Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Τα απομεινάρια μιας μέρας

Καζούο Ισιγκούρο
Τα απομεινάρια μιας μέρας
Ψυχογιός, 2017 (Πρώτη έκδοση στα ελληνικά:Καστανιώτης 2005, εξαντλημένο)
Μετ. Αργυρώ Μαντόγλου
Από τα έργα του Ιάπωνα-Άγγλου Καζούο Ισιγκούρο, που γενήθηκε στο Ναγκασάκι αλλά πέντε χρονών μετανάστευσε με τους γονείς του στην Αγγλία, ήξερα μόνο το εξαίρετο "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (2005) και τη συλλογή διηγημάτων "Νυχτερινά" (2009).  Παρ' όλη τη φήμη που συνόδευε "Τα απομεινάρια μιας μέρας", το βραβείο Booker (1990)  και την περίφημη ταινία, δεν έτυχε ως τώρα να το διαβάσω. Όμως το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας  και η επανέκδοσή του από από τον Ψυχογιό, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, δεν με άφηνε ασφαλώς να το προσπεράσω.
Το διάβασα με τον αργό βηματισμό που προχωρεί το ίδιο το βιβλίο. Το απόλαυσα. Στέκομαι όμως διαστακτική να μιλήσω γι' αυτό. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπου τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει; Δεν υπάρχουν σημαντικά γεγονότα, δεν υπάρχουν ανατροπές, δεν συμβαίνει τίποτα το συνταρακτικό ή κάτι που να σε κάνει να αδημονείς για τη συνέχεια για το "τι θα γίνει παρακάτω". Κι όμως είναι απολαυστικό. Υπάρχει ο αργός βηματισμός μιας άλλης εποχής, της Αγγλίας της δεκαετίας του '50 και ακόμα πιο πίσω, της Αγγλίας του Μεσοπολέμου. Προχωρείς μαζί με τον πρωταγωνιστή, θαυμάζεις τη φύση και ταυτόχρονα μοιράζεσαι τις αναμνήσεις του.
Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο κύριος Στίβενς. Τυπικός μπάτλερ, αφοσιωμένος στο καθήκον, που για δεκετίες υπηρετεί στο Ντάρλινγκτον Χολ, ένα πολυδαίδαλο, αριστοκρατικό "σπίτι". Η λέξη ασφαλώς δεν αποδίδει αυτό το τεράστιο οικοδόμημα, με τα πολυάριθμα δωμάτια, χώρους υποδοχής, κήπους, θερινό περίπτερο και υπηρετικό προσωπικό που έφτανε κάποτε τα είκοσι οκτώ (!) άτομα. Τυπικότατος μπάτλερ, τον φανταζόμαστε ευθυτενή, αγέλαστο, άκρως τυπικό ως προς τα καθήκοντα τόσο του ιδίου όσο και του υπόλοιπου προσωπικού, το οποίο διεθύνει και ελέγχει. Τόσο τυπικό που ακόμα κι όταν τον ειδοποίησαν ότι ο πατέρας του, που υπηρετούσε στο ίδιο σπίτι, βρισκόταν στα τελευταία του, δεν πήγε να τον δει παρά μόνο όταν τέλειωσε το καθήκον που είχε εκέινη την ώρα.
Το έργο αρχίζει το 1956. Ο ιδιοκτήτης, Λόρδος Ντάρλινγκτον, έχει πεθάνει. Το παλιό, αριστοκρατικό σπίτι έχει πουληθεί σ' έναν Αμερικανό, τον κύριο Φάραντεϊ, το προσωπικό έχει κατά πολύ μειωθεί και αλλάξει, αλλά ο κύριος Στίβενς παραμένει στη θέση του.
