Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2018

Σερενάτα

Ζουλφί Λιβανελί
Σερενάτα
Μετ. Θάνος Ζαράγκαλης
Πατάκης, 2012
Ένα παλιό, άγνωστο επεισόδιο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας μεγάλος έρωτας και μια απεικόνιση πτυχών της σύγχρονης Τουρκίας, συνθέτουν το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του γνωστού (κυρίως ως μουσικού) Τούρκου συγγραφέα. Στην αρχή μου φάνηκε κάπως απλοϊκό, χωρίς ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Μια νεαρή Τουρκάλα, η Μάγια Ντουράν, ταξιδεύει αεροπορικώς από την Ισταμπούλ (που εμείς δεν μπορούμε να τη λέμε παρά μόνο Κωνσταντινούπολη) στη Βοστόνη. Κατά τη διάρκεια της υπερπόντιας πτήσης γράφει την ιστορία που σχετίζεται με το ταξίδι της. Μια ιστορία που, ξεκινώντας από το παρόν, ανατρέχει σ' ένα τραγικό επεισόδιο του 1941. Σιγά σιγά η ιστορία με απορρόφησε. Η απλοϊκότητα του ύφους έπαψε να με ενοχλεί. Άλλωστε η Μάγια δηλώνει ότι δεν είναι συγγραφέας, πως δεν ξέρει να εκφραστεί λογοτεχνικά, προσδίνοντας έτσι μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία της.
Η Μάγια, διαζευγμένη, μ' ένα δεκατετράχρονο γιο που δεν ξεκολλάει από το κομπιούτερ, είναι βοηθός του πρύτανι του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ. Ως υπεύθυνη επί των δημοσίων σχέσεων, μια μέρα παραλαμβάνει από το αεροδρόμιο τον Μαξιμίλιαν Βάγκνερ, έναν 87χρονο Γερμανό, που είχε ζήσει και διδάξει στο Πανεπιστήμιο το 1939-1942. Αυτοεξόριστος, όπως και άλλοι Εβραίοι, αλλά και Γερμανοί καθηγητές, είχαν καταφύγει στην Τουρκία για να αποφύγουν τις διώξεις και την καταπίεση του ναζισμού. Μια ιδιαίτερη συμπάθεια αναπτύσσεται μεταξύ της Μάγια και του ηλικιωμένου καθηγητή καθώς τον ξεναγεί, του μιλά για τη σύγχρονη Τουρκία και ικανποιεί κάποιες παράξενες επιθυμίες του, όπως όταν της ζητά να μεταβούν μέσα στο καταχείμωνο στην παραλιακή πόλη Σίλε. Ταυτόχρονα η Μάγια αντιλαμβάνεται πως συνεχώς τους παρακολουθεί η μυστική αστυνομία. Γιατί άραγε; Με τη βοήθεια του γιου της που ερευνά στο διαδίκτυο και με αναδίφηση αρχείων η Μάγια προσπαθεί να ερευνήσει το παρελθόν του καθηγητή. Η ιστορία όμως που στοιχειώνει ακόμα τον Βάγκνερ θα μας αποκαλυφθεί σε μια παρένθετη, ανεξάρτητη αφήγηση, χαρακτηριστική, όπως λέει η Μάγια, των ιστοριών της Ανατολής. Σχετίζεται με την περιπέτεια ενός πλοίου, του πλοίου Στρούμα, που το 1941 είχε αποπλεύσει από τη Ρουμανία μεταφέροντας 768 Εβραίους στην Παλαιστίνη. Αλλά ούτε η Τουρκία το δεχόταν, ούτε οι Άγγλοι επέτρεπαν τη μετάβασή του στην Παλαιστίνη. Τελικά το πλοίο, αφού λόγω βλάβης  έμεινε ακυβέρνητο στη Μαύρη Θάλασσα, βυθίστηκε από Ρωσικό υποβρύχιο παρασύροντας τους ταλαιπωρημένους του επιβάτες στον θάνατο. Ανάμεσά τους και την Νάντια, την Εβραία, πολυαγαπημένη σύζυγο του Βάγκνερ που απελπισμένος έβλεπε από την ακτή το καράβι να βουλιάζει. Τέσσερις χώρες, Ρουμανία, Τουρκία, Αγγλία, Ρωσία υπήρξαν  ένοχες γι' αυτό το έγκλημα, αλλά καμιά δεν  θέλει να αποκαλυφθεί η δική της ευθύνη. Και η πικρή διαπίστωση του καθηγητή: "Η ευτυχία των ανθρώπων γινόταν (και γίνεται) παιχνιδάκι στα χέρια αυτών που έπαιζαν παιχνίδια εξουσίας".
Όμως, πέρα από το άγνωστο, τραγικό αυτό επεισόδιο του πολέμου, το βιβλίο του Λιβανελί έχει ενδιαφέρον και για την εικόνα της σύγχρονης Τουρκίας που παρουσιάζει. Οι δρόμοι της Ισταμπούλ, η πολυκοσμία της,  η θέση της γυναίκας, η δύναμη και αυστηρή πειθαρχία του στρατού, του έκτου μεγαλύτερου στον κόσμο, όπως λέει (ο αδελφός της Μάγια είναι στρατιωτικός), η ζωή της διαζευγμένης γυναίκας, οικογενειακές στιγμές, έθιμα και άλλες ακόμα πτυχές της σύγχρονης Τουρκίας μας αποκαλύπτονται. Ο συγγραφέας δεν διστάζει, με επίγνωση της ιστορίας, να κατακρίνει την Τουρκία, αναλογιζόμενος το πώς δημιουργήθηκε αυτό το κράτος. "Η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα τουρκικό έθνος, όπου όλοι θα μοιάζουν μεταξύ τους κι ας προέρχονται από μια κοινωνία πολλών πολιτισμών, θρησκειών, γλωσσών, όπως υπήξε η οθωμανική, έφερνε μαζί της και τέτοιου είδους εξαναγκασμούς. Γι΄αυτόν τον λόγο το κράτος ήταν τόσο ευαίσθητο στο θέμα της τουρκικής  ταυτότητας. Διότι, και πάλι όπως λέει ο αδελφός μου, εμείς δεν μπορέσαμε να σχηματίσουμε ένα κράτος όπως τα άλλα έθνη. Με άλλα λόγια, αυτό που ιδρύθηκε δεν ήταν ένα έθνος-κράτος:το κράτος έφτιαξε ένα έθνος για τον εαυτό του. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη νέα δημοκρατία μας ώς κράτος-έθνος. Ως εκ τούτου η κριτική προς το κράτος σήμαινε χτύπημα προς το έθνος και γι΄αυτό θεωρούνταν ασυγχώρητη".
Μια αδυναμία του βιβλίου είναι η παρεμβολή από μέρους της αφηγήτριας σκέψεων, συναισθημάτων, λεπτομερειών που δεν είναι πάντα απαραίτητες. Όμως οι αρετές του βιβλίου υπερκαλύπτουν τις μικρές αδυναμίες, δημιουργώντας ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018

Κόκκινος Σταυρός

Μαρία Γαβαλά
Κόκκινος Σταυρός
Πόλις, 2018
"Ο κόκκινος σταυρός σήμαινε θάνατο, η γαλάζια παύλα συνέχιση της ζωής".
Μου πήρε κάποιο χρόνο και αρκετές σελίδες ωσότου μπω στο πνεύμα, στο κλίμα, στην ατμόσφαιρα, την τεχνική της Μαρίας Γαβαλά. Από κει και πέρα όμως το βιβλίο απέκτησε μια γοητεία, μια σαγήνη που μου στοίχειωνε ύπνο και ξύπνιο. Κι ας είναι ένα βιβλίο ζοφερό που διεκτραγωδεί ανθρώπινα πάθη και τραγωδίες. Όμως οι αναλαμπές της καλοσύνης, η ομορφιά της Τέχνης, η καταβύθιση στα άδυτα της ψυχής, οι σύγχρονες τραγωδίες που ανανεώνουν "πάθια και καημούς" περασμένους, με μια άλλη μορφή τώρα, το παρελθόν και το παρόν, συνθέτουν ένα πίνακα πολύμορφο, πολυδιάστατο,  αναγνωστικά ακαταμάχητο.
Το βασικό νήμα που ενώνει, άλλοτε πιο χαλαρά κι άλλοτε πιο στέρεα τα μέρη του βιβλίου είναι η κεντρική, πρωτοπρόσωπη ηρωίδα Αριάδνη Χόπε. Παρ' όλο που η ίδια κάποια στιγμή δηλώνει πως το όνομά της δεν κρύβει κανένα συμβολισμό, εντούτοις με τη μεταπτυχιακή της εργασία στην Ιστορία της Τέχνης στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης, ανασκαλεύει τα σκοτεινά μονοπάτια του λαβύρινθου της ψυχής. Θέμα του μεταπτυχιακού της είναι η σχέση της Τέχνης με τον τρόπο έκφρασης των ψυχικά πασχόντων μέσω της Τέχνης. Κεντρικό πρόσωπο της έρευνάς της γίνεται η Μπέρτα-Γκέρτρουντ Φλεκ (1870-1944) που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της έγκλειστη σε ψυχιατρικά ιδρύματα και που στο τέλος έπεσε θύμα της "ευθανασίας" που οι Ναζί επεφύλασσαν στους ψυχικά πάσχοντες. Γύρω απ' αυτό το κεντρικό θέμα συνωστίζονται πλήθος πρόσωπα, ποικίλες εποχές, ιστορία και μυθοπλασία. Το παρελθόν, ο Α΄ Παγκόσμιος, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο Β΄ Παγκόσμιος, σύγχρονα προβλήματα όπως η μετανάστευση, οι πρόσφυγες, η ανεργία, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, όλα αυτά που λες και αποτελούν μια επανάληψη του παρελθόντος, βρίσκουν τη θέση τους στο βιβλίο.
Εκτός από την Αριάδνη, ακούμε τη φωνή της έγκλειστης Μπέρτα-Γκέρτρουντ, της νοσοκόμας Έρικα Μπέντιεν, του αδερφού της Έρικα Μάρτιν, που με τα κομμένα του χέρια μας μεταφέρει όλη τη φρίκη του Μεγάλου Πολέμου, της επιληπτικής Κορνέλια, του έρωτα της Αριάδνης Μανουέλ, των γονιών της Αριάδνης, του Κούρδου πρόσφυγα, Καθηγητών της Τέχνης και πολλών άλλων. Η διπλή καταγωγή της Αριάδνης Χόπε (Ελληνίδα μητέρα-Γερμανός πατέρας) επιτρέπει τη μετακίνησή της στο χώρο, Αθήνα, Αίγινα, Δρέσδη, Βερολίνο, αλλά και τον διαφορετικό τρόπο που βλέπει τα πράγματα.
Θέματα Τέχνης, Ιστορίας, Πολιτικής, Ψυχολογίας, ο έρωτας, οι οικογενειακές σχέσεις, τα ψυχιατρικά άσυλα, ο ναζισμός, η ευθανασία, με φυσικότητα εμφιλοχωρούν σ' ένα τεράστιας εμβέλειας χώρο και χρόνο. Εν ολίγοις, ένα έργο γνώσης και προβληματισμού, ένα σπάνιο για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία επίτευγμα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2018

