Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2018

Εγώ ο Σίμος Σιμεών



Γιάννης Ξανθούλης
Εγώ ο Σίμος Σιμεών
Διόπτρα, 2017
Ο Γιάννης Ξανθούλης, όπως έχω ξαναγράψει, δεν υπήρξε ανάμεσα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Αν εξαιρέσω το "Ο γιος του δάσκαλου", τα άλλα του βιβλία δεν είχαν πολλά να μου πουν. Δεν τον υποτιμώ ως συγγραφέα, απλώς αναζητώ κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο. Γι' αυτό και  δεν σκόπευα να διαβάσω το τελευταίο του βιβλίο, αν δεν μου το πρότειναν δυο φίλες των οποίων τα αναγνωστικά γούστα εκτιμώ.
Δυστυχώς η ανάγνωσή του ήρθε αμέσως μετά τον Γιάλομ κι όπως συχνά συμβαίνει, ό,τι και να διαβάσει κανείς μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, θα το βρει κατώτερο και από την πραγματική του αξία. Η αναπόφευκτη σύγκριση το αδικεί. Ύστερα λοιπόν από την ευρύτητα της ματιάς του Γιάλομ που αφενός απλώνεται, αν όχι σε πέντε, τουλάχιστον σε τρεις ηπείρους ενώ του Ξανθούλη περιορίζεται στα όρια μιας βορειοελλαδίτικης κωμόπολης, ύστερα από την καταβύθιση στα άδυτα της ψυχής που επιχειρεί ο Γιάλομ στην επιφανειακή καταγραφή ενεργειών και σκέψεων που χαρακτηρίζει τον Ξανθούλη, τι περιθώριο σου μένει για να εκτιμήσεις σωστά τον δεύτερο;
Ας προσπαθήσω όμως, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες να μην τον αδικήσω. Το βιβλίο του έχει πράγματι μια πρωτοτυπία. Η ανάμιξη της σάτιρας με το εξωλογικό στοιχείο προσδίδει αρκετό ενδιαφέρον στο βιβλίο. Χώρος δράσης είναι μια μικρή κωμόπολη, η Χαλκόπολη, μεταξύ Καβάλλας, Σερρών και Δράμας. Φανταστική, βέβαια, αλλά που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε ελληνικής κωμόπολης του 1964. Στη χρονιά αυτή τοποθετείται το έργο. Ο κύριος ήρωας, ο Σίμος Σιμεών (έτσι με ι  για να διαφέρει από το κανονικό με υ) είναι ένα 11χρονο αγόρι. Εξώγαμο παιδί της Αναστασίας-Σάσας, μιας από πέντε αδερφές. Πανέξυπνος ο μικρός Σίμος, με γνώσεις κατά πολύ υπέρτερες της ηλικίας του, άριστος μαθητής βέβαια, αλλά και εφοδιασμένος με διαίσθηση και μαντικές ικανότητες με τις οποίες βοηθά τη μητέρα του, που επαγγέλλεται την αστρολόγο, να κάνει προβλέψεις που επαληθεύονται.
Η σάτιρα του Ξανθούλη αγγίζει τα πάντα. Το σχολείο, τις σχολικές επιδείξεις, τα λαϊκά πανηγύρια, τον Μητροπολίτη, τις πολιτικές φιλοδοξίες (ο υποψήφιος δήμαρχος υπόσχεται στους ψηφοφόρους του καινούριο, ευάερο και ευήλιο νεκροταφείο!). Και όλα αυτά με χιούμορ που όμως στην προσπάθειά του να το σκορπίζει παντού και διαρκώς ο συγγραφέας συχνά το εκβιάζει, με αποτέλεσμα ενίοτε να μην προκαλεί ούτε χαμόγελο.
Ιστορικά στοιχεία της εποχής, τραγούδια ή ταινίες, η μορφή του "γέρου της δημοκρατίας", του Γεώργιου Παπανδρέου, η καθιέρωση της δημοτικής, υπαινιγμοί ακόμα και για τη δικτατορία που θα ακολουθήσει σε τρία χρόνια, είναι διάσπαρτα στο μυθιστόρημα. Τα ένοχα μυστικά των μικρών  κοινοτήτων δημιουργούν ενδιαφέρουσες ανατροπές. Το σεξουαλικό στοιχείο βρίσκεται κι αυτό εν αφθονία περιβλημένο με την ανάλογη σάτιρα.
Εν τέλει, περνάς καλά με τον Ξανθούλη και τον Σίμο του, αν δεν έχεις πολύ υψηλές απαιτήσεις από τη λογοτεχνία.

Πέμπτη, Ιουλίου 26, 2018

Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!

Irvin Yalom
Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!
(Αναμνήσεις ενός ψυχίατρου)
Μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Άγρα, 2018
Αναρωτιέμαι συχνά τι είναι εκείνο που μας γοητεύει, που μας κάνει να προτιμούμε ένα βιβλίο που γράφτηκε από ένα συγγραφέα άλλης εθνικότητας, που έζησε σε μια άλλη χώρα, με ένα διαφορετικό πολιτισμό, από ένα βιβλίο που αναφέρεται στη δική μας χώρα, στον δικό μας πολιτισμό, στα δικά μας πάθη; Ναι, η λογοτεχνική γραφή είναι το πρώτιστο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι, νομίζω, και η ευρύτητα της ματιάς του συγγραφέα που ζει σε μια μεγάλη χώρα. Οι πιο πολλοί από μας περνάμε όλη μας τη ζωή εκεί που γεννηθήκαμε, κάνουμε το ίδιο επάγγελμα, έχουμε τον ίδιο περιορισμένο κύκλο γνωστών, εμπειριών, εντυπώσεων. Γι' αυτό, πιστεύω, όσο καλός λογοτέχνης κι αν είναι κάποιος που γεννιέται σ' ένα μικρό νησί όπως η Κύπρος δεν μπορεί ποτέ να γίνει συγγραφέας μεγάλου μεγέθους.
Κάνω ακόμα μια φορά τις σκέψεις αυτές καθώς τελειώνω το τελευταίο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ, την αυτοβιογραφία του, γραμμένη στα ογδόντα πέντε του χρόνια (γενν. το 1931, είναι τώρα 87). Με συνάρπασε. Κι ας είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός εβραιόπουλου που οι βιοπαλαιστές, αμόρφωτοι γονείς του έφτασαν στην Αμερική πρόσφυγες από τη Ρωσία. Όμως η μεγάλη χώρα του δίνει την ευκαιρία για μόρφωση, για την επιλογή πανεπιστημίου, για την επιστημονική, κοινωνική και οικονομική πρόοδο. Μια ξαφνική αρρώστια του πατέρα του όταν ο Ίρβιν ήταν 14 χρονών και η ανακουφιστική παρηγοριά του γιατρού τον κάνουν να θέλει να γίνει γιατρός, να βοηθάει κι αυτός τον κόσμο. Μετά από σκληρή μελέτη κατορθώνει να μπει στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Τζωρτζ Ουάσιγκτον, από εκεί στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και τελικά στο Τζωνς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, όπου παίρνει την ειδικότητα του ψυχοθεραπευτή.
Με ύφος απλό αλλά γλαφυρό, συχνά με χιούμορ μας μεταφέρει στον κόσμο της ψυχιατρικής αλλά και στον κόσμο της καθημερινότητάς του. Γνώρισε τη γυναίκα του Μαίρυλιν όταν ήταν 15 χρονών, την παντρεύτηκε και ζουν μαζί μέχρι σήμερα! Κι εκείνη πανεπιστημιακός, με ειδικότητα στη λογοτεχνία κι εκείνη συγγραφέας αρκετών βιβλίων. Τα ενδιαφέροντά τους, αν και διαφορετικά ως προς το είδος, συμπίπτουν ως προς το αέναο διάβασμα και τη διαρκή προσπάθεια για ανέλιξη. Παρ' όλο που αποκτούν τέσσερα παιδιά (σήμερα και οχτώ εγγόνια) δεν διστάζουν να μετακινούνται, να ζουν με επιστημονικές ανταλλαγές σε άλλες χώρες ή απλώς να ταξιδεύουν. Πότε στο Παρίσι, που η Μαίρυλιν ιδιαιτέρως αγαπά, στο Λονδίνο, στη Βιέννη, στην Ιταλία, στην Ιαπωνία και αλλού. Κάποτε ο Ίρβιν πάει μόνος για ένα σεμινάριο διαλογισμού στην Ινδία, αλλά οι εμπειρίες του από εκεί δεν είναι και οι καλύτερες. "Πώς έγινα Έλληνας" τιτλοφορεί ένα κεφάλαιο του βιβλίου του, όπου περιγράφει πώς γνώρισε την Ελλάδα, πώς νιώθει όταν την επισκέπτεται, αλλά και τη μεγάλη αγάπη των Ελλήνων αναγνωστών για τα βιβλία του.