Η προσωρινή απουσία του καινούριου ιδιοκτήτη δίνει την ευκαιρία στον κύριο Στίβενς με την άδεια και την προτροπή του κ. Φάραντεϊ να επιχειρήσει μια ολιγοήμερη περιήγηση στη δυτική Αγγλία. Η περιήγηση αυτή υπανίσσεται αδιόρατα και κάτι άλλο, πέρα από την ξεκούραση και την έξοδο στη φύση. Αφήνεται να νοηθεί ότι ο κύριος Στίβενς θα συναντήσει εκεί τη δεσποινίδα Κέντον, που υπήρξε συνάδελφός του πριν από χρόνια στο Ντάρλινγκτον Χωλ και τώρα υπάρχει μια πιθανότης να επανέλθει. Εκείνη τότε είχε προσπαθήσει να κινήσει το ενδιαφέρον του, αλλά εκείνος μέσα στην αυστηρότητα και την τυπικότητά του αγνόησε όλα τα υπονοούμενα.
Ο Στίβενς περιηγείται, θαυμάζει και θυμάται. Σταματά σε μικρά χωριουδάκια, κοιμάται σε πανδοχεία, αλλά προπάντων εκφράζει τον θαυμασμό και την αγάπη του για την αγγλική φύση. "Κι όμως, απόψε, στη γαλήνη αυτού του δωματίου, διαπιστώνω πως αυτό που απομένει από αυτή την πρώτη μέρα του ταξιδιού δεν είναι ο Καθεδρικός του Σόλσμπερι, ούτε κάποιο από τα υπόλοιπα αξιοθέατα της πόλης, αλλά εκείνη η υπέροχη θέα της κυματιστής αγγλικής υπαίθρου που είδα το πρωί (...) τολμώ να πω με κάποια σιγουριά ότι η αγγλική εξοχή στην ωραιότερη στιγμή της-όπως εγώ την είδα το πρωί- διαθέτει μια ποιότητα την οποία τα τοπία άλλων χωρών, παρότι επιφανειακά είναι πιο θεαματικά, δεν  τη διαθέτουν".
Οι αναμνήσεις του μπάτλερ καθώς προχωρεί πάνε πιο πίσω. Φτάνουν στον μεσοπόλεμο, γύρω στο 1922. Θυμάται τις πολιτικές συγκεντρώσεις που γίνονταν στο Ντάρλινγκτον Χωλ, συγκεντρώσεις και αποφάσεις που επηρέαζαν τις τελικές κρατικές αποφάσεις και σχετίζονταν με τις κατηγορίες εναντίον του Λόρδου για φιλοναζισμό.
Θα συναντήσει τελικά ο Στίβενς τη δεσποινίδα Κέντον ύστερα από τόσα χρόνια; Θα σπάσει άραγε αυτό το αγέλαστο, ατσαλάκωτο, αφοσιωμένο προφίλ του που δεν τον άφησε καθόλου να χαλαρώσει, ακόμα και τότε που συνυπηρετούσε με τη δεσποινίδα Κέντον και η οποία τόσο έκδηλα είχε εκφράσει την επιθυμία της για ένα πλησίασμα;
Το έργο σου αφήνει μια ευχάριστα μελαγχολική διάθεση. Σε κάνει να αναλογιστείς, όπως τον κύριο Στίβενς "τι είχαμε να κερδίσουμε αναλογιζόμενοι συνεχώς το παρελθόν, κατηγορώντας τον εαυτό μας για το γεγονός πως η ζωή μας δεν εξλίχθηκε όπως θα θέλαμε;"
"Ας προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα "Τα απομεινάρια της ζωής μας".

