Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Τα ένατά μου γενέθλια. Πώς έγινα blogger.




 Κλείνουν σήμερα εννιά χρόνια από τότε που δειλά-δειλά ξεκίνησα να γράφω σ' αυτό εδώ το blog. Αντί άλλων σκέψεων προτιμώ σήμερα να αναρτήσω ένα κείμενο που  δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα και περιγράφει το πώς έγινα blogger. Ευχή μου να μπορώ να γράφω (πρωτίστως να διαβάζω) για πολλά ακόμα χρόνια.
"Η σχέση μου με το βιβλίο νομίζω ότι ξεκίνησε από…το νηπιαγωγείο. Θυμάμαι ότι με γοήτευε όταν η δασκάλα μας έβαζε να διαβάζουμε τις πρώτες μας λέξεις. Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο είχα την τύχη να φοιτώ σε σχολεία που διέθεταν δανειστικές βιβλιοθήκες, γιατί την εποχή εκείνη, λίγα ήταν τα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να έχουν δικά τους βιβλία. Και δεν φαντάζεστε πόσο τα ζήλευα.! Απόκτησα δικά μου βιβλία στην ηλικία των 15 χρόνων και αυτά ήταν η «Ρεβέκκα» της Δάφνης ντυ Μωριέ, το «Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα» της Ανν Μαρί Σελίνκο και το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Μπέττυ Σμιθ. Τα δυο πρώτα τα έχω ακόμα στις παλιές τους εκδόσεις που έχουν σχεδόν μισοδιαλυθεί, ενώ το τρίτο που κάπου, σε κάποιο δανεισμό χάθηκε, το ξαναγόρασα πρόσφατα.

Αυτή η στέρηση των βιβλίων των παιδικών μου χρόνων μου έμεινε σαν απωθημένο. Από τις μεγαλύτερες απολαύσεις μου τώρα είναι να μπαίνω σ’ ένα βιβλιοπωλείο και να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να αγοράσω όποια και όσα βιβλία θέλω. Σε τέτοιο βαθμό που δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω και στοιβάζονται σωρός γύρω μου.

Από πολύ μικρή κρατούσα σημειώσεις για τα βιβλία που διάβαζα. Κάποτε φράσεις που μου άρεσαν, κάποτε σκέψεις που μου γεννούσαν, άλλοτε μόνο στοιχεία της έκδοσης. Κάποια στιγμή θέλησα τις σκέψεις μου να μοιραστώ με άλλους. Άρχισα να δημοσιεύω, σε εφημερίδες ή λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου. Ύστερα ήρθε η συνεργασία με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, πάντα σε σχέση με το βιβλίο.

 Και τώρα τα blogs. Τι ευλογία! Πρωτάκουσα γι’ αυτά το 2006. Ο πειρασμός να δημιουργήσω το δικό μου blog ήταν μεγάλος. Και έκανα την πρώτη μου δειλή εμφάνιση στον κόσμο των blogs, την 21η Ιουνίου του 2006. Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που μου δίνεται αυτή η δυνατότητα. Να γράφω, αλλά και να διαβάζω για βιβλία. Να εκφράζω ελεύθερα τις σκέψεις μου, να δέχομαι σχόλια, να κάνω εγώ σχόλια σε άλλα blogs. Μέσα από τα blogs έχω γνωριστεί με ανθρώπους που έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα, έχω ενημερωθεί για βιβλία και συγγραφείς που μου ήταν άγνωστοι κι έχω διαβάσει μερικά πολύ ωραία βιβλία που διαφορετικά δεν θα είχα γνωρίσει. Κατά κανόνα διαβάζω ένα βιβλίο την εβδομάδα, κάποτε περισσότερα. Καμιά φορά, όταν το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί να αφήσω τα πάντα και να το τελειώσω σε 2-3 μέρες. Μα τα πολύ ωραία βιβλία, δυστυχώς, όλο και σπανίζουν. Διαβάζω τα πάντα, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, σύγχρονη ή κλασική, κάποτε ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία.

Χαίρομαι που τις αναρτήσεις μου στο blog, που πετάω σαν «μποτίλιες στο πέλαγος», βρίσκονται πολλοί «ναυαγοί» να τις περισυλλέξουν. Όμως υπήρξαν μερικές φορές που με τον αυθορμητισμό της γραφής και των αρνητικών συναισθημάτων που ένιωσα, στενοχώρησα κάποιους ανθρώπους. Ίσως στο μέλλον να πρέπει να εκφράζομαι πιο ήπια για βιβλία που δεν μου άρεσαν ή και να μη γράφω καθόλου γι’ αυτά.

Κάποτε, εκτός από βιβλιοπαρουσιάσεις, γράφω στο μπλογκ και κάτι άλλο, κάτι προσωπικό, που θα  ήθελα να μοιραστώ με άλλους, όπως τις εντυπώσεις από ένα ταξίδι για παράδειγμα. Όμως, το περιεχόμενο του blog μου είναι κυρίως βιβλιοφιλικό. Τα βιβλία είναι η μεγάλη μου αγάπη, το πάθος, θα  έλεγα, και αισθάνομαι πολύ ευτυχής που το blog μου δίνει τη δυνατότητα να μοιράζομαι αυτή τη χαρά με άλλους…ομοιοπαθείς".


Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015

Ζωή μεθόρια

Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Ζωή μεθόρια
Πατάκης, 2015
Πολύ συχνά, όταν πρόκειται να γράψω τις επιφυλάξεις μου για ένα βιβλίο, διστάζω, αμφιταλαντεύομαι, έχω τις αμφιβολίες μου, όταν το συγκεκριμένο βιβλίο έχει επαινεθεί από την κριτική. Ποια είμαι εγώ, σκέφτομαι, μια απλή φιλόλογος με πάθος για τα βιβλία, που θα διαφωνήσω με τόσο επώνυμους κριτικούς; Κι όμως δεν μπορώ παρά να εκφράσω με ειλικρίνεια τις σκέψεις μου. Άλλωστε, το έχω ξαναγράψει, διατηρώ εδώ και εννέα χρόνια αυτό το blog, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και σαν ένα ημερολόγιο αναγνώσεων για μένα την ίδια.
Για άλλη μια φορά με απαχόλησε αυτό το δίλημμα, τελειώνοντας το βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη "Ζωή μεθόρια", για το οποίο όσο κι αν έψαξα, όσες κριτικές κι αν διάβασα, δεν βρήκα μια έστω μικρή επιφύλαξη, μια αρνητική παρατήρηση. Κάποιες επιφυλάξεις είχα και για το μυθιστόρημα "Το μυστικό της Έλλης" του ίδιου, το οποίο είχα χαρακτηρίσει ως "καλλιτεχνική φωτογραφία". Νομίζω πως  ο χαρακτηρισμός ισχύει και για το καινούριο του μυθιστόρημα. Με "Το μυστικό της Έλλης" ο Γρηγοριάδης φωτογράφιζε την εποχή μας, την εποχή της κρίσης, της ανεργίας, της φτώχειας. Με το "Ζωή μεθόρια" πάει πίσω στη δεκαετία του '80. Την εποχή των αλλαγών, του ΠΑΣΟΚ, της ελευθερίας που ο κόσμος ήθελε να απολαύσει μετά την πτώση της δικτατορίας.
Ο τίτλος μπορεί να διαβαστεί κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Ζωή λέγεται η ηρωίδα του, καθηγήτρια Αγγλικών, που πρωτοδιορίζεται κάπου στα σύνορα, κοντά στον Έβρο. Διδυμότειχο, Ορεστιάδα, αργότερα Ξάνθη, αλλά και η Καβάλα, είναι οι χώροι όπου κινείται η Ζωή. Όμως και το ζωή με το ζ μικρό είναι γενικότερα η ζωή στα σύνορα. Αν κάτι αποδίδεται με επιτυχία από τον συγγραφέα είναι ακριβώς αυτή η ζωή: το κρύο, η ομίχλη, το μελαγχολικό τοπίο,  η ερημιά και η παραμέληση των συνόρων από το ελληνικό κράτος. Λέει κάποια στιγμή ένας φαντάρος: "Ποια σύνορα; Κάτι νυσταγμένοι είμαστε από δω κι από κει. Με τρελαίνει αυτό, περιπολώ στις όχθες, πάνω στον λόφο, σε ένα ξύλινο παρατηρητήριο, να βλέπω τι απέναντι από το ποτάμι; Κάτι Τούρκοι, ταλαίπωροι κι αυτοί. Καταλαβαίνεις την παράνοια; Εκεί στην Αθήνα, κανείς δεν το νιώθει, όλοι αισθάνονται ασφαλείς μέσα στα διαμερίσματα. Εδώ είναι όλα ανοιχτά και περιφραγμένα μαζί. Άσε, γίναμε ψυχάκηδες, μας έφαγε η μοναξιά".
Δεν ξέρω αν η Ζωή μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικός τύπος εκείνης της γενιάς ή αν είναι η εξαίρεση. Είναι η γενιά που μπήκε στο Πανεπιστήμιο μετά την πτώση της χούντας, που ζει (έστω και καθυστερημένα σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο) την πολιτική και τη σεξουαλική απελευθέρωση. Η Ζωή είναι αριστερή σ' ένα μικρό κόμμα του 4%. Διαφέρει από τα τυπικά γυναικεία πρότυπα, δεν την ενδιαφέρει το νοικοκυριό ή το μαγείρεμα, κυκλοφορεί χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα στο ντύσιμό της, έχει μια ελευθεριότητα που της επιτρέπει να συνάψει ερωτική σχέση με τον Γιάννη, που υπήρξε μαθητής της όταν δίδασκε σε φροντιστήριο ενηλίκων, στη συνέχεια μ' έναν γιατρό που την κούραρε μετά από ένα ατύχημά της. Δεν διστάζει, μόνη γυναίκα αυτή, να παρέμβει σε μια ντίσκο για να υπερασπιστεί κάποιους φαντάρους, ή να συχνάζει σε μια ταβέρνα που διατηρούσαν τρεις αδελφές και όπου η πελατεία δεν ήταν και τόσο αμέμπτου ηθικής. Η Ζωή είναι ταυτόχρονα κουλτουριάρα, με προτιμήσεις σε ταινίες της κινηματογραφικής Λέσχης και διαβάσματα όπως "Το αλεξανδρινό κουαρτέτο" ή το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο". "...μια νέα γυναίκα, επελευθερωμένη όσο μπορεί από κάτι κολλήματα κοινωνικά", όπως αυτοχαρακτηρίζεται η ίδια. Πώς μπορεί λοιπόν, ένας τέτοιος χαρακτήρας να πιστεύει σε μαντείες, να τρέχει σε μια γριά μάντισσα στα Πομακοχώρια για να της πει το μέλλον ή να πιστεύει πως όποιοι άνδρες συνδέονται μαζί της θα έχουν κακό τέλος; Η μεταφυσική διάσταση που δίνει στο μυθιστόρημά του ο συγγραφέας δεν συνάδει, νομίζω, με τον χαρακτήρα της ηρωίδας του.
Αντίθετη με βρίσκουν και οι σεξουαλικές σκηνές, όχι ασφαλώς λόγω πουριτανισμού, αλλά γιατί δεν τις βρίσκω απαραίτητες. Γιατί πρέπει να διαβάζουμε για διεισδύσεις και για υγρά; Τι προσφέρουν στο έργο; Θα τις δεχόμουν αν συνδυάζονταν οργανικά με το έργο. Π.χ. για την πληρέστερη απεικόνιση ενός χαρακτήρα, ή για να λειτουργήσουν ως κίνητρο για ένα έγκλημα, για να προωθήσουν τον μύθο κ.λπ. Τίποτε όμως από αυτά δεν συμβαίνει. Μου φαίνονται απλώς ως σκόπιμες, εμβόλιμες σκηνές για όποιους αρέσκονται σε  τέτοιου είδους περιγραφές.
Και μια γενικότερη παρατήρηση που δεν αφορά μόνο το παρόν μυθιστόρημα, αλλά την πλειοψηφία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, η νεοελληνική λογοτεχνία διακρίνεται για μια εσωστρέφεια, έναν ομφαλοσκοπισμό. Κινείται γύρω από τα ίδια σχεδόν θέματα, το ιστορικό παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο, τις προσωπικές ιστορίες, τα ατομικά ή οικογενειακά δράματα. Λείπει η πλατιά ματιά, ο προβληματισμός που μπορεί να αφορά και άλλους λαούς, οι παναθρώπινες ιδέες. Να γιατί συχνά βρίσκω αξιολογότερα βιβλία στην ξένη (έστω και μεταφρασμένη) λογοτεχνία, απ' ό,τι στην ελληνική.
(ebook)

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015

Η άκρα ταπείνωση

Ρέα Γαλανάκη
Η άκρα ταπείνωση
Καστανιώτης, 2015
"Το ξανασκέφτηκες περνώντας ξυστά από τον αγαπημένο σου μικρό ναΐσκο, που μετά βίας διακρινόταν μέσα από τη φωτεινή γάζα, με τις σπαστές, κεραμιδένιες στέγες του, τους πέτρινους και ποικιλμένους με τουβλάκια τοίχους. Ο κόσμος έλεγε το εκκλησάκι "Χριστός, η Άκρα Ταπείνωση" από την περίφημη εικόνα που βρισκόταν εκεί μέσα για αιώνες. Κάποιοι τη νόμιζαν θαυματουργή, γιατί η ταπείνωση του θείου μέσα από τον μαρτυρικό θάνατο ανθρώπου απεικονιζόταν μαζί με τον υπαινιγμό και την ελπίδα της ανάστασης".
Η ερμηνεία του τίτλου, δυσερμήνευτου εκ πρώτης όψεως, σαφέστατα δίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα. Η συγγραφέας απευθύνεται σε μια από τις δυο κύριες ηρωίδες της, την Τειρεσία, στην οποία σ' όλο το βιβλίο μιλά σε δεύτερο πρόσωπο. Ίσως υπαινίσσεται μια στενότερη σχέση, ίσως απευθύνεται, σαν ένα Καβαφικό "εσύ", στον εαυτό της. Η δεύτερη από τις δυο ηρωίδες είναι η Νύμφη. Παράξενα και τα δυο ονόματα. Η Τειρεσία παραπέμπει βέβαια στον γνωστό Μάντη, αλλά η συγγραφέας το αιτιολογεί ως παραφθορά του Θηρεσία, χωρίς να παραβλέπει και τη μαντική ιδιότητα. Το δε Νύμφη είναι συγκεκομμένο του Θεονύμφη.
Δυο ηλικιωμένες γυναίκες, συνταξιούχες καθηγήτριες, φιλόλογος η μια, ζωγράφος η άλλη, γίνονται το μυθιστορηματικό όχημα που μας μεταφέρει στη σημερινή Ελλάδα. Την Ελλάδα της κρίσης, των συσσιτίων, των αστέγων, των διαδηλώσεων, των μεταναστών, των αντιεξουσιαστών, των χρυσαυγιτών. Οι δυο γυναίκες, με την έστω και περικομμένη σύνταξή τους, έχουν τη δυνατότητα να ζουν σ' ένα διαμέρισμα-ξενώνα, αποφεύγοντας τα δημόσια άσυλα. Τα πρόσωπα που τις περιβάλλουν γίνονται εκπρόσωποι πολλών ομάδων της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Τις φροντίζει η Κρητικιά Κατερίνα, χήρα αστυνομικού, της οποίας ο άνεργος και ανεπάγγελτος γιος Τάκης, βρίσκει στέγη, σκοπό ζωής και εισόδημα στη Χρυσή Αυγή. Ο γιος της Νύμφης, ο Ορέστης, ανήκει στους αντιεξουσιαστές. Άλλα πρόσωπα είναι η καθαρίστρια, μετανάστρια βεβαίως, Γιασμίν και ο μικρός γιος της Ισμαήλ ή επί το ελληνικότερο Μαηλάκης, η κοινωνική λειτουργός Δανάη με την κόρη της, ο γιατρός των δυο ηλικιωμένων, αποκαλούμενος και "πατριάρχης".
Σαν ένας θίασος που ανοίγει το έργο με όλα τα πρόσωπα επί σκηνής, τα γνωρίζουμε καθώς μαζεύονται όλοι στην πρώτη σκηνή του έργου για να γιορτάσουν τα γενέθλια της Νύμφης. Λίγο αργότερα, οι δυο ηλικιωμένες αποφασίζουν να βγουν κρυφά έξω, να περιδιαβάσουν στους δρόμους της Αθήνας, να διαμαρτυρηθούν κι αυτές. Είναι οι μέρες των μεγάλων διαδηλώσεων, καταστροφών, εμπρησμών, με αποκορύφωμα τη 12η Φεβρουαρίου του 2012 που είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο την καταστροφή ιστορικών κινηματογράφων αλλά και θανάτων.
Όμως η Τειρεσία και η Νύμφη χάνουν τον δρόμο της επιστροφής στον ξενώνα. Για μέρες πολλές κοιμούνται μαζί με άλλους αστέγους, τρώνε σε συσσίτια, γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης από τον επιτήδειο που τις βγάζει και στη ζητιανιά. Θα επιστρέψουν βεβαίως στο τέλος και το μυθιστόρημα θα τελειώσει με ένα είδους "happy end".
Το έργο της Γαλανάκη έχει κάτι το προσχηματικό. Είναι φανερή η πρόθεσή της να στήσει αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες, μέσω των οποίων να μπορέσει να αναφερθεί όχι μόνο στην παρούσα κατάσταση αλλά και στο παρελθόν, στη γενιά του Πολυτεχνείου, να φτάσει ως τη Γερμανική Κατοχή. Παρ' όλη τη σκοπιμότητα που εμπροθέτως δημιουργείται, η λογοτεχνικότητα διασώζει το έργο. Και εν τέλει η υπονοούμενη αισιοδοξία "με τον υπαινιγμό και την ελπίδα της ανάστασης" που εκπέμπει η εικόνα "Άκρα Ταπείνωση" αφήνει στον αναγνώστη ευχάριστα συναισθήματα.

Σάββατο, Μαΐου 30, 2015

Παιδί 44

Τομ Ρομπ Σμιθ
Παιδί 44
Πατάκης, 2015 (α΄έκδ. στα Ελληνικά 2009)
Μετ. Ουρανία Παπακωνσταντοπούλου
Ένας συδυασμός του ζοφερού σταλινικού καθεστώτος στη Σοβιετική Ένωση με μια αστυνομική περιπέτεια με πολλά στοιχεία ταινιών τύπου Τζέιμς Μποντ, πιστεύω είναι ο λόγος της τεράστιας επιτυχίας που είχε το πρώτο κιόλας μυθιστόρημα του νεαρού Αγγλοσουηδού συγγραφέα. Πολύ δικαιολογημένη επομένως και η κινηματογραφική του μεταφορά.
Η σκοτεινή περίοδος κατά την οποία η Σοβιετική Ένωση ήταν περιχαρακωμένη μέσα στο (πολύ επιτυχώς αποκληθέν) Σιδηρούν Παραπέτασμα, μας είναι γνωστή από πλήθος λογοτεχνικά έργα. Από το "Αρχιπέλαγος Γκουλάκ" του Σολζενίτσιν, ως "Τα παιδιά από το Αρμπάτ" του Ριμπακόφ, ή "Το μηδέν και το άπειρο" του Άρθουρ Καίσλερ (για να περιοριστώ σε μερικά από τα πιο γνωστά), πλήθος έργα έχουν αποδώσει την ανελευθερία, την καχυποψία, τα εγκλήματα, τις απίστευτα σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες που βίωσε ο Ρωσικός και οι άλλοι λαοί της ΕΣΣΔ.
Απ' αυτή την άποψη λοιπόν το "Παιδί 44", του οποίου η δράση τοποθετείται στο 1953, λίγο πριν πεθάνει ο Στάλιν, τίποτα καινούριο δεν έρχεται να προσθέσει. Η τοποθέτηση όμως μιας αστυνομικής περιπετειώδους ιστορίας σ' αυτό το πλαίσιο, είναι που κάνει τη διαφορά.
Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Λέο Στεπάνοβιτς Νεμίντοφ και δευτερευόντως η γυναίκα του Ραΐσα. Ο Λέο είναι "ανερχόμενο στέλεχος της υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας, της MGB. Συχνά στο πλαίσιο των καθηκόντων του συλλαμβάνει υπόπτους, παρίσταται στα βασανιστήρια στα οποία τους υποβάλλουν, υπηρετεί με κάθε τρόπο πιστά το Κράτος. Γι' αυτό απολαμβάνει τόσο αυτός και η γυναίκα του όσο και οι γονείς του κάποια ιδιαίτερα προνόμια. Για παράδειγμα, κατοικούν σε καλύτερο από τα συνήθη διαμέρισμα χωρίς να το μοιράζονται με άλλους, έχουν τρεχούμενο νερό και τουαλέττα μέσα στο σπίτι κ.λπ. Για κάποιους λόγους όμως, αλλά και εξαιτίας αντιζηλίας ενός συναδέλφου, ο Λέο περιπίπτει σε  δυσμένεια, υποβιβάζεται και στέλλεται σε κάποια απομακρυσμένη επαρχιακή πόλη, ως μέλος της πολιτοφυλακής.
Πριν ακόμα φύγει από τη Μόσχα, είχε αναλάβει τη διερεύνηση του θανάτου ενός παιδιού. Φαινόταν καθαρά ότι ήταν φόνος. Όμως για το καθεστώς δεν  μπορεί να γίνονταν φόνοι από Σοβιετικούς πολίτες (!). Ένας θάνατος ήταν είτε ατύχημα είτε έργο αντικαθεστωτικών, πρακτόρων ή προδοτών. Όταν ο Λέο βρίσκεται αντιμέτωπος με το φόνο άλλων δυο παιδιών, όχι μόνο η πίστη του στο αλάθητο του κόμματος αρχίζει να κλονίζεται, αλλά θέτει ως σκοπό του να ανακαλύψει τον δολοφόνο, καθώς στο μεταξύ εντοπίζει πολλούς άλλους φόνους παιδιών, όλους κοντά σε στη σιδηροδρομική γραμμή. Από δω αρχίζουν οι ποικίλες περιπέτειές του, καθώς οι πράκτορες της MGB προσπαθούν να τον εμποδίσουν. Ακολουθούν απίστευτες σκηνές δράσης, καταδίωξης, σωτηρίας με τρόπο απίθανο. Σκληρές και ανατριχιαστικές είναι οι περιγραφές των δολοφονημένων παιδιών. υπάρχουν στιγμές που πραγματικά ήθελα να κάνω εμετό. Ο συγγραφέας αποδεικνύεται ικανότατος στο να κινεί διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη με συνεχείς ανατροπές. Και βεβαίως στο τέλος θα φτάσει ο Λέο στον δολοφόνο. Βρήκα όμως ότι η δικαιολογία που εκείνος δίνει για όλους αυτούς τους φόνους είναι "τραβηγμένη από τα μαλλιά".
Τελική αποτίμηση: Πολύ "διαβαστερό", πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για όποιον δεν έχει διαβάσει άλλα βιβλία αναφερόμενα σ' αυτή την περίοδο και για όποιον  αρέσουν τα βιβλία περιπέτειας.

Σάββατο, Μαΐου 23, 2015

Η Μάχρια της λήθης

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
Η Μάχρια της Λήθης
Λιβάνης, 2014
Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή, τότε που δανειζόμουν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου ή από φίλες, πριν πάρω ένα βιβλίο το ξεφύλλιζα. Αν είχε πολλές σελίδες χωρίς διαλόγους, το απέρριπτα! Γιατί αυτό θα σήμαινε εκτενείς περιγραφές ή μακροσκελείς αφηγήσεις και το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν ανιαρό! Το ξεφύλλισμα είναι μια συνήθεια που μου έμεινε ως τώρα, αλλά που ασφαλώς οι συμπαγείς, χωρίς διαλόγους σελίδες, δεν είναι πια αποτρεπτικές.
Στο βιβλίο "Η Μάχρια της λήθης" δεν συναντάμε παρά ελάχιστους διαλόγους κι αυτούς παρένθετους μέσα στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις όλων των χαρακτήρων. Είκοσι τέσσερα είναι τα πρόσωπα που δρουν στο έργο, άλλα με μικρότερο και άλλα με μεγαλύτερο ρόλο. Έτσι, οι ήρωες της Ρένας Πετροπούλου μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση αφενός περιγράφουν, αφετέρου εκφράζουν σκέψεις και συναισθήματα πιο πειστικά απ' ό,τι αν τα έλεγε ένας τριτοπρόχωπος αφηγητής. (Νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο αν η συγγραφέας παρέθετε στην αρχή ή στο τέλος του βιβλίου έναν κατάλογο με τα πρόσωπα αυτά και την ιδιότητά τους. Π.χ. Μάχρια: ένα κορίτσι που γεννιέται στην Κρήτη το 1867, Ιουστίνη: μητέρα της Μάχρια, Σουλεϊμάν: θετός πατέρας της Μάχρια κ.ο.κ.). 
Το βιβλίο αρχίζει  στην επαναστατημένη, αιματοβαμμένη, αγωνιζόμενη για την ελευθερία της Κρήτη. Εκεί τότε  γεννιέται ένα παιδί, καρπός παράνομου έρωτα. Το κοριτσάκι θα δοθεί κρυφά για υιοθεσία σ' ένα ζευγάρι Τούρκων και μεταφέρεται στη Σμύρνη. Το μόνο που συνδέει το παιδί με την καταγωγή του είναι ένα κόσμημα: "Ήταν ένα βαρύτιμο περιδέραιο, φτιαγμένο από ορεία κρύσταλλο, με χρυσούς ρόδακες και σκαλιστές κεφαλές, το οποίο είχε βρεθεί στ' απομεινάρια ενός αρχαϊκού τάφου". Το κόσμημα δεν φαίνεται να διαδραμτίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Υποψιάζομαι ότι θα συνδεθεί σε επόμενο βιβλίο της συγγραφέως, μια και στην τελευταία σελίδα διαβάζουμε: "Η ιστορία συνεχίζεται στο δεύτερο βιβλίο".
Από την Κρήτη μεταφερόμαστε στη Σμύρνη, όπου, σ' ένα κοντινό χωριό ζουν οι θετοί γονείς της Μάχρια, η οποία μεγαλώνει εκεί και γίνεται μια πολύ ωραία κοπέλα.  Πολλές όμως ακόμα περιπέτειες την περιμένουν. Θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, στο χαρέμι του Σουλτάνου και από κει στην Ευρώπη, στη Μασσαλία πρώτα, στο Παρίσι αργότερα. Θα γνωρίσει τον έρωτα αλλά και καταστάσεις σκοτεινές.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η συγγραφέας μέσα από την ιστορία της ζωντανεύει και αντιπαραθέτει δυο κόσμους: Τον κόσμο της Ανατολής και τον κόσμο της Δύσης στα τέλη του 19ου αι. Από τη μια είναι ο Σουλτάνος, το χαρέμι, ο φερετζές. "Ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνουν εντύπωση σ' έναν Ευρωπαίο είναι το ντύσιμο των γυναικών της Τουρκίας. Όλα είναι καλυμμένα πίσω από πολλά μέτρα μονόχρωμων φωτεινών υφασμάτων ή, για τις μεγαλύτερες ηλικίες, πίσω από το μη χρώμα. Το μαύρο. Το κεφάλι τυλίγεται σε λευκό πέπλο, το γιασμάκι, που αφήνει να φαίνονται τα μάτια, και μια μακριά, ανοιχτόχρωμη κάπα, το φερετζέ". Πολύ παραστατικά μας μεταφέρει στην Πόλη, στο περίφημο ανάκτορο Ντολμά Μπαχτσέ, στις μυρωδιές του σουκ.
Κι από την άλλη είναι ο κόσμος της Δύσης. Το πολύβουο λιμάνι της Μασσαλίας, το Παρίσι με τις φαρδιές λεωφόρους, τα καφέ, τα εστιατόρια, τα μεγάλα καταστήματα, τα πάρκα, το Μουλέν Ρουζ, την ελευθερία των γυναικών.
Το βιβλίο δεν είναι ένα βαρετό, ιστορικό μυθιστόρημα ούτε  όμως και προϊόν μόνο φαντασίας. Τα ιστορικά δεδομένα εμφανίζονται με φειδώ προσδιορίζοντας το χρονικό πλαίσιο της Ιστορίας, καθώς από το 1867 μεταφερόμαστε στο 1883 και από κει στο 1889. Η συγγραφέας κατάφερε να συνδυάσει την αλαφράδα ενός εύκολου αναγνώσματος με τη σοβαρότητα και την αυθεντικότητα του ιστορικού μυθιστορήματος. Αποτέλεσμα, ένα ενδιαφέρον βιβλίο.

Δευτέρα, Μαΐου 11, 2015

Εξοχικό με πισίνα

Herman Koch
Εξοχικό με πισίνα
Μεταίχμιο, 2014
Μετ. Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά
Είχα πολύ καιρό να αφιερώσω μια ολόκληρη μέρα στο διάβασμα ενός βιβλίου. Όταν λέω ολόκληρη, εννοώ ΟΛΟΚΛΗΡΗ. Δηλαδή ένα δεκάωρο περίπου, χωρίς κανένα περισπασμό, χωρίς να διακόπτεται από καμιά άλλη ασχολία. Το έκανα την περασσμένη βδομάδα, όχι γιατί το βιβλίο ήταν τόσο ελκυστικό (που έτυχε να είναι), αλλά για την απόλαυση και μόνο μιας "διαβαστερής" μέρας. Πραγματικά, μεγάλη απόλαυση!
Το βιβλίο ήταν το "Εξοχικό με πισίνα", στην αγορά του οποίου παρακινήθηκα, γιατί μου είχε αρέσει το προηγούμενο βιβλίο του Ολλανδού συγγραφέα, "Το δείπνο". Βρήκα το "Εξοχικό με πισίνα", αν και κατώτερο από "Το δείπνο", αρκετά ενδιαφέρον.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ, ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ως κοινωνικό-αστυνομικό. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Μαρκ Σλόσερ, είναι οικογενειακός γιατρός. Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο μαθαίνουμε πολλά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο οικογενειακός γιατρός (θεσμός που δεν υπάρχει ακόμα στο δικό μας σύστημα υγείας). Η απροκάλυπτα ωμή γλώσσα ήδη εμφανίζεται, καθώς και η σάτιρα και ο σαρκασμός του επαγγέλματος, που θα επαναληφθεί και σε πολλά άλλα μέρη του βιβλίου. Πληροφορούμαστε ακόμα ότι ένας διάσημος ηθοποιός, ο Ραλφ Μέγιερ, ασθενής του Μαρκ, είναι νεκρός και στην ατμόσφαιρα αιωρείται η αμφιβολία αν αυτό που επέφερε τον θάνατο του ηθοποιού ήταν ιατρικό λάθος ή σκόπιμη ενέργεια.
Η αφήγηση στη συνέχεια μεταφέρεται περίπου δυο χρόνια πίσω, όταν ο ηθοποιός επισκέφθηκε τον γιατρό για κάποια προβλήματα που αντιμετώπιζε κι όταν, προσκαλώντας τον γιατρό και τη σύζυγό του σε μια θεατρική πρεμιέρα, οι δυο οικογένειες, του ηθοποιού και του γιατρού, γνωρίστηκαν. Μια πρόσκληση για το καλοκαίρι, όταν ο ηθοποιός, η γυναίκα του και οι δυο του γιοι θα παραθέριζαν σ' ένα "εξοχικό με πισίνα", φέρνει και την οικογένεια του γιατρού, τη γυναίκα και τις δυο έφηβες κόρες του, να φιλοξενούνται στο ίδιο εξοχικό. Είναι καλοκαίρι, διακοπές. Μια άνετη, χαλαρή ατμόσφαιρα κυριαρχεί, μικροί και μεγάλοι απολαμβάνουν το κολύμπι και τα παιγνίδια στην πισίνα, τα κοκτέιλ στον κήπο, το καλό φαγητό, το κρασί (πολύ κρασί γενικά ρέει σ' αυτό το βιβλίο!), τη ξεγνοιασιά των διακοπών.
Ένα απρόοπτο όμως γεγονός, που θα συμβεί μάλιστα τη βραδιά της γιορτής του Άι-Γιάννη, όταν όλοι διασκεδάζουν στην παραλία με  πυροτεχνήματα, θα φέρει την ανατροπή. Τα πάντα αλλάζουν, οι χαρούμενες διακοπές παίρνουν τέλος. Αλλά βεβαίως το βιβλίο δεν τελειώνει εδώ. Η περιέργεια για τη συνέχεια αλλά και οι ανατροπές που ακολουθούν, κινούν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη συνέχεια.
Πάντα τα αστυνομικά μυθιστορήματα (αν και δεν θα χαρακτήριζα το μυθιστόρημα αυτό ως κλασικό αστυνομικό) δημιουργούν το ενδιαφέρον για τη συνέχεια και το τέλος. Όμως, στα μυθιστορήματα του Koch βρήκα περισσότερο ενδιαφέρον στις κοινωνικές πτυχές παρά στην αστυνομική πλοκή. Όπως και στο "Δείπνο", έτσι κι εδώ έχουμε εικόνες από τη ζωή της Ολλανδίας. Οι λίστες αναμονής στα νοσοκομεία δεν είναι μόνο της χώρας μας χαρακτηριστικό, όπως φαίνεται. Οι παραστάσεις κλασικών θεατρικών έργων με μοντέρνες σκηνοθεσίες δεν ξεφεύγουν από τη σάτιρα του συγγραφέα. Ο τρόπος ζωής κυρίως μιας μεγαλοαστικής τάξης είναι κι εδώ παρών.
Το μόνο αρνητικό που βρήκα στο βιβλίο είναι η ωμά ρεαλιστική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, αν και δεν ξέρω, αν η ενόχληση ή ακόμα και η αποστροφή που προκαλεί η περιγραφή κάποιων σκηνών, δημιουργούνται και στην ανάγνωση του πρωτοτύπου ή μήπως η μεταφράστρια μπορούσε να χρησιμοποιήσει διαφορετικές λέξεις ή εκφράσεις.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2015

