Σκέφτομαι, καθώς γοητευμένη για άλλη μια φορά από τη Ζυράννα Ζατέλη, κλείνω την 765η σελίδα του τελευταίου της μυθιστορήματος "Το πάθος χιλιάδες φορές" (Καστανιώτης, 2009), πως η Ζατέλη μοιάζει με κάποια ιστορικά πρόσωπα

που από κάποιους αποθεώθηκαν και λατρεύτηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι αποπειράθηκαν (ή και κατάφεραν) να τους δολοφονήσουν. Υπάρχουν οι φανατικοί αναγνώστες της που με αδημονία περιμένουν κάθε καινούριο της βιβλίο κι υπάρχουν άλλοι που "ούτε δεμένοι στην καρέκλα" (κατά την έκφραση ενός γνωστού μου) δεν μπορούν να την αντέξουν.
Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Πιστεύω πως η Ζατέλη είναι μια από τις καλύτερες (αν όχι η καλύτερη) σύγχρονές μας πεζογράφους. Τα βιβλία της δεν είναι από τα βιβλία που "θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω". Είναι για να διαβάζονται αργά, απολαυστικά, για να επανέρχεσαι σε σελίδες τους, για να απολαμβάνεις τη γλώσσα, συχνά να στέκεσαι, να ανασηκώνεις το βλέμμα και να συλλογίζεσαι πάνω σε μια φράση της.
Αρχίζει σαν μ' ένα προσκλητήριο νεκρών. Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε στο προηγούμενό της βιβλίο, "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", συντρώγουν, παραμονή Πρωτοχρονιάς με όσους ακόμα ζουν, μια νύχτα όπου "τα πιθανά και τα απίθανα, τα τεκμαρτά και τα ανείκαστα", όλα μπορούν να συμβούν. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, νομίζω, που συναντάμε στο βιβλίο σκόρπιους στίχους από το "Τραγούδι του νεκρού αδελφού": Να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους (σ. 170), "Κάνει το σύννεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι (σ.401), Για δες θάμα κι αντίθαμα (σ. 347).
Οικοδέσποινα σ' αυτή την παράξενη, εξωλογική σύναξη είναι η Λεύκα, η δεκατριάχρονη εγγονή του Τριαντάφυλλου ή Ντάφκου, βασικού προσώπου και στο προηγούμενο βιβλίο της Ζατέλη. Μια ιδιόμορφη σχέση ενώνει παππού και εγγονή, μια σχέση που δεν απέχει από έρωτα. Αυτά είναι τα δυο κύρια πρόσωπα γύρω από τα οποία, πολυπρόσωπος χορός, συνωστίζονται πλήθος άλλα. Ο Ντάφκος, σιδεράς, καλοστεκούμενος εξηντάρης, ολιγόλογος, μ' ένα τσεκούρι διαρκώς στο χέρι, ξεθυμαίνει κόβοντας ξύλα, ενώ με μια κρυμμένη τρυφερότητα αγκαλιάζει ανθρώπους και ζώα.
Η μικρή με το πρωτότυπο όνομα Λεύκα ("στην αρχαιότητα η λεύκα συμβόλιζε με την διχρωμία των φύλλων της την χθόνια και την επίγεια λατρεία: η σκούρα πλευρά τους ήταν ο Κάτω Κόσμος και η ανοιχτόχρωμη πλευρά ο πάνω", θα της πει ο φαρμακοποιός, βοηθός του οποίου θα γίνει στα 20 της) είναι μια μυστήρια ύπαρξη. Απόμακρη, ενδοστρεφής, γράφει κλεισμένη στο δωμάτιό της με μια ανάποδη, δεξιόστροφη γραφή, που μόνο μέσα σε καθρέφτη διαβάζεται. Με πυρωμένα σιδεράκια χαράζει πληγές στο πρόσωπό της, θυμίζοντας ασκητές ή αγίους που βασάνιζαν το σώμα για να σώσουν την ψυχή τους. Η αγωνία της γραφής, οι ιστορίες του θανάτου που συνήθως γράφει οδηγούν στη σκέψη πως στο πρόσωπό της κρύβεται η ίδια η συγγραφέας. Η Λεύκα έχει μια παράξενη σχέση με το θάνατο, καθώς το χάδι του χεριού της χαρίζει ανακούφιση και βοηθά αυτούς που πάνε για την άλλη όχθη να τη διαβούν γαλήνια.
