Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

Το βιβλιοπωλείο των σκιών

Διερωτώμαι αν η απογοήτευσή μου από το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Δανού συγγραφέα Μίκκελ Μπίργκεγκορ (γεν. 1969) οφείλεται στις αυξημένες προσδοκίες που μου δημιούργησε ο ενθουσιασμός του Mike, από τον οποίο και έμαθα γι' αυτό το βιβλίο, ή αν πράγματι δεν αξίζει όσο διαφημίζεται ("μεταφράζεται ήδη σε 17 χώρες ενώ ετοιμάζεται και η μεταφορά του στον κινηματογράφο").
"Το βιβλιοπωλείο των σκιών" (Πατάκης, 2009, μετ. Λύο Καλοβυρνάς) κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε να είναι κι ένα γοητευτικό ανάγνωσμα για τους βιβλιόφιλους, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποίησε ως εκεί την ιδέα του ο νεαρός συγγραφέας.
Ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην Κοπεγχάγη, το Libri di Luca, είναι το κέντρο μιας ομάδας βιβλιόφιλων με ειδικές ικανότητες. Αποκαλούνται Λέτορες, όπως λέγονται οι αναγνώστες στα ιταλικά, και μπορούν κατά την ανάγνωση ενός κειμένου να δώσουν όποια έμφαση θέλουν και κατά συνέπεια να επηρεάσουν το βίωμα και τη στάση του ακροατή απέναντι στο ανάγνωσμα, μέχρι του σημείου να αλλάξουν τις αποφάσεις του ή τα συναισθήματά του σε τέτοιο βαθμό που ο ακροατής ή ο αναγνώστης που δέχεται μια τέτοια επίδραση να οδηγηθεί ακόμη και στο θάνατο. Οι Λέτορες ανήκουν σε δυο κατηγορίες, στους πομπούς και τους δέκτες (που για να είμαι ειλικρινής δεν καλοκατάλαβα τη διαφορά τους).
Το παλαιοβιβλιιοπωλείο ανήκει σ' έναν ηλικιωμένο Ιταλό, τον Λούκα, που πεθαίνει ενώ διαβάζει το βιβλίο Operette morali του Τζάκομο Λεοπάρντι. Ο θάνατός του αποδίδεται σε καρδιακή προσβολή και το βιβλιοπωλείο κληρονομεί ο δικηγόρος γιος του Γιον, που για είκοσι χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με τον πατέρα του, ούτε είχε ιδέα για τους Λέτορες. Σιγά-σιγά θα ενημερωθεί, θα "ενεργοποιηθεί" και ο ίδιος και η μια περιπέτεια ακολουθεί καταιγιστικά την άλλη στο βιβλίο. Ως συνήθως σε παρόμοιου τύπου υποθέσεις υπάρχουν οι "καλοί" και "οι κακοί". "Κακοί" είναι μια άλλη οργάνωση που αποκαλείται Σκιώδης Οργάνωση, που θέλει να εκμεταλλευτεί τη δύναμη των Λετόρων. Φόνοι, αναγνώσεις που προκαλούν με τη φόρτισή τους ακόμα και βραχυκύκλωμα ή πυρκαγιά αφθονούν στο βιβλίο. Υπάρχει επίσης ένας χάκερ που μπορεί να ανακαλύψει τα πάντα στους υπολογιστές του (ο συγγραφέας φαίνεται να εκμεταλλεύεται την ιδιότητά του ως προγραμματιστή) και η διαμάχη με τη Σκιώδη Οργάνωση θα οδηγήσει τους ήρωες του βιβλίου μέχρι την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδειας.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ιδέα του συγγραφέα και παρ' όλο ότι ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, υπάρχουν απόψεις που δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η επίδραση που ασκεί στο πνεύμα μας ένας χώρος γεμάτος από βιβλία ή ακόμη η ενέργεια που μας διοχετεύει ένα παλιό βιβλίο, προπάντων η πρώτη του έκδοση, είναι επιρροές που ίσως πολλοί από μας έχουν αισθανθεί.
Η απογοήτευσή μου από το βιβλίο έγκειται στο ότι ο συγγραφέας δεν αξιοποίησε όσο έπρεπε την ιδέα του. Ενώ όλο το μυθιστόρημα κινείται γύρω από τα βιβλία, ελάχιστοι τίτλοι αναφέρονται και ούτε ένα απόσπασμα. Θα περίμενε κανείς, όταν ένας δέκτης διαβάζει και επηρεάζει τόσο πολύ τους ακροατές του, να αναφερόταν και το συγκεκριμένο βιβλίο από το οποίο διαβάζει. Εξαίρεση αποτελεί...ο Πινόκιο και η απλή αναφορά σε 2-3 άλλους τίτλους. Ή ο συγγραφέας δεν έχει αρκετή γνώση της λογοτεχνικής παραγωγής ή... βαρέθηκε να ψάξει για τα κατάλληλα κείμενα.
Οπωσδήποτε, ένα βιβλίο που ασχολείται με βιβλία, παρ' όλες τις αδυναμίες του, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρει κάθε βιβλιόφιλο.

Σάββατο, Νοεμβρίου 07, 2009

Το μυστικό ποτάμι

Σπάνια βιβλίο που δεν έχει μια ελκυστική υπόθεση, που δεν σου δημιουργεί την περιέργεια να δεις τι θα γίνει παρακάτω, που σχεδόν μπορείς να μαντέψεις τη συνέχεια, με τράβηξε τόσο πολύ όσο το μυθιστόρημα της Αυστραλής συγγραφέως Κέιτ Γκρένβιλ "Το μυστικό ποτάμι" (Καστανιώτης, 2008). Γεμάτο ομορφιά και ποίηση, πλημμυρισμένο από περιγραφές της παρθένας αυστραλιανής φύσης πριν από την υποταγή της στους Άγγλους αποίκους, το βιβλίο σε μεταφέρει εκεί, στην Αυστραλία των αρχών του 19ου αι. Η σκέψη σου μετεωρίζεται ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου που αναζητούν ένα τόπο επιβίωσης και στους πρωτόγονους κατοίκους αυτής της γης, που γι' αυτούς τούτο το χώμα ήταν κομμάτι από τον ίδιο τον εαυτό τους. Ουσιαστικά το βιβλίο σε βάζει ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς και συχνά σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιοι πραγματικά ήταν οι πολιτισμένοι, οι Άγγλοι κατακτητές ή οι Αυστραλοί γηγενείς, οι δεμένοι με τη φύση και το περιβάλλον τους.

Στα 1806 ο Γουίλλιαμ Θόρνχιλ είναι ένας πάμπτωχος βαρκάρης στον Τάμεση. Η Ντικενσιανή ατμόσφαιρα του Λονδίνου (κατά τον προσφυέστατο χαρακτηρισμό του Librofilo) σε κάνει να αναρωτιέσαι: "αλήθεια, τι νοσταλγούμε, όταν μιλάμε για παλιούς, καλούς καιρούς;" Ο φτωχός βαρκάρης είναι από παιδί ερωτευμένος με τη συνομήλική του Σαλ. Παντρεύονται, αποκτούν ένα παιδί, ένα δεύτερο είναι στο δρόμο, μα οι φοβερές ανάγκες οδηγούν, όπως και πολλούς άλλους τότε, στην κλοπή. Τιμωρία, η καταδίκη σε δημόσιο απαγχονισμό. Μια ευκαρία έχει να γλιτώσει τη ζωή του. Να εξοριστεί ισόβια μαζί με την οικογένειά του στη μακρινή αποικία του Σίδνεϊ, όπου το πλοίο της εποχής χρειαζόταν περίπου ένα χρόνο για να φτάσει.
Αρχίζει κι εκεί ως βαρκάρης να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Όμως, ένα κομμάτι γης που αντικρίζει μια μέρα στις όχθες ενός "μυστικού ποταμού", λειτουργεί μέσα του σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Το θέλει αυτό το κομμάτι γης. Τίποτα ευκολότερο."Καταμεσής του ξέφωτου, έσυρε το τακούνι του στο χώμα τέσσερις φορές. Οι ευθείες και το τετράγωνο που σχημάτιζαν δεν έμοιαζαν με τίποτε άλλο εκεί κι άλλαξαν τα πάντα. Να λοιπόν ένα μέρος όπου ο άνθρωπος έβαλε το σημάδι του στη γη. Ήταν καταπληκτικό το πόσο λίγα χρειάζονταν για να έχεις ένα κομμάτι γης". Βοηθός και συμπαραστάτης στον αγώνα για επιβίωση η αγαπημένη του γυναίκα, η Σαλ, που όμως δεν παύει να σκέφτεται και να ονειρεύεται "τον γυρισμό στην πατρίδα". Τα παιδιά ακολουθούν το ένα το άλλο, έξι τελικά θα αποκτήσουν.
Η οικογένεια του Θόρνχιλ, καθώς και οι άλλοι άποικοι, μέσα στις προχειροφτιαγμένες καλύβες τους, μακριά ο ένας από τον άλλο, αγωνίζονται να ξεχερσώσουν τη γη που τους δόθηκε, να σπείρουν καλαμπόκι, να φυτέψουν λαχανικά. Τριγύρω τους το πυκνό δάσος και οι μαύροι ντόπιοι που τους παρακολουθούν από μακριά, που προβάλλουν βιαστικά σαν σκιές, γυμνοί, με τα ακόντια στο χέρι. Δεν φαίνονται να δουλεύουν ή να κοπιάζουν, εξασφαλίζουν την τροφή τους από τις ρίζες, τα φυτά, τα ζώα γύρω τους κι έχουν άφθονο χρόνο να καθίσουν γύρω από τη φωτιά, να χορέψουν και να τραγουδήσουν, να πουν παραμύθια και να χαϊδέψουν τα παιδιά τους. Η αντίθεση, η σύγκριση και η σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτισμών είναι αναπόφευκτη.
Οι λευκοί βεβαίως με τα όπλα θα επικρατήσουν. Οι σκηνές εξόντωσης των μαύρων είναι ανατριχιαστικές μέσα στη ρεαλιστικότητα της περιγραφής της Γκρένβιλ. Ο Θόρνχιλ, ο πρώην κατάδικος, όχι μόνο επιβιώνει, γίνεται ένας πλούσιος κτηματίας, με πολλούς άλλους να τον υπηρετούν, μ' ένα πανέμορφο σπίτι "που μπορούσε να φανταστεί ως μια εκδοχή της Αγγλίας", με άφθονο χρόνο στη διάθεσή του να κάθεται στη βεράντα και να κοιτάζει με το τηλεσκόπιο πέρα μακριά. Αλλά, με μια από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου, η συγγραφέας συμπυκνώνει όλη την ουσία του έργου της: "Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν αισθανόταν θριαμβευτής".