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2017

Η ιστορία της χαμένης κόρης.

Έλενα Φερράντε
Η ιστορία της χαμένης κόρης 
Πατάκης, 2017
Μετ. Δήμητρα Δότση
 (eb)
"Σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε ο Ρίνο. Νόμιζα ότι ήθελε κι άλλα χρήματα κι ήμουν έτοιμη να του πω όχι. Τελικά, ήταν άλλος ο λόγος του τηλεφωνήματός του: είχε εξαφανιστεί η μητέρα του". Έτσι αρχίζει ο πρώτος τόμος της "Τετραλογίας της Νάπολης", του τετράτομου  διεθνούς ευπώλητου, της Έλενας Φερράντε.
 Η μητέρα του είναι η Λίλα, αχώριστη φίλη της Έλενας. 
 Με το άκουσμα της είδησης αυτής η Έλενα γυρίζει κάπου 60 χρόνια πίσω, τότε στη δεκαετία του '50, όταν οι δυο συνομίληκες γειτονοπούλες γνωρίστηκαν στο δημοτικό, σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης κι αρχίζει να αναθυμάται και να καταγράφει την κοινή τους ζωή. Όχι μόνο τη δική τους ζωή. Είναι και η ζωή των  οικογενειών τους, της γειτονιάς, της πόλης τους, ολόκληρης της Ιταλίας. Δεν είναι βέβαια ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε είναι εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς. Είναι η ιστορία ενός τόπου κι ενός λαού όπως αυτή ξεδιπλώνεται μέσα από το ξετύλιγμα της ζωής των απλών ανθρώπων, η ιστορία της γειτονιάς, όπως βιώνεται στην καθημερινότητα, επηρεασμένη ασφαλώς από τα γενικότερα συμβάντα. Από τη φτώχεια, τα ήθη, την εκπαίδευση, την τρομοκρατία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την Καμόρα, τον μεγάλο σεισμό του 1980 ή την επερχόμενη βιομηχανοποίηση, την αμάθεια ή τη μόρφωση, το σεξ, τη φιλία, την προσπάθεια της γυναίκας για απελευθέρωση  από οικογενειακά και κοινωνικά δεσμά. Όλα τα απλά και καθημερινά που εντέλει διαμορφώνουν τη ζωή των ανθρώπων.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα σε τέσερις τόμους (Η υπέροχη φίλη μου, Το νέο όνομα, αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Η ιστορία του κοριτσιού που χάθηκε) την έκδοση των  οποίων με ανυπομονησία περιμέναμε όσοι αγαπήσαμε το βιβλίο από τον πρώτο τόμο. Εννιά οικογένειες αποτελούν τα βασικά πρόσωπα που διακινούνται στο χώρο και στο χρόνο. Δύσκολο να τα θυμάται ο αναγνώστης που αναγκάζεται να γυρίζει ξανά και ξανά στις πρώτες σελίδες, όπου, πολύ προνοητικά η συγγραφέας παραθέτει τα ονόματα, τις αχολίες και τις σχέσεις όλου αυτού του πλήθους των προσώπων. Διαβάζεις κι απορείς με ποιο μαγικό τρόπο αυτή η άγνωστη συγγραφέας (κανείς δεν ξέρει το πραγματικό της  πρόσωπο, καμιά πληροφορία δεν είναι γνωστή γι' αυτήν κι ίσως κι αυτό συμβάλλει στην περιέργεια γύρω από τα βιβλία της) χωρίς να γράφει κάτι ουσιαστικό ή σημαντικό, κατορθώνει να γοητεύει τόσο τον αναγνώστη ώστε αυτός να μη θέλει να σταματήσει την ανάγνωση. Τι μας ενδιαφέρουν οι οικογενειακοί καυγάδες, τα εξώγαμα παιδιά, οι φιλίες ή οι έχθρες; Κι όμως μέσα απ' αυτά τα τετριμμένα, κοινά και ασήμαντα η Φερράντε κατορθώνει να στήσει έναν ολόκληρο γοητευτικό κόσμο. Να μας μεταφέρει μαζί της στη ρεαλιστική εκόνα της Ιταλίας από τη δεκαετία του '50 μέχρι περίπου τις αρχές του 2000. Ξεκινάμε από τη Νάπολη, μετακινούμστε μαζί με τους ήρωές της στην Πίζα, στη Φλωρεντία και αλλού, αλλά η βάση και η μεγάλη αγάπη της συγγραφέως παραμένει πάντα η Νάπολη. Εδώ αρχίζει κι εδώ τελειώνει η ιστορία. Μια ιστορία μακροσκελής, γοητευτική, που σε παίρνει πίσω, που σε μεταφέρει μ' έναν τρόπο φυσικό, αβίαστο, κινηματογραφικό, μαγικό σε άλλη εποχή, σε άλλη κοινωνία. Που σε μαγεύει και δεν  θάλεις να τελειώσει, χωρίς να ξέρεις πώς και γιατί.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017