Ας μη ζητήσουμε μια ευθύγραμμη πορεία στην αφήγηση της Ζατέλη. Γνωρίζουμε τη Λεύκα δεκατριάχρονη, αλλά με αναδρομές πάμε σε επεισόδια της παιδικής της ηλικίας κι ύστερα τη βλέπουμε μέχρι τα 20 της. Ιστορίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες στον κύριο κορμό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστά αφηγήματα. Η πολυσέλιδη ιστορία της Ωραιοζήλης, ο τυφλός Σαράντης, οι δυο αδελφές που χρόνια τις ταλαιπωρούσε η κατάκοιτη θεία, η Μάργω και τα βότανά της, ο Άνθιμος ο φαρμακοποιός, ο Νικόλας-Ιωσήφ ο ξυλουργός, ο αδελφός της Ωραιοζήλης και η μνηστή του η Κάσση, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, ένα ολόκληρο σύμπαν δημιουργεί η συγγραφέας, μέσα στο οποίο περιδινούμαστε κι εμείς σαν μαγεμένοι, έστω κι αν θλιβερές είναι κατά κανόνα οι τύχες όλων αυτών των προσώπων.
Για τη γλώσσα της Ζατέλη θα μπορούσε να γίνει διατριβή. Λέξεις της αρχαίας σε αγαστή συνύπαρξη με την ωραία, στρωτή, ενίοτε διαλεκτική, δημοτική. Οσάκις, ενεά, ακκίστηκε, ίνα μη, υπό την χθόνα, έτι πλέον, ιχθύς, εν ακαρεί, γέρων, της ρινός και πολλά άλλα σε ξαφνιάζουν ευχάριστα. Αν προσθέσουμε σ'αυτά και το πολυτονικό σύστημα που ακολουθείται στην έκδοση, εμείς οι παλαιοί ευφραινόμαστε "έτι πλέον" . Πρωτότυπες δικές της γλωσσικές δημιουργίες, όπως: θελξικάρδιο (κορίτσι), υπνοβόρα (μάτια), ασωπασιά (του ραδιοφώνου), δυσλαλία, ιοβόλες (αυγές) κ.λπ. αγκιστρώνουν τη ματιά και την προσοχή μας.
Παροιμίες, γλωσσοδέτες, αινίγματα, παιδικά παιγνίδια, στίχοι τραγουδιών, λαϊκά δίστιχα, λαϊκοί θρύλοι, αποφθεγματικές ρήσεις που δεν ξεχνιούνται (Το αύριο είναι σαν ποτέ, Καρπούζι και γυναίκα η τύχη τα διαλέγει όχι εμείς, Μόνο οι πεθαμένοι δεν γυρνούν, κι αυτό γιατί περνούν καλά φαίνεται κ.ά.), τοπικές συνήθειες και γιορτές, διασώζουν με τη λογοτεχνική τους καταγραφή στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού.
Ελάχιστες, για ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο, αλλά πολύ χαρακτηριστικές και στο πνεύμα του βιβλίου οι λογοτεχνικές αναφορές: Η Φόνισσα, Η Παναγία των Παρισίων, η βιογραφία του βαν Γκογκ, ο Σινούε ο Αιγύπτιος, ο Σολωμός βεβαίως και... μισό ημιστίχιο του Καβάφη.
Δεν ολοκληρώνονται οι τύχες όλων των ηρώων της Ζατέλη, όσων τουλάχιστον έμειναν ζωντανοί, ανάμεσά τους η Λεύκα και ο Ντάφκος. Θα αναμένουμε τη συνέχεια.