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Το κορίτσι με το τατουάζ

Το ότι κάλυψα αναγνωστικά τις 660 σελίδες του μυθιστορήματος του Στιγκ Λάρσον μέσα σε τρεις μόνο μέρες, είναι από τις πιο πειστικές αποδείξεις για το πόσο "τραβηχτικό" είναι αυτό το βιβλίο, γυρισμένο ήδη σε ταινία.
"Το κορίτσι με το τατουάζ" (Ψυχογιός 2009, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος, πρόλογος Μανώλης Πιμπλής) έχει μια ιδιάζουσα εκδοτική ιστορία. Αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με το γενικό τίτλο Millenium (ο δεύτερος τόμος ήδη κυκλοφορεί και στα Ελληνικά), την οποία ο Σουηδός συγγραφέας δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Έξι μήνες μετά την παράδοση των χειρογράφων, το 2004, πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Δεν είδε έτσι την τεράστια επιτυχία που σημειώνει το βιβλίο του σ' όλο τον κόσμο.
Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, αλλά όχι μόνο. Είναι ταυτόχρονα και μια ανατομία της σουηδικής κοινωνίας. Θέματα πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, οικονομικά, τεχνολογίας και άλλα περιβάλλουν την αστυνομική ιστορία. Θα 'λεγε κανείς πως το αστυνομικό μυστήριο είναι το δέλεαρ για να ειπωθούν όλα τα άλλα.
Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλούκμβιστ (δημοσιογράφος ήταν και ό ίδιος ο συγγραφέας). Συνεκδότης του περιοδικού Millenium, ειδικεύεται στο οικονομικό ρεπορτάζ προσπαθώντας να "ελέγχει και να αποκαλύπτει τους μεγαλοκαρχαρίες κεφαλαιούχους". Εξίσου σημαντικό ρόλο, αν όχι σημαντικότερο, διαδραματίζει "Το κορίτσι με το τατουάζ¨, η Λίσμπετ Σαλάντερ. Μικροκαμωμένη, με σώμα γεμάτο τατουάζ, με παράξενο, παράταιρο, συνήθως μαύρο ντύσιμο, απροσάρμοστη, γι' αυτό και ζει υπό επιτήρηση, με σεξουαλικές προτιμήσεις και για τα δύο φύλα, "ένα φρικιό", όπως λέει η ίδια. Δεν έχει τελειώσει καλά-καλά το σχολείο, είναι όμως ικανότατη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διαθέτει μια φωτογραφική μνήμη και εργάζεται ως εξωτερική συνεργάτις σε μια εταιρεία ασφάλειας.
Αυτοί οι δυο τόσο αταίριαστοι και ανόμοιοι τύποι, ο Μίκαελ και η Λίσμπετ, άγνωστοι μεταξύ τους ως το μισό σχεδόν βιβλίο, θα συνεργαστούν κάποια στιγμή για την εξιχνίαση μιας εξαφάνισης προσώπου που έγινε πριν από 36 ολόκληρα χρόνια! Το πρόσωπο αυτό ανήκε στη μεγάλη, πάμπλουτη, ισχυρή οικογένεια επιχειρηματιών, την οικογένεια Βάνιερ. Επικεφαλής του ομίλου εταιρειών της οικογένειας είναι ο ογδοντάχρονος Χένρικ Βάνιερ, που αναθέτει στον Μπλούκβιστ, με πρόσχημα τη συγγραφή της ιστορίας της οικογένειας, τη διερεύνηση της εξαφάνισης της δεκαεξάχρονης τότε, το 1966, Χάριετ. Τα περισσότερα από τα μέλη της οικογένειας Βάνιερ ζούσαν σ' ένα σουηδικό νησί, που συνδεόταν με τη μικρή πόλη Ένεσταντ μόνο με μια γέφυρα. Απ' αυτό το νησί εξαφανίστηκε χωρίς να βρεθεί ούτε νεκρή ούτε ζωντανή, παρά τις εξονυχιστικές έρευνες, η νεαρή Χάριετ. Αργά, μεθοδικά, με ανατροπές που ξαφνιάζουν, ο συγγραφέας παρασύρει τον αναγνώστη να αναζητεί μαζί με τον Μίκαελ και τη Λίσμπετ τη λύση. Ζούμε κι εμείς ένα χρόνο στο απομονωμένο νησί όπου έχει εγκαταστεθεί ο δημοσιογράφος, σύμφωνα με το συμβόλαιο που υπέγραψε με τον Χένρικ. Παγώνουμε μέσα στα χιόνια του σουηδικού χειμώνα με τις θερμοκρασίες 20 βαθμών κάτω από το μηδέν, γνωρίζουμε τους χαρακτήρες που, αν και πολλοί, δεν συγχίζουν τον αναγνώστη, γιατί η τέχνη του συγγραφέα τους καθιστά πλήρως ευδιάκριτους, η σκέψη μας ακονίζεται στις υποθέσεις του τι πράγματι μπορεί να συνέβη πριν από τόσα χρόνια.
Ελκυστικό και "διαβαστερό" μπορεί να είναι το βιβλίο, δεν παύω όμως να έχω τις μικρές μου ενστάσεις. Και πρώτα για την ηρωίδα του έργου, τη Λίσμπετ. Πόσο πιθανό είναι μια κοπέλα που δεν έχει τελειώσει το σχολείο να είναι μια ικανότατη χάκερ ή να μιλάει Αγγλικά με "οξφορδιανή προφορά"; Η διείσδυση στους ξένους υπολογιστές, ακόμα κι αν πρόκειται για να ξεσκεπαστεί ένας απατεώνας, δεν νομίζω ότι είναι ηθικά αποδεχτή ενέργεια. Πολύ περισσότερο θεωρώ απαράδεχτη την απόσπαση χρημάτων από ξένους λογαριασμούς, στην οποία προβαίνει η ηρωίδα. Μπορεί να εκδικήθηκε έναν απατεώνα, αλλά ποιος μπορεί να εμποδίσει την απόσπαση και από άλλους λογαριασμούς;
Οι σαδιστικές σκηνές του βιβλίου είναι ιδιαίτερα ενοχλητικές. Και αν στη μια περίπτωση δικαιολογούνταν γιατί συνδέονταν με φόνους, στην πρώτη περίπτωση που αφορούν τη Λίσμπετ τις βρήκα αχρείαστες, δεν συνδέονται άμεσα με την υπόθεση, εκτός αν αυτό θα φανεί στη συνέχεια, στο δεύτερο τόμο. Βρήκα γενικά το βιβλίο, παρά το ενδιαφέρον του, κάπως φλύαρο, θα μπορούσε να είναι συντομότερο, γι' αυτό και δεν θα βιαστώ να διαβάσω το δεύτερο τόμο. Χρειάζεται μια ανάσα πριν απ' αυτό.
Υ.Γ. Δεν ξέρω πόσο επιτρεπτό είναι να χρησιμοποείται ταυτόσημος τίτλος με ένα άλλο βιβλίο. Είναι "Το κορίτσι με το τατουάζ" της Τζόις Κάρολ Όουτς, εκδομένο από τον Καστανιώτη το 2006. Η ακριβής μετάφραση του τίτλου του σουηδικού βιβλίου είναι, όπως λέει στον πρόλογό του ο Μανώλης Πιμπλής, "Οι άντρες που μισούσαν τις γυναίκες".

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Σβησμένες ψυχές

Όποιος δεν αντέχει τη βία και τη σκληρότητα ας μη διαβάσει το μυθιστόρημα του Ναντίμ Ασλάμ. Είναι σκηνές που σε κάνουν ν' ανατριχιάζεις, που σε αναγκάζουν να κλείσεις για λίγο το βιβλίο για να μπορέσεις να συνέλθεις και να συνεχίσεις παρακάτω. Αν όμως, παρ' όλ' αυτά, θέλει κανείς να κατανοήσει έστω και αμυδρά την ιστορία και τη νοοτροπία της ταραγμένης αυτής χώρας, του Αφγανιστάν, τον τρόπο σκέψης του φανατικού ισλάμ, τις επεμβάσεις Ρωσίας και Αμερικής, τότε ένα από τα καλύτερα, πιστεύω, σχετικά βιβλία είναι το "Σβησμένες ψυχές" (εκδ. Τόπος, 2009, μετ. Αγγελική Τσιρούνη, τίτλος πρωτοτύπου The wasted vigil) .
Η γραφή του Πακιστανού συγγραφέα Ναντίμ Ασλάμ έχει κάτι από τη διάσπαση και τον κατακερματισμό της ίδιας της χώρας. Χαρακτήρες που εκπροσωπούν τάξεις και νοοτροπίες, πολύ χαλαρά συνδεδεμένοι μεταξύ τους, γεγονότα που θίγονται σε μια σελίδα για να ολοκληρωθούν πολλές σελίδες μετά, επεισόδια που σαν σε ομόκεντρους κύκλους αναφέρονται ξανά και ξανά, με καινούριες λεπτομέρειες να προστίθενται σε κάθε αναφορά, σηματοδοτούν την τεχνική του συγγραφέα.
Το έργο τοποθετείται χρονικά στο 2004, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αναφέρονται όμως και γεγονότα όλης της περασμένης τριακονταετίας. Βασικό πρόσωπο του έργου, που λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος για τα υπόλοιπα, είναι ο ηλικιωμένος γιατρός Μάρκους. Άγγλος αυτός, είχε ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό, για να μπορέσει να παντρευτεί την Αφγανή, επίσης γιατρό, Κατρίνα. Κι όμως, 39 χρόνια γάμου δεν υπήρξαν αρκετά για να μη θεωρηθεί εκείνη από τους Ταλιμπάν μοιχαλίδα και να θανατωθεί με λιθοβολισμό. Στο σπίτι του Μάρκους, ένα σπίτι που στο ταβάνι του έχει καρφωμένα βιβλία και τους τοίχους καλυμμένους με λάσπη για να κρύβονται οι απεικονίσεις, φθάνει η Λάρα. Είναι μια Ρωσίδα που ψάχνει το χαμένο αδερφό της, που 25 χρόνια πριν είχε έρθει στο Αφγανιστάν με την εισβολή των Ρώσων και από τότε αγνοείται. Θα μάθουμε αργότερα πως αυτός είχε βιάσει την κόρη του γιατρού, τη Ζαμίν, εξαφανισμένη τώρα. Ένα παιδί γεννήθηκε απ' αυτό το βιασμό, μα ο Ρώσος Μπενεντίκτ είχε ένα οικτρό τέλος. Αφού του έκοψαν τους τένοντες των ποδιών, τον χρησιμοποίησαν σ' ένα αφγανικό παιγνίδι, όπου δυο έφιππες ομάδες διεκδικούν τραβώντας το ένα ζώο. Στη θέση του ζώου έβαλαν τον Μπενεντίκτ. Μα οι σκηνές αποτρόπαιης βίας δεν έχουν τέλος. Από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές είναι ο ακρωτηριασμός του χεριού του Μάρκους, που υποχρεώνουν την ίδια τη γυναίκα του να τον κάνει.
Ένα άλλο πρόσωπο που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο είναι ο Κάζα, ένας νεαρός Αφγανός, μεγαλωμένος στα ορφανοτροφεία και εκπαιδευμένος στα "στρατόπεδα μαρτύρων" όπως οι ίδιοι θέλουν να τα αποκαλούν και όχι "στρατόπεδα αυτοκτονίας". Με τον Κάζα παρακολουθούμε τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, στοιχεία του μωμεθανισμού και την εκπαίδευση αυτών που εμείς ονομάζουμε τρομοκράτες κι εκείνοι μάρτυρες. Κι αυτός όμως θα πέσει θύμα των αλληλοπολεμούμενων αφγανικών πολεμάρχων και φατριών που θα τον τυφλώσουν στο ένα του μάτι. Άλλα πρόσωπα είναι ακόμη η Αφγανή δασκάλα Ντούνια, που κι αυτή διωκόμενη βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του γιατρού, είναι ο Ντέιβιντ, Αμερικανός πράκτορας της CIA που είχε ερωτευτεί τη χαμένη τώρα Ζαμίν, άλλοι πράκτορες, είναι ο νεαρός που οδηγώντας ένα φορτηγό με εκρηκτικά ανατινάσσει ένα σχολείο γιατί το είχαν ιδρύσει οι Αμερικάνοι, είναι ένας ολόκληρος λαός που δεν λέει να γλιτώσει από τη δυστυχία. Οι Ρώσοι το 1979, μετά οι Ταλιμπάν, μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι Αμερικανοί.
Εκείνο που σε εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Ασλάμ δεν είναι τόσο ο θάνατος, όσο τα βασανιστήρια που οδηγούν στο θάνατο. Άνθρωποι γδέρνονται ζωντανοί, θάβονται ζωντανοί, ακρωτηριάζονται, τυφλώνονται, στα μαγαζιά του Αφγανιστάν "πουλούν μονά παπούτσια"! Κι όμως, το Αφγανιστάν είναι μια όμορφη χώρα, ανάμεσα στη φρίκη ξεπροβάλλουν εικόνες γεμάτες ευαισθησία, κι όμως εδώ διατηρείται ακόμη η ανάμνηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ώστε κάποτε το κεφάλι του Βούδα να έχει τα χαρακτηριστικά ελληνικού αγάλματος. "Ακόμα κι ο αέρας τούτης της χώρας έχει να πει μια ιστορία για τον πόλεμο", θα πει κάπου ο συγγραφέας. Θα τελειώσουν άραγε ποτέ τα δεινά του Αφγανιστάν, τα δεινά των όπου γης Αφγανιστάν;

