Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2012

Μπαρ Φλωμπέρ



Δεν ξέρω πώς μου διέφυγε (αν και η πρώτη του έκδοση ανάγεται στο 2000) ένα όχι ευκαταφρόνητο βιβλίο. Το ανακάλυψα πρόσφατα, ίσως γιατί τώρα με την επανέκδοσή του κυκλοφορεί και σε ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη «Μπαρ Φλωμπέρ» (Καστανιώτης, 2012).
Η βασική του ιδέα μου θύμισε ένα από τα ωραιότερα βιβλία (αν όχι το ωραιότερο) που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς εξαντλημένο πια, το «Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα», του Πασκάλ Μερσιέ. Δεν μιλώ για μίμηση. Μιλώ για ομοιότητα στην κεντρική ιδέα. Άλλωστε, όπως λέει ο Σεφέρης, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη.
Ο Γιάννης Λουκά, φιλόλογος, κοντά στα σαράντα, συνεργάτης σε διάφορα περιοδικά, αναλαμβάνει να βοηθήσει τον συγγραφέα πατέρα του στην έκδοση της αυτοβιογραφίας του. Ψάχνοντας το αρχείο του, βρίσκει το χειρόγραφο ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Μπαρ Φλωμπέρ», με συγγραφέα κάποιον Λουκά Ματθαίου. Ο πατέρας του Γιάννη, σύμβουλος σε εκδοτικό οίκο, το είχε απορρίψει. Όμως ο Γιάννης εντυπωσιάζεται και αρχίζει την αναζήτηση του άγνωστου συγγραφέα. Αποσπάσματα του μη εκδοθέντος «Μπαρ Φλωμπέρ», που είχε εντυπωσιάσει τον Γιάννη Λουκά, παρεμβάλλονται στη δική του περιπέτεια αναζήτησης.  Μια αναζήτηση που τον φέρνει στη Βαρκελώνη, στη Φλωρεντία, στο Βερολίνο και τελικά σε χωριά της Αρκαδίας.
Γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στο επίμετρο του βιβλίου του: «Ένας σκοτεινός σαγηνευτικός άντρας, ένας νεότερος άντρας σε περίοδο κρίσης, ένας πίνακας του Πουσέν, οι τέσσερις Ευαγγελιστές, το ευρωπαϊκό  τοπίο του τέλους του 20ου αιώνα, οι μπιτ, ο Γκαουντί, η αρχιτεκτονική, ο Φασμπίντερ, τα έντυπα της εποχής, το πατρικό πρότυπο, η σαγήνη του αρσενικού, η σαγήνη του θηλυκού, ο φόβος του ν’ αγαπηθείς, η απόλυτη μοναξιά του ερωτευμένου. Αλλά και η αποξένωση, η αίσθηση του να είσαι ταυτόχρονα μέσα κι έξω απ’ τα πράγματα, η εξέλιξη της δομής του μυθιστορήματος, οι επάλληλες αφηγηματικές στρώσεις, το συγγραφικό μπλοκάρισμα, η αλληλοδιείσδυση μυθοπλασίας και πραγματικότητας.
Το ετερόκλητο αυτό υλικό άρχισε σταδιακά να μου επιβάλλεται. Του παραδόθηκα αμαχητί και του επέτρεψα να με οδηγήσει».
Γεμάτο με κωδικούς που πρέπει να αποκρυπτογραφήσει, όπως ο ίδιος ο τίτλος «Μπαρ Φλωμπέρ» ή το μότο του πρώτου κεφαλαίου: Oral-Mare-Even-Neat ή τα αρχικά Λ.Δ.Σ.Κ. Προς το τέλος σημαντικό ρόλο παίζει η περίφημη φράση από τον πίνακα του Πουσέν (17ος αι.) «Et in Arcadia ego», στην οποία φράση η παράλειψη του ρήματος επιτρέπει ποικίλες ερμηνείες. Και ακόμα μια λατινική φράση, «I TEGO ARCANA DEI», βάζει και τον πρωταγωνιστή και τον αναγνώστη στο δρόμο για την τελική λύση.
Κρυπτογραφήματα, αναγραμματισμοί, περιπέτεια, έρωτας και πάνω απ’ όλα η ατμόσφαιρα των τριών πόλεων, της Βαρκελώνης, της Φλωρεντίας και του Βερολίνου συνθέτουν ένα γοητευτικό αποτέλεσμα. Προπάντων για όποιον έχει γνωρίσει τις τρεις αυτές πόλεις ή τα χωριά  της Αρκαδίας, είναι σαν να ξαναβρίσκεται σε οικείο περιβάλλον. Τις φαντάζεται, περιπλανιέται μαζί με τον συγγραφέα σε μια αναζήτηση. Του άλλου άραγε ή και του ίδιου του εαυτού μας;

Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2012

Καβαφικοί φόνοι

Φαίνεται ότι έγινε μόδα να εμπνέονται οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων από τη λογοτεχνία. Δεν εξηγείται αλλιώς το ότι σε σύντομο διάστημα κυκλοφόρησαν δύο τέτοια μυθιστορήματα. Πρώτα το μυθιστόρημα του Κυριάκου Μαργαρίτη "Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών" (Ψυχογιός) στηριγμένο στη "Φόνισσα" και στο "Έγκλημα και τιμωρία", και τώρα κυκλοφορεί το επίσης αστυνομικό του Θοδωρή Παπαθεοδώρου "Καβαφικοί φόνοι" (Ψυχογιός, 2012) εμπνευσμένο από τον Καβάφη.
Το μυθιστόρημα του Μαργαρίτη ήταν πιο συμπυκνωμένο και ως ένα βαθμό πιο πειστικό για τα αίτια των δολοφονιών και τον τρόπο εξιχνίασής τους. Διερωτώμαι γιατί ο Παπαθεοδώρου χρειάστηκε 514 σελίδες (ηλεκτρονικά 597) για να ολοκληρώσει το έργο του. Ίσως ήταν η προσπάθειά του να εντάξει όσο πιο πολλούς Καβαφικούς στίχους μπορούσε.
Η υπόθεση είναι εν συντομία η εξής: Ένας αποτυχημένος και κυνικός ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Νίκος Μάντης, αφού είχε ζήσει χρόνια στην Αμερική, ανοίγει στην Αθήνα ένα γραφείο ερευνών με μηδαμινή πελατεία. Μια μέρα όμως ένα e-mail του προτείνει 20.000 ευρώ για να εξιχνιάσει μια δολοφονία και του καταθέτει ως προκαταβολή 2.000 ευρώ. Φυσικά αποδέχεται.. Το θύμα, μια 98χρονη εκκεντρική και πάμπλουτη πρώην πόρνη, βρέθηκε νεκρή. Όργανο του φόνου ήταν ένα χρυσό αιγυπτιακό ξίφος, που στη λαβή του είχε τη μορφή της Κλεοπάτρας. Στο χέρι της βρέθηκε επίσης ένα φωτοτυπημένο αντίγραφο του ποιήματος του Καβάφη "Πόλις", με τις μουντζούρες, τις διαγραφές, τα συνθηματικά αρχικά που ο Καβάφης συνήθιζε να βάζει στα πρόχειρά του, πριν τους δώσει την τελική μορφή. Στον τοίχο, στο πλαίσιο ενός κάδρου, ήταν ένα άλλο ποίημα, το "Αλεξανδρινοί βασιλείς".
Θα ακολουθήσουν αρκετοί άλλοι φόνοι (νομίζω επτά) και κάθε φορά ένα διαφορετικό καβαφικό ποίημα συνοδεύει το νεκρό. Εκτός από τα ποιήματα, πολλοί άλλοι στίχοι κυκλοφορούν στο βιβλίο, κυρίως όπως τους αναφέρει ένας πρώην καθηγητής στην Οξφόρδη, μελετητής του Καβάφη, τη βοήθεια του οποίου ζητά ο Μάντης για να εξιχνιάσει τις δολοφονίες.
Ενώ ο Παπαθεοδώρου που γνωρίσαμε τόσο διαφορετικό στην τετραλογία "Οι καιροί της μνήμης" είχε μια καλή ιδέα στην οποία να στηριχτεί, έμπλεξε τόσα πρόσωπα, τόσες υποθέσεις που ο αναγνώστης χάνεται μέσα στο λαβύρινθο της αφήγησης. Ο ντετέκτιβ εμφανίζεται εντελώς αδαής, κάνει διαρκώς καλαμπούρια, όχι πάντοτε επιτυχημένα και εκφράζεται με μια γλώσσα που προσιδιάζει στους σκληρούς του υποκόσμου.  Και κανένας λόγος νομίζω δεν υπάρχει να καταφεύγει ο συγγραφέας τόσο συχνά σε παρομοιώσεις, κάποτε εξεζητημένες.
Στο έργο, που διαδραματίζεται στην Αθήνα κυρίως και εν μέρει στην Αλεξάνδρεια, κυκλοφορεί πολλή ομοφυλοφιλία, που κάποια στιγμή επισημαίνεται και στο ίδιο το βιβλίο. Υπάρχουν επίσης γεγονότα που δεν σχετίζονται άμεσα με το κεντρικό θέμα, όπως για παράαδειγμα ο παράλυτος και εντελώς ακίνητος αδελφός του Μάντη που νοσηλεύται σε μια κλινική ή η αντικατάσταση μιας αγιογραφίας από το μοναστήρι του όρους Σινά, με αντίγρφαφο από έναν αρχαιοκάπηλο. Έστω κι αν αυτός δολοφονείται, η δολοφονία του δεν σχετίζεται με την αρχαιοκαπηλία.
Αν και στην αρχή το μυθιστόρημα κινεί το ενδιαφέρον, γίνεται στη συνέχεια δαιδαλώδες και κουραστικό. Ας διαβάσουμε καλύτερα απευθείας τον Καβάφη!