Εγκλήματα δημοσιονομικής προσαρμογής

Τεύκρος Μιχαηλίδης
Εγκλήματα δημοσιονομικής προσαρμογής
(Επτά φωτογραφίες της κρίσης)
Πόλις, 2015
Έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα (λογοτεχνικά) βιβλία του Τεύκρου Μιχαηλίδη, ξεκινώντας από τα "Μαθηματικά επίκαιρα" που μου γνώρισε η αείμνηστη θεία του (καθηγήτριά μου πρώτα και μετά φίλη μου) Μαρίκα Ρώσου. Παρ' όλη τη γοητεία που μου ασκεί η μαθηματική λογοτεχνία, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσαν όλα εξίσου. Μερικά μάλιστα υπήρξαν δυσνόητα για μένα, όπως για παράδειγμα το "Μιλώντας στην Άννα για τα μαθηματικά", το οποίο και δεν μπόρεσα να τελειώσω.
Όμως, το τελευταίο του βιβλίο, μια ευσύνοπτη συλλογή επτά διηγημάτων, πραγματικά το απόλαυσα. Μπορεί το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος να μην είναι ιδιαίτερα δημοφιλές ανάγνωσμα, όμως τα επτά διηγήματα του Τεύκρου έχουν μια συνάφεια που τα κάνει μάλλον να μοιάζουν με επτά κεφάλαια ενός μυθιστορήματος. Έχουν συνάφεια, αφενός γιατί αναφέρονται σε πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ζωής πολύ καλά γνωστές σε όλους μας, αλλά και γιατί λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος η κεντρική ηρωίδα.
Είναι η υπαστυνόμος Όλγα Πετροπούλου. Ωραία, έξυπνη, με ιδιαίτερη προτίμηση στον Μπόρχες και τον Χατζηδάκι, καλή μαθηματικός, έντιμη, αδέκαστη, ευσυνείδητη, αστυνομικός από επιλογή και όχι κατά τύχη, επιδεικνύει ιδιαίτερες ικανότητες και επιλύει, βεβαίως, επιτυχώς οποιαδήποτε υπόθεση της ανατεθεί. Η τελειότητα με την οποία την προίκισε ο συγγραφέας-δημιουργός της δεν μας ξενίζει, πολλοί ήρωες αστυνομικών ιστοριών είναι παρόμοιοι. Τη δεχόμαστε κατά λογοτεχνική συνθήκη ή ως ιδεατή αστυνομικό, τέτοια που θα θέλαμε όλους να είναι.
Μέσα από τις επτά ιστορίες και τις επτά αστυνομικές υποθέσεις  που η ωραία αστυνομικός αναλαμβάνει να διαλευκάνει, συναντούμε οικείες πτυχές της ελληνικής κοινωνίας. Οι μετανάστες, οι ακροδεξιές οργανώσεις, οι χρηματιζόμενοι εφοριακοί, οι εκμεταλλευτές κτηματομεσίτες, οι γιατροί και τα φακελάκια, η πανεπιστημιακή αντιζηλία κ.ά. φωτίζονται μέσα από τις ιστορίες, για να επικρατήσει τελικά η δίκαιη τιμωρία των ενόχων, αν και κάποτε εμφανίζεται ως αυτοδικία.
Δεν είναι μόνο το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που προβάλλονται από τον Τεύκρο Μιχαηλίδη. Είναι και το φυσικό περιβάλλον. Μετακινώντας την ηρωίδα του άλλοτε με δυσμενή μετάθεση, άλλοτε για να αναλάβει ειδική αποστολή και μια φορά για να απολαύσει την άδεια και τις διακοπές της, βρίσκει την ευκαιρία να μας μεταφέρει σε όμορφα μέρη της ελληνικής γης, πράγμα που φανερώνει μια ιδιαίτερη αγάπη του συγγραφέα γι' αυτήν. Έχουμε ασφαλώς την Αθήνα, αλλά κι ένα χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου, τη Χίο, τη βόρειο Εύβοια, την Τήνο.
-Στα πόδια της απλώνονταν τα σπίτια της Λεπτοκαρυάς κι ακόμα παραπέρα η θάλασσα, που ο ήλιος, καθώς ετοιμαζόταν να αναδυθεί από μέσα της, την έβαφε κατακόκκινη.
-Γαλήνια, φιλόξενη, ακύμαντη, η θάλασσα χρύσιζε κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Απέναντι, το Αργυρονήσι ήταν λουσμένο στο πρωινό φως".
-Δυο ξύλινες πέργκολες, φορτωμένες με ανθισμένες μπουκαμβίλιες, απομόνωναν το μπαλκονάκι τους από τα διπλανά.
Τέτοιες εικόνες αφθονούν στις σύντομες περιγραφές του τοπίου.
Έγκλημα και ευχαρίστηση; Κρίση και απόλαυση; Κι όμως, το βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη μπορεί να αποτελέσει μια ευχάριστη αναγνωστική συντροφιά για ένα από αυτά τα όμορφα, ανοιξιάτικα-καλοκαιρινά σαββατοκύριακα.

Τρίτη, Απριλίου 21, 2015

Κάθε στιγμή μετράει

Lisa Genova
Κάθε στιγμή μετράει (Still Alice)
Λιβάνης, 2015
Μετ. Χρήστος Καψάλης
Το βιβλίο αυτό το ρουφάς, το καταπίνεις αμάσητο κι ύστερα ξαναγυρίζεις για να το διαβάσεις αργά, να εμβαθύνεις, να προσπαθήσεις να κατανοήσεις πώς είναι να  διαγνωστείς στα πενήντα σου χρόνια με πρώιμο Αλτσχάιμερ. Ποια είναι τα πρώτα συμπτώματα, πώς γίνεται η διάγνωση, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η αρρώστια, τι αισθάνεται μια νέα γυναίκα που από τη μια στιγμή στην άλλη βλέπει να ανατρέπεται η ζωή της.
Το βιβλίο έγινε πιο γνωστό από την κινηματογραφική του μεταφορά, που χάρισε και το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου στην Julianne Moore που υποδύθηκε την Άλις. Δεν είδα την ταινία ούτε θέλω να τη δω. Καμιά ταινία δεν μπορεί νομίζω να αποδώσει όλες τις λεπτομέρειες, όλες τις σκέψεις, όλα τα στάδια που περνά το άτομο που διαγνώσκεται με Αλτσχάιμερ. Προπάντων όταν αυτό το άτομο είναι μια νέα, επιτυχημένη επιστήμονας που μπορεί να αυτοπαρατηρείται και να περιγράφει. Η Άλις Χάουλαντ είναι καθηγήτρια γνωστικής ψυχολογίας στο Χάρβαρτ καθώς και γλωσσολόγος που μελετά τους μηχανισμούς της γλώσσας, παντρεμένη με ένα επίσης καταξιωμένο επιστήμονα βιολόγο, τον Τζον. Έχουν τρία ενήλικα παιδιά που ζουν τη δική τους ζωή, νομικός η μια κόρη, γιατρός ο γιος, με κλίση στα καλλιτεχνικά και κυρίως την υποκριτική, η μικρότερη κόρη. Μια αρμονική, ευτυχισμένη οικογένεια.
Τα πρώτα σημάδια, το να ξεχάσει πού άφησε το φορτιστή της, το να μη μπορεί να θυμηθεί μια συγκεκριμένη λέξη σε μια διάλεξή της και άλλα παρόμοια περιστατικά δεν  την ανησυχούν ιδιαίτερα. Σ' όλους συμβαίνουν. Όταν όμως, ενώ βρίσκεται σε μια πολύ γνωστή της πλατεία την οποία καθημερινά διασχίζει και ξαφνικά δεν ξέρει πού βρίσκεται και χάνει τον προσανατολισμό της, τότε καταφεύγει στη γιατρό της. Εκείνη την παραπέμπει σε νευρολόγο. Μετά από πλήθος εξετάσεις η διάγνωση τη χτυπά σαν κεραυνός: Αλτσχάιμερ. Η Άλις είναι επιστήμονας, ξέρει τι σημαίνει αυτό. Ξέρει την πορεία της αρρώστιας και πού τελικά θα καταλήξει. Και δεν την τρομάζει μόνο αυτό. Φοβάται μήπως το μεταλλαγμένο γονίδιο στο οποίο οφείλεται η δική της πάθηση έχει μεταδοθεί και σε κάποιο από τα παιδιά της, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό θα έχει 50% πιθανότητες να αναπτύξει Αλτσχάιμερ. Ξέρει ότι θεραπεία δεν υπάρχει. Για την ώρα υπάρχουν μόνο φάρμακα που επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου. Το μέλλον την τρομάζει. Τρομάζει προπάντων με την απώλεια της αξιοπρέπειας που επέρχεται στα τελευταία στάδια, μια απώλεια που δεν γνωρίζουν άλλοι ασθενείς, οι καρκινοπαθείς για παράδειγμα. "Χίλιες φορές καλύτερα να είχε καρκίνο. Θα αντάλλαζε το Αλτσχάιμερ με τον καρκίνο χωρίς δεύτερη σκέψη", σκέφτεται και συγχρόνως ντρέπεται που κάνει αυτή τη σκέψη. 
Η χρονική διάρκεια του έργου είναι δυο χρόνια, από το Σεπτέμβριο του 2003 ως το Σεπτέμβριο του 2005. Σ' αυτό το διάστημα η αρρώστια προχωρεί, έχει όμως διαλείμματα διαύγειας. Σε μια συγκινητική ομιλία της μπροστά σ' ένα πολυπληθές ακροατήριο, αφού ήδη έχει διαγνωστεί, μας δίνει την  εικόνα του πώς αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται: "Εμείς, οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια του Αλτσχάιμερ, δεν είμαστε ακόμα ολότελα ανήμποροι. Δεν έχουμε απολέσει την ικανότητα να μιλάμε ή να διαμορφώνουμε απόψεις με σημασία, ούτε στερούμαστε παρατεταμένες περιόδους διαύγειας. Κι όμως δεν είμαστε αρκετά ικανοί ώστε να συνεχίσουμε να επωμιζόμαστε τις απαιτήσεις και τις ευθύνες της προηγούμενης ζωής μας. Αισθανόμαστε ότι δε βρισκόμαστε ούτε στη μια ούτε στην άλλη πλευρά, θυμίζοντας ίσως χαρακτήρες ενός παραμυθιού που διαδραματίζεται σε κάποια αλλόκοτη χώρα. Είναι ένας τόπος όπου κυριαρχούν η μοναξιά και ο εκνευρισμός". Και καταλήγει μ' ένα εξαιρετικό επίλογο: "Το χθες εξαφανίζεται και το αύριο είναι αβέβαιο, οπότε για ποιο λόγο συνεχίζω να ζω; Ζω για την κάθε ημέρα. Ζω για την κάθε στιγμή. Κάποια στιγμή, σύντομα, θα ξεχάσω ότι εμφανίστηκα μπροστά σας και έδωσα αυτή την ομιλία. Όμως το γεγονός πως αύριο θα ξεχάσω κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν έζησα κάθε δευτερόλεπτο του σήμερα. Θα ξεχάσω το σήμερα, όμως αυτό δε σημαίνει ότι το σήμερα δεν είχε σημασία".
Ενόσω ακόμα έχει, έστω και με διαλείμματα, συνείδηση του εαυτού της, μη θέλοντας να καταλήξει έχοντας χάσει πλήρως την αξιοπρέπειά της, επινοεί ένα σχέδιο που ακόμα και στο έσχατο στάδιο της νόσου θα τη βοηθήσει να έχει ένα αξιοπρεπές τέλος στη ζωή της. Όμως η αγάπη των παιδιών και του άντρα της θα δώσουν ένα άλλο, αισιόδοξο τέλος.
Εντέλει, ένα ωραίο βιβλίο. Βιβλίο που αν και στηρίζεται σε πραγματικά ιατρικά δεδομένα δεν γίνεται βαρετό. Ένα βιβλίο πλημμυρισμένο από αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς

Μ. Λ. Στέντμαν
Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς
Πατάκης, 2014
Μετ. Νίνα Μπούρη
Στο επίμετρο του μυθιστορήματος "Ο φάρος" της Alison Moore, η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου αναφέρεται σε άλλα μυθιστορήματα που έχουν σχέση με φάρο και ασφαλώς πρώτα-πρώτα στον Φάρο της  μοναδικής Βιρτζίνια Γουλφ. "Ο φάρος στη λογοτεχνία", γράφει η Δημητριάδου, "έχει συχνά συμβολίσει το φως που διαπερνά το σκοτάδι, την ελπίδα που απαλύνει τη δυστυχία, την υπόσχεση για επικοινωνία σε ώρες μοναξιάς".
Ένα ακόμα μυθιστόρημα με επίκεντρο το φάρο έρχεται να προστεθεί στη λογοτεχνία. Ένα φάρο τοποθετημένο σ' ένα μικρό, ερημικό νησί, το Τζέινους, στα δυτικά της Αυστραλίας, ανάμεσα στον Ειρηνικό και το Νότιο ωκεανό. Πρώτο μυθιστόρημα της Αυστραλής Μ.Λ.Στέντμαν που, ομολογώ, με επιφυλάξεις άρχισα να διαβάζω. Επιφυλάξεις, και γιατί αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα μιας άγνωστής μου συγγραφέως και γιατί τα βιβλία περιπέτειας (όπως το φαντάστηκα) δεν είναι στις προτιμήσεις μου. Όμως σύντομα η γραφή της Στέντμαν με παρέσυρε. Οι χωρίς μακροσκελείς περιγραφές ωραίες εικόνες της φύσης, η ρεαλιστική απεικόνιση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος της δεκαετίας του '20, ο απόηχος των συνεπειών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που όχι μόνο διαρκώς επανέρχεται αλλά και επηρεάζει τις τύχες των χαρακτήρων του έργου, γίνονται πόλος έλξης για τον αναγνώστη. Κι όταν από κάποιο σημείο και μετά παρεμβαίνουν και ηθικά διλήμματα για τους πρωταγωνιστές, τότε είναι που το ενδιαφέρον κορυφώνεται.
Με πολλή συντομία η υπόθεση είναι η εξής: Ο νεαρός Τομ Σέρμπουρν με το τέλος του πολέμου στον οποίο είχε πάρει μέρος και μάλιστα είχε διακριθεί, μετά από αυτά "τα τέσσερα χρόνια αίματος και τρέλας", εκπαιδεύεται ως φαροφύλακας. Ήταν εποχή όπου η ανθρώπινη παρουσία και συμβολή ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία των φάρων. Αναλαμβάνει λοιπόν υπηρεσία στο νησί Τζέινους. Μια ζωή σε πλήρη απομόνωση, μ' ένα πλοίο να έρχεται κάθε τρεις μήνες για να φέρει προμήθειες, ενώ ο φαροφύλακας μόνο στους έξι μήνες θα είχε ολιγοήμερη άδεια στην απέναντι ακτή και στην πόλη.
Αυτή τη μοναχική ζωή δέχεται κάποια στιγμή να μοιραστεί μαζί του η Ίζαμπελ, που τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε. Μόνη σκιά στην ευτυχία τους η έλλειψη παιδιών και η συνειδητοποίηση ότι η Ίζαμπελ, μετά από τρεις αποβολές, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει μητέρα. Ώσπου, μια μέρα, εξοκέλλει στο νησί μια βάρκα στην οποία βρισκόταν ένας νεκρός άντρας κι ένα ζωντανό βρέφος. Μ' αυτή τη σκηνή αρχίζει το βιβλίο, για να μας γυρίσει ύστερα στο παρελθόν και στη συνέχεια να μας συνδέσει ξανά με το παρόν. Αλλά δεν θα πω τίποτε άλλο για την υπόθεση, που από το σημείο αυτό και μετά γίνεται ολοένα και πιο ελκυστική και η αγωνία για το ποιο θα είναι το τέλος ξεπερνά ακόμα και την αγωνία για το τέλος ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.
Το μυθιστόρημα της Στέντμαν διακρίνεται από μια ευγένεια, μια αθωότητα, θα έλεγα, μια ατμόσφαιρα ήθους και καλοσύνης. Χαρακτηριστικά που πολύ απέχουν από τη δική μας εποχή και κοινωνία.

Σημ. Ευχαριστίες στο εξαιρετικό βιβλιοπωλείο Rivergate για την ευγενική προσφορά.