Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

Το show είναι των Ελλήνων

Ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη, το διήγημα ασφαλώς δεν έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις μου και, αν μπορώ να συμπεράνω από τις αναρτήσεις, ούτε και στις προτιμήσεις των άλλων bloggers. Όμως, τόσο η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, Η γυναίκα που πετάει , όσο και η πιο πρόσφατη, Το show είναι των Ελλήνων (Κέδρος 2008) μου προξένησαν την ίδια ευχαρίστηση με ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Ίσως γιατί τα θέματα είναι τέτοια, ίσως πάλι γιατί έχουν μια ενότητα, που με λίγη σύνδεση θα μπορούσαν να γίνουν μυθιστόρημα.
Με γοητεύει αυτή η ανάμιξη του πραγματικού με το φανταστικό, το φανταστικό που δεν ξεφεύγει από τα όρια του ρεαλισμού. Τρεις νουβέλες, τρεις καίριες στιγμές της νεότερη Ελλάδας. Η πρώτη, "Μια μέρα από τη ζωή τους", απεικονίζει το μεγαλοαστικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο του μεσοπολέμου. Σαν "αοράτως παρών" ο αφηγητής μας μεταφέρει μαζί του στις 20 Οκτωβρίου 1932 στο κοσμικό σαλόνι του Άλκη Θρύλου (Ελένης Ουράνη), όπου επίσημος προσκεκλημένος είναι ο Καβάφης. Γνωστός, αλλά όχι διάσημος ακόμη, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, θα διασκεδάσει τους καλεσμένους παίζοντας στο πιάνο τη μουσική που συνέθεσε σε ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή. Εκτός από τον σύζυγο της οικοδέσποινας ("λογοτέχνης και μεγάλος ταξιδευτής") πολλά άλλα πρόσωπα "φωτογραφίζονται" από τον Κουμανταρέα ώστε, παρ' όλο ότι δεν αναφέρονται με το πλήρες ονοματεπώνυμό τους, να μη μας μένει καμιά αμφιβολία ως προς το ποιοι είναι. Συζητήσεις για επίκαιρα θέματα πολιτικά ή καλλιτεχνικά γεμίζουν τη βραδιά ενώ το φως του συγγραφικού προβολέα πέφτει πάνω στα κεντρικά πρόσωπα της σύναξης: Τον Καβάφη, που γέρος, άρρωστος, μ' ένα μηχάνημα στο λαιμό για να μπορεί να μιλά μετά την εγχείρηση, και τον ανερχόμενο, νέο μουσικό, που θα διαπρέψει διεθνώς, τον Μητρόπουλο. Η βραδιά τελειώνει. Οι καλεσμένοι φεύγουν. Όμως, η συγγραφική ματιά, ριγμένη πάνω τους ογδόντα χρόνια αργότερα, τους παρακολουθεί καθώς διασχίζουν τη νυχτερινή Αθήνα και ολοκληρώνει τους χαρακτήρες καταγράφοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς να παραλείπει τη σεξουαλική τους ιδιαιτερότητα, ενώ αφήνει να διαφανεί το μέλλον που τους αναμένει.
Η δεύτερη νουβέλα,"Ο κύριος Μπάτερφλαϋ" διαδραμτίζεται οχτώ χρόνια αργότερα. Ο συγγραφέας τώρα υποδύεται ένα φιλόμουσο δικηγόρο που ετοιμάζεται με τη σύζυγό του να παρακολουθήσουν το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940 την πρεμιέρα της Λυρικής σκηνής με τη Μαντάμ Μπάτερφλαϋ του Πουτσίνι, στο Βασιλικό Θέατρο. Πριν απ' αυτό όμως, μετά από πρόσκληση του Ιταλού πρέσβη Γκράτσι, τον επισκέπτεται στο σπίτι του για να συναντήσει τον Ιταλό συγγραφέα Μαλαπάρτε. Η πολιτική ατμόσφαιρα στην Αθήνα παραμονές του πολέμου, η ανέμελη "καλή" κοινωνία που