Τρεις όροφοι


Εσκόλ Νεβό
Τρεις όροφοι
Καστανιώτης, 2017
μετ. από τα εβραϊκά, Λουίζα Μιζάν
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Τρεις διαφορετικές ιστορίες που διαδραματίζονται στους τρεις ορόφους μιας μικρής πολυκατοικίας, σε μια ήσυχη γειτονιά του Τελ Αβίβ. Τρεις οικογένειες με τα δικά τους προβλήματα, τις δικές τους ιδιαιτερότητες, σε μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Ένα βιβλίο που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε κάπως από την πλημμυρίδα της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας που μας κατακλύζει και να ρίξουμε μια ματιά στη γειτονική, αλλά λιγότερο ίσως γνωστή, ισραηλιτική λογοτεχνία, μέσα από το μυθιστόρημα ενός από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του Ισραήλ.
Στην πρώτη ιστορία ένα νεαρό ζευγάρι, ο Αρνόν Λεβανόνι και η Αγιέλετ, εμπιστεύονται συχνά το κοριτσάκι τους σ' ένα γειτονικό ζευγάρι συνταξιούχων, τον Χέρμαν και την Ρουτ. Όταν όμως ο Αρνόν υποψιάζεται ότι ο ηλικιωμένος γείτονας μπορεί να κακοποιεί σεξουαλικά τη μικρή, αλλά και να δείχνει σημάδια άνοιας, όχι μόνο αντιδρά έντονα με τραγική κατάληξη για τον ηλικιωμένο Χέρμαν, αλλά επιδιώκει την αντεκδίκηση χρησιμοποιώντας τη νεαρή, υπερβολικά φιλελεύθερη, μέχρι προκλητική, εγγγονή του (του Χέρμαν).
Στον δεύτερο όροφο μένει μια οικογένεια με δυο παιδιά. Ο σύζυγος λείπει διαρκώς σε επαγγελματικά ταξίδια, γι' αυτό και οι υπόλοποι ένοικοι αποκαλούν μεταξύ τους τη μητέρα η "χήρα". Ενώ εκείνη παλεύει μόνη με τα οικογενειακά βάρη, εμφανίζεται στην πόρτα της ο αδελφός του άντρα της, κυνηγημένος από παντού λόγω επαγγελματικών χρεών που έχει δημιουργήσει, ζητώντας τη βοήθειά της για να μεταναστεύσει στη Λατινική Αμερική.
Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία διαδραματίζεται στον τρίτο όροφο, όπου μένει η  Ντβάρα Έντελμον, συνταξιούχος δικαστίνα, που πρόσφατα έχασε τον σύζυγό της, επίσης δικαστή. Μέσα από αυτές τις απλές, καθημερινές ιστορίες που παρόμοιες θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε κάθε χώρα, κάθε λαό, με φυσικότητα ρίχνουμε μια ματιά στην καθημερινότητα του Ισραήλ. Μέσα από καθημερινά συμβάντα και προβλήματα, τα παιδιά, τις σχέσεις των συζύγων ή των αδελφών, άλλα προβλήματα που υπονοούνται και άλλα που αργά αποκαλύπτονται στον αναγνώστη, ξεπροβάλλουν στοιχεία της ζωής του Ισραήλ. Η στρατιωτική θητεία, τα κιπούτς, διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, ψήγματα ακόμα και του ολοκαυτώματος.
Αποφασίζοντας να ξεφύγει από τη μοναξιά και την αδράνειά της η δικαστίνα του τρίτου ορόφου παίρνει μέρος σε μια τέτοια διαμαρτυρία. Εκεί θα γνωρίσει έναν ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο κύριο που θ' αλλάξει τη ζωή της (όχι, δεν πρόκειται για ερωτικό δεσμό), δημιουργώντας μια αναπάντεχη ανατροπή στην ως τώρα αφήγηση.
Ενδιαφέρουσα και η τεχνική του Νεβό. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μέσα από αφηγήσεις, τις οποίες τα τρία κύρια πρόσωπα απευθύνουν σε αόρατους συνομιλητές. Στο πρώτο ο Αρνόν απευθύνεται σ' έναν φίλο του, στο δεύτερο η "χήρα" γράφει εκτενώς σε μια φίλη της, στο τρίτο η δικαστίνα Ντβάρα αφήνει μηνύματα στον τηλεφωνητή απευθυνόμενη στον νεκρό σύζυγό της. Ένδειξη άραγε της μοναξιάς και της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου;
Πρωτότυπη τεχνική, ενδιαφέρον περιεχόμενο συνδυάζονται για να μας δώσουν ένα αξιόλογο περιεχόμενο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2017

