Θεέ μου, τι βιβλίο! Νομίζω δεν μου έχει ξανασυμβεί να διαβάσω για δεύτερη φορά ένα βιβλίο μέσα σε τρία χρόνια, όχι απλώς με το ίδιο, αλλά πιο έντονο ενδιαφέρον και να το βρω ακόμα πιο συναρπαστικό από την πρώτη φορά. Μου συμβαίνει τώρα με τη "Δασκάλα των γαλλικών" του Πολωνού Άντονι Λιμπέρα (τίτλος πρωτοτύπου "Madame"1998, στα ελληνικά στις εκδόσεις Πατάκη, 2002). Πόσο θα 'θελα να το είχα ξαναδιαβάσει πριν πάω στην Πολωνία. Θα' ψαχνα τότε ίσως να βρω το πάρκο Ζερόμσκι, απ' όπου ο ήρωας τόσες φορές περνά, την οδό Κρακοβίας, τη γαλλική πρεσβεία, το σινεμά όπου παρακολούθησε το "Ένας άντρας μια γυναίκα", το θέατρο όπου είδε την Κομεντί Φρανσέζ να παίζει τη Φαίδρα του Ρακίνα...Ένα βιβλίο για ένα έφηβο που γίνεται άντρας (μου θύμισε λίγο τον Κάστορπ του Τόμας Μαν στο "Μαγικό Βουνό"), τη δεκαετία του '60, στην κομμουνιστική Πολωνία. Μαθητής, στην τελευταία τάξη του σχολείου, με πάθος για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικά, με γνώσεις που ξεπερνούν την ηλικία του, κυριεύεται από ένα πάθος για την καινούργια διευθύντρια του σχολείου, που είναι ταυτόχρονα και η δασκάλα των γαλλικών της τάξης του. Εκείνη ωραία, απόμακρη, ψυχρή, ικανότατη στη δουλειά της, δεν αφήνει τίποτα από τα προσωπικά της να φανούν. Ο νεαρός, του οποίου το όνομα δεν ξέρουμε, μια και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ρίχνεται σ' ένα αγώνα όχι μόνο να μάθει όσο πιο πολλά μπορεί γι' αυτή τη μυστηριώδη γυνακεία μορφή, αλλά και να της προσελκύσει το ενδιαφέρον. Σ' αυτή την προσπάθεια, σ' αυτό το ψάξιμο, ο ίδιος ωριμάζει ως άτομο, περνά από την εφηβεία στην ωριμότητα. Τι πλούτος λογοτεχνικών αναφορών, τι συγγραφείς περνούν μέσα από την αφήγηση! Από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, στον Κόνραντ, του οποίου το μυθιστόρημα "Νίκη" διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, στον Μπέκετ, στον Σαίξπηρ, στον Χέντερλιν, στον Σοπενάουερ και άλλους ακόμα. Αναφορές στη ζωγραφική (Πικάσο), στη μουσική, στον κινηματογράφο, στο θέατρο, αλλά και στον Ισπανικό εμφύλιο και διάχυτη μέσα στο μυθιστόρημα περνά η ατμόσφαιρα του βαριού πέλματος του κομμουνιστικού καθεστώτος πάνω στην Πολωνία. Ένα μυθιστόρημα "χορταστικό", ένα μυθιστόρημα που σου ανανεώνει σε κάθε κεφάλαιο το ενδιαφέρον, βιάζεσαι να δεις πού θα καταλήξει, γι' αυτό ίσως τη δεύτερη φορά διαβάζεται καλύτερα, γιατί τώρα ξέρεις και δεν βιάζεσαι, απολαμβάνεις τις λεπτομέρειες, τους έξυπνους διαλόγους, τις λογοτεχνικές αναφορές. Τα μόνα αρνητικά σχόλια που έχω διαβάσει για τη "Δασκάλα" είναι ότι πολλά θέματα (όπως ο Ισπανικός εμφύλιος για παράδειγμα) πολύ χαλαρά συνδέονται με το κυρίως θέμα. Ομολογώ όμως ότι προσωπικά δεν με ενόχλησε, όπως δεν με ενόχλησε και το ότι όλες αυτές οι γνώσεις δεν προσιδιάζουν σ΄ενα έφηβο. Είδα σ' αυτά τη συμβατικότητα της λογοτεχνίας που όταν είναι υψηλή, μας κάνει να δεχόμαστε τα πάντα.
Πέμπτη, Ιουλίου 27, 2006
Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006
ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΛΟΜΕΝ..."
