρκώς πως αυτός ο χαρισματικός στο είδος του συγγραφέας δεν υπάρχει πια. Πως ο ήρωάς του, ο Μπέρνι Γκούντερ, που μας χάρισε τόσο ωραίες αναγνωστικές ώρες με τις συναρπαστικές περιπέτειές του, που μας βύθισε στη σκοτεινιά αλλά και στον αγώνα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, δεν θα είχε πια καμιά άλλη ιστορία να μας αφηγηθεί. Ο Σκωτσέζος δημιουργός του, τον οποίο με την πρωτοπρόσωπη, ολοζώντανη γραφή του συχνά ταυτίζαμε με τον ήρωά του, πέθανε τον Μάρτιο του 2018 σε ηλικία 62 χρονών.
Η προσωπικότητα του Μπέρνι Γκούντερ είχε αρκετά σκιαγραφηθεί και στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του, Η τριλογία του Βερολίνου, Μοιραία Πράγα, Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ, που είχα διαβάσει. Στο τελευταίο βιβλίο, το οποίο αναζήτησα και διάβασα σχεδόν αμέσως με την κυκλοφορία του, δεν με είλκυσε μόνο το γνώριμο μυθιστορηματικό περιβάλλον και ο ιδιότυπος κεντρικός του ήρωας. Ο τίτλος Φοβού τους Δαναούς με τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του ήταν αρκετός να με παρακινήσει στο διάβασμά του.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος, με τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες συνήθειες, αλλά το εξωτερικό περιβάλλον και οι συνθήκες της ζωής του έχουν τώρα αλλάξει. Βρισκόμαστε στο 1957, δεκατρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Ο Γκούντερ με το ψευδώνυμο Κρίστοφ Γκαντς εργάζεται στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου στο Μόναχο. Κάποιες συγκυρίες τον οδηγούν ως εμπειρογνώμονα σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τις Αντασφαλίσεις Μονάχου. Λίγο μετά την πρόσληψή του, του αναθέτουν μια αποστολή στην Ελλάδα. Ένα πλοίο που ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία παίρνει φωτιά και βυθίζεται κάπου στα νησιά του Αιγαίου. Ιδιοκτήτης του πλοίου ήταν ο Γερμανός Βίτσελ. Για να πληρωθεί όμως η ασφάλεια έπρεπε να αποδειχτεί ότι πράγματι η βύθιση του πλοίου οφειλόταν σε δυστύχημα. Και η περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ αρχίζει. Βεβαίως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Στην αρχή φαίνεται να πρόκειται για αρχαιοκαπηλία. Όμως στη συνέχεια θα αποδειχτεί ότι η υπόθεση πάει πολύ πιο πίσω, στους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και στις κλεμμένες από τους Ναζί περιουσίες τους, ειδικά το χρυσάφι, το οποίο και κυνηγούν πολλοί, ειδικά πρώην Ναζί που ήξεραν την υπόθεση. Ταυτόχρονα Έλληνες αστυνομικοί αναζητούν τους Ναζί για να τους δικάσουν και στη μέση όλων αυτών ο Μπέρνι Γκούντερ να αναζητεί δολοφόνους, να ψάχνει για τα πραγματικά αίτια του ναυαγίου, αλλά να θεωρείται από την αστυνομία και ο ίδιος ύποπτος, σε σημείο που να του κατάσχουν το διαβατήριο ωσότου αποδειχτεί η αθωότητα και ο ρόλος του. Βεβαίως δεν λείπουν οι άφθονοι διάλογοι, το κυνηγητό στους δρόμους της Αθήνας, οι δολοφονίες, το συνεχές κάπνισμα του ήρωα, τα ποτά στο "Μεγάλη Βρετανία" και η ωραία, μοιραία γυναίκα, στην περίπτωση αυτή μια δικηγορίνα, η Έλλη Παπακωνσταντίνου που συνοδεύει τον Μπέρνι στις έρευνές του.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η γνώση του συγγραφέα για την Ελλάδα, το αθηναϊκό περιβάλλον, την ελληνική νοοτροπία αλλά και την ιστορία και τη μυθολογία. Εκφραζόμενος άλλοτε ειρωνικά, όπως μια σατιρική περιγραφή των ευζώνων, ή επικριτικά όπως για τα "φακελάκια" και τη δωροδοκία χωρίς τα οποία δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου, δεν κρύβει το θαυμασμό του για τα ελληνικά δημιουργήματα στον τομέα της τέχνης, της φιλοσοφίας, της μυθολογίας. Ενδεικτικά σταματώ σε κάποιες από τις αναφορές του: αναφορά στις μοίρες, στον Οιδίποδα, τον Κέρβερο, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τον Κύκλωπα και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Πήγασο και πλήθος άλλα. Στο τέλος υπάρχει μια σύντομη περιδιάβαση αλλά και απεριόριστος θαυμασμός για τον Παρθενώνα.
Όπως και στα άλλα μυθιστορήματα του Philip Kerr τα ιστορικά πρόσωπα ή γεγονότα δεν λείπουν. Ο Αντενάουερ, ο "γέρος", όπως τον αποκαλούσαν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ναζί Μαξ Μέρτεν και άλλοι, προσδίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα. Η δημιουργία της ΕΟΚ, η προσπάθεια ένταξης σ΄αυτήν της Ελλάδας και άλλα ιστορικά στοιχεία μας μεταφέρουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη του 1957.
Ο Philip Kerr πέθανε. Ο Μπέρνι Γκούντερ όμως, όπως όλοι οι λογοτεχνικοί ήρωες, θα ζει για πάντα, συναρπάζοντας  τους αναγνώστες που θα τον συνοδεύουν στις περιπέτειές του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019

Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ

Λουίτζι Πιραντέλο
Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Πρόλογος: Δημήτρης Στεφανάκης
Μεταίχμιο, 2018
Νομίζω πως δεν είμαι η μόνη που αγνοούσα τον πεζογράφο, μυθιστοριογράφο Λουίτζι Πιραντέλο (1867-1936). Η ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα έχει επισκιάσει κάθε άλλη λογοτεχνική του έκφραση. Πασίγνωστα τα "Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)", "Η ηδονή της τιμιότητας", "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" και πλήθος άλλα, που τον καθιέρωσαν ως θεατρικό συγγραφέα και του χάρισαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Συχνά οι τίτλοι χρησιμοποιούνται συμβολικά ακόμα και από ανθρώπους που δεν έχουν δει παραστάσεις τους.
Το "Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ" το ήξερα ως τίτλο, το θεωρούσα όμως κι αυτό ακόμα ένα θεατρικό (!) Η καινούρια έκδοση από το Μεταίχμιο του γραμμένου το 1904 μυθιστορήματος, έρχεται να μας γνωρίσει τον μυθιστοριογράφο Πιραντέλο, αν και δεν λείπουν και απ' αυτό το έργο στοιχεία τόσο εξωτερικά (διάλογοι, σκηνοθεσία κ.λπ.) όσο και εσωτερικά-ιδεολογικά που θα βρουν την ολοκλήρωση και την πλήρη έκφρασή τους στα θεατρικά του.
Το βιβλίο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η ιστορία του Ματία Πασκάλ όπως την αφηγείται ο ίδιος. Ζούσε στο Μιράνιο της Ιταλίας, μεγαλωμένος σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει, ο διαχειριστής της περιουσίας αποδεικνύεται ένας απατεώνας κι έτσι η οικογένεια, η μητέρα, ένας αδελφός και ο Ματία ζουν με δυσκολίες και στερήσεις. Ο Ματία εργάζεται με πενιχρή αμοιβή στη δημοτική βιβλιοθήκη, στην οποία όμως θαμώνες είναι μάλλον μόνο οι ...αρουραίοι. Θλιβερή είναι και η κατάληξη του γάμου του με την άβουλη Ροζαλίντα Πεσκατόρε και αφόρητη η ζωή με την καταπιεστική πενθερά του. Η ζωή του καταντά τραγική όταν πεθαίνουν σε βρεφική ηλικία και τα δίδυμα κοριτσάκια του.