Το βαλς των δέντρων και του ουρανού

Jean-Michel Guenassia
Το βαλς των δέντρων και του ουρανού
Πόλις, 2017
Μετ. Ειρήνη Αποστολάκη
Σε μια επίσκεψη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης πριν από μερικά χρόνια, θυμάμαι ότι σταθήκαμε περίπου μισή ώρα μπροστά από τον πίνακα του Βαν Γκογκ "Έναστη νύχτα", ακούγοντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση της ξεναγού. Έργο πασίγνωστο, θεωρούμενο ως το καλύτερο του μεγάλου ζωγράφου, κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του Guenassia, "Το βαλς των δέντρων και του ουρανού". 
"Η σοφίτα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν βυθισμένη στο μισοσκόταδο, έλαμψε ξαφνικά. Μια ακτίνα φωτός, που μπήκε ως δια μαγείας, φώτισε το καβαλέτο. Αυτό που είδα μπροστά μου με άφησε άφωνη. Ένας πίνακας που αναπαριστούσε τα σπίτια των χωρικών, με τις αχυροσκεπές τους να μπλέκονται μέσα στα πράσινα λιβάδια, και στο βάθος δέντρα σε βαθυπράσινη απόχρωση, να παραδίνονται σε ένα ξέφρενο βαλς, ένα βαλς γεμάτο ζωή, σε πλήρη αρμονία με τον ουρανό, που ήταν γεμάτος γαλάζια σύννεφα. Ο πίνακας, που μου είχε φανεί σκοτεινός και γκρίζος όταν μπήκα στο δωμάτιο, έμοιαζε τώρα ολοζώντανος, με τα δέντρα και τον ουρανό να χορεύουν στους ρυθμούς μιας ζωηρής σαραμπάντ. Έμεινα να τον χαζεύω κι εγώ δεν ξέρω για πόση ώρα".
Έτσι περιγράφει η Μαργκερίτ, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια του βιβλίου του Guenassia, τις εντυπώσεις από έναν πίνακα του Βαν Γκογκ, πολύ πιθανόν της "Έναστρης νύχτας". Ο συγγραφέας σε μια ενδιαφέρουσα, ευρηματική υπόθεση, σμίγει το φανταστικό με το ρεαλιστικό σε μια καθόλου απίθανη σύζευξη. Η Μαργκερίτ Γκασέ, σε μεγάλη πια ηλικία, το 1949, εξιστορεί τις τελευταίες 70 μέρες της ζωής του Βαν Γκογκ, όπως τις έζησε η ίδια το 1890, ως τη μοιραία μέρα του θανάτου του. Τόσο η Μαργκερίτ όσο και ο πατέρας της, ο γιατρός Πωλ Γκασέ, υπήρξαν ιστορικά πρόσωπα. Ζώντας στο μικρό χωριό Ωβέρ-συρ-Ουάζ γνωρίζουν τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ, που εγκαθίσταται εκεί μετά από παρότρυνση του φίλου του ζωγράφου Πισαρό, για να παρακολουθείται από τον γιατρό Γκασέ, για κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Η μυθιστορηματική εκδοχή παρουσιάζει τη δεκαεννιάχρονη Μαργκερίτ, που ζωγράφιζε και η ίδια, να ερωτεύεται με πάθος τον Βίνσεντ και να έχει συνάψει μαζί του ερωτικό δεσμό. Τον ακολουθεί στα χωράφια και στη φύση όπου εκείνος ασταμάτητα ζωγραφίζει, φεύγει κρυφά τα βράδια από το σπίτι και τον συναντά στο πανδοχείο όπου εκείνος μένει. Όταν ο πατέρας της το ανακαλύπτει, την κλειδώνει στο δωμάτιό της, οργισμένος την χτυπά και της απαγορεύει να συναντήσει ξανά αυτόν τον αξιοθρήνητο στην όλη εμφάνιση και οικονομική κατάσταση ξένο.
Αυτή η ιστορία όμως (που μπορεί να συνέβη ή και όχι) δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου. Εναι μονάχα ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζεται το πάθος του Βαν Γκογκ για τη ζωγραφική, η πυρετώδης δημιουργία των τελευταίων ημερών. "Ο Βίνσεντ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό, όσο φως κι αν είχε, μέρα νύχτα. Κατά τη διάρκεια της δίμηνης διαμονής του στην Ωβέρ ζωγράφισε παραπάνω από εβδομήντα πίνακες. Στο μικρό του δωμάτιο υπήρχαν έργα παντού, διπλωμένα το ένα μέσα στο άλλο, και ο χώρος για να κινηθεί κανείς ήταν ελάχιστος".
Πολύ έντεχνα ο συγγραφέας ενσπείρει στο μυθιστόρημά του στοιχεία και αποσπάσματα από δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά, από ειδήσεις, επιστολές κ.λπ. που φωτίζουν και τεκμηριώνουν την κοινωνική, οικονομική, ιδεολογική, πολιτιστική, κοινωνική και κάθε άλλη πτυχή της εποχής (1889-1890), αλλά και στοιχεία της ζωής και του χαρακτήρα του ζωγράφου.
Το τέλος βέβαια είναι πασίγνωστο. Στις 27 Ιουλίου 1890 ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ βρέθηκε σ' ένα σταροχώραφο πυροβολημένος στην κοιλιά. Πέθανε δυο μέρες αργότερα. Ήταν μόνο 37 χρονών. Πολλά έχουν γραφτεί για το τέλος του. Ήταν αυτοκτονία όπως είναι η επικρατέστερη εκδοχή; Ήταν ατύχημα όπως άλλοι υποστηρίζουν; Ο Guenassia επινοεί μια πιο ρομαντική εκδοχή με παρούσα τη Μαργκερίτ.
Κλείνω το βιβλίο και μένω για πολλή ώρα να αναλογίζομαι τη σύντομη ζωή και το μεγάλο έργο του Βαν Γκογκ. Γιατί και πώς υπάρχει αυτό που ονομάζουμε ιδιοφυΐα είτε στη Τέχνη είτε στην επιστήμη ή όπου αλλού; Μήπως ακόμα έχουμε πολλά να μάθουμε για τον αόρατο κόσμο του πνεύματος; Μήπως ακόμα ως πνευματικό ον ο άνθρωπος κάνει τα πρώτα του βήματα; Ποιος ξέρει...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2018

Σεμινάρια φονικής γραφής

Πέτρος Μάρκαρης
Σεμινάρια φονικής γραφής
Εκδ. Γαβριηλίδης, 2018

Το οικείο, συμπαθές πρόσωπο του ικανότατου αστυνομικού Κώστα Χαρίτου αποδύεται σε μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία εξιχνίασης εγκλημάτων. Όλοι εμείς που αγαπάμε τον τόσο συμπαθή και ικανό ταυτόχρονα Έλληνα αστυνομικό, με ανυπομονησία περιμένουμε κάθε νέα περπέτειά του. Περιμένουμε να μάθουμε όχι μόνο πώς θα λύσει τον καινούριο γρίφο εγκλημάτων, αλλά να πληροφορηθούμε και τι κάνει η αγαπημένη του σύζυγος, η Αδριανή, πώς πάει η δικηγόρος κόρη του Κατερίνα και ο γιατρός σύζυγός της, ο Φάνης, η φίλη της Μάνια και ο σύντροφός της Γερμανός Ουίλι, ο παλιός αντιστασιακός και φίλος της οικογένειας Ζήσης-Λάμπρος, οι υφιστάμενοι βοηθοί αστνομικοί του Χαρίτου. Μετά από τόσα μυθιστορήματα που διαβάσαμε, όλοι αυτοί δεν είναι πλέον φανταστικά πρόσωπα. Έχουν γίνει γνωστοί μας, ίσως και φίλοι μας, για τους οποίους με ευχαρίστηση μαθαίνουμε νέα.
Στο καινούριο βιβλίο του Μάρκαρη ο Κώστας και η Αδριανή βρίσκονται για ολιγοήμερες διακοπές στο Πάπιγκο. Στον ξενώνα όπου μένουν γνωρίζονται με τρεις συνταξιούχες κυρίες, δυο γεροντοκόρες και μια χήρα. Μια συμπάθεια αναπτύσσεται μεταξύ τους, της Αδριανής κυρίως και των τριών γυναικών, μια συμπάθεια που θα εξελιχθεί σε φιλία και τραπεζώματα κι όταν οι διακοπές τελειώσουν και επιστρέψουν στην Αθήνα.
(Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση. Και σε άλλα βιβλία του Μάρκαρη αναφέρονται τα ελληνικά φαγητά, κυρίως τα περίφημα γεμιστά της Αδριανής, αλλά εδώ, θα λέγαμε, η μαγειρκή έχει την τιμητική της. Μέτρησα τουλάχιστον πέντε γεύματα και ένα σε ταβέρνα. Γίγαντες, σταμναγκάθι, χταπόδι ξυδάτο, πέστροφα καπνιστή, γεμιστά (βεβαίως!), μελιντζάνες ιμάμ, παντζάρια με σκορδαλιά, σκουμπρί καπνιστό, μοσχάρι στιφάδο, χορτόπιτα, μπιφτέκια, μπριζόλες, μπούτι από κατσίκι, κριθαράκι, είναι μερικά από τα εδέσματα του βιβλίου).
Όταν γυρίζουν στην Αθήνα, ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα περιμένουν τον αστυνόμο Χαρίτο. Τα ευχάριστα είναι αφενός ότι η κόρη του είναι έγκυος και ότι ο ίδιος διορίζεται προσωρινός επικεφαλής του τμήματος, μια και ο ως τώρα προϊστάμενός του αφυπηρετεί. Έτσι έχει αυξημένες υπευθυνότητες αλλά και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών. Το δυσάρεστο, ένας περίεργος φόνος, τον οποίο καλείται να εξιχνιάσει. Φόνος με μιά δηλητηριαμένη τούρτα ενός υπουργού που υπήρξε και καθηγητής πανεπιστημίου. Μια προκήρυξη που αφιερώνει τον φόνο στη μνήμη ενός αξέχαστου καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής, του Ι. Θεοδωρακοόπουλου (υπήρξε και δικός μου καθηγητής!) δημιουργεί την υποψία μήπως πρόκειται για πράξη τρομοκρατίας. Ενώ διερευνάται η υπόθεση, ένας δεύτερος φόνος κι ένας τρίτος υπουργών που υπήρξαν πανεπιστημιακοί-ο δεύτερος αφιερωμένος στη μνήμη του καθηγητή Ζώρα (που επίσης υπήρξε καθηγητής μου!) στρέφει τις υποψίες σε κάποια κατεύθυνση, με τον Χαρίτο να φθάνει, όπως πάντοτε, στη λύση των αινιγμάτων και στη διαλεύκανση των φόνων.
Ο ειρωνικός τίτλος του μυθιστορήματος παραπέμπει, νομίζω, απαξιώνοντάς τα, στην πληθώρα των διαφημιζόμενων μαθημάτων "δημιουργικής γραφής". Μπορεί να γίνει κανείς συγγραφέας διδασκόμενος κάποια τεχνική; Ο Μάρκαρης απαντάει έμπρακτα, όχι κάνοντας μαθήματα, αλλά με τη δική του, προσωπική "συνταγή". Μια συνταγή που μας έδωσε ως τώρα έντεκα θαυμάσια αστυνομικά μυθιστορήματα.

Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2018

Τρεις μέρες, μια ζωή

Πιέτρ Λεμέτρ
Τρεις μέρες, μια ζωή
Μίνωας 2016
Μετ. Κλαιρ Νεβέ
Όσο περνούν τα χρόνια, όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι και βιβλιολάτρες ολοένα και πιο σπάνια βρίσκουμε βιβλία της σύγχρονης λογοτεχνίας που να μας ικανοποιούν. Απεγνωσμένα ρωτάμε ο ένας τον άλλον: "Τι διαβάζεις; Βρήκες κάτι καλό;" Οι κριτικές ή τα ευπώλητα των εφημερίδων και των βιβλιοπωλείων μας απογοήτευσαν πολλές φορές με τις, κατά τη γνώμη μου, σκοπιμότητες που συχνά εξυπηρετούν. Πιο ασφαλής πηγή αναζήτησης καλών βιβλίων παραμένουν οι bloggers εκείνοι, των οποίων την αξιοπιστία εμπιστευόμαστε και οι φίλοι, των οποίων επίσης οι επιλογές δεν μας έχουν απογοητεύσει.
Μια τέτοια πηγή, μια καλή φίλη, υπήρξε το πιο πρόσφατο καλό ανάγνωσμά μου. Είναι το μυθιστόρημα του Πιέρ Λεμέτρ "Τρεις μέρες, μια ζωή". Φαινομενικά αστυνομικό, αλλά μόνο φαινομενικά. Πιο πολύ εστιάζεται στη δημιουργία της ατμόσφαιρας μιας μικρής, επαρχιακής, γαλλικής πόλης, με τους ποικίλους χαρακτήρες, τα μυστικά που δεν είναι μυστικά στις μικρές κοινότητες, τις φήμες που διαδίδονται γρήγορα, τις καθιερωμένες συνήθειες, τα κουτσομπολιά, γενικά ό,τι χαρακτηρίζει κάθε μικρή κοινότητα σ' όλο τον κόσμο. Είναι όμως προπάντων η καταβύθιση στην ψυχή ενός ανθρώπου (παιδιού ακόμα) που έχει διαπράξει ένα έγκλημα. Είναι τα ερωτήματα και ο προβληματισμός που προκύπτουν. Μπορεί ένα έγκλημα να μην αποκαλυφθεί ποτέ; Μπορεί να μείνει ατιμώρητο; Μήπως τιμωρία δεν είναι μόνο η δίκη και καταδίκη του ενόχου αλλά και οι συνέπειες της πράξης του που τον καταδυναστεύουν μια ζωή;
Η μικρή γαλλική πόλη του Λεμέτρ είναι το Μποβάλ. Ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Αντουάν, είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας που αρχίζει το 1999. Ένα μοναχικό αγόρι διαζευγμένων γονιών που ζει με τη μητέρα του. Συχνά καταφεύγει στο γειτονικό δάσος, όπου πολλές φορές τον ακολουθεί ο εξάχρονος γείτονάς του Ρεμί. Μια μέρα, απελπισμένος, λυπημένος, αλλά και εξοργισμένος για κάτι που έκανε ο πατέρας του Ρεμί, ο Αντουάν χτυπά τον Ρεμί στο κεφάλι μ' ένα ξύλο και ο μικρός πεθαίνει. (Δεν αποκαλύπτω τίποτα. Ο συγγραφέας μας δίνει αυτές τις πληροφορίες από τις πρώτες κιόλας σελίδες). Κανένας δεν έχει δει το ακούσιο έγκλημα. Ο Αντουάν φροντίζει να κρύψει το πτώμα του μικρού. Οι γονείς, όλο το χωριό, η αστυνομία, αρχίζουν ν' αναζητούν τον Ρεμί. Ποικίλες φήμες κυκλοφορούν. Μήπως χάθηκε και δεν μπορούσε να ξαναγυρίσει; Μήπως κάποιος τον απήγαγε; Μήπως κάποιος ανώμαλος τον σκότωσε; Γίνονται έρευνες, κάποιοι θεωρούνται ύποπτοι, συλλαμβάνονται, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο Αντουάν δεν παύει να κατατρύχεται αφενός από το φόβο της αποκάλυψης και αφετέρου από τις αβάσταχτες τύψεις.
Το βιβλίο προχωρεί με συνεχείς ανατροπές που συμβάλλουν ώστε ο αναγνώστης να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον ως το τέλος, που θα έρθει χρόνια αργότερα, το 2015, όταν ο Αντουάν θα έχει μεγαλώσει, θα έχει σπουδάσει γιατρός και ετοιμάζεται να παντρευτεί. Μπορεί ύστερα από τόσα χρόνια να βρεθεί ο ένοχος του μακρινού εκείνου εγκλήματος; Μήπως μια τιμωρία άλλου είδους είναι χειρότερη και από την αποκάλυψη; Ένα τέλος που επιδέχεται πολλή συζήτηση.