Κινούμενος μεταξύ της αναπόλησης της παιδικής του ηλικίας, των σχέσεων με τους γονείς του, προσωπικών οικογενειακών στιγμών και βιωμάτων, των σπουδών του, της επαγγελματικής ανέλιξης, των ονείρων του, φίλων με τους οποίους συνδέθηκε, την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών ψυχοθεραπείας με θεραπευομένους του, αφιερώνει μεγάλο μέρος της αυτοβιογραφίας του στο πώς αφορμήθηκε να στραφεί, εκτός από τα καθαρά ψυχιατρικά βιβλία και στη λογοτεχνική γραφή. Κι αυτό είναι το μέρος, ομολογώ, που με γοήτευσε περισσότερο. Ο Δήμιος του έρωτα, Όταν έκλαψε ο Νίτσε, Στο ντιβάνι, Η μάνα και το νόημα της ζωής, Η θεραπεία του Σοπενάουερ, Στον κήπο του Επίκουρου, Το πρόβλημα Σπινόζα, Πλάσματα μιας μέρας, είναι βιβλία του μεταφρασμένα και στα Ελληνικά, τα πλείστα ευπώλητα. Με ποια αφορμή τα έγραψε, σκέψεις πάνω στο περιεχόμενό τους, ανάλυση που τα φέρνει πιο κοντά μας.
Στάθηκα ιδιαίτερα στα λογοτεχνικά του διαβάσματα. Τζων Στάινμπεκ, Τόμας Γουλφ, Γιόζεφ Ροτ, Κάφκα, Καμύ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ είναι μερικοί μόνο από τους αγαπημένους του συγγραφείς. Με εντυπωσίασε η παραδοχή του ότι "πολλά από τα ζητήματα που βασάνιζαν τους θεραπευόμενούς μου-τα γηρατειά, η απώλεια, ο θάνατος, οι μεγάλες αποφάσεις ζωής, ποιο επάγγελμα ν' ακολουθήσω ή ποιον να παντρευτώ-είχαν συχνά δουλευτεί με πολύ πειστικότερο τρόπο από μυθιστοριογράφους και φιλοσόφους παρά από μέλη της ψυχιατρικής κοινότητας". Σαν τέτοιους συγγραφείς αναφέρει τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Μπέκετ, τον Κούντερα κ.ά., ο ίδιος δε ομολογεί ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν διάβαζε λίγες έστω λογοτεχνικές σελίδες.
Ο Ίρβιν Γιάλομ έζησε μια μακρά ζωή,  δύσκολη και γεμάτη μειονεκτικά συναισθήματα στην αρχή της (παιδί φτωχών μεταναστών, λευκός σε μια συνοικία μαύρων, Εβραίος όταν όλοι γύρω του ήταν χριστιανοί) κι όμως με τον προσωπικό του αγώνα καταλήγει στον επίλογο της αυτοβιογραφίας του: "Κοιτάζοντας τη ζωή μου προς τα πίσω, λίγες πικρίες έχω. Έχω σύντροφο ζωής μια πολύ ξεχωριστή γυναίκα. Έχω παιδιά κι εγγόνια που μ'αγαπούν. Έχω ζήσει σ' ένα προνομιούχο μέρος του κόσμου με ιδανικό κλίμα, όμορφα πάρκα, πολύ λίγη φτάχεια και βία και στο οποίο βρίσκεται το Στάνφορντ, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Και κάθε μέρα λαβαίνω γράμματα που μου υπενθυμίζουν ότι έχω βοηθήσει κάποιον σε κάποια μακρινή χώρα. Έτσι λοιπόν τα λόγια που είπε ο Ζαρατούστρα του Νίτσε ισχύουν για μένα:
"Αυτή ήταν η ζωή; Ε, τότε άλλη μια φορά!"-

