Σάββατο, Δεκεμβρίου 07, 2019

Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία

Τεύκρος Μιχαηλίδης
Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία
Πόλις, 2019
Αστυνομικό μυθιστόρημα; Ιστορικό; Μαθηματικό; Όλα αυτά μαζί. Αυτά που κάνουν το καινούριο μυθιστόρημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη ένα γοητευτικό ανάγνωσμα και τον αναγνώστη να μην το αφήνει από τα χέρια του  (κι ας ξενυχτήσει) πρά μόνο όταν φτάσει στην τελευταία σελίδα.
Για τους λάτρεις βέβαια των μαθηματικών ή/και των αστυνομικών μυθιστορημάτων ο Τεύκρος Μιχαηλίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Καθηγητής Μαθηματικών ο ίδιος, αφιερωμένος στον κλάδο αυτόν της γνώσης και της φιλοσοφίας, έχει γράψει πλήθος βιβλία, άρθρα, μεταφράσεις, συνδυάζοντας επιστήμη και λογοτεχνία.
Αρχίζοντας από τα "Μαθηματικά Επίκαιρα" που μου χάρισε η αείμνηστη θεία του Μαρίκα Ρώσου (ο Τεύκρος είναι κυπριακής καταγωγής) τον παρακολουθώ ανελλιπώς και ανυπομονώ για κάθε καινούριο του βιβλίο. Πιστεύω το "Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία" είναι από τα καλύτερα. Συνδυάζοντας ιστορικά και μυθοπλαστικά πρόσωπα, ιστορία και φαντασία, δημιουργεί ένα ολοζώντανο περιβάλλον. Διαβάζοντάς το δεν έχεις την αίσθηση ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά ενός ολοζώντανου παρόντος του οποίου είσαι μέρος.
Αρχίζει στις 27 Δεκεμβρίου 537 μ.Χ. όταν η Κωνσταντινούπολη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Θυρανοίξια της Εκκλησίας της του Θεού Σοφίας, που χτίστηκε στη θέση εκείνης που λίγα χρόνια πριν είχε καταστραφεί στη Στάση του Νίκα. Το αυτοκρατορικό ζεύγος, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, παρόντες. Παρούσα όλη η αριστοκρατία της Πόλης, παρόντες οι συντελεστές της δημιουργίας αυτού του θαύματος, παρόντα και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, όπως η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Θεανώ. Μια ωραία νέα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, παθιασμένη με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία, με δίδυμη την εντελώς διαφορετική αδελφή της, Αναστασία. Κραυγαλέα όμως η απουσία του Ιωάννη, σημαντικού βοηθού του αρχιτέκτονα Ισίδωρου. Σε λίγο ο Ιωάννης θα βρεθεί νεκρός στο σπίτι της Θεανώς. Όμως δεν θα πάμε αμέσως στη λύση του μυστηρίου. Ο συγγραφέας μας πάει πρώτα αρκετά πίσω. Μας παρουσιάζει την αγάπη της Θεανώς για τα Μαθηματικά, τη σφοδρή επιθυμία της να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνος στην Αθήνα, τη μετάβασή της εκεί, τη φιλία της με μια άλλη αξιόλογη νέα, τη Σωσάννα, τη γνωριμία και τον δεσμό της με ένα νέο συμπατριώτη της, τον Ερμόδωρο. Βέβαια, τα Μαθηματικά πάντα παρόντα, με σχήματα και προβλήματα που και ο πιο άσχετος με τα Μαθηματικά μπορεί να κατανοήσει και να απολαύσει. Θα ακολουθήσουν πολλά επεισόδια, πολλές περιπέτειες, πολλά γεγονότα, θα φτάσουμε σχεδόν στο τέλος του μυθιστορήματος για να ξανασυνδεθούμε με την αρχή και να βρούμε τη λύση του μυστηρίου του φόνου του Ιωάννη που συναντήσαμε στις πρώτες σελίδες.
Ένας ολόκληρος κόσμος ζωντανεύει στο βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Τόσο διαφορετικός αλλά και τόσο όμοιος ο κόσμος του 6ου μ.Χ. αιώνα με τον κόσμο του 21ου! Οι φιλομαθείς και οι αρριβίστες, οι αφοσιωμένοι στην επιστήμη κι αυτοί που πλουτίζουν με τις απάτες, ο έρωτας και η συκοφαντία, ο αιώνιος άνθρωπος με τις αρετές και τις κακίες του. 
Ένα βιβλίο που προσφέρει όχι μόνο απόλαυση αλλά και γνώση. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην τάξη από τους διδάσκοντες Ιστορία. Να διαβάσουν, για παράδειγμα, μια ωραία περιγραφή του τρούλου της Αγίας Σοφίας, ή της Στάσης του Νίκα ή να γνωρίσουν μια πλευρά της προσωπικότητας της Θεοδώρας που (πέρα από όσα συκοφαντικά της αποδίδονται) δεν είναι και τόσο γνωστή. Όπως το ότι φρόντισε για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, ότι οι νόμοι του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών έφεραν τη δική της σφραγίδα.
Οι σημειώσεις και η βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου όχι μόνο τεκμηριώνουν τα γεγονότα, αλλά πλουτίζουν τις γνώσεις μας και καθίστανται κίνητρα για περαιτέρω μελέτη. Εν ολίγοις: ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Εξιλέωση

Ιαν Μακ Γιούαν
Εξιλέωση
Μετ. Γιάννης Σκαρπέλος
Νεφέλη, 2002
Θεωρείται το καλύτερο έργο του Μακ Γιούαν, έχει γίνει μια επιτυχημένη ταινία, βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Από την πρώτη ανάγνωση που είχα κάνει όταν πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά διατηρούσα μια αόριστη ανάμνηση: Ένα σιντριβάνι, δίπλα ένα ζευγάρι, μακριά ένα παράθυρο από όπου ένα κοριτσάκι κοιτάζει τη σκηνή, ύστερα μια επίπονη πορεία στρατιωτών που υποχωρούν, τέλος ένα νοσοκομείο με φριχτές σκηνές τραυματιών, ακρωτηριασμών, πόνου και θλίψης.
Πραγματικά άξιζε η δεύτερη ανάγνωση ύστερα από κάπου δεκαεφτά χρόνια. Ο χρόνος τώρα άπλετος (ένα από τα αγαθά των μεγάλων ηλικιών!) μου επέτρεψε το αργό διάβασμα, την απόλαυση της λεπτομέρειας, την παύση και τον συλλογισμό πάνω σ' αυτά που διάβαζα...
Το έργο αρχίζει το 1935, ένα καλοκαίρι, σ' ένα πλουσιόσπιτο στην αγγλική εξοχή. Ένοικοι η οικογένεια Τάλλις, αποτελούμενη από τον πατέρα (απόντα όταν αρχίζει το έργο), τη μητέρα Έμιλυ που οι ημικρανίες την κρατάνε για ώρες σε σκοτεινό δωμάτιο (πόσο καλά τα ξέρω αυτά τα συμπτώματα) και τα τρία παιδιά τους: Τον Λήον, που έρχεται για διακοπές με τον πλούσιο εργοστασιάρχη φίλο του, την Σεσίλια και τη δεκατριάχρονη Βρυώνη. Φιλοξενούνται ακόμη τρία ξαδέλφια τους, παιδιά της αδελφής της Έμιλυ. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει από την αρχή ως το τέλος, κεντρικός ήρωας θα λέγαμε, ο Ρόμπι, γιος της παραδουλεύτρας της οικογένειας, παιδικός φίλος των παιδιών και ερωτευμένος με τη Σεσίλια. Το καλοκαίρι κυλάει χαρούμενο, ο πόλεμος είναι ακόμα μακριά, αν και τα μαύρα σύννεφα έχουν αρχίσει να μαζεύονται.
Σε τρία μέρη χωρίζεται το μυθιστόρημα. Στο πρώτο, και πολύ εκτενέστερο από τα άλλα δύο, γνωρίζουμε τα πρόσωπα, τις σχέσεις τους, τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους. Κυρίως τη Βρυώνη που γράφει ένα θεατρικό, αλλά απότομα το εγκαταλείπει, γιατί θέλει να γίνει μυθιστοριογράφος. Αργός ρυθμός, εξαντλητικές λεπτομέρειες στην περιγραφή του εξωτεερικού περιβάλλοντος αλλά και της εσωτερικής ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων. Η Βρυώνη παρεξηγεί μια σκηνή που βλέπει, καταγγέλλει για βιασμό τον Ρόμπι, ο οποίος και φυλακίζεται.
Το δεύτερο μέρος του έργου, πέντε  χρόνια αργότερα, περιγράφει με δυνατές, εντυπωσιακές στο ρεαλισμό τους εικόνες, το επίπονο βάδισμα του διαλυμένου συμμαχικού στρατού που υποχωρεί, στην προσπάθειά του να φτάσει στη Δουνγκέρκη για να επιβιβαστεί στα πλοία. Ανάμεσά τους και ο Ρόμπι.
Στο τρίτο μέρος η Βρυώνη που έχει αναγνωρίσει το λάθος της και μετανιώνει για το κακό που προκάλεσε με το ψέμα της, εγκαταλείπει τα όνειρα για σπουδές, μπαίνει στο νοσοκομείο ως εκπαιδευόμενη νοσοκόμα και επισκέπτεται την αδελφή της ζητώντας συγγνώμη.
Σε λίγες σελίδες σ' ένα τέταρτο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η εβδομηνταεπτάχρονη πια Βρυώνη γιορτάζει ανάμεσα σε πλήθος συγγενών-απογόνων κυρίως των προσώπων του μκαρινού εκείνου καλοκαιριού τα γενέθλιά της στο παλιό αρχοντικό που έχει γίνει ξενοδοχείο. Πάσχει ήδη από την αρχή μιας ασθένειας, της αγγειακής άνοιας. Μπορεί όμως ακόμα να αναλογίζεται το παρελθόν, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τη ζωή της. Προβληματίζεται με τη σκέψη μήπως μπορούσε να δώσει ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία. Και μας αφήνει με την απορία: Μήπως όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν μια μυθιστορηματική δημιουργία της Βρυώνης;