Ο ζωτικός χώρος

Ιωάννα Στυλιανού
Ο ζωτικός χώρος
Λευκωσία, 2017
 Δεν υπάρχει, νομίζω, γυναίκα που ζει τώρα τα χρόνια της ήρεμης αφυπηρέτησης, που τα παιδιά της έχουν μεγαλώσει κι έχουν ανοίξει τα φτερά τους γι' αλλού, που δεν θα νιώσει τόσο οικεία, τόσο δικά της,τα πιο πολλά από τα 19 αφηγήματα της Ιωάννας Στυλιανού. Καθώς ο χρόνος προχωρεί, όλοι μας νιώθουμε πως βαθμηδόν ο ζωτικός γύρω μας χώρος συρρικνώνεται. Από το σταδιακό άπλωμα στον κόσμο, επιστρέφουμε  στην αντίστροφη πορεία, στο μάζεμα στο σπίτι, στο δωμάτιο, στον εαυτό, τέλος, κάποια στιγμή, στον τάφο...
Οι  αναμνήσεις, τα φοιτητικά χρόνια, η χαρά της ζωής, ο έρωτας την πλημμυρίζουν. Κι ύστερα πάλι πίσω στα παιδικά αναπολήματα, στους γονείς και στους παππούδες, στη ζωή στο χωριό και στα παιδικά παιγνίδια και ξανά στο παρόν, στις εντυπώσεις από μια έκθεση ζωγραφικής, μια διαδήλωση που εμποδίζει την κυκλοφορία, στην απόπειρα να ξαναζήσει μια ρομαντική στιγμή του παρελθόντος ακούγοντας, γεμάτη συγκίνηση, τη νοσταλγική φωνή της Εντίθ Πιάφ...Non Rien de rien, Non je ne regrette rien (μα αλοίμονο, το παρελθόν δεν ξαναγυρίζει), τη σχέση της με την εκκλησία, αναμνήσεις από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές.
Χωρίς σύνδεση, από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, καταγράφει η άγνωστη Ιωάννα τη ζωή της παρασύροντάς μας σ' αυτή τη νοσταλγική αναπόληση. Τις αδιόρατες στιγμές θλίψης επισκιάζει το χιούμορ, η αποδοχή μιας ζωής που είχε τα πάνω της και τα κάτω της, ώσπου στο τέλος φτάνει στην πιο θλιβερή σελίδα των αφηγήσεών της: στο θάνατο της αγαπημένης της αδελφής, στην οποία αφιερώνει τεσσερα κείμενα, με το τελευταίο να ξαναγυρίζει και πάλι στην αποδοχή του τέλους και στο καλωσόρισμα μιας νέας ζωής, με τη βάφτιση του εγγονού της αδελφής της.
Κορυφαίο στην προτίμησή μου από τα 19 κείμενα το "Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί, να πάει στη μάνα υπομονή". Μέσα σε έξι μόνο σελίδες συμπυκνώνονται όλα τα πάθη, τα βάσανα και οι καημοί της μικρής μας πατρίδας, αλλά και οι προαιώνιοι πόθοι, οι ακατάλυτοι δεσμοί, η βαθειά αγάπη και το πικρό μας παράποο από τη μάνα Ελλάδα. Δεν ξέρω αν μπορεί να  διαβάσει αυτό το αυθόρμητο, ορμητικό σαν  χείμαρρο κείμενο Έλληνας-Κύπριος χωρίς να νιώσει τα μάτια του να υγραίνονται.
Διάβασα τον "Ζωτικό χώρο" της Ιωάννας Στυλιανού χωρίς διακοπή, με έκπληξη, πότε μ' ένα χαμόγελο ευχαρίστησης κι άλλοτε με μια μελαγχολική αναπόληση να με πλημμυρίζει. Όταν κλείνω  το βιβλίο, η σκέψη μου τριγυρίζει σε όλο αυτό τον κόσμο που ξύπνησε μέσα μου. Στη ζωή που πέρασε σαν ποτάμι μεσ' απ' τα δάχτυλά μας. Και ψιθυρίζω μαζί της: "Έζησα τη ζωή μου μέσα στο άγχος, την τελειομανία, την αγωνία, τα πρέπει, τον βιασμό του ανύπαρκτου θέλω, το καθήκον, τη φροντίδα και τη γνώμη των άλλων.
Τώρα, οδυνηρά καθυστερημένα και με απελπιστική βραδύτητα, μαθαίνω σιγά-σιγά και όσο το επιτρέπουν οι καταστάσεις να δουλεύω όταν θέλω, ν' ασχολούμαι μ' αυτό που εκείνη την ώρα μ' ενδιαφέρει, να μη νοιάζομαι τι θα πουν οι άλλοι, ν' αφήνω τα πράγματα να κυλούν απαλά. Να απολαμβάνω τις μικρές χαρές. Να είμαι ευγνώμων για όσα μου δόθηκαν και να προσμένω την κάθε μέρα σαν χρυσή βροχή μέσα από τα χέρια του Θεού. 
Τι καλά, να τα ήξερα και να τα έκανα όλα αυτά από παλιά! Τι σπατάλη!"

