Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Έρως. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Έρως. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2008

Eros

"Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από τη λογοτεχνία" . Μια φράση κριτικής από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που αποδίδει πλήρως ό,τι ένιωσα διαβάζοντας απνευστί το βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα Helmut Krausser (γεν.1964). Τίτλος του πρωτοτύπου "Eros", η ακριβής απόδοση της ελληνικής λέξης "Έρως" (εκδ. Ίνδικτος, 2008, μετ. Ευαγγελία Τομπορή, επιμέλεια μετ.Δημήτρης Αθηνάκης).
Πραγματικά, δεν μπορεί να ζητήσει κανείς περισσότερο από ένα βιβλίο. Χρόνος, χώρος, θέμα, τεχνική, όλα συντελούν στη σπάνια λογοτεχνική απόλαυση. Η ιστορία:
Ένας νέος συγγραφέας που βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, προσκαλείται από ένα μυθικό μεγιστάνα του πλούτου, τον Αλεξάντερ φον Μπρύκεν, στον πύργο του, κάπου στη Βαυαρία. Εκεί ο εβδομηντάχρονος και άρρωστος Αλεξάντερ του ανακοινώνει ότι θα του διηγηθεί τη ζωή του, όχι ακριβώς τη ζωή του, όπως λέει, αλλά "την ιστορία ενός έρωτα". Του ζητάει να την καταγράψει ως μυθιστόρημα, το οποίο όμως θα πρέπει να κυκλοφορήσει μετά το θάνατο του αφηγητή και οπωσδήποτε με αλλαγμένα τα ονόματα.
Η αφήγηση κρατάει οχτώ μέρες και ηχογραφείται. Αυτό που διαβάζουμε τώρα είναι ουσιαστικά η αφήγηση του φον Μπρύκεν, στην οποία παρεμβάλλεται και ο λόγος του συγγραφέα. Μια πρωτότυπη τεχνική που επιτείνει την αληθοφάνεια της ιστορίας, επαυξάνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον και δημιουργεί γόνιμο προβληματισμό για τη σχέση ζωής και λογοτεχνίας. Υπάρχει μια χαρακτηριστική στιχομυθία, όταν ο συγγραφέας ζητά ένα βράδυ από τον έμπιστο γραμματέα του Μπρύκεν, τον Λούκιαν, που έχει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, να του διευκρινίσει ή να του συμπληρώσει κάποια σημεία της αφήγησης. Ο Λούκιαν του λέει:"Αυτό που σας εξομολογείται ο Αλεξάντερ είναι μια εκδοχή, και αν εγώ κάπου εκεί μέσα είχα μιαν άλλη, θα πρέπει να σας είναι αδιάφορο". Μαλάκωσε κάπως τον αυστηρό τόνο της φωνής του, έκανε γύρω από τον εαυτό του ένα κύκλο με τα χέρια στις τσέπες. Είπε πως για τα πάντα υπάρχει χώρος μόνο μια φορά. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που αυτό το Πάντα συμβαίνει. Κάθε στιγμή είναι ανεπανάληπτη, και ακόμα και η πιο ικανή τέχνη την αποδίδει μόνο με θραύσματα. Επιπλέον, η ζωή έχει το κακό συνήθειο να είναι κατά βάση απογοητευτική. Εκτός από κάποιες στιγμές".
Η εξιστόρηση του φον Μπρύκεν αρχίζει από το τέλος του 1944, όταν η Γερμανία πλησιάζει ολοταχώς προς την ήττα και οι βομβαρδισμοί αρχίζουν. Ο μικρός τότε Αλεξάντερ συναντά στο αντιαεροπορικό καταφύγιο τη Σόφι, κόρη εργατών στα εργοστάσια του πατέρα του, και την ερωτεύεται. Αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας που θα καταλήξει έμμονη ιδέα, που θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή, που θα επηρεάσει τη ζωή πολλών ανθρώπων και που η ιστορία του θα συμβαδίσει με την ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας μέχρι την ανέγερση αλλά και την πτώση του τείχους, είναι η σπονδυλική στήλη του βιβλίου. Θυμίζει αμυδρά τον "¨Ερωτα στα χρόνια της χολέρας", αλλά σ' ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον και με εντελώς διαφορετική κατάληξη.
Το 1945 ο πόλεμος τελειώνει. Η οικογένεια του Αλεξάντερ, οι γονείς και οι δυο αδελφές του πεθαίνουν σ΄ ένα βομβαρδισμό (ή μήπως οι γονείς αυτοκτονούν και τα παιδιά σώζονται; Δυο διαφορετικές εκδοχές, της ζωής και όπως αυτή μεταποιείται σε Τέχνη). Οπωσδήποτε ο ίδιος σώζεται στην Ιταλία με χαμένη τη μνήμη. Περνά κάποια χρόνια σε θεραπευτήριο, η μνήμη επανέρχεται, γυρίζει στην πόλη του και διεκδικεί την τεράστια περιουσία του από τον Κεφελρλόερ, διευθυντή των εργοστασίων, που κατά μία εκδοχή προσπάθησε να τα οικειοποιηθεί. Ο πάμπλουτος και παντοδύναμος λόγω του πλούτου Αλεξάντερ αρχίζει μια αγωνιώδη αναζήτηση σ' όλη τη Γερμανία της αγαπημένης του Σόφι, η οποία είχε σταλεί στην εξοχή λίγο πριν το τέλος του πολέμου, ενώ οι γονείς της σκοτώθηκαν σ' ένα βομβαρδισμό. Στρατολογεί πλήθος ανθρώπων να ψάξουν γι' αυτόν, η παντοδυναμία του πλούτου του επιτρέπει τα πάντα. Όταν την εντοπίζουν αποφασίζει να πάει να τη συναντήσει κι έτσι περιγράφει τα συναισθήματά του:"Δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω για να το καταλάβετε, θα έπρεπε να ανατρέξουμε σε μυθικές υπερβολές. Έτσι θα πρέπει να ένιωσε ο Ορφέας όταν ξανείδε την Ευρυδίκη στον Άδη, όταν ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου του επέτρεψε διστακτικά ένα βλέμμα στη χαμένη του αγάπη, του υποσχέθηκε την επιστροφή της στο φως της ημέρας, έτσι ένιωσα τότε, στο τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού. Μέσα στο κεφάλι μου ατελεύτητα πυροτεχνήματα, το νόημα της ύπαρξής μου με σάρκα και οστά βρισκόταν μπροστά μου, και μπροστά μας η ζωή, η δική μου, η δική της, απίστευτοι ορίζοντες, λες και είχα ξαναγεννηθεί και μπορούσα να θυμηθώ το μεγαλέιο της ζωής μέσα στην κούνια μου, έτσι, τέτοια ευφορία, έκσταση. Συμφιλιωμένος με κάθε πόνο, προικισμένος με τη βαθύτερη γνώση του κόσμου, θα βρείτε λέξεις για όλ' αυτά που θα ηχούν πιστευτές και όχι πομπώδεις, αν και θα πρέπει να δρουν στον αναγνώστη με τρόπο πομπώδη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται λέξη προς λέξη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται, μένει ολόκληρο και αντιληπτό μόνο για τον μυημένο. Για να το πω τετριμμένα: Τόσο μεγάλη ανάταση ένιωσα μέσα μου".
Όμως για εκέινη παραμένει ένας άγνωστος, έστω κι αν θυμήθηκε τα καταφύγια κι ένα φιλί που του είχε δώσει με αντάλλαγμα χρήματα που είχαν ανάγκη οι γονείς της. Η επίδειξη του πλούτου του, αντί να τη φέρει κοντά του την τρομάζει και την απομακρύνει. Η παρακολούθησή της όμως δεν σταματά. Οι άνθρωποί του, χωρίς εκείνη να το ξέρει, είναι διαρκώς γύρω της, του αναφέρουν λεπτομερώς τι κάνει, πού βρίσκεται, επεμβαίνουν στη ζωή της, τη βοηθούν όταν έχει ανάγκη, τη σώζουν ακόμα όταν εκείνη, μπλεγμένη με τη σοσιαλιστική φιτητική ένωση, συμμετέχει σε διαδηλώσεις. Μα η Σόφι δεν θα μείνει ως εκεί. Θα προχωρήσει και σε ένταξη σε παράνομες ομάδες, θα πάρει μέρος σε ληστείες, θα γίνει στο τέλος καταζητούμενη. Οι σύντροφοί της τη φυγαδεύουν στην Ανατολική Γερμανία. Ο Κράουσερ μας δίνει μια πολύ ζοφερή εικόνα του καθεστώτος, με τη Στάζι να βρίσκεται παντού, να παρακολουθεί τα πάντα, να ελέγχει τη ζωή των ανθρώπων. Η Σόφι περιθωριοποιείται, απομονώνεται, βυθίζεται στην ανία, την απόγνωση. Ακόμα όμως κι εκεί το χρήμα μπορεί να πετύχει τα πάντα. Ο Αλεξάντερ κατορθώνει να τη βρει, έστω κι αν της έχουν αλλάξει το όνομα, και μεταβαίνοντας ο ίδιος στην Ανατολική Γερμανία να τη σώσει και να τη μεταφέρει στη Δύση, αφού σε συνεννόηση με το καθεστώς σκηνοθέτησαν το θάνατό της.
Όταν μπαίνουν στη Δυτική Γερμανία, εκείνη εξαφανίζεται. Ο φον Μπρύκεν δεν ψάχνει πια να τη βρει. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα διηγείται την ιστορία στο συγγραφέα. Αλλά έρχεται ο επίλογος σε μια σελίδα να μας δημιουργήσει την αμφιβολία για όλη την αφήγηση του Αλεξάντερ. Μήπως τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου έτσι, μήπως όλη αυτή η αφήγηση ήταν προϊόν φαντασίας και μόνο;
Με το θαυμάσιο "Eros" δεν διαβάζουμε μόνο μια συναρπαστική ιστορία. Η ιστορία είναι το δόλωμα για να διασχίσουμε τη μεταπολεμική Γερμανία, να θυμηθούμε γεγονότα που σημάδεψαν αυτές τις δεκαετίες και να αφήσουμε τη σκέψη μας να περιπλανηθεί σε γόνιμο προβληματισμό. Με λίγα λόγια, ένα βιβλίο που έχει όλα όσα περιμένουμε από τη λογοτεχνία.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!

Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν αυτό που με μάγεψε στο ξαναδιάβασμα των "Επτά αγαπητικών διηγημάτων' του Παπαδιαμάντη, όπως είναι ο υπότιτλος του "Να είχεν ο έρωτας σαΐτες" (επιμέλεια-πρόλογος Κώστα Ακρίβου, ζωγραφιές Δημήτρη Μοράρου, Μεταίχμιο 2010). Να είναι άραγε γιατί με ξαναγύρισαν στα χρόνια της νεότητας, τότε που με άλλες συμμαθήτριες τον διαβάζαμε και τον λατρεύαμε; Ή μήπως γιατί θυμήθηκα τα χρόνια που τον δίδασκα κι ανέβαινα κάθε Χριστούγεννα μαζί του "Στο Χριστό στο Κάστρο" ή ταξίδευα με την "Υπηρέτρα' του μπαρμπα-Διόμα ή τριγύριζα "Στης κοκκώνας το σπίτι" ή χαιρόμουνα με τα αναπάντεχα δώρα της φτωχιάς "Σταχομαζώχτρας"; 'Ο,τι και να 'ταν, βυθίστηκα ακόμα μια φορά στη "Μαγεία του Παπαδιαμάντη" (αλήθεια, δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός για το έργο του Σκιαθίτη από αυτόν με τον οποίο τιτλοφόρησε το σχετικό του έργο ο Ελύτης). Αναρωτιέμαι, τι μπορώ να προσθέσω στις χιλιάδες σελίδες που γράφτηκαν γι' αυτόν;
Έρωτας στα χιόνια, Η νοσταλγός, Όνειρο στο κύμα, Θέρος-έρος, Η Φαρμακολύτρια, Η βλαχοπούλα, Έρως-ήρως. Επτά διηγήματα, επτά μικρά διαμαντάκια απ' το απέραντο αδαμαντωρυχείο του Παπαδιαμάντη. Κρυφοί έρωτες, ανομολόγητοι καημοί, φλερτ μιας εποχής εκατό χρόνια πριν από τη δική μας, η αβάσταχτη νοσταλγία που ωθεί στην περιπετειώδη, νυχτερινή, θαλασσινή διαδρομή, συνοικέσια και απόπειρες βιασμού, φεγγαρόλουστες βραδιές, νυχτερινό κολύμπι, η ανοιξιάτικη φύση, τα μάγια και οι καημοί του έρωτα, εκφρασμένα με τον υπέροχο ήχο των παπαδιαμαντικών λέξεων, συναρμόζονται για να δημιουργήσουν στην ψυχή μας την ευφροσύνη που προκαλεί η υψηλή τέχνη.
Πόση γνώση της ανθρώπινης ψυχής όταν ερωτεύεται, είχε αυτός ο θεωρούμενος ανέραστος, πόση λατρεία της φύσης, άλλοτε της πρωτομαγιάτικης, ανθισμένης εξοχής κι άλλοτε της πανέμορφης, πλανεύτρας θάλασσας! Είναι κάποιες φράσεις, κάποιες εικόνες που εντυπώνονται ανεξίτηλα μέσα μας. Είναι κάποιες σκηνές που σε αναγκάζουν να διακόψεις την ανάγνωση, ν' αφήσεις τη φαντασία σου να πλανηθεί στον μακρινό εκείνο κόσμο, ν' απολαύσεις σιωπηλά την ομορφιά του:
-"Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου". Τι υπέροχος, παρηγορητικός μέσα στη θλίψη του επίλογος!
-"Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα, ήταν νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα ως πλέει ναυς μανική, η ναυς των ονείρων..." Ποιος ερωτευμένος θα μπορούσε να δώσει ωραιότερη περιγραφή της αγαπημένης του;
-"΄Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου", άκουσε να του ψιθυρίζει η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια που την είχε παρακαλέσει να τον γλιτώσει από το μαρτύριο του έρωτα. Κι όμως με μια εξαίσια φράση τελειώνει το διήγημα. Σαν κάθε ερωτευμένος προτιμά το βάσανο του έρωτα από την ίαση: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου".
Ο μπαρμπα-Γιαννιός και το ερωτευμένο βοσκόπουλο, η Λιαλιώ και ο Μαθιός, η Μοσχούλα, η "περικαλλής" Ματή, η εξαδέλφη Μαχούλα, ο Ζήσης και η Φλώρα, ο Γιωργής και η Αρχοντώ παύουν να είναι πλάσματα της φαντασίας. Πιο ζωντανοί απ' τους ζωντανούς παραμένουν για πάντα "ιδεώδεις" μέσα στην ομορφιά που τους χάρισε η τέχνη του Παπαδιαμάντη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Βερονάλ

Τάκης Θεοδωρόπουλος
Βερονάλ
Μεταίχμιο, 2015
(ebook)
Αν και πέθανε πριν εγώ γεννηθώ, πολλά είναι τα αόρατα νήματα που νιώθω να με συνδέουν με τον Ιωάννη Συκουτρή, τον διακεκριμένο φιλόλογο που αυτοκτόνησε το 1937, σε ηλικία μόλις 36 χρονών. Τον φαντάζομαι ως υφηγητή να περπατά στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τους ίδιους που κι εγώ περπάτησα χρόνια αργότερα. Τον σκέφτομαι να έχει ανάμεσα στους φοιτητές του τον Ν. Τωμαδάκη, που υπήρξε της δικής μου γενιάς καθηγητής (φοβερός και τρομερός!). Τον βλέπω να διδάσκει σ' ένα σχολείο της Κύπρου (1922-1924), τον ακούω να μεταφράζει το "Συμπόσιο" του Πλάτωνα ( έργο που υπήρξε ίσως και αφορμή, ή ένας από τους λόγους της αυτοκτονίας του) κι είναι σαν ν' ακούω την ανεπανάληπτη διδασκαλία του Θεοδωρακόπουλου των φοιτητικών μου χρόνων.