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Η κλέφτρα των βιβλίων

Μόλις έκλεισα την 612η σελίδα του μυθιστορήματος του Μάρκους Ζούσακ "Η κλέφτρα των βιβλίων" (Ψυχογιός, 2008, μετ. Κώστια Κοντολέων), αισθάνθηκα την ανάγκη να γυρίσω και να ξαναδιαβάσω τις πρώτες σελίδες. Ένιωθα ότι στην αρχή υπήρχε μια αοριστία, μια ασάφεια, που μόνο όταν τελειώσεις το μυθιστόρημα γίνεται πλήρως κατανοητή. Ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία τόσο στην τεχνική όσο και στο περιεχόμενο, αν και το χρονικό περιβάλλον (Γερμανία Β΄ Παγκόσμιος) το έχουμε βιώσει σε πλήθος άλλων βιβλίων.
Αφηγητής της ιστορίας είναι ο θάνατος, πράγμα που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μια ιδέα πρωτότυπη αλλά και συμβολική. Ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος αφηγητής από τον παντεπόπτη θάνατο που εκείνη ειδικά την περίοδο ήταν πανταχού παρών, έβλεπε επομένως τα πάντα; Ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο θάνατος παρακολουθεί τις τύχες των χαρακτήρων του βιβλίου, μας τις αφηγείται, συχνά παρεμβαίνει με σχόλια. Δεν είναι όμως ο φοβερός και τρομερός με το δρεπάνι στο χέρι, όπως συνήθως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του Ζούσακ είναι ευαίσθητος, λυπάται γι' αυτούς που αναγκάζεται να μεταφέρει, συχνά τους παίρνει με θλίψη στοργικά στην αγκαλιά του. Λέει μετά το βομβαρδισμό της Κολονίας: "Πεντακόσιες ψυχές. Άλλες τις κουβάλησα με τα χέρια μου, σαν να κουβαλούσα βαλίτσες. Άλλες τις κουβάλησα στον ώμο μου. Μόνο τα παιδιά κουβαλούσα στην αγκαλιά μου". Κι έρχεται μια στγμή, όταν πρόκειται να κουβαλήσει τον Ρούντι Στάινερ, το πιο προσφιλές του από τα πρόσωπα του έργου, που κι αυτός ακόμα ο θάνατος κλαίει. "Κάτι παθαίνω μ' αυτό το αγόρι. Κάθε φορά που το βλέπω. Είναι η μοναδική αρνητική επίδρασή του πάνω μου. Με κάνει και κλαίω".
Ο παντογνώστης θάνατος γνωρίζει και τα μέλλοντα (που κατά τον Καβάφη "γνωρίζουν οι θεοί"). Αυτή του η ιδιότητα συμβάλλει σε μια άλλη πρωτοτυπία του Ζούσακ. Συχνά η πρόβλεψη προτρέχει των γεγονότων, με άλλα λόγια προλέγει αυτά που πρόκειται να συμβούν, αόριστα και υπαινικτικά, όμως αυτό καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ίσα-ίσα το εντείνει, θέλεις να διαβάσεις παρακάτω, να δεις πώς θα οδηγηθούν τα πράγματα ως εκεί που με υπαινιγμούς ο συγγραφέας-θάνατος άφησε να διαφανούν.
Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Λίζελ Μέμινγκερ, ένα δεκάχρονο κορίτσι το 1939, όταν αρχίζει το έργο. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς γονείς της, ο μικρός εξάχρονος αδελφός της πεθαίνει. Στο νεκροταφείο κλέβει το πρώτο της βιβλίο, "Το εγχειρίδιο του νεκροθάφτη", χωρίς να ξέρει ακόμη ανάγνωση. Είναι μια έμφυτη αγάπη για το βιβλίο, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και για το βιβλίο ως αντικείμενο, μια αγάπη που θα τη συνοδεύει σ' ολόκληρη τη ζωή της, όταν η ίδια θα γράψει ένα βιβλίο.
Η μικρή Λίζελ, μόνη πια, καταλήγει στην φτωχική οικογένεια των Χούμπερμαν. Σύντομα ένας δυνατός συναισθηματικός δεσμός δημιουργείται με τους θετούς γονείς. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι μια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χανς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνουν στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.
Ακολουθούν σκηνές από την ήσυχη ακόμα ζωή στη μικρή πόλη, γνωριμία με άλλα παιδιά, στενή φιλία της Λίζελ με τον Ρούντι, αυτόν που θα γίνει αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της, ενώ η οργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας, ο φανατισμός και η σκληρότητα των μελών της μας εισάγει σταδιακά στο κλίμα της εποχής. Μιας εποχής που, μεταξύ άλλων, διακρίνεται και για τις πυρκαγιές της, όπου καίνε ό,τι θεωρείται εβραϊκό ή ανατρεπτικό στο ναζιστικό καθεστώς. Από μια τέτοια πυρκαγιά η μικρή Λίζελ σώζει και κλέβει, με κίνδυνο της ζωής της, ένα δεύτερο βιβλίο.
Η κλοπή των βιβλίων θα γίνει σχεδόν εθισμός, όταν, βοηθώντας τη μητέρα της που ξενοπλένει, η Λίζελ μεταφέρει τα πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στο σπίτι του δημάρχου κι εκεί βλέπει τη βιβλιοθήκη. Η έκπληξη και η χαρά της δεν περιγράφονται "Υπήρχαν βιβλία παντού! Ράφια φίσκα στα βιβλία στόλιζαν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το χρώμα των τοίχων. Υπήρχαν βιβλία όλων των ειδών και των μεγεθών, μαύρα, κόκκινα, γκρίζα, βιβλία σε όλες τις αποχρώσεις, με περίτεχνα γράμματα στις ράχες τους. Δεν είχε δει πιο όμορφο πράγμα στη ζωή της η Λίζελ Μέμινγκερ. (...) Διέτρεξε με την ανάστροφη του χεριού της το πρώτο ράφι σε όλο του το μήκος, ακούγοντας το σούρσιμο των χεριών της να γλιστράει στη ράχη κάθε βιβλίου σαν μουσικό όργανο. Χρησιμοποίησε και τα δυο της χέρια. Αγγίζοντας το ένα ράφι μετά το άλλο. Και ύστερα γέλασε. Η φωνή της ανέβηκε τσιριχτή στο λαιμό της, και όταν σταδιακά σταμάτησε να γελάει και στάθηκε στη μέση του δωματίου, πέρασε πολλά λεπτά κοιτάζοντας πότε τα ράφια και πότε τα δάχτυλά της".
Η κυρία δημάρχου, μια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει. Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Με τη βοήθεια του Ρούντι η Λίζελ αρχίζει να μπαίνει κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο της βιβλιοθήκης και να κλέβει βιβλία (παράθυρο που θα αποδειχτεί πως ξεπίτηδες αφηνόταν ανοιχτό!).
Μια μέρα στο σπίτι των Χούμπερμαν φτάνει ο Μαξ Φάντεμπουργκ, κρατώντας για καμουφλάζ το Mein Kampf. Είναι Εβραίος, γιος ενός παλιού συμπολεμιστή του Χανς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε σώσει τότε τη ζωή του Χανς. Έτσι τώρα αυτός το ανταποδίδει κρύβοντας τον Μαξ. Τα βιβλία θα ενώσουν τη Λίζελ και με τον Μαξ, που θα μείνει για δυο χρόνια κρυμμένος στο υπόγειο.
Η αγάπη για τα βιβλία μπλέκεται μέσα στο μυθιστόρημα με την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Είναι ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, είναι οι νέοι που χάνονται, είναι οι πατέρες που επιστρατεύονται, είναι η πείνα και οι διωγμοί των Εβραίων. Καθίσταται επομένως αφάνταστα δύσκολη η παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, χωρίς να το προδώσεις, που πλάι στη φρίκη του πολέμου τοποθετεί την ευαισθησία του θανάτου; Που πλάι στην πείνα και τους βομβαρδισμούς βάζει την αγάπη για τα βιβλία; Που πλάι στη φιλοσοφική σκέψη ρίχνει όμορφες ποιητικές εικόνες;
Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που χωρίς μεγαλόφωνα κηρύγματα υποβάλλει την αγάπη για τα βιβλία, την ειρήνη, τον άνθρωπο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

Ο μοναχός που πούλησε τη Ferrari του

Εδώ και πολλά χρόνια έχω πάψει να διαβάζω βιβλία του τύπου "Πώς να κατακτήσεις την ευτυχία", ή " Πώς να επιτύχεις στο επάγγελμά σου" κ.λπ., τα λεγόμενα δηλαδή βιβλία αυτοβελτίωσης ή αυτοβοήθειας. Αν έκανα τώρα (με δυσκολία, ομολογώ) μια εξαίρεση για το βιβλίο του Robin Sharma "Ο μοναχός που πούλησε τη ferrari του" (Ισόρροπον, 2006, γ΄ έκδοση), το έκανα για δυο κυρίως λόγους: Πρώτο, γιατί το βιβλίο αυτό μου το έκανε δώρο πρόσωπο αγαπητό και δεν ήθελα να το απογοητεύσω που με αγάπη και ενδιαφέρον διάλεξε αυτό το βιβλίο για μένα και δεύτερο, γιατί διαφημίζεται ως βιβλίο-φαινόμενο, που πούλησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, αν και κατά κανόνα δεν παρασύρομαι από τη διαφήμιση.
Στο βιβλίο ένας επιτυχημένος και πάμπλουτος δικηγόρος, ο Τζούλιαν, που έχει αποκτήσει τα πάντα στη ζωή του, καταρρέει μια μέρα στο δικαστήριο λόγω καρδιακής προσβολής που του προκάλεσε το άγχος και οι έντονοι ρυθμοί της ζωής του. Όταν συνέρχεται, εγκαταλείπει τα πάντα, ταξιδεύει στην Ινδία και επιστρέφει αγνώριστος. Όλο το βιβλίο είναι η αφήγηση σ' ένα φίλο του για το πώς άλλαξε η ζωή του, τι έμαθε από τους σοφούς της Σαβίνα (που σημαίνει ΄Οαση διαφωτισμού), ποιους κανόνες πρέπει να εφαρμόσει κανείς για να αποκτήσει "τέλεια υγεία, απεριόριστη ενέργεια, διαρκή ευτυχία και πνευματική γαλήνη" (αν είναι ποτέ δυνατό).
Συμβουλές που μας δίνουν καθημερινά γιατροί και ψυχολόγοι επαναδιατυπώνονται από τους σοφούς των Ιμαλαΐων. Όπως, να κοιμόμστε νωρίς και να ξυπνάμε πρωί, να τρεφόμαστε υγιεινά αποφεύγοντας το κρέας και ειδικά το κόκκινο, να ασκούμαστε, να έχουμε στόχους στη ζωή και να τους επιδιώκουμε σταθερά, να έχουμε αυτοπειθαρχία, να επιζητούμε καθημερινά λίγη ώρα με τον εαυτό μας, να διαλογιζόμαστε, να ζούμε το παρόν, να κάνουμε αυτό που θέλουμε και όχι αυτό που πρέπει (πράγμα με το οποίο προσωπικά διαφωνώ) κ.λπ.
Τελικά, θα συμφωνήσω με μια σκέψη που διατυπώνεται σχετικά με το διάβασμα βιβλίων, στο οποίο επίσης τον είχαν παρακινήσει οι σοφοί, σκέψη που, πιστεύω, ισχύει και γι΄αυτό το βιβλίο: "Δεν θα σε εμπλουτίσει αυτό που θα εκμαιεύσεις από τα βιβλία-είναι αυτό που τα βιβλία θα εκμαιεύσουν από σένα που θα αλλάξει, τελικά, τη ζωή σου. Τα βιβλία απλά σε βοηθούν να δεις αυτό που ήδη βρίσκεται μέσα σου". (Αθάνατε Σωκράτη!)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

Η μυστική γραφή

Το μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα Σεμπάστιαν Μπάρυ "Η μυστική γραφή" (Καστανιώτης 2009, μετ. Αύγουστος Κορτώ) μου άφησε την εντύπωση μιας μουσικής σύνθεσης που αρχίζει μ' έναν αργό, ήρεμο ρυθμό που όσο πάει δυναμώνει, εντείνεται, κορυφώνεται για να καταλήξει σ' ένα δυνατό, απρόσμενο φινάλε. Είναι βιβλίο για το οποίο δεν μπορείς να πεις πολλά χωρίς ν' αποκαλύψεις τα μυστικά (πόσο η λέξη ταιριάζει στον τίτλο!) που η τέχνη του συγγραφέα, αργά-αργά ξεσκεπάζει στον αναγνώστη. Θα περιοριστώ, λοιπόν, παρουσιάζοντάς το σε πολύ αδρές γραμμές.
Οι αφηγηματικές φωνές είναι δύο: σε πρωτοπρόσωπη γραφή μια εκατοντάχρονη γυναίκα, η Ροσίν ΜακΝάλτι, κλεισμένη για κάπου 60 χρόνια σε μια ψυχιατρική κλινική που πρόκειται σύντομα να κατεδαφιστεί, καταγράφει την ιστορία της ζωής της γιατί, όπως λέει, αφηγούμενη ιστορίες που έλεγε ο πατέρας της "ο άνθρωπος δίχως προσωπικές ιστορίες που θρέφονται όσο περνούν τα χρόνια, και επιζούν μετά το θάνατό του, είναι πολύ πιο πιθανόν να λησμονηθεί τελειωτικά όχι μονάχα από την Ιστορία μα και από τους επιγόνους του".
Μεγαλώνει μέσα στη δίνη του εμφύλιου της Ιρλανδίας και το ατομικό συμπλέει με το συλλογικό. Γεγονότα που αφορούν την προσωπική της ιστορία συνυφαίνονται με επεισόδια της ιστορίας της μικρής πόλης που γεννήθηκε, του Σλάιγκο και της Ιρλανδίας. Το μυθιστόρημα δεν είναι ιστορικό, το ιστορικό υπόβαθρο θεωρείται εκ προοιμίου γνωστό. Ποια ήταν η Πολιτοφυλακή, ποιοι οι Επαναστάτες και ποιος ο Ντε Βαλέρα θα πρέπει να τα έχει ήδη υπ' όψιν ο αναγνώστης.
Τα ιστορικά γεγονότα αναπόφευκτα βέβαια επηρεάζουν τη ζωή των ηρώων. Η Ροσίν ερωτεύεται τον Τομ, παντρεύονται, αλλά πλέον δεν μπορώ να αποκαλύψω τη συνέχεια.
Στα κεφάλαια με την αφήγηση της Ροσίν παρεμβάλλονται τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δόκτορος Γκρεν, διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής, στην οποία για τόσα χρόνια νοσηλεύεται η Ροσίν. Στην αφήγησή του εμπλέκονται τόσο γεγονότα της προσωπικής του ζωής όσο και η προσπάθειά του να ανιχνεύσει το παρελθόν της υπεραιωνόβιας ασθενούς του.
Εντυπωσιάζει η περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα, ο συνδυασμός σκηνών σκληρότητας και βίας με εικόνες ποιητικής ομορφιάς. Η φύση, η κοινωνία και η ιστορία της ιρλανδίας προβάλλουν για άλλη μια φορά πλάι σε τόσα άλλα "ιρλανδικά" μυθιστορήματα που γνωρίσαμε. Μα ταυτόχρονα το τοπικό γίνεται καθολικό, έτσι μόνο η λογοτεχνία αποκτά διαχρονικές και οικουμενικές διαστάσεις. Για παράδειγμα, ποιος αναγνώστης δεν θα υιοθετούσε σκέψεις όπως τις πιο κάτω:
-Πρέπει πάντα να αριθμούμε τις χαρές μας, υπάρχουν εξάλλου τόσες λύπες στη ζωή που αξίζει τον κόπο, όποτε μπορούμε, να βάζουμε κι ένα μικρό σελιδοδείκτη στις σελίδες της ευτυχίας.
-Στα μάτια μας ποτέ δεν είμαστε γέροι. Διότι, όταν το πλοίο θα σαλπάρει, μαζί του θα πάρει την ψυχή και όχι το σώμα μας.
-Καταπώς φαίνεται, βέβαια, η μοίρα είναι άφταστη στη στρατηγική και μπορεί να κάνει θαύματα συγχρονισμού προκειμένου να διευκολύνει την καταστρφή μας.
Και μια καταγραφή που λες και γράφτηκε για την Κύπρο:
-Στον εμφύλιο τουφεκιστήκαμε τόσο αναμεταξύ μας που το δολοφονήσαμε στην κούνια το νέο κράτος.
"Η μυστική γραφή" έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα σπουδαιότερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα της τελευταίας δεκαετίας. Το σίγουρο είναι πως μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη ευφρόσυνες στιγμές λογοτεχνικής απόλαυσης.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ακόμα