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017

Φωνές από χώμα

Κωνσταντία Σωτηρίου
Φωνές από χώμα
Πατάκης, 2017
Η Κωνσταντία Σωτηρίου ξεχώρισε, εντυπωσίασε και βραβεύτηκε (Athens Prize for Litterature) από την πρώτη της εκδοτική εμφάνιση με το ευσύνοπτο μυθιστόρημα "Η Αϊσέ πάει διακοπές" (Πατάκης
2015). Φαίνεται όμως πως δεν έχει ξοφλήσει με όσα τη βασανίζουν, με τους καημούς και τα πάθη αυτού του τόπου. Γύρω από τα δεινά της Κύπρου στριφογυρίζει και πάλι η γραφή και η σκέψη της, δοσμένα μέσα από τους μονολόγους δεκατριών γυναικών, σε μια σύντομη νουβέλα.
Ο τίτλος και μόνο υποβάλλει πλήθος σκέψεων: "Φωνές από χώμα". Μιλάει αυτό τούτο το χώμα, η ίδια η πονεμένη γη. Ή, μιλάνε οι απλοί και ταπεινοί, όχι η επίσημη εκδοχή της Ιστορίας. Ή, ακόμα, μιλάνε δεκατρείς γυναίκες, αυτές από τις οποίες φυτρώνει όπως από το χώμα η ζωή, που πονάνε διπλά όταν τη βλέπουν να χάνεται.
Η γνήσια  κυπριακή φωνή με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά υψώνεται για να θυμηθεί, να καταγράψει, να θρηνήσει:  "Μιλά η Μάρθα Λ.. που πατέρας της διατηρούσε ξυλουργείο στον Άγιο Κασσιανό μέχρι το 1974" , "Μιλά η Λένια Μ.., που ο πατέρας της διατηρούσε κατάστημα με αποικιακά στην περιοχή Χρισαλινιώτισσας", "Μιλά η Μαρίκκα Ζ.., καντηλανάφτισσα στο κοιμητήριο Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία....Μιλάει κυρίως εκφράζοντας τα δικά της πάθη η τουρκάλα Τζεμαλιέ που ο τυχαίος της θάνατος στάθηκε η αφορμή για να ξεσπάει, εκεί στο τέλος του 1963 το κακό που χρόνια εκυοφορείτο. Το κακό που μας έφερε στο '64, που μας οδήγησε στο '74. Εξαίρεση αυτή, δεν εκφράζεται στην κυπριακή διάλεκτο, καταγράφει τις αναμνήσεις από τη βασανισμένη της ζωή στην πανελλήνια δημοτική, διανθισμένη με λίγες τουρκικές λέξεις και εκφράσεις, ερμηνευμένες στο τέλος.
Όλες αυτές οι φωνές δεν αναζητούν μέσα από τις εξομολογήσεις τους να επιρρίψουν την ευθύνη στη μια ή την άλλη πλευρά, δεν επιδιώκουν να ξεχωρίσουν το άδικο από το δίκαιο. Κάθε μια απ' αυτές τις βασανισμένες γυναίκες αναλογίζεται τη δική της πικραμένη ζωή. Η μια θυμάται τον άντρα της που προσπαθεί να ξεπλυθεί από το χυμένο αίμα, η άλλη τον δικό της που στριφγυρίζει στον τάφο του, που "έρκεται τζιαι κάμνει την κάμαρη τζιαι μυρίζει χώμα", η άλλη τη φιλόξενη στέγη που εύρισκε στο απίτι της Τουρκούς γειτόνισσας "ώσπου να σκολάσει η μάνα της". Μικρές, ανθρώπινες στιγμές, αυτές που απαρτίζουν την ευρύτερη ιστορία, χαμένες, αγνοημένες μέσα στη φουρτούνα του κόσμου. Εξωτερική δράση δεν υπάρχει. Δίνεται μόνο ως ανάμνηση, ανάμνηση έργων των ανδρών που εκπαιδεύονται στο φανατισμό του μίσους, ως ανάμνηση του ευαίσθητου κόσμου των γυναικών που κουβαλάνε το φορτίο των βασάνων.
"Σαν να' χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου"



Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2017

Η άρνηση της άρνησης


Δημήτρης Γιατρέλλης
Η άρνηση της άρνησης
Κέδρος, 2017
Η αοριστία και η ασάφεια η οποία διακρίνει το εισαγωγικό κεφάλαιο του αστυνομικού μυθιστορήματος του Δημήτρη Γιατρέλλη, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας για τη συνέχιση της ανάγνωσης. Μια ανώνυμη γυναίκα παραδίδει σ' έναν εξίσου άγνωστο και απροσδιόριστο άνδρα ένα στικάκι, για την απόκτηση του οποίου φαίνεται κάποιοι να τον έχουν πληρώσει αδρά. Όμως το αντίθετο συμβαίνει. Ο αναγνώστης βιάζεται να γυρίσει τις σελίδες, να γνωρίσει τα πρόσωπα, να μάθει τι συμβαίνει γύρω απ' αυτή τη συναλλαγή. κάτι όμως που δεν θα αποκαλυφθεί πολύ σύντομα.
Ένας πρώην δημοσιογράφος, απολυμένος λόγω κρίσης θα αποβεί ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος. Λέγεται Δάκης Κομνηνός. Έχοντας φτάσει στην έσχατη ένδεια, έχοντας χάσει στα χαρτιά ακόμα και το αυτοκίνητό του, έχει την έμπνευση να δηλώσει ως επάγγελμα "ντετέκτιβ". Η πρώτη δουλειά που του ανατίθεται, έναντι μάλιστα μιας υπέρογκης αμοιβής, είναι από μια ωραία γυναίκα, σύζυγο ενός επιφανούς οικονομικού παράγοντα, η οποία ζητά από τον Κομνηνό να βρει στοιχεία για την απιστία του συζύγου της.
Τα γεγονότα ακολουθούν με καταιγιστικό ρυθμό. Τα πρόσωπα αυξάνονται, δολοφονίες ακολουθούν, η εμπλοκή της αστυνομίας αναγκαία. Γύρω από τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος πολλά άλλα θέματα παρασύρουν τον αναγνώστη. Ο ντετέκτιβ-ήρωας του Γιατρέλλη αποδεικνύεται ένας συνδυασμός Τζέημς Μποντ και Ηρακλή Πουαρό. Δράση και σκέψη, ωραίες γυναίκες και ακριβά εστιατόρια, η σύγχρονη ελληνική ζωή. Τελικά η διαλεκτική λογική θα συμβάλει ώστε ο ντετέκτιβ να φτάσει στη λύση. Ενδιάμεσα, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του Γιατρέλλη "Είμαστε ακόμα εδώ", ακούγονται μουσικές (Back to the blues, epitaph, stairway to heaven κ.ά.), παρεμβάλλονται στοιχεία της μαρξιστικής ιδεολογίας, υπαινιγμοί για την οικονομική κρίση, για τα πολιτικά ρεύματα και τη Χρυσή Αυγή. Ακόμα και  στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, βρίσκει ευκαιρία να αναφερθεί ο συγγραφέας.
Βρήκα το βιβλίο πολύ ενδιαφέρον, όχι τόσο για την αστυνομική πλοκή, λεπτομέρειες της οποίας δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι, αλλά για όλα τα άλλα θέματα που θίγει, καθώς και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ύφους. Είναι βέβαιο πως ο αναγνώστης δεν πλήττει καθόλου.