Θέλοντας να ξεφύγει από την αβάσταχτη φτώχεια και δυστυχία, φεύγει από το χωριό του, πάει στη Μασσαλία, με σκοπό να μεταναστεύσει στην Αμερική. Αντί αυτού, από μια συγκυρία και μια ενστικτώδη παρόρμηση, βρίσκεται στο Μόντε Κάρλο και στο Καζίνο. Ωραίες σκηνές διαδραματίζονται στο παιγνίδι της ρουλέτας, που μας θυμίζουν τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Ο Ματία κερδίζει ένα πολύ μεγάλο ποσό. Τριγυρίζει σε διάφορα μέρη και ενώ σκέφτεται να ξαναγυρίσει στο χωριό του, διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι η σύζυγος και η πενθερά του τον αναγνώρισαν ως το πτώμα που βρέθηκε "στο αυλάκι ενός μύλου σε κατάσταση προχωρημένης σήψης". Η πρώτη του σκέψη να διαψεύσει την είδηση και να δηλώσει ότι είναι ζωντανός, μετατρέπεται σε κραυγή ελευθερίας: "Ήμουν μόνος τώρα πια, πιο μόνος δεν θα μπορούσα να είμαι πάνω στη γη, απαλλαγμένος από κάθε δέσμευση και κάθε υποχρέωση, ελέυθερος, καινός, απόλυτος κύριος του εαυτού μου, χωρίς το βάρος του παρελθόντος μου και έχοντας ένα μέλλον μπροστά μου που θα μπορούσα να το πλάσω όπως ήθελα εγώ.
Αχ, ένα ζευγάρι φτερά! Πόσο ανάλαφρος ένιωθα!"
Θα είναι όμως άραγε τα πράγματα όπως τα φαντάστηκε; Θα ζήσει ευτυχής σε πλήρη ελευθερία; Επινοεί ένα καινούριο όνομα, Αντριάνο Μέις, πλάθει ένα παρελθόν, μια καταγωγή, μια πατρίδα εντελώς φανταστικά. Πάει στη Ρώμη και ζει σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο. Ερωτεύεται μια κοπέλα, την Αντριάνα, όμως κατά βάθος ξέρει ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα. συνεχώς πρέπει να δίνει ψεύτικα στοιχεία, όταν τον κλέβουν δεν μπορεί να καταγγείλει την κλοπή. Τι θα πει στην αστυνομία; Ποιος είναι; Η νέα, ψεύτικη προσωπικότητα, παρ' όλη τη χαρά της ελευθερίας που του χάρισε αρχικά, αποδεικνύεται μια πλάνη. Η καινούρια ζωή γίνεται ξανά αφόρητη. Μόνη λύση να "πεθάνει" για δεύτερη φορά και να γυρίσει στο χωριό του, στο σπίτι και τη γυναίκα του, να βρεί τον πραγματικό εαυτό του. Τι θα συμβεί όμως τελικά;
Ο Ματία Πασκάλ δημιουργεί πλήθος απορίες και προβληματισμό. Ποιοι είμαστε τελικά; Μόνο αυτό που ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του; Ή μήπως αυτό που είμαστε συνίσταται και από το παρελθόν και από τις ρίζες και το περιβάλλον μας; Υπάρχει αντικειμενικά η αλήθεια; Σαν να ακούμε την ηχώ των σοφιστών στην άποψη του Πιραντέλο, έτσι όπως παρατίθεται στο εξώφυλλο του βιβλίου: "Δεδομένη αλήθεια δεν υπάρχει. Η σημερινή αλήθεια δεν είναι και αυριανή. Τίποτα δεν είναι αληθινό, αλλά γι' αυτό ακριβώς καθετί μπορεί να είναι αλήθεια, τη στιγμή που έχει κανείς τη θέληση να το πιστέψει και τη δύναμη να το επιβάλει. Για φανταστείτε: αν υπήρχε μια δεδομένη, σταθερή αλήθεια, η ζωή θα ήταν σαν ένας βηματισμός επιτόπου, μια αποτελμάτωση-θάνατος".

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2019

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ

Ντ. Λώρενς
Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ
Μετ. Πότη Στρατίκη
Εκδόσεις Δαρεμά (χ.χ.)
Μια αναφορά σε τηλεοπτική εκπομπή στο παλιό αυτό βιβλίο και στην περιπετειώδη ιστορία της έκδοσής του, με παρακίνησε να το αναζητήσω ανάμεσα στα παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό, αλλά πάντα πολύτιμα για μένα βιβλία μου. Θέλησα να δω τι εντύπωση άραγε θα μου έκανε τώρα ένα βιβλίο που στην εποχή του θεωρήθηκε άσεμνο, ανήθικο, αισχρό, μετά από τόσα και τόσα σύγχρονα ανάλογα βιβλία.
Πέρα από το κέντρο του μύθου, δηλαδή τον έρωτα της Κωνστάνς, λαίδης Τσάτερλυ, με τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς δεν  θυμόμουνα τίποτε άλλο. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα στην εφηβεία μου, να μην είχα προσέξει και τίποτε άλλο. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, ώριμη πια, μπόρεσα να εκτιμήσω τις λογοτεχνικές του  αρετές, αυτές ακριβώς που το 1960 συνέβαλαν ώστε το έργο να θεωρηθεί λογοτέχνημα και όχι πορνογράφημα κι έτσι στη δίκη που έγινε να αθωωθεί και να επιτραπεί η κυκλοφορία του.
Ο Άγγλος συγγραφέας του, ο D. H. Lawrence, αν και πέθανε πολύ νέος (1885-1930) έχει δώσει πολύ σημαντικά λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα κ.λπ. όπως για παράδειγμα το εξαιρετικό "Γιοι και εραστές". Ο "Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1928 στην Αμερική, με λογοκριμένες και περικομμένες τις "ακατάλληλες" λέξεις. Μετά από 18 χρόνια κυκλοφόρησε και στην Αγγλία χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Όταν το 1960 κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Όμως αυτή ήταν και η αιτία που οδήγησε τους εκδότες στο δικαστήριο, με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Βάσει όμως ενός νόμου, που προέβλεπε ότι ένα βιβλίο μπορεί να αθωωθεί αν διαπιστωθεί η λογοτεχνική του αξία, αθωώθηκε και από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, μεταφράσεις, κινηματογραφική και θεατρική μεταφορά. Στην Ελλάδα γνώρισε επίσης διάφορες μεταφράσεις και εκδόσεις.
"Η Κωνστάνς ήταν μια δεμένη κοπέλλα με σκούρα μεταξένια μαλλιά και τα φωτεινά και μεγάλα της μάτια έμοιαζαν δυο κομμάτια βελούδο. Η φωνή της, με έναν γλυκό τόνο, ήταν το μεγαλύτερο από τα χαρίσματά της". Έτσι μας συστήνει την ηρωίδα του ο Λώρενς. Μεγαλωμένη σ' ένα αρκετά φιλελεύθερο περιβάλλον, παντρεύεται τον Κλίφορντ, λόρδο Τσάτερλυ. Η οικογένεια κατοικούσε κοντά στο Μίντλαντς κι είχε στην κατοχή της έναν πύργο, μια τεράστια περιουσία κι ένα ανθρακωρυχείο. Ο Κλίφορντ γυρίζει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάπηρος, παραπληγικός θα λέγαμε σήμερα, μόνιμα καθισμένος στο αναπηρικό του κάθισμα. Η Κωνστάνς αφοσιώνεται στη φροντίδα του, αλλά με τον καιρό νιώθει να ασφυκτιά, δεν αντέχει, είναι δυστυχισμένη. Στους περιπάτους της στο δάσος συναντά τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς, που ήταν στην υπηρεσία του συζύγου της. Η παράνομη σχέση μαζί του δεν τη βγάζει μόνο από τη δυστυχία που ζούσε κοντά στον Κλίφορντ, αλλά τη μυεί και στην ηδονή του σεξ, κάτι που δεν είχε γνωρίσει ούτε με τον άντρα της, ούτε με άλλους εραστές που είχε πριν παντρευτεί ούτε και με κάποιον φίλο του άντρα της με τον οποίο είχε μια σύντομη, εφήμερη σχέση. Αυτό κυρίως είναι που τη δένει με τον δασοφύλακα, το ότι εκείνος μπόρεσε να την κάνει να αισθανθεί την ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη.