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2019

Βοτσαλωτή

Κώστας Λυμπουρής
Βοτσαλωτή
εκδ.Το Ροδακιό, 2019
Παρακολουθώ τη λογοτεχνική πορεία του Κώστα Λυμπουρή από το πρώτο του βιβλίο μέχρι σήμερα. Τις συλλογές διηγημάτων "Προσωρινά κλειστό", "Για μια μικρή παύλα", "Των ημετέρων άλλων" (Κρατικό βραβείο), το μυθιστόρημα "Επιβάτες φορτηγών" και τώρα ακόμα μια συλλογή διηγημάτων, "Βοτσαλωτή". Ελκυστικό ήδη από το ωραίο, πρωτότυπο εξώφυλλο και μ' ένα πρώτο ξεφύλλισμα από την εξαιρετική έκδοση, τέτοια που δεν συναντάμε συχνά.
Βοτσαλωτή. Ένας τίτλος που παραπέμπει σε πολλές εκδοχές. Συναντάμε τη λέξη ως επίθετο: βοτσαλωτή παραλία, παραλία γεμάτη βότσαλα, όμορφα, πολύχρωμα χαλίκια. Στη συλλογή του Λυμπουρή τη συναντάμε και ώς ουσιαστικό, όνομα χωριού που έχει οπωσδήποτε σχέση με τη θάλασσα και το δέσιμο των ανθρώπων μ' αυτή ("Η Σταυρούλα"). Ως τίτλος της συλλογής των διηγημάτων ανταποκρίνεται αφενός στην ποικιλία της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε, στην ποικιλία των θεμάτων, των χαρακτήρων, των εμπειριών που υποκίνησαν τη δημιουργικότητα και την έμπνευση του συγγραφέα, αλλά και την πολυμορφία των συναισθημάτων που κατακλύζουν τον αναγνώστη.
Όταν, εδώ και μερικές δεκαετίες, δίδασκα Νεοελληνική Λογοτεχνία, θυμάμαι τον ορισμό του διηγήματος που απαιτούσαμε να ξέρουν οι μαθητές: "Διήγημα είναι η εξιστόρηση ενός κομματιού ζωής, πραγματικής ή φανταστικής, με αρχή, μέση και τέλος...". Αυτό  τον ορισμό μου θύμισαν και τα 27 διηγήματα της "Βοτσαλωτής". Κομμάτια ζωής, άλλοτε πιο σύντομα, άλλοτε εκτενέστερα. Άλλοτε καταγραμμένα σε 5-6 γραμμές (διηγήματα "μπονζάι") που "σαν πρόκες" σου καρφώνονται στη σκέψη, άλλοτε σαν "facebook διήγημα- ("Μπιρίτσα στα σύννεφα"), άλλοτε πάλι σαν ταξιδιωτικό διήγημα, ένα συγκινητικό προσκύνημα στην κατεχόμενη γη μας, ("Τ' Αϊ-Συμιού τ' αέρι"). Κάποτε σαν χρονογραφικό διήγημα, ("Σε-Βιμ-Σε-Βιμ") κι άλλοτε πάλι σαν επιστολικό διήγημα ("Γράμμα στον Κυριάκο Μάτση").
Συντομότερα ή εκτενέστερα, μια στιγμιαία εικόνα σαν φωτογραφική απεικόνιση, ή κλασική αφήγηση μιας ιστορίας, τα διηγήματα του Λυμπουρή, σαν πολύχρωμα βότσαλα μιας ήρεμης παραλίας, διαβάζονται με ενδιαφέρον, ευχαρίστηση, συχνά με σγκίνηση. Έμπνευση αντλημένη από τη γύρω σύγχρονη ζωή, πλημμυρισμένη από αγάπη για τον τόπο, από κατανόηση για τα ανθρώπινα, τρυφερότητα. Παράδοση και πρωτοτυπία, συναίσθημα και ρεαλισμός συναντιούνται για να συνθέσουν αυτή την όμορφη,"βοτσαλωτή" λογοτεχνική παραλία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2019

Τι χορούς να χορέψω


Αθηνά Τσάκαλου
Τι χορούς να χορέψω
Εκδ. Τόπος, 2019
Τέλειωνα την παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου της Αθηνάς Τσάκαλου «Οι λεηλάτες του μεσημεριού» με την εξής σκέψη: «Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;»
Και να τώρα, σαν να έρχεται με το καινούριο της βιβλίο η συγγραφέας να δώσει απάντηση στο ερώτημά μου: Ναι, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Κεντρική ηρωίδα κι εδώ μια μάνα: (Στη μάνα της άλλωστε είναι αφιερωμένο το βιβλίο και η ωραία, ποιητική εισαγωγή). Η Ήρα. Βυθισμένη στη θλίψη, με τη σκέψη στραμμένη διαρκώς στον εξαφανισμένο, καταζητούμενο γιο της, ταυτίζεται μ’ όλους αυτούς που αναζητούν παντού τα παιδιά τους. «Στους σταθμούς των τρένων, στις αποβάθρες των λιμανιών, στις αίθουσες των αεροδρομίων». Να τα δουν έστω από μακριά, ν’ ακούσουν μ’ ένα τηλεφώνημα τη φωνή τους, να ξέρουν ότι είναι καλά κι ας μην είναι κοντά τους. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, υποφέρει κι αυτός, αλλά αντιμετωπίζει το θέμα πιο ρεαλιστικά, αποδεχόμενος τους λόγους για τους οποίους εξαφανίστηκε ο γιος τους: «Δεν εξαφανίστηκε από μια κακοτυχία, εξαφανίστηκε από δική του επιλογή, όπως δική του επιλογή ήταν και οι δρόμοι που ακολούθησε, δεν γίνεται ο καθένας μέλος μιας αναρχικής ένοπλης ομάδας έτσι απλά. Ήταν μια  απόφαση ζωής και ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Ήταν μια απόφαση που δεν είχε θέση για εμάς τους γονείς του στη ζωή που διάλεξε. Τα βρίσκω όλα αδιέξοδα, αλλά βαθιά μέσα μου σέβομαι την απόφασή του για τη δική του ζωή και με πόνο λέω, αφού αυτό ήθελε, ας είναι καλά». Η σχέση του ζεύγους διασαλεύεται. Θα ξανάρθουν όμως και πάλι κοντά, όταν κάποιες πληροφορίες για τον γιο τους φτάνουν. Ένα ονειρώδες, υπερφυσικό στοιχείο διαπνέει το έργο. Άραγε για να δώσει η συγγραφέας και έμπρακτα τον ιδεατό, ονειρικό κόσμο για τον οποίο οι ομάδες στις οποίες ο γιος τους ανήκει αγωνίζονται;
Συναντήσεις με τη μάνα της Ήρας, ιστορίες από τα παλιά, θρύλοι, αναμνήσεις, αγάπη για τη φύση διαπνέουν το βιβλίο. Μια μυστηριώδης γυναικεία μορφή οδηγεί τον Μιχάλη και την Ήρα σ’ ένα απόκοσμο τοπίο, όπου ομάδες ανθρώπων εργάζονται μυστικά για τη δημιουργία ενός καινούριου κόσμου. Είναι ένας κόσμος όπου πρυτανεύει η αγάπη, η ηρεμία, η καλοσύνη, τα φυτά, η φύση, οι ήρεμες συζητήσεις, οι χοροί της χαράς. Η Ήρα αποδέχεται αυτό τον κόσμο, αποδέχεται τις επιλογές του γιου της, έστω κι αν ξέρει πως εκείνος, προετοιμαζόμενος γι’ αυτό τον καινούριο κόσμο, θα ζει μακριά της.
Παρ’ όλο που ο κόσμος για τον οποίο οι ήρωες της Τσάκαλου εργάζονται είναι ο ιδεατός, ειρηνικός, καινούριος κόσμος τον οποίο ο καθένας μας ονειρεύεται, δεν μας πείθει ότι ο κόσμος αυτός μπορεί να πραγματωθεί. Θυμίζει κάπως τον κόσμο που το κομμουνιστικό ή το χριστιανικό ιδεώδες αποπειράθηκε να δημιουργήσει και ξέρουμε τα αποτελέσματα. Ο Θουκυδίδης, αθάνατος πάντα, μας το φωνάζει από τα βάθη των αιώνων: «Τα ίδια γίνονται και θα γίνονται όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια».


Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2019

Μηχανές σαν κι εμένα

Ίαν ΜακΓιούαν
Μηχανές σαν κι εμένα
Πατάκης, 2019
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας πάντα με γοήτευε. Όχι η φαντασία που αναφέρεται σε εξωγήινους, σε άλλους γαλαξίες και αστερισμούς, αλλά η φαντασία που τοποθετεί τα δημιουργήματά της στη γη μας, αυτόν τον μικρό πλανήτη που ξέρουμε και στον οποίο πολλά απ' αυτά που η φαντασία των λογοτεχνών δημιούργησε έχουν ήδη παραγματοποιηθεί.
Μικρή με συνάρπαζε ο Ιούλιος Βερν, αργότερα το "1984", ο "Θαυμαστός καινούριο κόσμος", το "Φάνεραϊτ 451", το "Μη μ' αφήσεις ποτέ", για ν' αναφέρω πρόχειρα μερικά που θυμάμαι. Με είχε επίσης συναρπάσει το "Εγώ το ρομπότ" του Ισαάκ Ασίμοφ, του οποίου  έχω μια έκδοση του 1974 (Κάκτος). Κατανοητή λοιπόν η ανυπομονησία μου να διαβάσω το "Μηχανές σαν και μένα", όχι μόνο για το θέμα, αλλά και γιατί προέρχεται από έναν ιδιαίτερα αγαπημένο συγγραφέα. Και πραγματικά δεν με απογοήτευσε. 
Πρωτοπρόσωπος αφηγητής, κύριο πρόσωπο του βιβλίου, είναι ένας τριαντάχρονος νέος, ο Τσάρλι, με πτυχίο ανθρωπολογίας και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ηλεκτρονικά, που αφού πέρασε από διάφορες ασχολίες, καταφέρνει να εξασφαλίζει το πενιχρό του εισόδημα παίζοντας στο χρηματιστήριο μέσω υπολογιστή. 
Το έργο τοποθετείται στο 1982, σ' ένα Λονδίνο πιο πολύ όμοιο με το σημερινό παρά με το τότε. Ο συγγραφέας όμως αλλάζει την πραγματικότητα. Ο πόλεμος των Φώκλαντ λήγει με ήττα της Αγγλίας και η Θάτσερ χάνει τις εκλογές που ακολουθούν. Δεν ξέρω τη χρησιμότητα αυτών των αναχρονισμών. Στους οποίους προστίθεται ακόμα ένας, με ιδιαίτερο λόγο παρουσίας: Ο Άλαν Τιούρινγκ. Ιστορικό πρόσωπο, κρυπτογράφος με ξεχωριστή σημασία στο Β΄Π΄Πόλεμο, θεωρούμενος πατέρας των  υπολογιστών και της  τεχνητής νοημοσύνης, που είχε πεθάνει ήδη το 1950, εμφανίζεται στο βιβλίο να ζει, να συναντιέται και να συζητά με τον Τσάρλι, ο οποίος τον εκτιμά, τον θαυμάζει, τον σέβεται, πιθανότατα συναισθήματα του συγγραφέα για τον ξεχωριστό αυτόν επιστήμονα.
Μια κληρονομιά επιτρέπει στον Τσάρλι να αγοράσει έναν από τα 25 πανάκριβα ανθρωποειδή που μόλις έχουν δημιουργηθεί και διατέθηκαν στην αγορά: 12 άνδρες που ονομάζονται Αδάμ και 13 γυναίκες με το όνομα Εύα. Πανομοιότυπα με ανθρώπους, δεν ξεχωρίζουν καθόλου από πραγματικούς. Όχι μόνο στην εμφάνιση, αλλά στην όλη συμπεριφορά, στην ομιλία, στο τι μπορούν να κάνουν. Στις γνώσεις ανώτεροι. Μπορούν όμως να εφοδιαστούν και με συναισθήματα; Μπορεί για παράδειγμα ο Αδάμ να ερωτευτεί τη Μιράντα;
Μα πέρα από τα συναισθήματα είναι πολλά άλλα για τα οποία δημιουργείται προβληματισμός. Μπορούμε να τοποθετήσουμε στο δημιούργημά μας την ικανότητα να παίρνει αποφάσεις σε διλημματικές καταστάσεις; Μπορούμε να του διδάξουμε την ικανότητα να κρύβει τις σκέψεις του; Να λέει ψέματα; Τι κόσμος θα είναι αυτός που ό,τι σκεφτόμαστε θα λέγεται; Ελάχιστοι μόνο από τους προβληματισμούς που μέσα από την ενδιαφέρουσα πλοκή αλλά και τις συζητήσεις Τσάρλι-Ντιούρινγκ ή Τσάρλι-Μιράντα-Αδάμ ή άλλα ακόμα πρόσωπα δημιουργούνται Θα μπορούν τα ανθρωποειδή του μέλλοντος να γράψουν ποίηση; Ο Αδάμ του Τσάρλι μπορεί. Έχει γράψει χιλιάδες χαϊκού. Λίγο πριν το αναπάντεχο τέλος τους απαγγέλλει ακόμα ένα. Τους λέει: "Ελπίζω πως θ' ακούσετε...ένα τελευταίο χαϊκού. Χρωστάει οφειλές στον Φίλιπ Λάρκιν. Αλλά δεν είναι για φύλλα και δέντρα. Είναι για μηχανές σαν κι εμένα και ανθρώπους σαν κι εσάς και για το κοινό μας μέλλον...για τη θλίψη που αναπόφευκτα θα έρθει. Θα συμβεί. Με βελτιώσεις μέσα στο χρόνο...θα σας ξεπεράσουμε...και θα διαρκέσουμε περισσότερο από εσάς...Έστω κι αν σας αγαπάμε. Πιστέψτε με, αυτοί οι στίχοι δεν εκφράζουν θρίαμβο...Μόνο θλίψη και μεταμέλεια.
Πέφτουν τα φύλλα
Βγαίνουν για μας καινούρια.
Μα όχι για σένα.
Το απρόοπτο τέλος δεν λύνει βέβαια τις απορίες μας, δεν απαντά στους προβληματισμούς μας. Πολλά απ' όσα ζούμε σήμερα στον τομέα της τεχνολογίας τα θεωρούσαμε κάποτε μόνο επιστημονική φαντασία. Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί όταν εμείς δεν θα είμαστε πια εδώ;

Υ.Γ. "Υπάρχω". Τραγουδά ο Καζαντζίδης. Κι εγώ υπάρχω, νεκραναστημένη ύστερα από δυο μήνες απουσία. Κι αν ξανααπουσιάσω από το blog δεν θα' ναι από δική μου επιλογή. Εύχομαι να είμαι ακόμα για πολύ εδώ.

Τετάρτη, Αυγούστου 21, 2019

Ο ξένος

Αλμπέρ Καμύ
Ο ξένος
Καστανιώτης, 1998
(L' Etranger, 1942)
μετ. Νίκη Καρακίτσου-Ντούζε
        Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν
Δεν υπάρχει, νομίζω, βιβλιόφιλος ή γενικά άνθρωπος που ασχολείται με τα Γράμματα και ειδικά τη φιλοσοφία, που δεν έχει διαβάσει το περίφημο αυτό βιβλίο. Πλείστες μελέτες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό, έχει αναλυθεί, έχει συζητηθεί. Θεωρείται ένα από τα κείμενα που έθεσαν τις βάσεις της θεωρίας του παραλόγου. Τελευταίως ακόμα μελετήθηκε από την άποψη της πάθησης του συνδρόμου του Asperger, καθώς θεωρήθηκε ότι ο βασικός του ήρωας, ο Μερσώ, πάσχει απ' αυτό το σύνδρομο.
Τι μπορώ εγώ λοιπόν να προσθέσω με την παρουσίασή μου σ' όλες αυτές τις αναγνώσεις και αναλύσεις; Τίποτα καινούριο ασφαλώς. Θέλησα απλώς να καταγράψω κάποιες σκέψεις, να καταθέσω τις δικές μου εντυπώσεις. Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που το διαβάζω. Και λυπάμαι που έχασα (ή δεν βρήκα μέσα στο χάος των βιβλίων μου) την παλιά έκδοση από την οποία το πρωτοδιάβασα κι έτσι το ξαναγόρασα.
Δεν θυμάμαι ακριβώς τις τότε μου σκέψεις. Σίγουρα μια μελαγχολία πρέπει να με είχε καταλάβει. Το ίδιο και τώρα, αλλά για άλλους νομίζω λόγους. Τότε ήταν μια μελαγχολία, μια απαισιοδοξία. Ένας άνθρωπος, ο Μερσώ, που ζει στο Αλγέρι (ο Καμύ, 1913-1960, είναι Γαλλο-Αργερινός) σκοτώνει χωρίς ουσιαστικό λόγο έναν Άραβα. Συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Γύρω από αυτό και μόνο το περιστατικό χτίζεται όλο το σύντομο μυθιστόρημα. Μέσα από ελάχιστα περιστατικά, τον θάνατο της μητέρας του με τον οποίο και αρχίζει το έργο, τη συνάντηση με το κορίτσι του, αργότερα με έναν γέρο συγκάτοικο που βγάζει περίπατο τον σκύλο του, μετά έναν φίλο του, τέλος μια εκδρομή με φίλους στη θάλασσα, τελικά τον φόνο. Το δεύτερο μισό του βιβλίου καταλαμβάνει η δίκη. Γύρω απ' αυτά τα βασικά περιστατικά πλέκονται οι αντιδράσεις και οι σκέψεις του που χαρακτηρίζονται από μια ακραία αδιαφορία. Καλά-καλά δεν ξέρει πότε πέθανε η μητέρα του ("σήμερα, μπορεί και χτες, δεν ξέρω"). Όταν ένας φίλος του  ζητάει μια βοήθεια, δεν αρνείται ("εμένα το ίδιο μου έκανε"), λέει. Όταν ο προϊστάμενός του του ανακοινώνει την μετάθεσή του στο Παρίσι "κατά βάθος το ίδιο μου έκανε", ομολογεί. Όταν η φιλενάδα του, η Μαρί, τον ρωτάει αν ήθελε να παντρευτούν, της απάντησε ότι το ίδιο του έκανε και πως θα μπορούσαν να παντρευτούν αν εκείνη το ήθελε. Όταν ο δικαστής τον ρωταέι γιατί έκανε το έγκλημα, λέει: "...το έκανα εξαιτίας του ήλιου". Καμιά συνειδητή πρσπάθεια δικαιολόγησης του εγκλήματος. Όταν ζητά ο ιερέας να τον επισκεφθεί στη φυλακή, τρεις φορές αρνείται, "δεν έχω όρεξη να μιλήσω". Αυτή η αδιαφορία κορυφώνεται στην αντιμετώπιση του θανάτου:"Τι σημασία έχει αν πεθάνω σήμερα ή ύστερα από τριάντα χρόνια;".
Δεν μου είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί η θλίψη (ίσως και κατάθλιψη) που ένιωσα διαβάζοντας τον ¨Ξένο" στα νιάτα μου, μετατράπηκε τώρα στην ώριμη (!) ηλικία σε μια εγκαρτέρηση, σε μια ήρεμη αποδοχή του αναπόφευκτου ζωής και θανάτου. Κι ίσως θα πρέπει, εκτός από όλες τις ερμηνείες και αναλύσεις που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια, να διαβάζουμε τον "Ξένο" έχοντας πρωτίστως υπ' όψιν τα λόγια του ίδιου του Καμύ: "...Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον Ξένο είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δίχως τίποτα ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί".