Το σημερινό μου ποστ δεν αναφέρεται σε κανένα γνωστό βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ακόμη. Θα σας αφηγηθώ την ιστορία μιας ζωής που μοιάζει με μυθιστόρημα, μα είναι ό,τι πιο αληθινό μπορεί να υπάρχει. Σήμερα, αυτή η ιστορία μου χάρισε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου.
Σήμερα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο: "Κυρία, είστε η πρώτη που θέλω να το πω:Με κάλεσαν να πάω αναπληρώτρια σε Γυμνάσιο!". Η φωνή ήταν πολύ συγκινημένη, αλλά και τα δικά μου μάτια είχαν βουρκώσει. Ήταν η φωνή μιας παλιάς μου μαθήτριας από τα χρόνια που δίδαξα στο Εσπερινό Γυμνάσιο. Μιας μαθήτριας την ιστορία της οποίας (με την άδειά της) αξίζει να καταγράψω.
Δεν θα αναφέρω το πραγματικό της όνομα. Ας την πούμε Μαρία. Όταν ήταν δύο χρονών, οι γονείς της χωρίζουν και την εγκαταλείπουν Την αναλαμβάνει μια γιαγιά. Καταλήγει σε ορφανοτροφείο και από εκεί σε θετή οικογένεια. Από τα 12 και μετά μένει έξι μήνες με τον πατέρα και τη μητριά, όταν εκείνη γεννούσε και τη χρειαζόταν, κι έξι μήνες με τη γιαγιά. Στα 17 εγκαταλέιπει και σπίτι και σχολείο και ζει μόνη της. Αποκτά ένα παιδί ανύπαντρη και το δίνει για υιοθεσία. Στα 22 παντρεύεται και αποκτά άλλα τέσσερα παιδιά. Μετά από 7 χρόνια γάμου ο άντρας της την εγκαταλείπει και φεύγει στο εξωτερικό, ενώ τα παιδιά της ήταν 1, 3, 5 και 6 χρόνων. Αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες, χρέη. Μια μικρή οικονομική βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας, ένα παλιό σπίτι που της παραχώρησε ο Δήμος της πόλης, κάπως βοήθησαν. Κάνει δουλειές του ποδαριού. Φορτώνει ένα αυτοκίνητο με κάλτσες, εσώρουχα, κ.λπ. και γυρίζει τα παζαράκια για να συμπληρώσει το ασήμαντο βοήθημα. Ηθικός συμπαραστάτης, αποκούμπι, μόνο η ηλικιωμένη γιαγιά. Όταν η γιαγιά πεθαίνει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται. Βυθίζεται στην κατάθλιψη, χρειάζεται ψυχολογική στήριξη για να συνέλθει.
Σαν μια διέξοδο από την κατάθλιψη αποφασίζει στα 38 της χρόνια να τελειώσει το σχολείο φοιτώντας στο Εσπερινό Γυμνάσιο, όπου και τη γνώρισα. Ο περίγυρος την αποτρέπει: "Τι τα θέλεις τα γράμματα σε τέτοια ηλικία;" Η ίδια όμως επιμένει. Κι εκεί γίνεται το θαύμα. Η γνώση τη μαγνητίζει. "Όταν κάναμε τον Επιτάφιο και διαβάζαμε το αρχαίο κείμενο για μετάφραση, μου άρεσε τόσο πολύ που ήθελα να βρω κι άλλα κείμενα να διαβάσω. Όταν κάναμε τον Οιδίποδα στα αρχαία και σε μετάφραση έμαθα ότι υπάρχουν κι άλλες τραγωδίες και ήθελα να τις μάθω, να τις διαβάσω. Έλεγα, δεν είναι δυνατό να υπάρχουν αυτά τα πράγματα κι εγώ να μην τα ξέρω", λέει η ίδια.
Γνώρισα αυτή τη δίψα της για μάθηση τα δυο χρόνια της φοίτησής της στο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Μιλούσαμε, μου είπε κάποια πράγματα από την ταραγμένη της ζωή. Τα περισσότερα τα έμαθα αργότερα. Διάβαζε όπου μπορούσε. Διάβαζε στα παζαράκια ("Το βιβλίο των Λατινικών κιτρίνισε στον ήλιο", λέει πάλι η ίδια) κι άφηνε το βιβλίο μόνο για να εξυπηρετήσει κάποιον πελάτη. Κάποτε τα βράδια, θυμάμαι, έφερνε στο σχολείο και τη μικρή της κόρη που ήταν τότε στην πρώτη Δημοτικού. Δεν έλειψε ούτε ένα βράδυ, δεν είχε καμιά απουσία και πήρε το απολυτήριό της με άριστα.
Μα το μικρόβιο της δίψας για μάθηση την είχε κυριέψει για καλά. "Θέλω να συνεχίσω", μου είπε, "θέλω να σπουδάσω φιλολογία, θα τα καταφέρω όμως;" Την ενθάρρυνα. Δίνει εισαγωγικές, περνάει στην Κομοτηνή. Πάει εκεί μόνο στις εξεταστικές περιόδους, τον υπόλοιπο χρόνο γυρίζει στην Κύπρο, εργάζεται, να εξασφαλίσει χρήματα για την επόμενη εξεταστική, ν' αφήσει και στα παιδιά της. Τα βιβλία πάντα μαζί της. Διατηρήσαμε επαφή όλα τα χρόνια, μιλούσαμε για τα μαθήματα, για ποίηση, για λογοτεχνία. Όταν πήγαινε να απογοητευτεί και να λυγίσει της θύμιζα τον στίχο του Καβάφη από το "Πρώτο σκαλί": "Κι εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι", κάτι που ως τώρα αποτελεί ένα συνθηματικό λόγο μεταξύ μας.
Δάκρυσα μαζί της την ημέρα που μου τηλεφώνησε για να μου πει πως πήρε το πτυχίο της. Ξαναδακρύσαμε σήμερα που πήρε τον πρώτη της διορισμό. Με ευχαρίστησε. Αλλά, όπως είπα και στην ίδια, εγώ πρέπει να την ευχαριστήσω. Και μια περίπτωση σαν της Μαρίας να τύχει σ' ένα δάσκαλο, νομίζω πως είναι αρκετή για να δικαιώσει πλήως την επαγγελαμτική του επιλογή.
Καλή σταδιοδρομία, Μαρία.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

Άρνηση μαρτυρίας

Δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι χρονικό, δεν είναι άλλη μια εβραϊκή προπαγάνδα. Ίσα-ίσα ο τίτλος δηλώνει ότι η συγγραφέας αρνείται να μαρτυρήσει, δεν θέλει το βιβλίο της να είναι άλλη μια καταγγελία των ναζί. Τι είναι λοιπόν;
Η Ruth Kluger είναι βεβαίως Εβραία. Γεννήθηκε το 1931 κι έζησε ως τα 12 της χρόνια στη Βιέννη. Μαζί με τη μητέρα της στάληκαν στο στρατόπεδο Τερέζιενστατ, από κεί στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου και αργότερα στο Κρίστιανστατ. Το 1945 κατόρθωσαν να αποδράσουν κι έφτασαν σε μια μικρή πόλη της Βαυαρίας, το Στράουμπινγκ. Μετανάστευσαν ύστερα στην Αμερική, η Ρουθ σπούδασε, δίδαξε σε Πανεπιστήμια. Τα γεγονότα αυτά της ζωής της εξιστορεί στο βιβλίο "Άρνηση μαρτυρίας" (Θεμέλιο, 2008, μετ. Σοφία Γεωργοπούλου, α΄ έκδ. στα Γερμανικά 1992). Δεν είναι όμως μια συνηθισμένη αυτοβιογραφία, δεν ακολουθεί αυστηρά χρονολογική σειρά και όπου υπάρχει τη σπάζει με πολλές παρεκβάσεις. Για παράδειγμα, αρχίζει με την ανάμνηση μιας επίκεψης σ΄ένα ξάδελφο της μητέρας της στην Αγγλία και τελειώνει μ' ένα σοβαρό δυστύχημα που είχε, μεγάλη πια, στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας, το οποίο και στάθηκε αφορμή να ξυπνήσουν μέσα της όλες αυτές οι αναμνήσεις.
Η γραφή της, πέραν του να είναι συνειρμική, είναι ταυτόχρονα φιλοσοφική, θα έλεγα. Όσα της συνέβησαν είναι η βάση για να στοχαστεί, να προβάλει τις σκέψεις της, να προβληματιστεί και να προβληματίσει. Δεν κατηγορεί, δεν χαρακτηρίζει, δεν αιτιάται κανένα. Καταγράφει. Καταγράφει και συλλογίζεται.
Μεγάλωσε στη Βιέννη, μια πόλη που ήταν "σκυθρωπή, δίχως χαρά, και εχθρική στα παιδιά. Ως το μεδούλι μισούσε τα παιδιά των Εβραίων"), σ΄ένα αυστηρό, καθαρά εβραϊκό περιβάλλον, όπου εκτός από τις εξωτερικές διακρίσεις (για παράδειγμα δεν επιτρεπόταν να πάει, ως Εβραία, στο σινεμά, στο λεωφορείο έπρεπε να ταξιδεύει όρθια κ.λπ.) υφίστατο και τις διακρίσεις του φύλου της που ίσχυαν στην οικογένειά της. Ο πατέρας της, γιατρός, εκτοπίζεται από τη Βιέννη. Τόσο αυτός όσο και ο αδελφός της θα χαθούν και πολύ αργότερα θα μάθουν το θάνατό τους. Εκείνη και η μητέρα της στέλλονται στα διάφορα στρατόπεδα. Ασφαλώς έχει σχετικές αναφορές Στις απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς κρατουμένων, στο στοίβαγμα στους κοιτώνες, στην πείνα, τη δίψα, το κρύο, στις εκτελέσεις. Δεν στέκεται όμως σ' αυτά. Με αφορμή αυτά η σκέψη της απλώνεται πιο πέρα. Όταν στο χέρι της χαράζουν τον ανεξίτηλο αριθμό κρατουμένου στο Άουσβιτς, νιώθει, όπως λέει, κάτι σαν χαρά "βίωνε κάτι για το οποίο άξιζε να ζήσει για να γίνει μάρτυς". Ενοχλέιται αφάνταστα με τη στάση όσων δεν έζησαν τη φρίκη των στρατοπέδων, που δεν μπορούν να καταλάβουν ("Τι κάνατε εσείς τα παιδιά στο Άουσβιτς;", με ρώτησε πρόσφατα κάποιος. " Παίζατε;¨) σημειώνει με ειρωνεία και αγνάκτηση. Αλλού αναλύει τις τύψεις που συχνά αισθάνονται όσοι επέζησαν.
Η σχέση με τη μητέρα της υπήρξε πάντα προβληματική. Διαφορετικοί χαρακτήρες, η μάνα προστατευτική, δυναμική, αλλά με μη σταθερή συμπεριφορά απέναντι στην κόρη, η οποία ευαίσθητη και δειλή, βρίσκει καταφύγιο στο διάβασμα και στην ποίηση.
Παραθέτω ακόμη μερικές σκέψεις της όπου καταγράφει τα συναισθήματά της όταν κατάφεραν να δραπετεύσουν, πράγμα που μπόρεσαν ( προς το τέλος του πολέμου) λόγω του ότι ανήκαν σε ομάδες εργασίας: "Ήταν σαν να ήταν ο κόσμος δικός σου, μόνο και μόνο επειδή περπατούσες στο δρόμο με δική σου πρωτοβουλία. Το ερώτημα δεν ήταν προς τα πού να κινήσω, δε με απασχολούσε. Ελευθερία σήμαινε για μένα μακριά από-μακριά από τη θανατική πορεία, μακριά από τους πολλούς ανθρώπους, μακριά από τη διαρκή απειλή. Ο αέρας μύριζε αλλιώτικα, ήταν πιο ανοιξιάτικος, τώρα που ήταν δικός μας".
Η "Άρνηση μαρτυρίας" είναι ένα βιβλίο που το ενδιαφέρον του έγκειται όχι τόσο στα γεγονότα (γνωστά άλλωστε από τόσες άλλες πηγές) όσο στις σκέψεις και τους προβληματισμούς της συγγραφέως.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2009

