Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2009

Η καλή ζωή

καλή ζωή" του Jay McInerney (Πόλις, 2008, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) είναι ένα σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα. Μια τοιχογραφία της "καλής" αμερικανικής κοινωνίας, ζωγραφισμένη στον καμβά του τοπίου της Ν. Υόρκης, και πιο συγκεκριμένα του Μανχάταν. Χρόνος, η ημερομηνία που χάραξε ανεξίτηλα την ιστορία και ταυτόχρονα τη ζωή των ηρώων του Μακίνερνι:11η Σεπτεμβρίου 2001. Μυθιστόρημα που παρά τον όγκο του (500 σελίδες) και παρά το κοινότοπο κεντρικό θέμα του, έναν παράνομο έρωτα, διαβάζεται απνευστί. Η αφηγηματική ικανότητα του 53χρονου Αμερικανού πεζογράφου, που στήνει ολοζώντανες μπροστά μας σκηνές, χαρακτήρες, οικογενειακές σχέσεις, διλήμματα, διαλόγους, σκέψεις, όλο το λαμπερό κόσμο της ανώτερης αστικής αμερικανικής τάξης, ενώ ταυτόχρονα την υπονομεύει αρχίζοντας από τον ίδιο τον τίτλο που φαντάζει φορτωμένος ειρωνεία, συνθέτει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.
Τα τρία μέρη στα οποία χωρίζεται το βιβλίο σηματοδοτούν το περιεχόμενο με τους κυριολεκτικούς αλλά και συμβολικούς, πιστεύω, τίτλους τους: "Το μακρύ καλοκαίρι"-"Εκείνο το φθινόπωρο"-"Οι γιορτές". Η ιστορία αρχίζει λίγο πριν την 11η Σεπτεμβρίου, στο τέλος ενός "μακριού καλοκαιριού", του μακριού καλοκαιριού της ξεγνοιασιάς, της ζωής όπως τη ζούσαν οι Νεοϋορκέζοι πολλά "μακριά καλοκαίρια". Ένα διανοουμενίστικο ζευγάρι, ο Ράσελ, επιμελητής εκδόσεων και η Κορίν, που αφού αποσύρθηκε επαγγελματκά για να φέρει στον κόσμο (με πολλή δυσκολία) τα δίδυμα, τώρα εξάχρονα, παιδιά της, άρχισε ξανά να δραστηριοποιείται ως σεναριογράφος, ετοιμάζονται να δεχτούν φίλους τους για το δείπνο. Παράλληλα μας συστήνεται και το άλλο ζευγάρι της ιστορίας. Είναι ο Λουκ και η Σάσα ΜακΓκάβοκ. Εκείνος, πάμπλουτος οικονομικός παράγοντας, έχει αποσυρθεί από την ενεργό οικονομική ζωή, έχοντας κερδίσει αρκετά για να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κάνοντας ό,τι του αρέσει. Εκείνη, πανέμορφη, πρότυπο της κοσμικής καλλονής, με μόνη φροντίδα τον εαυτό της και ενίοτε τη φιλανθρωπική δράση. Έχουν μια κόρη, τη 14χρονη Άσλεϊ.
Η ζωή όλων διακόπτεται ξαφνικά από το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου "Εκείνο το φθινόπωρο". Προσφυής η ιδέα του συγγραφέα να μη μας δώσει καμιά περιγραφή της καταστροφής, που την έχουμε δει ξανά και ξανά, που έχουμε διαβάσει γι' αυτήν, που τα σύγχρονα μέσα μας την έδειξαν σχεδόν την ώρα που συνέβαινε. Ούτε καν αναφορά στη συγκεκριμένη μέρα δεν επιχειρεί ο Μακίνερνι. Από την παραμονή της 11ης πηδάει στην επομένη. Όμως η 11η θα σκιάζει με την παρουσία της και τις συνέπειές της όλο το βιβλίο από δω και πέρα και όλη τη ζωή των ηρώων του.
Την επομένη της καταστροφής συναντώνται κοντά στα καπνίζοντα ερείπια ο Λουκ, που εντελώς τυχαία έχει σωθεί, και η Κορίν, που του προσφέρει λίγο νερό. Οι δυο τους, άγνωστοι ως τότε μεταξύ τους, θ' αρχίσουν να προσφέρουν εθελοντική εργασία για βδομάδες, ετοιμάζοντας φαγητό για τους διασώστες. Ο έρωτας μεταξύ τους γεννιέται στη σκιά των δίδυμων πύργων. Παντρεμένοι κι οι δυο, αλλά με ήδη κλονισμένες τις συζυγικές τους σχέσεις, ζουν στιγμές τρυφερών συναισθημάτων, πάθους και έντονης σεξουαλικότητας. Σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους. Ο συγγραφέας φροντίζει να τους εφοδιάσει με αρκετά ελαφρυντικά για απάμβλυνση των ενοχών τους. Η κοσμική γυναίκα του Λουκ, η Σάσα, φημολογείται ότι έχει δεσμό με έναν άλλο πάμπλουτο Νεοϋορκέζο, ενώ η χωρίς επαρκή επίβλεψη κόρη της καταλήγει στο νοσοκομείο λόγω υπερβολικής δόσης. Ο δε Ράσελ, όπως μαθαίνει η Κορίν, για δυο χρόνια διατηρούσε δεσμό με τη γραμματέα του. (Παρένθεση: Βεβαίως ο Μακίνερνι δεν χρησιμοποιεί την ευπρεπή γλώσσα που μεταχειρίζομαι εγώ εδώ και ίσως η γλώσσα του είναι κάτι που μπορεί να ενοχλήσει, όπως λένε και για τις ακατάλληλες σκηνές στις ταινίες!).
Και ακολουθεί το τρίτο μέρος, "Οι γιορτές". Πλησιάζουν Χριστούγεννα. οι δυο παράνομοι εραστές δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη τις οικογένειές τους. Τυπικά μένουν μαζί, ακολουθώντας τις από χρόνια καθιερωμένες οικογενειακές συνήθειες. Ο αναγνώστης στέκεται δίβουλος και απορημένος. Πώς θα μπορέσει ο συγγραφέας να δώσει ένα ικανοποιητικό τέλος σ' αυτή την ιστορία; Πώς θα εξισορροπήσει το μεγάλο έρωτα με τις οικογένειες που οδεύουν προς διάλυση; Βρήκα εκπληκτικό τον τρόπο που το πετυχαίνει σε μια τελευταία εξαιρετική σκηνή, όταν αναπάντεχα οι δυο οικογένειες, από τη μια ο Λουκ, η Σάσα, η κόρη τους Άσλεϊ και από την άλλη ο Ράσελ, η Κορίν και τα δίδυμα συναντώνται, άγνωστοι μεταξύ τους, έξω από το θέατρο, όπου ετοιμάζονται να παρακολουθήσουν τον "Καρυοθραύστη".
Η ερωτική ιστορία μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο του μυθιστορήματος, όμως τον πρωταγωνιστικό ρόλο, πιστεύω, διαδραματίζει η ίδια η πόλη, η μαγευτική Ν. Υόρκη. Οι γειτονιές της, η Τριμπέκα, το Άπερ Ίστ Σάιτ, οι λεωφόροι της, η 5η, η Μπροντγουέη, οι δρόμοι της, το Σέντραλ Παρκ, το "21", μικρά μπαρ και καφετέριες και βεβαίως το Graound Zero, Το Σημείο Μηδέν. Για σύντομα διαστήματα το σκηνικό μεταφέρεεται και έξω από τη Ν. Υόρκη, όπως το νησί Ναντάκετ ή μια μικρή πόλη στο Τενεσί. Ονόματα υπαρκτών προσώπων, ταινιών, βιβλίων, τραγουδιών, ακόμα και αναμνήσεις από τον εμφύλιο πλημμυρίζουν το πολυσέλιδο βιβλίο και οι επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας καθίστανται απαραίτητα βοηθητικές.
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, όπου το πραγματικό σμίγει με το φανταστικό σ' έναν ελκυστικότατο συνδυασμό, καθιστώντας το διαχρονικώς επίκαιρο.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2009

Ιδιοφυής και μόνη


Η ζωή κάποιων γυναικών που σημάδεψαν με τη ζωή και το έργο τους (αλλά και με το θάνατό τους) τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα με συγκινεί. Μια τέτοια γυναίκα υπήρξε η Βιρτζίνια Γουλφ, της οποίας μια καινούρια βιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Γερμανό Βέρνερ Βάλντμαν: "Βιρτζίνια Γουλφ-Ιδιοφυής και μόνη" (Μελάνι, 2008, μετ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη).

Όμορφη, έξυπνη, μεγαλωμένη σ' ένα πνευματικό περιβάλλον, αλλά περιορισμένη από τις συνθήκες της εποχής, μπόρεσε να σπάσει τα δεσμά που η πατριαρχική δομή της τότε κοινωννίας επέβαλλε στις γυναίκες και να συμβάλει με το δικό της τρόπο όχι μόνο στη χειραφέτηση της γυναίκας, αλλά και στην ανανέωση της λογοτεχνίας.

Ο Βάλντμαν, παρεμβάλλοντας πολλά αποσπάσματα από το έργο και τα ημερολόγιά της, μας δίνει όλη τη ζωή της ξεχωριστής αυτής γυναίκας. Το οικογενειακό περιβάλλον, τις μετακινήσεις στα διάφορα σπίτια, τον αγώνα για αυτομόρφωση (η Γουλφ ποτέ δεν πήρε κανονική σχολική εκπαίδευση), τους θανάτους που αλλεπάλληλα έπληξαν την οικογένεια, τη γνωριμία και το γάμο με τον Λέοναρντ Γουλφ, τον κοινό τους αγώνα στον εκδοτικό χώρο, την αρρώστια της, την πάλη της με τη συγγραφή, τα έργα της και τέλος την τραγική εθελούσια έξοδό της από τη ζωή.

Σύντομη και περιεκτική η βιογραφία της Γουλφ από τον Βάλντμαν σε βυθίζει σε καιρούς και τόπους περασμένους. Σε μια βικτωριανή Αγγλία, τότε που η γυναίκα ήταν προορισμένη μόνο για γάμο και τεκνοποίηση, που εξαρτιόταν απόλυτα από τα αρσενικά μέλη της οικογένειας. Αυτή την εξάρτηση προσπαθεί να διαρρήξει η Βιρτζίνια προσπαθώντας και συμβουλεύοντας και τις άλλες γυναίκες να αγωνιστούν για την οικονομική τους ανεξαρτησία, απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε είδους ανεξαρτησία. Το "Ένα δικό σου δωμάτιο" είναι, κατά τον Βάλντμαν "ένα ξεκάθαρο βιβλίο, μια πνευματώδης, οξυδερκής συζήτηση, που περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι το γεγονός ότι οι γυναίκες ήταν πάντα καταπιεσμένες, δεν θεμελιώνεται στη φύση, αλλά είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων ολέθριων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών".


Ο πατέρας της Γουλφ, Λέσλι Στήβεν, συγγραφέας και κριτικός, έχοντας χάσει την πρώτη του γυναίκα, παντρεύτηκε την επίσης χήρα Τζούλια Ντάκγουερθ, η οποία είχε ήδη τρία παιδιά. Εκτός από τη Βιρτζίνια (γεν.1882), το ζεύγος Στήβεν απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Στα 13 της χρόνια η Βιρτζίνια χάνει τη μητέρα της, λίγο αργότερα πεθαίνει μια ετεροθαλής αδερφή, αργότερα ο πατέρας κι ένας ακόμη αδερφός. Είναι αυτός ο αδερφός που το 1905 διοργανώνει εβδομαδιαίες συναντήσεις διανοουμένων και καλλιτεχνών, τον περίφημο κύκλο του Μπλούσμπερι, στον οποίο συμμετέχει και η Βιρτζίνια.

Ήδη από πολύ νωρίς η Βιρτζίνια αρχίζει να έχει προβλήματα με την υγεία της. Νευρικός κλονισμός, φοβεροί πονοκέφαλοι, ανορεξία, είναι τα συμπτώματα μιας "σχιζοφρενούς ψύχωσης". Το 1912 παντρεύεται τον Λέοναρντ Γουλφ που θα της συμπαρασταθεί και θα τη βοηθήσει τόσο στην αρρώστια της, που κατά διαστήματα επανέρχεται, όσο και στη συγγραφική της δραστηριότητα. Μαζί οι δυο τους, μέσα σε αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες, θα δημιουργήσουν τον εκδοτικό οίκο Χόγκαρθ Πρεςς. Η Βιρτζίνια γράφει. Όπως και στη ζωή της έτσι και στη λογοτεχνική της γραφή πρωτοπορεί. Γράφει ο Βάλντμαν: "Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης το γεγονός ότι η Βιρτζίνια Γουλφ, δίπλα στον Τζόις, σηματοδότησε την αφετηρία μιας καμπής στην αφηγηματική τεχνική υπό την ετικέτα stream of consiousness (γραφή που προσπαθεί να αποτυπώσει τη συνεχή ροή των ιδεών, των σκέψεων και των συναισθημάτων που βιώνει ένας άνθρωπος-Σ.τ.Μ.), κι έτσι έγινε, και παραμένει μέχρι σήμερα, η θετή μητέρα μιας ολόκληρης γενιάς μοντέρνων λογοτεχνών".

Όσο διαρκούσε η συγγραφή ενός έργου, η Βιρτζίνια βρισκόταν σε μια έξαρση, χωρίς κανένα πρόβλημα υγείας. Μόλις τέλειωνε, βυθιζόταν στην κατάθλιψη, άκουγε φωνές, όπως έλεγε, και οι πονοκέφαλοι ξανάρχιζαν. Ένα πρωί, στις 28 Μαρτίου 1941, άφησε δυο γράμματα, ένα για την αδερφή της Βανέσσα, ένα για τον Λέοναρντ, πήρε το μπαστούνι της, γέμισε τις τσέπες του παλτού της με πέτρες και μπήκε στο ποτάμι Ουζ. Το πτώμα της βρέθηκε στην όχθη δυο βδομάδες αργότερα.

Δοσμένη με συντομία και απλότητα από τον Βάλντμαν η ζωή της ξεχωριστής αυτής γυναίκας αποβαίνει για τον αναγνώστη κίνητρο για ακόμη καλύτερη γνωριμία με το έργο της. Μια ωραία ιστοσελίδα με πολλές πληροφορίες για τη Βιρτζίνια Γουλφ και τα μεταφρασμένα στα Ελληνικά έργα της μπορείτε να βρείτε εδώ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2009

Το "Υποβρύχιο" και "Ο Φύλακας στη σίκαλη"


Το "Υποβρύχιο" (Ίνδικτος, 2008, μετ. Αλέξης Καλοφωλιάς) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του 26χρονου Ουαλού Joe Dunthorne, που το έγραψε καθώς παρακολουθούσε μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο East Anglia. Ένα βιβλίο που η λογοτεχνική κριτική το υποδέχτηκε με διθυράμβους παγκοσμίως. Κάποιοι μάλιστα κριτικοί διερωτήθηκαν: "Μήπως έχουμε ένα νέο Salinger μ' ένα καινούριο "Φύλακα στη σίκαλη;"

Ομολογώ ότι δίστασα, εγώ, μια απλή αναγνώστρια, να αντιπαρατεθώ με τόσο περιώνυμους κριτικούς και να εκφέρω αντίθετη άποψη, αλλά στο κάτω κάτω, τα βιβλία σ' εμάς τους αναγνώστες απευθύνονται και όχι ειδικά στους κριτικούς. Επειδή, λοιπόν, καθώς διάβαζα το "Υποβρύχιο", σε πολλά σημεία αντιδρούσα αρνητικά, κι επειδή με κόπο το τέλειωσα, πήρα να ρίξω μια ματιά και να ξαναθυμηθώ τον "Φύλακα στη σίκαλη". Ε, από τη στιγμή που το έπιασα στα χέρια μου, δεν μπορούσα να το αφήσω και το ξαναδιάβασα ολόκληρο. Καμιά σχέση ανάμεσα στα δυο βιβλία, εκτός από το ότι ήρωας και πρωταγωνιστής και στα δυο είναι ένας 16χρονος έφηβος. Αλλά είναι τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες, δρουν και αντιδρούν με τόσο διαφορετικούς τρόπους (παρ' όλες βέβαια τις ομοιότητες της ηλικίας) που η τελική εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Ο έφηβος του Dunthorne είναι ο Όλιβερ Τέιτ. Ζει με τους γονείς του στο Σουόνσι της Ουαλίας. Ο πατέρας του είναι ιστορικός, ενώ η μητέρα του, που δεν εργάζεται, ψάχνει πληροφορίες στο ίντερνετ για ανύπαρκτες ασθένειες και κάνει κούρα διαλογισμού. Ο Όλιβερ παρακολουθεί μετά μανίας τη σεξουαλική ζωή των γονιών του και, πιστεύοντας ότι κάτι δεν πάει καλά, υποψιαζόμενος ότι η μητέρα του έχει παράνομο δεσμό με το δάσκαλο του διαλογισμού, δεν διστάζει να την κατασκοπεύσει και σε πολλές σελίδες περιγράφει λεπτομερώς δυο περιπτώσεις παρακολούθησης, μια στο δάσος και μια στο σπιτάκι του δασκάλου.
Παράλληλα, βέβαια, τον απασχολεί, όπως κάθε έφηβο, ο εαυτός του. Η σεξουαλικότητά του βρίσκει διέξοδο σε δυο συμμαθήτριές του, με τη μία από τις οποίες γνωρίζει το σεξ, όχι όμως και τον έρωτα, αφού σε λίγο χωρίζει χωρίς να φαίνεται ότι αυτό τον ενοχλεί ιδιαίτερα. Θεωρεί τον αυτό του πολύ έξυπνο και μια από τις ασχολίες του είναι να βρίσκει στο λεξικό τη σημασία ασυνήθιστων λέξεων.
Το βιβλίο αποτελείται από σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια, πράγμα που και ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του παραδέχτηκε, ότι δηλαδή αρχικά τα έγραφε ως διηγήματα για τις ανάγκες των μαθημάτων στο East Anglia.
Σ' αυτό τον τύπο του εφήβου, του ολίγον εξυπνάκια, του απασχολημένου σχεδόν μόνο με το σεξ, που παρακολουθώντας τη ζωή των γονιών του υπολογίζει μέχρι και πόσα γραμμάρια εμμήνων εκβάλλει η μητέρα του κατά τη διάρκεια της περιόδου (!), που για μαθήματα ή φιλίες ή ψυχαγωγία ή ποδόσφαιρο (θέματα που απασχολούν τους εφήβους κάθε εποχής) κάνει ελάχιστο ή καθόλου λόγο, αντιπαρατίθεται ο έφηβος του Salinger, ο εμβληματικός Χόλντεν Κώλφηλντ. Τριάντα χρόνια μετά την έκδοσή του το 1951, "Ο φύλακας στη σίκαλη" ήταν το πιο απαγορευμένο βιβλίο στην Αμερική, αλλά και το δεύτερο πιο διδασκόμενο στα σχολεία της. Κατηγορήθηκε ότι ενέπνεε κακοποιά στοχεία. Αυτό το βιβλίο είχε μαζί του ο Chapman, ο δολοφόνος του Τζον Λένον, όταν συνελήφθη. Αλλά και ο Λένον αυτό διάβαζε.
Ο Χόλντεν, ο θεωρούμενος αποσάρμοστος νέος, που τον διώχνουν από τέσσερα σχολεία, είναι ένας επαναστατημένος έφηβος. Απορρίπτει την υποκρισία της κοινωνίας που τη συναντά παντού, στους καθηγητές του, στους συμμαθητές, στην εκκλησία, στους πάντες γύρω του. Του αρέσει το διάβασμα και το μόνο μάθημα στο οποίο τα πάει καλά είναι τα Αγγλικά. Κάτω από το αδιάφορο εξωτερικό κρύβει μια βαθιά ευαιασθησία. Πόση αντίθεση ανάμεσα στον Όλιβερ που ρίχνει δηλητήριο για να σκοτώσει το σκύλο της φίλης του και τον Χόλντεν που ανησυχεί και αναρωτιέται τι γίνονται οι πάπιες το χειμώνα, όταν παγώνει η λιμνούλα στο Σέντραλ Παρκ!
Κουβαλάει μαζί του ένα γάντι του μπέηζμπολ, με γραμμένους επάνω στίχους, γάντι που ανήκε σ' έναν αδερφό του που πέθανε από λευχαιμία και που η ανάμνησή του γεμίζει με θλίψη την έτσι κι αλλιώς θλιμμένη διάθεσή του. Νιώθει απέραντη μοναξιά, μάταια αναζητεί κατανόηση από τους γύρω του. Το σεξ επίσης τον απασχολεί, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον Όλιβερ. "Για να ξέρετε, είμαι παρθένος", λέει.
Θα μπορούσα να μιλώ ώρες γι' αυτό τον συμπαθή ήρωα του Salinger που τελικά οδηγείται στον ψυχαναλυτή.
Άραγε έχουμε δυο τόσο διαφορετικούς εφήβους γιατί ανήκουν σε δυο πολύ διαφορετικές εποχές; Ή μήπως απέχω τόσο από την εφηβεία ώστε να μην καταλαβαίνω τη σημερινή νεολαία; Δεν ξέρω. Δεν νομίζω όμως ότι το "Υποβρύχιο" (τίτλος που δεν ερμηνεύεται πουθενά στο βιβλίο-εκτός αν θέλει να παραπέμψει στο Yellow Submarine των Beatls) μπορεί να εμπνεύσει, ούτε να γίνει σημείο αναφοράς σε στίχους τραγουδιών, σε ταινίες, γενικά στη λογοτεχνία, όπως συνέβη με τον "Φύλακα", τίτλο για τη σημασία του οποίου δίνεται μια ερμηνεία που τονίζει την κρυμμένη ευαισθησία του Χόλντεν.







Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2009

Το χρονικό του Δαρείου

Μπορεί ένα βιβλίο βασισμένο στην επικαιρότητα μιας εποχής να έχει διαχρονική διάρκεια; Με άλλα λόγια, μπορεί να γίνει κατανοητό ή να είναι ενδιαφέρον και για πολύ μεταγενέστερους; Αν σκεφτούμε ανάλογα έργα (μου έρχεται τώρα στο νου το "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόι) η απάντηση θα είναι οπωσδήποτε καταφατική. Ναι μεν η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία, ο πόλεμος, είναι κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος, όμως, αφενός ήταν πόλεμος που είχε ευρύτερες συνέπειες για τον Ευρωπαϊκό χώρο, αφετέρου οι κεντρικοί χαρακτήρες έχουν μια οικουμενικότητα, αντιπροσωπεύουν ανάλογους χαρακτήρες σε όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.
Αν πάλι στραφούμε στη σάτιρα και πάρουμε π.χ. τον Ροΐδη ή τον Λασκαράτο, θα δούμε ότι σατίρισαν την εποχή τους, αλλά το ιερατείο ή οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που σατιρίζονται μπορούν να βρεθούν σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Αυτές τις σκέψεις έκανα διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη "Το χρονικό του Δαρείου" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), σαφώς βιβλίο που δεν αναταποκρίνεται στα πιο πάνω κριτήρια διαχρονικότητας. Ακόμα κι εμείς οι σύγχρονοι που βιώσαμε πρόσωπα και πράγματα της Παπανδρεϊκής περιόδου δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε πρόσωπα και γεγονότα. Ακόμα και το ότι με το ψευδώνυμο "Δαρείος" υπονοείται ο Ανδρέας Παπανδρέου το αντιλαμβανόμαστε σήμερα που η απόσταση από τα γεγονότα είναι μικρή. Διερωτώμαι τι θα λένε αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα γεγονότα στον αναγνώστη του μέλλοντος.
Οπωσδήποτε όμως, αν παρακάμψουμε αυτή την πλευρά, ο Γιατρομανωλάκης στήνει μια επιτυχημένη ειρωνική απεικόνιση της περιόδου διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου. Το βιβλίο υποτίθεται ότι γράφει ένας χρονικογράφος, φανατικός θαυμαστής και πιστός ακόλουθος του Δαρείου, που αφηγείται τους αγώνες του εναντίον του Παλατιού και της Χούντας, την κατάληψη της εξουσίας, τις αλλαγές που επέφερε και τέλος το θάνατό του σε βαθιά γεράματα. Γύρω του μια ομάδα έμπιστων συνωμοτών που αναφέρονται με τα ψευδώνυμά τους και ο αναγνώστης είναι αδύνατο να μην προσπαθήσει, με βάση τα χαρακτηριστικά που τους αποδίδονται, να εντοπίσει ποιο υπαρκτό πρόσωπο κρύβεται πίσω από κάθε ψευδώνυμο, χωρίς βεβαίως αυτό να είναι πάντα εφικτό. Δυσκολία δημιουργείται στον αναγνώστη και από το πλήθος των αρκτικολέξων που υπεραφθονούν στο βιβλίο, σατιρική βέβαια εξεικόνιση της χρήσης τους κατά την εν λόγω περίοδο. Είναι τόσα τα αρκτικόλεξα που ο συγγραφέας αναγκάζεται στο τέλος του βιβλίου να τα ερμηνεύσει ξανά. Π.χ. ΑΠΕΘΛΑ: Απόλυτη Εθνική Λαλιά, ΙΜΙ: Ινστιτούτο Μοντέρνας Ιστορίας κ.λπ. Παρατίθεται επίσης στο τέλος του βιβλίου Κατάλογος Κυρίων Προσώπων π.χ. Αντρέας Δήμου:Ποιητής της Γενιάς του Δαρείου, Έλλη:Ηθοποιός, Υπουργός Ελληνικού Πολιτισμού και Επιστήμης, Πρώην αγαπημένη και παρακοιμώμενη του Δαρείου κ.λπ.
Ανάμεσα στο πλήθος των συναγωνιστών, κολάκων και ερωμένων που περιστοιχίζουν τον χαρισματικό Ηγεμόνα, ξεχωρίζει η αγαπημένη του Δαρείου, η Μίτια. Και βεβαίως το όνομα άμεσα παραπέμπει στο Δήμητρα.
Ο συγγραφέας, ειρωνευόμενος, διασώζει πολλά από τα χαρακτηριστικά της Παπανδρεϊκής περιόδου: την προσπάθεια "ελληνοποίησης", την "επιστροφή της Ελλάδας στους Έλληνες", όπως λέει. Ακόμα τη λαϊκή προέλευση των κινηματιών (ποιος δεν θυμάται τα ζιβάγκο, τις γενειάδες κ.λπ.) παρουσιάζοντας τον αρχηγό να χαρίζει σε όλους γραβάτες μόλις ανέλαβε την εξουσία. Γράφει ο χρονικογράφος του Δαρείου:"Υλικά αγαθά δεν απόκτησα. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι σύντροφοι-συναγωνιστές φτωχοί ξεκίνησαν και κατέληξαν φτωχότεροι. Κι όσοι μπόρεσαν να αποκτήσουν κάποια πλούτη, τα απόκτησαν με σκληρή, έντιμη δουλειά και με πολύ ιδρώτα".
Επίσης καταγράφεται η καταλυτική επίδραση στη γλώσσα, της οποίας δυστυχώς (λέω εγώ) τις συνέπειες βιώνουμε μέχρι σήμερα. Η προσπάθιεια κατάργησης των επιρρημάτων σε -ως (προσεχώς, επομένως, κυρίως, αμέσως, κ.λπ.) που "παραπέμπουν σ' ένα βαθύτατα αντιδραστικό, ελιτίστικο και πρώτα και κύρια σε ένα βαθιά ταξικό λόγο", μας κληροδότησε επιρρήματα όπως άμεσα αντί αμέσως (που βεβαίως έχει άλλο νόημα), κύρια αντί κυρίως κ.λπ.
Δυο στιγμιότυπα που δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας που τα έζησε και να μην τα θυμάται, είναι οι περίφημες σκηνές της γαμήλιας τούρτας Ανδρέα-Δήμητρας, όταν εκείνη τον ταΐζει με το κουταλάκι το πρώτο κομμάτι της τούρτας και η σκηνή με το νεύμα, όταν εκείνος κατεβαίνει από τη σκάλα του αεροπλάνου και γυρίζει πίσω νεύοντας στη Δήμητρα να τον ακολουθήσει. Βέβαια, στο βιβλίο και οι δυο σκηνές εμφανίζονται παραλλαγμένες. Είναι από τα επιτυχημένα για μας τους συγχρόνους στιγμιότυπα, αλλά ακριβώς αυτά που δεν θα μπορούν να εκτιμήσουν οι μεταγενέστεροι.
Αν κάτι διαχρονικό υπάρχει στο βιβλίο, αυτό είναι ο τύπος του χαρισματικού ηγέτη, αυτού που τα πλήθη πάντα αναζητούν και είναι έτοιμα να τον δημιουργήσουν. Οι κόλακες που μαζεύονται γύρω από τον ηγέτη, η ερωτική αύρα που τον περιβάλλει, αλλά και οι αγνοί ιδεολόγοι που συνήθως μένουν στην αφάνεια.
Διάσπαρτες διακειμενικές αναφορές διανθίζουν και πλουτίζουν το κείμενο, π.χ. "Δύση κακό, Ανατολή καλό", σαφής παραπομπή στη "Φάρμα των ζώων" και στην "προβατοποίηση" του πλήθους. Ή το άλλο "βγήκαν μαζικά σε δρόμους και πλατείες με σημαίες, με λάβαρα, με ταμπούρλα" ή ακόμα το Παλαμικό "ω τρακόσιοι σηκωθείτε" κ. ά.
Η Μάρη Θεοδοσοπούλου στην κριτική της βρίσκει αδόκιμη τη χρήση του ψευδωνύμου "Δαρείος" για ένα τόσο "Ελληναρά" ηγέτη, παρ' όλες τις ομοιότητες που εντοπίζει με τον Πέρση βασιλιά. Εμένα ο νους μου όμως περισσότερο κατευθύνεται προς τον Καβαφικό Δαρείο: "Υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος, Υπεροψίαν και μέθην".
Παρουσίαση επίσης στο "Βιβλιοκαφέ"


Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου

Είμαι σχεδόν βέβαιη πως "Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου" (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, μετ. Ρίτα Κολαΐτη) δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ' ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η "΄Αννα Καρένινα", ο Προυστ, ο Σταντάλ, το "Όσα παίρνει ο άνεμος" κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.
Στο βιβλίο ακούγονται δυο φωνές. Η πρώτη είναι της ηλικιωμένης θυρωρού σε μια πολυτελή πολυκατοικία του Παρισιού. Αυτοσυστήνεται: "Το όνομά μου είναι Ρενέ. Είμαι πενηντατεσσάρων ετών. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια, είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, με εσωτερική αυλή και κήπο, το οποίο χωρίζεται σε οκτώ γιγάντια και υπερπολυτελή διαμερίσματα, που κατοικούνται όλα. Είμαι χήρα, μικρόσωμη, άσχημη, στρουμπουλή, έχω εξογκώματα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου και, πιστέψτε το, κάποια θλιβερά πρωινά, ανασαίνω σαν μαμούθ".
Η Ρενέ δεν είναι μια συνηθισμένη θυρωρός. Αν και από φτωχή, αγροτική, εργατική οικογένεια, από μικρή μαγεύτηκε με τα γράμματα και σ' όλη της τη ζωή διάβαζε. Είναι μια καλλιεργημένη αυτοδίδακτη, μυημένη όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και σ' όλες τις καλές τέχνες, με μια ιδαίτερη αγάπη στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Όλο αυτό τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο φροντίζει να τον κρατά μακριά από την σνομπ ψευτοαριστοκρατία της πολυκατοικίας.
Η δεύτερη φωνή του μυθιστορήματος είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, η Παλόμα, που κατοικεί σ' ένα από τα διαμερίσματα με τους γονείς και την αδερφή της. "Είμαι δώδεκα χρονών, μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ' ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Οι γονείς μου είναι πλούσιοι, η οικογένειά μου είναι πλούσια και επομένως η αδελφή μου κι εγώ είμαστε κατ' ουσίαν πλούσιες. Ο πατέρας μου, πρώην υπουργός, είναι σήμερα βουλευτής (...) Έχω πάρει την απόφασή μου. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα που θα γιορτάζω τα δεκατρία μου χρόνια, στις 16 Ιουνίου, θ' αυτοκτονήσω". (Νομίζω πως η αναφορά στη 16η Ιουνίου, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλο το βιβλίο, δεν είναι τυχαία. Διερωτώμαι γιατί η μεταφράστρια, που έδωσε άλλες κατατοπιστικές υποσημειώσεις, δεν συνέδεσε την ημερομηνία αυτή με την περίφημη Bloomsday από τον "Οδυσσέα" του Τζόις. Δική μου σκέψη βέβαια, μπορεί και να κάνω λάθος).
Η ομοιότητα με τη Ρενέ έγκειται στο ότι και η Παλόμα κρύβει ένα μυστικό κόσμο στην ψυχή της. Με ωριμότητα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της εναλλάσσει τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η φωνή της Ρενέ, με τα κεφάλαια τα οποία τιτλοφορεί άλλοτε "Βαθυστόχαστες σκέψεις", αριθμώντας τα από το 1-15 καΙ άλλοτε " Ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου", πάλι αριθμώντας τα από το 1-7. Τόσο η θυρωρός όσο και το μικρό κορίτσι, μου έφεραν στο νου τη ρήση του Αποστόλου Παύλου: "Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά" (Προς Κορινθίους Α΄1,27).
Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.
Ο καταλύτης που θα δώσει ώθηση στην πορεία της ιστορίας, που θα φέρει κοντά τις δυο καταστάσεις, που θα αντιπροσωπεύσει τη γνήσια αρχοντιά ύλης και πνεύματος, είναι ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας, ο Κακούρο Όζου, που αγοράζει ένα από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όταν ο ιδιοκτήτης του πεθαίνει. Μια σύντομη στιχομυθία, κατά την οποία ξεφεύγει της Ρενέ, χωρίς να το θέλει, μια φράση, γίνεται αφορμή να την προσέξει ο Κακούρο:
"-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ' αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα"
Είναι βέβαια η περίφημη εναρκτήρια φράση της "΄Αννας Καρένινα". Και ενώ οι κυρίες της πολυκατοικίας τρώγονται από περιέγεια κι επιθυμία να γνωρίσουν τον Όζου και το ανακαινισμένο διαμέρισμά του, εκείνος καλέι για τσάι την ταπεινή θυρωρό. Μεταξύ τους δημιουργείται μια τέλεια επικοινωνία, Μιλούν για Τέχνη, για ιταλική και ολλανδική ζωγραφική, για κινηματογράφο, για την κοινή τους αγάπη, τον Τολστόι. Μερικές σελίδες του βιβλίου είναι ωραία, σύντομα δοκίμια περί Τέχνης. Η πνευματική φιλία συνεχίζεται, μεγαλώνει. Κι εκεί που ο αναγνώστης περιμένει πέρα από το πνευματικό κι ένα συναισθηματικό δέσιμο, μια και τόσο ο Κακούρο όσο και η Ρενέ, έχοντας χάσει τους συζύγους τους, είναι μόνοι, μια ανατροπή επέρχεται που μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφεται από τη μικρή Παλόμα που αναθεωρεί την απόφασή της να αυτοκτονήσει.
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει ο παράξενος τίτλος; Το εκφράζει η Παλόμα, η μόνη εκτός από τον Κακούρο που υποψιάστηκε το μυστικό κόσμο της θυρωρού: "Η κυρία Μισέλ έχει την κομψότητα του σκαντζόχοιρου. Απέξω είναι γεμάτη αγκάθια, αληθινό φρούριο, αλλά έχω την αίσθηση ότι από μέσα είναι τόσο απλώς ραφινάτη όσο και ο σκαντζόχοιρος, που είναι ένα ζωάκι δήθεν νωθρό, σκληρά μοναχικό και εξαιρετικά κομψό".





Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Η σκιά του Πόε

Αγόρασα το βιβλίο πιστεύοντας ότι θα διάβαζα μέσα από το μυθιστόρημα για τη ζωή του "καταραμένου" αυτού ποιητή και πεζογράφου, θα ενημερωνόμουν, μυθιστορηματικά, έστω, για το έργο του, θα παρακολουθούσα την περιπετειώδη ζωή και το μυστήριο που περιβάλλει το θάνατό του. Το βιβλίο, δυστυχώς, με απογοήτευσε. Παρά τις ενθουσιώδεις κριτικές που είχε στην Αμερική, παρά τη μεγάλη έρευνα την οποία πρέπει να έκανε ο συγγραφέας, παρά τα εξακριβωμένα ιστορικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται το ογκώδες βιβλίο (580 σελίδες, Λιβάνης 2007, μετ. Κατερίνα Χαλμούκου), δεν ελκύει, δεν εμπνέει. Ο Matthew Pearl αναμιγνύει τόσα άσχετα στοιχεία, παρεμβάλλει τόσα πρόσωπα, επαναφέρει τόσες φορές τα ίδια γεγονότα που ομολογώ ότι συγχύστηκα και μόνο η περιέργεια να μάθω αν έλυσε τελικά το μυστήριο του θανάτου του Πόε με έκανε να φτάσω ως το τέλος.
Το θέμα με λίγα λόγια είναι το εξής: (Αντιγράφω από το Ιστορικό Σημείωμα στο τέλος του βιβλίου). "Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πέθανε σε ηλικία σαράντα ετών σε ένα νοσοκομείο της Βαλτιμόρης, στις 7 Οκτωβρίου 1840, τέσσερις μέρες αφότου βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση στο πανδοχείο του Ράιαν. Στις 26 ή 27 Σεπτεμβρίου ο Πόε ξεκίνησε από το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια με πλοίο, με προορισμό το εξοχικό του στη Νέα Υόρκη, ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που περιλάμβανε μια στάση στη Φιλαδέλφεια για να επιμεληθεί την ποιητική συλλογή μιας συγγραφέως ονόματι Μαργκερίτ Σεν Λεόν Λάουντ. Ο Πόε ζήτησε από την πενθερά του, τη Μαρία Κλεμ, να του στείλει στη Φιλαδέλφεια ένα γράμμα, χρησιμοποιώντας στη θέση του παραλήπτη το ψευδώνυμο Ε.Σ. Τ. Γκρέι. Όμως, απ' ό,τι ξέρουμε ο Πόε δεν έφτασε ποτέ στη Φιλαδέλφεια ούτε επέστρεψε στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη. Αντιθέτως, έκανε μια τελευταία και απρογραμμάτιστη επίσκεψη στη Βαλτιμόρη. Οι λεπτομέρειες για όσα του συνέβησαν κατά τις πέντε μέρες που ακολούθησαν-από τη στιγμή της άφιξής του στο λιμάνι μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται στο πανδοχείο του Ράιαν τη μέρα των εκλογών-έχουν χαθεί. Αυτό εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο επίμονα κενά στην ιστορία της λογοτεχνίας". Επιπλέον, τα ρούχα που φορούσε όταν τον βρήκαν στο πανδοχείο δεν ήταν δικά του-ήταν κακοραμμένα και δυο νούμερα μεγαλύτερα- ενώ όλη τη νύχτα πριν πεθάνει φώναζε το όνομα "Ρέινολντς". Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του μυθιστορήματος, ο νεαρός δικηγόρος Κουέντιν Κλαρκ, μεγάλος θαυμαστής του Πόε, που είχε ήδη μια αλληλογραφία μαζί του, αναλαμβάνει με δική του πρωτοβουλία, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Πόε, να λύσει το μυστήριο του θανάτου του ποιητή, αλλά και να προστατέψει τη φήμη του από τους συγχρόνους που θεωρούσαν τον Πόε, μέθυσο και άνθρωπο των καταχρήσεων. Για το σκοπό αυτό και πιστεύοντας ότι ένας μυθιστορηματικός ήρωας του Πόε, ο Κ. Αύγουστος Ντιπέν, που δίνει τη λύση στο διήγημα του Πόε "Οι δολοφονίες της οδού Μοργκ", βασίστηκε σε υπαρκτό πρότυπο, ένα Γάλλο, ταξιδεύει στη Γαλλία για να τον εντοπίσει. Εκεί μπλέκεται σε διάφορες περιπέτειες, εμφανίζονται δυο πρόσωπα που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά του Ντιπέν, ένας ονόματι Ντιπέν κι ένας Ντιπόν. Και οι δύο έρχονται στη Βαλτιμόρη. Ακολουθούν άλλες περιπέτειες, αναμιγνύονται θέματα παρακολουθήσεων, μεταμφιέσεων, μελέτης δημοσιευμάτων για τον Πόε, αμφισβήτηση ως προς το ποιος από τους δύο Γάλλους υπήρξε το πρότυπό του...εκταφή πτωμάτων, δουλεμπόριο, ακόμα και ο Λουδοβίκος Ναπολέων που κατέλυσε η Δημοκρατία και ανακηρύχτηκε σε Αυτοκράτορα, φυλακίσεις, δολοφονίες κ.λπ. Πολύς λόγος γίνεται για τον αναλυτικό τρόπο σκέψης, αυτόν που εφάρμοσε ο Πόε στις "αλλόκοτες" ιστορίες του. Σύμφωνα μ' αυτόν, η αναλυτική συλλογιστική "είναι η σπάνια ικανότητα της αντίληψης, μέσω μιας διαδικασίας συλλογισμού που χρησιμοποιεί όχι μόνο τη λογική αλλά και την ανώτερη λογική, της φαντασίας, εκείνη που ξεπερνά την πνευματική λειτουργία των περισσότερων ανθρώπων". Με αυτή τη συλλογιστική θα δοθεί στο τέλος και η ερμηνεία των παράξενων γεγονότων που συνοδεύουν το θάνατο του Πόε.
Είναι κρίμα, πιστεύω, που ο συγγραφέας είχε μια τόσο λαμπρή ιδέα για μυθιστόρημα που όμως την έθαψε σ΄ ένα καταιγισμό παράπλευρων γεγονότων. Όμως, οφείλω να πω, πως η ατμόσφαιρα της εποχής, μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και της πόλης της βαλτιμόρης, βρίσκουν μια πολύ ειτυχή απεικόνιση. Τέλος, φανερή είναι και η μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για τον Πόε και το έργο του. Λέει χαρακτηριστικά: " Ο Πόε με απελευθέρωσε από την ιδέα ότι η ζωή πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία. Αντιπροσώπευε την Αμερική-μια ανεξαρτησία που αψηφούσε τον έλεγχο, ακόμα κι όταν η αποδοχή του ελέγχου θα μπορούσε να τον είχε ωφελήσει. Κατά κάποιο τρόπο η αλήθεια του Πόε είναι κάτι πολύ προσωπικό και πολύ σημαντικό για μένα"


Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2009

Άρωμα Ισπανίας

Δεν θα απορούσα καθόλου αν σε 1-2 χρόνια η Βικτόρια Χίσλοπ έριχνε στην αγορά ακόμα ένα μπεστ σέλλερ μετά το "Νησί" και το "Γυρισμό" (Διόπτρα, 2008, μετ. Μιχάλης Δελέγκος), ούτε θα παραξενευόμουν αν μάθαινα ότι παρακολούθησε μαθήματα δημιουργικής γραφής. Με πανομοιότυπη τεχνική πορεύεται και, στηριγμένη σε πραγματολογικά στοιχεία (λέπρα-ισπανικός εμφύλιος), υφαίνει μια εύπεπτη, ευπώλητη ιστορία.
Και στα δυο βιβλία έχουμε μια νεαρή Αγγλίδα που αγνοεί το παρελθόν της μητέρας της, μεταβαίνει στον τόπο καταγωγής της (της μητέρας), στο μεν "Νησί "εμπρόθετα, γιατί ξέρει τις ελληνικές ρίζες, στο δε "Γυρισμό" εντελώς τυχαία, αφού, αν και η ηρωίδα, η Σόνια, ήταν 15 χρονών όταν πέθανε η μητέρα της, δεν είχε ιδέα για την καταγωγή της, πράγμα ασφαλώς απίθανο, αλλά, έστω, ας το δεχτούμε. Και στα δυο βιβλία οι ηρωίδες συναντούν κάποιον (μια παλιά φίλη στο πρώτο, τον νεανικό έρωτα στο δεύτερο) που τους αφηγείται όλη την ιστορία.
Για να μην είμαι όμως άδικη, βρήκα το "Γυρισμό" καλύτερο, πιο ώριμο από το "Νησί". Ειδικά στο πρώτο μέρος όπου η Σόνια, που αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο της, έρχεται με μια φίλη της για διακοπές στη Γρανάδα, η ατμόσφαιρα και η περιγραφή της σύγχρονης πόλης είναι ελκυστικές. Διάβασα με ενδιαφέρον αυτό το μέρος, ίσως γιατί η Γρανάδα είναι από τις αγαπημένες μου πόλεις, όσο λίγο κι αν κράτησε η επίσκεψή μου εκεί.
Πολλά στοχεία επίσης του εμφυλίου προσφέρονται στον αναγνώστη, θα μπορούσαν όμως, πιστεύω, να αξιοποιηθούν περισσότερο (θεωρώ ασέβεια να συγκρίνω με το "Για ποιον χτυπά η καμπάνα"). Χρειάζεται ακόμη εκ μέρους του αναγνώστη αποδοχή της συγγραφικής σύμβασης, με βάση την οποία όλο το δεύτερο μέρος, κάπου 300 σελίδες, αποτελεί αποκλειστική αφήγηση ενός προσώπου, που με απίθανες λεπτομέρειες εξιστορεί τα πάθη της οικογένειας Ραμίρεζ, οικογένειας της μητέρας της Σόνιας, όπως θα αποκαλυφθεί στο τέλος, αλλά που ο αναγνώστης έχει βέβαια αντιληφθεί πολύ προηγουμένως.
Οι γονείς, Πάμπλο και Κόντσα διατηρούσαν ένα καφέ στη Γρανάδα. Είχαν τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο μεγάλος γιος ήταν δάσκαλος, ο άλλος ταυρομάχος και ο τρίτος, με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, κιθαρίστας. Το κορίτσι, η Μερσέντες, από μικρή έδειξε την αγάπη και τις ικανότητές της στο χορό. Έτσι, με αυτή την κατανομή των ρόλων, η συγγραφέας έχει την ευκαιρία να αποδώσει πολιτιστικά χαρακτηριστικά της Ισπανίας. Είναι από τις ευτυχισμένες στιγμές της συγγραφής η περιγραφή ταυρομαχιών ή των ισπανικών χορών.
Ο εμφύλιος που ξεσπά το 1936 με το πραξικόπημα του Φράνκο διαλύει την οικογένεια. Ο πατέρας στη φυλακή, τα αγόρια σκοτώνονται όλα, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, ούτως ώστε να φανούν διάφορες πτυχές του εμφυλίου, και μόνο η Μερσέντες σώζεται τελικά στην Αγγλία, όπου είχε πάει συνοδεύοντας παιδιά που τα έστελλαν οι γονείς τους για να σωθούν. Στην Αγγλία θα παντρευτεί και θα μείνει τελικά, χωρίς να αποκαλύψει ποτέ στην κόρη της το πολυτάραχο παρελθόν της.
Δεν θα έλεγα ότι χάνει κανείς το χρόνο του διαβάζοντας το "Γυρισμό", αλλά αν σας ενδιαφέρει η χώρα και η εποχή, προτιμήστε τον Χέμιγκουεη.
Υ.Γ. Και μια απορία για την ελληνική έκδοση. Δεν υπήρχε καμιά άξια λόγου διαφημιστική κριτική για να αποτυπωθεί στο οπισθόφυλλο εκτός απ' αυτήν του Μιχάλη Χατζηγιάννη (!!);


Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2009

Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Ποτέ ξανά δεν μου έτυχε βιβλίο (ή, για να μην είμαι απόλυτη, δεν θυμάμαι) που χωρίς να είναι μυθιστόρημα να με απορροφήσει τόσο η ανάγνωσή του, που να παρατήσω τα πάντα για χάρη του, που να μην το αφήσω από τα χέρια μου, ώσπου να φτάσω στην τελευταία του σελίδα (368). Κι από την άλλη, βιβλίο που ενώ τέλειωσα την απολαυστική του ανάγνωση εδώ και μέρες, να διστάζω να το εμφανίσω στο μπλογκ, από φόβο πως με τίποτα δεν θα μπορούσα να αποδώσω το έξοχο πνεύμα του, αυτή τη γεμάτη χιούμορ φιλοσοφική προσέγγιση του Θεού, της ζωής, του θανάτου, ιδωμένα με ανάλαφρη σάτιρα, ούτε να μεταφέρω τον προβληματισμό που συνοδεύεται από ένα κλείσιμο του ματιού, από ένα χαμόγελο που συχνά συνοδεύει το διάβασμά μας. Είναι το βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς "Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια" (Μεταίχμιο 2008, μεταφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη).
"Δεν πιστεύω στο Θεό αλλά μου λείπει", είναι το μότο που συνοδεύει τον τίτλο στο εξώφυλλο. Ο αδελφός του συγγραφέα χαρακτηρίζει αυτή τη φράση σαχλή. Όταν ο Τζούλιαν τον ρωτάει γιατί, "παραδέχεται ότι δεν ξέρει στ' αλήθεια πώς να πάρει τη δήλωσή μου. "Υποθέτω ότι είναι σαν να λες: "Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί, αλλά μακάρι να υπήρχαν (ή ίσως:αλλά μακάρι να το πίστευα".
Ο Τζούλιαν Μπαρνς, πασίγνωστος κι επιτυχημένος συγγραφέας, γεννημένος στη Μ. Βρετανία το 1946, στα εξήντα του χρόνια, εν όψει του αναπόφευκτου τέλους, κοινής μοίρας όλων (και με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, λέει, τα δύο τρίτα της ζωής μου έχουν περάσει), κάνει ένα σταθμό και μας δίνει αυτό το βιβλίο. Με πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία, με σκέψη συνειρμική, μεταπηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο, δίχως χωρισμό σε κεφάλαια, σαν ένα είδος μακροσκελούς μονολόγου, μας παρασύρει μαζί του από τη μια σελίδα στην άλλη, από τη μια σκέψη στην επόμενη, σ' ένα ταξίδι ζωής που δεν θέλουμε να τελειώσει. Ο παππούς και η γιαγιά, οι γονείς, ο αδελφός του επανέρχονται διαρκώς στη σκέψη και στο βιβλίο. Σκόρπια γεγονότα της ζωής του, φίλοι, διαβάσματα. Κι όλα αυτά συδυασμένα διαρκώς με τις σκέψεις για το Θεό και το θάνατο. Δεν μπορείς να μιλήσεις για το ένα χωρίς να αναφερθείς στο άλλο (εκτός αν είσαι άθεος, οπότε όλα για σένα τελειώνουν εδώ. Ο Μπαρνς δηλώνει αγνωστικιστής). Πλήθος οι αναφορές για το τέλος τόσο των δικών του (παππούδων, γονιών) όσο και προσωπικοτήτων της τέχνης και του πνεύματος: Σωκράτης, Κικέρων, Δάντης, Ελ Γκρέκο, Τσέχοφ, Τουργκένιεφ, Φλωμπέρ, Καμύ, Φρόυντ, Σταντάλ...δεκάδες ονόματα παρελαύνουν άλλοτε με ρήσεις τους, άλλοτε με τις απόψεις τους για το Θεό ή για το πώς αντιμετώπισαν το θάνατο (Χρησιμότατο το επίμετρο βιογραφιών, συνταγμένο από τη μεταφράστρια, όπου μέσα σε 3-4 γραμμές για τον καθένα μας δίνει τα βιογραφικά στοιχεία των αναφερόμενων στο βιβλίο προσώπων).
Καμιά παρουσίαση και καμιά αναφορά δεν μπορεί να αποδώσει το βιβλίο του Μπαρνς. Μόνο μερικά δείγματα της γραφής του μπορούν να δώσουν μια αμυδρή ιδέα. Σταχυολογώ μερικά:
"Καμιά φορά οι συνομίληκοί μου λένε, κάπως σαστισμένοι:"Το περίεργο είανι ότι δεν αισθάνομαι μεγαλύτερος". (Αλήθεια, πόσες φορές το λέει ο καθένας μας!). Εγώ πάντως αισθάνομαι και, αν έχω την παραμικρή αμφιβολία, υπάρχει ένας δυσάρεστος υπολογισμός στη διάθεσή μου όταν προσπερνάω, ας πούμε, ένα δωδεκάχρονο παιδί που στέκεται ράθυμα έξω απ' τις πύλες του σχολείου μ' ένα πρόωρο τσιγάρο στο χέρι. Συλλογίζομαι ότι εγώ, ως εξηντάχρονος το 2006, είμαι πιο κοντά στο γηραιότερο εναπομείνατα στρατιώτη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρά σ' αυτό το παιδί. Αισθάνομαι σοφότερος; ναι, λίγο.Σίγουρα λιγότερο ανόητος (και ίσως αρκούντως σοφός ώστε να θρηνώ την απώλεια μέρους της αφροσύνης). Αρκούντως σοφός ώστε να γίνω απλός; όχι ακόμη, Κύριε".
Σ' ένα άλλο σημείο μας λέει πώς φαντάζεται το θάνατό του, ή μάλλον πώς θα τον ήθελε:
" Το καλύτερο σενάριο, στη φαντασία μου, είχε συνήθως να κάνει με μια ιατρική διάγνωση που μου άφηνε αρκετό χρόνο και επαρκή διαύγεια, για να γράψω το τελευταίο βιβλίο-αυτό που θα περιείχε όλες μου τις σκέψεις για το θάνατο. Παρότι δεν ήξερα αν θα ήταν μυθοπλαστικό ή όχι, είχα ετοιμάσει την πρώτη ατάκα και την είχα σημειώσει πριν από πολλά χρόνια: "Ας ξεμπερδεύουμε με το θέμα του θανάτου". Αλλά τι είδους γιατρός θα σου κάνει τη διάγνωση που εξυπηρετεί τις λογοτεχνικές σου απαιτήσεις; "Ξέρετε έχω και καλά και κακά νέα". Πείτε μου ευθέως γιατρέ, πρέπει να ξέρω. Πόσος καιρός μου μένει;" "Πόσος καιρός; θα έλεγα ότι σας μένει καιρός για περίπου 200 σελίδες-250 αν είστε τυχερός ή αν δουλεύετε γρήγορα".
Όμως δεν λείπουν οι σκέψεις του και για την ίδια την τέχνη του, τη μυθοπλασία:
" Η μυθοπλασία δημιουργείται μέσω μιας διαδικασίας που συνδυάζει την πλήρη ελευθερία και τον απόλυτο έλεγχο, που εξισορροπεί την ακριβή παρατήρηση με το ελεύθερο παιγνίδι της φαντασίας, που χρησιμοποιεί ψέματα για να πει την αλήθεια και την αλήθεια για να πει ψέματα. Είναι κεντρομόλος και φυγόκεντρος συνάμα. Θέλει να πει όλες τις ιστορίες, σε όλη τους την αντιθετική, αντιφατική και ανεπίλυτη φύση. Συγχρόνως θέλει να αφηγηθεί τη μία και μοναδική αληθινή ιστορία, αυτήν που εξάγει και επεξεργάζεται και επιλύει όλες τις άλλες ιστορίες".
Πριν από λίγο καιρό είχαμε έναν άλλο σύγχρονο συγγραφέα που ασχολήθηκε με το θάνατο, τον Ίρβιγκ Γιάλομ, αλλά μ' ένα πολύ διαφορετικό, σοβαρό και ψυχαναλυτικό τρόπο. Ο Μπαρνς νομίζω προσπαθεί να ξορκίσει το θάνατο βγάζοντάς του τη γλώσσα, κοροϊδεύοντάς τον. Ο τίτλος του βιβλίου μου φαίνεται πως δεν αποδίδει αυτό που συμβαίνει, αλλά αυτό που θα ήθελε ο συγγραφέας να συμαβαίνει. Αυτό που κατά βάθος ο καθένας μας θα ήθελε.


Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας

Αν με ρωτούσε κάποιος να πω σύντομα ποια είναι η υπόθεση του βιβλίου της Αγγέλας Καστρινάκη "΄Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), θα έλεγα "Οι εξωσυζυγικές σχέσεις". Κι όμως αυτό το πολυχρησιμοποιημένο θέμα, που το συναντάμε σε άπειρες παραλλαγές στη λογοτεχνία, που θα νόμιζε κανείς πως γι' αυτό τίποτα το ενδιαφέρον και πρωτότυπο δεν μπορεί να γραφτεί πια, έρχεται στο μυθιστόρημα της Καστρινάκη να μας αποκαλύψει μια άλλη πτυχή, να ιδωθεί από τη συγγραφέα με μια διαφορετική ματιά και να μας κινήσει ξανά το ενδιαφέρον, έστω κι αν το ίδιο θέμα έχουμε συναντήσει τόσες άλλες φορές.
Δυο είναι τα ζευγάρια που αποτελούν τους ήρωες του βιβλίου: η Μέλπω και ο Στέφανος που έχουν δυο δίδυμα αγοράκια 8 χρονών και ζουν στην Αθήνα και ο Μάριος και η Στέλλα, με μια κόρη 16 χρονών που ζουν στη Θεσσαλονίκη. Ένα πέμπτο πρόσωπο θα προστεθεί, η νεαρή Μάνια, φοιτήτρια στην Πάτρα. Ο συγγραφικός φακός όμως φωτίζει κυρίως το ζευγάρι Μέλπω-Μάριος, που μια τυχαία συνάντηση, όταν εκείνη ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για δουλειές, οδήγησε στη σύναψη δεσμού μεταξύ τους. Ίσως, αν δεν υπήρχε η σύγχρονη τεχνολογία, να μην αναπτυσόταν αυτός ο δεσμός. Η απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη καλύπτεται και εξουδετερώνεται με e-mail που καθημερινά κατά δεκάδες ανταλλάσσονται. Οι συναντήσεις τους γίνονται αραιά, όποτε η δουλειά εκείνης την οδηγεί στη βορινή πόλη. Εκείνος μόνο μια φορά έρχεται στην Αθήνα κι αυτό όταν πια τα πράγματα έχουν τόσο προχωρήσει, που και οι δυο είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να ζήσουν μαζί, πράγμα που θα κάνουν τελικά. Ποια όμως κατάληξη θα έχει αυτή η απόφαση και η απόπειρα να συμβιώσουν; Θα το ανακαλύψει ο αναγνώστης, δεν θα ήταν σωστό να προκαταλάβω το τέλος.
Τι γίνονται όμως στο μεταξύ οι "προδομένοι" σύζυγοι; Το παράνομο ζευγάρι, που αρχικά κρατούσε μυστική τη σχέση του, έρχεται μια στιγμή που μοιάζει να θέλει να τη διατυμπανίσει. Η Μέλπω θα παραδεχτεί την απιστία της στον Στέφανο, που κι αυτός έχει δημιουργήσει ένα δεσμό με τη Μάνια, και ο Μάριος στη Στέλλα. Διαφορετική είναι η αντίδραση του καθενός. Η Στέλλα διώχνει τον Μάριο από το σπίτι, δεν μπορεί να τον συγχωρέσει. Αντίθετα, ο Στέφανος, όταν η Μέλπω ομολογεί τη σχέση και ανακοινώνει την απόφασή της για χωρισμό, της λέει:" Το είχες ανάγκη! Δεν ξέρεις πόσο σε καταλαβαίνω...Αλλά μη φύγεις. Δεν θέλω να φύγεις". Πραγματικά έρωτας στα χρόνια της ειρωνείας, με την αντιστροφή των ρόλων όπως την έχουμε συνηθίσει. Έχουμε μάθει η γυναίκα να υπομένει και συχνά να συγχωρεί την απιστία του άντρα, ενώ ο άντρας κατά κανόνα ούτε καν διανοείται κάτι τέτοιο. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο Μάριος εγκαταλέιπει το σπίτι του. Η Μέλπω με τον Στέφανο σαν να ζουν μια καινούρια, διαφορετική φάση συζυγικής αγάπης. Πιο δεμένοι, πιο ομιλητικοί, με τέλεια ειλικρίνεια μεταξύ τους. Φωτισμός μιας "ανοιχτής σχέσης", αν λάβουμε υπ' όψιν και τη γνώση της Μέλπως για το δεσμό του Μάριου με τη Μάνια.
Η Καστρινάκη μοιάζει να πειραματίζεται πάνω στις σχέσεις των ζευγαριών, να τις μελετά, να τις αναλύει σε βάθος. Πότε-πότε δίνει φωνή και στη νεαρή φοιτήτρια και στην απατημένη σύζυγο, τη Στέλλα. Όμως το έργο κυρίως περνά μέσα από τη ματιά της Μέλπως.
Πέρα όμως από τις σχέσεις, το μυθιστόρημα παίρνει κάποτε και τη μορφή δοκιμίου πάνω στο θέμα της απιστίας. Από τις πιο ωραίες σελίδες είναι εκείνες (166-178) στις οποίες συγκρίνει τη σχέση Πηνελόπης Δέλτα-Ίωνος Δραγούμη και Μέλπως-Μάριου, ουσιαστικά δηλαδή την απιστία στις αρχές του 20ου και του 21ου αι. Ομοιότητες αλλά και διαφορές. Τότε (αλλά και πάντα νομίζω) "Ο σκληρός πυρήνας του πάθους διατηρείται ίδιος: η "χαρά να ξέρω πως υπάρχεις" στην αρχή, έπειτα η πλήρης ταύτιση, η απώλεια του μέτρου, ο πανικός, η ανασφάλεια, η υστερία, η διαχείριση των λέξεων: τα ερωτευμένα υποκείμενα επιδίδονται σε ασυγκράτητες μεγαλοστομίες, σε παθιασμένες επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων διαβεβαιώσεων που είναι σαν να δίνονται για πρώτη φορά". Όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά στη διαχείριση των σωμάτων. Τότε ένα φιλί και μόνο εθεωρείτο φοβερή απιστία, σήμερα "το να δώσεις την ψυχή σου, αυτό είναι το κρίσιμο. Το σώμα μπορείς να το διαθέσεις και σε μια στιγμή σεξουαλικού οίστρου (...) Σήμερα πια απατάμε με την ψυχή, όχι με το σώμα", καταλήγει η συγγραφέας, για να συνεχίσει με άλλες ομοιότητες και διαφορές των δυο ζευγαριών και των δυο εποχών.
Η μεγαλύτερη όμως πρωτοτυπία της γραφής της Καστρινάκη έγκειται στην αυτοαναφορικότητα. Δεν αφηγείται την ιστορία της ως ένας παντογνώστης τριτοπρόσωπος αφηγητής. Την πλάθει ως συγγραφέας ενώπιόν μας. Από τον προβληματισμό του τι ονόματα να δώσει στους ήρωές της, ως τη δυσκολία που κάποτε συναντά στη συνέχιση της γραφής κι ως στις σκέψεις και τον προβληματισμό για τον τρόπο περιγραφής μιας σκηνής κι ως τα σχόλια που κάνει για τους ήρωές της σαν ένα τρίτο, άσχετο πρόσωπο, η συγγραφέας ούτε στιγμή δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε πως αυτό που μας αφηγείται είναι μια πλαστή ιστορία, δημιουργημένη από την ίδια, αλλά που θα μπορούσε-γιατί όχι;- να συμβεί. Παραθέτω ένα σύντομο χαρακτηριστικό δείγμα. Γράφει η Καστρινάκη: "Προσπαθούσα λοιπόν να σταθμίσω αν στο σημείο όπου φτάσαμε χρειάζεται κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση, αν πρέπει να αφηγηθώ τα συμβάντα με πολλά και πλούσια λόγια, με απανωτή ανταλλαγή μηνυμάτων ή κάτι παρόμοιο. Ή είναι καλύτερα να ακολουθήσω την τακτική της αντιστροφής:τη στιγμή της κορύφωσης, επιγραμματική λιτότητα στην έκφραση".
Μου άρεσε το βιβλίο της Καστρινάκη που είναι καθηγήτρια ελληνικής λογοτεχνίας ατο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η άποψη πως στη λογοτεχνία (συχνά και στη ζωή) σημαντικότερο είναι το "πώς" από το "τι".


Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2008

Θαμμένα μυστικά

Από πολύ παλιά, μια αναγνωστική πολυτέλεια που επέτρεπα στον εαυτό μου τις μέρες αυτές των Χριστουγέννων, ήταν να βυθίζομαι στη μαγεία και το μυστήριο ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος. Λέω "πολυτέλεια" γιατί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα δεν έχει να σου προσφέρει τίποτε ουσιαστικότερο πέρα από λίγες ώρες ευχαρίστησης. Κι όταν προπάντων ήμουν στη "μαχόμενη" εκπαίδευση, όταν πλήθος βιβλία που έπρεπε να διαβάσω στοιβάζονταν πλάι μου, ναι, ήταν πολυτέλεια τα αστυνομικά, για την οποία όχι σπάνια ένιωθα τύψεις. Όμως η συνήθεια έμεινε. Και τώρα, όταν όλοι φύγουν, ή όταν εγώ γυρίσω από μια πρόσκληση, αυτό το χριστουγεννιάτικο, κρύο κατά κανόνα απομεσήμερο, μες στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού, βυθίζομαι με απόλαυση στις σελίδες του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Φέτος, αυτό που μου κράτησε συντροφιά (το τέλειωσα σ' ένα βράδυ και μια μέρα) ήταν το "Θαμμέμα μυστικά" της Ρουθ Ρέντελ (Μεταίχμιο, 2008, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος). Είναι το πρώτο βιβλίο αυτής της συγγραφέως που διαβάζω, αλλά μου φαίνεται δεν θα είναι και το τελευταίο. Γεννημένη το 1930, έχοντας γράψει πάνω από πενήντα μυθιστορήματα, θεωρείται κάτι σαν διάδοχος της Άγκαθα Κρίστι. Μου άρεσε το βιβλίο, μου άρεσε το στυλ της γραφής της, μου άρεσε γιατί όπως και άλλα αστυνομικά στις μέρες μας δεν περιορίζονται στους φόνους και στην προσπάθεια ανεύρεσης των ενόχων, αλλά εμπλέκουν και άλλα στοιχεία, κοινωνικά, πολιτιστικά κ.λπ.
Στα "Θαμμένα μυστικά" ένας άντρας, ψάχνοντας με το σκύλο του για μανιτάρια-τρούφες σ' ένα χωράφι σε κάποια αγροτική περιοχή της Αγγλίας, αντί για τρούφες ξεθάβει ένα χέρι. Η αστυνομία ειδοποιείται, οι έρευνες αρχίζουν. Επικεφαλής είναι ο επιθεωρητής Γουέξφορντ. Η ιατροδικαστική έρευνα φανερώνει ότι ο σκελετωμένος νεκρός έχει πεθάνει πριν από 11 χρόνια περίπου, αλλά ούτε η αιτία θανάτου ούτε η ταυτότητα του νεκρού είναι γνωστά. Η ομάδα του Γουέξφορντ προσπαθεί να τα εξακριβώσει, πράγμα καθόλου εύκολο. Σε ποιον ανήκει το χωράφι; Τι συνέβαινε εκεί πριν από 11 χρόνια; Ποιες εξαφανίσεις προσώπων είχαν αναφερθεί τότε; Κι ενώ η έρευνα συνεχίζεται, ένα δεύτερο πτώμα εντοπίζεται στην αποθήκη ενός εγκαταλελειμμένου μικρόυ σπιτιού που ήταν κτισμένο στο ίδιο χωράφι. Ποιος είναι ο δεύτερος νεκρός; Συνδέονται οι δυο θάνατοι, νοουμένου ότι ο δεύτερος συνέβη τρία χρόναι μετά τον πρώτο; Σιγά-σιγά, μεθοδικά η έρευνα προχωρεί και βεβαίως, όπως συμβαίνει σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, το μυστήριο λύνεται στις τελευταίες σελίδες, αν και ένας έμπειρος αναγνώστης αρχίζει να υποψιάζεται τη λύση πολύ νωρίτερα.
Όμως, όπως ήδη ανέφερα, στην αστυνομική ιστορία εμπλέκονται και άλλα θέματα. Εδώ έχουμε το θέμα του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων που ορισμένοι λαοί, εδώ οι Σομαλοί, εξακολουθούν να τηρούν, έστω κι αν ζουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα όπως η Αγγλία, που απαγορεύει με ποινή πολύχρονης φυλάκισης το άγριο αυτό έθιμο. Ακόμα τίθεται το θέμα του ρατσισμού, το θέμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, της λογοκλοπής κ.ά.
Είμαι βέβαιη πως οι θιασώτες της αστυνομικής λογοτεχνίας θα απολαύσουν το βιβλίο.
Άλλη παρουσίαση επίσης εδώ.


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008

Οι γενιές της σιωπής

Φαίνεται ότι όσο και να θέλουμε να αποφύγουμε μερικά βιβλία, εκείνα μας καταδιώκουν και δεν ησυχάζουν ώσπου να 'ρθει η ώρα να ασχοληθούμε μαζί τους. Πρωτάκουσα για τις "Γενιές της σιωπής" της Άντρης Πολυδώρου (εκδ. Επιφανίου, Στ΄ έκδ. 2008) πριν από μερικά χρόνια. Μια φίλη, της οποίας το αναγνωστικό γούστο εμπιστεύομαι, μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό το βιβλίο. Μου είπε ότι το βιβλίο αυτό απεικόνιζε με ρεαλιστικό τρόπο τη ζωή στα χωριά της Κύπρου, όπως ήταν τις πρώτες δεκαετίες του 2ου αι., έτσι όπως και η ίδια η φίλη μου τη γνώριζε μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα της. Το αναζήτησα λοιπόν στο βιβλιοπωλείο, αλλά οι διάλογοι, γραμμένοι στο κυπριακό ιδίωμα με ενόχλησαν και με απέτρεψαν από την αγορά του. Όσο και να μιλώ στην καθημερινότητά μου την κυπριακή διάλεκτο, στο γραπτό λόγο δεν μπορώ να την αντέξω.
Πέρσι το ίδιο βιβλίο, γυρισμένο σε σίριαλ, συζητιόταν σαν μια πολύ καλή σειρά της κυπριακής τηλεόρασης. Και πάλι, ούτε τη σειρά είδα ούτε το βιβλίο διάβασα. Ε, τώρα, κατά κάποιο περίεργο τρόπο μου επιβλήθηκε και το διάβασα. Οι κυπριακοί διάλογοι στην αρχή, ομολογώ, με δυσκόλεψαν, στη συνέχεια όμως τους συνήθισα και δεν έδινα σημασία. Πραγματικά είναι ένα αξιόλογο βιβλίο και διαβάζεται με ενδιαφέρον, παρά τα τρωτά που του βρήκα.
Η ιστορία αρχίζει γύρω στα 1910 σ' ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Πάφου, χωμένο κάπου ανάμεσα στα βουνά και επικεντρώνεται στη ζωή τεσσάρων γενιών γυναικών. Σκληρή ζωή, φτώχια, ήθη αυστηρά. Ο άντρας αφέντης, η γυναίκα υποταγμένη, βασανισμένη, σιωπηλή μάρτυρας. Σκληρή ζωή στα χωράφια, πενιχρό εισόδημα, έλλειψη ιατρικής φροντίδας, θάνατοι. Μια λεχώνα πεθαίνει στη γέννα της (εξαιρετική η δύναμη της περιγραφής του δύσκολου τοκετού), παιδάκια πεθαίνουν από άγνωστες αιτίες, μεγάλοι πεθαίνουν από μολύνσεις στις οποίες δεν έδιναν σημασία. Μια ζωή σκληρή και βασανισμένη, που κάνει σκληρούς και τους ίδιους τους ανθρώπους.
Η συγγραφέας επικεντρώνεται κυρίως στους γυνακείους χαρακτήρες. Ξεκινά από την ηλικιωμένη γιαγιά Αναστασία που τη διακρίνει η σοφία της ηλικίας και που έχει μια ιδιαίτερη, συμπαθητική σχέση με την συνονόματη εγγονή της. Η εγγονή, έχοντας ζήσει μια αρμονική ζωή με το σύζυγό της, έστω κι αν παντρεύτηκε με συνοικέσιο, πεθαίνει στη γέννα, ενώ θα επιζήσει το κοριτσάκι, η Άννα. Κι έτσι προχωρούν οι γενιές από Αναστασία σε Άννα και από Άννα σε Αναστασία ως την τελευταία απόγονο που, συμβολικά σπάζοντας τις γενιές της σιωπής, ονομάζεται Κασάνδρα.
Από τις αρετές του πολυσέλιδου μυθιστορήματος (600 σελίδες) είναι και ο συνδυασμός του ρεαλισμού με το εξωλογικό στοιχείο. Μια ωραία φυσιογνωμία είναι ο Άρκος (κυπριακή προφορά του "Άγριος"). Είναι ένα είδος μάγου που ζει απομονωμένος έξω από το χωριό, με διαισθητικές και θεραπευτικές ικανότητες. Άλλοι τον φοβούνταν και άλλοι καταφεύγουν σ' αυτόν. Θα αποδειχτεί κάποια στιγμή η σχέση του με τις γυναίκες του έργου και μια απ' αυτές θα κληρονομήσει αυτές τις ιδιότητες, οι οποίες όμως θα ατονίσουν με τα χρόνια.
Τα αυστηρά ήθη της εποχής δεν θα εμποδίσουν τους παράνομους έρωτες. Μια από τις γυναίκες του έργου θα ερωτευτεί ένα μοναχό, έρωτας που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα νόθο παιδί και μια τραγική κατάληξη για τον μοναχό. Μια δολοφονία θα μείνει ανεξιχνίαστη και ατιμώρητη και μια μάνα θα φανεί τόσο σκληρή με την κόρη της που την αντιμετωπίζει με ξυλοδαρμούς μέχρι αιματώματος, με ύβρεις και κατάρες σε βαθμό που ξεπερνά τα όρια της πειστικότητας.
Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του βιβλίου πιστεύω είναι το ότι μοιάζει να διαδραματίζεται στο κενό, εκτός χρόνου. Από το 1910 περνούν πάνω από επτά δεκαετίες κι όμως τίποτα από το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Τι γινόταν στην Κύπρο όλα αυτά τα χρόνια; Αναφέρεται ότι ένας από τους ήρωες πήγε στον πόλεμο. Ποιος πόλεμος ήταν αυτός; Στην Κύπρο έγινε μια εξέγερση το 1931 και μια πολύ μεγαλύτερη και σημαντικότερη το 1955. Καμιά νύξη δεν γίνεται. Δεν επηρέασαν καθόλου τη ζωή των ηρώων της; Μοιάζουν όλα σαν να διαδραματίζονται σ' ένα κλειστό χώρο, πλήρως απομονωμένο από το υπόλοιπο περιβάλλον. Ακόμα κι όταν μια από τις ηρωίδες της μετακινείται στην πόλη, στο Βαρώσι και μετά στη Λευκωσία, ελάχιστα φαίνεται να διαφοροποιούνται οι εξωτερικές συνθήκες.
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που σίγουρα μπορεί να διαβαστεί με μεγάλο ενδιαφέρον από τον Κύπριο αναγνώστη, παρ' όλο που κι αυτός, προπάντων αν ανήκει στις νεότερες γενιές, θα συναντήσει άγνωστες λέξεις της κυπριακής διαλέκτου. Αλλά ο ελλαδίτης αναγνώστης σίγουρα θα βρει μεγάλη δυσκολία.


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

Το show είναι των Ελλήνων

Ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη, το διήγημα ασφαλώς δεν έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις μου και, αν μπορώ να συμπεράνω από τις αναρτήσεις, ούτε και στις προτιμήσεις των άλλων bloggers. Όμως, τόσο η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, Η γυναίκα που πετάει , όσο και η πιο πρόσφατη, Το show είναι των Ελλήνων (Κέδρος 2008) μου προξένησαν την ίδια ευχαρίστηση με ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Ίσως γιατί τα θέματα είναι τέτοια, ίσως πάλι γιατί έχουν μια ενότητα, που με λίγη σύνδεση θα μπορούσαν να γίνουν μυθιστόρημα.
Με γοητεύει αυτή η ανάμιξη του πραγματικού με το φανταστικό, το φανταστικό που δεν ξεφεύγει από τα όρια του ρεαλισμού. Τρεις νουβέλες, τρεις καίριες στιγμές της νεότερη Ελλάδας. Η πρώτη, "Μια μέρα από τη ζωή τους", απεικονίζει το μεγαλοαστικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο του μεσοπολέμου. Σαν "αοράτως παρών" ο αφηγητής μας μεταφέρει μαζί του στις 20 Οκτωβρίου 1932 στο κοσμικό σαλόνι του Άλκη Θρύλου (Ελένης Ουράνη), όπου επίσημος προσκεκλημένος είναι ο Καβάφης. Γνωστός, αλλά όχι διάσημος ακόμη, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, θα διασκεδάσει τους καλεσμένους παίζοντας στο πιάνο τη μουσική που συνέθεσε σε ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή. Εκτός από τον σύζυγο της οικοδέσποινας ("λογοτέχνης και μεγάλος ταξιδευτής") πολλά άλλα πρόσωπα "φωτογραφίζονται" από τον Κουμανταρέα ώστε, παρ' όλο ότι δεν αναφέρονται με το πλήρες ονοματεπώνυμό τους, να μη μας μένει καμιά αμφιβολία ως προς το ποιοι είναι. Συζητήσεις για επίκαιρα θέματα πολιτικά ή καλλιτεχνικά γεμίζουν τη βραδιά ενώ το φως του συγγραφικού προβολέα πέφτει πάνω στα κεντρικά πρόσωπα της σύναξης: Τον Καβάφη, που γέρος, άρρωστος, μ' ένα μηχάνημα στο λαιμό για να μπορεί να μιλά μετά την εγχείρηση, και τον ανερχόμενο, νέο μουσικό, που θα διαπρέψει διεθνώς, τον Μητρόπουλο. Η βραδιά τελειώνει. Οι καλεσμένοι φεύγουν. Όμως, η συγγραφική ματιά, ριγμένη πάνω τους ογδόντα χρόνια αργότερα, τους παρακολουθεί καθώς διασχίζουν τη νυχτερινή Αθήνα και ολοκληρώνει τους χαρακτήρες καταγράφοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς να παραλείπει τη σεξουαλική τους ιδιαιτερότητα, ενώ αφήνει να διαφανεί το μέλλον που τους αναμένει.
Η δεύτερη νουβέλα,"Ο κύριος Μπάτερφλαϋ" διαδραμτίζεται οχτώ χρόνια αργότερα. Ο συγγραφέας τώρα υποδύεται ένα φιλόμουσο δικηγόρο που ετοιμάζεται με τη σύζυγό του να παρακολουθήσουν το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940 την πρεμιέρα της Λυρικής σκηνής με τη Μαντάμ Μπάτερφλαϋ του Πουτσίνι, στο Βασιλικό Θέατρο. Πριν απ' αυτό όμως, μετά από πρόσκληση του Ιταλού πρέσβη Γκράτσι, τον επισκέπτεται στο σπίτι του για να συναντήσει τον Ιταλό συγγραφέα Μαλαπάρτε. Η πολιτική ατμόσφαιρα στην Αθήνα παραμονές του πολέμου, η ανέμελη "καλή" κοινωνία που απολάμβανε την όπερα, ο Μεταξάς και η βασιλική οικογένεια, γνωστά πρόσωπα της εποχής, το ίδιο το θέατρο και η λεπτομερής περιγραφή του, αναφορά στην όπερα και στην πρωταγωνίστρια Ζωή Βλαχοπούλου, μας μεταφέρουν ρεαλιστικά στην εποχή και το παρελθόν γίνεται ένα ολοζώντανο παρόν. Το κλίμα έντασης και ανησυχίας θα κορυφωθεί την επομένη, σε μια δεξίωση της Ιταλικής Πρεσβείας. Εννιά χρόνια αργότερα, το 1949, ο συγγραφέας θα συναντήσει στη Ρώμη το φίλο του Γκράτσι και μέσα από την παραστατική αφήγηση του Ιταλού πρέσβη θα μάθει όσα διαδραματίστηκαν το βράδυ της 27ης-28ης Οκτωβρίου. Δεν ξέρω αν έχω λάθος, αλλά διακρίνω μια συμπάθεια εκ μέρους του συγγραφέα για τους δυο αυτούς πρωταγωνιστές της ιστορίας. Αν όχι συμπάθεια, τουλάχιστον μια "άφεση αμαρτιών", προπάντων για τον Γκράτσι που " ήταν αναγκασμένος να υπακούει στο φασιστικό καθεστώς, αλλά βαθιά μέσα του ήταν δημοκράτης".
Η τρίτη νουβέλα είναι αυτή που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. Εδώ ο συγγραφέας μετατρέπεται σ' ένα συνταξιούχο, πρώην υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών, που καλείται να εξηγήσει σ' ένα νέο υπάλληλο το περιεχόμενο ενός αρχείου για να καταγραφεί ηλεκτρονικά. Εκεί, στα υπόγεια του Υπουργείου, ο ηλικιωμένος πρώην υπάλληλος θυμάται και ξαναζωντανεύει παριστώντας τη μάλιστα θεατρικά, τη μυστική σύσκεψη των Ελλήνων και ξένων πολιτικών και στρατιωτικών που έγινε στις 26 Δεκεμβρίου 1944, με σκοπό να βρει λύση στη διαμάχη που είχε ήδη αρχίσει. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο Σοφούλης των Φιλελευθέρων, ο Μάξιμος του Λαϊκού Κόμματος, ο στρατηγός Πλαστήρας, ο "ψηλέας και ανεμοδούρας" Παπανδρέου, ο Καφαντάρης, ο Σιάντος του ΚΚΕ, ο Παρτσαλίδης του ΕΑΜ, εκπρόσωποι των ξένων δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσώρτσιλ, μαζεύονται για να "τα βρουν". Κι εκεί, στην προσπάθεια του φωτογράφου να αποθανατίσει φωτογραφικά τους πολιτικούς, ο Τσώρτσιλ του μπήγει μια αγριοφωνάρα: "Φωτογράφισε τους Έλληνες, όχι εμάς. The Greeks. Μ' ακούς; Το show είναι των Ελλήνων". Να εννοούσε άραγε πως η όλη σύναξη δεν ήταν παρά ένα show για το θεαθήναι και μόνο και ότι τα πράγματα είχαν ήδη αναπότρεπτα δρομολογηθεί ή μήπως ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που αρέσκονται στην επίδειξη;
Οι ξένοι φεύγουν, οι Έλληνες μένουν μόνοι να βρουν λύση, συζητούν, η σύναξη συνεχίζεται και την επομένη. Ο Δαμασκηνός ορίζεται αντιβασιλέας ενώ οι διαφωνίες διατηρούνται, προαναγγέλλοντας όσα θα ακολουθήσουν.
Τρεις νουβέλες, τρεις σταθμοί στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, ιστορία που μετασχηματίστηκε σε λογοτεχνία με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Κουμανταρέας δεν έμεινε ένας απλός θεατής και χρονικογράφος. Κάτω από τη φαινομενικά αμερόληπτη αφήγηση, προβάλλει την προσωπική του θέση που συχνά μέσα από την υποβόσκουσα ειρωνεία του γίνεται διασκεδασιτκή.


Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2008

Ποιον να θρηνήσω;

Δεν ξέρω ποιον να θρηνήσω. Το δεκαπεντάχρονο παιδί που χάθηκε προτού ζήσει; Τους χαροκαμένους γονείς; Την καμένη, ρημαγμένη Ελλάδα; Θρηνώ πάνω απ' όλα το είδος ΑΝΘΡΩΠΟΣ.







Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2008

Eros

"Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από τη λογοτεχνία" . Μια φράση κριτικής από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που αποδίδει πλήρως ό,τι ένιωσα διαβάζοντας απνευστί το βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα Helmut Krausser (γεν.1964). Τίτλος του πρωτοτύπου "Eros", η ακριβής απόδοση της ελληνικής λέξης "Έρως" (εκδ. Ίνδικτος, 2008, μετ. Ευαγγελία Τομπορή, επιμέλεια μετ.Δημήτρης Αθηνάκης).
Πραγματικά, δεν μπορεί να ζητήσει κανείς περισσότερο από ένα βιβλίο. Χρόνος, χώρος, θέμα, τεχνική, όλα συντελούν στη σπάνια λογοτεχνική απόλαυση. Η ιστορία:
Ένας νέος συγγραφέας που βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, προσκαλείται από ένα μυθικό μεγιστάνα του πλούτου, τον Αλεξάντερ φον Μπρύκεν, στον πύργο του, κάπου στη Βαυαρία. Εκεί ο εβδομηντάχρονος και άρρωστος Αλεξάντερ του ανακοινώνει ότι θα του διηγηθεί τη ζωή του, όχι ακριβώς τη ζωή του, όπως λέει, αλλά "την ιστορία ενός έρωτα". Του ζητάει να την καταγράψει ως μυθιστόρημα, το οποίο όμως θα πρέπει να κυκλοφορήσει μετά το θάνατο του αφηγητή και οπωσδήποτε με αλλαγμένα τα ονόματα.
Η αφήγηση κρατάει οχτώ μέρες και ηχογραφείται. Αυτό που διαβάζουμε τώρα είναι ουσιαστικά η αφήγηση του φον Μπρύκεν, στην οποία παρεμβάλλεται και ο λόγος του συγγραφέα. Μια πρωτότυπη τεχνική που επιτείνει την αληθοφάνεια της ιστορίας, επαυξάνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον και δημιουργεί γόνιμο προβληματισμό για τη σχέση ζωής και λογοτεχνίας. Υπάρχει μια χαρακτηριστική στιχομυθία, όταν ο συγγραφέας ζητά ένα βράδυ από τον έμπιστο γραμματέα του Μπρύκεν, τον Λούκιαν, που έχει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, να του διευκρινίσει ή να του συμπληρώσει κάποια σημεία της αφήγησης. Ο Λούκιαν του λέει:"Αυτό που σας εξομολογείται ο Αλεξάντερ είναι μια εκδοχή, και αν εγώ κάπου εκεί μέσα είχα μιαν άλλη, θα πρέπει να σας είναι αδιάφορο". Μαλάκωσε κάπως τον αυστηρό τόνο της φωνής του, έκανε γύρω από τον εαυτό του ένα κύκλο με τα χέρια στις τσέπες. Είπε πως για τα πάντα υπάρχει χώρος μόνο μια φορά. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που αυτό το Πάντα συμβαίνει. Κάθε στιγμή είναι ανεπανάληπτη, και ακόμα και η πιο ικανή τέχνη την αποδίδει μόνο με θραύσματα. Επιπλέον, η ζωή έχει το κακό συνήθειο να είναι κατά βάση απογοητευτική. Εκτός από κάποιες στιγμές".
Η εξιστόρηση του φον Μπρύκεν αρχίζει από το τέλος του 1944, όταν η Γερμανία πλησιάζει ολοταχώς προς την ήττα και οι βομβαρδισμοί αρχίζουν. Ο μικρός τότε Αλεξάντερ συναντά στο αντιαεροπορικό καταφύγιο τη Σόφι, κόρη εργατών στα εργοστάσια του πατέρα του, και την ερωτεύεται. Αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας που θα καταλήξει έμμονη ιδέα, που θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή, που θα επηρεάσει τη ζωή πολλών ανθρώπων και που η ιστορία του θα συμβαδίσει με την ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας μέχρι την ανέγερση αλλά και την πτώση του τείχους, είναι η σπονδυλική στήλη του βιβλίου. Θυμίζει αμυδρά τον "¨Ερωτα στα χρόνια της χολέρας", αλλά σ' ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον και με εντελώς διαφορετική κατάληξη.
Το 1945 ο πόλεμος τελειώνει. Η οικογένεια του Αλεξάντερ, οι γονείς και οι δυο αδελφές του πεθαίνουν σ΄ ένα βομβαρδισμό (ή μήπως οι γονείς αυτοκτονούν και τα παιδιά σώζονται; Δυο διαφορετικές εκδοχές, της ζωής και όπως αυτή μεταποιείται σε Τέχνη). Οπωσδήποτε ο ίδιος σώζεται στην Ιταλία με χαμένη τη μνήμη. Περνά κάποια χρόνια σε θεραπευτήριο, η μνήμη επανέρχεται, γυρίζει στην πόλη του και διεκδικεί την τεράστια περιουσία του από τον Κεφελρλόερ, διευθυντή των εργοστασίων, που κατά μία εκδοχή προσπάθησε να τα οικειοποιηθεί. Ο πάμπλουτος και παντοδύναμος λόγω του πλούτου Αλεξάντερ αρχίζει μια αγωνιώδη αναζήτηση σ' όλη τη Γερμανία της αγαπημένης του Σόφι, η οποία είχε σταλεί στην εξοχή λίγο πριν το τέλος του πολέμου, ενώ οι γονείς της σκοτώθηκαν σ' ένα βομβαρδισμό. Στρατολογεί πλήθος ανθρώπων να ψάξουν γι' αυτόν, η παντοδυναμία του πλούτου του επιτρέπει τα πάντα. Όταν την εντοπίζουν αποφασίζει να πάει να τη συναντήσει κι έτσι περιγράφει τα συναισθήματά του:"Δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω για να το καταλάβετε, θα έπρεπε να ανατρέξουμε σε μυθικές υπερβολές. Έτσι θα πρέπει να ένιωσε ο Ορφέας όταν ξανείδε την Ευρυδίκη στον Άδη, όταν ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου του επέτρεψε διστακτικά ένα βλέμμα στη χαμένη του αγάπη, του υποσχέθηκε την επιστροφή της στο φως της ημέρας, έτσι ένιωσα τότε, στο τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού. Μέσα στο κεφάλι μου ατελεύτητα πυροτεχνήματα, το νόημα της ύπαρξής μου με σάρκα και οστά βρισκόταν μπροστά μου, και μπροστά μας η ζωή, η δική μου, η δική της, απίστευτοι ορίζοντες, λες και είχα ξαναγεννηθεί και μπορούσα να θυμηθώ το μεγαλέιο της ζωής μέσα στην κούνια μου, έτσι, τέτοια ευφορία, έκσταση. Συμφιλιωμένος με κάθε πόνο, προικισμένος με τη βαθύτερη γνώση του κόσμου, θα βρείτε λέξεις για όλ' αυτά που θα ηχούν πιστευτές και όχι πομπώδεις, αν και θα πρέπει να δρουν στον αναγνώστη με τρόπο πομπώδη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται λέξη προς λέξη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται, μένει ολόκληρο και αντιληπτό μόνο για τον μυημένο. Για να το πω τετριμμένα: Τόσο μεγάλη ανάταση ένιωσα μέσα μου".
Όμως για εκέινη παραμένει ένας άγνωστος, έστω κι αν θυμήθηκε τα καταφύγια κι ένα φιλί που του είχε δώσει με αντάλλαγμα χρήματα που είχαν ανάγκη οι γονείς της. Η επίδειξη του πλούτου του, αντί να τη φέρει κοντά του την τρομάζει και την απομακρύνει. Η παρακολούθησή της όμως δεν σταματά. Οι άνθρωποί του, χωρίς εκείνη να το ξέρει, είναι διαρκώς γύρω της, του αναφέρουν λεπτομερώς τι κάνει, πού βρίσκεται, επεμβαίνουν στη ζωή της, τη βοηθούν όταν έχει ανάγκη, τη σώζουν ακόμα όταν εκείνη, μπλεγμένη με τη σοσιαλιστική φιτητική ένωση, συμμετέχει σε διαδηλώσεις. Μα η Σόφι δεν θα μείνει ως εκεί. Θα προχωρήσει και σε ένταξη σε παράνομες ομάδες, θα πάρει μέρος σε ληστείες, θα γίνει στο τέλος καταζητούμενη. Οι σύντροφοί της τη φυγαδεύουν στην Ανατολική Γερμανία. Ο Κράουσερ μας δίνει μια πολύ ζοφερή εικόνα του καθεστώτος, με τη Στάζι να βρίσκεται παντού, να παρακολουθεί τα πάντα, να ελέγχει τη ζωή των ανθρώπων. Η Σόφι περιθωριοποιείται, απομονώνεται, βυθίζεται στην ανία, την απόγνωση. Ακόμα όμως κι εκεί το χρήμα μπορεί να πετύχει τα πάντα. Ο Αλεξάντερ κατορθώνει να τη βρει, έστω κι αν της έχουν αλλάξει το όνομα, και μεταβαίνοντας ο ίδιος στην Ανατολική Γερμανία να τη σώσει και να τη μεταφέρει στη Δύση, αφού σε συνεννόηση με το καθεστώς σκηνοθέτησαν το θάνατό της.
Όταν μπαίνουν στη Δυτική Γερμανία, εκείνη εξαφανίζεται. Ο φον Μπρύκεν δεν ψάχνει πια να τη βρει. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα διηγείται την ιστορία στο συγγραφέα. Αλλά έρχεται ο επίλογος σε μια σελίδα να μας δημιουργήσει την αμφιβολία για όλη την αφήγηση του Αλεξάντερ. Μήπως τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου έτσι, μήπως όλη αυτή η αφήγηση ήταν προϊόν φαντασίας και μόνο;
Με το θαυμάσιο "Eros" δεν διαβάζουμε μόνο μια συναρπαστική ιστορία. Η ιστορία είναι το δόλωμα για να διασχίσουμε τη μεταπολεμική Γερμανία, να θυμηθούμε γεγονότα που σημάδεψαν αυτές τις δεκαετίες και να αφήσουμε τη σκέψη μας να περιπλανηθεί σε γόνιμο προβληματισμό. Με λίγα λόγια, ένα βιβλίο που έχει όλα όσα περιμένουμε από τη λογοτεχνία.


Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2008

Οι αλήθειες των άλλων

Παρακολουθώ τη συγγραφική πορεία του Νίκου Θέμελη από το πρώτο του βιβλίο, την "Αναζήτηση", μέχρι το πιο πρόσφατο, "Οι αλήθειες των άλλων" (Κέδρος, 2008) με αυξομειούμενη ικανοποίηση. Μετά τον ενθουσιασμό για την τριλογία "Αναζήτηση", "Ανατροπή", "Αναλαμπή" (το τελευταίο με κάπως λιγότερο ενθουσιασμό, ομολογώ) ήρθε η απογοήτευση για το "Για μια συντροφιά ανάμεσά μας", η μέτρια ικανοποίηση από το "Μια ζωή δυο ζωές" και τώρα ικανοποίηση αλλά και προβληματισμός για το "Οι αλήθειες των άλλων".
Ο Θέμελης ξαναγυρίζει στο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας μεταφέρει σε μια εποχή που όσα κι αν έχουμε ακούσει, όσα κι αν έχουμε διαβάσει γι' αυτήν, πάντα θα μας ενδιαφέρει και φαίνεται πως κι η λογοτεχνία θα εμπνέεται απ' αυτήν για καιρό ακόμη. Βρισκόμαστε στο Αϊβαλί, τις αρχαίες Κυδωνίες, ένα χρόνο μετά τη συμφορά του '22. Η πόλη είναι έρημη. Ανάμεσα στους λίγους Έλληνες που έχουν απομείνει είναι ο ηλικιωμένος Μανόλης Λινός και ο συνονόματος εγγονός του, που όμως με ψεύτικα χαρτιά είχε καταφέρει να πολιτογραφηθεί Τούρκος με το όνομα Μεχμέτ. Στο υπόγειο του σπιτιού τους φυλάνε 4 μπαούλα γεμάτα από βιβλία, έγγραφα, αρχεία, όλη την ιστορία του Ελληνισμού των Κυδωνιών, ψάχνοντας τρόπο να τα διασώσουν και να τα μεταφέρουν στην Ελλάδα. Μαζί μ' αυτά κι ένα παλιό χειρόγραφο που το περιεχόμενό του ανατρέπει την ηρωική εικόνα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, υποστηρίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν θυσιάστηκε, αλλά μεταμφιεσμένος έφυγε κρυφά από την Πόλη.
Στο Αϊβαλί αρχίζουν να καταφθάνουν καραβιές με Τούρκους από τη Μυτιλήνη, την Κρήτη και αλλού. Είναι ο περίφημος "μπουμπαντελές", η ανταλλαγή πληθυσμών που έχει συμφωνηθεί. Σιγά-σιγά το Αϊβαλί εκτουρκίζεται. Όμως ο παππούς Μανόλης αρνείται να φύγει. Γι 'αυτόν η φυγή από τον τόπο του είναι χειρότερη από το θάνατο, γι' αυτό και τον προτιμά και τον επιλέγει.
Ο εγγονός κατορθώνει με τη βοήθεια ενός Τούρκου φίλου του, του Ισμαήλ, να φύγει σώζοντας και τα μπαούλα και το χειρόγραφο που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Στη Μυτιλήνη θα συναντήσει τους δικούς του. Οι σκηνές της προσφυγιάς, η αντίδραση των ντόπιων, ο ξεπεσμός των ανθρώπων που ως χτες ήταν άρχοντες στον τόπο τους και σήμερα ψωμοζητάνε, ίσως να μη λένε τίποτα στους σημερινούς Έλληνες. Για μας όμως στην Κύπρο που οι μνήμες του 1974 είναι ολοζώντανες, που υπάρχουν ακόμα προσφυγικοί συνοικισμοί, που οι άνθρωποι βλέπουν τα σπίτια, τα περιβόλια, τα χωράφια τους, βίαια αρπαγμένα, στα χέρια των Τούρκων οι περιγραφές του Θέμελη συγκινούν βαθύτατα υπομιμνήσκοντας "οικεία κακά".
Από κει και πέρα το μυθιστόρημα προχωρεί γοργά, κάνοντας σταθμούς ανά δεκαετία και φτάνοντας ως το 1958. Ο Μεχμέτ, ως Μανόλης πια, κατορθώνει να πάει στην Αθήνα, να σπουδάσει και τον συναντάμε στην Κομοτηνή να διδάσκει στο εκεί Γυμνάσιο. Το μυστικό του χειρογράφου δεν έχει πάψει ποτέ να τον βασανίζει. Σε μια σχολική γιορτή για την 25η Μαρτίου το αποκαλύπτει, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί και να φυγαδευτεί με τη βοήθεια ενός φίλου του Εβραίου. Κανείς δεν είναι έτοιμος να δεχτεί μια "άλλη αλήθεια". Στη συνέχεια το χειρόγραφο θα αποτελέσει το θέμα της διδακτορικής διατριβής του γιου του Μανόλη, ο οποίος σπουδασμένος στο εξωτερικό θα προχωρήσει πιο πέρα, παίρνοντας θέση και στο περίφημο θέμα της αδιάλειπτης συνέχειας ή μη του Ελληνισμού.
Η αλήθεια για το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν είναι η μόνη που υπονομεύεται στο βιβλίο, άλλωστε αυτή είναι ένα συγγραφικό εύρημα. Υπονομεύεται ακόμη η αλήθεια των Ελλήνων, όταν αυτός που τον βοηθάει στο Αϊβαλί είναι ο Τούρκος Ισμαήλ, η αλήθεια των Εβραίων, όταν αυτός που τον σώζει στην Κομοτηνή είναι ο Εβραίος Αμπαχέρ, η αλήθεια της σεξουαλικής διαφορετικότητας, η αλήθεια των άλλων στον Εμφύλιο , όταν ο πιο στενός του φίλος, ο Αυγέρης, που ανήκει στο ΕΑΜ προδίδεται από πρόσωπο που πιστεύει στη δική του αλήθεια.
Άραγε όμως, συλλογίζομαι, δεν υπάρχει κάποτε και μια αλήθεια που δεν είναι ούτε δική μας ούτε των άλλων; Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικά η αλήθεια; Και πάλι το θέμα έχει μια ιδιαίτερη σημασία για το νησί μας, όταν Τούρκοι και Έλληνες, κάτοικοι αυτού του τόπου, προβάλλουμε ο καθένας τη δική του αλήθεια.
Αυτό και άλλα ερωτήματα μας δημιουργεί το βιβλίο του Θέμελη, παράλληλα βέβαια με την ικανοποίηση που προκαλεί ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Γιατί ο Θέμελης και στα λιγότερο επιτυχημένα βιβλία του δεν παύει να είναι ένας καλός αφηγητής που παρασύρει τον αναγνώστη. Η αφήγησή του έχει ζωντάνια, ρεαλιστικότητα, οι λεπτομέρειες, άχρηστες εν πολλοίς, κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη που μεταφέρεται σε χρόνο και τόπο, ζει τα γεγονότα, ακούει τους διαλόγους, βλέπει τους δρόμους, τις γειτονιές. Τι σημασία έχει για το θέμα ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο, ο σοφέρ που μυρίζει ιδρωτίλα, ο καφές που καίει στο φλιντζάνι, ένα σπαρματσέτο να τρεμοπαίζει το φως του, μια δυνατή βροχή, μια χειμωνιάτικη λιακάδα. Κι όμως αυτά τα μικρά κι σήμαντα μεταφέρουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην ατμόσφαιρα του έργου. Η άρτια ηθογράφηση των ηρώων του και προπάντων η ιστορική γνώση και ο προβληματισμός που κινητοποιεί τη σκέψη είναι ακόμη πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος.
Για το έργο άχουν ήδη γραφτεί πολλά. Παραπέμπω μόνο στο μπλογκ της Άννας, από όπου μπορεί να οδηγηθεί κάποιος και σε άλλες συνδέσεις.


Τρίτη, Νοεμβρίου 18, 2008

Για να δει τη θάλασσα

Σκέφτομαι ότι κάποτε τα βιβλία αδικούνται ή ευνοούνται και για εντελώς υποκειμενικούς λόγους. Ανάλογα δηλαδή με το πότε και πού τα διαβάζουμε, ανάλογα με την ψυχική μας διάθεση κ.λπ. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου "Για να δει τη θάλασσα" (Καστανιώτης 2008) άλλη εντύπωση θα μου έκανε αν δεν το διάβαζα αμέσως μετά το φορτωμένο με νοήματα και προβληματισμό "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας". Δεν είναι άσχημο το μυθιστόρημα της Φακίνου, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι πολύ καλύτερο από πολλά άλλα που κυκλοφορούν και ως ευπώλητα. Παραμένει όμως ένα απλό, μονοδιάστατο έργο, με μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη κεντρική ιδέα, που όμως, νομίζω, θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί καλύτερα.
Μια γυναίκα, μετά από μια χειρουργική επέμβαση, χάνει τη μνήμη της. Όχι γενικά τη μνήμη. Θυμάται τον άντρα, την αδελφή της, θυμάται χρονολογίες, γεγονότα, ιστορία, διαβάσματα, θυμάται ακόμα και τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού της (εκτός αν τον είχε στη μνήμη του κινητού, δεν διευκρινίζεται!), δεν θυμάται όμως το όνομά της ούτε ποια είναι. Κάτι άλλο που δεν έχει ξεχάσει είναι το να μαγειρεύει κι έτσι μια μέρα βρίσκεται στην κουζίνα μιας μικρής ταβέρνας στον Κολωνό να μαγειρεύει επαγγελματικά για τη λιγοστή, ταχτική πελατεία της, που την αποτελούν κυρίως τεχνίτες, εργάτες, μάστορες της γύρω περιοχής. Τα φαγητά, των οποίων τις λεπτομερείς οδηγίες παρασκευής μας δίνει η συγγραφέας, αρχίζουν κάτι να της θυμίζουν. Για παράδειγμα οι τηγανητές με αυγά πατάτες της θυμίζουν μια σχολική εκδρομή, ένα κομμάτι κερήθρας με μέλι της φέρνει στο νου τη γιαγιά της και τη Σύμη κ. ά. Κεφτεδάκια, σπανακόρυζο, φασολάδα, σουτζουκάκια, ντολμαδάκια, όλη η ελληνική κουζίνα παρελαύνει, φανερώνοντας τις μαγειρικές της ικανότητες, και ενθουσιάζοντας τον ιδιοκτήτη και την πελατεία της ταβέρνας. (Ομολογώ ότι οι συνταγές είναι πρακτικά χρήσιμες και για τους αναγνώστες, αν και προσωπικά εντοπίζω κάποιες διαφορές. Για παράδειγμα εγώ δεν βάζω στους κεφτέδες ή σε άλλο φαγητό και ρίγανη και δυόσμο ταυτόχρονα. Ή το ένα ή το άλλο. Λέτε να δοκιμάσω και τη συνταγή της Φακίνου;)
Δεν είναι μόνο η γεύση των φαγητών που αρχίζει να της θυμίζει κάτι. Είναι και τα πρόσωπα που περνούν από την ταβέρνα. Π.χ. κάποιος που μοιάζει με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι της θυμίζει μια ταινία που είδε, μια γριά χορταρού της φέρνει στο νου τη θεια-Αχτίτσα του Παπαδιαμάντη, ένας πλανώδιος ζωγράφος είναι ίδιος με τον Θεόφιλο. Όταν πια πείθεται ότι η μνήμη της επανέρχεται σιγά-σιγά, αποχαιρετά την ταβέρνα, τον ιδιόρυθμο ιδιοκτήτη, έναν άντρα με το όνομα Ρούλα (καθόλου απίθανο δεδομένων των σεξουαλικών του αποκλίσεων) και δηλώνει ότι γυρίζει στο σπίτι της.
Βιβλίο με πολλά στοιχεία της αθηναϊκής λαϊκής γειτονιάς, της ελληνικής κουζίνας και γενικά του ελληνικού τρόπου ζωής, στέκεται αξιοπρεπώς ως μυθιστόρημα και μπορεί να χαρίσει ευχάριστες ώρες ανάγνωσης.


Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2008

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

"Κοντολογίς, η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο απ' τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε". (σ. 486).
Μου φαίνεται πως ολόκληρο το μυθιστόρημα του Λουί-Φερντινάν-Ωγκύστ Ντετούς (1894-1961), γνωστού ως Σελίν (Εστία, 2007, μετ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, α΄ έκδ. στα Γαλλικά 1932) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση της άποψής του πως δεν είμαστε τίποτ' άλλο παρά "χωλοί υπάνθρωποι".
Διερωτώμαι γιατί ο Σελίν μας ήταν τόσο άγνωστος ως τώρα. Ακόμα και συγγραφέων που δεν κατορθώσαμε να διαβάσουμε ως το τέλος, π.χ. Προυστ ή Τζόυς, στα ονόματα σκοντάφτουμε σχεδόν σε κάθε βήμα της αναγνωστικής μας περιδιάβασης. Όχι όμως του Σελίν. Να είναι άραγε ο αντισημιτισμός και ο φιλοναζισμός του για τον οποίο και δικάστηκε για εσχάτη προδοσία που τον "έθαψαν" ως συγγραφέα; Πολύ πιθανόν, αν και τίποτε απ' αυτά δεν διαφαίνεται τουλάχιστον σ' αυτό το μυθιστόρημα. Εγώ ομολογώ ότι παρακινήθηκα στο διάβασμά του από τα μπλογκς της Χριστίνας και της Άννας. Ανέτρεξα ύστερα στις δικές τους παραπομπές, μπήκα σε αφιερώματα εφημερίδων, διάβασα ό,τι μπόρεσα να βρω. Τίποτα όμως, ούτε το επίμετρο της μεταφράστριας, που φαίνεται να έκανε ένα πραγματικό μεταφραστικό άθλο, δεν με έβαλε στην ουσία του βιβλίου. Όλα ήταν γύρω από και όχι το βιβλίο. Πιο βοηθητικά μπορώ να πω πως ήταν τα ποστ των μπλόγκερς, ίσως γιατί είναι γραμμένα από απλούς αναγνώστες και όχι από "ειδικούς", που συχνά προβάλλουν περισσότερο το δικό τους λόγο παρά το ίδιο το έργο.
Καιρός όμως να καταθέσω και τη δική μου άποψη γι' αυτό το μυθιστόρημα που ξεσήκωσε θύελλα συζητήσεων και αντιπαραθέσεων το 1932, όταν πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία. Το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" είναι ένα ογκώδες έργο 586 σελίδων για το οποίο νομίζω θα χρειαζόταν ένα βιβλίο "Οδηγίες προς ναυτιλλομένους", όπως αυτό του Άρη Μαραγκόπουλου για τον "Οδυσσέα" του Τζόυς. Δύσκολα βγαίνεις από μέσα. Όταν έφτασα στο τέλος ένιωσα την ανάγκη να το ξαναπιάσω από την αρχή. Και το 'κανα για αρκετά κομμάτια του. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Μπαρνταμού, φοιτητής ιατρικής στο Παρίσι. Βρισκόμαστε στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ κάθεται σ' ένα καφενείο με κάποιο φίλο του, βλέπει να περνά μπροστά τους ένα σύνταγμα. Με μια αυθόρμητη κίνηση ενθουσιασμού τους ακολουθεί και πάει εθελοντής στον πόλεμο. Εκεί βέβαια γρήγορα ο ενθουσιασμός του εξαφανίζεται. Ο Μπαρνταμού δεν πιστεύει στον πόλεμο, στον ηρωισμό, στην παράλογη ανθρωποσφαγή. Οι περιγραφές του είναι περιγραφές των δεινών, γεμάτες αποδοκιμασία και ειρωνεία, μια ειρωνεία που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Νομίζω πως τα διάφορα περιστατικά του ήρωά του, του Μπαρνταμού, χρησιμεύουν στον Σελίν μόνο και μόνο για να εκφράσει τις δικές του ιδέες και απόψεις για τα ανθρώπινα. Πόσο μοιάζουν όλοι οι πόλεμοι! Πόση ομοιότητα της περιγραφής του Σελίν και του "Πορεία προς το μέτωπο" του Ελύτη: "Παρ' όλα αυτά ξαναπαίρναμε δρόμο. Ήταν μεγάλος μπελάς να τα βάλεις σε πηλάλα τα ψωράλογα. Φοβόνταν να κουνήσουν εξαιτίας των πληγών πρώτα απ' όλα, κι έπειτα φοβόνταν εμάς και τη νύχτα επίσης, όλα τα φοβόνταν τέλος πάντων! (...) Α! η όρεξη να φύγεις! Για να κοιμηθείς! Πρώτα απ' όλα! Κι όταν δεν υπάρχει πια στ' αλήθεια τρόπος να πας κάπου να κοιμηθείς, τότε η όρεξη να ζήσεις σου φεύγει από μόνη της" (σ.39).
Ο Μπαρνταμού χάνεται σε μια αποστολή. Συναντά έναν άλλο χαμένο στρατιώτη, τον Ροβινσώνα, τραυματίζεται και γυρίζει στο Παρίσι, όπου παρασημοφορείται, αλλά και νοσηλεύται σ' ένα νοσοκομείο, γιατί δεν είναι καλά στο μυαλό. Ζει για λίγο στο Παρίσι ενώ ο πόλεμος διαρκεί ακόμη. Η περιγραφή των μετόπισθεν είναι μια εξίσου απομυθοποιητική και εικονοκλαστική εικόνα όπως αυτή του πολέμου. "Κληρονομούσαν τους φαντάρους στα μετόπισθεν, είχαν γρήγορα εξοικειωθεί με τη δόξα και με τον σωστό τρόπο να την υπομένουν θαρραλέα κι ανώδυνα (...)Στις κηδείες πολυτελείας, είσαι βέβαια περίλυπος, μα σκέφτεσαι όσο να' ναι την κληρονομιά, τις επόμενες διακοπές, τη χήρα που 'ναι νοστιμούλα κι έχει φλογερό ταμπεραμέντο, καταπώς λένε, κι επίσης σκέφτεσαι να ζήσεις εσύ, εν αντιθέσει, πάρα πού καιρό, να μην ψοφήσεις ποτέ σου ίσως...ποιος ξέρει..." (σ. 64).
Ο Ροβινσώνας είναι το μόνο πρόσωπο που συνοδεύει τον Μπαρνταμού από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου. Όχι μόνιμα. Χάνεται κι εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να μας δίνονται πολλές εξηγήσεις για το πώς. Συναντιούνται για πρώτη φορά στον πόλεμο. Θα συναντηθούν στις αφρικανικές αποικίες, θα ξαναβρεθούν στη Ν. Υόρκη, θα είναι μαζί στο Παρίσι, όταν ο Μπαρνταμού θα επιστρέψει κάνοντας όλο αυτό τον κύκλο ζωής και με το τραγικό του τέλος θα τελειώσει το βιβλίο.
Ένα άλλο πλήθος προσώπων εμφανίζονται για λίγο κι ύστερα χάνονται από τη ζωή του Μπαρνταμού, τόσα που αποκλείεται να τα θυνάται ο αναγνώστης. Ο συμφοιτητής Γκανάτ, ο Βουαρέζ με τον οποίο δουλεύουν μετά τον πόλεμο στο Παρίσι, ο λοχίας Αλσίντ στις αποικίες, ο λοχαγός Γκραπά, ο καθηγητής Παραπίν, ένας ιερέας, μια θυρωρίνα, ο μικρός Μπεμπέρ, το ζεύγος Ανρούιγ, η γριά Ανρούιγ, για να αναφέρω ελάχιστα μόνο απ' όσα θυμάμαι, κάνουν την εμφάνισή τους και φεύγουν, όπως ένας ηθοποιός εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή του έργου και μετά χάνεται, χωρίς καν να βγει για την υπόκλιση του τέλους.
Κι όσο για τις γυναίκες...κι αυτές παίζουν το μικρό ή μεγάλο ρόλο τους στο έργο του Σελίν. Θα χρειαζόταν ίσως μια ειδική μελέτη μόνο για τη γυνακεία παρουσία στο έργο. Η Μαντάμ Ερώτ, η Μαντάμ Πουτά περνούν για λίγο και χάνονται, το ίδιο η Μουζίν, η Λόλα, Η Μόλλυ, η Μανταλένα, η Σοφία...
Μετά τη νοσηλεία του ο Μπαρνταμού φεύγει για την Αφρική. "¨Οσο μακρύτερα τόσο καλύτερα", λέει. Οι κάπου εκατό σελίδες της ζωής στις αποικίες περιλαμβάνουν μερικές πολύ δυνατές σκηνές. Έμποροι, στρατιωτικοί, διοικητές, εκμεταλλεύονται και τη θέση τους και τον ντόπιο πληθυσμό. Μια σκηνή όπου μια οικογένεια φτωχών μαύρων πάει να πουλήσει λίγο ακατέργαστο καουτσούκ που' χε με κόπο μαζέψει για μήνες και φεύγει μ' ένα χρωματιστό πανί και...μια κλωτσιά, ή ένας γέρος που προσφεύγει στη δικαστική εξουσία του διοικητή και τιμωρείται με 20 βουρδουλιές, είναι σκηνές που σε ταράζουν και μόλο που 'ναι αφηγημένες με τον ανάλαφρο, αποστασιοποιημένο τρόπο όλου του βιβλίου, σε κάνουν να εξανίστασαι.
Ταλαιπωρημένος από χίλιες δυο στερήσεις και προπάντων από τους πυρετούς, μπαρκάρει σ' ένα πλοίο, στον καπετάνιο του οποίου τον είχε...πουλήσει ένας παπάς και φτάνει στη Ν. Υόρκη. Προσπαθώντας να επιβιώσει πάει στο Ντητρόιτ και πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο Φορντ. Σε μια εποχή που η μηχανοποίηση της εργασίας δεν είχε φτάσει στα σημερινά επίπεδα, ο λόγος του Σελίν γίνεται προφητικός: "Δεν θα σου χρησιμεύσουν σε τίποτα εδώ οι σπουδές σου, λεβέντη! δεν ήρθες εδώ για να σκέφτεσαι, αλλά για να κάνεις τις κινήσεις που θα σε διατάξουν να εκτελέσεις...Δεν έχουμε ανάγκη από ευφάνταστους στο εργοστάσιό μας. Από χιμπαντζήδες έχουμε ανάγκη...Μια συμβουλή ακόμα. Μη μας ξαναμιλήσεις ποτέ για την εξυπνάδα σου! Θα σκεφτόμαστε εμείς για λογαριασμό σου, φίλε μου! Βαλ 'το καλά στο μυαλό σου" (σ. 270). Και λίγο παρακάτω θα πει το καταπληκτικό: "Άλλο τίποτα δεν μετρούσε πέρα απ' την εκκωφαντική εμμονή των χιλιάδων εργαλείων που χειρίζονταν τους ανθώπους".
Σύντομα εγκαταλείπει και αυτή την πόλη κι αυτή την ήπειρο. Ξαναγυρίζει στο Παρίσι, τελειώνει τις σπουδές του, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτές, προσπερνώντας τις με μια φράση. Είναι πια γιατρός. Ούτε όμως η κοινωνική του θέση ούτε η ματιά με την οποία βλέπει τον κόσμο αλλάζει σε τίποτα. Είναι ένας γιατρός στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, που με δυσκολία βγάζει τα προς το ζην. "Επί μήνες δανειζόμουνα χρήματα από δω και από κει. Ήταν τόσο φτωχοί και τόσο δύσπιστοι οι άνθρωποι στη συνοικία μου, που 'πρεπε να νυχτώσει για να με καλέσουν εμένα, τον φτηνό,παρ' όλα αυτά, γιατρό. Διέσχισα έτσι νύχτες και νύχτες, για δέκα και δεκαπέντε φράγκα, μέσα από αφέγγαρες αυλίτσες" (σ. 290).
Αρρώστιες, θάνατοι, θλιβερές ιστορίες των φτωχοδιάβολων που αποτελούν τον περίγυρό του κι ανάμεσα σ' αυτά οι απόψεις του, τόσο απαξιωτικές για όλα τα ανθρώπινα. Αποφθεγματικές ρήσεις που θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν ιδιαίτερη πραγματεία. Να μερικές:
-"Ίσως να 'ναι αυτό που ψάχνεις στη ζωή, την πιο μεγάλη δυνατή θλίψη, για να γίνεις ο εαυτός σου προτού πεθάνεις".
-"Χειρότερος τύραννος απ' το μυαλό δεν υπάρχει".
-"Δεν σου κακοφαίνεται ποτέ ιδιαίτερα να φεύγει ένας ενήλικας, είναι ένα καθίκι λιγότερο επί της γης, αυτό λες, ενώ μ' ένα παιδί δεν είναι και τόσο σίγουρο. Υπάρχει το μέλλον".
-"Γέρος" σημαίνει να μη βρίσκεις φλογερό ρόλο να παίξεις, να ξεπέφτεις στο ανούσιο τίποτα, όπου το μόνο που περιμένεις πια είναι ο θάνατος".
Την αστική τάξη την περιφρονεί και την γελοιοποιεί. Σε κάποιες σελίδες περιγράφει μια εκδρομή που έκανε με τον Ροβινσώνα και τη φίλη του Μανταλένα, με την οποία όμως και ο Μπαρνταμού είχε σχέσεις. Εκεί προσκαλούνται από τον ιδιοκτήτη ενός ποταμόπλοιου που γιόρταζε με την παρέα του. Τρώνε, πίνουν, διασκεδάζουν, μα κάτω από την επιφανειακή ικανοποίηση της συμμετοχής σ' αυτή την αριστοκρατική συντροφιά προβάλλει πάλι η δηκτική ειρωνεία του: "Είχα καιρό ν' ακούσω τόσο αριστοκρατικές φωνές. Έχουν ένα κάποιο τρόπο να μιλάν οι αριστοκράτες που σε κάνει να νιώθεις άσχημα και που εμένα με τρομάζει, απλούστατα, προπαντός οι γυναίκες τους, κι όμως τα λόγια τους δεν είναι παρά ασουλούπωτες και επιτηδευμένες φράσεις, καλοστιλβωμένες όμως σαν παλιά έπιπλα" (σ. 469).
Δεν θέλω να μακρηγορήσω άλλο, αν και ξέρω πόσο ελλιπές είναι αυτό το ποστ για ένα τόσο μεγάλο (από κάθε άποψη) έργο. Οι αντιφατικοί χαρακτηρισμοί που το συνόδευσαν στην πορεία του μέσα στο χρόνο (¨"αριστούργημα", "ανοσιούργημα" κ.λπ.) είναι όλοι ακριβείς. Εξαρτάται από ποια οπτική το αντικρίζει κανείς.