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2018

Ένα κείμενο της Καίτης

Η Καίτη, με την ωραία, ποιητική της γραφή, γράφει για μένα και όσα μας δένουν. Την ευχαριστώ πολύ. (Παραλείπω κάποια πολύ προσωπικά σημεία)

70 βιβλία και 9 ταξίδια από το blog της
«anagnostria», Kίκας Ολυμπίου
Την Κίκα τη θυμάμαι πάντα να διαβάζει και να γράφει σε περιοδικά, σε εφημερίδες ολόδροσα κείμενα με τα πιο απροσδόκητα θέματα, με τον δικό της ανεπανάληπτο, τον χαμηλόφωνο, κουβεντιαστό τρόπο που άγγιζε ευαίσθητες χορδές της ύπαρξης που περιμένανε οι αναγνώστες της να διαβάσουν. Η γραφή της ενείχε μια μαγική αύρα, να πιάνει το απλό, το καθημερινό και να το αγλαΐζει, να του δίνει βάθος και προοπτική.
Θυμάμαι όταν έφυγε η μητέρα της έγραψε ένα συγκλονιστικό άρθρο στοργής κι ευγνωμοσύνης in memoriam. Άφησαν εποχή οι πρωτότυπες ραδιοφωνικές εκπομπές στο ΡΙΚ για λογοτεχνικά θέματα. Κι από κοντά η τρυφερή ιστορία από το ημερολόγιο της Άννας που αναζητούσαν οι ακροάτριες το άγραφο ακόμα βιβλίο στα βιβλιοπωλεία!  Η Κίκα, λοιπόν, διάβαζε κι έγραφε, μα προπάντων διάβαζε, ήταν πάντα μια περιπαθής αναγνώστρια. Έρχονται στη σκέψη μου εκείνη τα αξέχαστα χρόνια στο Γυμνάσιο Φανερωμένης που γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε. Τότε στη δεκαετία του 70,  τα μαύρα σύννεφα πλήθαιναν πάνω από το μαρτυρικό νησί και μεις σκοτωνόμαστε μεταξύ μας (άραγε θα μας συγχωρήσει ποτέ η ιστορία που δεν πήραμε τα μηνύματα του Ονήσιλου;)  και στην έπαρσή μας δεν βλέπαμε πως
βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Ασίας
  κάτω απ’ την αφή μας άπτεται η πέτρα.     
(Κ. Μόντης)
Κι έπειτα ήρθε ο χαλασμός. Τότε 1970-74 διαβάζαμε ατέλειωτα, ξεκοκαλίσαμε την πλούσια βιβλιοθήκη της Φανερωμένης, ελληνική  και ξένη λογοτεχνία, θέατρο, Ίψεν, θέατρο του παραλόγου, θεατρικά του Σαρτρ, του Τένεσσυ Ουίλιαμς κ.ά. Και κρατούσαμε σημειώσεις και συζητούσαμε επί ώρες συνεπαρμένες, χαμένες στους μυστικούς λειμώνες του Λόγου, στο παραμύθι των λέξεων.
(Όλοι εμείς που αγαπάμε τα βιβλία δεν χρειάζεται να μας πείσουν για την αξία και τη ζωοποιό δύναμή τους. Όμως πιστεύω πως ο Φρανσουά Τρυφώ στο έργο του Φαρενάιτ 451 διά της εις άτοπον απαγωγής αποδεικνύει περίτρανα τον καταλυτικό ρόλο του βιβλίου στη δόμηση του ψυχικού κόσμου μας και την προαγωγή των κοινωνιών προβάλλοντας μια κοινωνία απολυταρχική όπου απαγορεύονταν τα βιβλία επί ποινή θανάτου και κάποιοι διανοητές μέσα σε χλοερά δάση κρυφά αποστήθιζαν ένα σπουδαίο βιβλίο για να το διασώσουν για το μέλλον).
…………………………………………………………….
Η Κίκα είναι αυτή που ενσαρκώνει το ζώδιο ζυγός, ισορροπημένη, εναρμονισμένα μέσα της όλα : συναισθήματα, φαντασία, διαίσθηση, σκέψη. Ο ηνίοχος δεν θα φοβηθεί ποτέ την ανατροπή του άρματος από το δυσήνιο άλογο των ορμών. Πάντα τη θαύμαζα την Κίκα γι’ αυτή την εσωτερική αρμονία, όντας εγώ παρορμητική και εκρηκτική στην έκφραση του είναι μου.
……………………………………………………………………….