Η μνήμη της πολαρόιντ

"Σε όσους με ρωτούσαν γιατί επέλεξα το αστυνομικό μυθιστόρημα για να γράψω για τα χρόνια του Εμφυλίου και την προβολή τους στο σήμερα δεν είχα απάντηση πειστική να δώσω, έως ότου διάβασα μια φράση του Γιώργου Κοτζιούλα. Την παραθέτω όπως την έχει αποθησαυρίσει ο Ε. Χ. Γονατάς στα Ανέκδοτα γράμματα: "Σου περιγράφω θλιβερές ημέρες με κάπως εύθυμο τόνο. Αυτός είναι ο τόνος ο δικός μου, αυτός με σώζει από την απελπισία".
Λόγια της Μαρλένας Πολιτοπούλου από το επιλογικό σημείωμά της στο μυθιστόρημα "Η μνήμη της πολαρόιντ" (Μεταίχμιο, 2009). Θλιβερές μέρες. Πολύ θλιβερές μέρες. Πληγή, που έστω κι αν έχει κλείσει, όποτε την αγγίξεις πονά, ο Εμφύλιος στην Ελλάδα. Αυτή την πληγή αγγίζει με το ενδιαφέρον μυθιστόρημά της η Πολιτοπούλου. Αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετημένο χρονικά σε τρεις εποχές: Στο 1976 που γίνεται το έγκλημα και το οποίο είχε μείνει ανεξιχνίαστο, στο 2006 που ξαναρχίζει η έρευνα για τη διαλεύκανσή του και στα χρόνια του Εμφύλιου (1946-49).
Ο Παύλος Γεωργούλας είναι γιος ενός πρώην διοικητή της αστυνομίας, που είχε σκοτωθεί εν ώρα υπηρεσίας. (Τίποτα περισσότερο δεν μας λέει η συγγραφέας για το πώς και γιατί τον σκότωσαν, ενώ θα περίμενε κανείς να έχει κάποια σχέση με την όλη υπόθεση, αλλιώς γιατί να μας ρίξει αυτή την πληροφορία). Ο Παύλος είναι αρχιτέκτονας, εργάζεται όμως στην αστυνομία ως σκιτσογράφος στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών. Δέκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του αισθάνεται την ανάγκη να κοιτάξει τα χαρτιά που εκείνος είχε αφήσει τα τακτοποιημένα στο γραφείο του. Ανάμεσά τους βρίσκει σημειώσεις για επτά ανεξιχνίαστες υποθέσεις. Μια απ' αυτές του τραβάσει ιδιαίτερα την προσοχή. Πρόκειται για ένα φόνο που έγινε το 1976 στο Πήλιο και συγκεκριμένα στο τούνελ της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου-Μηλεών. Ο Παύλος, με τη συνεργασία του υποδιευθυντή στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών αλλά και φίλου του, καθώς και μιας ψυχολόγου της αστυνομίας, αρχίζει την έρευνα. Η έρευνά του απλώνεται στο χώρο και στο χρόνο. Τοπικά μας οδηγεί στα χωριά του Πηλίου, του Κισσάβου, στην Αίγινα, στο Βόλο και στη Σκόπελο, λίγο και στην Αθήνα και μας δίνει πραγματικά θαυμάσιες εικόνες της ελληνικής φύσης και των χωριών, ενώ συχνές είναι οι αναφορές σε τοπικά ποτά και φαγητά.
Χρονικά το μυθιστόρημα κινείται από το παρόν του 2006 στο παρελθόν του Εμφυλίου, με ενδιάμεσο σταθμό το 1976. Από τον Εμφύλιο επικεντρώνεται στο θέμα των παιδιών, προπάντων των παιδιών που φυγαδεύονταν στις Ανατολικές χώρες, το λεγόμενο παιδομάζωμα. Σκηνές απίστευτης σκληρότητας, χαρακτήρες δόλιοι κια διεφθαρμένοι, αλλά και αγνοί ιδεολόγοι και αγωνιστές ζωντανεύουν μέσα από τη μνήμη επιζώντων.
Η συγγραφέας ως προς το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, βαδίζει στ' αχνάρια της Άγκαθα Κρίστι. Νεκρός είναι ο Αριστείδης Φάκας, μάγειρας, που δολοφονήθηκε παραμονή Χριστουγέννων του 1976, φεύγοντας από ένα εξοχικό στις Μηλιές, όπου μια συντροφιά γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Ο κύκλος της έρευνας ξεκινά από αυτή τη συντροφιά, απλώνεται όμως σε τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που καταντά συγχιστικό για τον αναγνώστη. Συνειδητοποιώντας ίσως η συγγραφέας αυτή τη δυσκολία (προσωπικά την καταλογίζω στα μειονεκτήματα του βιβλίου), παραθέτει στην αρχή ένα κατάλογο των εμπλεκόμενων προσώπων, στον οποίο ο αναγνώστης συχνά καταφεύγει για να ταυτοποιήσει κάποιο πρόσωπο. Και η αποκάλυψη της αλήθειας θα έρθει με τη συντροφιά του Πηλίου ξανά συγκεντρωμένη στον ίδιο χώρο.
"Η μνήμη των ανθρώπων είναι σαν της πολαρόιντ. Ξεθωριάζει με τα χρόνια". Δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση. Ίσως είναι το καλύτερο όταν πρόκειται για τέτοιες σκοτεινές σελίδες σαν αυτή του Εμφυλίου.

Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2009

Η έπαυλη των ανδρών

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κατάλαβα πλήρως τον ορισμό του συνεχούς, τη δημιουργία άπειρων αριθμών ή την έννοια του συνόλου (αν και αυτή μου θύμισε τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα), όμως το βιβλίο του Ντενί Γκετζ (Ψυχογιός, 2008, μετ. Γιώργος Παρλαλόγλου, πρόλογος Τεύκρος
Μιχαηλίδης) το χάρηκα, γιατί οι θεωρίες αυτές πολύ μικρό μέρος καταλαμβάνουν. Περισσότερο βλέπουμε στο μυθιστόρημα την αγάπη για τα Μαθηματικά, το πάθος ενός ανθρώπου για την επιστήμη του, την επιθυμία να μεταγγίσει τη γνώση σ' ένα νέο, την οικουμενικότητα των Μαθηματικών, το φιλειρηνικό πνεύμα σε αντιδιαστολή με τον πόλεμο κ.ά.
Βρισκόμαστε στα 1917, στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην ψυχιατρική κλινική μιας μικρής Γερμανικής πόλης, το Λούφσταντ, εισάγεται, όχι για πρώτη φορά, ο 72χρονος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης, Χανς Σίγκερ. Ο λόγος για τον οποίο οδηγείται εκεί είναι ότι συχνά απομονώνεται, κλείνεται στον εαυτό του, δεν επικοινωνεί, πάσχει από κατάθλιψη. Βέβαια, παρακολουθώντας τους μακρούς μονολόγους του, τους έξυπνους διαλόγους με το συγκάτοικό του, την καταπληκτική του μνήμη, διερωτόμαστε αν πράγματι είναι τρελός.
Στο ίδιο δωμάτιο, στον αριθμό 14 της πτέρυγας που ονομάζεται Έπαυλη των Ανδρών, τοποθετείται ένας άλλος ψυχολογικά διαταραγμένος, ο Ματτίας Ντιτούρ. Είναι ένας νεαρός Γάλλος στρατιώτης, προφανώς αιχμάλωτος πολέμου. Τίποτα κοινό δεν υπάρχει μεταξύ τους. Γέρος ο ένας, νέος ο άλλος, καθηγητής πανεπιστημίου-μηχανοδηγός τρένου, Γερμανός- Γάλλος, ευγενικής καταγωγής-αγνώστων γονέων υιοθετημένο παιδί. Κι όμως ανάμεσα σ' αυτές τις δυο τόσο αντίθετες φύσεις θα αναπτυχθεί μια σχέση δασκάλου-μαθητή που λίγο διαφέρει από τη σχέση πατέρα-γιου.
Στις μεταξύ τους ατέλειωτες συζητήσεις αυτοαποκαλύπτονται. Ο Σίγκερ μιλάει για τις θεωρίες του, προσπαθεί να τις εξηγήσει στον Ντιτούρ, εκφράζει την απογοήτευσή του για την απόρριψή τους από τους συντηρητικούς της εποχής του. Με την ίδια προσοχή ακούει το νέο μηχανοδηγό να μιλάει για την αγάπη του για τα τρένα, για τη ζωή του, για τη δίψα του για μάθηση. Ο Ντιτούρ υπήρξε οπαδός του ειρηνιστή, σοσιαλιστή Ζορές, είχε συνδικαλιστική δράση και η αγάπη του για μόρφωση τον είχε οδηγήσει σε διαλέξεις μορφωτικών συλλόγων. Αγαπημένο του βιβλίο που το είχε μαζί του ακόμη και στα χαρακώματα του πολέμου, ήταν "Το ανθρώπινο κτήνος" του Ζολά, που η μνεία του επανέρχεται συχνά στο μυθιστόρημα. (Σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε να βρω και να διαβάσω αυτό το βιβλίο).
Συχνά η συζήτησή τους περιστρέφεται γύρω από τον πόλεμο και η αντιπολεμική πνοή του βιβλίου είναι καταφανής, σε αντιδιαστολή με την οικουμενικότητα των μαθηματικών που ενώνει τους ανθρώπους.
"Στα μαθηματικά δεν τίθεται θέμα ούτε χρώματος του δέρματος, ούτε γεωγραφικών συνόρων. Για τους μαθηματικούς, ο κόσμος αποτελείται από μία και μοναδική χώρα. Τα σύνορα αντίκεινται στη φύση τους (305).
"Στα μαθηματικά όμως ούτε εντεύθεν ούτε εκείθεν. Τα μαθηματικά είναι, μαζί με το χρυσό, τα μόνα πράγματα που διατηρούν την αξία τους όπου κι αν βρίσκονται" (280)
" Η αγάπη για μια γυναίκα και η αγάπη για τα μαθηματικά δεν είναι της ίδιας τάξης-αλλά μπορούν να είναι εξίσου έντονες, να προσφέρουν την ίδια ευτυχία, να προκαλούν την ίδια δυστυχία" (240).
Αντιγράφω ακόμα μερικές σκέψεις, ενδεικτικές του πνεύματος του βιβλίου.
"Πρέπει να μπορεί ο εργάτης να συμμετέχει στις ανθρώπινες απολαύσεις για να αποδιώχνει τον πειρασμό των ηδονών του κτήνους" (268).
"Κανένας δεν θα μάθει ποτέ αν εκείνος ο στρατιώτης ήταν Γάλλος ή Γερμανός. Όταν το κρανίο γίνεται σμπαράλια, δεν είναι χρωματισμένη η φαιά ουσία" (218).
"Τα τείχη που καταρρίπτονται δυσκολότερα είναι αυτά που υψώνονται μες στα μυαλά μας. Έχουν τη στερεότητα των προσκολλήσεών μας σ' αυτό που φοβόμαστε" (176)
Το βιβλίο του Ντενί Γκετζ, που έρχεται να προστεθεί στα άλλα έργα του, ανάμεσα στα οποία το πασίγνωστο "Θεώρημα του παπαγάλου", είναι ένας ύμνος στην καθαρή επιστήμη, στην ειρήνη, στην κατανόηση μεταξύ των λαών.

