Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

Υπόθεση Jacob

William Landay
Υπόθεση Jacob
Διόπτρα, 2012
Μετ. Μαρία Κωνσταντούρου
Όλοι εμείς που αγαπάμε την αστυνομική λογοτεχνία και συχνά εντρυφούμε σ' αυτήν, ξέρουμε πως λίγο μετά την ανάγνωση θα έχουμε ξεχάσει τις λεπτομέρειες, πολύ αδρομερώς θα θυμόμαστε την υπόθεση και ίσως ακόμα και η εικόνα του τελικού ενόχου να ξεθωριάσει μέσα μας. Κάποτε είχα παραλληλίσει την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με τη στιγμιαία απόλαυση που μας χαρίζει ένα γλυκό που τρώμε, αλλά που σε λίγο αρχίζουν οι τύψεις για...τις θερμίδες.
Νομίζω πως αυτό δεν θα συμβεί με το μυθιστόρημα "Υπόθεση Jacob". Δεν είναι κάτι που ξεχνιέται εύκολα. Ίσως να το θυμόμαστε ακόμα και μετά από χρόνια. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου; Εν πρώτοις δεν θα το χαρακτήριζα αστυνομικό με τη συνήθη έννοια, φόνος-έρευνα-ένοχος. Είναι πέρα από αστυνομικό κυρίως δικαστικό θρίλερ, αλλά είναι και κοινωνικό και ψυχολογικό και πολλά άλλα.
Το έργο τοποθετείται το 2007 στο Νιούτον, προάστειο της Βοστώνης. Πρόκειται για μια ήσυχη, μικρή πόλη, με ευκατάστατους κατοίκους, έναν ιδανικό τόπο για να μεγαλώνει κανείς παιδιά, μακριά από το απρόσωπο και τους κινδύνους των μεγαλουπόλεων. Κι όμως, σ' αυτό το σχεδόν ειδυλλιακό περιβάλλον, σ' ένα πάρκο όπου πολλοί  κάτοικοι κάθε πρωί κάνουν τζόκιγκ, ένα πάρκο που με ασφάλεια διασχίζουν τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο τους, ένα πρωινό βρίσκεται δολοφονημένο με τρεις μαχαιριές στο στήθος ένα δεκατετράχρονο αγόρι. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο βοηθός εισαγγελέα Άντριου (Άντι) Μπάρμπερ και από τη δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καιρό μετά τα γεγονότα, μαθαίνουμε την όλη υπόθεση. Ο Άντι πολύ γρήγορα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ρόλο του εισαγγελέα και να ταχθεί με το μέρος της υπεράσπισης, όταν ύποπτος για το φόνο θα θεωρηθεί ο γιος του και συμμαθητής του δολοφονημένου αγοριού, ο Τζέικομπ, ο οποίος και περνά από δίκη.
Οι συνέπειες είναι αλυσιδωτές και συγκλονιστικές. Ο ως τότε αρμονικός κοινωνικός ιστός διαταράσσεται. Το Νιούτον παύει να είναι  για τους κατοίκους ο ασφαλής χώρος που νόμιζαν. Η καχυποψία, ενισχυμένη ως συνήθως και από τα δημοσιογραφικά μέσα, απομονώνει την οικογένεια Μπάρμπερ. Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του νεαρού Τζέικομπ περνούν κρίση. Όσο και να πιστεύουν στην αθωότητα του γιου τους μαι σκιά αμφιβολίας  δεν παύει να υπάρχει. Κι αν είναι ένοχος; Πόσο καλά ξέρουμε τα παιδιά μας; Ο Άντι μένει έκπληκτος όταν μπαίνει στη σελίδα του γιου του στο Facebook και βλέπει να μηνύματα που ανταλλάσσει ο γιος του ή του γράφουν οι συμμαθητές του. Λέει: "Επίσης ένιωσα σαν ηλίθιος ειλικρινά. Θα έπρεπε να τα γνώριζα όλα αυτά. Κι οι δυο μας είχαμε μιλήσει με τον Τζέικομπ για το τι έκανε στο διαδίκτυο αλλά σε γενικές γραμμές. Το ξέραμε πως τα βράδια που κλεινόταν