Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

Καρυδότσουφλο

Ιαν ΜακΓιούαν
Καρυδότσουφλο
Πατάκηςς, 2017
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Ο Ιαν ΜακΓιούαν είναι από τους αγαπημένους μου ξένους συγγραφείς. Τα βιβλία του, "Εξιλέωση", "Σάββατο", "Στην ακτή", "Επιχείρηση ζάχαρη", "Χαμένο παιδί", "Νόμος περί τέκνων", μου έχουν χαρίσει πολλές ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. (Για όλα, εκτός από το "Εξιλέωση" που το διάβασα πριν από τη δημιουργία του blog, έχω κάνει αναρτήσεις). Φυσικό λοιπόν να αναζητώ κάθε καινούριο του βιβλίο. Το τελευταίο όμως, το "Καρυδότσουφλο", χωρίς να στερείται τα προτερήματα της γραφής του ΜακΓιούαν, δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα.
 Πιστεύω ότι στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει κατέληξε σ' ένα μυθιστόρημα εντελώς εξωπραγματικό. Δεν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, είδος αποδεκτό και σύνηθες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα συζυγικής απάτης, που καταλήγει σε αστυνομικό, αλλά με έναν εντελώς απρόσμενο εξωδιηγητικό (ως ένα βαθμό) αφηγητή. Δηλαδή την όλη ιστορία αφηγείται το κυοφορούμενο βράφος, ευρισκόμενο ήδη στον ένατο μήνα της κύησης. Και διερωτώμαι. Ποια η διαφορά αν η αφήγηση γινόταν από έναν τριτοπρόσωπο, παντογνώστη αφηγητή; Τη στιγμή μάλιστα που το βρέφος δεν αρκείται απλώς στην καταγραφή των γεγονότων όπως τα αισθάνεται να συμβαίνουν, αλλά προβαίνει σε βαθιές φιλοσοφικές, λογοτεχνικές, κοινωνικές και άλλες παρατηρήσεις! Με πλήθος αναφορές άλλοτε στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, όπως στις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, στον Σαίξπηρ και την ποίηση, στη γεύση των διαφόρων κρασιών κ.λπ. εμφανίζεται ως ένα βρέφος-παντογνώστης. Βέβαια, πολλά απ' αυτά τα μεταφέρει ως  λεγόμενα από πρόσωπα του έργου, τα οποία παρακολουθεί στις κινήσεις και συζητήσεις τους.
Τα πρόσωπα αυτά είναι: Η Τρούντη, η οποία κυοφορεί το ομιλούν βρέφος, νόμιμο καρπό της συζυγικής της σχέσης με τον Τζον, έναν ευαίσθητο ποιητή, με τον οποίο όμως έχει τώρα χωρίσει και συζεί με τον αδελφό του, τον Κλοντ. Το ζεύγος διαμένει στο οικογενειακό σπίτι, από το οποίο ο Τζον θέλει να τους διώξει. Τότε Τρούντυ και Κλοντ εξυφαίνουν ένα σχέδιο για να δολοφονήσουν τον Τζον.
 Όλα αυτά τα παρκολουθεί και τα καταγράφει το αγέννητο βρέφος. Θα επιτύχει το σχέδιό τους; Κι αν επιτύχει, θα μπορέσει το ζεύγος να διαφύγει ατιμώρητο; Τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει το βρέφος που αγαπά τον πατέρα του και αντιπαθεί τον θείο του που "έκλεψε" τη μητέρα του; (Σαφής αναφορά στον Άμλετ).
Η γραφή του ΜακΓιούαν ενδιαφέρουσα, ο προβληματισμός του πάντα καίριος. Μόνο ας εύρισκε έναν άλλον αφηγητή κι όχι αυτό το πάνσοφο έμβρυο!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2018

Ιστορία χωρίς όνομα

Στέφανος Δάνδολος
Ιστορία χωρίς όνομα
(Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα)
Ψυχογιός, 2017
(ebook)
Το ήξερα πριν διαβάσω το βιβλίο πως τίποτα καινούριο δεν θα είχα να μάθω για την Πηνελόπη Δέλτα. Όταν έχεις διαβάσει ό,τι έχει κυκλοφορήσει για τη σπουδαία αυτή γυναίκα, από το συγγραφικό της έργο που έθρεψε τη νεότητά μας, ως τα ημερολόγια, τις "ενθυμήσεις", τις "Αναμνήσεις", ό,τι έγραψε εκείνη και ό,τι γράφτηκε γι' αυτήν, ξέρεις πως τίποτα καινούριο δεν έχεις να μάθεις. Κι όμως σαν μαγνήτης πάντα με τραβάει ό,τι έχει σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα και το μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου.
Το χαρακτηρίζει ο ίδιος μυθιστόρημα, αλλά λίγα, πιστεύω, είναι τα μυθιστορηματικά στοιχεία, όπως μας διευκρινίζει ο ίδιος στο επίμετρο του έργου. Γράφει: "Το βιβλίο αυτό είναι μυθιστόρημα και πρέπει να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα, όχι σαν ιστορική βιογραφία. είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, αλλά έχει διανθιστεί από μυθιστορηματικές πινελιές όπως συμβαίνει σε κάθε ιστορία που γίνεται μυθιστόρημα". Ωραίο το εύρημα του συγγραφέα να εναλλάσσει το παρόν με  το παρελθόν. Το παρόν είναι η 26η και 27η Απριλίου 1941, όταν οι Γερμανοί πλησιάζουν και εν τέλει μπαίνουν στην Αθήνα, ενώ η "Κυρία Δέλτα" (όπως τιτλοφορούνται τα σχετικά κεφάλαια) καθισμένη στην αναπηρική καρέκλα, θυμάται και προετοιμάζεται για το προαποφασισμένο τέλος. Τα υπόλοιπα παρεμβαλλόμενα εναλλάξ κεφάλαια αναφέρονται σ' ένα τριήμερο του 1908, όταν η Δέλτα, νοσηλευόμενη στην κλινική του δρος Φρίντμαν στο Γκάινφραν, κοντά στη Βιέννη, συναντά τον Ίωνα Δραγούμη, έτοιμη να εγκαταλείψει την οικογένειά της και να τον ακολουθήσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκείνος υπηρετεί στο διπλωματικό σώμα. 
Όλη η πάλη που διαδραματίζεται στην ψυχή της Δέλτα περιγράφεται με εξαιρετικό τρόπο από τον συγγραφέα. από τη μια οι μοναδικές αυτές τρεις μέρες που περνούν οι δυο ερωτευμένοι στο ωραίο περιβάλλον της Βιέννης, δείγμα της ευτυχίας που τους αναμένει και από την άλλη η συναίσθηση της ευθύνης της Πηνελόπης απέναντι στον σύζυγο, τα παιδιά, τους γονείς της, την κοινωνία. Ξέρουν πως αν χωρίσουν τώρα, ο χωρισμός αυτός θα είναι οριστικός. 
Και πάλι ερχόμαστε στο παρόν του 1941, 33 χρόνια μετά. Χίλιες δυο σκέψεις "μυθιστορηματική αδεία" περνούν από το μυαλό της. Ο γάμος της, τα τρία της κορίτσια, η γνωριμία με τον Ίωνα, ο Παύλος Μελάς, του οποίου η σύζυγος Ναταλία ήταν αδελφή του Δραγούμη, ο μακεδονικός αγώνας, ο δεσμός του Ίωνα με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ο θάνατος-δολοφονία του Δραγούμη και η πιθανή εμπλοκή του πατέρα της, σταθμοί της περασμένης της ζωής ξανάρχονται στη μνήμη τώρα που ετοιμάζεται να πεθάνει.
Οι Γερμανοί πλησιάζουν, μπαίνουν στην Αθήνα, ο φρουρός της γαλανόλευκης στην ακρόπολη, τυλίγεται τη σημαία και πέφτει στο γκρεμό. Η Δέλτα παίρνει το δηλητήριο. Παλιές απόπειρες αυτοκτονίας είχαν αποτύχει. Όχι όμως αυτή. Πέντε μέρες βασανίζεται πριν πεθάνει. Αφήνει τις τελευταίες της οδηγίες. Θάβεται στην αυλή του σπιτιού της στην Κηφισιά.
Αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά της, από επιστολές, ημερολόγια, συνομιλίες, επιστολές του Ίωνα και άλλα αυθεντικά κείμενα διανθίζουν το μυθιστόρημα. Και ξανακάνω τη σκέψη που πολλές φορές με απασχόλησε. Πώς μπόρεσε αυτή η γυναίκα, άρρωστη για χρόνια πολλά, βασανισμένη από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα, με απόπειρες αυτοκτονίας, παντρεμένη με ένα σύζυγο που εκτιμούσε μεν αλλά ποτέ δεν αγάπησε, με τρία παιδιά, να μας αφήσει ένα τέτοιο έργο, μεγάλο σε ποσότητα και ποιότητα; Ή μήπως ακριβώς εξαιτίας όλων αυτών που την συνέθεσαν;