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2009

Χαρταετοί πάνω απ' την πόλη

Διαβάζεται σαν ανατολίτικο παραμύθι αλλά αντικατοπτρίζει μια σκληρή πραγματικότητα που δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθός της. Ο Αφγανός συγγραφέας Κάλεντ Χοσεϊνί, γεννημένος στην Καμπούλ το 1965, ζει από το 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυθιστόρημά του "Χαρτετοί πάνω από την πόλη" που εκδόθηκε το 2003 (Ψυχογιός, 2005, μετ. Βαγγέλης Κατσάνης) όχι μόνο έκανε τον ίδιο παγκόσμια γνωστό με την τρομερή απήχηση που είχε και την κυκλοφορία του σε 48 χώρες, αλλά μας γνώρισε και μια χώρα για την οποία ελάχιστα ξέρουμε, έστω κι αν απασχολεί από καιρού εις καιρόν τα δελτία ειδήσεων. Μέσα από το μυθιστόρημα, που χωρίς αμφιβολία περιλαμβάνει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, προβάλλει το Αφγανιστάν όπως το βλέπει ένας Αφγανός που αγαπά τη χώρα του κι όμως οι συνθήκες του επέβαλαν να ζει μακριά της. Δεν είναι πολιτικό ούτε ιστορικό βιβλίο, η μυθοπλασία όμως και οι περιπέτειες των ηρώων του τοποθετούνται με φόντο το Αφγανιστάν των τελευταίων περίπου 40 χρόνων. Ο κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής Αμίρ ανήκει στη φυλή των Παστούν, που ήταν η άρχουσα τάξη. Δεν γνώρισε τη μητέρα του που πέθανε στη γέννα της και μεγαλώνει με τον πατέρα του, εναν πλούσιο επιχειρηματία, σ' ένα ωραίο σπίτι σε μια αριστοκρατική, όμορφη γειτονιά της Καμπούλ. Αχώριστος σύντροφος στα παιγνίδια του είναι ο συνομήλικός του Χασάν, γιος του υπηρέτη τους Αλή, υπηρέτης κι ο ίδιος. Τους χωρίζουν οι φυλές τους (Παστούν-Χάζαροι), τους χωρίζει η θρησκεία τους (Σουνίτες-Σιίτες), τους χωρίζει η μόρφωση, τους χωρίζει η τάξη τους. Όμως τα δυο παιδιά ενώνονται με μια άδολη παιδική φιλία. Απ' τα αγαπημένα τους παιγνίδια ήταν το πέταγμα του χαρταετού, ένα πολύ διαδεδομένο παιγνίδι στο Αφγανιστάν, για το οποίο και οργανώνονται ειδικοί αγώνες. Ωραίος χαρακτήρας ο πατέρας του Αμίρ που σ' όλο το βιβλίο αποκαλείται Μπάμπα, ένας προοδευτικός ορθολογιστής, προσπαθεί να δώσει μια σωστή διαπαιδαγώγηση στο γιο του που από μικρός έδειξε την κλίση του στο γράψιμο.
Η ωραία, ανέμελη, ευτυχισμένη ζωή τους θα διακοπεί με την εισβολή των Ρώσων και οι δυο, πατέρας και γιος, θα καταλήξουν στην Αμερική, αφού στο μεταξύ κάποια γεγονότα διέρρηξαν με οδυνηρό τρόπο τους δεσμούς της παιδικής φιλίας Αμίρ-Χασάν. Γι' αυτό το γεγονός ο Αμίρ θα βασανίζεται από τύψεις σ' όλη του τη ζωή. Αναζητώντας τη λύτρωση θα ξαναγυρίσει μεγάλος πια στο Αφγανιστάν, όταν είχαν επικρατήσει οι Ταλιμπάν. Η εικόνα της καταστρεμμένης Καμπούλ, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της μισαλλοδοξίας προβάλλει μέσα από το μυθιστόρημα πολύ πιο έντονα απ' τις εικόνες που κατά καιρούς βλέπουμε στις ειδήσεις. Υπάρχει μια σκηνή λιθοβολισμού ενός ζευγαριού μοιχών που δύσκολα αντέχεται, έστω και να τη διαβάζει κάποιος. Διακινδυνεύοντας τη ζωή του ο Αμίρ προσπαθεί να βγάλει από την κόλαση τον μικρό γιο του Χασάν, τον Σοχράμπ, ως ένα είδος εξιλέωσης γι΄αυτά που βαραίνουν τη συνείδησή του.
Ξεκίνησα το βιβλίο του Χοσεϊνί με πολλή επιφύλαξη και μόνο αφού έμεινε καιρό στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Όταν όμως το άρχισα δεν μπορούσα να το αφήσω. Γραμμένο με απλότητα (θα μπορούσα να πω απλοϊκότητα) φέρνει κοντά μας μια χώρα κι ένα λαό. Τη φύση της χώρας, τους παγωμένους χειμώνες και την όμορφη εξοχή της, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη θρησκεία, τους μύθους της, τις συνήθειες, αλλά και τα δεινά του πολέμου και της προσφυγιάς. Πάνω απ' όλα όμως είναι ένα βιβλίο εξύμνησης της φιλίας, ένα βιβλίο ενοχής και εξιλέωσης, ένα βιβλίο αγάπης στον άνθρωπο όπου κι αν αυτός ανήκει.

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009

Το πάθος χιλιάδες φορές

Σκέφτομαι, καθώς γοητευμένη για άλλη μια φορά από τη Ζυράννα Ζατέλη, κλείνω την 765η σελίδα του τελευταίου της μυθιστορήματος "Το πάθος χιλιάδες φορές" (Καστανιώτης, 2009), πως η Ζατέλη μοιάζει με κάποια ιστορικά πρόσωπα που από κάποιους αποθεώθηκαν και λατρεύτηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι αποπειράθηκαν (ή και κατάφεραν) να τους δολοφονήσουν. Υπάρχουν οι φανατικοί αναγνώστες της που με αδημονία περιμένουν κάθε καινούριο της βιβλίο κι υπάρχουν άλλοι που "ούτε δεμένοι στην καρέκλα" (κατά την έκφραση ενός γνωστού μου) δεν μπορούν να την αντέξουν.
Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Πιστεύω πως η Ζατέλη είναι μια από τις καλύτερες (αν όχι η καλύτερη) σύγχρονές μας πεζογράφους. Τα βιβλία της δεν είναι από τα βιβλία που "θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω". Είναι για να διαβάζονται αργά, απολαυστικά, για να επανέρχεσαι σε σελίδες τους, για να απολαμβάνεις τη γλώσσα, συχνά να στέκεσαι, να ανασηκώνεις το βλέμμα και να συλλογίζεσαι πάνω σε μια φράση της.
Αρχίζει σαν μ' ένα προσκλητήριο νεκρών. Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε στο προηγούμενό της βιβλίο, "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", συντρώγουν, παραμονή Πρωτοχρονιάς με όσους ακόμα ζουν, μια νύχτα όπου "τα πιθανά και τα απίθανα, τα τεκμαρτά και τα ανείκαστα", όλα μπορούν να συμβούν. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, νομίζω, που συναντάμε στο βιβλίο σκόρπιους στίχους από το "Τραγούδι του νεκρού αδελφού": Να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους (σ. 170), "Κάνει το σύννεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι (σ.401), Για δες θάμα κι αντίθαμα (σ. 347).
Οικοδέσποινα σ' αυτή την παράξενη, εξωλογική σύναξη είναι η Λεύκα, η δεκατριάχρονη εγγονή του Τριαντάφυλλου ή Ντάφκου, βασικού προσώπου και στο προηγούμενο βιβλίο της Ζατέλη. Μια ιδιόμορφη σχέση ενώνει παππού και εγγονή, μια σχέση που δεν απέχει από έρωτα. Αυτά είναι τα δυο κύρια πρόσωπα γύρω από τα οποία, πολυπρόσωπος χορός, συνωστίζονται πλήθος άλλα. Ο Ντάφκος, σιδεράς, καλοστεκούμενος εξηντάρης, ολιγόλογος, μ' ένα τσεκούρι διαρκώς στο χέρι, ξεθυμαίνει κόβοντας ξύλα, ενώ με μια κρυμμένη τρυφερότητα αγκαλιάζει ανθρώπους και ζώα.
Η μικρή με το πρωτότυπο όνομα Λεύκα ("στην αρχαιότητα η λεύκα συμβόλιζε με την διχρωμία των φύλλων της την χθόνια και την επίγεια λατρεία: η σκούρα πλευρά τους ήταν ο Κάτω Κόσμος και η ανοιχτόχρωμη πλευρά ο πάνω", θα της πει ο φαρμακοποιός, βοηθός του οποίου θα γίνει στα 20 της) είναι μια μυστήρια ύπαρξη. Απόμακρη, ενδοστρεφής, γράφει κλεισμένη στο δωμάτιό της με μια ανάποδη, δεξιόστροφη γραφή, που μόνο μέσα σε καθρέφτη διαβάζεται. Με πυρωμένα σιδεράκια χαράζει πληγές στο πρόσωπό της, θυμίζοντας ασκητές ή αγίους που βασάνιζαν το σώμα για να σώσουν την ψυχή τους. Η αγωνία της γραφής, οι ιστορίες του θανάτου που συνήθως γράφει οδηγούν στη σκέψη πως στο πρόσωπό της κρύβεται η ίδια η συγγραφέας. Η Λεύκα έχει μια παράξενη σχέση με το θάνατο, καθώς το χάδι του χεριού της χαρίζει ανακούφιση και βοηθά αυτούς που πάνε για την άλλη όχθη να τη διαβούν γαλήνια.
Ας μη ζητήσουμε μια ευθύγραμμη πορεία στην αφήγηση της Ζατέλη. Γνωρίζουμε τη Λεύκα δεκατριάχρονη, αλλά με αναδρομές πάμε σε επεισόδια της παιδικής της ηλικίας κι ύστερα τη βλέπουμε μέχρι τα 20 της. Ιστορίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες στον κύριο κορμό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστά αφηγήματα. Η πολυσέλιδη ιστορία της Ωραιοζήλης, ο τυφλός Σαράντης, οι δυο αδελφές που χρόνια τις ταλαιπωρούσε η κατάκοιτη θεία, η Μάργω και τα βότανά της, ο Άνθιμος ο φαρμακοποιός, ο Νικόλας-Ιωσήφ ο ξυλουργός, ο αδελφός της Ωραιοζήλης και η μνηστή του η Κάσση, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, ένα ολόκληρο σύμπαν δημιουργεί η συγγραφέας, μέσα στο οποίο περιδινούμαστε κι εμείς σαν μαγεμένοι, έστω κι αν θλιβερές είναι κατά κανόνα οι τύχες όλων αυτών των προσώπων.
Για τη γλώσσα της Ζατέλη θα μπορούσε να γίνει διατριβή. Λέξεις της αρχαίας σε αγαστή συνύπαρξη με την ωραία, στρωτή, ενίοτε διαλεκτική, δημοτική. Οσάκις, ενεά, ακκίστηκε, ίνα μη, υπό την χθόνα, έτι πλέον, ιχθύς, εν ακαρεί, γέρων, της ρινός και πολλά άλλα σε ξαφνιάζουν ευχάριστα. Αν προσθέσουμε σ'αυτά και το πολυτονικό σύστημα που ακολουθείται στην έκδοση, εμείς οι παλαιοί ευφραινόμαστε "έτι πλέον" . Πρωτότυπες δικές της γλωσσικές δημιουργίες, όπως: θελξικάρδιο (κορίτσι), υπνοβόρα (μάτια), ασωπασιά (του ραδιοφώνου), δυσλαλία, ιοβόλες (αυγές) κ.λπ. αγκιστρώνουν τη ματιά και την προσοχή μας.
Παροιμίες, γλωσσοδέτες, αινίγματα, παιδικά παιγνίδια, στίχοι τραγουδιών, λαϊκά δίστιχα, λαϊκοί θρύλοι, αποφθεγματικές ρήσεις που δεν ξεχνιούνται (Το αύριο είναι σαν ποτέ, Καρπούζι και γυναίκα η τύχη τα διαλέγει όχι εμείς, Μόνο οι πεθαμένοι δεν γυρνούν, κι αυτό γιατί περνούν καλά φαίνεται κ.ά.), τοπικές συνήθειες και γιορτές, διασώζουν με τη λογοτεχνική τους καταγραφή στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού.
Ελάχιστες, για ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο, αλλά πολύ χαρακτηριστικές και στο πνεύμα του βιβλίου οι λογοτεχνικές αναφορές: Η Φόνισσα, Η Παναγία των Παρισίων, η βιογραφία του βαν Γκογκ, ο Σινούε ο Αιγύπτιος, ο Σολωμός βεβαίως και... μισό ημιστίχιο του Καβάφη.
Δεν ολοκληρώνονται οι τύχες όλων των ηρώων της Ζατέλη, όσων τουλάχιστον έμειναν ζωντανοί, ανάμεσά τους η Λεύκα και ο Ντάφκος. Θα αναμένουμε τη συνέχεια.

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

Το φάντασμα φεύγει

Ενώ του Ροθ "Το φάντασμα φεύγει" εγώ ξαναγυρίζω έπειτα από τριών σχεδόν εβδομάδων απουσία, "πλούσια με όσα κέρδισα στο δρόμο", έχοντας για άλλη μια φορά καταλάβει "οι Ιθάκες τι σημαίνουν". Οι εμπειρίες του ταξιδιού σίγουρα θα βρουν κάποια στιγμή την καταγραφή τους, όμως για την ώρα περιορίζομαι στο σχολιασμό του τελευταίου μου αναγνώσματος.

Διερωτώμαι, καθώς διαβάζω ακόμα ένα Philip Roth, πώς γίνεται ένας συγγραφέας να μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον, συχνά να γοητεύσει τον αναγνώστη, στριφογυρίζοντας διαρκώς σχεδόν στα ίδια θέματα. Κι όμως αυτό συμβαίνει με τα βιβλία του γνωστού, Αμερικανού συγγραφέα. Η εβραϊκή του ταυτότητα, η σύγχρονη Αμερική, η έκπτωση του ανθρώπινου σώματος και τα γηρατειά (στα τελευταία του τουλάχιστον βιβλία) έρχονται και επανέρχονται. Κι όμως κάθε φορά βρίσκει τον τρόπο να τα χειρίζεται διαφορετικά, κάθε βιβλίο του είναι κι ένα καινούριο ελκυστικό ανάγνωσμα.
Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο του "Φεύγει το φάντασμα" (Πόλις, 2009, μετ. Κατερίνα Σχινά). Στην πρώτη κιόλας παράγραφο μας δίνονται καίριες πληροφορίες: ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που σε λίγο μαθαίνουμε ότι είναι ο συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν (λογοτεχνική persona του Roth), ξαναγυρίζει στη Ν. Υόρκη έπειτα από 11 χρόνια πλήρους απομόνωσης σ' ένα σπιτάκι στο βουνό, διακόσια δέκα χιλιόμερα μακριά. Έχει ήδη υποστεί αφαίρεση καρκινωματώδους προστάτη και τώρα επιστρέφει για να δοκιμάσει μια θεραπεία που πιθανόν να τον απαλλάξει από την ακράτεια, εξαιρετικά δυσάρεστη και ενοχλητική συνέπεια της εγχείρησης. Βρισκόμαστε τρία χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δηλ. στο 2004.
Στην πόλη κάποιες συναντήσεις θα τον επηρεάσουν σε βαθμό να σκέφτεται να μην επιστρέψει στην απομόνωση του βουνού του. Τυχαία συναντά την Έιμη Μπελέτ, που υπήρξε σύντροφος του Λόνοφ, ενός συγγραφέα που υπήρξε κάποτε πρότυπο για τον νεαρό τότε Ζούκερμαν και που εξακολουθεί να τον θαυμάζει και να τον μελετά. Η Μπελέτ είναι τώρα γερασμένη κι έχει κι αυτή υποστεί εγχείρηση για αφαίρεση όγκου στον εγκέφαλο. Η δεύτερη συνάντηση είναι μ' ένα νεαρό ζευγάρι, τον Μπίλι και την Τζέιμι, που σε μια αγγελία τους στην εφημερίδα ζητούσαν να ανταλλάξουν για ένα χρόνο το διαμέρισμά τους στη Ν. Υόρκη μ' ένα εξοχικό σπίτι στο βουνό. Στην αγγελία απαντά ο Ζούκερμαν κι έτσι γνωρίζονται. Η νεαρή γυναίκα ασκεί μια ακαταμάχητη έλξη στον ηλικιωμένο και ανίκανο πια σεξουαλικά συγγραφέα. Μια τρίτη συνάντηση γίνεται αφορμή για να εμπλέξει ο Roth και άλλα θέματα στη μυθοπλασία του. Ένας νεαρός επίδοξος συγγραφέας, ο Κλάιμαν, επίμονα πολιορκεί και ενοχλεί τον Ζούκερμαν. Θέλοντας να γράψει μια βιογραφία για τον αγαπημένο συγγραφέα του Ζούκερμαν, τον Λόνοφ, προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες για ένα μυστικό στη ζωή του νεκρού πια Λόνοφ.
Όλα αυτά τα πρόσωπα με έντεχνο τρόπο συνδέονται και γίνονται οι φορείς των θεμάτων που απασχολούν τον Roth: οι συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου, η απαξίωση της Κυβέρνησης Μπους, η σχέση ζωής και συγγραφής, η ερωτική επιθυμία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, οι ανθρώπινες σχέσεις, η σωματική αδυναμία, ο αδυσώπητος χρόνος, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται. Στο μυθιστόρημα επίσης παρεμβάλλονται θεατρικοί διάλογοι, έργο που υποτίθεται γράφει ο Ζούκερμαν. Ακριβώς εδώ βλέπουμε πώς οι πρσωπικές εμπειρίες μετατρέποντια σε τέχνη.
Το μυθιστόρημα βρίθει λογοτεχνικών και άλλων αναφορών που καθιστούν αναγκαίες τις επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας στο τέλος του βιβλίου.
Άλλος ένας λοιπόν κλασικός Roth. Για τους εθισμένους στον τρόπο γραφής του, πάντα ενδιαφέρων και ελκυστικός.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

..."θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους"...


Αγαπητοί φίλοι "συμπλόγκερς" γεια σας. Αναχωρώ αύριο για μια περιήγηση που χρόνια ονειρευόμουν. Εκεί που έφτασαν οι Αργοναύτες αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί όπου ο Ορέστης ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή. Εκεί όπου Έλληνες οραματιστές έβαλαν το σπόρο για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Εκεί όπου ο Ελληνισμός άνθησε για αιώνες πριν ξεριζωθεί. Μια 15ήμερη κρουαζιέρα στη Μαύρη Θάλασσα. Ελπίζω η πραγματικότητα να μη διαψεύσει τη φαντασία. Σας χαιρετώ και εύχομαι καλό καλοκαίρι σε όλους.


Παρασκευή, Ιουλίου 03, 2009

Νίκος Καββαδίας-Ο δαίμονας χόρευε μέσα του



Πριν από λίγες μέρες στο blog του Πατριάρχη διεξήχθη μια συζήτηση σχετικά με τις βιογραφίες. Εκεί εξεδήλωσα την αγάπη μου γι' αυτό το λογοτεχνικό είδος. Λόγω αυτής της αγάπης αγόρασα και το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα "Νίκος Καββαδίας-Ο δαίμονας χόρευε μέσα του" (Καστανιώτης 2009), που όμως τελικά δεν με ικανοποίησε, γιατί δεν ήταν αυτό που φαντάστηκα και περίμενα.
Το βιβλίο αποτελεί καταγραφή αφηγήσεων ναυτικών και γενικότερα ανθρώπων που γνώρισαν τον ποιητή. Οι αφηγήσεις αυτές, όπως λέει ο συγγραφέας, συγκεντρωμένες σε διάστημα μιας τριετίας, δεν μαγνητοφωνούνταν. Γι' αυτό, πιστεύω, διαμορφώθηκαν με το λογοτεχνικό ύφος του Κασόλα και γίνονται έτσι ιδιαίτερα ελκυστικές. Μέσα απ' όλες τις αφηγήσεις προβάλλει ο άνθρωπος-Καββαδίας. Ο χαρακτήρας, οι συνήθειες, οι προτιμήσεις, ο τρόπος ζωής του, οι σχέσεις του με τους ανθρώπους, με τις γυναίκες ιδιαίτερα, η μεγάλη αγάπη του για τη θάλασσα και το ταξίδι κ.λπ. Όμως τίποτα που να έχει σχέση με την ποίησή του, που να φωτίζει το έργο του. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που μιλούν δεν ήξεραν καν ότι είναι ποιητής, το 'μαθαν μετά το θάνατό του. Αυτός είναι ο λόγος που το βιβλίο δεν με ικανοποίησε. Μπορεί να 'ναι καλογραμμένο, να διαβάζεται άνετα, να εμπλουτίζεται με φωτογραφίες, αλλά εκείνο που ήθελα και (λανθασμένα) περίμενα ήταν η σχέση ζωής και έργου. Γι' αυτό ξεχώρισα το παρακάτω απόσπασμα και λέω, τι καλά θα ήταν αν το βιβλίο περιλάμβανε κι άλλα τέτοια:
................................................
Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια
δυο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένα; βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια
.....................................................
"Ξέρεις τι θα πει "το σίδερο στα πόδια, δυο μέτρα καραβόπανο, κι αριστερά τιμόνι"; "Όχι". Του λέω: "Όταν πεθαίνει κάποιος στη θάλασσα, τον ράβουνε σε δυο μέτρα καραβόπανο και του δένουνε ένα σίδερο στα πόδια, για να βουλιάξει. "...κι αριστερά τιμόνι", για να μην τον πάρει η προπέλα. Γιατί το πλοίο κάνει ένα γύρο εκεί που έπεσε ο νεκρός ως αποχαιρετισμό".
Αν όλο το βιβλίο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους αγαπούν την ποίηση του Καββαδία, ακόμα λιγότερο ενδιαφέρον νομίζω υπάρχει στο "Παράρτημα", στο οποίο ο συγγραφέας εξιστορεί τα της διένεξης και της δίκης που υποκινήθηκε από τους κληρονόμους του ποιητή σχετικά με τα πνευματικά διακιώματα του προηγούμενου βιβλίου του Κασόλα "Νίκος Καββαδίας-Γυναίκα-Θάλασσα-Ζωή".
Όμως οφείλω να ομολογήσω κι ένα κέρδος που είχα. Με αφορμή το βιβλίο και θέλοντας να ξαναδιαβάσω Καββαδία "ανακάλυψα" το ωραίο αφιέρωμα σ' αυτόν, στο οποίο μπορεί να διαβάσει κανείς ηλεκτρονικά όλη την ποίηση και τα πεζά του.

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2009

Μετά τα μεσάνυχτα



Στον αγαπητό Librofilo οφείλω πολλά από τα ωραία βιβλία που έχω διαβάσει. Το πιο πρόσφατο, μια ευσύνοπτη νουβέλα μόλις 128 σελίδων. Τίτλος, "Μετά τα μεσάνυχτα" (Μελάνι, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη, τίτλος πρωτοτύπου Don't Look Now). Συγγραφέας η αγαπημένη μου Δάφνη Ντι Μωριέ (Στα χρόνια της εφηβείας μου τη "Ρεβέκκα" της τη ξαναδιάβαζα κάθε καλοκαίρι, την είχα μάθει σχεδόν απ' έξω).
Η Βενετία υπήρξε (και είναι ακόμη) προσφιλής λογοτεχνικός τόπος. "Ο έμπορος της Βενετίας", του Σέξπηρ, "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν, "Γιατί όχι στη Βενετία;" της Μισέλ Μανσό, "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του δικού μας Μαμαλούκα, είναι λίγα μόνο από τα έργα που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Φαίνεται ότι η σκοτεινή γοητεία των καναλιών της, τα ερειπωμένα αρχοντικά της, τα αδιέξοδα δρομάκια της, η όλη ατμόσφαιρα που έχει κάτι το ρομαντικό και μυστηριώδες ταυτόχρονα, εμπνέουν πολλούς λογοτέχνες (κι ας μη ξεχνάμε ότι κάποτε εθεωρείτο must για μήνα του μέλιτος!).
Σ' αυτή την ατμόσφαιρα μας σεριανάει η Δάφνη ντι Μωριέ με την καταπληκτική αυτή νουβέλα, της οποίας η κινηματογραφική μεταφορά το 1973 θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικόυ κινηματογράφου (Να αναφέρω εδώ ότι ο Librofilo, εκτός από την ωραία παρουσίαση του βιβλίου κάνει και μια πολύ κατατοπιστική σύγκριση βιβλίου-ταινίας).
"Μην κοιτάξεις" είπε ο Τζον στη γυναίκα του, "αλλά δυο τραπέζια πιο πέρα κάθονται δύο γεροντοκόρες που προσπαθούν να με υπνωτίσουν". Και μόνο αυτή η εναρκτήρια πρόταση είναι αρκετή για να κάνει τον αναγνώστη να θέλει να προχωρήσει. (Έχουν λεχθεί πολλά για τις εναρκτήριες φράσεις διάσημων λογοτεχνικών έργων. Κάτι που πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς νομίζω θα 'πρεπε να μελετήσουν).
Ένα νεαρό ζευγάρι, ο Τζον και η Λόρα έρχονται για διακοπές στη Βενετία, στην προσπάθειά τους να συνέλθουν από το πένθος στο οποίο τους βύθισε ο θάνατος της μικρής τους κόρης. Το ζευγάρι έχει ακόμη ένα γιο, που τον έχουν αφήσει στο οικοτροφείο του σχολείου του. Καθώς τριγυρίζουν στη Βενετία, κάνουν τον περίπατό τους ή τρώνε σε ρομαντικά ταβερνάκια, συναντούν σε κάθε τους βήμα αυτό το παράξενο ζευγάρι των ηλικιωμένων δίδυμων αδελφών. Η μια απ' αυτές, παρ' όλο που είναι τυφλή, ισχυρίζεται ότι βλέπει κοντά στο ζευγάρι τη μικρή, νεκρή τους κόρη. Η Λόρα νιώθει μια χαρά, μια παρηγοριά μέσα στο πένθος της, ενώ ο άντρας της, σκεπτικιστής, δεν πιστεύει σ' αυτά. Όταν η τυφλή προειδοποιεί το ζευγάρι για μια επικείμενη συμφορά, τότε η μεταφυσική συγκρούεται άμεσα με τη λογική. Ποια θα υπερισχύσει; Δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Η νουβέλα κρατάει αιχμάλωτο τον αναγνώστη ως το απρόσμενο τέλος, που έρχεται στην τελευταία σελίδα.
Όσοι αναγνώστες πιστεύουν στα μεταφυσικά φαινόμενα θα ενθουσιαστούν. Όσοι είναι ορθολογιστές και λογικοκρατούμενοι (αναμεσά τους κι εγώ) θα απολαύσουν ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Τα τρίτα μου γενέθλια

Να πω "Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός" θα ήταν μεγάλη κοινοτοπία (αλίμονο, όσο μεγαλώνεις τόσο πιο γήγορα περνάει). Το "μου φαίνεται σαν χτες" επίσης χιλιοειπωμένο. Κι όμως συχνά δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να καταφύγουμε σ΄αυτές τις τόσο κοινότοπες εκφράσεις. Σ' αυτές καταφεύγω κι εγώ για να γιορτάσω την τρίτη επέτειο των γενεθλίων του blog μου.
Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που συμπλήρωσα προχθές ακόμα ένα χρόνο "μπλογκικής" ζωής. Γυρίζω πίσω. Ξαναδιαβάζω και θυμάμαι. Βιβλία που με μάγεψαν και βιβλία που με απογοήτευσαν. Σχόλια κι επικοινωνία με φίλους, γνωστούς και αγνώστους. Στιγμές της ζωής μου που συνδέθηκαν με τα διαβάσματά μου. Και καταφεύγω και πάλι στην ευχή που πάει να γίνει κι αυτή κλισέ: "Του χρόνου και πάλι εδώ".