Υπάρχει ασφαλώς περιγραφή πολλών σεξουαλικών σκηνών, αλλά ο συγγραφέας διατηρεί στις περιγραφές του μια λεπτότητα, μια πολύ προσεκτική χρήση λέξεων, που σήμερα τουλάχιστον δεν ενοχλούν. Το βιβλίο όμως δεν εξαντλείται στις σκηνές αυτές. Υπάρχουν θαυμάσιες περιγραφές της φύσης, ειδικά με τη βροχή που θα 'λεγες διαποτίζει όλο το βιβλίο: "Της άρεσε να κάθεται στο ανοιχτό παράθυρο και ν' αγναντεύει το απέραντο πέλαγος της βροχής στον απλωτό κάμπο. Και τα πρωτοβρόχια! Ω, τι μεγαλείο που κλείνει μέσα της τότε η βροχή με την ορμή της! Πόσο της άρεσε να βγαίνει έξω, να χοροπηδάει σαν τρελή, αφήνοντας ελεύθερο το ένστικτό της να χαρεί αυτή την άδολη, την χωρίς μέτρο χαρά που δίνει η φύση στους ανθρώπους, πότε με τη βροχή, πότε με το χιόνι, με τη θάλασσα ή με τον αέρα". Αποκορύφωμα της αγάπης για τη φύση είναι η περιγραφή μιας εξαιρετικής σκηνής όπου η Κωνστάνς σαν άλλη βακχίδα χορεύει γυμνή μέσα στη βροχή. Πιστεύω πως ο συγγραφέας με την έμφαση που δίνει στη φύση θέλει να υποβάλει  την άποψη πως και το σεξ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εντελώς φυσιολογική πράξη, μέρος της αιώνιας φύσης. Άλλωστε και ο εραστής είναι δασοφύλακας, κάποιος που ζει μέσα στη φύση την οποία  αγαπά και φροντίζει.
Το βιβλίο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Επικρατεί φυσικά η σεξουαλική πτυχή που μοιάζει να είναι μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του σεξουαλικού ενστίκτου. Μπορεί ακόμα να ιδωθεί σαν η ανάγκη συνδυασμού ύλης και πνεύματος για μια ολοκληρωμένη ζωή. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Προυστ συχνά αναφέρεται απαξιωτικά στο βιβλίο. Μπορεί κάποιος να το δει (όπως και το είδαν πολλοί) σαν μια καταγγελία του βιομηχανικού πολιτισμού και των ταξικών διακρίσεων. "Κι άρχισε πάλι να της μιλάει για τους ανθρακωρύχους, για τους εργάτες, για τη δύσκολη ζωή τους, για τα πολιτικά συστήματα, για τις αδικίες της κοινωνίας, για την κουταμάρα των ανθρώπων που δεν σκέφτονται παρά ένα σήμερα και το πολύ-πολύ ένα αύριο".
Όπως κι αν ιδωθεί το μυθιστόρημα, το βέβαιο είναι ότι σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα  εκατό καλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι.