Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2020

Καλό μου παιδί


 Romy Hausmann
Καλό μου παιδί
Μεταίχμιο, 2020
Μετ. Δέσποινα Κανελλοπούλου
 Τα θρίλερ είναι μια κατηγορία βιβλίων που μ' αρέσει και αρκετά τέτοια βιβλία έχω παρουσιάσει στο blog μου (Η σιωπηλή ασθενής, Η γυναίκα στο παράθυρο, Αιχμηρά αντικείμενα κ.λπ.). Η αγάπη μου γι' αυτού του είδους τα βιβλία είναι που με οδήγησε στην αγορά του βιβλίου της (άγνωστής μου) Romy Hausmann, "Καλό μου παιδί". Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, με επηρέασαν και κάποιοι χαρακτηρισμοί για το βιβλίο, όπως αυτοί δημοσιεύονται από τον εκδοτικό οίκο: "Μια άφθαστη σπουδή στο σασπένς", "κλειστοφοβικό, "τρομακτικό και απόλυτα καθηλωτικό" κ.λπ.
Για όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς, όσο και γενικότερα για το βιβλίο έχω τις αντιρρήσεις μου. Αρχίζει με μια πληροφορία περί της εξαφάνισης μιας 23χρονης φοιτήτριας, ένα βράδυ, καθώς επέστρεφε στο σπίτι της από ένα πάρτι. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο σε πρωτοπρόσωπη γραφή, χωρίς να ααφέρεται το πρόσωπο που μιλά. Άδικα προσπαθεί ο αναγνώστης να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Όλο το υπόλοιπο βιβλίο αποτελείται από σχετικά σύντομα κεφάλαια, στα οποία τα πρόσωπα του έργου, μιλώντας πάντα σε πρώτο πρόσωπο, προωθούν τον μύθο. Κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες για να καταλάβω τα πρόσωπα, τις μεταξύ τους σχέσεις και τον ρόλο του καθενός στο έργο. Λένα, Άννα, Ματίας, Κάριν, κα Γκρατς, κα Χάμστεντ, Γιασμίν,  κα Μπαρ-Λεβ... Καθώς διάβαζα κρατούσα σημειώσεις, προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται, αλλά και πάλι υπήρξε δύσκολο να τοποθετήσω όλα αυτά τα πρόσωπα, τόσο χρονικά (αν δηλαδή ανήκουν στο παρόν ή το παρελθόν της ιστορίας) όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις.
Μια δεύτερη αντίρρησή μου είναι ως προς τη δημιουργία σασπένς και αγωνίας. Πώς μπορεί ο αναγνώστης να έχει τέτοια συναισθήματα (προκειμένου πάντα για θρίλερ) όταν από την αρχή ξέρει το τέλος; Και μια αμφισβήτηση για την πρωτοπρόσωπη γραφή. Πώς μπορεί ένα πρόσωπο-θύμα απαγωγής και κακοποίησης να έχει τη νοητική διαύγεια και την ψυχολογική αντοχή ώστε να μας εκθέτει σε παρόντα χρόνο και με κάθε λεπτομέρεια την όλη κατάσταση;
Σπάνια γράφω επικριτικά για ένα βιβλίο. Αυτή τη φορά όμως δεν άντεξα. Το συγκεκριμένο με ταλαιπώρησε για μέρες, τρεις φορές το ξανάρχισα προσπαθώντας να το κατανοήσω, αλλά στάθηκε μάταιο.
Εννοείται, βέβαια, πως είμαι πρόθυμη να συζητήσω κάθε αντίθετη άποψη.


Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2020

Η μυστική ιστορία


 Donna Tartt
Η μυστική ιστορία
Λιβάνης, 1995
Μετ. Σάντυ Παρίση
"Το χιόνι στα βουνά έλιωνε, και ο Μπάνι ήταν νεκρός αρκετές βδομάδες πριν ανιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης, στην οποία είχαμε περιέλθει. Το πτώμα του βρέθηκε μετά από δέκα μέρες, ξέρετε".
Ο Μπάνι ήταν νεκρός. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένα μυθιστόρημα 632 σελίδων, όταν στην πρώτη κιόλας φράση, στην πρώτη γραμμή του κειμένου δηλώνεται ένας θάνατος, που θα αποτελέσει κεντρικό σημείο της ιστορίας; Αυτό μόνο η συγγραφική ικανότητα της καταπληκτικής Donna Tartt μπορεί να το κατορθώσει και οι χιλιάδες των αναγνωστών των κατά κανόνα πολυσέλιδων βιβλίων της να το επιβεβαιώσουν. 
Αφηγητής της "μυστικής ιστορίας" είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της, ο Ρίτσιαρντ Παπέν, ένα νεαρό παιδί που από το Πλέινο της Καλιφόρνιας έρχεται να φοιτήσει στο Κολλέγιο Χάμπτεν, στην Πολιτεία Βερμόντ. "Χάμπτεν:έτος ίδρυσης 1895 (Αυτό μόνο έφτανε να με καταπλήξει. Απ' ό,τι ήξερα, τίποτα στο Πλέινο δεν είχει ιδρυθεί πριν από το 1962). Αριθμός φοιτητών: πεντακόσιοι. Μεικτό. Προοδευτικό. Εξειδικευμένο στις ελευθέριες σπουδές. Αυστηρά επιλεκτικό".
Οι πρώτες εντυπώσεις του Παπέν δίνονται με συναισθηματική φόρτιση: "Εκείνες τις πρώτες μέρες, πριν αρχίσουν τα μαθήματα, τις πέρασα μόνος στο κάτασπρο δωμάτιό μου, στα ηλιόλουστα λιβάδια του Χάμπτεν. Κι ένιωθα ευτυχισμένος εκείνες τις πρώτες μέρες όσο δεν είχα νιώσει ποτέ στο παρελθόν, τριγυρίζοντας σαν υπνοβάτης, αποσβολωμένος και μεθυσμένος από ομορφιά".
Τα γεγονότα δεν τοποθετούνται χρονικά. Υποθέτουμε ότι πρόκειται για τη δεκαετία '70. Δεν υπάρχουν υπολογιστές, ούτε κινητά τηλέφωνα. Τότε, αλλά ίσως και σήμερα ακόμη, σε κάποια πανεπιστήμια, ορισμένοι καθηγητές είχαν τη συνήθεια να συγκεντρώνουν γύρω τους μια ομάδα επίλεκτων φοιτητών, για τους οποίους γίνονται μέντορες και καθοδηγητές. Μια τέτοια ομάδα πέντε φοιτητών διακρίνει ο νεαρός, επαρχιώτης και με πολύ περιορισμένα οικονομικά, Ρίτσιαρντ Παπέν και διακαώς επιθυμεί να γίνει μέλος της. Την αποτελούν οι Χένρι, ωραίος, πλούσιος, ηγετικός τύπος, ο Φράνσις, ο Μπάνι και τα δίδυμα Ταρλς και  Καμίλα. Καθηγητής τους ο Τζούλιαν Μόροου. Ειδικός και λάτρης της κλασικής αρχαιότητας, απορρίπτει την πρώτη προσπάθεια του Παπέν να ενταχθεί στην ομάδα, αλλά τελικά τον δέχεται. Έτσι τον χαρακτηρίζει ο Παπέν: "Ήταν υπέροχος ομιλητής, μαγικός ομιλητής, και μακάρι να μπορούσα νε μεταφέρω όσα έλεγε, μα ένας νους που πολεμάει να ξεφύγει από τη μετριότητα είναι αδύνατο να αποδώσει τα λόγια ενός ανώτερου πνεύματος-ειδικά όταν έχουν περάσει χρόνια-μένοντας απόλυτα πιστός στο πρωτότυπο".
Και σε πολλά άλλα σημεία της αφήγησης θα αναφερθεί ο Ρίτσιαρντ στον καθηγητή τους, στις συζητήσεις μαζί του, στα κοινά τους δείπνα, στη διδασκαλία του. Όμως δεν θα σχολιάσει τη στάση του Τζούλιαν όταν εκείνος μαθαίνει την εμπλοκή των μαθητών  του στον φόνο, στον οποίο έμμεσα τα μαθήματά του είχαν οδηγήσει. Απλώς αναφέρει ότι ο Τζούλιαν δίνει την παραίτησή του και φεύγει από το Χάμπτεν. Γιατί άραγε; Από τύψεις; Κατανοώντας τη δική του ευθύνη; Ο μαθητής δεν θέλει να αποδομήσει τον καθηγητή του; Ποιος ξέρει...
Η επίδραση των μαθημάτων ωθεί  τους τέσσερις φοιτητές από την ομάδα των έξι να επιχειρήσουν να αναπαραστήσουν τα Βακχικά μυστήρια. Ένα βράδυ (με ποτά; ναρκωτικά;) κατορθώνουν να περιπέσουν σε μια ασύνειδη κατάσταση και χωρίς πρόθεση, τυχαία, σκοτώνουν έναν άγνωστό τους αγρότη. Ο Μπάνι, που απουσίαζε από την ομάδα των "διονυσιαστών", υποψιάζεται, εκβιάζει, γίνεται επικίνδυνος. Μόνη λύση, η εξόντωσή του. Πουθενά δεν εκφράζονται τύψεις ή μεταμέλεια. Σκέψεις και συναισθήματα δεν αναλύονται. Ο αναγνώστης αφήνεται να συμπεράνει ο ίδιος τις επιπτώσεις που είχε ο φόνος για τους πέντε φοιτητές. Κάπνισμα, καταφυγή στο ποτό, στα ναρκωτικά, σωματική αρρώστια, μέχρι την ακραία πράξη της αυτοκτονίας. Οι σχέσεις της ομάδας δεν είναι πια οι ίδιες. Διαλύονται.
Το ενδιαφέρον που δημιουργεί το βιβλίο δεν εξαντλείται στην αστυνομική ιστορία, που δεν είναι το κύριο θέμα. Γι' αυτό άλλωστε ο φόνος δηλώνεται εξαρχής. Πλάι σ' αυτήν είναι τα μαθήματα φιλοσοφίας, η αγάπη της κλασικής αρχαιότητας, οι ελληνικές φράσεις (λιγότερες οι λατινικές) που ακούγονται, αν και θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη έμφαση στο κύριο αυτό θέμα διδασκαλίας. Πλάι σ' αυτά όμως το βιβλίο γίνεται αξιοδιάβαστο από πολλά άλλα θέματα που το πλημμυρίζουν. Η φοιτητική ζωή,  πάρτι,  συζητήσεις,  έρωτες,  φιλίες,  ναρκωτικά, εργασίες και εξετάσεις, η απώλεια και το πένθος κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Η ζοφερή ατμόσφαιρα διανθίζεται με ωραίες εικόνες από τη φύση, ανοιξιάτικα ή παγωμένα τοπία. "Ήταν χαρούμενη βραδιά, αξέχαστη βραδιά. Αναμμένα φώτα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βροχή που έπεφτε δυνατά στη στέγη. Έξω οι κορυφές των δέντρων σείονταν κάνοντας ένα θόρυβο που θύμιζε άφρισμα σόδας σε ποτήρι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι ένα υγρό δροσερό αεράκι χάιδευε τις κουρτίνες, σαγηνευτικά άγριο και γλυκό".
Τι είναι εν τέλει "Η μυστική ιστορία"; Ένα μυθιστόρημα φοιτητικής ζωής; Λατρείας της κλασικής αρχαιότητας; Φόνου; Νεανικής τρέλας; Απερισκεψίας; Ονείρων;  Πάνω απ' όλα είναι μια αξιοθαύμαστη λογοτεχνική δημιουργία.