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2009

Κόκκινο στην πράσινη γραμμή



"Μια απέραντη ξεγνοιασιά επικρατεί-οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους". Φράση που ακούγεται στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη "Κόκκινο στην πράσινη γραμμή" (Μεταίχμιο, 2009). Μια φράση που μοιάζει να μας χαρακτηρίζει ως Κυπρίους για όποιον, ερχόμενος στην Κύπρο τώρα για πρώτη φορά, βλέπει τις πολυπληθείς παραλίες, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τις γεμάτες νεολαία καφετέριες. Μοιάζει σαν να έχουμε ξεχάσει τα δεινά μας, σαν να μην έχουμε κανένα πρόβλημα. Αν κρίνω από τον εαυτό μου, ναι, θέλω να ξεχάσω. Κι ας ήταν για χρόνια μετά την εισβολή αναρτημένο παντού το σύνθημα "δεν ξεχνώ" κι ας το βλέπουμε ακόμα πότε-πότε να προβάλλει μισοσβησμένο. Θέλω να ξεχάσω επιτέλους, γιατί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έζησα μέσα στο θάνατο και τις συγκρούσεις. Πότε με τους Άγγλους, πότε με τους Τούρκους, πότε μεταξύ μας. Κι έρχονται βιβλία σαν αυτό του Γκουρογιάννη να ανασκαλίσουν τη μνήμη, να θυμίσουν "οικεία κακά", να μας ξυπνήσουν "πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται".
Ο άγνωστος κι αγνοημένος πόλεμος του 1974 (μα έγινε πόλεμος τότε;) και η συμμετοχή των Ελλαδιτών στρατιωτών σ' αυτόν, είναι το κεντρικό μοτίβο του βιβλίου. Αφορμή έδωσε το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄Δημοτικού που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων πριν από μερικά χρόνια. Οι βετεράνοι του '74 ζητούν να προστεθεί στις ελάχιστες γραμμές που το βιβλίο αφιερώνει σ' αυτόν τον πόλεμο, ακόμα μιάμιση γραμμή για τη δική τους συμμετοχή. Ο πρόεδρος της οργάνωσης ΝΟΜΕ (Νέα Οργάνωση Ελλήνων Μαχητών), που είναι και το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, έρχεται στην Κύπρο επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων που διοργανώνουν ένα συνέδριο, με σκοπό μέσα από τις αναμνήσεις, τις αφηγήσεις, τις μαρτυρίες τους, να μπορέσουν να συνοψίσουν τη μιάμιση γραμμή για να προστεθεί στο βιβλίο της Ιστορίας.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τους συνέδρους από την πρώτη μέρα της τριήμερης παραμονής τους στο νησί, που αρχίζει με κατάθεση στεφάνου στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου είναι θαμμένοι οι πεσόντες Ελλαδίτες, μέχρι την αναχώρησή τους από την Κύπρο. Ήδη από την πρώτη στιγμή, με το βαριεστημένο τρόπο που γίνεται η κατάθεση, που ψάλλεται ο Εθνικός Ύμνος, ενώ η σκέψη μέσα στο αυγουστιάτικο λιοπύρι της Λευκωσίας πετά προς μια ανακουφιστική παγωμένη μπίρα που τους περιμένει στο ξενοδοχείο, φαίνεται η ματιά με την οποία θα κοιτάξει το θέμα του ο συγγραφέας. Οι αναμνήσεις, όπως αυτές θα ξεδιπλωθούν μέσα από τις μαρτυρίες στο συνέδριο ή μέσα από τις ενδόμυχες σκέψεις και φαντασιώσεις του προέδρου, δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Αναμνήσεις που σχετίζονται με εγκλήματα πολέμου, με εκτελέσεις αιχμαλώτων, με την έλλειψη όπλων, με την απουσία οργανωμένης άμυνας, αλλά και με τη μάχη που έδωσε η ΕΛΔΥΚ και "έσωσε την τιμή της Ελλάδας". Οι αναμνήσεις και αφηγήσεις αγκαλιάζουν και το πραξικόπημα που, οργανωμένο από τη χούντα, ανέτρεψε τον πρόεδρο Μακάριο κι έγινε αφορμή για την Τουρκική εισβολή. Πότε τραυματίστηκε στο πόδι ο πρόεδρος των βετεράνων; Στην επίθεση εναντίον του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου), ήταν επομένως με το μέρος των πραξικοπηματιών ή κατά την τουρκική εισβολή πολεμώντας στο ύψωμα Κοτζάκαγια; Γιατί αμφισβητείται η γνησιότητα του τραυματισμού του; Τι τον βασανίζει και καταναλώνει συνεχώς αγχολυτικά; Στο κάτω-κάτω κι αν πήγε με τους πραξικοπηματίες τι έφταιγε αφού εκτελούσε διαταγές;
Με έξαιρετική περιγραφική ικανότητα και με συγκίνηση θα έλεγα (ή μήπως εγώ το βλέπω έτσι;) δίνεται η μετάβαση των συνέδρων στα Κατεχόμενα και η συνάντησή τους με Τούρκους βετεράνους του ίδιου πολέμου. "Οι αλήθειες των άλλων" προβάλλουν συχνά στο βιβλίο κι είναι βέβαιο πως στη δική μας πλευρά θα προκαλέσουν αντιδράσεις. "Ας όψονται οι αίτιοι" είναι μια φράση που ακούγεται συχνά στην Κύπρο, όταν σκεφτόμαστε την κατάστασή μας. Ποιοι όμως είναι οι αίτιοι; "Η συγκεκριμένη φράση είναι δίκοπο μαχαίρι όταν ακούγεται από Κυπρίους αυτής της ηλικίας και πάνω. Αίτιος μπορεί να είναι ή ο Μακάριος ή ο Γρίβας ή η χούντα των Αθηνών ή οι Εγγλέζοι ή η ΕΟΚΑ Β΄ κτλ."
Δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς ότι ο Γκουρογιάννης δεν πολέμησε στην Κύπρο τότε. Είναι τόση η γνώση τόπων, γεγονότων, λεπτομερειών που μόνο η μελέτη των πηγών τις οποίες και παραθέτει δεν θα μπορούσε από μόνη της να κάνει τόσο πειστική την αφήγησή του. (Από τις ελάχιστες ανακρίβειες που επεσήμανα είναι το χωριό όπου έγιναν σφαγές Τούρκων, που λέγεται Τόχνη και όχι Πόχνη, καθώς και η προσπάθεια απόδοσης της κυπριακής προφοράς που ασφαλώς δεν ήταν εύκολο να αποδοθεί σωστά).
Η μυθιστορηματική εκμετάλλευση του '74 στην Κύπρο χρειαζόταν μεγάλη τόλμη. Μια καυτή πατάτα στα χέρια του συγγραφέα, όμως ο Γκουρογιάννης κατάφερε να μην τον τσουρουφλίσει. Αν κάτι μένει στο τέλος στον αναγνώστη, είναι η καταδίκη του πολέμου, του κάθε πολέμου. Όσο για την Κύπρο..."τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε...Δε φελά να μιλάμε".

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Της ζωής και της αγάπης



Μπορεί το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Τσαμαδού "Της ζωής και της αγάπης" (Ψυχογιός 2009) να είναι το λιγότερο ιστορικό ανάμεσα στα τέσσερα μυθιστορήματα που έχει γράψει ως τώρα, χωρίς αμφιβολία όμως είναι το πιο "διαβαστερό". Η συγγραφέας έχει δώσει στο μυθιστόρημά της μια χροιά μυστηρίου, θα έλεγα ένα άρωμα αστυνομικής ιστορίας, χωρίς δολοφονίες και εγκλήματα (αν και υπάρχει κι ένας θάνατος που καλύπτεται από μυστήριο), που κρατάει τον αναγνώστη αιχμάλωτο στις σελίδες του βιβλίου.
Στο αδιάπτωτο ενδιαφέρον που προκαλεί η υπόθεση του μυθιστορήματος, συμβάλλει όχι λιγότερο και η τεχνική. Το μυθιστόρημα "ανοίγει" μ' ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται "1944-Οι γυναίκες". Μεταφερόμαστε στον τελευταίο χρόνο της Γερμανικής Κατοχής. Ένα καμένο χωριό, νεκροί όλοι οι άντρες. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο "2005-Το τηλεφώνημα". Τα κύρια πρόσωπα του έργου μπαίνουν στη σκηνή. Είναι η Νάσια, μια νέα δημοσιογράφος, που φαίνεται να διατηρεί μια προβληματική ερωτική σχέση με τον Μάνο, που είναι αρχιτέκτονας, και ο άγνωστός της δικηγόρος Νίκος θεοδώρου, που την ειδοποιεί να περάσει από το γραφείο του για κάτι που την αφορά. Το βιβλίο προχωρεί έτσι, με κάποια κεφάλαια να αναφέρονται στο παρελθόν, ενώ τα περισσότερα διαδραματίζονται στο παρόν του 2005-2006. Τι συνδέει τα πρόσωπα και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν 60 τόσα χρόνια πριν, με το σήμερα; Και τι σημαίνει η κληρονομιά που ο δικηγόρος Θεοδώρου της παραδίδει εκ μέρους ενός πελάτη του που πέθανε και που η νεαρή δημοσιογράφος καθόλου δεν γνώριζε;
Η ¨κληρονομιά" ήταν ένα δέμα με φωτογραφίες μιας περασμένης εποχής. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Με διεγερμένο το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον η Νάσια αρχίζει να ερευνά το παρελθόν διερωτώμενη τι σχέση μπορεί να έχει με την ίδια. Βοηθός πολύτιμος στην έρευνα ο δικηγόρος με τον οποίο σιγά-σιγά αναπτύσσεται μια αρμονική φιλική σχέση. Παράλληλα παρακολουθούμε και τα διλήμματα της νέας κοπέλας από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αργά-αργά, μεθοδικά, το πέπλο του μυστηρίου διαλύεται, τα σκοτάδια του παρελθόντος φωτίζονται, οι χαμένοι κρίκοι που συνδέουν το πριν με το τώρα ανακαλύπτονται.
Τα χαρακτηριστικά του ιστορικού μυθιστορήματος δεν εγκαταλέιπουν τη γραφή της Τσαμαδού, δημιουργώντας το κατάλληλο πλαίσιο δράσης, θυμίζοντας στους πιο ηλικιωμένους αναγνώστες γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις και διασώζοντάς τα για τους νεότερους. Όχι μόνο τα καθαρά ιστορικά στοιχεία, η Κατοχή, οι δωσίλογοι, ο εμφύλιος, οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τα Ιουλιανά, η χούντα, οι εξορίες κ. ά. αλλά και πάρα πολλά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας περνούν μέσα από την αφήγηση: η φυματίωση και οι βίλες στην Εκάλη, τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, γνωστά στέκια της Αθήνας, η Αλάσκα στο Κεφαλάρι, η Αρζεντίνα, η Αθηναία, χοροί στο Μ. Βρετανία, το σινεμά Παλάς, ηθοποιοί της εποχής, πλήθος προσωπικές, όπως φαίνεται αναμνήσεις της συγγραφέως, συνείρονται αρμονικά δημιουργώντας πειστικά την ατμόσφαιρα της εποχής. Δεν λείπει ούτε ο προβληματισμός πάνω σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, όπως για παράδειγμα το θέμα των εκτρώσεων.
"Το να γράψεις ένα βιβλίο που αναφέρεται στην πρόσφατη ιστορία, ακόμη κι αν πρόκειται για μυθιστόρημα, είναι σαν να παίρνεις εν γνώσει σου ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Προσπάθησα να προσεγγίσω τα γεγονότα με σεβασμό και όσο γινόταν αντικειμενικά. Αν δεν το κατάφερα, ζητώ την συγγνώμη και την επιείκειά σας", γράφει προλογικά η συγγραφέας. Να είναι όμως βέβαιη ότι δεν χρειάζεται ούτε την επιείκεια ούτε τη συγγνώμη μας. Μας έδωσε ένα μυθιστόρημα με σοβαρότητα, με ευγένεια ήθους, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, με γλώσσα πλούσια, χωρίς τις συνήθεις στη σύγχρονη λογοτεχνία χυδαιότητες και κατόρθωσε με την πλοκή του έργου να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία, 512η σελίδα.