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2017

Έγκλημα στη Βαρκελώνη

Antonio Hill
Έγκλημα στη Βαρκελώνη
Πατάκης, 2013
Μετ. Μαρία Παλαιολόγου
(ebook)
Πάντα μου άρεσαν τα αστυνομικά μυθιστορήματα (αχ! πόσο όμορφες ώρες πέρασα παρέα με τον Ηρακλή Πουαρό και τη μις Μαρπλ!). Ταυτόχρονα όμως πάντα τα θεωρούσα αναγνωστική πολυτέλεια. Είναι, πιστεύω, η πολυτέλεια του περιττού. Σου χαρίζουν λίγες ώρες φυγής, λίγο χρόνο ξεκούρασης, απομάκρυνσης από  προβλήματα, έγνοιες, σκοτούρες, ευθύνες, χωρίς να σου αφήνουν κάτι πιο ουσιαστικό. Μοιάζουν με τις φυσαλίδες της σαμπάνιας, ωραίες, δροσιστικές, που όμως διαλύονται και σβήνουν σε δευτερόλεπτα. Γι' αυτό φύλαγα αυτή την πολυτέλεια της ανάγνωσης ενός αστυνομικού μυθιστορήματος στις διακοπές των Χριστουγέννων, σαν ένα δώρο στον εαυτό μου. Τώρα, με τη χρονική άνεση της συνταξιούχου, μπορώ να έχω όποτε θέλω αυτή την απόλαυση. Η συνήθεια όμως έμεινε. Χριστούγεννα και αστυνομικό μυθιστόρημα.
Το φετινό δώρο στον εαυτό μου υπήρξε ένα μυθιστόρημα ενός άγνωστου και πρωτοεμφανιζόμενου Ισπανού συγγραφέα: "Έγκλημα στη Βαρκελώνη". Πολύ ενδιαφέρον, αν και έχω τις επιφυλάξεις μου. Σημασία έχει ότι ο Antonio Hill κατάφερε να με κρατήσει καθηλωμένη στην ανάγνωση ως την τελευταία σελίδα.
Κεντρικός ήρωάς του ο Έκτορ Σαλγάδο, Αργεντινός στην καταγωγή, που εδώ και χρόνια ζει στη Βαρκελώνη. Μαζί του εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και δυο γυναίκες αστυνομικοί. Η πλοκή αρχίζει με ένα νεκρό αγόρι, τον Μαρκ, γόνο "καλής" οικογένειας, που όπως όλα δείχνουν σκοτώθηκε πέφτοντας από το παράθυρο της σοφίτας του σπιτιού του. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή για να ακολουθήσει πληθώρα άλλων θεμάτων και προβλημάτων με τα οποία καλούνται να ασχοληθούν ο Έκτορ και οι αστυνομικίνες.
Οι επιφυλάξεις στις οποίες αναφέρθηκα είναι ακριβώς αυτή η ανάμιξη της πληθώρας των θεμάτων. Μια φίλη του Μαρκ θα βρεθεί νεκρή στη μπανιέρα του σπιτιού της με κομμένες τις φλέβες. Ένας τρίτος νεαρός, ο Αλέιξ, φίλος και των δύο, ένας ταλαντούχος, ωραίος έφηβος, θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο. Και η υπόθεση θα πάει αρκετά χρόνια πίσω, όταν ένα τρίτο θύμα, ένα μικρό κορίτσι είχε βρεθεί νεκρό σε μια πισίνα.
Πέρα όμως από την αστυνομική πλοκή που εκτός από τους φόνους περιλαμβάνει και την εμπλοκή ενός γιατρού σε traffiking, διακίνηση ναρκωτικών, σεξουαλική κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία κ.λπ. ο συγγραφέας παρεμβάλλει στο μυθιστόρημά του και κοινωνικά θέματα: διαζύγια, υιοθεσία, σχέσεις γονιών-παιδιών, ελευθερία σχέσων κ.ά. Η Βαρκελώνη επίσης με τις γειτονιές της, τις ράμπλας, την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, γίνεται το ρεαλιστικό σκηνικό του έργου. Και βεβαίως περιττό να πω ότι η σύγχρονη τεχνολογία παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο. Υπολογιστές, blog, usb, μηνύματα και τηλεφωνήματα στα κινητά κ.λπ. είναι χρήσιμα εργαλεία για την εξιχνίαση των εγκλημάτων.
Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα γι' αυτό, νομίζω, παρασύρθηκε και ανέμιξε τόσα θέματα. Όμως κάποια υπόθεση που μένει ανοικτή στο τέλος μας δημιουργεί την υπόνοια πως αυτό το έργο δεν θα είναι...πρώτο και τελευταίο. Ίσως τότε να μπορέσει να τιθασσεύσει την έμπνευσή του και να περιορίσει τα θέματα που θίγει. Οπωσδήποτε είναι ένα ενδιαφέρον, σύγχρονο μυθιστόρμα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2017