Τρίτη, Αυγούστου 21, 2018

Λολίτα

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ
Λολίτα
Εκδ. Δωρικός, χ. χ.
Μετ. Ανδρέα Πάγκαλου
Πρόλογος Ν. Γ. Σταθάτου
Κοίταζα αυτές τις μέρες τα λίγες δεκάδες βιβλία που με τα χρόνια έχουν συσσωρευτεί στο μικρό μου εξοχικό διαμέρισμα. Βιβλία που τυχαία, όχι από επιλογή,  βρέθηκαν εκεί. Βιβλία αγορασμένα ή χαρισμένα, μισοδιαβασμένα ή αδιάβαστα, μια ποικιλόμορφη σύναξη. Βιβλία αγγλικά και ελληνικά, μυθιστορήματα και μελέτες, οΤζόυς πλάι στην Άγκαθα Κρίστι, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος πλάι στον Ντοστογιέφσκι, ο Laurence Durrel συντροφιά με τη Μάρω Δούκα κ.λπ. κλπ. Ανάμεσά τους και η "Λολίτα" του Ναμπόκοφ. Μια έκδοση με κιτρινισμένες σελίδες, με πολύ μικρά τυπογραφικά στοιχεία, σε πολυτονικό βέβαια, χωρίς χρονολογία έκδοσης και μόνη ένδειξη τη χειρόγραφη, ασφαλώς ημερομηνία αγοράς, 23 Νοεμβρίου 1963. Δεν το θυμόμουνα καθόλου. Το είχα άραγε διαβάσει; Είχα φτάσει ως το τέλος ή το άφησα στη μέση; Αμυδρά μόνο θυμόμουν (ίσως και από το θόρυβο της κινηματογραφικής μεταποίησης) πως το θέμα ήταν ο έρωτας ενός ενήλικα με μια δωδεκάχρονη κοπελίτσα.
Άρχισα να το διαβάζω. Η γραφή του Ναμπόκοφ με συνεπήρε. Το ύφος του, σύμφωνα με μια κριτική "συνδυάζει την ευφράδεια του Τζόυς με την απόδοση της ατμόσφαιρας και του κλίματος του Προυστ". Στον Προυστ άλλωστε, όπως και σε άλλους συγγραφείς αναφέρεται ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Ο Χούμπερτ Χούμπερτ εξιστορεί τη ζωή του. Όλο το κείμενο είναι μια απολογία, μια εξομολόγηση που απευθύνεται σε ενόρκους, σε κάποιο δικαστήριο. Τι έχει κάνει ο Χούμπερτ; Για ποιο πράγμα απολογείται; 
Αρχίζει με μια λεκτική έξαρση, σαν ένα δυνατό κρεσέντο που από μόνο του δικαιολογεί το τι θα ακολουθήσει: " Λολίτα φως της ζωής μου, φλόγα των σωθικών μου. Αμαρτία μου-ψυχή μου. Λο-Λι-Τα: η άκρη της γλώσσας μου κάνει ένα ταξίδι τριών βημάτων στον ουρανίσκο για να χτυπήσει στο τρίτο, επάνω στα δόντια. Λο-Λι-Τα". Ο ίδιος ανάγει τις ρίζες αυτού του έρωτα στο έντονο συναίσθημα που ένιωσε μικρός για μια συνομήλική του δωδεκάχρονη νεαρή. Την Αναμπέλλα. Από τότε όσο κι αν μεγάλωσε, αναζητεί αυτήν που θα ενσαρκώνει εκείνο το συναίσθημα. Το όνομα Αναμπέλλα δεν είναι τυχαίο. "Ω, Λολίτα,είσαι το κορίτσι μου, όπως η Βη ήταν του Πόε και η Μπέα του Δάντη", θα πει κάποια στιγμή, αναζητώντας  ίσως δικαιολογία σε αντίστοιχους έρωτες. Τη χαμένη του Αναμπέλλα ενσαρκώνει η Ντολόρες-Λολίτα, κόρη της σπιτονοικοκυράς του. Για να είναι κοντά στο κοριτσάκι παντρεύεται τη χήρα μητέρα του, τη Σαρλότ Χαίηζ, που σύντομα πεθαίνει από ατύχημα. Και ο Χούμπερτ αναλαμβάνει ως πατέρας-κηδεμόνας.
Η μικρή είναι ένα νυμφίδιο, όρο που επενόησε και χρησιμοποίησε πρώτος ο Ναμπόκοφ. Γράφει ο Νικ. Σταθάτος στην εισαγωγή του: "Το νυμφίδιο δεν είναι ένα πλάσμα διαλεχτό οποιασδήποτε αφροδισιακής ηδονής. Είναι κάτι πολύ περισότερο. Είναι το "σεξουαλικό δαιμονάκι", που συνεπαίρνει τον άνθρωπο και τον συγκλονίζει". 
"Πατέρας" και "κόρη" μετακινούνται από πολιτεία σε πολιτεία της Αμερικής. Ο Χούμπερτ της συμπεριφέρεται σαν σε παιδί παρά σαν την ερωμένη του. Της αγοράζει ρούχα, γλυφιντζούρια, παγωτό. Τη θααυμάζει, την αγαπά, τη ζηλεύει. Ένα χρόνο, 1946-47, κρατάει η περιπέτεια. Εκείνος κάποια στιγμή καταλαβαίνει ότι το κορίτσι αρχίζει να ανεξαρτητοποιείται, υποπτεύεται τους πάντες, φοβάται μήπως τη χάσει. Ένα όπλο εμφανίζεται που τον συνοδεύει συνεχώς. Θα σκοτώσει τελικά και ποιον;
Τολμηρές σκηνές σεξ δεν υπάρχουν στο βιβλίο, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Αρκεί να διαβάσουμε τη σκηνή όπου για πρώτη φορά  έκαναν έρωτα. Αφού περιγράψει το δωμάτιο του ξενοδοχείου, τις κινήσεις εκείνης στον ύπνο της, τις μυρωδιές, τους ήχους, το φως, τις σκέψεις του, καταλήγει: "Στις έξι είχε ξυπνήσει ολότελα και στις έξι και δεκαπέντε είμαστε ουσιαστικά εραστές". Εκείνο που καταξιώνει το έργο, του οποίου αρχικά η έκδοση απαγορεύτηκε, που θεωρήθηκε ανήθικο αλλά ταυτόχρονα και λογοτεχνικό επίτευγμα από τα σημαντικότερα του 20ου αι. (πρώτη έκδοση το 1958) είναι κυρίως η έκφραση, το ύφος, ο τρόπος γραφής. Λεπτομερέστατη ανάλυση ψυχικών καταστάσεων, σκέψεων, ολόκληρες παράγραφοι για να περιγράψει μια κίνηση, μια πιθανή ενέργεια, μια υποψία, συσσώρευση επιθέτων. "Άστατη, άκεφη, χαρούμενη, ιδιότροπη, χαριτωμένη, με την αυθάδικη χάρη πουλαριού, βασανιστικά λαχταριστή από το κεφάλι μέχρι τα πόδια", μια από τις πλήθος περιγραφές του.
Τελειώνοντας τη "Λολίτα" σκεφτόμουν πως κάποια βιβλία πρέπει να τα διαβάζουμε μόνο όταν έρθει η ώρα τους.


Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2018

Εγώ ο Σίμος Σιμεών



Γιάννης Ξανθούλης
Εγώ ο Σίμος Σιμεών
Διόπτρα, 2017
Ο Γιάννης Ξανθούλης, όπως έχω ξαναγράψει, δεν υπήρξε ανάμεσα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Αν εξαιρέσω το "Ο γιος του δάσκαλου", τα άλλα του βιβλία δεν είχαν πολλά να μου πουν. Δεν τον υποτιμώ ως συγγραφέα, απλώς αναζητώ κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο. Γι' αυτό και  δεν σκόπευα να διαβάσω το τελευταίο του βιβλίο, αν δεν μου το πρότειναν δυο φίλες των οποίων τα αναγνωστικά γούστα εκτιμώ.
Δυστυχώς η ανάγνωσή του ήρθε αμέσως μετά τον Γιάλομ κι όπως συχνά συμβαίνει, ό,τι και να διαβάσει κανείς μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, θα το βρει κατώτερο και από την πραγματική του αξία. Η αναπόφευκτη σύγκριση το αδικεί. Ύστερα λοιπόν από την ευρύτητα της ματιάς του Γιάλομ που αφενός απλώνεται, αν όχι σε πέντε, τουλάχιστον σε τρεις ηπείρους ενώ του Ξανθούλη περιορίζεται στα όρια μιας βορειοελλαδίτικης κωμόπολης, ύστερα από την καταβύθιση στα άδυτα της ψυχής που επιχειρεί ο Γιάλομ στην επιφανειακή καταγραφή ενεργειών και σκέψεων που χαρακτηρίζει τον Ξανθούλη, τι περιθώριο σου μένει για να εκτιμήσεις σωστά τον δεύτερο;
Ας προσπαθήσω όμως, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες να μην τον αδικήσω. Το βιβλίο του έχει πράγματι μια πρωτοτυπία. Η ανάμιξη της σάτιρας με το εξωλογικό στοιχείο προσδίδει αρκετό ενδιαφέρον στο βιβλίο. Χώρος δράσης είναι μια μικρή κωμόπολη, η Χαλκόπολη, μεταξύ Καβάλλας, Σερρών και Δράμας. Φανταστική, βέβαια, αλλά που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε ελληνικής κωμόπολης του 1964. Στη χρονιά αυτή τοποθετείται το έργο. Ο κύριος ήρωας, ο Σίμος Σιμεών (έτσι με ι  για να διαφέρει από το κανονικό με υ) είναι ένα 11χρονο αγόρι. Εξώγαμο παιδί της Αναστασίας-Σάσας, μιας από πέντε αδερφές. Πανέξυπνος ο μικρός Σίμος, με γνώσεις κατά πολύ υπέρτερες της ηλικίας του, άριστος μαθητής βέβαια, αλλά και εφοδιασμένος με διαίσθηση και μαντικές ικανότητες με τις οποίες βοηθά τη μητέρα του, που επαγγέλλεται την αστρολόγο, να κάνει προβλέψεις που επαληθεύονται.
Η σάτιρα του Ξανθούλη αγγίζει τα πάντα. Το σχολείο, τις σχολικές επιδείξεις, τα λαϊκά πανηγύρια, τον Μητροπολίτη, τις πολιτικές φιλοδοξίες (ο υποψήφιος δήμαρχος υπόσχεται στους ψηφοφόρους του καινούριο, ευάερο και ευήλιο νεκροταφείο!). Και όλα αυτά με χιούμορ που όμως στην προσπάθειά του να το σκορπίζει παντού και διαρκώς ο συγγραφέας συχνά το εκβιάζει, με αποτέλεσμα ενίοτε να μην προκαλεί ούτε χαμόγελο.
Ιστορικά στοιχεία της εποχής, τραγούδια ή ταινίες, η μορφή του "γέρου της δημοκρατίας", του Γεώργιου Παπανδρέου, η καθιέρωση της δημοτικής, υπαινιγμοί ακόμα και για τη δικτατορία που θα ακολουθήσει σε τρία χρόνια, είναι διάσπαρτα στο μυθιστόρημα. Τα ένοχα μυστικά των μικρών  κοινοτήτων δημιουργούν ενδιαφέρουσες ανατροπές. Το σεξουαλικό στοιχείο βρίσκεται κι αυτό εν αφθονία περιβλημένο με την ανάλογη σάτιρα.
Εν τέλει, περνάς καλά με τον Ξανθούλη και τον Σίμο του, αν δεν έχεις πολύ υψηλές απαιτήσεις από τη λογοτεχνία.