Νομίζω πως, όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι τιμώρησαν τον Φρύνιχο με πρόστιμο γιατί με το έργο του ¨Μιλήτου άλωσις" τους θύμισε "οικεία κακά", έτσι θα 'πρεπε να τιμωρηθεί και ο Άντης Ροδίτης για το βιβλίο του "Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες" (εκδ. Εστία, 2006). Με υπότιτλο "Ύλη Ιστορίας για μιαν αγγλική αποικία της Ελλάδος", μας γύρισε χρόνια πίσω. Δεν ξέρω τι θα έχει να πει αυτό το βιβλίο για όσους δεν έζησαν τα γεγονότα, για τους νεότερους ή τους εκτός Κύπρου Έλληνες. Για όλους εμάς όμως, που μπορούμε να έχουμε μνήμες βιωμάτων αρκετών δεκαετιών, είναι ένα βιβλίο πικρό. Το διάβασα με πόνο ψυχής, σε πολλά κομμάτια του θέλω να ξαναγυρίσω, έτσι όπως σκαλίζουμε ξανά και ξανά ένα πονεμένο δόντι. Μας φέρνει στο νου την έλλειψη δημοκρατίας, την υποκρισία, τη λογοκρισία, την έλλειψη πολιτικής διορατικότητας, την εγκατάλειψη του ονείρου της Ένωσης. Πολλά πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αναφέρονται με το όνομά τους ή σαφώς υπονοούνται. Ιστορία και αυτοβιογραφία, δοκίμιο και λογοτεχνία, με αναδημοσιευμένα πολλά παλαιότερα κείμενα του συγγραφέα, αλλού μελαχγολικό, αλλού ειρωνικό και σατιρικό, το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Θα προτιμούσα λιγότερες αναφορές σε προσωπικές αδικίες και παράπονα, που πιθανόν να δώσουν αφορμή σε κάποιους να αμφισβητήσουν την αντικειμενικότητα του βιβλίου.
Ετικέτες
Ελληνική λογοτεχνία της Κύπρου
Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ
Χτες γύρισα από την Πολωνία, το καθιερωμένο εδώ και 15 χρόνια καλοκαιρινό ταξίδι με τον Σύνδεσμο Φιλολόγων, που μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, αλλά και κάποιους μακρινότερους προορισμούς. Οι εντυπώσεις πολλές και ποικίλες, θέλουν το χρόνο τους να κατασταλάξουν, να αφομοιωθούν, να επιλεγούν από τη μνήμη ποιες θα μείνουν, ποιες θα καταποντιστούν στο πέλαγος της ανυπαρξίας. Πρώτο συναίσθημα βέβαια η κούραση, σωματική και ψυχική, που σου παίρνει κάπου δυο μέρες για να σε ξαναβάλει στη ρουτίνα της εντόπιας καθημερινότητας. Και μια ελαφριά μελαγχολία που αναπόφευκτα συνοδεύει την εκπλήρωση κάθε προσδοκίας. Όσο περιμένεις, σχεδιάζεις, ονειρεύεσαι, είσαι γεμάτος απ' τη λαχτάρα της προσμονής του καινούργιου, της φυγής, της χαράς της περιπλάνησης. Όταν όμως επανακάμπτεις, σε κυριεύει η μελαγχολία του τέλους, ώσπου ν' αρχίσεις (αν αρχίσεις) να ονειρεύεσαι και πάλι. Πολωνία. Μια χώρα που ως πριν από λίγα χρόνια την ξέραμε λίγο από την ιστορία και το μοίρασμά της μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, από τον Λεχ Βαλέσα, τον προηγούμενο Πάπα και την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ταυτόχρονα με μας. Η επισκεψή μας μάς γνώρισε μια όμορφη χώρα με ευγενικούς κατοίκους, με πολιτισμό που φαίνεται να κρατάει από τους παλιούς ευγενείς της, αλλά και με βάσανα που την έχουν κάνει "πρωταθλήτρια στη δυστυχία". Θα γράψω πολύ εκτενέστερα τις εντυπώσεις μου, ελπίζω σύντομα.
Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006
ΜΑΜΑΔΕΣ ΒΟΡΕΙΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ
Ειλικρινά δεν θυμάμαι τι με έκανε να αγοράσω το βιβλίο αυτό. Διάβασα άραγε κάποια κριτική που το σύστηνε; Με τράβηξε ο τίτλος; Δεν ξέρω. Σημασία έχει ότι το αγόρασα, το διάβασα και πέρασα λίγες ώρες "φυγής". Θα έλεγα ότι ανήκει στην "escape literature", στην οποία, σύμφωνα με ένα ορισμό που βρήκα σε άρθρο του reader's diggest, "ανήκουν βιβλία με ανάλαφρη πλοκή και δράση, που επιτρέπουν στον αναγνώστη να ξεφεύγει χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό" (αν και ο όρος σήμερα έχει διαφορετική σημασία). Πρώτο μυθιστόρημα της Παυλίνας Νάσιουτζικ (εκδ. Μελάνι 2006) σε διασκεδάζει, σε παρασύρει στον νεόπλουτο κόσμο της Αθήνας, τον σατιρίζει τραβώντας στην υπερβολή τη σάτιρά της, αλλά σαν να μην ξέρει ποιος είναι ο στόχος της. Ενώ ξεκινά με την ομάδα των αργόσχολων φίλων της που απαραίτητα έμεναν στο Ψυχικό (Παλαιό, όχι Νέο), Φιλοθέη, (όχι Νέα Φιλοθέη), Εκάλη, Κηφισιά (όχι Κάτω Κηφισιά), που αν δεν έκαναν μπότοξ και λιποαναρρόφηση καθίσταντο ύποπτες, που η μεγαλύτερη δυστυχία ήταν να μην έχεις πισίνα και play room, που οι συζητήσεις τους αφορούσαν τα βάσανα από την υπηρεσία τους, που τα συγκλονιστικότερά τους διλήμματα ήταν "σε ποιο κομμωτήριο κουρεύουν καλύτερα, στο Freestyle ή στο Jonny, πού θα πάμε για μπότες, Character ή Καλογήρου" και άλλα παρόμοια, μπλέκει διάφορες πολύ χαλαρά σχετιζόμενες μεταξύ τους ιστορίες, ενώ κάποια στιγμή το μυθιστόρημα το γυρίζει στο αστυνομικό, με δολοφονημένο τον γκόμενο της αφηγήτριας, ο οποίος σχετιζόταν και με αρκετές άλλες από τις φίλες της. Η γλώσσα της συγγραφέως διανθίζεται με πλήθος αγγλικές φράσεις (έμπρακτο χαρακτηριστικό του νεοπλουτισμού), κάποτε και γαλλικές ή γερμανικές, αλλά και με φράσεις της νεοελληνικής αργκό: Την έκανε, της την πέφτανε, ήρθε καπάκι κ.λπ. Τέλος, θα προτιμούσα λιγότερη επίδειξη γνώσεων , όχι μόνο στα μότο των κεφαλαίων της αλλά και μέσα στο κείμενο. Τι Χένρι Τζέιμς, τι Φλωμπέρ, Σοπενάουερ, Γκόγκολ, Σύλβια Πλαθ, Όσκαρ Ουάϊλντ, Τζέιν Όστεν, Αλαίν Ντε Μποτόν, αλλά και Βιζυηνός και πλήθος άλλοι πετάγονται στη μέση! Σκέφτομια ποιους θα αναφέρει σε επόμενο βιβλίο. Δεν έκανε λίγη οικονομία η ευλογημένη...Οπωσδήποτε, νομίζω έδωσα μια αντικειμενική εικόνα του βιβλίου. Όσοι αρέσκονται σ΄αυτό το είδος δεν έχουν παρά να το δοκιμάσουν.
Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2006
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Μ' έπιασε σήμερα μια ανεξήγητη νοσταλγία για τα διαβάσματα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων, διαβάσματα που μοιράστηκα με φίλες πολλές και σ' όλες αυτές αφιερώνω το σημερινό post και τούτες τις αναμνήσεις.
Πόσες όμορφες ώρες, αλήθεια, περάσαμε τα χειμωνιάτικα δειλινά μ΄ένα βιβλίο που μας ζέσταινε πιο πολύ αυτό παρά το μαγκάλι που πλάι του καθόμαστε! Πόσες άπειρες φορές η βροχή που μας κρατούσε στο σπίτι συνόδευσε με τον απαλό της ήχο τα διαβάσματά μας, νανούρισε τη σκέψη που αφηνόταν ελεύθερη να διαπεράσει το χώρο, να σπάσει το χρόνο, να ξεχυθεί και ν' αγκαλιάσει τον κόσμο! Πόσες φορές μας άφησαν άγρυπνους εκείνοι οι παράτολμοι και ριψοκίνδυνοι ήρωες του Ιουλίου Βερν, γιατί θέλαμε να φτάσουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα στο τέλος της περιπέτειας, ταξιδεύοντας μαζί τους πότε "Από τη γη στη σελήνη", πότε "Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα", πότε κάνοντας το γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες". Ριχτήκαμε στην περιπέτεια του διαστήματος πολύ πριν από τους αστροναύτες, εξερευνήσαμε τους βυθούς των θαλασσών, γνωρίσαμε χώρες, λαούς και συνήθειες χωρίς να κουνηθούμε από το σπίτι μας.