Τελευταίο τρένο για το Παρίσι

Michele Zackheim
Τελευταίο τρένο για το Παρίσι
Εκδ. Παπαδόπουλος, 2014
Μετ. Μαρία Φακίνου
(ebook)
"Είναι άνοιξη του 1992. Να με λοιπόν, μια ηλικιωμένη γυναίκα ογδόντα επτά ετών, να ξεριζώνω γονατιστή αγριόχορτα μες το δροσερό πρωινό...Πάνε πάνω από εξήντα χρόνια από τότε που δούλευα στο Παρίσι".
 Η 87χρονη Αμερικανίδα Ρόζυ Μπελ Μάνον γυρίζει με την ανάμνηση πάνω από 60 χρόνια πίσω, όταν δούλευε ως δημοσιογράφος, ανταποκρίτρια της εφημερίδας Paris Courier, πηγαινοερχόμενη μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου. Αφορμή για το βύθισμα στις αναμνήσεις της δίνει ένα μπαούλο γεμάτο σημειώσεις και αποκόμματα εφημερίδων που της στέλλουν από την εφημερίδα χρόνια μετά τον πόλεμο, γιατί πρόκειται ν' αλλάξουν γραφεία. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση μετακινείται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, αν και για το παρόν δεν έχει πολλά να πει. Ζει στην Αμερική, στην  ηρεμία της γεροντικής ηλικίας, καλλιεργεί τον κήπο της, θαυμάζει το ηλιοβασίλεμα και θυμάται τα ταραγμένα χρόνια, τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι αναμνήσεις ξεπηδούν ολοζώντανες μέσα από το παλιό μπαούλο. Η οικογένειά της, η μέρα κατά την οποία έμαθε ότι είναι κατά το ήμισυ Εβραία (από την πλευρα της μητέρας της), οι κακές σχέσεις με τη μητέρα της που κράτησαν ως το τέλος της ζωής εκείνης, αν και η ίδια η Ρόουζ στάθηκε πάντα αφοσιωμένη στο καθήκον προς τη μάνα.
Το 1933 η Ρόουζ φτάνει στο Παρίσι. Ως ανταποκρίτρια μετακινείται μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου, ακόμα και μέχρι το 1940, όταν οι συνθήκες για τους Εβραίους έχουν γίνει τρομακτικές. Σ' αυτά τα ταξίδια γνωρίζει και ερωτεύεται τον Λέον, που αργότερα θα μάθει ότι είναι Εβραίος, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπό τη γερμανική προστασία, γιατί χρειάζονται τη χαρακτική του τέχνη.
Πολλά άλλα πρόσωπα διακινούνται στο μυθιστόρημα, ακόμα και υπαρκτά πρόσωπα που του προσδίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια, συχνά άσχετα μεταξύ τους. Μια ωραία ξαδέλφη της Ρόουζ δολοφονείται με αποτρόπαιο τρόπο, ένας γνωστός δημοσιογράφος αυτοκτονεί, ένα φιλικό ζευγάρι αφηγείται τη φρικτή εμπειρία από τη στείρωση που υπέστησαν τα δυο  κοριτσάκια του, πολιτική των Ναζί που ξεκίνησε πολύ πριν από τα πειράματα των στρατοπέδων. 
Όταν αρχίζει ο πόλεμος, η Αμερικανική Πρεσβεία στο Βερολίνο θα κλείσει. Οι Αμερικανοί πολίτες, ανάμεσά τους και η Ρόουζ, μπορούν να φύγουν. Η τολμηρή δημοσιογράφος κατορθώνει να εξασφαλίσει ψεύτικα χαρτιά για τον αγαπημένο της Λέον και τους γονείς του. Το τελευταίο τρένο που θα αναχωρήσει από το Βερολίνο για το Παρίσι φτάνει. Σε μια δραματική σκηνή η Ρόουζ πρέπει να αποφασίσει μεταξύ της σωτηρίας της μητέρας της και του Λέον. Τι θα κάνει;
Το βιβλίο σου αφήνει στο τέλος μια πικρή γεύση. Όχι μόνο για τα εγκλήματα που έγιναν και γίνονται. Αλλά και με την επαλήθευση της απαισιόδοξης ρήσης του  Θουκυδίδη: "Αυτά γίνονται και θα γίνονται όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια".