στο δωμάτιό του έμπαινε, αν ήθελε, στο ίντερνετ. Όμως είχαμε εγκαταστήσει κάποια λογισμικά στο κομπιούτερ του που τον εμπόδιζαν να παρακολουθεί συγκεκριμένες ιστοσελίδες, κυρίως πορνό, και πιστεύαμε πως αυτό ήταν αρκετό. Σίγουρα το Facebook δεν μας είχε φανεί ιδιαίτερα επικίνδυνο. Επίσης κανείς μας δεν ήθελε να τον κατασκοπεύει. Ως αντρόγυνο πιστεύαμε πως αν μεγαλώσεις το παιδί σου με σωστές αξίες κι έπειτα του αφήσεις το χώρο του, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα συμπεριφερθεί υπεύθυνα, τουλάχιστον μέχρι να σου δώσει κάποιο λόγο για να αμφιβάλλεις".
Ένα ακόμα καινούριο στοιχείο έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα, αλλά και να προβληματίσει. Το παρελθόν του πατέρα που ως τώρα απέκρυβε από τη σύζυγό του, αλλά και που ο ίδιος είχε απωθήσει, προβάλλει εφιαλτικό σαν ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Από τις έρευνες της γενετικής έχει εντοπιστεί ένα γονίδιο που σύμφωνα με τους ψυχολόγους ευθύνεται για την προδιάθεση στο έγκλημα. Ισχύει αυτή η θεωρία; Το ζεύγος Μπάρμπερ καταφεύγει στην ψυχολόγο Βόγκελ. Εκείνη τους καθησυχάζει. Ακόμα κι αν επιβεβαιωθεί η ύπαρξη του γονιδίου, αυτό δεν είναι αρκετό για να καταφύγει κάποιος στο έγκλημα. Τους λέει: "Δεν είμαστε μόνο προϊόντα των γονιδίων μας. Όλοι μας είμαστε προϊόντα πάρα πολλών παραγόντων: γονιδίων, περιβάλλοντος, φύσης και ανατροφής. Το γεγονός πως είσαι αυτός που είσαι, είναι το καλύτερο παράδειγμα που ξέρω για τη δύναμη της ελεύθερης βούλησης του ατόμου. Οτιδήποτε κι αν βρούμε κωδικωποιημένο στα γονίδιά σου, δεν θα μας πει τίποτα για το ποιος είσαι. Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολύ πιο περίπλοκη. Η ίδια γενετική αλληλουχία σ' ένα άτομο μπορεί να επιφέρει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικά άτομα και διαφορετικό περιβάλλον. Αυτό που συζητάμε εδώ είναι απλώς για τη γενετική προδιάθεση. Προδιάθεση δεν σημαίνει πεπρωμένο. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από το DNA μας".
Στο βιβλίο παρακολουθούμε όχι μόνο τις συνέπειες της πιθανής ενοχής του Τζέικομπ στους γονείς και το περιβάλλον του αλλά και την εξέλιξη της δίκης σαν να διαβάζουμε τα πρακτικά της. Αυτές οι μακρές περιγραφές των δικαστικών διαλόγων νομίζω είναι ένα αδύνατο σημείο του βιβλίου, γιατί ενίοτε καταντούν κουραστικές.
Κι ένα τελευταίο σημείο που θα 'θελα να θίξω. Θαύμασα την τέχνη του συγγραφέα να μπορεί να δημιουργεί μια αναμονή, μια προσδοκία για τον αναγνώστη, αντίθετη από εκείνη που φαινομενικά υπάρχει. Ενώ, για παράδειγμα, περιγράφει μια ευχάριστη εικόνα, μια σκηνή όπου τα πρόσωπα του έργου αισθάνονται ήρεμα κι ευτυχισμένα, ο αναγνώστης αισθάνεται κάτι κακό, κάτι δυσοίωνο να υποβόσκει. Δεν ξέρω με ποια τεχνική το πετυχαίνει αυτό, είναι όμως  κάτι που ένιωσα.
Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ακόμα κι απ' αυτούς που αποστρέφονται την αστυνομική λογοτεχνία. Γιατί είναι κάτι πολύ περισσότερο.

1 σχόλιο: