Δευτέρα, Μαΐου 18, 2009

Όταν πρωταγωνιστεί η ρουλέτα





Αγόρασα το "Όλα στο μηδέν" της Αργυρώς Μαντόγλου (Ελληνικά Γράμματα 2009) γιατί μου αρέσουν τα καζίνα, μου αρέσει η ρουλέτα (όσο κι αν τα οικονομικά μου δεν μου επιτρέπουν βέβαια το ρίσκο και τη συγκίνηση που μπορεί να σου προσφέρει) και γιατί ήλπιζα να διαβάσω μια καινούρια εκδοχή (και από τη γυνακεία μάλιστα σκοπιά) του "Χορού των ρόδων" του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης, 1995) που με είχε ενθουσιάσει όταν το πρωτοδιάβασα. Έστω κι αν πολλοί λένε πως δεν πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις, πως το κάθε βιβλίο έχει τη δική του αυτόνομη ύπαρξη και σαν τέτοιο πρέπει να κρίνεται, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η πλάστιγγα θα γέρνει κατ' ανάγκην στη μια ή την άλλη πλευρά.
Αν και το τοπικό πλαίσο είναι σε μεγάλο μέρος το ίδιο, τα καζίνα, τα δυο βιβλία διαφέρουν και ως προς το περιεχόμενο και ως προς την τεχνική. Το βιβλίο της Μαντόγλου, πολύ αξιόλογο, αλλά πολύ διαφορετικό από εκείνο του Σουρούνη. Είναι πιο ενδοστρεφές και ακολουθεί, θα έλεγα, ένα μεταμοντέρνο στυλ γραφής. Του Σουρούνη χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και ακολουθεί μια κλασική μυθιστορηματική μορφή, με ένα παντεπόπτη αφηγητή και μια ευθύγραμμη χρονολογική πορεία.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Στο "Όλα στο μηδέν" κεντρική ηρωίδα είναι η Αυγή. Ανύπαντρη στα 36 της χρόνια, προβληματισμένη και ανασφαλής, έρχεται στην Ελλάδα από την Αγγλία όπου ζει η υπόλοιπη οικογένεια (μητέρα και αδερφή, αφού ο πατέρας, διπλωμάτης, είχε αυτοκτονήσει πέντε χρόνια πριν). Προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, τα κεφάλαια του οποίου με τίτλο "Περιπέτεια εσωτερικού χώρου", γραμμένα σε δεύτερο πρόσωπο, εναλλάσσονται με κεφάλαια με τίτλο "Περιπέτεια του μηδενός" και που είναι η ζωή της Αυγής αφηγημένη σε τρίτο πρόσωπο. Το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο του μυθιστορήματος που γράφει η Αυγή είναι το ίδιο με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί και στη ζωή της. Είναι ο Σταύρος, γκρουπιέρης αλλά και παίκτης ο ίδιος. Μια έντονη ερωτική σχέση αρχίζει μεταξύ τους, αλλά ο Σταύρος διατηρεί και μια παράλληλη σχέση με τη Σίλβια, σύζυγο ενός πλούσιου ανάπηρου άντρα, η οποία τον χρηματοδοτεί για να παίζει στο καζίνο.
Τα καζίνα της Πάρνηθας, της Ρόδου, του Λουτρακίου γίνονται το σκηνικό των σχέσεων αλλά και του παθιασμένου κυνηγητού της τύχης. Νικήτρια στο παιγνίδι της ζωής και της τύχης θα αναδειχτεί στο τέλος η Αυγή. Θα τη συναντήσουμε μερικά χρόνια αργότερα, ήρεμη και κατασταλαγμένη. "Στο παιγνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις". Η Αυγή φαίνεται πως έμαθε πότε να φεύγει. Ο Σταύρος όχι.
Ένα εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα μας έδωσε ο Αντώνης Σουρούνης, που με πολλή ευχαρίστηση διάβασα τώρα για δεύτερη φορά. Εδώ πρωταγωνίστρια είναι η ρουλέτα. Τόπος η Γερμανία. Ένας Έλληνας μετανάστης, ο Νούσης, που συχνάζει στο καζίνο, γνωρίζεται μ' έναν Καθηγητή που εμπνέεται ένα σύστημα για να κερδίζει στη ρουλέτα. Κοντά σ' αυτούς και τρεις άλλοι σχηματίζουν μια νικηφόρα πεντάδα που εφαρμόζει στη συνέχεια κι άλλα συστήματα, τριγυρίζοντας στα καζίνα της Γερμανίας. Αποκορύφωμα της κερδοφόρας "συμμαχίας" τους είναι η πρόσκλησή τους στον ετήσιο "Χορό των ρόδων" στο καζίνο του Μονακό, στον οποίο χορό προσκαλούνται οι μεγιστάνες του πλούτου, σταρ, βασιλιάδες και ξεχωριστοί παίχτες.
Καζίνο, ωραίες γυναίκες, μεγάλη ζωή, η χαρά του κέρδους, η χαρά της ζωής, πλημμυρίζει το βιβλίο. Πολλές είναι οι πολυσέλιδες παρεκβάσεις που σχετίζονται με τη ζωή των ηρώων του βιβλίου, όχι απαραίτητα και με το κεντρικό θέμα. Και παρ' όλο που κάποιες πτυχές των ιστοριών δεν είναι και τόσο εύθυμες, το όλο βιβλίο πλημμυρίζει από μια αισιόδοξη αντίκριση της ζωής. Το παιγνίδι στη ρουλέτα φαίνεται να γίνεται μόνο και μόνο για τη χαρά του ίδιου του παιγνιδιού, όχι για το κέρδος ως αυτοσκοπό (τότε μόνο κερδίζεις, όπως λέει κι ο Καθηγητής).
Και τα δυο βιβλία κινούνται με το γύρισμα της μπίλιας στη ρουλέτα. Όμως το "Όλα στο μηδέν" είναι γεμάτο ενδοσκόπηση και σκέψεις. Η συγγραφέας συχνά καταφεύγει σε αφορισμούς της Βιρτζίνια Γουλφ, του Ντοστογιέφσκι (από τον "Παίκτη") ή άλλων συγγραφέων. Ενώ "Ο χορός των ρόδων" είναι μια κεφάτη παρέα που διασκεδάζοντας ξετινάζει τα καζίνα της Ευρώπης. Μήπως τελικά θα 'πρεπε να δούμε και την ίδια τη ζωή σαν ένα παιγνίδι;

7 σχόλια:

  1. Διαβάζω το βιβλίο "Ο χορός των Ρόδων" για δεύτερη φορά ύστερα από αρκετά χρόνια και το ευχαριστιέμαι το ίδιο όπως και την πρώτη. Το ενδιαφέρον μου κρατά η πυκνή περιγραφική γραφή, η εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων που είναι σαν να ζεις πλάι τους και γνωρίζεις την κάθε πτυχή της ζωής του σε σημείο που την κάθε στιγμή σχεδόν ξέρεις πώς θα συμπεριφερθεί ο κάθ' ένας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ απόλυτα, αγαπητή Γιόλα. Δεν συμφωνείς κι εσύ ότι είναι γεμάτο και από μια χαρούμενη διάθεση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είχα διαβάσει το χορό των Ρόδων, όταν πρωτοεκδόθηκε, το 1995. Δεν θυμάμαι αυτή τη χαρούμενη διάθεση. Μπορεί να κάνω και λάθος αλλά θυμάμαι όντως μια αισιοδοξία, η οποία εξ αντανακλάσεως πήγαζε από την κάθοδο του ήρωα στην κόλαση της νύχτας των τυχερών παιχνιδιών και στην ψυχοσύνθεση ενός τζογαδόρου που σαν γνήσιος τραγικός ήρωας, ξέρει το πάθος του και τη μοίρα του αλλά δεν μπορεί να τα αποφύγει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μου είχε αρέσει και μένα Ο χορός των ρόδων όταν τον είχα διαβάσει και θυμάμαι κάποιες από τις παρατηρήσεις του Σουρούνη σχετικά με τη ρουλέτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ελκυστής: δεν ξέρω, μπορεί και να είναι εντελώς υποκειμενική η αίσθηση της χαρούμενης διάθεσης. Πηγάζει κυρίως από τον κεντρικό ήρωα, τον Καθηγητή, που παίζει για τη χαρά του παιγνιδιού και μόνο, άσχετα αν στο τέλος βγαίνει πάντα κερδισμένος. Ίσως πάλι να είχα αυτή την εντύπωση γιατί το διάβασα παράλληλα με αυτό της Μαντόγλου, που έχει ένα εντελώς άλλο κλίμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @L Καλημέρα, αγαπητή Λητώ, ευχαριστώ για την επίσκεψη

    ΑπάντησηΔιαγραφή