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2017

Καλοκαίρι στο Μπάντεν-Μπάντεν

Λεονίντ Τσίπκιν
Καλοκαίρι στο Μάντεν-Μπάντεν
Μεταίχμιο, 2016
Μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εισαγωγή, Σούζαν Σόνταγκ
Ο αναγνώστης χρειάζεται κάποιο χρόνο για να κατανοήσει την τεχνική και να μπει στο πνεύμα του βιβλίου, να καταλάβει αυτή την ανάμιξη πρώτου και τρίτου αφγηματικού προσώπου, μυθοπλασίας και πραγματικότητας.
"Ταξίδευα με το πρωινό τρένο, ήταν όμως χειμώνας, καταχείμωνο-τέλη Δεκεμβρίου. Εκτός αυτού, το τρένο κατευθυνόταν προς το Λένινγκραντ- προς τα βόρεια, για τούτο και πίσω από τα τζάμια άρχισε γρήγορα να σκοτεινιάζει-οι κοντινοί στη Μόσχα σταθμοί, σπαρμένοι, θαρρείς, από κάποιο αόρατο χέρι, λαμποκοπούσαν με τα δυνατά τους φώτα καθώς τους αφήναμε πίσω μας".
Είναι η πρωτοπρόσωπη φωνή του συγγραφέα με την οποία αρχίζει την αφήγησή του. Πρόκειται για τον Ρωσοεβραίο Λεονίντ Τσίπκιν, γιατρό (1926-1982), που αν και πέθανε μόλις 56 χρονών, ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία και μας άφησε αυτό το λογοτεχνικό μνημείο της έκφρασης της μεγάλης του αγάπης για τον Ντοστογέφσκι.
Χωρίς να μας αναφέρει τη χρονολογία του δικού του ταξιδιού, ξεκινά από τη Μόσχα και οδεύει με το τρένο προς το (τότε) Λένινγκριντ, με αναγνωστική συντροφιά το Ημερολόγιο της Άννας Γκριγκόριεβνα, στο οποίο στηρίζεται και το δικό του βιβλίο. Θέλει να επισκεφθεί χώρους όπου έζησε ο αγαπημένος του συγγραφέας, το μουσείο το αφιερωμένο σε κείνον και να αναφερθεί στα χρόνια που ο Φέντια, όπως αποκαλεί τον Ντοστογέφσκι, και η δεύτερη σύζυγός του, η Άννα Γκριγκόριεβνα, έζησαν σε πόλεις της Δύσης και ειδικά στο Μπάντεν-Μπάντεν. Η αυτοβιογραφική πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δηλαδή το ταξίδι του Τσίπκιν από τη Μόσχα στο Λένινγκραντ εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη γραφή, όταν ο Τσίπκιν αφηγείται τα του ταξιδιού και γενικότερα τα της ζωής του ζεύγους. Ο μακροπερίοδος λόγος (υπάρχουν περίοδοι που υπερβαίνουν τη σελίδα) είναι ακόμα ένα χαρακτηριστικό που δυσχεραίνει τον αναγνώστη και απαιτεί την πλήρη προσοχή του.
Μεταφερόμαστε στον 19ο αι., παρακολουθούμε την καθημερινότητα του ζεύγους, βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας η μεγάλη του αγάπη, ο ευέξαπτος χαρακτήρας εκείνου, οι κρίσεις της επιληψίας του, το πάθος του για τη ρουλέτα. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος της παραμονής του ζεύγους στη γνωστή λουτρόπολη. Το πάθος της ρουλέτας και η διαρκής χασούρα εξαντλεί οικονομικά το ζεύγος. Ο Φέντια  καταφεύγει στο ενεχυροδανειστήριο, βάζει τα πάντα ενέχυρο. Τα κοσμήματα της γυναίκας του, ακόμα και φορέματά της. Γίνεται προληπτικός όπως όλοι οι τζογαδόροι. "Καθώς πλησίαζε το Καζίνο άρχισε να βαδίζει με μικρότερα βήματα, έτσι ώστε ο αριθμός των βημάτων που είχε κάνει ερχόμενος από το σπίτι να φτάσει τα 1.457-ο αριθμός αυτός σύμφωνα με παλιότερους υπολογισμούς του, ήταν ο πιο γουρλίδικος γι' αυτόν-όσες φορές τον έπιανε κέρδιζε πάντα-σ' αυτή την περίπτωση όμως δεν υπήρχε τίποτα το εκπληκτικό-ο τελευταίος αριθμός ήταν το 7 και το σύνολο των αριθμών έβγαζε το νούμερο 17-πάλι7: κάτι ιδιαίτερο είχε αυτός ο αριθμός, μονός αριθμός που δεν διαιρείται με κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό του".