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2019

Καρκίνος

Περικλής Σφυρίδης
Καρκίνος
Εστία, 2018
Απορώ πώς στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, στην περιδιάβασή μου σε βιβλιοπωλεία, blogs, ηλεκτρονικές σελίδες κ.λπ. δεν έτυχε να συναντήσω τον Θεσσαλονικιώτη γιατρό-συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη, που έχει ένα πλουσιότατο λογοτεχνικό έργο: Ποίηση, διηγήματα, μυθιστορήματα, ανθολογίες, μελέτες, είναι είδη με τα οποία έχει ασχοληθεί. Ούτε τώρα θυμάμαι ποια σύμπτωση έφερε στα χέρια μου το τελευταίο του μυθιστόρημα "Καρκίνος", το οποίο λόγω του ολιγοσέλιδου διάβασα μέσα σε μια μέρα.
 Το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, όμως πιστεύω ότι τα περισσότερα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό είναι πραγματικά γεγονότα της προσωπικής του ζωής. Η όλη αφήγηση είναι δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο, σαν μια συνέντευξη που δίνεται σε κάποιον, πιθανότατα δημοσιογράφο, που την ηχογραφεί. Τα περιστατικά δεν έχουν μεγάλη ενότητα μεταξύ τους. Αρχίζει με την ανάμνηση της πρώτης εμπειρίας καρκίνου που είχε ως νεαρός, ειδεικευόμενος γιατρός και που αφορούσε μια πολύ ωραία, νέα κοπέλα. Συνεχίζει με πολλά άλλα ιατρικά περιστατικά που δεν αφορούν μόνο τον καρκίνο. Συγχρόνως παρεμβάλλει ποκίλες σκέψεις, αναφέρεται επικριτικά στις φαρμακοβιομηχανίες, σε γιατρούς που χρηματίζονται, σε διλήμματα όπως για παράδειγμα αν πρέπει ο γιατρός να λέει την αλήθεια στον άρρωστο, ποιος ο ρόλος του περιβάλλοντος του αρρώστου, συγκρίνει τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία και τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια κ.λπ. Συχνότατα αναφέρεται στο οικογενειακό του περιβάλλον, τη γυναίκα, τα παιδιά, τους φίλους και στη Σκύρο, όπου έχουν το εξοχικό τους. Πολύ φαίνεται να αγαπά το νησί, στο οποίο και μας ξεναγεί. Κι όταν η ξενάγηση αυτή γίνεται ακόμα κι όταν η γυναίκα του παλεύει με τον καρκίνο, αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί: "Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι αυτές οι βόλτες μου με τον ποιητή, τη γυναίκα του και την καθηγήτρια ήταν η ψυχική μου αποφόρτιση στο νησί από τον καρκίνο της γυναίκας μου; Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι στις ώρες αυτής της περιδιάβασής μας στα αξιοθέατα της Σκύρου ο καρκίνος της έφευγε από το μυαλό μου και επανερχόταν με την επιστροφή στο σπίτι;"
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αφορά αυτό ακριβώς, τον καρκίνο της γυναίκας του. Πώς άρχισε, πώς εξελίχθηκε, την πορεία της θεραπείας κι όσο πλησιάζει το τέλος, μήνα με τον μήνα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα όλη την εξέλιξη.
Μας εντυπωσιάζει το ότι η περιγραφή αυτή, ακόμα και το τέλος, γίνεται χωρίς συναισθηματισμό. Άραγε γιατί επικράτησε ο ορθολογισμός του γιατρού ή μήπως γιατί θεώρησε βεβήλωση την έκθεση των συναισθημάτων του μπροστά στα μάτια του κάθε αναγνώστη; Ποιος ξέρει...
Είναι ένα βιβλίο που μας εξοικειώνει (όσο αυτό είναι δυνατό) με την αρρώστια και τον θάνατο και μας κάνει να αναρωτηθούμε πάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.