 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2020

Ύμνος ζωής

 

 

Χριστόφορου Καδή, Ύμνος ζωής

Λευκωσία, 2020

 «Ποίηση: ανέκκλητη συμπύκνωση». Ο καλύτερος ίσως ορισμός που άκουσα ποτέ για την ποίηση. Διαβάζεις ένα στίχο και στη σκέψη σου ανοίγονται πλήθος εικόνες, ανασύρονται χιλιάδες σελίδες, αναδεύονται άπειρα συναισθήματα.

Αυτή την επενέργεια της ποίησης δοκίμασα άλλη μια φορά διατρέχοντας την ποιητική συλλογή του Χριστόφορου Καδή, Ύμνος ζωής. Είναι πράγματι ένας χαμηλόφωνος, υποβλητικός ύμνος σ’ όλες τις μορφές της ζωής. Από τα εγγόνια, την καινούρια ζωή, στα οποία ο ποιητής αφιερώνει τη συλλογή του, ως την πατρώα γη, «τον τόπο που γεννήθηκα». Οι αιματοβαμμένοι αγώνες για ελευθερία, η περιφρόνηση του θανάτου, η ιδέα πάνω από την ύλη, η αυτόβουλη θυσία, δίνονται με την περηφάνια, αλλά και τη θλίψη που συνοδεύει το πικρό αποτέλεσμα. «Χωρίς απολυτήριο» οι αγωνιστές κι όμως γράφουν «Κείμενα της ζωής και του θανάτου».

Πόσο υπαινικτικά εκφράζεται ο πόνος για τις «Συλημένες εκκλησιές»!

την ώρα του όρθρου

ξένα ρήματα

ξένα δόγματα

ξένα διδάγματα

…………..

Υποβλητικά, χαμηλόφωνα, με  ευδιάκριτες εικόνες ζωγραφίζεται σ’ ένα εξαιρετικό ποίημα η μοιρασμένη Λευκωσία.

Παίρνω τον μακρύ σου δρόμο

Και με σταματούν χαλάσματα

Πώς να σε διασχίσω;

Παίρνω των μαλλιών σου

το διάδημα,

της Βενετιάς ατίμητο

μαργαριτάρι

και καταλήγω σε αδιέξοδα.

Πώς να σε περιέλθω;

(Μοιρασμένα γιασεμιά)

Θεωρώ το τρίτο μέρος της συλλογής, «Της γενέθλιας γης», ως το πιο συναισθηματικό, το πιο υπαινικτικό, γνήσια έκφραση της αγάπης για τη γενέθλια γη, που δίνεται με εικόνες που αγγίζουν με συγκρατημένη νοσταλγία και θλίψη, κοινά βιώματα.