Αναφέρεται η βαθιά θρησκευτικότητά του, οι διαρκείς ελεημοσύνες προς όποιον του απλώνει  το χέρι, πράγμα που ενίοτε προκαλεί καυγάδες ανάμεσα στο ζεύγος, μεταφερόμαστε στον τρόπο γνωριμίας τους, όταν ο Φέντια προσέλαβε την Άννα για να της υπαγορεύσει τον "Παίκτη". Η αγάπη και η αφοσίωση εκείνης είναι αφάνταστη, συγχωρεί τα πάντα, τα πάθη του, συμπαραστέκεται στις κρίσεις επιληψίας του. "...μισή ώρα αργότερα εκείνη ξύπνησε από έναν φοβερό ήχο, κάτι ανάμεσα σε ρόγχο και σε γουργουρητό. Ανάβοντας με τρεμάμενα χέρια ένα κερί όρμησε στο κρεβάτι του άντρα της-εκείνος ήταν ξαπλωμένος άκρη άκρη, με το κορμί καμπουριασμένο, λες και ήθελε να ανακαθίσει και τον εμπόδιζε ένα αόρατο σχοινί με το οποίο ήταν δεμένος στο κρεβάτι, με το πρόσωπο μελανό, με αφρούς στο στόμα-τον έσυρε με όλη της τη δύναμη στη μέση του κρεβατιού για να μην πέσει και γονατίζοντας έπιασε να σκουπίζει με μια πετσέτα τον αφρό από τα χείλη του και τον ιδρώτα που κυλούσε από το μέτωπό του".
Ο Τσίπκιν παρεμβαίνει διαρκώς με τις δικές σκέψεις, εντυπώσεις, αναφορές. Στο Λένινγκραντ, ειδικά στη γειτονιά όπου έζησε ο Ντοστογέφσκι, η περιγραφή των γύρω δρόμων, του σπιτιού-τώρα μουσείο, παίρνει μια ιδιάτερα συγκινησιακή χροιά. Με κάθε λεπτομέρεια περιγράφεται το γραφείο του και η αρχή του τέλους. "...το δωμάτιο με το γραφείο εκείνου, πάνω στο οποίο βρίσκονταν βιβλία και χειρόγραφα, τσιγαρόχαρτα και μια ταμπακιέρα, δύο κεριά καμένα μέχρι τέλους, ένα μελανοδοχείο και ένα ημερολόγιο ανοιγμένο στην ημερομηνία του θανάτου του. Και δίπλα στο γραφείο η εταζέρα με τα βιβλία, η οποία, κατά την εκδοχή της Άννας Γκρηγκόριεβνα, όπως την παρουσιάζει στα απομνημονεύματά της, έπαιξε μοιραίο ρόλο στην πνευμονική αιμορραγία που του παρουσιάστηκε όταν μια νύχτα προσπάθησε να την μετακινήσει για να βρει την πένα, που είχε πέσει από πίσω".
Λεπτό προς λεπτό περιγράφεται η τελευταία μέρα της ζωής του μεγάλου συγγραφέα. 28 Ιανουαρίου (9 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο) 1881. Πριν καν κλείσει τα 60 του χρόνια. Απορούμε πώς μπόρεσε, παρ' όλη την αρρώστια, τα πάθη, τη σύντομη ζωή του να δημιουργήσει έργα όπως το "΄Εγκλημα και τιμωρία', "Αδερφοί Καραμαζώφ", "Οι δαιμονισμένοι" και τόσα άλλα. Ή μήπως ακριβώς γι' αυτό;
Η Σούζαν Σόνταγκ τελειώνει την πολυσέλιδη, πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική εισαγωγή της με τα εξής: "Αν θέλετε να γνωρίσετε μέσα από ένα βιβλίο το βάθος και το κύρος της ρωσικής λογοτεχνίας, διαβάστε αυτό το βιβλίο. Αν θέλετε ένα μυθιστόρημα που να τονώνει την ψυχή σας και να σας προσφέρει μια ευρύτερη άποψη της έννοιας των αισθημάτων και της ζωής, διαβάστε αυτό το βιβλίο".