          Τη δεκαετία του '90 εκδώσαμε μαζί δύο συλλείτουργα βιβλία, τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, σχέδιο ερμηνείας και τα κείμενα Λογοτεχνίας για τη Γ΄ Λυκείου. Για να τα γράψουμε εντρυφήσαμε και βυθιστήκαμε για χρόνια σε μια ατέλειωτη βιβλιογραφία, ώσπου να πάρουν την τελική τους μορφή τα  δοκίμιά μας. Ήταν μια εργασία έμπλεη έρωτος και ένθεου ζήλου, διαβάζαμε και γράφαμε ξανά και ξανά. Τότε η Κίκα έγραψε στον Νίκο Κάσδαγλη κι εκείνος με πολλή ευγένεια μας έστειλε τα βιβλία του για να αναγνώσουμε σωστά το διήγημά του, «Σοροκάδα» και μόλις πήρε το βιβλίο μας βαθιά συγκινημένος μας απάντησε πως ήταν η δική μας η πιο ωραία ερμηνεία του αφηγήματός του. Θυμάμαι το 1998 ήμουν με εγχείριση καρκίνου στο Νοσοκομείο με τον ορρό στο χέρι και ψάχναμε μαζί στο ποιητικό σύμπαν του Ελύτη, μαγεμένες να ενωτιστούμε τα άρρητα φθέγματα της ποίησής του, να αποκρυπτογραφήσουμε το Άσπιλο, να ερμηνεύσουμε το ι΄ άσμα, της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν ή το ια΄  άσμα, ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος.
          Kαι η Κίκα συνεχίζει να διαβάζει και να γράφει πυρετωδώς κι ακόμα ένα έναυσμα τώρα διαρκές και ανανεώσιμο είναι ο άλλος της έρωτας, τα ταξίδια. Ταξιδεύοντας με τους φιλολόγους και τους φίλους τους όπου γης με ανεξάντλητη την έφεση να δει πίσω από τα πανέμορφα τοπία, τις ιστορίες, τα μνημεία εκείνη με την αγάπη της και τη φιλέρευνη ματιά και φαντασία του περιηγητή βλέπει και διαλέγεται με την ψυχή του τόπου, τη μήτρα των πραγμάτων, την ουσία των όντων που συνήθως επικαλύπτεται από την αχλύ και την τύρβη των ανθρώπων. Κάποτε ψάχναμε μαζί να βρούμε την μπυραρία όπου πήγαινε ο Τζέιμς Τζόις στο Δουβλίνο, ή στο Όσλο το καφέ Central  όπου κάθε μεσημέρι ερχόταν ο Ίψεν ή στο Παρίσι το μπιστρό που σύχναζε ο Βενιζέλος.
Με μοναδική πυκνότητα κι ένταση μας παραδίδει τις συντεταγμένες της δικής της κοσμολογίας, μιλά για μια άλλη γεωγραφία απ’ αυτή των χαρτών  κι ο μυθικός κόσμος που μας αποκαλύπτεται στις ταξιδιωτικές της σελίδες μας εισάγει σ’ ένα άχρονο παρόν. Έτσι μας προσφέρει μια ενδόμυχη παραμυθία και ξεχνάμε πού είμαστε κι όλα αυτά που μας πονούν και που μας καίνε.
Η Κίκα έχει εκδώσει ως τώρα 2 τόμους ταξιδιωτικών, το 2003 και το 2012. Τώρα κρατάμε ανά χείρας το καινούργιο της βιβλίο, μια ιδιαίτερα καλαίσθητη  έκδοση, 70 βιβλία και 9 ταξίδια από το blog της “anagnostria, όπου  ενώνει τους δύο μεγάλους της έρωτες τα  βιβλία που διάβασε και για τα οποία έχει αναρτήσει στο διαδίκτυο ως δεινή μπλόκερ σχόλια, αισθητικές παρατηρήσεις, προβληματισμούς και τα ταξιδιωτικά. Στα βιβλία με απέριττο λόγο σκιαγραφεί τον μύθο του βιβλίου, παρουσιάζει τους ήρωες, προβάλλει τις ιδέες, τη φιλοσοφία του συγγραφέα κρατώντας σε αγωνία για το επερχόμενο τέλος που είναι μια πρόκληση γι’ αυτόν που θα θελήσει να συναντηθεί με τον κόσμο του βιβλίου. Αισθάνομαι υπέροχα γιατί διάβασα και απόλαυσα σχεδόν όλα αυτά τα βιβλία για τα οποία έχουμε συζητήσει διεξοδικά. Τα σπουδαία βιβλία διασώζουν την άφθιτη ομορφιά του λόγου, άλλωστε κατά τον Χάιντεγκερ η γλώσσα, ο λόγος είναι ο οίκος του Όντος, οι ποιητές και οι διανοητές είναι οι φύλακες της αλήθειας του Όντος.
Όσον αφορά τα ταξιδιωτικά, όπως λένε οι φίλες μου στην Ελλάδα που διάβασαν τις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις της Κίκας, τα κείμενά της τις βοηθούν να χάνονται σε «αστερισμούς σελαγίζοντες που συνορχούνται με την κόμη της Βερενίκης» και άλλα αστρικά σχήματα, ν’ αποδρούν γι' αλλού σαν το μαγικό λυχνάρι του Αλαντίν, τους διανοίγει παράθυρο στο σύμπαν, που μόνο να ονειρεύονται μπορούν πλέον. Ας χαθούμε λοιπόν χωρίς αποσκευές στα 9 ταξιδιωτικά της Κίκας, στις άγνωστες διεξόδους που μας προσφέρει ο πανέμορφος αυτός πλανήτης, όπου ο Θεός ευδόκησε να κατοικούμε.