Πάρε ένα λίζο

ξένε και από μένα

να με γλυκάνεις

(Στιγμές του χωριού)

Τικ τακ απ’ τα χαράματα

το αλακάτι γυρίζει

κι η ψυχή μου γεμίζει

με νερά κρυστελλένια

και παλμούς μυστικούς

της συνάδουσας φύσης

(Δοξολογία)

Και πάνω απ’ όλα η νοσταλγική ανάμνηση της γενέθλιας γης, δεμένη με το χάδι της μάνας, τον λόγο του πατέρα, τη νοσταλγία του πατρικού σπιτιού.

Χαρμολύπη είναι το συναίσθημα που νιώθουμε καθώς κλείνουμε την ποιητική συλλογή του Χριστόφορου Καδή. Μια νοσταλγία για όσα ανέκκλητα πέρασαν, αλλά και μια ευδαιμονία γιατί τα ζήσαμε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2020

Μετά το τέλος


 

Clare Mackintosh
Μετά το τέλος
Μεταίχμιο, 2020
Μετ. Βάσια Τζανακάρη
"Γιατί σ' εμένα, γιατί σ' έμάς, γιατί στο παιδί μου;" Πόσοι ως τώρα γονείς δεν εκστόμισαν ή έστω δεν σκέφτηκαν με απόγνωση αυτή την αγωνιώδη διαμαρτυρία μπροστά σ' ένα παιδί που δεν πρόλαβε καν να ζήσει, όταν ξαφνικά και αναίτια βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ανίατη ασθένεια του παιδιού τους; Αυτό είναι το θέμα του πολύ ωραίου και συγκινητικού μυθιστορήματος της Clare Mackintosh "Μετά το τέλος". Ένα βιβλίο που γίνεται ακόμα πιο συγκινητικό, αφού στηρίζεται σε προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέως.
Ο τρίχρονος Ντίλαν, πρώτο παιδί του Μαξ και της Πιπ Άνταμς, διαγνώσκεται με όγκο στον εγκέφαλο. Χειρουργείται, αλλά η αφαίρεση του όγκου δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς να αγγίξει ουσιώδη μέρη του εγκεφάλου. Διασωληνώσεις, ο μικρός Ντίλαν με δυσκολία κρατιέται στη ζωή. Οι γονείς μόνο για λίγες ώρες το βράδυ φεύγουν από κοντά του. Η Λέιλα, μια Ιρανή γιατρός, πολύ ικανή και γεμάτη αγάπη τόσο για τον Ντίλαν όσο και για τα άλλα παιδιά του θαλάμου εντατικής θεραπείας, στέκεται συμπαραστάτης και βοηθός στις δύσκολες ώρες που περνούν παιδί και γονείς. 
Κι εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχει ελπίδα ζωής, ο πατέρας του παιδιού διαβάζει για μια καινούρια θεραπεία που εφαρμόζεται στην Αμερική  και συνίσταται σε ακτινοθεραπεία με πρωτόνια, που κι αν ακόμη δεν θεραπεύει εντελώς, δίνει τουλάχιστον παράταση ζωής. Τόσο η γιατρός Λέιλα όσο και η μητέρα δεν συμφωνούν. Όχι μόνο γιατί η θεραπεία συνεπάγεται απίστευτη ταλαιπωρία μεταφοράς  του παιδιού από την Αγγλία στην Αμερική, όχι γιατί απαιτούνται τεράστια έξοδα, λεφτά που οι γονείς δεν διαθέτουν, αλλά προπάντων γιατί κι αν ακόμα παραταθεί η ζωή του παιδιού δεν θα είναι κανονική ζωή. Δεν θα μπορεί να περπατήσει, να μιλήσει, θα είναι πλήρως εξαρτημένο από άλλους.
Μετά από πολλή σκέψη και προβληματισμό, με πόνο ψυχής, η μητέρα απορρίπτει αυτή την επιλογή. Ο πατέρας επιμένει. Ανοίγει λογαριασμό στο διαδίκτυο, συγκεντρώνει χρήματα. Η υπόθεση γίνεται ευρύτερα γνωστή. Κόσμος συγκεντρώνεται έξω από το νοσοκομείο, ζητώντας να δοθεί μια ευκαιρία για ζωή στον μικρό Ντίλαν. Στο θέμα παρεμβαίνει και το νοσοκομείο, το οποίο μπροστά στη διαφωνία των γονιών καταφεύγει στο δικαστήριο. Αφού ακούσει τις δύο πλευρές ο δικαστής αποφαίνεται: "Με βαριά καρδιά, αλλά με απόλυτη βεβαιότητα για το συμφέρον του Ντίλαν, συναινώ στην αίτηση του Νοσοκομείου Παίδων Σεντ Ελίζαμπεθ και αποφασίζω ότι δύνανται να αποσύρουν νομίμως κάθε θεραπεία εκτός από την παρηγορητική φροντίδα και να επιτρέψουν στον Ντίλαν να πεθάνει με αξιοπρέπεια".
Όμως τα πράγματα, μυθιστορηματικά τουλάχιστον, δεν είναι τόσο απλά. Στο επόμενο κεφάλαιο η συγγραφέας μας παραθέτει μια εντελώς διαφορετική απόφαση: "Ο δικαστής βάζει τα γυαλιά του και πιάνει τις σημειώσεις του:"Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Με κάποια ανησυχία, αλλά και με απόλυτη βεβαιότητα για το συμφέρον του Ντίλαν, αποφασίζω ότι ο Μαξ Άνταμς μπορεί να πάει τον γιο του στην Αμερική για θεραπεία που μπορεί να παρατείνει τη ζωή του".
Τι θα συνέβαινε λοιπόν αν ίσχυε η πρώτη απόφαση και τι αν ίσχυε η δεύτερη; Ό,τι και να συνέβαινε, η  ζωή του ζευγαριού οπωσδήποτε θα επηρεαστεί. Αυτό υποδηλοί και ο τίτλος του βιβλίου "Μετά το τέλος", που  είναι ένα βιβλίο που δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό. Αξίζει να παρατείνεται η ζωή όταν όλα δείχνουν πως δεν θα είναι πραγματική ζωή;
Το βιβλίο δομείται σε κεφάλαια στα οποία εναλλάσσονται τα κύρια πρόσωπα, ο Μαξ, η Πιπ, η γιατρός Λέιλα και τα γεγονότα δίνονται μέσα από την οπτική του καθενός. Η συγγραφέας δεν δίνει λύση, δεν απαντά στο ουσιώδες ερώτημα. Όταν κλείνουμε το βιβλίο κρατάμε μόνο μια σκέψη του δικαστή: "Το ερώτημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται αυτή η θλιβερή υπόθεση δεν είναι μόνο αν η ακτινοθεραπεία με πρωτόνια θα επεκτείνει τη ζωή του Ντίλαν, αλλά ποια θα είναι η ποιότητα αυτής της ζωής. Τι συνιστά ζωή στην πραγματικότητα;"

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2020

Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος


 Ιαν Ριντ
Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος
Πατάκης, 2020
Μετ. Αντώνης Καλοκύρης
Από το blog του προσφιλούς librofilo, ένα από τα μακροβιότερα, αξιόλογότερα και ενδιαφέροντα blogs, γνώρισα ως τώρα πολλά ωραία βιβλία. Η ανάρτησή του όμως για το βιβλίο "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" στην οποία γίνεται αναφορά και στην ομώνυμη ταινία (Ι'm thinking of ending things, του Τσάρλι Κάουφμαν) δεν με βρίσκει σύμφωνη. Χαρακτηρίζει το βιβλίο "εκπληκτικό μυθιστόρημα", "εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ", "ύψιστη λογοτεχνική απόλαυση". Εξίσου επαινετική είναι η κριτική του και για την ταινία, αν και βρίσκει ότι ελάχιστη σχέση έχει με το βιβλίο.
Διάβασα το βιβλίο, είδα και την ταινία, αλλά εξακολουθώ να είμαι πολύ προβληματισμένη. Θα αναφερθώ μόνο στο βιβλίο, γιατί δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τον κινηματογράφο, ειδικά τον σύγχρονο. Όμως για το βιβλίο, μετά από εκατοντάδες, ίσως και χιλάδες βιβλία που έχω διαβάσει, για πολλά από τα οποία έχω γράψει, νομίζω είμαι σε θέση να εκφράσω άποψη.
Εν πρώτοις με απωθούν τα βιβλία, όπως και κάθε λογοτεχνική δημιουργία, που μοιάζει με γρίφο, αίνιγμα που πρέπει να λύσεις. Που σε κάνει να αναρωτιέσαι:Τι θέλει να πει;  Κορυφαίες δημιουργίες στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία γίνονται άμεσα κατανοητές. Έχουμε καμιά δυσκολία να συμμεριστούμε τις ύψιστες φιλοσοφικές ιδέες των Πλατωνικών διαλόγων ή την ομορφιά της αρχαίας τραγωδίας; Το ίδιο συμβαίνει και με κορυφαία λογοτεχνικά έργα. Πόση δυσκολία αντιμετωπίζουμε διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι ή Τολστόη, τον Ντίκενς ή τον Προυστ, τον Παπαδιαμάντη, τον Κάφκα ή τον Σαίξπηρ; Κι όμως στη σύγχρονη λογοτεχνία πολύ συχνά συναντάμε  έργα δυσνόητα, έργα που δεν γίνονται εύκολα κατανοητά, ποιο είναι το θέμα τους, τι θέλουν να μεταδώσουν στον αναγνώστη. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" κι ας έχουν γραφτεί και από τον Librofilo, αλλά και άλλους πολύ επαινετικές κριτικές.
Μια ανώνυμη αφηγήτρια που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο ταξιδεύει με τον σύντρφό της Τζέικ, οδεύοντας προς το σπίτι των γονιών του, για να τους τη γνωρίσει. Το "σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" είναι η σκέψη που κάνει η ανώνυμη αφηγήτρια, σκεφτόμενη να βάλει ένα τέλος στη σχέση τους. Όταν όμως ο αναγνώστης φτάσει στο τέλος, αναρωτιέται αν αυτό εννοούσε ή κάτι άλλο. Στη σύντομη και αποσπασματική μεταξύ τους συνομιλία καθώς ταξιδεύουν, παρεμβάλλονται αναμνήσεις εκείνης από την παιδική της ηλικία, τηλεφωνήματα από κάποιον άγνωστο που κατά περίεργο τρόπο φαίνεται να γίνονται από τον αριθμό του δικού της κινητού, αλλά που ως το τέλος δεν μαθαίνουμε τίποτα γι'  αυτά τα περίεργα τηλεφωνήματα.
Μέσα σε μια συνεχή χιονόπτωση, φτάνουν στην αγροικία των γονιών του Τζέικ. Πριν μπουν περιδιαβάζουν στο αγρόκτημα, συναντούν νεκρά πρόβατα, σκουληκιασμένα γουρούνια, μια κότα που τρώει το αυγό της! Στο σπίτι όλα μοιάζουν παλαιικά, φθαρμένα. Κλειστές πόρτες, περίεργες φωτογραφίες, ένα σκοτεινό υπόγειο με παράξενους πίνακες.
Στο δρόμο της επιστροφής η σκοτεινιά και το χιόνι συνεχίζονται. Σταματούν κάπου για παγωτό και σε μια ερημιά συναντούν ένα τεράστιο Λύκειο. Χάνονται στους έρημους διαδρόμους, σε κλειστές αίθουσες διδασκαλίας, μ' έναν επιστάτη μόνο να σκουπίζει (μέσα στ' άγρια μεσάνυχτα!). Και πολύ θα ΄θελα κάποιος να μου εξηγήσει σε τι χρησιμεύουν τέσσερις σελίδες του βιβλίου γεμάτες μόνο με την ερώτηση: "Ακόμα κάθεστε, ακόμα κάθεστε, ακόμα κάθεστε..." Τέσσερις ολόκληρες σελίδες!
Το μυθιστόρημα τελειώνει με μια τρομακτική σκηνή που δεν θέλω να τη σκέφτομαι. Και τότε μόνο ο αναγνώστης μπορεί να κατανοήσει κάποιους διαλόγους που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων και στους οποίους δεν ξέρουμε ποιοι μιλούν, απλώς ότι αναφέρονται σ' ένα φόνο. Φόνο ή αυτοκτονία; Το ερώτημα αφήνεται να αιωρείται μαζί με όλα τα άλλα ερωτηματικά που δημιουργούνται στον αναγνώστη.
Τελικά τείνω να πιστεύω ότι η ταινία είναι καλύτερη από το βιβλίο!
 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2020