Υ.Γ. Ευχαριστώ τη φίλη Λητώ Σεϊζάνη που μου γνώρισε αυτό το βιβλίο.

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2017

Η Ταβέρνα της Τζαμάικας

Δάφνη ντυ Μωριέ
Η Ταβέρνα της Τζαμάικας
Στοχαστής
Μετ. Κορίννας Σπυράτου-Γιώργου Μέλου
(Χωρίς χρονολογία)
Κρατάω στα χέρια μου ένα μισοδιαλυμένο, κιτρινισμένο απ' τον καιρό βιβλίο, μόλις που αντέχει να μη διαλυθεί εντελώς (πρέπει το συντομότερο να το πάρω για βιβλιοδεσία), χωρίς ημερομηνία έκδοσης, με εκδοτικό οίκο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, που δεν ξέρω αν ταυτίζεται με το σημερινό Στοχαστή. Πρέπει να 'ναι δεκαετίες από τότε που εκδόθηκε, ασφαλώς πολύτιμο συλλεκτικό αντίτυπο τώρα πια!
Χρόνια καταχωνιασμένο στη βιβλιοθήκη μου το ανακάλυψα και θέλησα να το ξαναδιαβάσω, να γυρίσω πίσω, σε καιρούς περασμένους, τότε που ανακάλυπτα την αγάπη μου για τη Δάφνη ντυ Μωριέ. Βέβαια η "Ταβέρνα" δεν φτάνει τη γοητεία της "Ρεβέκκας", βιβλίο λατρεμένο που το διάβασα ξανά και ξανά, άπειρες φορές, αλλά και η "Ταβέρνα" δεν κρύβει λιγότερο μυστήριο, λιγότερο ενδιαφέρον, λιγότερη λογοτεχνική απόλαυση, όπως άλλωστε και όλα τα βιβλία της συγγραφέως.
Δεν μπορώ να θυμηθώ, ύστερα από τόσα χρόνια, τι σκεφτόμουν και τι ένιωθα όταν διάβαζα το μυστηριώδες, σκοτεινό αυτό έργο που στάθηκε, όπως και άλλα έργα της βέβαια, πηγή έμπνευσης για τον μεγάλο μαιτρ του τρόμου, τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τώρα η ανάγνωσή του μου άφησε ένα αίσθημα σκοτεινιάς, αδιάκοπης βροχής, αέρα που λυσσομανά, βάλτου, σκοτεινών λόφων, απόκρημνων ακρογιαλιών, πάνω στις οποίες τσακίζονται πλοία και σκοτώνονται άνθρωποι.
Το έργο γράφτηκε το 1936, το θέμα του όμως τοποθετείται γύρω στο 1820 και τοπικά στην Κορνουάλη, νοτιοδυτική κομητεία της Αγγλίας, αγαπημένη περιοχή της Μωριέ, στην οποία έζησε πολλά χρόνια.
"Ήταν μια κρύα, γκρίζα μέρα του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει τη νύχτα κι ένας ξαφνικός αέρας έφερε βαρύ μολύβι στον ουρανό και αδιάκοπη, ψιλή, διαπεραστική βροχή. Η μεσημεριάτικη αυτή ώρα έμοιαζε σαβανωμένη με το χειμωνιάτικο σκοτάδι που σουρνόταν πάνω στους λόφους τυλίγοντάς τους σε πηχτή ομίχλη. Σε δυο ώρες το πολύ το σκοτάδι θα 'χε πέσει ολότελα. Ο αέρας, διαπεραστικά κρύος, εύρισκε τον τρόπο να περνάει ανάμεσα απ' τις χαραμάδες των κλειστών παραθυριών και να παγώνει απελπιστικά το εσωτερικό του μεγάλου αμαξιού που ταξίδευε στον ανοιχτό δρόμο."
Τι μπορεί να περιμένει ο αναγνώστης μετά από μια τέτοια εισαγωγή; Ένα νεαρό κορίτσι, η Μαίρη Γίλλαν, μένοντας ορφανή και από πατέρα κα μητέρα, καταφεύγει στο σπίτι της θείας της, η οποία διατηρεί μαζί με τον σύζυγό της μια ταβέρνα, την "Ταβέρνα της Τζαμάικα", η οποία όμως καθώς υψώνεται δυσοίωνα μέσα στην ερημιά, δείχνει αμέσως πως δεν είναι αυτό που φαίνεται. Λαθρεμπόριο, εγκλήματα, αγριότητες, τρομάζουν τη νεαρή Μαίρη που διαρκώς κινδυνεύει αλλά δεν παύει να αγωνίζεται και για τη δική της ζωή και για την αποκάλυψη των κακών. Ανατροπές αλλά κι ένας έρωτας την περιμένει.
Το έργο ακολουθεί έναν αργό βηματισμό. Ας μην περιμένει ο σύγχρονος αναγνώστης τους γοργούς ρυθμούς της εποχής μας. Ας απολαύσει αυτό το αριστουργηματικό θρίλερ, το σκοτάδι της νύχτας, την αδιάκοπη βροχή, τον βάλτο μέσα στον οποίο βουλιάζει ο πεζοπόρος, το αργό κύλισμα της άμαξας, γενικά την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, που με τόση επιτυχία αποδίδει η Δάφνη ντυ Μωριέ.
Εξώφυλλο της φετινής έκδοσης


Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Τα απομεινάρια μιας μέρας

Καζούο Ισιγκούρο
Τα απομεινάρια μιας μέρας
Ψυχογιός, 2017 (Πρώτη έκδοση στα ελληνικά:Καστανιώτης 2005, εξαντλημένο)
Μετ. Αργυρώ Μαντόγλου
Από τα έργα του Ιάπωνα-Άγγλου Καζούο Ισιγκούρο, που γενήθηκε στο Ναγκασάκι αλλά πέντε χρονών μετανάστευσε με τους γονείς του στην Αγγλία, ήξερα μόνο το εξαίρετο "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (2005) και τη συλλογή διηγημάτων "Νυχτερινά" (2009).  Παρ' όλη τη φήμη που συνόδευε "Τα απομεινάρια μιας μέρας", το βραβείο Booker (1990)  και την περίφημη ταινία, δεν έτυχε ως τώρα να το διαβάσω. Όμως το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας  και η επανέκδοσή του από από τον Ψυχογιό, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, δεν με άφηνε ασφαλώς να το προσπεράσω.
Το διάβασα με τον αργό βηματισμό που προχωρεί το ίδιο το βιβλίο. Το απόλαυσα. Στέκομαι όμως διαστακτική να μιλήσω γι' αυτό. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπου τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει; Δεν υπάρχουν σημαντικά γεγονότα, δεν υπάρχουν ανατροπές, δεν συμβαίνει τίποτα το συνταρακτικό ή κάτι που να σε κάνει να αδημονείς για τη συνέχεια για το "τι θα γίνει παρακάτω". Κι όμως είναι απολαυστικό. Υπάρχει ο αργός βηματισμός μιας άλλης εποχής, της Αγγλίας της δεκαετίας του '50 και ακόμα πιο πίσω, της Αγγλίας του Μεσοπολέμου. Προχωρείς μαζί με τον πρωταγωνιστή, θαυμάζεις τη φύση και ταυτόχρονα μοιράζεσαι τις αναμνήσεις του.
Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο κύριος Στίβενς. Τυπικός μπάτλερ, αφοσιωμένος στο καθήκον, που για δεκετίες υπηρετεί στο Ντάρλινγκτον Χολ, ένα πολυδαίδαλο, αριστοκρατικό "σπίτι". Η λέξη ασφαλώς δεν αποδίδει αυτό το τεράστιο οικοδόμημα, με τα πολυάριθμα δωμάτια, χώρους υποδοχής, κήπους, θερινό περίπτερο και υπηρετικό προσωπικό που έφτανε κάποτε τα είκοσι οκτώ (!) άτομα. Τυπικότατος μπάτλερ, τον φανταζόμαστε ευθυτενή, αγέλαστο, άκρως τυπικό ως προς τα καθήκοντα τόσο του ιδίου όσο και του υπόλοιπου προσωπικού, το οποίο διεθύνει και ελέγχει. Τόσο τυπικό που ακόμα κι όταν τον ειδοποίησαν ότι ο πατέρας του, που υπηρετούσε στο ίδιο σπίτι, βρισκόταν στα τελευταία του, δεν πήγε να τον δει παρά μόνο όταν τέλειωσε το καθήκον που είχε εκέινη την ώρα.
Το έργο αρχίζει το 1956. Ο ιδιοκτήτης, Λόρδος Ντάρλινγκτον, έχει πεθάνει. Το παλιό, αριστοκρατικό σπίτι έχει πουληθεί σ' έναν Αμερικανό, τον κύριο Φάραντεϊ, το προσωπικό έχει κατά πολύ μειωθεί και αλλάξει, αλλά ο κύριος Στίβενς παραμένει στη θέση του.
Η προσωρινή απουσία του καινούριου ιδιοκτήτη δίνει την ευκαιρία στον κύριο Στίβενς με την άδεια και την προτροπή του κ. Φάραντεϊ να επιχειρήσει μια ολιγοήμερη περιήγηση στη δυτική Αγγλία. Η περιήγηση αυτή υπανίσσεται αδιόρατα και κάτι άλλο, πέρα από την ξεκούραση και την έξοδο στη φύση. Αφήνεται να νοηθεί ότι ο κύριος Στίβενς θα συναντήσει εκεί τη δεσποινίδα Κέντον, που υπήρξε συνάδελφός του πριν από χρόνια στο Ντάρλινγκτον Χωλ και τώρα υπάρχει μια πιθανότης να επανέλθει. Εκείνη τότε είχε προσπαθήσει να κινήσει το ενδιαφέρον του, αλλά εκείνος μέσα στην αυστηρότητα και την τυπικότητά του αγνόησε όλα τα υπονοούμενα.
Ο Στίβενς περιηγείται, θαυμάζει και θυμάται. Σταματά σε μικρά χωριουδάκια, κοιμάται σε πανδοχεία, αλλά προπάντων εκφράζει τον θαυμασμό και την αγάπη του για την αγγλική φύση. "Κι όμως, απόψε, στη γαλήνη αυτού του δωματίου, διαπιστώνω πως αυτό που απομένει από αυτή την πρώτη μέρα του ταξιδιού δεν είναι ο Καθεδρικός του Σόλσμπερι, ούτε κάποιο από τα υπόλοιπα αξιοθέατα της πόλης, αλλά εκείνη η υπέροχη θέα της κυματιστής αγγλικής υπαίθρου που είδα το πρωί (...) τολμώ να πω με κάποια σιγουριά ότι η αγγλική εξοχή στην ωραιότερη στιγμή της-όπως εγώ την είδα το πρωί- διαθέτει μια ποιότητα την οποία τα τοπία άλλων χωρών, παρότι επιφανειακά είναι πιο θεαματικά, δεν  τη διαθέτουν".
Οι αναμνήσεις του μπάτλερ καθώς προχωρεί πάνε πιο πίσω. Φτάνουν στον μεσοπόλεμο, γύρω στο 1922. Θυμάται τις πολιτικές συγκεντρώσεις που γίνονταν στο Ντάρλινγκτον Χωλ, συγκεντρώσεις και αποφάσεις που επηρέαζαν τις τελικές κρατικές αποφάσεις και σχετίζονταν με τις κατηγορίες εναντίον του Λόρδου για φιλοναζισμό.
Θα συναντήσει τελικά ο Στίβενς τη δεσποινίδα Κέντον ύστερα από τόσα χρόνια; Θα σπάσει άραγε αυτό το αγέλαστο, ατσαλάκωτο, αφοσιωμένο προφίλ του που δεν τον άφησε καθόλου να χαλαρώσει, ακόμα και τότε που συνυπηρετούσε με τη δεσποινίδα Κέντον και η οποία τόσο έκδηλα είχε εκφράσει την επιθυμία της για ένα πλησίασμα;
Το έργο σου αφήνει μια ευχάριστα μελαγχολική διάθεση. Σε κάνει να αναλογιστείς, όπως τον κύριο Στίβενς "τι είχαμε να κερδίσουμε αναλογιζόμενοι συνεχώς το παρελθόν, κατηγορώντας τον εαυτό μας για το γεγονός πως η ζωή μας δεν εξλίχθηκε όπως θα θέλαμε;"
"Ας προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα "Τα απομεινάρια της ζωής μας".