Καίτη Χρίστη

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2018

Οι λεηλάτες του μεσημεριού

Αθηνά Τσάκαλου
Οι λεηλάτες του μεσημεριού
Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2018
Είναι κάποια βιβλία που από την πρώτη σελίδα είναι σαν να σε αρπάζουν από τον λαιμό. Δεν  μπορείς να τους ξεφύγεις, δεν μπορείς να αναβάλεις το διάβασμά τους. Η πρώτη σελίδα οδηγεί αναπόφευκτα στη δεύτερη, γυρίζεις βιαστικά τη μια μετά την άλλη, αχόρταγα προχωρείς και ολοένα θέλεις κι άλλο κι άλλο...
Αυτό μου συνέβη και με το βιβλίο "Οι λεηλάτες του μεσημεριού" της άγνωστής μου συγγραφέως Αθηνάς Τσάκαλου, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει. Ευτυχώς. Ποιος ξέρει αν θα το συναντούσα ποτέ κι αν το συναντούσα αν θα του έδινα την οποιαδήποτε σημασία.
Η Λένη -προσωπείο, υποθέτω της συγγραφέως- θυμάται. Θυμάται και γράφει. Είναι σαν ένα requiem, ένα μεταθανάτιο αφιέρωμα στον αδελφό της. Συνομιλίες και όνειρα, αναπολήσεις και οράματα, ανάπλαση μιας περασμένης ζωής και οραματισμοί για το μέλλον. Η ζωή στο φτωχό, ορεινό χωριό αναπλάθεται μ΄ολη την αγάπη, τη νοσταλγία, τον καημό για μια εποχή περασμένη. Έθιμα, πρόσωπα του χωριού και οι τραγικές τους ιστορίες, η δύσκολη ζωή, η φτώχεια, το κρύο. Το χιόνι πλημμυρίζει κάθε σελίδα του βιβλίου. Κι ανάμεσα μια οικογένεια. Η Λένη, ο αδελφός της Σταύρος, δυο χρόνια μεγαλύτερος, η μάνα, μια υπέροχη μορφή μάνας. Καρτερική, γεμάτη καλοσύνη, αγάπη, στοργή, κατανόηση, έτοιμη να στερηθεί για να δώσει. Δουλεύει τη γη, γίνεται μητέρα και πατέρας ταυτόχρονα για τα δυο ανήλικα παιδιά της, όταν ο άντρας της χάνεται για δέκα χρόνια μετανάστης στη Γερμανία. Κι όταν εκείνος ξαφνικά γυρίζει, τα δυο παιδιά δυσκολεύονται να τον αναγνωρίσουν. Μια πονεμένη κραυγή, κραυγή διαμαρτυρίας ακούγεται από τη Λένη για το τέρας της μετανάστευσης.
Τα χρόνια περνούν. Η ζωή τους μετά την άφιξη του πατέρα κάπως βελτιώνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν, πάνε στην Αθήνα για σπουδές. Οι σκέψεις της Λένης ξεδιπλώνονται συνειρμικά. Η ανάμνηση εθίμων του χωριού, εκδηλώσεων που διάνθιζαν με λίγες στιγμές χαράς τη δύσκολη ζωή, το καθιερωμένο πριν τα Χριστούγεννα σφάξιμο του γουρουνιού, οι γιορτές του Πάσχα εναλλάσσονται με τις συζητήσεις με τον αδελφό της που πιστεύει σ' ένα όραμα, σ' έναν καλύτερο κόσμο για τον οποίο και αγωνίζεται. Πολλά πράγματα βέβαια πέρα από την ιδεολογία και τους οραματισμούς του δεν αποκαλύπτει στην αδελφή του. Αλλά ένα απόγευμα η μορφή του αδελφού της γεμίζει την οθόνη της τηλεόρασης. Η ανακοίνωση ότι πρόκειται για αναρχικό που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με την αστυνομία, την αφήνει κεραυνόπληκτη. Η κηδεία του στο χωριό, η βίωση του πένθους, τα ταφικά έθιμα και πάνω απ' όλα ο πόνος της μάνας, χαράσσουν ανεξίτηλες εικόνες στη σκέψη του αναγνώστη.
Η συγγραφέας είχε να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο. Να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιδεολογία και τους οραματισμούς του αδελφού της στους οποίους και η ίδια πιστεύει και στον τρόπο επίτευξής τους. (Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι η ίδια η συγγραφέας, κατά δική της ομολογία, έχει δυο παιδιά στη φυλακή, που καταδικάσστηκαν για συμμετοχή στην αναρχική οργάνωση Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς). Νομίζω πως πέτυχε το σκοπό της. Αφενός ξεδιπλώνει την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο και την ομάδα του κι από την άλλη διατηρεί τη δική της ουδέτερη στάση ή και αντίθεση απένατι στις επαναστατικές, παράνομες δράσεις που αποσκοπούν στην υλοποίηση αυτής της ιδεολογίας. "Πώς θα ήθελα να υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος πολέμου. Όχι ο δρόμος της φωτιάς σαν μόνος δρόμος αλλαγής, αλλά να πολεμήσουμε το κακό και την απελπισία με τη δοξολογία του καλού, του καλού που υπάρχει", σκέφτεται πως θα' πρεπε να είχε πει στον αδελφό της.
Την ίδια δυσκολία αισθάνομαι κι εγώ στην προσπάθειά μου να αποδώσω τον τρόπο σκέψης, την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο στη δράση, όπως αυτή αποτυπώνεται στους πολύ ενδιαφέροντες διαλόγους με την αδελφή του ή όπως διεξάγονται μετά τον θάνατό του μεταξύ της κοπέλας του και της Λένης. Νομίζω πως δεν κατάφερα να αποδώσω όπως το ένιωσα και όπως θα ήθελα αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2018

Τα δωδέκατά μου γενέθλια




Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα ξεχνούσα τα γενέθλιά μου! Κι όμως να που έγινε κι αυτό. Προχθές, 21 Ιουνίου, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, την παγκόσμια μέρα μουσικής, που διάλεξα (ή έτυχε;) το 2006 να γεννηθεί το blog μου, την ξέχασα. Πρώτη φορά στα δώδεκα χρόνια. Ας είναι καλά ο συνεορτάζων Πατριάρχης Φώτιος (Vivliocafe) που μου το θύμισε. Εύχομαι και σε κείνον και σε μένα "ενόσω ζούμε και αναπνέουμε..." να μπορούμε να διαβάζουμε και να γράφουμε. Μια έντυπη έκδοση, μια επιλογή των αναρτήσεών μου, είναι το δώρο που έκανα  στον εαυτό μου.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018

Τα χειροποίητα

Έλενα Ακρίτα
Τα χειροποίητα
Διόπτρα, 2018
"Αυτοαναφορικό κείμενο σήμερα-επιτρέψτε μου τη συγκίνηση. Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο "Τα χειροποίητα". Ένα βιβλίο που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί αποτυπώνει μια πορεία στα "ΝΕΑ" σχεδόν είκοσι χρόνων, από το 2000 μέχρι σήμερα. Σύντομα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα. Κείμενα παλιά ή καινούρια, γελαστά ή μελαγχολικά, θυμωμένα ή χαρούμενα, κείμενα βιωματικά-όλα αφιερωμένα στους συγκάτοικούς μου στην τρέλα. Τους αναγνώστες μου".
Γνωστή, αγαπημένη, πολυγραφότατη και πολυδιαβασμένη η (κατά ένα μέρος) συμπατριώτισσά μας Έλενα Ακρίτα αυτοπαρουσιάζεται στο σύντομο αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στα "ΝΕΑ" στις 25 Μαΐου 2018. Ίσως να μη χρειαζόταν να προσθέσω εγώ τίποτε άλλο στην παρουσίαση του βιβλίου. Όμως δεν αντέχω να μην εκφράσω την ευχαρίστηση, τη συγκίνηση, το χαμόγελο, την απόλαυση που μου χάρισε άλλο ένα βιβλίο της Ακρίτα.
Αρχίζεις να διαβάζεις και παθαίνεις (συγχωρέστε μου την υλιστική παρομοίωση) όπως όταν αρχίζεις να τρως...ξηρούς καρπούς. Δεν μπορείς να σταματήσεις!
Το γνωστό της οξύ χιούμορ, η υπερβολή της σάτιρας, πάντα μέσα στην επικαιρότητα που παρ' όλα αυτά δεν χάνει τη διαχρονικότητά της. Άλλοτε (πιο σπάνια) θέματα με συγκίνηση όπως τα δικά της παιδικά Χριστούγεννα και η Αθήνα μιας άλλης εποχής ή μνήμες προσώπων που "έφυγαν", ιδαίτερα του πατέρα της. Συνήθως όμως καυτηριάζει, θίγει, τσιγκλάει ειρωνευόμενη. Πότε την απαξιωτική συμπεριφορά προς τον ντελιβερά, άλλοτε την υποτιμητική συμπεριφορά προς τον σερβιτόρο, προς τους μετανάστες, προς τον κάθε διαφορετικό. Δεν μπορείς να μη γελάσεις και να μη διασκεδάσεις με κείμενα που γράφονται ως εκθέσεις μαθητών: Για την Πρωτοχρονιά, την 28η Οκτωβρίου, τις Απόκριες. Μέσα από το χιούμορ παίρνει θέση. Για το σύμφωνο συμβίωσης, για τον μη εμβολιασμό των παιδιών, για τις Πανελλήνιες, για την οικονομική κρίση, για τη γραφειοκρατία, γενικά για όλα όσα αποτελούν τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Προσπάθησα να δώσω ένα δείγμα των κειμένων. Αδύνατο όμως να απομονώσω ένα απόσπασμα χωρίς να προδώσω το σύνολο. Διαβάζοντας τα κείμενα της Ακρίτα χαμογελάς, συγκινείσαι, προβληματίζεσαι. Και η μόνη απογοήτευση όταν διαβάζεις το τελευταίο (χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο). Γυρίζεις τη σελίδα κι αναφωνείς: "Μα δεν έχει άλλο;".

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2018

Ο κύκλος του χώματος

Κώστας Χατζηαντωνίου
Ο κύκλος του χώματος
Καστανιώτης, 2017
Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα, πότε το αρχικό κεφάλαιο, πότε ενδιάμεσα αποσπάσματα, καθώς προσπαθούσα να βάλω σε μια γενεαλογική σειρά την πληθώρα των προσώπων του μυθιστορήματος, διερωτώμουν συνεχώς: γιατί πρέπει η λογοτεχνία να είναι γρίφος; Γιατί ο αναγνώστης να αγωνίζεται να καταλάβει; Μια απλούστερη και διαυγέστερη γραφή θα έδινε μικρότερη λογοτεχνική αξία στο έργο; Με δυσκόλεψε το έργο αυτό  (που το βρίσκω κατώτερο από το Ακριτζέντο), κυρίως με την αοριστία του τόσο ως προς τα πρόσωπα όσο και ως προς τα γεγονότα.
Θέμα του έργου είναι, με την εξιστόρηση του βίου μιας οικογένειας, της οικογένεια των Γαβαλάδων, που ποερχόμενη από τον Μικρασιατικό Ελληνισμό καταλήγει σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται (πιθανολογείται η Ρόδος) και με τα διάφορα παρακλάδια της να διανύσει 150 περίπου χρόνια ιστορίας, με σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του Έθνους.
Γενάρχης ο Αλέξανδρος Γαβαλάς. Τα τρία του παιδιά, ο Βασίλης (γιατρός), ο Σπύρος (ναυτικός) και ο Ιάκωβος (υφαντουργός) έχουν το καθένα τις δικές του περιπέτειες βίου, τα δικά του παρακλάδια στη ζωή. Αυτά βεβαίως δεν τα λέει με αυτή τη σειρά ο συγγραφέας. Τα συνάγει ο αναγνώστης με πολύ κόπο, πολλή προσοχή και κρατώντας σημειώσεις αν θέλει να  κατανοήσει τις σχέσεις των προσώπων και τη δράση καθενός.
Κεντρικό πρόσωπο, αλλά απόν στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, ο Αλέξανδρος, εγγονός του γενάρχη πρώτου Αλέξανδρου, που αφού φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, πολεμά στην Κύπρο το 1974 και είναι τώρα αγνοούμενος (Εδώ μια παρένθεση και μια απορία: Πώς εξηγείται η χρονική απόσταση μεταξύ παππού που υπήρξε Ιερολοχίτης στη Μολδοβλαχία και του εγγονού που πολεμά στην Κύπρο το 1974; Ή μεταξύ του πρώτου Αλέξανδρου και του γιου Ιάκωβου που πολέμησε στην Αλβανία το '40; Μήπως έχασα επεισόδια ή μήπως "μυθιστορηματική αδεία" πρέπει να παραβλέψουμε τον χρόνο;) Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο Μιχαήλ, ξάδερφος του αγνοούμενου Αλέξανδρου, που τον αναζητεί ακόμα και στηνΤουρκία.
Δεν αρνούμαι ότι ο Χτζηαντωνίου έχει πολύ καλές σελίδες, περιγραφές, ενίοτε ποιητικές, σκέψεις και συναισθήματα. Υπάρχουν όμως κεφάλαια τόσο χαλαρά συνδεδεμένα με το σύνολο που θα μπορούσαν  να σταθούν σαν ανεξάρτητα διηγήματα. Π. χ. βρήκα πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο "Το βιβλιοπωλείο", όπου η συνάντηση του Μιχαήλ με τον ιδιόρυθμο βιβλιοπώλη κι έναν ζωγράφο, δίνει αφορμή για σκέψεις γύρω από την Τέχνη. Επίσης το κεφάλαιο "Σε μια παμπ του Κορκ" είναι μια πολύ πειστική περιγραφή της ατμόσφαιρας μιας ιρλανδέζικης μπιραρίας. Όμως υπάρχουν και πιο άσχετα και ελάχιστα συνδεδεμένα με το υπόλοιπο μυθιστόρημα κεφάλαια, όπως το "Ένα κεφάλαιο οικονομικής ιστορίας" που αποτελεί πανεπιστημιακή διάλεξη του Παύλου Γαβαλά.
Ωραίος ο επίλογος του έργου. Γενιές ανθρώπων ήρθαν και πέρασαν. Και τώρα μια καινούρια ζωή έρχεται στο φως, ένας άλλος Αλέξανδρος, ο γιος του Μιχαήλ. Ο αέναος κύκλος του χώματος. "Μια μέρα ο μικρός Αλέξανδρος θ' ανοίξει τη ντουλάπα, θα ξελύσει το σακουλάκι με το χώμα που έφεραν από το χωράφι εκείνο, έξι μίλια από την Κερύνεια, όπου βρήκαν τα οστά του ανθυπολοχαγού-τη μορφή του, το παιδί αυτό θα τη γνωρίσει μόνο από φωτογραφίες και διηγήσεις. Μια μέρα, παίζοντας,  θα πάρει στο χέρι το χώμα και θα το τινάξει σημαδεύοντας τον καθρέφτη. Θα δει τότε μια μορφή να του χαμογελά με σιγουριά πριν, λίγες στιγμές μετά, μια ριπή αέρα τη σβήσει. Γιατί ο Καιρός-πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;-πάντα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ' ανοίγει".