Το σκισμένο τούλι


 Έλενα Ακρίτα 
Το σκισμένο τούλι
Διόπτρα, 2020
Όταν αρχίζεις ένα βιβλίο της Έλενας Ακρίτα, δεν μπορείς να το αφήσεις. Βιαστικά γυρίζεις τις σελίδες, θέλεις κι άλλο κι άλλο...Όχι μόνο γιατί ανυπομονείς να δεις τι θα γίνει παρακάτω (αφού αυτή η ακαταμάχητη γοητεία ισχύει και για τα αυτοτελή χρονογραφήματά της), αλλά γιατί σε ελκύει το μοναδικό και ανεπανάληπτο ύφος της. Ο γοργός ρυθμός της αφήγησης, το χιούμορ, η ειρωνεία, η σάτιρα, ο λόγος ο καθημερινός και οικείος, το χαμόγελο που σου προκαλεί ο μοναδικός τρόπος γραφής. Αυτά αρχίζοντας την ανάγνωση. Όταν όμως φτάσεις κάπου στη μέση, τότε προσπαθείς να επιβραδύνεις, τότε σκέφτεσαι: "Ας καθυστερήσω λίγο, να 'χω να διαβάζω πιο πολλές μέρες". Αυτή την αμφιθυμία μου προκάλεσε και το τελευταίο βιβλίο της Ακρίτα, "Το σκισμένο τούλι". Περιττό να πω πως νίκησε η πρώτη σκέψη και το τέλειωσα σε δυο μέρες (κρίμα!).
Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω, χωρίς μ' αυτόν τον χαρακτηρισμό να υποβαθμίζω την αξία και τη σημασία του, "στρατευμένη λογοτεχνία". Στρατευμένη, όχι σε κάποιο πολιτικό ή ιδεολογικό αγώνα, αλλά στρατευμένη στον αγώνα της γυναίκας για τη θέση που ακόμα δεν έχει βρει, δυστυχώς, στην κοινωνία.
Πέντε γυναίκες πρωταγωνιστούν στο βιβλίο: "Η Νένα, η Μάρω, η Ιοκάστη, η Σολφέζ, η Μιράντα. Πέντε γυναίκες έσμιξαν τις ζωές τους και πορεύτηκαν μαζί χέρι χέρι, αδιαφορώντας για ηλικίες, γενιές και για όσα θα μπορούσαν να τις χωρίζουν". Οι δυο είναι φίλες αχώριστες από τα μαθητικά τους χρόνια, μια άλλη είναι ιδιοκτήτρια πολυτελούς κομμωτηρίου, άλλη είναι υπάλληλος σ' αυτό το κομμωτήριο, μια είναι πρώην τραγουδίστρια, άλλη ζει με την εγγονή της, αφού οι γονείς της ζουν και εργάζονται σε άλλη πόλη. Καταστάσεις ποικίλες. Δεσμοί φιλίας, ο έρωτας που σε βρίσκει ξαφνικά τη μέρα που παντρεύεσαι κάποιον άλλον, ο έρωτας που ανθίζει σε μεγάλες ηλικίες που η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί, η συμβίωση δυο γυναικών και ο ιδιαίτερος δεσμός τους και πάνω απ' όλα ο βιασμός. Αυτή η τόσο εξευτελιστική για τη γυναίκα κατάσταση, που την τραυματίζει σωματικά και ψυχικά. Ένας βιασμός κυριαρχεί στο βιβλίο, με τα πλήθος ερωτήματα και τις συνέπειες που τον ακολουθούν. Να καταγγείλει η βιασθείσα την αποτρόπαια πράξη ή όχι; Έχει τη δύναμη να αντέξει τον διασυρμό που θα υποστεί καταφεύγοντας στη δικαιοσύνη; Κι αυτούς που θα σκεφτούν "ε, τα 'θελε κι αυτή"; Η ηρωίδα της Ακρίτα θα το τολμήσει. Δεν θέλω να αποκαλύψω το αποτέλεσμα της δίκης ή το αναπάντεχο τέλος που δίνεται πέντε χρόνια αργότερα (2025).
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει άραγε; Λέει η συγγραφέας: "Σκισμένα τούλια ήταν οι γυναίκες με τους αποτυχημένους γάμους. Αυτές που πήγαν στην εκκλησία, στεφανώθηκαν δόξη και τιμή, και ύστερα όλα στη ζωή τους, όλα, πήγαν κουτσά και στραβά".
Είναι πολύ δύσκολη η παρουσίαση ενός βιβλίου της Ακρίτα. Γιατί η απόλαυση της ανάγνωσης προέρχεται κυρίως από το ύφος. Τον γοργό ρυθμό, τον λόγο τον καθημερινό, τις γνώσεις που διανθίζουν και πλουτίζουν τη γραφή. Γνώσεις από όπερα μέχρι λαϊκά τραγούδια, γνώσεις από διαβάσματα, γνώσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Παρ' όλη την ειρωνεία και τη σκληρότητα του καθημερινού λόγου (λέξεις όπως: ρουφιανεύω, παπαριές, γκόμενος, μαλάκας, μαλακοπίτουρας, χαμουρεύομαι, κεράτωμα, κατινιά κ.λπ. ακούγονται συχνά) είναι στιγμές που δεν λείπει η λυρικότητα και η συγκίνηση: "Σπίτι, σκέφτηκε η Μιράντα, είναι οι μυρωδιές από την κουζίνα σου. Το γεράνι που ανθίζει στον κήπο. Η βρύση που χάλασε, το μαξιλάρι το δικό σου που έχει γούβα στη μέση αλλά σε βολεύει, το μισοτελειωμένο βιβλίο στο κομοδίνο σου. Σπίτι είναι του ανθρώπου σου η αγάπη που τις νύχτες σε σκεπάζει μην κρυώσεις. Σπίτι είναι το φιλί το μονάκριβο, οι φίλοι τα βράδια, τα γέλια και τα κλάματα, και οι πόνοι και οι χρόνοι που περνούν και που σε νοιάζονται".
Τι άλλο να πω; Ακόμα μια απολαυστική Έλενα Ακρίτα.
 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2020

Η απατηλή ζωή των ενηλίκων


ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η απατηλή ζωή των ενηλίκων
Πατάκης, 2020
Μετ. Κατερίνα Δότση 
 Η Νάπολη, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γειτονιές της, οικογενειακοί δεσμοί αγάπης και μίσους, κορίτσια στην αρχή της εφηβείας και αγόρια, βεβαίως, αλλά σε δεύτερη μοίρα. Τα ίδια υλικά  αναμειγνύονται ξανά και ξανά σ' όλα τα βιβλία της παράξενης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Ιταλίδας συγγραφέως  Έλενα Φερράντε. Βιβλία μεταφρασμένα σε 45 γλώσσες, με πωλήσεις εκατομμυρίων, με μεταφορά τους στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Πώς τα καταφέρνει; Ποιο είναι το μυστικό της όταν, χρησιμοποιώντας τα ίδια σχεδόν υλικά από βιβλίο σε βιβλίο κατορθώνει να γίνονται ανάρπαστα;
Από την παράξενη σαγήνη που ασκεί η γραφή της δεν έχω ξεφύγει ούτε εγώ. Από το πρώτο της βιβλίο που διάβασα ("Μέρες εγκατάλειψης") την ακολουθώ βήμα-βήμα σ' όλες τις συγγραφικές της δημιουργίες: Την περίφημη "Τετραλογία της Νάπολης", τη "Βάναυση αγάπη" και τώρα το "Η απατηλή ζωή των ενηλίκων". Πρωταγωνίστρια σ' αυτό το τελευταίο (τι άλλο;) ένα δεκατριάχρονο κορίτσι, η Τζοβάνα ή Τζανίνα που αφηγείται την όλη ιστορία. "Δυο χρόνια πριν φύγει από το σπίτι ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν πολύ άσχημη. Τη φράση αυτή την είπε ψιθυριστά, στο διαμέρισμα που είχαν αγοράσει οι γονείς μου, νιόπαντροι ακόμα, στο Ριόνε Άλτο της οδού Σαν Τζιάκομο ντέι Κάπρι. Τα πάντα-η Νάπολη, το μπλε φως ενός ψυχρού Φεβρουαρίου, τα λόγια εκείνα-πάγωσαν". Και κάποια άλλη στιγμή θα τον ακούσει να λέει: "Η φάτσα της έχει αρχίσει να γίνεται ίδια με της Βιττόρια". Η εισαγωγική πρώτη παράγραφος του βιβλίου μας βάζει αμέσως στο κλίμα της ιστορίας. Ο πατέρας έχει φύγει, η φράση του πατέρα της θα γίνει πληγή, θα προστεθεί στην αβεβαιότητα και στη συναισθηματική αστάθεια της προεφηβικής ηλικίας. Αχώριστη φίλη η Τζοβάνα με δυο άλλα συνομίληκα περίπου κορίτσια, την Άντζελα και την Ίντα περνούν μαζί την τόσο δύσκολη ηλικία της εφηβείας. Λένε τα μυστικά τους, ανταλλάσσουν εμπειρίε, εξερευνούν το σώμα τους, μιλάνε για αγόρια. 
Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η θεία Βιττόρια, αδελφή του πατέρα της Τζοβάνα, για την οποία εκφράστηκε τόσο απαξιωτικά ο πατέρας; Θα τη γνωρίσει κάποτε η Τζοβάνα κι ένας άλλος κόσμος θα της αποκαλυφθεί. Είναι οι "πάνω" και οι "κάτω", οι καλές γειτονιές της Νάπολης και οι φτωχογειτονιές της. Ο παθιασμένος έρωτας της θείας Βιττόρια για έναν ήδη παντρεμένο με τρία παιδιά που είχε γίνει χρόνια πριν, εισάγει στην ιστορία καινούρια πρόσωπα. Η επίδραση της παράξενης, φιλελεύθερης, τόσο διαφορετικής από τον καθωσπρεπισμό των γονιών της Τζοβάνας θείας, θα είναι καθοριστική για την Τζοβάνα. Ένα οικογενειακό κειμήλιο, ένα βραχιόλι, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου.
Καθώς ο χρόνος προχωρεί, τα κορίτσια γνωρίζουν και την ανατομική  κατασκευή των αγοριών, έχουν τις πρώτες επαφές, τα πρώτα φιλιά, που καθόλου δεν τις ενθουσιάζουν. Οι προβληματισμοί της Τζοβάνα δεν αφορούν μονάχα το σώμα της ή τα αγόρια. Η απόρριψη των γονιών και η σύγκρουση μαζί τους, προπάντων όταν διαπιστώνεται η "απατηλή"  τους ζωή, διαβάσματα άσχετα με τα μαθήματα, οι αμφιθυμίες και η συναισθηματική αστάθεια της εφηβείας, σκέψεις, αμφιταλαντεύσεις, πονηριές, ψέματα, ακαταμάχητη έλξη από κάποιο πρόσωπο, τα παρακολουθούμε όλα με λεπτομέρειες, σαν να βρισκόμαστε στο μυαλό της εφήβου.
Το βιβλίο τελειώνει με τη λεπτομερή περιγραφή της σεξουαλικής μύησης κι επομένως του τέλους της εφηβείας για τη νεαρή Τζοβάνα. Μια σκηνή που δεν κλείνει τίποτα οριστικά. Σαν να μένουν όλα μετέωρα. Άραγε αυτό είναι μια ένδειξη ότι το βιβλίο μπορεί να έχει συνέχεια; Ποιος ξέρει...
Κλείνουμε το βιβλίο με την ίδια πάντα απορία: Γιατί μας άρεσε;