απολάμβανε την όπερα, ο Μεταξάς και η βασιλική οικογένεια, γνωστά πρόσωπα της εποχής, το ίδιο το θέατρο και η λεπτομερής περιγραφή του, αναφορά στην όπερα και στην πρωταγωνίστρια Ζωή Βλαχοπούλου, μας μεταφέρουν ρεαλιστικά στην εποχή και το παρελθόν γίνεται ένα ολοζώντανο παρόν. Το κλίμα έντασης και ανησυχίας θα κορυφωθεί την επομένη, σε μια δεξίωση της Ιταλικής Πρεσβείας. Εννιά χρόνια αργότερα, το 1949, ο συγγραφέας θα συναντήσει στη Ρώμη το φίλο του Γκράτσι και μέσα από την παραστατική αφήγηση του Ιταλού πρέσβη θα μάθει όσα διαδραματίστηκαν το βράδυ της 27ης-28ης Οκτωβρίου. Δεν ξέρω αν έχω λάθος, αλλά διακρίνω μια συμπάθεια εκ μέρους του συγγραφέα για τους δυο αυτούς πρωταγωνιστές της ιστορίας. Αν όχι συμπάθεια, τουλάχιστον μια "άφεση αμαρτιών", προπάντων για τον Γκράτσι που " ήταν αναγκασμένος να υπακούει στο φασιστικό καθεστώς, αλλά βαθιά μέσα του ήταν δημοκράτης".
Η τρίτη νουβέλα είναι αυτή που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. Εδώ ο συγγραφέας μετατρέπεται σ' ένα συνταξιούχο, πρώην υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών, που καλείται να εξηγήσει σ' ένα νέο υπάλληλο το περιεχόμενο ενός αρχείου για να καταγραφεί ηλεκτρονικά. Εκεί, στα υπόγεια του Υπουργείου, ο ηλικιωμένος πρώην υπάλληλος θυμάται και ξαναζωντανεύει παριστώντας τη μάλιστα θεατρικά, τη μυστική σύσκεψη των Ελλήνων και ξένων πολιτικών και στρατιωτικών που έγινε στις 26 Δεκεμβρίου 1944, με σκοπό να βρει λύση στη διαμάχη που είχε ήδη αρχίσει. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο Σοφούλης των Φιλελευθέρων, ο Μάξιμος του Λαϊκού Κόμματος, ο στρατηγός Πλαστήρας, ο "ψηλέας και ανεμοδούρας" Παπανδρέου, ο Καφαντάρης, ο Σιάντος του ΚΚΕ, ο Παρτσαλίδης του ΕΑΜ, εκπρόσωποι των ξένων δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσώρτσιλ, μαζεύονται για να "τα βρουν". Κι εκεί, στην προσπάθεια του φωτογράφου να αποθανατίσει φωτογραφικά τους πολιτικούς, ο Τσώρτσιλ του μπήγει μια αγριοφωνάρα: "Φωτογράφισε τους Έλληνες, όχι εμάς. The Greeks. Μ' ακούς; Το show είναι των Ελλήνων". Να εννοούσε άραγε πως η όλη σύναξη δεν ήταν παρά ένα show για το θεαθήναι και μόνο και ότι τα πράγματα είχαν ήδη αναπότρεπτα δρομολογηθεί ή μήπως ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που αρέσκονται στην επίδειξη;
Οι ξένοι φεύγουν, οι Έλληνες μένουν μόνοι να βρουν λύση, συζητούν, η σύναξη συνεχίζεται και την επομένη. Ο Δαμασκηνός ορίζεται αντιβασιλέας ενώ οι διαφωνίες διατηρούνται, προαναγγέλλοντας όσα θα ακολουθήσουν.
Τρεις νουβέλες, τρεις σταθμοί στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, ιστορία που μετασχηματίστηκε σε λογοτεχνία με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Κουμανταρέας δεν έμεινε ένας απλός θεατής και χρονικογράφος. Κάτω από τη φαινομενικά αμερόληπτη αφήγηση, προβάλλει την προσωπική του θέση που συχνά μέσα από την υποβόσκουσα ειρωνεία του γίνεται διασκεδασιτκή.


11 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή