Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Θαλερότης της ψυχής στα βαθιά γεράματα

Κλέβω τον τίτλο του ποστ μου από το επίμετρο της Ελένης Τζαβάρα στο ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι της Ζακλίν ντε Ρομιγί Τα ρόδα της μοναξιάς (μετ. Άννα Σπυράκου, συνάψεις, 2007), γιατί είναι ό,τι πιο κατάλληλο για να περιγράψει το περιεχόμενο αυτού του μικρού βιβλίου, που η ενενηντάχρονη Ρομιγί μας χάρισε. Η πολιτογραφημένη ως Ελληνίδα Γαλλίδα ελληνίστρια, που τα βιβλία της, προπάντων για τον Όμηρο και τον Θουκυδίδη υπήρξαν για μένα πολύτιμη συντροφιά και βοήθεια στην εκπαιδευτική μου πορεία, συνεχίζει ακόμα στα 95 της χρόνια να μελετά και να γράφει!
Έξι μικρά δοκίμια αποτελούν το τελευταίο αυτό μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο της. Έξι μικρά διαμαντάκια, που η κάθε σελίδα, η κάθε παράγραφος, σε σταματά, σε προκαλεί να τη ξαναδιαβάσεις, που οδηγεί τη σκέψη σου σε καινούριους, δικούς σου συνειρμούς. "Είναι ένα βιβλίο με ρεμβασμούς και αναπολήσεις", όπως λέει η ίδια. " Θέλησα να συγκεντρώσω εδώ εμπειρίες καθημερινές, απ' αυτές που διαμορφώνουν λίγο-λίγο τη ζωή, δίχως πάταγο και δίχως δράματα. Θέλησα επίσης να δείξω πτυχές της ύπαρξής μας, που μας αποκαλύπτονται όταν η ηλικία προχωρήσει, διαμηνύοντάς μας όχι τον τρόμο, την άρνηση και την απελπισία, αλλά την ηρεμία και την ελπίδα."
Ξεκινώντας από αντικείμενα της καθημερινότητας που βρίσκονται γύρω της, βυθίζεται όχι μόνο στις αναμνήσεις και τα συναισθήματα που της δημιουργούν, αλλά και σε σκέψεις που πάνε πέρα απ' αυτά. Κοιτάζοντας δυο μπρούντζινα αλογάκια που της είχαν χαρίσει κάποτε στη Θεσσαλονίκη, στο τέλος μιας ομιλίας της που είχε θέμα "ένα άλογο που μιλά" και αναφερόταν στα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, αναπολεί τη μετάβασή της στον Όλυμπο, αλλά και τη θαυμάσια όσο και τραγική ομηρική σκηνή, όταν τα άλογα του Αχιλλέα κλαίνε για τον επικείμενο θάνατό του. (Εδώ οφείλω να ομολογήσω ότι το κείμενο αυτό της Ρομιγί με παρακίνησε και μένα να ανατρέξω και να ξαναδιαβάσω τη σκηνή αυτή της Ιλιάδας, καθώς και το θαυμάσιο, μελαγχολικό ποίημα του Καβάφη "Τα άλογα του Αχιλλέως").
Σ' ένα δεύτερο κείμενο, βλέποντας μια κορνίζα φωτογραφίας, θυμάται αυτόν που της την είχε χαρίσει, αλλά ταυτόχρονα και σημαντικά άλλα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή της. Το "Κέντημα στον καμβά" είναι, θα λέγαμε, ένα αφιέρωμα στη μνήμη της μητέρας της, που φαίνεται να υπήρξε μια εξαιρετική γυναίκα της εποχής της. Το "Λεκέδες πάνω σ' ένα παλαιό έπιπλο" είναι μια μικρή πραγματεία πάνω στα γηρατειά, πάνω στη φθορά πραγμάτων κι ανθρώπων, κάπου και μια μεταμέλεια γιατί, δοσμένη όλη της τη ζωή στη μελέτη, παραμέλησε την πλευρά της "νοικοκυράς". Γράφει:" Έχω περάσει τα ενενήντα, σχεδόν δεν βλέπω πια, δεν ακούω καλά, κυκλοφορώ μ' ένα λευκό μπαστούνι και είμαι αναγκασμένη να ζητώ βοήθεια για να διασχίσω το δρόμο". Για να συνεχίσει λίγο πιο κάτω:" Ήμουν στη δύση της ζωής μου, έτοιμη να πω absolvo te, και τώρα αντηχούσαν μέσα μου δυο άλλες λέξεις, που κουβαλούσαν την αέναα επαναλαμβανόμενη ειδοποίηση memento mori, θυμήσου το θάνατο που μέλλεται. Και λοιπόν; Τι ήταν να γίνει τότε; Ποια μοίρα με περίμενε εκεί; Δεν το ήξερα:προς το παρόν ήμουν ακόμη ζωντανή. Ήμουν ζωντανή και μπορούσα ακόμη, αν και με μεγάλο κόπο, να δουλεύω, να προχωρώ, να θαυμάζω και να προσπαθώ για το καλύτερο".
Στο "Οι καινούριες κουρτίνες" με τρόπο χαριτωμένο κι ανάλαφρο μας αφηγείται το δίλημμα στο οποίο βρέθηκε όταν, σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία, χρειάστηκε να φτιάξει καινούριες κουρτίνες κι αναρωτήθηκε αν αξίζε τον κόπο, αλλά τελικά εκφράζει τη σχεδόν παιδική και άδολη χαρά της όταν τις έφτιαξε. Ενώ ταυτόχρονα η σκέψη της τριγυρίζει, όπως σε όλα σχεδόν τα κείμενα, στο θάνατο: "Δεν μιλώ για το θάνατο, δεν τον σκέφτομαι καν, όχι τουλάχιστον με τρόπο συνειδητό. Είναι όμως ολοφάνερο πως κάθε στιγμή, φευγαλέα ή βαθιά, η βεβαιότητα του ερχομού του κάνει τα πράγματα πιο εφήμερα και ταυτόχρονα πιο πολύτιμα".
Στο δοκίμιο "Η μέρα της Βερενίκης" ακούει μαγνητοφωνημένο το έργο του Ρακίνα, το σχολιάζει κι εκφράζει την άφατη ηδονή που της χάρισε σ' όλη της τη ζωή η λογοτεχνία. Μαζί της επαναλαμβάνω κι εγώ: "Πόσο τυχερή ήμουν πράγματι που πέραασα όλη μου τη ζωή σ' επαφή με τη λογοτεχνία, πόσο μ' ευνόησε η τύχη παρέχοντάς μου τη δυνατότητα να τη σχολιάζω τόσο συχνά και να κατορθώνω, στο τέλος της ζωής μου, να γεύομαι την ακατανόητη ηδονή της!".




9 σχόλια:

  1. Πάλι τα κατάφερες ! Ακόμη άλλο ένα βιβλίο στη λίστα μου.Και να σκεφτείς ότι ,αν και αγαπώ την Ρομιγύ , αυτό το βιβλίο δεν το είχα πάρει είδηση.
    Πόση αγάπη κρύβει (;) μέσα της αυτή σου η παρουσίαση για την Ρομιγύ .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα, αγαπητέ ναυτίλε. Κι εσύ απαρνήθηκες την έξοδο της Καθαράς Δευτέρας ή μόλις επέστρεψες; Ναι, την αγαπώ πολύ τη Ρομιγί, την αγαπώ, τη θαυμάζω και τη ζηλεύω που μπόρεσε να αφιερωθεί σ' ένα σκοπό για μια ολόκληρη ζωή, ενώ οι περισσότεροι από μας διαχεόμαστε σε τόσα πολλά πράγματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μόλις επέστρεψα από το εξοχικό μου στο Σούνιο, όπου είχα πάει για τριήμερο.Για πολλοστή φορά απέτυχα να πετάξω χαρταετό, την επόμενη φορά θα πάρω τηλεκατευθυνόμενο!! Ωστόσο κατάφερα να ολοκληρώσω την ανάγνωση δύο εξαιρετικών βιβλίων:του Joseph o'Connor, Redemption Falls,καιτου Σιμενόν, ο τρελός του Μπερζεράκ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ένα βιβλίο που θα ήθελα πολύ να διαβάσω! Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ναυτίλος Ελπίζω να ανεβάσεις ποστ για τα δυο εξαιρετικά βιβλία. Δεν τα συναντάμε καθημερινά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ηλιόδεντρον Καλημέρα αγαπητή συμπατριώτισσα και Καλή Σαρακοστή. Παρακολουθώ την ποίησή σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. υπέροχη η Ρομιγύ, πολύ όμορφο το ποστ σου. θα το διαβάσω σίγουρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή