Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Πέρα από την Αφρική

Κάρεν Μπλίξεν
Πέρα από την Αφρική
Μεταίχμιο 2010
μετ. Έφη Φρυδά

Αν κάποιος διαβάζοντας το "Πέρα από την Αφρική" θελήσει να βρει σ' αυτό τη ρομαντική ιστορία που ζωντάνεψαν στην οθόνη (1985) οι Μέριλ Στριπ και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, πολύ θα απογοητευτεί. Εκείνο που κυριαρχεί στο βιβλίο είναι ο έρωτας της συγγραφέως, της Δανέζας Κάρεν Μπλίξεν όχι για έναν άντρα, αλλά για την Αφρική. Γι' αυτό το μυστηριώδη για το δυτικό άνθρωπο κόσμο που τότε, στις αρχές του 20ου αι., τον ανακάλυπτε, τον κατακτούσε, προσπαθούσε να τον "εκπολιτίσει", αλλά προπάντων να τον εκμεταλλευτεί.
Βέβαια, στο βιβλίο και στην πρωτοπρόσωπη γραφή της Μπλίξεν δεν υπάρχει κανένας προβληματισμός ως προς το τι γύρευαν εκεί οι λευκοί, γιατί έπαιρναν τη γη των ιθαγενών και τους είχαν να δουλεύουν ως κολίγοι. Δεν είναι ασφαλώς ορθό να κρίνουμε το παρελθόν με το φακό του παρόντος, ομολογώ όμως ότι αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου καθώς διάβαζα τις αναμνήσεις της Μπλίξεν από τη ζωή της στην Αφρική.
Πρωτοπήγε εκεί το 1913 με το σύζυγό της, για τον οποίο κανένας λόγος δεν γίνεται στο βιβλίο. Η Μπλίξεν εμφανίζεται να διευθύνει η ίδια ένα μεγάλο αγρόκτημα με φυτείες καφέ. Όταν χώρισε με το σύζυγό της δημιούργησε δεσμό με τον Ντένις Φιντς-Χάτον, αλλά ούτε γι'αυτό το δεσμό μιλάει. Γράφει για τον Ντένις χωρίς καμιά διευκρίνιση, θεωρώντας γνωστή και δεδομένη τη σχέση τους. Εκείνος συνήθως συνόδευε ευρωπαίους σε σαφάρι, αλλά δεν είχε άλλο σπίτι από το αγρόκτημα. Μαζί πάνε σε νυχτερινό κυνήγι λιονταριών, μαζί ακούνε μουσική ή κουβεντιάζουν μπροστά στο τζάκι ή "μου μάθαινε λατινικά, μου μάθαινε να διαβάζω τη βίβλο και τους Έλληνες ποιητές", γράφει η Κάρεν. Κι όταν εκείνος σκοτώνεται σ' ένα αεροπορικό δυστύχημα, η Μπλίξεν δεν ξεσπάει σε συναισθηματικό θρήνο. Με την απλότητα και τη φυσικότητα που τη διακρίνει σ' όλη την αφήγηση περιγράφει την επιλογή του χώρου ταφής ψηλά στους λόφους, σ' ένα τοπίο που είχαν ανακαλύψει και απολαύσει μαζί σε μια τους εξόρμηση.
Η Μπλίξεν έζησε περίπου 20 χρόνια στη Βρετανική Ανατολική Αφρική, τη σημερινή Κένυα. Όταν το 1931 γύρισε στην πατρίδα της, άρχισε να καταγράφει τις αναμνήσεις από τη ζωή της εκεί. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1937. Δεν είναι αυτοβιογραφία ούτε διακρίνεται για χρονική συνοχή. Είναι σκόρπιες αναμνήσεις από ένα "χαμένο παράδεισο". Συνδέεται και αγαπά τους ντόπιους, μας περιγράφει το ντύσιμό τους, τους χορούς και τις γιορτές τους, τους νόμους και τις συνήθειές τους, τις περί δικαίου αντιλήψεις τους.
Οι εικόνες από τη φύση της Αφρικής είναι μαγευτικές: " Ο μεγάλος θόλος του ουρανού πάνω από το κεφάλι μας έγινε σταδιακά διαυγής σαν ένα ποτήρι κρασί. Ξάφνου οι κορυφές των λόφων έπιασαν το πρώτο φως του ήλιου και ρόδισαν απαλά. Σιγά σιγά, καθώς η γη έγερνε προς τον ήλιο, οι καταπράσινες πλαγιές στους πρόποδες του βουνού και τα δάση των Μασάι χαμηλότερα πήραν ένα γλυκό χρυσαφί χρώμα". Τα ζώα είναι αναπόσπαστο μέρος του κόσμου της Αφρικής. Στο αγρόκτημα μεγαλώνουν με μπιμπερό μια μικρή αντιλόπη και την αφήνουν μετά ελεύθερη. Άλλοτε εκφράζει την ενοχή που αισθάνεται για τα βόδια που "έχουν κουβαλήσει το βαρύ φορτίο της προόδου του ευρωπαϊκού πολιτισμού". Στη θέα δυο καμηλοπαρδάλεων που προορίζονται για ένα θηριοτροφείο στην Ευρώπη, μπαίνει στη θέση τους, φαντάζεται πόσο θα υποφέρουν μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον. Εκφράζεται με θαυμασμό για τα απίθανα χρώματα του δέρματος ενός ιγκουάνα, που με έκπληξη βλέπει να εξαφανίζονται μόλις το σκοτώσεις, για τις πυγολαμπίδες, για την επιδρομή των ακρίδων που δεν αφήνουν τίποτε στο πέρασμά τους.
Δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους αναγκάζεται να πουλήσει το κτήμα και να γυρίσει στη Δανία. Όμως οι σελίδες στις οποίες περιγράφει το ξεπούλημα όλων όσα τόσα χρόνια αγάπησε και με τα οποία συνδέθηκε αποπνέουν βαθιά θλίψη γι' αυτόν τον χαμένο παράδεισο.

Κυριακή, Απριλίου 21, 2013

Real world

Νατσούο Κιρίνο
Real World
Μεταίχμιο 2010
Μεταφρ. Γωγώ Αρβανίτη

Ο τίτλος, Real World, διατηρημένος μάλιστα αυτούσιος και στην ελληνική έκδοση, δεν ξέρω αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν δηλαδή αυτή είναι η Ιαπωνία του σήμερα, τουλάχιστον το μέρος που αφορά τη νεολαία της, ή εμπεριέχει μια ειρωνική διάσταση. Μας παρουσιάζεται ένας κόσμος, ειδικά ο κόσμος των εφήβων, όμοιος αλλά και διαφορετικός απ' αυτόν που ξέρουμε στη Δύση.
Η συγγραφέας, Νατσούκο Κιρίνο, είναι γνωστή στη χώρα της για τα αστυνομικά της μυθιστορήματα. Το "Real World" έχει χαρακτηριστεί σαν "ένα λεπτοδουλεμένο ψυχολογικό θρίλερ, γραμμένο με τρόπο εφηβικό, που θυμίζει το "Καλημέρα θλίψη". Δεν θα συμφωνούσα ότι έχει μεγάλη σχέση με το εξαιρετικό κι ανεπανάληπτο για την εποχή του και για την εφηβεία της γενιάς μου "Καλημέρα θλίψη". Η μόνη ίσως ομοιότητα είναι η εφηβεία, οι ανησυχίες της, τα όνειρά της, οι  συναισθηματικές μεταπτώσεις που τη διακατέχουν που μπορεί κάποτε, στην ακραία έκφανσή τους να οδηγήσουν στο έγκλημα ή την αυτοκτονία.
Το έργο διαδραματίζεται στο Τόκιο. Μέσα από την ιστορία προβάλλουν στοιχεία του εκπαιδευτικού συστήματος, της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής της σύγχρονης Ιαπωνίας. Ένας νεαρός, μαθητής Λυκείου, αποκαλούμενος σε όλο το βιβλίο με το παρατσούκλι "Σκουλήκι", μια μέρα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, σκοτώνει τη μητέρα του και φεύγει από το σπίτι κλέβοντας το ποδήλατο και το κινητό της γειτονοπούλας του, της Τόσι. Η Τόσι, και τρεις φίλες της, η Γιουζάν, η Τερόκι και η Κίραριν, θα μπλεχτούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη ζωή του νεαρού φυγάδα. Η μια μάλιστα, η Κίραριν, θα τον συναντήσει και θα ζήσει λίγες περιπετειώδεις ημέρες μαζί του. Τον ρωτάει κάποια στιγμή: "Γιατί τη σκότωσες τη μάνα σου;"_"Δεν θυμάμαι", απαντάει εκείνος. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία. Απλώς με τσάντισε πάρα πολύ. Το σημαντικό είναι το πώς μια εμπειρία μπορεί να σε μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο και το πώς είναι η ζωή σου εκεί. Στον άλλο κόσμο. Και το τι σκέφτεσαι για τον κόσμο που άφησες πίσω σου. Δεν ξέρω αν το πιάνεις".
Η ιστορία, που ξεδιπλώνεται μέσα από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των πέντε κύριων προσώπων, θα έχει ένα αναμενόμενο, τραγικό τέλος. Η Νατσούο μας άνοιξε μια ρωγμή, μέσα από την οποία μας άφησε να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στον σκληρό, ανελέητο, αλλοτριωμένο σύγχρονο κόσμο. Στον Real World.

Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013

Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Φίλιππος Φιλίππου
Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Ψυχογιός, 2013
Είναι το τρίτο βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου που διαβάζω, στο οποίο ακολουθείται παρόμοια τεχνική. Δηλαδή η μυθιστορηματική μετάπλαση γεγονότων που σχετίζονται με συγκεκριμένα, ιστορικά πρόσωπα. Το πρώτο ήταν το "Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη" (Πατάκης 2003). Ακολούθησε το "Ερωτευμένος Ελύτης" και τώρα το "Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου".
"Τούτο το βιβλίο το χαρακτηρίζω μυθιστορηματικό χρονικό. "Κι ένα μυθιστορηματικό χρονικό", γράφει η Ρέα Γαλανάκη μιλώντας για το δικό της, το Αμίλητα, βαθιά νερά-Η απαγωγή της Τασούλας, "δεν στηρίζεται τόσο στη μυθοπλασία, όσο στην ποικιλία των εκδοχών, στην αρχιτεκτονική της σύνθεσής του και στις σκέψεις των προσώπων". Ούτε ιστορικό μυθιστόρημα ούτε μυθιστορηματική βιογραφία δηλώνει ο Φίλιππος Φιλίππου.
Παρουσιάζοντας το "Ερωτευμένος Ελύτης" είχα διατυπώσει κάποιες επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια του επιθέτου "μυθιστορηματικός" που συνοδεύει αυτού του τύπου τα βιβλία, στα οποία φαίνεται να έχει ιδιαίτερη προτίμηση ο συγγραφέας. Εξακολουθώ να έχω τις ίδιες επιφυλάξεις και για το παρόν βιβλίο. Αφενός πολύ λίγα είναι τα μυθιστορηματικά στοιχεία, που, χωρίς να προδίδουν την ιστορική αλήθεια, πηγάζουν  από τη φαντασία, όπως τα συναισθήματα ή οι σκέψεις των ηρώων, αφετέρου δεν βρίσκω να εξυπηρετούν κανένα ιδιαίτερο σκοπό όταν πρόκειται για ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, στηριγμένα σε πληθώρα βιβλιογραφίας, όπως αυτή παρατίθεται από τον Φιλίππου.  Θα προτιμούσα το χρονικό χωρίς τις παρεμβολές της φαντασίας του συγγραφέα, θα προτιμούσα αυτές  να αφήνονταν στη φαντασία του αναγνώστη. Να ένα τέτοιο παράδειγμα μυθιστορηματικής παρεμβολής: "Φαντάζομαι πως η ατμόσφαιρα ήταν θλιβερή. από κάποιο δωμάτιο ακούγονταν μουσικές, κάποιος έπαιζε λύρα, άλλος αυλό, τρίτος κιθάρα (...) Κι ενώ τα τύμπανα των Τούρκων χτυπούσαν, τα κανόνια βροντούσαν κι οι σάλιγγες ούρλιαζαν, τα φώτα του στρατοπέδου τους καταύγαζαν τα τείχη και οι φλόγες από τις φωτιές ανέβαιναν στον ουρανό, τον πήραν τα κλάματα. Συγκινήθηκαν κι εκείνοι κι έκλαψαν μαζί του".
Οπωσδήποτε όμως, παρά τις επιφυλάξεις μου, διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο για την ηρωική, αν και ενίοτε αμφισβητούμενη, μορφή του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Ποίηση, μυθιστόρημα, παραδόσεις, καημοί κι ελπίδες του Έθνους έχουν δημιουργήσει το θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά που εξακολουθεί ακόμα να μας συγκινεί.
Ο Φίλιππος Φιλίππου δεν ακολουθεί μια ευθύγραμμη χρονολογική πορεία, ούτε εξετάζει λεπτομερώς τη ζωή του Παλαιολόγου από τη στιγμή της γέννησης ως την ύστατη στιγμή του θανάτου. Επιμερισμένο σε έξι μέρη το βιβλίο, με περιεχόμενο του καθενός αποτελούμενο από σύντομα κεφάλαια με υποσημειώσεις στο τέλος κάθε κεφαλαίου, επικεντρώνεται σε καίριες στιγμές της ζωής του αυτοκράτορα. Την καταγωγή του, την παραμονή του στο Μυστρά, τις δυο συζύγους του που πέθαναν, την πολιτική κατάσταση και προπάντων τον ηρωικό του θάνατο που, κατά το συγγραφέα, καθιστούσε τον Κωνσταντίνο πιο άξιο από τον άλλο Κωνσταντίνο, τον Μεγάλο, να αγιοποιηθεί.
"Δεν γράφω βιογραφία", αναφέρει κάπου. "Θέλω απλώς να μιλήσω για την αυτοθυσία ενός ανθρώπου. Διότι ο Κωνσταντίνος μπορούσε να γλιτώσει τη ζωή του αν δεχόταν τους όρους του Μωάμεθ".
Οι τέσσερις συγγραφείς της Αλώσεως, Φραντζής, Δούκας, Χαλκοκονδύλης, Κριτόβουλος, βασικές ιστορικές πηγές του βιβλίου, μ' έφεραν χρόνια πίσω, τότε που τους διδασκόμαστε (και τους εξεταζόμαστε) στο Πανεπιστήμιο από τον αείμνηστο Ν. Τωμαδάκη.
Ένα ακόμα βιβλίο για τον Κωνσταντίνο Πλαιολόγο. Ιστορία, μνήμες, συγκίνηση, σκέψεις πικρές για τον Ελληνισμό του άλλοτε και του τώρα μας πλημμυρίζουν διαβάζοντάς το.

Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

Μνήμες της Κωνσταντινούπολης

Αχμέτ Ουμίτ
Μνήμες της Κωνσταντινούπολης (2010)
μετ. Θάνος Ζαράγκαλης
Πατάκης, 2012, πρώτη ψηφιακή έκδοση 2013

Παρ' όλο ότι μου αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν ήταν αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο αγόρασα το συγκεκριμένο βιβλίο. Ήταν γιατί η αστυνομική πλοκή συνδυαζόταν με την ιστορία της Κωνσταντινούπολης. Δεν ξέρω αν και στον υπόλοιπο ελληνισμό το όνομα "Κωνσταντινούπολη" ασκεί την ίδια έλξη, την ίδια μαγεία που ασκεί σε μας, τον αλύτρωτο ελληνισμό. Η Κωνσταντινούπολη δεν έχει πάψει να αποτελεί για μας ένα σύμβολο, κάτι το ιδεατό, ένα άπιαστο όνειρο, ταυτισμένο με τη δική μας τουρκική κατοχή και την ελπίδα της απαλευθέρωσης. Γι' αυτό ό, τι έχει σχέση με την πανέμορφη πόλη μας γοητεύει και μας συγκινεί.
Ο Αχμέτ Ουμίτ στο μυθιστόρημά του συνδυάζει την αστυνομική πλοκή με την ιστορία της Πόλης, με τις γειτονιές, τα μνημεία, την ομορφιά της, δημιουργώντας ένα συναρπαστικό μείγμα, έστω κι αν οι 689 σελίδες του βιβλίου είναι κάποτε κουραστικές, με σκηνές που ξεστρατίζουν από τον κύριο κορμό της ιστορίας, συχνά προσλαμβάνοντας ύφος διδακτισμού.
Μια σειρά φόνων που θα καταλήξει με επτά θύματα απασχολεί την ομάδα των αστυνομικών, επικεφαλής της οποίας είναι ο αστυνόμος Νεβζάτ με τους βοηθούς του, τον Αλή και τη Ζεϊνέπ. Κλειδί στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν τους δολοφόνους είναι ο χώρος στον οποίο ανευρίσκονται τα θύματα. Καθένα εντοπίζεται και σε ένα διαφορετικό ιστορικό σημείο. Άλλοτε στη Στήλη του Κωνσταντίνου, άλλοτε στη Χρυσή Πύλη των τειχών του Θεοδοσίου, στην Αγία Σοφία ή στο Τόπκαπι κ.λπ. Και πάντα στο χέρι ή κοντά στο πτώμα ένα νόμισμα της αντίστοιχης ιστορικής περιόδου.
Μεγάλη βοήθεια στη διερεύνηση των φόνων παρέχει η διευθύντρια του μουσείου του Τόπκαπι, η Λεϊλά Μπαρκίν που παρ' όλο ότι συμβάλλει με τις ιστορικές πληροφορίες που δίνει, δεν εξαιρείται από τον κύκλο των υπόπτων. Κυρίως γιατί συνδέεται μ' ένα σύνδεσμο που σκοπό έχει την προστασία των ιστορικών μνημείων της Κωνσταντινούπολης, που τα βλέπουν ολοένα και περισσότερο να καταστρέφονται, θυσία στο βωμό της ανάπτυξης και του κέρδους.
Όλα τα θύματα, ένας αρχαιολόγος-ιστορικός, ένας αρχιτέκτονας, ένας δημοσιογράφος κ.λπ. σχετίζονταν με ένα μεγαλοεπιχειρηματία που δεν δίσταζε με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες να καταστρέφει ακόμα και ιστορικά σημεία της πόλης. Είναι άραγε για κάποιο λόγο αυτός και ο περίγυρός του οι δολοφόνοι; Ή μήπως είναι τα μέλη του Συνδέσμου Προστασίας της Ισταμπούλ; Ή τρομοκράτες; Ή ισλαμιστές; Πολλοί οι ύποπτοι.
Ο αστυνόμος Νεβζάτ που ηγείται των ερευνών δεν είναι ο συνήθης σκληροτράχηλος αστυνομικός. Είναι ένας ευαίσθητος χαρακτήρας, με ποιητική ψυχή, θα λέγαμε, με απέραντη αγάπη για την πόλη του. Κουβαλάει μέσα του έναν ανεκπλήρωτο νεανικό έρωτα και μια θλίψη από το χαμό της γυναίκας του και της κόρης του λόγω μιας έκρηξης που στόχευε τον ίδιο. Τώρα είναι ερωτευμένος με μια Ελληνίδα (Ρωμαία, κατά την ίδια), την Ευγενία. Οι Έλληνες πουθενά δεν αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας βλέπει την Πόλη και την ιστορία πάντα μέσα από την τουρκική ματιά. Το Βυζάντιο δεν είναι γι' αυτούς παρά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την οποία ακολούθησε η Οθωμανική περίοδος και τέλος η περίοδος της δημοκρατίας. Παραβλέπεται το γεγονός ότι στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος επεκράτησε ο Ελληνισμός, ότι από τον έκτο ήδη αιώνα επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η ελληνική, ότι η Ορθοδοξία και τα μνημεία της υπάρχουν ακόμα στην Πόλη.
Πέρα όμως απ' αυτή την πλευρά που ασφαλώς ενοχλεί εμάς τους Έλληνες, ο αναγνώστης απολαμβάνει το μυθιστόρημα του Ουμίτ. Σεριανάει στη μακρόχρονη ιστορία της, περιδιαβάζει στα μνημεία της, απολαμβάνει την ομορφιά της.
"Η εικόνα που συνάντησα στο τέλος των στριφτών σκαλοπατιών διέλυσε απότομα τις σκέψεις μου. Ξέχασα τα εγκλήματα, τον εραστή της Λεϊλα Μπαρκίν, ακόμη και το βάδισμα και στάθηκα σαν κεραυνοβολημένος μπροστά στο παραμυθένιο θέαμα. Κάτω απ' τα πόδια μου, μέσα στο ημίφως, εκτεινόταν μια μαγική λίμνη απ' τα νερά της οποίας ξεπρόβαλλαν σαν δέντρα εκατοντάδες κίονες με περίεργα κιονόκρανα, πλάι πλάι και πίσω ο ένας από οτν άλλο. Όχι, δεν ερχόμουν για πρώτη φορά στη Βασιλική Κιστέρνα, όμως, παρ' όλα αυτά, κάθε φορά που ερχόμουν, με κυρίευε το ίδιο συναίσθημα". (Το ίδιο συναίσθημα δοκιμάσαμε όσοι έτυχε να επισκεφθούμε το θαύμα αυτό του Ιουστινιανού, την υπόγεια δεξαμενή).
α νερά του Κεράτιου, που φάνταζαν σαν λυωμένο χρυσάφι, κυλούσαν νωχελικά στρίβοντας δεξιά αριστερά προς τη θάλασσα. Το τέμενος Φάτιχ δεν φαινόταν, όμως το τέμενος Σουλεϊμάνιγιε και η Αγία Σοφία, χωρίς να εμπδίζουν το ένα το άλλο, υψώνοντααν στον ουρανό. Δύο μοναδικοί τόποι λατρείας χτισμένοι πάνω στους μυθικούς λόφους τούτης της πόλης".

Παρασκευή, Μαρτίου 29, 2013

Των ημερών...

Πολύ λίγη τηλεόραση βλέπω και σχεδόν ποτέ κατά τη διάρκεια της μέρας. Όμως χτες, λίγο πριν τις 12 το μεσημέρι, στήθηκα μπροστά της. Εν μέρει από περιέργεια, εν μέρει από ενδιαφέρον, αλλά κυρίως από ανησυχία. Τι θα γινόταν στις τράπεζες μετά από δύο σχεδόν εβδομάδες που ήταν κλειστές;
Ήδη, αρκετές ώρες πριν, οι ουρές είχαν σχηματιστεί. Ουρές από ανθρώπους που ήρεμα, υπομονετικά, περίμεναν ν' ανοίξουν οι πόρτες. Ο ρεπόρτερ, έκπληκτος κι αυτός από την τόση ηρεμία, πλσίασε να πάρει κάποιες δηλώσεις. Ένας κοστουμαρισμένος, βλοσυρός κύριος, του γύρισε την πλάτη. Ένας άλλος του έκανε νόημα με το χέρι "όχι, όχι". Ώσπου πλησίασε μια μαυροντυμένη, ηλικιωμένη γυναίκα. "Γιατί ήρθατε στην Τράπεζα; Τι θα κάνετε;", ρώτησε ο δημοσιογράφος. Κι εκείνη μ' ένα ήρεμο, ευγενικό χαμόγελο, είπε: "Δεν είχα κάρτα για να πάρω μετρητά. Έχω μόνο δευτεράκι (βιβλιάριο καταθέσεων) και όσες μέρες ήταν κλειστές οι τράπεζες πέρασα δύσκολα, δεν είχα καθόλου χρήματα".
Διαμαντή, Ο κόσμος της Κύπρου
 Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν, τα δάκρυα ετοιμάζονται να κυλήσουν κι αυτή τη στιγμή που γράφω. Εκείνη την ώρα η ήρεμη, μαυροφορεμένη, απλή γυναίκα, μου φάνηκε πως έβγαινε κατευθείαν από τον πίνακα του Διαμαντή "Ο κόσμος της Κύπρου". Πως ενσάρκωνε όλες τις βασανισμένες, ταλαιπωρημένες γυναίκες της Κύπρου. Μου φάνηκε πως εκπροσωπούσε την ίδια την Κύπρο, τα διαχρονικά της βάσανα και τους καημούς, αλλά και την αντοχή και την καρτερία της.
Στη μακραίωνη ιστορία της μόλις τα τελευταία χρόνια έζησε στιγμές ελευθερίας. Κι όμως άντεξε. Κι όμως όπου σκάψεις στη γη της θα βρεις σημάδια των ελληνικών της καταβολών. Διωγμένοι από το μισό μας νησί είμαστε εδώ, αμτακίνητοι, κρατημένοι σφιχτά απ' αυτό το βράχο, το ακραίο σύνορο του ελληνισμού. Κάποιοι ίσως χαρακτηρίσουν αυτή τη στάση ως απάθεια, συμβιβασμό, μοιρολατρία. Εγώ το λέω προσαρμογή στις συνθήκες που δεν εμποδίζει την αγωνιστικότητα, την προσπάθεια να βγούμε από τα δεινά.
Πολύ κοντά στην τράπεζα που παρακολουθούσα στην τηλεόραση υπάρχει ένας προσφυγικός συνοικισμός. Αυτή η απλή, μαυροφορεμένη γυναίκα ίσως προερχόταν απ' αυτό το συνοικισμό. Ίσως ήταν μια πρόσφυγας που είχε χάσει το σπίτι και ό,τι άλλο είχε. Αλλά στεκόταν εκεί στην ουρά, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς έστω μια λέξη εναντίον των υπευθύνων. Στεκόταν εκεί στην ουρά, με το ήρεμο χαμόγελό της να στέλλει ένα μήνυμα αισιοδοξίας: "Θ' αντέξουμε κι αυτή τη φορά".

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2013

Ο Διαχειριστής

Φωτεινή Ναούμ
Ο Διαχειριστής
Πολύτροπον, 2012

Φαίνεται  πως η μέθοδος ομοιοπαθητικής ισχύει όχι μόνο στην ιατρική αλλά και στην ψυχοθεραπεία. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς, ένα βιβλίο που από το μαύρο που κυριαρχεί στο εξώφυλλό του ως την απελπισία και την απαισιοδοξία που εκπέμπει το περιεχόμενό του, μου κράτησε καλή συντροφιά τούτες τις μέρες. Μέρες όπου ο μουντός καιρός συνοδεύει την επικείμενη οικονομική καταστροφή του τόπου μας, την αβεβαιότητα και την απελπισία χιλιάδων ανθρώπων που δεν ξέρουν τι θα ξημερώσει γι' αυτούς αύριο. (Αναφέρομαι φυσικά στο μνημόνιο που υπέγραψε προχτές ο Πρόεδρός μας).
Το μυθιστόρημα της Φωτεινής Ναούμ "Ο Διαχειριστής" είναι η απεικόνιση της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου της πόλης. Της μοναξιάς και του κενού που αισθάνεται, της διάψευσης, της έλλειψης νοήματος και σκοπού στη ζωή, της μάταιης αναζήτησης. Η οικονομική κρίση αναφέρεται ακροθιγώς. Οι ήρωες της Ναούμ δεν είναι δυστυχείς λόγω της κρίσης. Άλλωστε δεν εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα. Αν εξαιρέσουμε το δυάρι στο οποίο ζουν, σε μια παραμελημένη και μακριά από το κέντρο πολυκατοικία, τίποτε άλλο δεν προδίνει οικονομική δυσπραγία. Εσωτερικά είναι τα προβλήματά τους. Είναι προβλήματα αλλοτρίωσης, προβλήματα έλλειψης ψυχικής επικοινωνίας.
Αποξενωμένος ο Διαχειριστής από τη γυναίκα του, αποξενωμένος από την κόρη και το γιο του, αναζητά μια ψευδαίσθηση αγάπης και συντροφιάς από μια άλλη γυναίκα. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα ονόματα είναι σπάνια στο βιβλίο. Η γυναίκα του είναι διαρκώς "η άλλη", τα παιδιά του είναι απλώς "ο γιος" και "η κόρη". Έχει τόσο αποξενωθεί από τη γυναίκα του, ώστε δεν την κοιτάζει ποτέ στα μάτια. Κι όταν κάποια φορά τολμά να απλώσει το χέρι του για ένα χάδι, εκείνη εκπλήσσεται, απορεί, σχεδόν τρομάζει. Η γυναίκα όμως στην οποία αναζητά την επαφή και τη συντροφικότητα που του λείπει όχι μόνο έχει όνομα, αλλά το όνομά της επανέρχεται διαρκώς στο βιβλίο. Είναι η Βάσω.
Η οικογένεια του Διαχειριστή και της Βάσως (που δεν έχει παιδιά) μένουν στην ίδια πολυκατοικία. Ο άντρας της Βάσως είναι φορτηγατζής και συχνά λείπει για μέρες. Είναι χαρακτηριστική η αντίστιξη μεταξύ των δύο αντρών. Ο διαχειριστής κλειστός στον εαυτό του, αμίλητος, αποξενωμένος από τους πάντες, βασανίζεται από τους εσωτερικούς του δαίμονες, μάταια αναζητώντας την αυτοβεβαίωση στο σεξ. Ο φορτηγατζής γήινος, ομιλητικός, εύθυμος, απολαμβάνει τη ζωή όπως του δίνεται. Οι δυο τους, με καταφανή την πλήρη αντίθεσή τους, συναντώνται στην τελευταία σκηνή του βιβλίου. Και η καταληκτήρια φράση συνοψίζει, θα 'λεγε κανείς, όλο το περιεχόμενο, όλα όσα θέλησε να μας μεταδώσει η συγγραφέας:
"Αύριο θα είναι μια ακόμη ίδια και απαράλλαχτη μέρα και εκείνος πάλι, μόνος".

Κυριακή, Μαρτίου 17, 2013

Μπορείς να κλάψεις μες το νερό;

Αλέξης Σταμάτης
Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό;
Καστανιώτης, 2012
"...θεωρώ προτιμότερο ένα κακό έργο να αποσιωπάται, να μη του γίνεται κριτική. Όχι από αβρότητα, για να μη λυπηθεί ο συγγραφέας, αλλά γιατί πέρα από το χρόνο που διέθεσε κάποιος για να διαβάσει ένα τέτοιο έργο, δεν υπάρχει λόγος να σπαταλά και άλλον για τη διατύπωση μιας αρνητικής κριτικής".
Την πιο πάνω άποψη διατύπωνε σε μια συνέντευξή του ένας εξέχων πνευματικός άνθρωπος και συγγραφέας, που έχει παρουσιάσει πλείστα όσα έργα. Η άποψή του με προβλημάτισε, γιατί αρκετές φορές διατύπωσα αρνητικά σχόλια για κάποια βιβλία. Όμως δεν θα συμφωνήσω με τον αγαπητό φίλο. Η αρνητική κριτική, προπάντων όταν είναι ειλικρινής, στηριγμένη σε επιχειρήματα, χωρίς να υποκρύπτει σκοπιμότητα ή εμπάθεια, μπορεί να συμβάλει στο να προβληματιστεί ο συγγραφέας, να βοηθηθεί ίσως σε μελλοντικές απόπειρές του (αν είναι νέος) ή ακόμα να απαλλάξει άλλους πιθανούς αναγνώστες από το να χάσουν το χρόνο τους διαβάζοντας κάτι που δεν αξίζει. Μπορεί ακόμη μια αρνητική κριτική να δώσει αφορμή για γόνιμη συζήτηση γύρω από λογοτεχνικά θέματα, αν τυχόν κάποιοι έχουν διαφορετική άποψη για ένα βιβλίο. Για μένα, τέλος, η ειλικρινής καταγραφή των σκέψεων, αρνητικών ή θετικών, λειτουργεί και σαν ένα είδος ημερολογίου,  με βοηθά δηλαδή στο να θυμάμαι αργότερα το περιεχόμενο αλλά και τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε ένα ανάγνωσμα.
Το βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη "Μπαρ Φλωμπέρ" μου είχε αρέσει κι ίσως ήταν και αυτός ένας λόγος που πήρα και το τελευταίο του, με τον ερωτηματικό τίτλο "Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό;", το οποίο όμως με απογοήτευσε. Εν πρώτοις, με ενοχλεί, όπου τη συναντήσω, η "λογόσφαιρα των υπαινιγμών" (φράση από το ίδιο το βιβλίο). Να γίνεται δηλαδή ένας διάλογος ή να περιγράφεται μια σκηνή γεμάτη ασάφειες, υπονοούμενα, ο αναγνώστης να μην καταλαβαίνει τίποτα και μόνο πολύ αργότερα να τα εντάσσει στο μυθιστόρημα. Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, με μια σκηνή που αποτελεί νοερή αναδρομή του κεντρικού προσώπου, του Ορέστη Πολίτη, στο παρελθόν του, πράγμα όμως που ο αναγνώστης θα καταλάβει πολύ αργότερα και θα συνδέσει και με άλλες παρόμοιες σκηνές που συνθέτουν μια περίοδο του παρελθόντος του ήρωα, όταν υπήρξε μέλος τρομοκρατικής ομάδας. Καμιά όμως αναφορά ως προς το σκοπό της δράσης της ομάδας, αφήνοντάς το όλα ως το τέλος ασαφή και αόριστα.
Πέρα από τη σκόπιμη αρχική ασάφεια είναι ένα μυθιστόρημα "κλειστού χώρου". Όχι μόνο κυριολεκτικά, αφού διαδραματίζεται κυρίως σ' ένα διαμέρισμα, αλλά και μεταφορικά, με τις κλειστές ψυχές που η κάθε μια "κάτι κρύβει" (πάλι φράση από το μυθιστόρημα).
Η μόνη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν είναι η ύπαρξη μιας κοπέλας, τότε συνεργάτιδας του Ορέστη, η οποία μάλιστα είχε θυσιαστεί γι' αυτόν. Αφού την παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της ένα γιο, συναντάμε τώρα τον Ορέστη παντρεμένο με άλλη, τη Μαρίνα, και με μια κόρη, την Άννα. Τη φαινομενικά ήρεμη ζωή τους σ' ένα αθηναϊκό διαμέρισμα, διακόπτει η εμφάνιση στοιχείων του παρελθόντος, του μεγάλου πια γιου από τον πρώτο γάμο και ανώνυμων τηλεφωνημάτων. Μια κοπέλα επίσης που έρχεται ως οικιακή βοηθός εμλέκεται στην όλη υπόθεση.
Το μυθιστόρημα σου αφήνει απορίες, κενά, καταστάσεις ασύνδετες μεταξύ τους (για παράδειγμα η πυρπόληση του ανθοπωλείου της Μαρίνας). Το ύφος ποικίλλει. Άλλοτε είναι μικροπερίοδο, δημιουργώντας ένα αγχώδη ρυθμό κι άλλοτε έχει μακρούς, σχεδόν θεατρικούς διαλόγους.  Όταν αναπολώ το μυθιστόρημα δεν βρίσκω να μου άφησε τίποτα. Καμιά βαθύτερη σκέψη, κανένα προβληματισμό.
Αναλογίζομαι τα μεγάλα, κλασικά μυθιστορήματα, εκείνα στα οποία ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να κινήσει την περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τα υπονοούμενα και την ασάφεια, εκείνα που ο προβληματισμός έγκειται στις ιδέες και τις αξίες. Σκέφτομαι πως ίσως κάποτε είναι προτιμότερο να ξαναγυρίζουμε σ' αυτά, αντί να πειραματιζόμαστε αναγνωστικά με τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή.

Δευτέρα, Μαρτίου 04, 2013

Το άρωμα της νοσταλγίας

Μαρκ Λεβί
Το άρωμα της νοσταλγίας
Ψυχογιός 2011
Μετ. Τιτίκα Δημητρούλια-Χαρά Κογιώνη
Πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2013
"Οι προβλέψεις είναι δύσκολο πράγμα, ειδικά όταν αφορούν το μέλλον". Παραφράζοντας την εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος του Μαρκ Λεβί θα μπορούσα να πω: "Οι προβλέψεις είναι δύσκολο πράγμα, ειδικά όταν αφορούν το βιβλίο". Βεβαίως δεν ήταν η διαρκής παρουσία του παρόντος βιβλίου στα ευπώλητα που με ώθησε να το αγοράσω.  Ούτε οι εξαιρετικές κριτικές του ξένου κυρίως τύπου, αν και η αποσπασματική αναφορά τους δεν δίνουν ολοκληρωμένη εικόνα. Το αγόρασα, πρώτο γιατί το βρήκα σε ηλεκτρονική μορφή και δεύτερο, για το περιεχόμενο όπως διαφημιζόταν στην ηλεκτρονική σελίδα του βιβλιοπωλείου: "Λονδίνο, 1950, εποχή αμέσως μετά τον πόλεμο, ένα ταξίδι από το Λονδίνο στην Κωνσταντινούπολη, μια μυστηριώδης προφητεία", όλα αυτά έκαναν το βιβλίο να φαίνεται ενδιαφέρον. 
Η πραγματικότητα με απογοήτευσε. Ελάχιστα πράγματα διαφοροποιούν το αγγλικό περιβάλλον της μεταπολεμικής εποχής, όπως θα περίμενε κανείς, από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η κεντρική ηρωίδα, η Άλις, ασχολείται με την κατασκευή αρωμάτων, ενώ τα βράδια η θορυβώδης παρέα της ενοχλεί τον γείτονά της, το ζωγράφο κ. Ντάλντρι. (Ας σημειωθεί ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος στο πρωτότυπο είναι "Το παράξενο ταξίδι του κ. Ντάλντρι").
Μια μέρα που η Άλις είχε πάει με τους φίλους της στο Μπράιτον, μια μάντισσα της προλέγει ότι  θα συναντήσει έξι ανθρώπους  ώσπου να οδηγηθεί στον έβδομο, που θα είναι ο άντρας της ζωής της. Δεν δίνει πολλή σημασία στην προφητεία, αποφασίζει όμως να πάει στην Κωνσταντινούπολη, ελπίζοντας ότι εκεί θα μάθει περισσότερα γύρω από τα αρώματα. Στο ταξίδι τη συνοδεύει ο γείτονάς της, ο κ. Ντάλντρι. Ταξιδεύουν απλώς ως φίλοι, ο αναγνώστης όμως καταλαβαίνει πριν από αυτούς (!) ότι κάποια στιγμή θα πάψουν να είναι απλώς φίλοι.
Κάποιες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, δρόμοι, μυρωδιές, φαγητά δημιουργούν την ωραία ατμόσφαιρα της Πόλης, αλλά αυτό το θετικό στοιχείο δεν είναι αρκετό για να κάνει το μυθιστόρημα καλή λογοτεχνία. Πολλοί διάλογοι, κανένας προβληματισμός, τίποτα ουσιαστικότερο δεν σου αφήνει. Κατανοητό γιατί είναι "ευπώλητο".

Σημ. Ακόμα μια φορά παρακαλούνται οι εκδοτικοί οίκοι να στραφούν και σε ποιοτικότερες ηλεκτρονικές εκδόσεις και η τιμή τους να μην είναι μόνο δυο ευρώ φθηνότερες από τις έντυπες εκδόσεις, όπως συμβαίνει και με το παρόν βιβλίο.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013

Δουβλινιάδα

Ενρίκε Βίλα-Μάτας
Δουβλινιάδα
Καστανιώτης 2011
Μετ. Νάννα Παπανικολάου
Δεν  ξέρω αν μπήκε καμιά φορά στα "ευπώλητα", αμφιβάλλω όμως. Δεν είναι βιβλίο για να περάσει κανείς κάποιες ώρες χαλάρωσης, βυθιζόμενος στη μαγεία ενός παραμυθιού. Είναι βιβλίο που η ανάγνωσή του σε σεριανάει σ' ένα λογοτεχνικό κήπο με πυκνή βλάστηση. Όπου, ντυμένο με μυθιστορηματική χροιά συναντάς ή ξανασυναντάς βιβλία και συγγραφείς που διάβασες ή σου δημιουργείται η επιθυμία να διαβάσεις.
Με κεντρικό πρόσωπο τον Σάμουελ Ρίβα, έναν εκδότη, ο Ισπανός ή μάλλον Καταλανός, Ενρίκε Βίλα-Μάτας συνθέτει τον επικήδειο της έντυπης λογοτεχνίας. Μια αντίφαση, αν σκεφτούμε ότι ο επικήδειος αυτός συντίθεται με ένα λογοτεχνικό, έντυπο κέιμενο! Ο εξηντάχρονος εκδότης Ρίβα, διαβλέποντας την παρακμή των εκδόσεων όπως τις ξέρουμε, κλείνει έγκαιρα τον εκδοτικό του οίκο. Σαν επιβεβαίωση της εποχής που αλλάζει, ο ίδιος παθιάζεται με τη σύγχρονη τεχνολογία, γίνεται ένας "χικικομόρι", όπως λέγονται στην Ιαπωνία οι "αυτιστικοί" της πληροφορικής. Νεαροί σε πλήρη απομόνωση που "οι περισσότεροι κοιμούνται ή ξαπλώνουν κατά τη διάρκεια της μέρας και βλέπουν τηλεόραση ή ασχολούνται με τον υπολογιστή κατά τη διάρκεια της νύχτας".
Ο Ρίβα ζει στη Βαρκελώνη με τη γυναίκα του που του ανακοινώνει ότι θέλει να γίνει βουδίστρια. Αυτό δεν φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαίτερα, τον απασχολεί όμως η προσπάθειά που καταβάλλει εδώ και δυο χρόνια να αποτοξινωθεί από το αλκοόλ. Ζουν ακόμη οι ηλικιωμένοι γονείς του, τους οποίους επισκέπτεται μια φορά τη βδομάδα καθώς και όποτε γυρίζει από ταξίδι, για να τους το περιγράψει.
Ένα όνειρο που βλέπει να διαδραματίζεται στο Δουβλίνο, πόλη που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ, του δίνει την ιδέα να πάει και εκεί να τελέσει την κηδεία του κόσμου του Γουτεμβέργιου, της εποχής δηλαδή της τυπογραφίας. Ποιος χώρος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος γι' αυτό το σκοπό από το χώρο όπου διαδραματίζεται ένα κορυφαίο λογοτεχνικό έργο, η "Οδύσσεια" του Τζέημς Τζόυς;
Με άλλους τρεις φίλους λοιπόν, συγγραφείς που είχε εκδώσει, φτάνουν στο Δουβλίνο. Όλη η αφήγηση, αν και τριτοπρόσωπη,  δίνεται από τη σκοπιά του Ρίβα. Σκέψεις για τη λογοτεχνία, τους συγγραφείς και τους εκδότες, αναμνήσεις, συγγραφείς και έργα πλημμυρίζουν το βιβλίο: Ζυλιέν Γκρακ, Σελίν, Γέητς, Μπόρχες, Μέλβιλ, Πωλ Ώστερ, Προυστ, Τζούλιαν Μπαρνς, εκτενώς ο Μπέκετ και πάνω απ' όλους βέβαια ο Τζόυς περνούν από τους συλλογισμούς του.
Και βεβαίως δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερη μέρα για την τέλεση της κηδείας της τυπογραφίας από τη 16η Ιουνίου, την περίφημη Bloomsday, δηλ. την ημέρα κατά την οποία διαδραματίζεται όλη η "Οδύσσεια" του Τζόυς. Ούτε καταλληλότερος χώρος για την τέλεση αυτής της κηδείας από το καθολικό κοιμητήριο του Γκλάσνεβιν, όπου τελείται η κηδεία που καταλαμβάνει το 6ο κεφάλαιο της "Οδύσσειας", το επιγραφόμενο "Νέκυια". Ο Τζόυς, παντού ο Τζόυς και γύρω από αυτόν ένα ολόκληρο λογοτεχνικό σύμπαν.
Η "Δουβλινιάδα" δεν είναι εύκολο βιβλίο. Ο αναγνώστης όμως που θα καταφέρει να εισχωρήσει στον κόσμο του θα επανέρχεται σ' αυτήν ξανά και ξανά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2013

Για την τιμή του βιβλίου



Κυρίες και κύριοι εκδότες,
Η κρίση είναι εδώ. Το γνωρίζετε καλά. Οξύτατη και πολυεπίπεδη. Έχει εισβάλει στις επιχειρήσεις σας. Ο κλάδος περνά μεγάλη δοκιμασία. Διαστρωματωμένα αποτυπωμένη πλέον στο μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας επηρεάζει αντιστοίχως αναλογικά και πάντως δραματικά την ζωή όλων μας.  Δυσκολεύει  η  καθημερινότητα για ολοένα και περισσότερους  και αγγίζει κάθε τομέα, πέρα από τον αποκλειστικά οικονομικό και εργασιακό.
Όταν η ανεργία και η κάθετη πτώση του εισοδήματος  έχουν εκτοξευθεί στους πιο υψηλούς δείκτες των τελευταίων δεκαετιών η βασική βεβαίως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η υπεράσπιση της Αξιοπρέπειας στην καθημερινή διαβίωση με όλα όσα πρέπει αυτή να περιλαμβάνει σε συνθήκες Δημοκρατίας :Υγεία, Στέγη, Τροφή, Εκπαίδευση, Ελευθερία.
Για τους βιβλιόφιλους  αυτής της χώρας, που στην πλειοψηφία τους δεν είναι ένα προνομιούχο κομμάτι, που ζει εκτός κοινής οικονομικής πραγματικότητας, το βιβλίο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αγαθό ενταγμένο στα παραπάνω, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στην λίστα εκείνων,  που θα μειωθούν ή θα κοπούν εντελώς, επειδή η ακρίβεια το καθιστά συχνά απλησίαστο.
Αν με τις προσφορές, τα παζάρια, την στροφή στους παλιούς τίτλους και την επιστροφή στις βιβλιοθήκες διαφαίνεται μια καλή λύση, τι θα γίνει με τους καινούργιους τίτλους;
Θα αφορούν σε όλο και πιο λίγους; Και αν παγιωθεί αυτό ως αναγκαστική συνθήκη στην κρίση, θα πάμε από την εκδοτική πλημμυρίδα σε μιαν εκδοτική άμπωτη της οποίας τα χαρακτηριστικά θα είναι  ούτε λίγο ούτε πολύ τα…εκδίδουμε  ό,τι μπορεί να αποσβέσει;
Πριν φτάσουμε σ΄αυτό, το θλιβερό και στρεφόμενο στην ουσία κατά του πολιτισμού μας, ας επιχειρήσετε εσείς, οι εκδοτικοί οίκοι, καθώς σ΄εσάς πέφτει πρωτίστως αυτή η  υποχρέωση, κάτι άλλο: μείωση της τιμής των καινούργιων τίτλων, ώστε να μην ανακοπεί η δημιουργική έκφραση όλων αυτών, στους οποίους ανάμεσα, πάντοτε, υπάρχουν ταλέντα που δεν πρέπει να χαθούν, επειδή θα έχει προκριθεί  λόγω ωμής ανάγκης ,το εφήμερο.
Ως αναγνώστες, ιστολόγοι, πολίτες, σας το ζητάμε και αν το πράξετε, πρώτοι εμείς, θα το υποστηρίξουμε. Αντιλαμβανόμαστε τις δυσκολίες, τις υποχρεώσεις σας στους εργαζόμενους, τα κόστη χαρτιού, δικαιωμάτων, μεταφράσεων και ό,τι άλλο, όμως  το βιβλίο ακριβώς στην παρούσα κρίση οφείλουμε να το διαδώσουμε ως αγαθό και όχι πολυτέλεια των ολίγων.
Τα ιστολόγιά μας, πάντα φιλόξενα και χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, λειτουργήσαμε και λειτουργούμε, εκ των πραγμάτων, ως… διαφημιστές των βιβλίων σας! Ειδικά εκείνων που υπερβαίνουν το εφήμερο…
Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε  υπηρετώντας από κοινού με σας την Λογοτεχνία και συμβάλλοντας στην επιβίωσή της ,αν κι εσείς θελήσετε να προχωρήσετε σ΄ αυτό που επιτακτικά πλέον σας ζητάμε: χαμηλές τιμές σε όλα και ειδικότερα στα καινούργια βιβλία χωρίς αλλαγή στην αισθητική και την ποιότητά τους.
Και αν η τιμή του έντυπου βιβλίου δεν μπορεί να αλλάξει δραστικά, εκεί που δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία είναι η υψηλή τιμή του e-book. Δεν επιτρέπεται η διαφορά της τιμής έντυπου και ηλεκτρονικού βιβλίου να είναι τις πλείστες φορές μόνο δύο ευρώ! Μπορεί και πρέπει να είναι τουλάχιστον η μισή, πράγμα που όχι μόνο θα διευκόλυνε τους ήδη βιβλιόφιλους αλλά πιθανότατα θα προσήλκυε και νέους.




Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2013

Αργός χορός



 Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Αργός χορός
Διόπτρα, 2013
Νομίζω πως η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου δεν χρειάζεται πια καμιά παρουσίαση του βιογραφικού της. Γνωστή για τα πάμπολλα βιβλία της, διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονογραφήματα, παιδική και νεανική λογοτεχνία, καθώς και την πληθώρα διακρίσεων και βραβεύσεων, είναι πολύ αγαπητή και δημοφιλής συγγραφέας και οι θιασώτες της γραφής της περιμένουν ανυπόμονα κάθε καινούρια της έκδοση.
Από την παρουσίαση στη Λευκωσία
Υπάρχει η άποψη πως τα ιστορικά, κοινωνικά ή άλλα γεγονότα πρέπει να αφήνονται να ωριμάσουν, πρέπει να περάσει καιρός από τότε που διαδραματίζονται, να πάρουν τις σωστές τους διαστάσεις πριν από τη λογοτεχνική τους μετουσίωση. Στην ιστορία όμως της λογοτεχνίας συναντάμε παραδείγματα από εξαιρετικά βιβλία που γράφτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα όπως, αντίθετα, και άλλα, εξίσου σπουδαία , που γράφτηκαν χρόνια μετά.
Για παράδειγμα, η περιγραφή της μάχης του Μποροντίνο στο μυθιστόρημα  του Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη» έγινε πενήντα σχεδόν χρόνια μετά τη διεξαγωγή της. Αλλά ο Έρνεστ Χεμινγουαίη απεικονίζει τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» σχεδόν αμέσως με το πέρας του. Ο Μυριβήλης εξιστορεί τον πόλεμο των χαρακωμάτων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο «Η ζωή εν τάφω» ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή του, ενώ η καταστροφή της Σμύρνης (1922) εξακολουθεί και σήμερα, 90 χρόνια μετά, να εμπνέει τους λογοτέχνες. Έτσι, η αξία ενός βιβλίου που σχετίζεται με ιστορικά γεγονότα δεν εξαρτάται από τη χρονική απόσταση ή μη των γεγονότων, αλλά από πολλούς άλλους παράγοντες.
Η συγγραφέας υπογράφει βιβλία
Δυο λόγια από τη συγγραφέα
Στο βιβλίο «Αργός χορός»  συνδυάζονται  και οι δυο αυτές τάσεις. Ξεκινά από το σήμερα αλλά μας παίρνει και πενήντα περίπου χρόνια πίσω, με την αφήγηση να εναλλάσσεται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Η συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο της στους 13 θυσιασθέντες στο Μαρί και απ’ αυτό το τραγικό γεγονός αρχίζει την αφήγησή της. (Πρόκειται για τη φονικότατη έκρηξη πυρομαχικών στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης», κοντά στο χωριό Μαρί, με θύματα και άλλες ανυπολόγιστες ζημιές, στις 11 Ιουλίου 2011).
Ο ηθοποιός Ηρόδοτος Μιλτιάδου διαβάζει αποσπάσματα
Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Αλέκος. Ένα νέο παιδί που, αφού σπούδασε στο Λος Άντζελες κινηματογράφο και οπτικοακουστικά μέσα, γυρίζει στην Κύπρο, όπου απεγνωσμένα όπως χιλιάδες άλλοι νέοι της ηλικίας του ψάχνει για δουλειά. Ο Αλέκος θέλει να μείνει στον τόπο του όχι μόνο από αγάπη γι’ αυτόν αλλά και για τον έρωτά του για την Άννα. Με την Άννα γνωρίζονταν και αγαπιούνταν από τα μαθητικά τους χρόνια, όμως η απόρριψη που αισθάνεται, η απογοήτευση, η ντροπή να εξαρτάται οικονομικά ακόμα από τους γονείς του, ένα αίσθημα μειονεξίας απέναντι στην Άννα που έχει ήδη διοριστεί ως καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο, τον κάνουν να πάρει την απόφαση να φύγει από την Κύπρο. Πριν φύγει γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ με σκοπό να το υποβάλει σ’ ένα διαγωνισμό κι έτσι βρίσκεται το πρωί της 11ης Ιουλίου στο Gavernors Beach, για να κινηματογραφήσει την ανατολή του ήλιου. Εκείνη την ώρα όμως, σε κοντινή απόσταση, συμβαίνει  η φονική έκρηξη, της οποίας γίνεται μάρτυρας. Η απόφαση να φύγει από την Κύπρο γίνεται πιο έντονη.
Ο κ. Δ. Μπαλαούρας του βιβλιοπωλείου "Πάργα" καλοσωρίζει τη συγκέντρωση
 Έτοιμος να φύγει επισκέπτεται τη γιαγιά του Σοφία με την οποία τον δένει μια ιδιαίτερη σχέση. Εκείνη του δίνει ένα χοντρό μαύρο τετράδιο στο οποίο έχει καταγράψει τη ζωή της, θέλοντας έτσι να του δώσει την ιδέα ενός σεναρίου για ταινία. Και τότε ο Αλέκος βυθίζεται σ’ ένα παρελθόν, μακρινό για τη γενιά του, αλλά τόσο κοντινό για όλους εμάς που το ζήσαμε.
Ειλικρινά, διαβάζοντας μαζί με τον Αλέκο το τετράδιο, ένιωθα πως ταυτιζόμουν με τη γιαγιά Σοφία. Ίδιες εμπειρίες, ίδια συναισθήματα, ίδιο περιβάλλον στην Κύπρο, όπως το ζήσαμε από τις αρχές του ’50 ως τις μέρες μας. Μέσα από την καταγραφή της γιαγιάς Σοφίας περνάει η ιστορία του τόπου μας των τελευταίων εξήντα χρόνων, όχι βέβαια σαν ιστορικό μυθιστόρημα αλλά σαν περιβάλλον και συνθήκες που επηρέασαν και καθόρισαν τη ζωή των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.
Η Σοφία, παιδί μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, αρχίζει την αφήγησή της από τα ευτυχισμένα παιδικά της χρόνια στο Βαρώσι. Στην παλιά, περιτειχισμένη πόλη με τον Πύργο του Οθέλλου, την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου Έλληνες, Άγγλοι και Τούρκοι συμβίωναν ειρηνικά. Ακολουθεί η αρχή της διατάραξης των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων και η αναγκαστική μετακόμιση της οικογένειας στη Λευκωσία. Η Σοφία φοιτά στο Γυμνάσιο Φανερωμένης, ζει τον αγώνα της ΕΟΚΑ και, μαθήτρια ακόμη, εντάσσεται στην Οργάνωση δίνοντας τον όρκο. Από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου είναι οι στιγμές της ορκωμοσίας και εξαιρετικός ο τρόπος με τον οποίο μας τις αποδίδει η συγγραφέας. Γράφει: «Για μερικά λεπτά πίστεψα πως η καρδιά στο στήθος μου έπαψε να χτυπά, και κάτι φύτρωνε μέσα μου, σαν δέντρο που έβγαζε ρίζες, έβγαζε φύλλα κι εγώ ένιωθα πολύ αδύναμη να το βαστάξω (…) Επαναλάμβανα τα λόγια του όρκου, έχοντας πλήρη επίγνωση της ιερότητας της στιγμής: «Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος…».
Ο.Κ. Γ. Παπαδόπουλος των εκδόσεων "Διόπτρα"
Μέσα στη δίνη των γεγονότων που συνεπαίρνουν όλο το νησί, η ζωή δεν παύει να κυλά και οι άνθρωποι να ζουν την καθημερινότητά τους, να ονειρεύονται, να ερωτεύονται. Η Σοφία γνωρίζει το Σωτήρη, έναν άλλο μαθητή ενταγμένο στην ΕΟΚΑ. Ο έρωτάς τους έχει κάτι από τη δύναμη και την αγνότητα που είχαν οι έρωτες την εποχή εκείνη, την τόσο διαφορετική από την εποχή που ζει ο Αλέκος. Η σύγκριση των σχέσεων Σοφίας-Σωτήρη και Αλέκου-Άννας, που άθελα κάνει ο αναγνώστης, φωτίζει έμμεσα τις τόσο διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στο χρόνο.
Η προσωπική ζωή της γιαγιάς Σοφίας προχωρεί παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα. Την ευφορία μετά την ανεξαρτησία, τα πρώτα σύννεφα, τα γεγονότα του ’63-’64, την τουρκική απειλή που αρχίζει να διαφαίνεται. Με δύναμη, υποβλητικότητα και εξαιρετική παραστατικότητα περιγράφει (πάντα με τη φωνή της Σοφίας) τις ανήσυχες στιγμές που ζούσαμε. «Ταραγμένα όνειρα με ταραγμένες νύχτες».
Θα ακολουθήσει βέβαια το πραξικόπημα, η εισβολή, η προσπάθεια ανασυγκρότησης, οι πορείες των γυναικών, όλα όσα αποτελούν το δράμα του νησιού, το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξετυλίγονται και τα προσωπικά, ατομικά δράματα. Πώς θα εξελιχθεί μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια η σχέση Σοφίας-Σωτήρη; Ας μη ξεχνάμε ότι η εποχή της Σοφίας ήταν μια εποχή αυστηρών ηθών, οι γάμοι διευθετούνταν κυρίως με συνοικέσια και η οικογένεια της Σοφίας ήταν μια παραδοσιακή, αυστηρή οικογένεια. Κρίση όμως περνάει, για εντελώς διαφορετικούς λόγους, και η σχέση Αλέκου-Άννας την οποία επίσης παρακολουθούμε μεταφερόμενοι από το παρελθόν στο παρόν. Και τι σημαίνει ο τίτλος «Αργός χορός»; Δεν θα αποκαλύψω τη συνέχεια, δεν θέλω να μειώσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη που κρατάει ως την τελευταία σελίδα.
Οι συντελεστές της εκδήλωσης
Πολλά είναι τα πρόσωπα που διακινούνται στο βιβλίο. Πάντα με κύριο πρόσωπο τη Σοφία του χτες και τον Αλέκο του σήμερα συναντάμε τους γονείς τους, την αδελφή της Σοφίας, την Ελένη, την αχώριστη φίλη της Ελπίδα, συζύγους και παιδιά, φίλους και γνωστούς. Ένας ξεχωριστός τύπος είναι η Ασπασία που από δέκα χρονών είχε έρθει από το χωριό της για να δουλέψει στην οικογένεια της Σοφίας. Περισσότερο σαν μέλος της οικογένειας παρά σαν υπηρέτρια, θα συνωμοτεί με τα κορίτσια όταν ήταν μικρά, θα αποκρύβει τις μικροαταξίες τους και θα μείνει μαζί τους όλη της τη ζωή, ακολουθώντας τις περιπέτειες της οικογένειας. Πολύ έντεχνα τη βάζει η Γιόλα να μιλά στην κυπριακή διάλεκτο, της οποίας οι πιο δύσκολες λέξεις ερμηνεύονται σε υποσημειώσεις, δημιουργώντας έτσι πιο έντονη την κυπριακή ατμόσφαιρα.
 Ένα ακόμα ιδιαίτερο χάρισμα της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να τοποθετεί τον αναγνώστη σ’ ένα ρεαλιστικό περιβάλλον. Με σύντομες αλλά καίριες περιγραφές ο αναγνώστης μεταφέρεται σε χρόνο και τόπο. Για παράδειγμα, στην παλιά, περιτειχισμένη Αμμόχωστο ή στη γειτονιά της εκκλησίας και του σχολείου της Φανερωμένης στη Λευκωσία, αλλά και στην Αθήνα ή τη Βηρυτό, όπου θα βρεθεί η Σοφία. Ο «Αργός χορός» είναι ένα μακρύ ταξίδι σε τόπο και χρόνο. Μεταφερόμαστε από το ζωντανό, δύσκολο παρόν σ’ ένα μακρινό, νοσταλγικό παρελθόν και αντίστροφα καθώς τα κεφάλαια που αφορούν την ανάγνωση του τετραδίου της γιαγιάς Σοφίας εναλλάσσονται με τη ζωή του Αλέκου στο παρόν.
Πυκνό το ακροατήριο στη Λευκωσία
Πέρα από την απόλαυση της ανάγνωσης και την ιστορική γνώση που αποκομίζει ο αναγνώστης, είναι βέβαιο πως κλείνοντας το βιβλίο θα κουβαλάει μαζί του όχι μόνο  πρόσωπα και γεγονότα που χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη αλλά κι ένα συναίσθημα αισιοδοξίας, τόσο απαραίτητο στις μέρες μας.

Σημ. Η παρουσίαση έγινε στη Λάρνακα (11/2/2013), στη Λευκωσία (12/2/2013) και στη Λεμεσό (13/2/2013).