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2017

Κι αν εγώ χαθώ

Adam Haslett
Κι αν εγώ χαθώ  (Imagine me gone)
Μεταίχμιο, 2017
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
(ebook)
Με αδημονία περίμενα την έκδοσή του στα ελληνικά, ειδικά στην ηλεκτρονική του μορφή, που θα μου επέτρεπε την άμεση απόκτησή του. Την ανυπομονησία μου για το βιβλίο δημιούργησαν: α) η ελλιπής υπόθεση του τίτλου που άφηνε τη φαντασία να καλπάζει, β) η αναφορά στο κύριο θέμα, το θέμα της κατάθλιψης, (πάντα οι ψυχικές παθήσεις μου προκαλούν ένα  ιδιαίτερο ενδιαφέρον) και γ) οι ενθουσιώδεις κριτικές, των ξένων κυρίως μέσων.
Τελικά έμεινα με την απογοήτευση που προκαλεί η διάψευση υψηλών προσδοκιών. Ο τίτλος διατήρησε ως το τέλος την αοριστία του, η κατάθλιψη δεν υπήρξε το κεντρικό θέμα και οι ποικίλες κριτικές μου φάνηκαν υπερβολικές.
Η τεχνική (που επαινέθηκε) καθόλου πρωτότυπη. Τα μέλη μιας πενταμελούς οικογένειας, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, εκφράζουν το καθένα τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα, τη δική του οπτική των γεγονότων. Στο πρώτο κεφάλαιο μιλά ο Άλεκ, το τρίτο παιδί της οικογένειας. Πρέπει να φτάσουμε στο τελευταίο κεφάλαιο για να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοεί, να κατανοήσουμε τον τόπο, τον χρόνο, τη ψυχολογική του κατάσταση. Εξίσου δυσνόητο καθίσταται και το δεύτερο κεφάλαιο, στο οποίο μιλά το δεύτερο παιδί, ο Μάικλ, που αργότερα θα μάθουμε ότι πάσχει από μια αγχώδη διαταραχή που επηρεάζει τη μεγάλη αγάπη και τις γνώσεις του για τη μουσική. Η προσπάθεια που καταβάλλει ο μικρότερος αδελφός, ο Άλεκ, να τον βοηθήσει να απεξαρτηθεί από το φάρμακο που τον κρατά στη ζωή, θα έχει δυσάρεστα αποτελέσματα.
Το τρίτο παιδί είναι η Σίλια, με τις δικές της αναμνήσεις από τη ζωή της οικογένειας, τον δεσμό και τελικά τον γάμο της με τον Πολ. Μητέρα η Μάργκαρετ. Απ' αυτήν μαθαίνουμε  ότι τότε που ήταν αρραβωνιασμένη ακόμα με τον Τζον, άνκαι πληροφορήθηκε ότι εκείνος έπασχε από κατάθλιψη δεν τον εγκατέλειψε, αλλά αποφάσισε και τον παντρεύτηκε. Γονιδιακό κατάλοιπο αφήνεται να εννοηθεί ότι υπήρξε η πάθηση του Μάικλ.
Οι αφηγήσεις των πέντε αυτών προσώπων εναλλάσσονται χωρίς συγκεκριμένη χρονική ακολουθία, πράγμα που αφενός απαιτεί την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη, αφετέρου δεν προσθέτει τίποτε στη λογοτεχνική του αξία. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο οποίο μιλά ο ομοφυλόφιλος Άλεκ, είναι μια λεπτομερέστατη περιγραφή του πώς, με ποιες κινήσεις και υπονοούμενα, καθώς ταξιδεύει με το τρένο, προκαλέι έναν άγνωστο, κατεβαίνουν μαζί και κάνουν βιαστικά (και αηδιαστικά, θα έλεγα) έρωτα σ' ένα πάρκιγκ! Δεν ξέρω τι προσθέτει αυτή η σκηνή ή μια άλλη σχετική περιγραφή πάλι του Άλεκ με έναν νεαρό,  τον Σεθ, τον οποίο ερωτεύεται. (Πόση διαφορά από την τρυφερή ερωτική σχέση δυο άλλων νεαρών, απόλυτα δικαιολογημένη και συνυφασμένη με την υπόθεση στο ωραίο μυθστόρημα "Λίγη ζωή"). 
Οι σκόρπιες αναφορές σε λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς όπως ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Τόμας Μαν, ο Προυστ, Ντοστογιέφσκι κ.λπ. δεν σώζουν το βιβλίο. Αν θα εύρισκα κάτι θετικό, αυτό είναι οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και η αλληλοβοήθεια που τα μέλη μιας οικογένειας παρέχουν μεταξύ τους.
Είχα αποφασίσει να γράφω μόνο για ββλία που μου άρεσαν, αλλά ήταν τόση η αντίθεση μεταξύ των κριτικών και των δικών μου εντυπώσεων, που υπέκυψα στον πειρασμό της αρνητικής κριτικής. Θα προσπαθήσω να μην το επαναλάβω.