Γι' αυτό, αλλά και για τον προβληματισμό που μου δημιουργεί πάντα η αυτοκτονία, έσπευσα να διαβάσω το "Βερονάλ" του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ένα ακόμα κείμενο κοντά σε πολλά άλλα που γράφτηκαν για τον Συκουτρή. "Στόχος του παρόντος αφηγήματος", γράφει ο Θεοδωρόπουλος, "δεν είναι η αποτίμηση του φιλολογικού έργου του πρωταγωνιστή του. Άλλοι, αρμοδιότεροι εμού το έχουν κρίνει επαρκώς. Στόχος είναι η περιγραφή μιας προσωπικότητας η οποία ανέδειξε σε υπαρξιακή περιπέτεια το πνευματικό δράμα του νέου ελληνισμού, τους δεσμούς του με τον κλασικό πολιτισμό σε όλα τα επίπεδα, δράμα το οποίο αποτέλεσε και τον κεντρικό πυρήνα των δεσμών του με το ευρωπαϊκό πνεύμα. Στόχος είναι η καταγραφή των εσωτερικών του αντιφάσεων, οι προσπάθειές του να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία του να διαπρέψει ως επιστήμονας για να βρει την αξιοπρέπεια που του στερούσε η βιολογική του ζωή, και την επιθυμία του να υπερβεί τα όρια της επιστημονικής του δραστηριότητας-να βγει από τον περίκλειστο χώρο του φιλολογικού εργαστηρίου για να μεταμορφωθεί σε ρήτορα, αναμορφωτή της πνευματικής ζωής, άγγελο της νέας αναγέννησης".
Ούτε ακόμα, θα πρόσθετα, είναι βιογραφία το έργο αυτό, αν και στοιχεία της ζωής του δίνονται βέβαια. Γεννημένος στη Σμύρνη, παιδί μιας πολυμελούς, φτωχής οικογένειας, πρόσφυγας στην Αθήνα, παθιασμένος με τη μελέτη ήδη από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στην οποία είχε φοιτήσει, με φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαίδευση στη Γερμανία, έφερνε ένα καινούριο πνεύμα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία "διαθέτει συνοριοφύλακες που επιβάλλουν φόρους και δασμούς σε όσους προσπαθούν να περάσουν στα εδάφη της".
Του αρνούνται τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα τα προσόντα, την αγάπη και την αποδοχή που απολαμβάνει από τους φοιτητές του, τις δημοσιεύσεις, το πλήθος που γεμίζει τις αίθουσες όταν δίνει διαλέξεις. Αλλά η σφοδρότερη δίωξη που του ασκείται είναι για την εισαγωγή του στη μετάφραση του "Συμποσίου", έργο που του ανέθεσε η Ακαδημία Αθηνών. Συντεχνίες κουλουροπωλών, φθαρτοπωλών, θρησκευτικές οργανώσεις αλλά και ομότεχνοι ξεσηκώθηκαν διαμαρτυρόμενοι ότι με τον πρόλογό του στο "Συμπόσιο" προάγει την ομοφυλοφιλία και ειδικά την παιδεραστία.
Την 21η Σεπτεμβρίου 1937 ο Συκουτρής φτάνει στην Κόρινθο. Με κάθε λεπτομέρεια ο Θεοδωρόπουλος καταγράφει τις κινήσεις του την τελευταία αυτή μέρα της ζωής του. Ο Συκουτρής ανεβαίνει στον Ακροκόρινθο. Γράφει δυο σημειώματα. Στο ένα αναφέρεται στα έργα που δεν μπόρεσε να τελειώσει, στο άλλο δίνει οδηγίες σ' ένα φίλο του για πρακτικά ζητήματα. Κι ανάμεσα στο κείμενο προβάλλει η φράση: "ο έρως του θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα: έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός". Την επομένη βρίσκεται νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο είχε καταλύσει. Πλάι του ένα άδειο μπουκαλάκι του βαρβιτουρικού σκευάσματος Βερονάλ (εξού και ο τίτλος του βιβλίου), που συνήθιζε να παίρνει για να αντιμετωπίζει τις βασανιστικές του αϋπνίες.
Σ' ένα τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες της αυτοκτονίας του Συκουτρή. Όμως, όσες υποθέσεις κι αν έχουν διατυπωθεί "δεν μπορούν", λέει ο Θεοδωρόπουλος, "να ερμηνεύσουν τον "έρωτα θανάτου", με τον οποίο ο ίδιος κλείνει το τελευταίο κείμενο της ζωής του".
Η αυτοκτονία ήταν και εξακολουθεί να είναι (εκτός βεβαίως των παθολογικών περιπτώσεων) ένα μεγάλο φιλοσοφικό πρόβλημα.
Σημ. Με το θέμα της αυτοκτονίας ασχολείται και ο Πέτρος Χαρτοκόλλης στο βιβλίο του "Ιδανικοί αυτόχειρες" (Εστία, 2003), στο οποίο εξετάζονται οι αυτοκτονίες πέντε νεοελλήνων λογοτεχνών. Ανάμεσά τους βέβαια και ο Συκουτρής.