Και πόσες άλλες φορές νιώσαμε καυτά τα δάκρυα να βρέχουν το παιδικό μας πρόσωπο σαν παρακολουθούσαμε τον ηρωικό κι απελπισμένο αγώνα των ηρώων της Πηνελόπης Δέλτα, πότε "Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου", πότε "Στα μυστικά του βάλτου" μα πάντα "Για την πατρίδα".
Είναι κάποια βιβλία που ξανανοίγοντάς τα γινόμαστε και πάλι οι ανήσυχοι έφηβοι, ψάχνουμε στις σελίδες τους που πρωτοδιαβάσαμε πριν από τόσα χρόνια να ξαναβρούμε τον εαυτό μας εκείνο. Δεν γίνεται, κάτι πρέπει να σώζεται πάνω στις σελίδες εκείνες, κάτι απ' τα όνειρα και τις προσδοκίες της νιότης μας. Είχαμε δοθεί τόσο πολύ τότε σ' αυτές τις σελίδες που δεν μπορεί, κάτι θα κράτησαν από μας, απ' τη λαχτάρα και την ακαταμάχητη επιθυμία να ζήσουμε, να δημιουργήσουμε κι εμείς κάτι μεγάλο σαν αυτό των αγαπημένων μας ηρώων.
Πόσο τη ζηλέψαμε την ηρωίδα της Σαγκάν στο "Καλημέρα θλίψη" με την αχαλίνωτη ελευθερία της, τότε, στην αυστηρή μας εφηβεία, πώς ταυτίσαμε τον εαυτό μας με τη Σκάρλετ Ο'Χάρα στο "Όσα παίρνει ο άνεμος" λαχταρώντας να βρεθεί και για μας ένας Ρεντ Μπάτλερ, πόσο ζωντανή κρατάμε μέσα μας την εικόνα της "Ρεβέκκας" να κατεβαίνει πανέμορφη, μέσα στην άσπρη της τουαλέτα, τη σκάλα του πύργου της τη βραδιά του χορού! Πόσο τη δειλή πρωταγωνίστρια του "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα" τη νιώσαμε και την αγαπήσαμε! Κι η Φράνσι Νόλαν, "Το δέντρο που μεγάλωσε στο Μπρούκλιν" ήτανε φίλη παιδική μας. Ήταν η ίδια η νιότη μας που ασφυκτιούσε κι αγωνιζόταν ν' ανοίξει ένα παράθυρο στον κόσμο. Ήταν όλα τα συναισθήματα, οι αμφιβολίες, η χαρά κι η λύπη των δεκαέξι μας χρόνων. Κλάψαμε μαζί της στην πρώτη της ερωτική απογοήτευση κι επιθυμήσαμε μ' όλη τη δύναμη της νεανικής μας καρδιάς να 'χαμε κι εμείς μια μητέρα γεμάτη στοργή και κατανόηση που θα μας ψιθύριζε όπως η μητέρα εκείνης "Θα ξαναείσαι ευτυχισμένη, δε θα ξεχάσεις όμως ποτέ"!
Κι εκείνοι οι Κινέζοι της Περλ Μπακ-αχ, εκείνη η Μάνα- κι εκείνοι οι γιατροί του Κρόνιν, πόσες ώρες μας κράτησαν συντροφιά, πόσο τους νιώθαμε σαν ανθρώπους της γειτονιάς μας!
Κι ήρθαν ύστερα τα βιβλία της ωριμότητας, τα βιβλία των μεγάλων οραματισμών, της βαθιάς ενδοσκόπησης του εαυτού μας μέσω των άλλων. Ήταν ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι, ο Ουγκό και ο Σόμερσετ Μομ, ήταν οι πολύ δικοί μας, ο Βενέζης κι ο Καζαντζάκης, ο Μυριβήλης, ο Καραγάτσης...Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τόσες σελίδες, τόσα ονόματα, τόσα αγαπημένα πρόσωπα. Ξεφυλλίζουμε ένα παλίο βιβλίο, βυθιζόμαστε στο μαγικό του κόσμο, μας συναεπαίρνει η ατμόσφαιρά του κι εκεί, σε κάποιο περιθώριο, ανακαλύπτουμε ξαφνικά μια σημείωση, διαβάζουμε πιο προσεκτικά μια υπογραμμισμένη φράση και ξαναβρίσκουμε αμέσως τον εαυτό μας των δέκα, των δεκαπέντε, των είκοσι χρόνων. Ξαναθυμόμαστε τους φίλους που διάβαζαν τα ίδια βιβλία, τις ατέλειωτες συζητήσεις μας γι' αυτά που διαβάζαμε, ξαναφέρνουμε στο νου τα είδωλά μας με νοσταλγία, κάποτε μ' απογοήτευση για τη διάψευση που μας επιφύλαξε ο χρόνος.
Από τότε ως σήμερα εκατοντάδες βιβλία, χιλιάδες σελίδες προστέθηκαν και προστίθενται στα αναγνώσματά μας. Νομίζω όμως πως εκείνη τη γοητεία, εκείνη τη μαγευτική εμπειρία των πρώτων νεανικών διαβασμάτων δεν θα τη ξαναβρούμε ποτέ πια.
Τρίτη, Ιουλίου 04, 2006
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ
Είχα πολλές επιφυλάξεις για το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου "Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές", γιατί το πρώτο του, "Ο καιρός των χρυσανθέμων" αν και βραβευμένο, στέκεται ακόμα μισοδιαβασμένο στη βιβλιοθήκη μου και δεν νομίζω ότι θα το τελειώσω ποτέ. Οι φόβοι μου επαληθεύθηκαν. Παρά την τεράστια προβολή, τη διαφήμιση, την αποδοχή της επίσημης κριτικής, "Η γυναίκα..." είναι κουραστικό, συγχιστικό, ανιαρό, μια ακατανόητη ανάμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, με ασαφείς τις προθέσεις του συγγραφέα. Αν ήθελε να αποκαταστήσει την ηρωίδα του, την ηθοποιό Ελένη Παπαδάκη, που εκτελέστηκε από το ΕΑΜ, γιατί δεν την αναφέρει με το όνομά της; Τι εξυπηρετεί το να αλλοιώσει την πραγματικότητα και να τη βάλει να μην πεθαίνει από τις σφαίρες, αλλά σε βαθιά γεράματα; Αν τουλάχιστον μας έδινε την προσωπικότητά της, την ιστορία της ως ηθοποιού, αν μας μιλούσε για τους ρόλους που ερμήνευσε...Μήπως πάλι ήθελε ο συγγραφέας να ζωντανέψει μια εποχή, αυτή τη φρικτή εποχή του εμφυλίου; Υπάρχουν πολύ καλύτερες περιγραφές σε πλήθος άλλα λογοτεχνικά έργα γι' αυτή την περίοδο και μάλιστα όχι τόσο μονόπλευρα ιδωμένη. Και γιατί δηλώνει ότι "τα πρόσωπα και τα γεγονότα του μυθιστορήματος είναι φανταστικά"; Είναι φανταστικά οι Κοτοπούλη, Κυβέλη, Παξινού, Ηλίας Βενέζης, Λιλίκα Νάκου, Βεάκης, Αιμίλιος Χουρμούζιος και δεκάδες άλλα; Αν θεωρήσουμε και τα γεγονότα φανταστικά, τότε τι ρόλο παίζουν τα πρακτικά της δίκης, οι καταθέσεις κ.λπ; Όσο δε για τις καταθέσεις των μαρτύρων, είναι πανομοιότυπες, κουραστικές, ανιαρές. Και γιατί πρέπει ο αναγνώστης να κουράζεται τόσο για να καταλαβαίνει κάθε φορά ποιος μιλά; Όχι γιατί δεν πρέπει να καταβάλλει κόπο ο αναγνώστης, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκω να εξυπηρετεί καμιά σκοπιμότητα. Πολλές φορές χρειάστηκε να γυρίσω πίσω και να ξαναδιαβάσω σελίδες, όχι γιατί με δυσκόλευε το νόημα, αλλά απλώς γιατί δεν διευκρινιζόταν το πρόσωπο που μιλούσε. Διερωτώμαι αν το συγκεκριμένο βιβλίο θα είχε την απήχηση και την κυκλοφορία που έχει αν δεν προβαλλόταν και αν δεν διαφημιζόταν σε τόσο υπερβολικό βαθμό. Πολύ θα ήθελα να ακούσω σχόλια από άλλους που θα είχαν το θάρρος να διαφωνήσουν με την επίσημη κριτική.
Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006
ΜΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ
Χτες βράδυ συντόνισα μια εκπομπή στο ραδιόφωνο. Πολύ μου αρέσει το ραδιόφωνο, μου αρέσει και να ακούω εκπομπές αλλά και να...εκπέμπω. Μου αρέσουν προπάντων οι ζωντανές εκπομπές. Μιλάς, ξέρεις ότι κάποιοι σε ακούνε εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρεις όμως ποιοι. Νιώθω κάπως σαν τους παλιούς ναυαγούς που έριχναν "μποτίλια στο πέλαγος" που λέει και ο Σεφέρης. Η χθεσινοβραδινή εκπομπή είχε τίτλο "Βιβλία για το καλοκαίρι". Αστείος τίτλος, βέβαια, για όποιον αγαπά το διάβασμα δεν υπάρχουν διαφορετικά βιβλία για κάθε εποχή, αλλά οι εμπορικοί λόγοι που τον επιβάλλουν στα έντυπα μας παρέσυραν κι εμάς στο ραδιόφωνο. Κουβεντιάσαμε ελεύθερα για ποικίλα βιβλία, πρόσφατα και παλιότερα, με την κ. Γαβριέλλα Ψωμά, φανατική αναγνώστρια, και τον κ. Δημήτρη Μπαλαούρα, διευθυντή των εκδόσεων "Πάργα". Δεν ξέρω πόσους ακροατές είχαμε, σίγουρα κάποιους που διακινούνταν στα αυτοκίνητά τους εκείνη την ώρα (7.15΄-8.30΄μ.μ.), αλλά είχαμε ΤΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ από ακροατές που μας άκουγαν από το σπίτι τους!! Δεν είναι και λίγο, αν σκεφτεί κανείς τα σίριαλ που προβάλλονται εκείνη την ώρα στην τηλεόραση. Ίσως να είχαμε και περισσότερους, αν οι εφημερίδες και τα άλλα έντυπα που γράφουν λεπτομερώς τα προγράμματα της τηλεόρασης, καταδέχονταν να γράψουν κάτι και για τα προγράμματα του ραδιοφώνου.
Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006
ΜΑΡΙΑ ΚΙΟΥΡΙ
Είμαι συγκλονισμένη! Μόλις τέλειωσα το βιβλίο της Εύας Κιουρί "Μαρία Κιουρί" (Ωκεανίδα, 2005). Το διάβασα μέσα σε τρεις μέρες (555 σελίδες), δεν μπορούσα να το αφήσω. Καλύτερο από μυθιστόρημα γιατί αναφέρεται σε μια πραγματική ζωή κι όμως ενδιαφέρον σαν μυθιστόρημα. Η ζωή μιας γυναίκας γραμμένη από μια αφοσιωμένη κόρη, στηριγμένο όχι μόνο στις προσωπικές εμπειρίες της κόρης που κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους, αλλά σε πλήθος επιστολές, αδιάψευστους μάρτυρες της εξαιρετικής αυτής φυσιογνωμίας. Για τρεις μέρες ταξίδευα στο παρελθόν, ζούσα στο τέλος του 19ου αι. και τις αρχές του 2οου αι., περνούσα από την κατεχόμενη από τους Ρώσους Πολωνία στο Παρίσι παρακολουθώντας τη θαυμαστή πορεία μιας κοπέλας φτωχής αλλά μεγαλωμένης σ' ένα πνευματικό περιβάλλον, της Μαρίας Κλοντόφσκα, που δέχτηκε να εργάζεται ως γκουβερνάντα για να μπορέσει να σπουδάσει πρώτα η μεγαλύτερη αδελφή κι ύστερα αυτή με τη σειρά της να βοηθήσει τη μικρότερη, που ξεκινάει να σπουδάσει στη Σορβόνη στα 24 της χρόνια (στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας δεν γίνονταν δεχτές γυναίκες στα 1890). Ζώντας σε μια κρύα, φτωχική σοφίτα, υποσιτιζόμενη, με χίλιες στερήσεις βαδίζει προς τ' όνειρό της. Πτυχίο φυσικής, πτυχίο μαθηματικών, η γνωριμία με ένα άλλο εξαιρετικό πνεύμα, τον Πιέρ Κιουρί, ο γάμος τους, τα κοινά όνειρα, η κοινή επιστημονική έρευνα, η χαρά της ανακάλυψης του πολωνίου και του ραδίου, το βραβείο Νόμπελ το 1903, ο απροσδόκητος θάνατος εκείνου από δυστύχημα, η άφατη θλίψη της, η συνέχιση του επιστημονικού της έργου, ακόμα ένα νόμπελ (χημείας), τι να πρωτοθαυμάσει κανείς. Ένα βιβλίο και μια ζωή που κανένα δεν μπορεί νομίζω να αφήσει ασυγκίνητο και ανεπηρέαστο. Ένα βιβλίο που θ' άξιζε να διαβαστεί από τα παραχαΐδεμένα σημερινά παιδιά της "ήσσονος προσπάθειας", από εκπαιδευτικούς-φυσικούς, από τις γυναίκες που παραπονούνται για τη θέση τους στην κοινωνία, από καθένα που έμαθε να βρίσκει την απόλαυση στο διάβασμα ενός ωραίου βιβλίου. Ωραία η μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή από τα Γαλλικά. Παράλειψη όμως η μη αναφορά σε ένα έστω σύντομο βιογραφικό της συγγραφέως (Εύα Κιουρί) καθώς και στην πρώτη έκδοση. Ψάχνοντας βρήκα ότι η πρώτη έκδοση έγινε το 1937 (στα Ελληνικά δεν ξέρω αν ξαναεκδόθηκε) και ότι η Εύα Κιουρί το 2005 ζούσε . Ήταν 101 χρονών! Να ζει άραγε ακόμη;
Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006
Όταν θα πέσουν τα μαύρα
Όταν θα πέσουν τα μαύρα", της Βίβιαν Αβρααμίδου Πλουμπή. εκδ. Επιφανίου, ΛευκωσίαΑν και βραβευμένο με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (Κύπρου) το βιβλίο της Πλουμπή δεν μου άρεσε. Προσχεδιασμένη κατασκευή, λες για να μάθει ο κόσμος το Βαρώσι, τους δρόμους του, τα κέντρα αναψυχής, τα έθιμά του κ.λπ. Ναι, σίγουρα υπάρχει αγάπη για τον γενέθλιο τόπο αλλά άλλο αυτό κι άλλο η λογοτεχνία και η μετουσίωση των βιωμάτων σε τέχνη. Ακόμη, πάρα πολλές οι υποσημειώσεις, αχρείαστες για μας τους Κυπρίους και ενοχλητικές, πιστεύω, για όλους τους άλλους. Οι πολιτικές θέσεις και η ερμηνεία μιας ταραγμένης για την Κύπρο εποχής μονόπλευρη, επιφανειακή.(Δες σε αντίθεση την ίδια εποχή πώς αποτυπώνεται στο μυθιστόρημα της Ήβης Μελεάγρου "Προτελευταία εποχή").Το τέλος βεβιασμένο, αδικαιολόγητο, καθόλου δεν ικανοποιεί τον αναγνώστ.Ώσπου μένουμε κλεισμένοι στον εαυτό μας και η σύγκριση είναι μόνο με τους λογοτέχνες του τόπου μας θα νομίζουμε ότι γράφουμε αριστουργήματα, ενώ δεν είναι παρά πρωτόλειες δημιουργίες. Γιατί άραγε δεν τολμούμε να ανοίξουμε τα κρατικά μας βραβεία ώστε να μπορούν να συμμετέχουν δημιουργοί απ' όλο τον ελληνισμό;
Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006
ΔΥΟ ΒΙΒΛΙΑ
Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2006
Παρουσίασα σήμερα στο ραδιόφωνο το μυθιστόρημα "Στα ψέματα παίζαμε" του Δημήτρη Μίγγα (Μεταίχμιο,2005). Μου άρεσε. Πρωτότυπη ιδέα, αν και βέβαια το ποδόσφαιρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου. Εμπλέκονται όμως τόσα άλλα θέματα, μια αναδρομή στις τελευταίες τρεις δεκαετίες που μας θυμίζουν τόσα και τόσα, τα χρόνια της δικής μας νιότης μ' αυτά των πέντε ηρώων του μυθιστορήματος. Οι πέντε φίλοι μαζεύονται κάθε τέσσερα χρόνια για να παρακολουθήσουν μαζί τον τελικό του μουντιάλ. Τα κεφάλαια του βιβλίου παίρνουν τον τίτλο τους από τη χρονολογία, ξεκινώντας από το 2002 και πηγαίνοντας πίσω ανά τετραετία φτάνουν στο 197ο, ενώ υπότιτλος είναι οι αντίπαλοι του τελικού και το σκορ. Αναπόληση, μελαγχολία, πίκρα, διαψευσμένα όνειρα, ζωές που δεν ολοκληρώθηκαν, ζωές που θα μπορούσαν να είχαν γίνει έτσι, γεγονότα που νομίζαμε συγκλονιστικά και τόσο σύντομα τα σκέπασε η λήθη...το διάβασα χωρίς διακοπή, θα ' θελα να το συζητήσω με κάποιον, αλλά ποιον; Ίσως βρω καμιά κριτική σε κανένα blog...
Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006
ΤΥΠΩΘΗΤΩ
Τι ωραία στιγμή όταν επιτέλους έχεις τελειώσει το γράψιμο, έχεις τελειώσει την έρευνα (αν είχες έρευνα), έχεις ελέγξει και ξαναελέγξει το κείμενο, έχεις προβληματιστεί για μια λέξη (άραγε να βάλω προσκομίζει ή προσπορίζει), για μια λεπτομέρεια της γραφής, εδώ άραγε θέλει κόμμα ή όχι, να γράψω με κεφαλαίο ή μικρό το "Τέχνη" και τελικά, αφού το δεις και το ξαναδείς, αφού κάτσεις δίπλα από το σελιδωτή για ώρες, τελικά το παίρνεις απόφαση και λες: Τυπωθήτω. Ό,τι έγινε έγινε, από σένα τελείωσε η δουλειά, τα υπόλοιπα είναι του τυπογραφείου, θα δεις πλέον το "πόνημά" σου τελειωμένο σαν ένα νεογέννητο παιδί. Θα χαρείς βέβαια, αλλά η χαρά εκείνη δεν συγκρίνεται με την ανακούφιση, το ξαλάφρωμα, τη χαρά της ώρας του "τυπωθήτω". Γυρίζεις στο σπίτι σαν το μαθητή που έδωσε το τελευταίο μάθημα των εξετάσεων και μπρος του ανοίγεται το καλοκαίρι, και μπρος του είναι όλα τα σχέδια που έκανε όσο διάβαζε και έλεγε"όταν τελειώσουν οι εξετάσεις..." και οι εξετάσεις τελείωσαν και τώρα δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει απ' όσα σχεδίαζε και συχνά δεν κάνει τίποτα. Ξεκούραση. Θα το βγάλεις για λίγο απ' το μυαλό σου ως την ώρα που κάτι άλλο θ' αρχίσει να γεννιέται, στη σκέψη πρώτα, στο χαρτί (χαρτί;) μετά και το βάσανο θ' αρχίσει και πάλι. Για την ώρα όμως ας μείνω μόνο με τη σημερινή χαρά του "τυπωθήτω".
Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006
21/6/2006 9.30΄μ.μ.
Μόλις γύρισα από μια όμορφη, λιτή, σύντομη εκδήλωση για το μοναδικό μυθιστόρημα του Κώστα Μόντη "Ο αφέντης Μπατίστας και τ' άλλα". Έγινε στο βιβλιοπωλείο "Κοχλίας" στη Λευκωσία με την ευκαιρία της μετάφρασής του στα Αγγλικά από την κόρη του ποιητή Στάλω Μόντη-Πουανκαρέ, η οποία και μίλησε για τις δυσκολίες της μετάφρασης και γενικά το έργο του μεταφραστή. Μίλησαν επίσης εισαγωγικά η Αντρούλα Ηλιοφώτου, εγώ παρουσίασα ττην ελληνική έκδοση και η Βέρα Κορφιώτου για το μεταφρασμένο βιβλίο. Ένα βιβλίο που είναι ταυτόχρονα ιστορία και παραμύθι και αυτοβιογραφία και βύθισμα στο παρελθόν του τόπου και προπάντων ένα ποιητικό μυθιστόρημα. Αξίζει να το ξαναακαλύψουν οι αναγνώστες αλλά και να ξαναεκδοθεί γιατί η έκδοση του 1980 (Ερμής) είναι εξαντλημένη. Υπάρχει βέβαια στα Άπαντα του ποιητή.
Μόλις γύρισα από μια όμορφη, λιτή, σύντομη εκδήλωση για το μοναδικό μυθιστόρημα του Κώστα Μόντη "Ο αφέντης Μπατίστας και τ' άλλα". Έγινε στο βιβλιοπωλείο "Κοχλίας" στη Λευκωσία με την ευκαιρία της μετάφρασής του στα Αγγλικά από την κόρη του ποιητή Στάλω Μόντη-Πουανκαρέ, η οποία και μίλησε για τις δυσκολίες της μετάφρασης και γενικά το έργο του μεταφραστή. Μίλησαν επίσης εισαγωγικά η Αντρούλα Ηλιοφώτου, εγώ παρουσίασα ττην ελληνική έκδοση και η Βέρα Κορφιώτου για το μεταφρασμένο βιβλίο. Ένα βιβλίο που είναι ταυτόχρονα ιστορία και παραμύθι και αυτοβιογραφία και βύθισμα στο παρελθόν του τόπου και προπάντων ένα ποιητικό μυθιστόρημα. Αξίζει να το ξαναακαλύψουν οι αναγνώστες αλλά και να ξαναεκδοθεί γιατί η έκδοση του 1980 (Ερμής) είναι εξαντλημένη. Υπάρχει βέβαια στα Άπαντα του ποιητή.
Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2006. Μια μέρα καλοκαιρινή, μια ζεστή μέρα του Ιουνίου, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Νιώθω ευτυχής που ζω, που αναπνέω, που έχω τις πέντε μου αισθήσεις, πέντε πόρτες ανοιχτές, όπως λέει ο Καζαντζάκης, που μπορώ να διαβάζω και να επικοινωνώ με άλλους ανθρώπους. Νιώθω ευτυχής που ζω σ' αυτή την εποχή που μας δίνει αυτή την απίστευτη δυνατότητα των blogs. Είναι το πρώτο μου post. Θα επανέρχομαι συχνά με τα διαβάσματα και τις σκέψεις μου. Γεια σας όλοι εσείς εκεί έξω στον αχανή χώρο του διαδικτύου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)