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2012

Οδός Μπριτάννια, αριθμός 22

Ένα καλογραμμένο βιβλίο δεν σημαίνει πάντα ότι είναι και ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Αυτό αισθάνθηκα διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Αμάντα Χότζκινσον  "Οδός Μπριτάννια, αριθμός 22" (Πατάκης, 2012, μετ. Μυρτώ Καλοφωλιά), το πρώτο της, όπως μας πληροφορεί το βιογραφικό της. Είναι ένα αξιοπρεπές, θα έλεγα, βιβλίο, ένα αγγλικό ευπώλητο, ίσως κάπως καλύτερο από τα αντίστοιχα δικά μας.
Το μυθιστόρημα μετεωρίζεται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Το παρόν είναι το 1946 και το παρελθόν τα έξι χρόνια που μεσολάβησαν από την έναρξη ως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα νέο ερωτευμένο ζευγάρι, ο Γιάνους και η Σιλβάνα, που ζουν στην Πολωνία, χωρίζονται από  τον πόλεμο. Εκείνος φεύγει για να καταταγεί, όμως διάφορες συγκυρίες τον αποκόπτουν από τη μονάδα του, ουσιαστικά λιποτακτεί κι έπειτα από αρκετές περιπέτειες κατορθώνει να φτάσει στη Γαλλία και από εκεί στην Αγγλία, όπου και παίρνει μέρος στον πόλεμο.
Η Σιλβάνα, μόνη με τον δεκατεσσάρων μηνών γιο τους, υφίσταται βιασμό από ένα Γερμανό στρατιώτη και προσπαθεί να φύγει από την κατειλημμένη Βαρσοβία. Για έξι χρόνια θα περιπλαηνθεί στα δάση, θα βρει ανθρώπους που θα τη βοηθήσουν, άλλους που θα την εκμεταλλευτούν, αλλά ουσιαστικά έμαθε να επιβιώνει μόνη με το γιο της μέσα στο δάσος.
Όταν ο πόλεμος τελειώνει, ο Γιάνους που έχει εγκατασταθεί στο Ίπσουιτς, αναζητά, βρίσκει τη Σιλβάνα, η οποία και φτάνει στην Αγγλία με το γιο της. Προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα των έξι χρόνων. Δεν είναι πια οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν χωρίσει πριν από έξι χρόνια. Ο καθένας κάτι έχει να κρύψει από τον άλλον. Θα περάσουν πολλές δυσκολίες ωσότου προσαρμοστούν στην καινούρια ζωή, αλλά τελικά το βιβλίο έχει ένα "happy end".
Η συγγραφέας δεν ακολουθεί μια εθύγραμμη αφήγηση. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται ανάμεσα στο Ίπσουιτς του παρόντος και τα κεφάλαια "Γιάνους" και "Σιλβάνα", όπου περιγράφεται η ξεχωριστή ζωή που έζησε ο καθένας.
Η επιτυχία του βιβλίου σε Αγγλία και Αμερική και η ταυτόχρονη μετάφρασή του σε δέκα γλώσσες δεν στοιχειοθεεί κατ' ανάγκη κα τη λογοτεχνική του αξία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου

"Είδος δοκιμιακού μυθιστορήματος με θέμα τη λογοτεχνία". Δεν νομίζω ότι μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερος προσδιορισμός του είδους του βιβλίου του Δημήτρη Φύσα "Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου" (Εστία, 2012). Ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζετται στην Αθήνα του 2004-2005 και που δεν μπορεί παρά να αρέσει σε κάθε εραστή της λογοτεχνίας.
Μια νέα κοπέλα, η Βάλια Σουρμελή, ιδιωτική υπάλληλος, βλέπει τυχαία σε μια ιστοσελίδα μια αγγελία με  την οποία ζητείται αναγνώστρια για ανάγνωση λογοτεχνίας. Παρ' όλο που η σχέση της με τη λογοτεχνία είναι από μηδαμινή έως ανύπαρκτη, ανταποκρίνεται στην αγγελία, για να αυξήσει το εισόδημά της, δηλώνοντας ότι διαθέτει μόνο τα απογεύματα. 
Η ανάγνωση αφορά μια μεσήλικη γυναίκα, τη Λόρα Μπραΐμη, πολύ πλούσια, πολύ καλλιεργημένη, που ζει σ' ένα αρχοντικό στην Πολιτεία, που είχε χάσει την όρασή της σ' ένα δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου. Σύντομα η Βάλια παραιτείται από την πρωινή εργασία και εργοδοτείται ως αναγνώστρια για όλη τη βδομάδα, διαβάζοντας πρωί και απόγευμα, από Δευτέρα έως Παρασκευή.
Η Λόρα Μπραΐμη που δεν έχει συγγενείς (ο άντρας είχε πεθάνει κι ένας αδελφός βρίσκεται στην Αμερική) θεωρεί σχεδόν σαν οικογένειά της το υπηρετικό προσωπικό, επικεφαλής του οποίου είναι ο 78χρονος Ρόμπερτ, ένα είδος μπάτλερ. Γι' αυτό και στο γεύμα που ακολουθεί την ανάγνωση παρακάθονται όλοι και συζητιούνται ποικίλα λογοτεχνικά θέματα. 
Το πρώτο δοκιμαστικό κείμενο που διαβάζει η Βάλια είναι από την "Πανούκλα" του Αλμπέρ Καμί, για τον οποίο βέβαια η Βάλια δεν είχε ιδέα. Θα ακολουθήσουν πολλά άλλα βιβλία και συζητήσεις γύρω από τη λογοτεχνία. Εκτός από τα βιβλία που διαβάζει η αναγνώστρια, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται στο βιβλίο (Βαλτινός, Καβάφης, Καρυωτάκης, Ροΐδςης, Ρέιμοντ Τσάντλερ κ. ά) αναφέρονται πλήθος άλλα βιβλία, συγγραφείς, λογοτεχνικοί ήρωες και θέματα σχετικά με τη λογοτεχνία. 
Η Βάλια, η ανίδεη της λογοτεχνίας, παρασύρεται σιγά-σιγά. Ανακαλύπτει τη χαρά του διαβάσματος, αγοράζει βιβλία, διαβάζει και μόνη της. Επιπλέον η λογοτεχνία ασκεί επίδραση και σε άλλους τομείς της ζωής της π.χ. στο είδος της μουσικής που της αρέσει ή στην εξωτερική της εμφάνιση. Την απασχολεί όμως η αυστηρή απαγόρευση να πλησιάσει τη βίλα έστω κι από μακριά, τα Σαββατοκύριακα, στοχείο που χρησιμεύει για προώθηση του μύθου αλλά και δικαιολογεί τον τίτλο του βιβλίου.
Η μεγάλη πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του  Φύσα έγκειται σε κάτι που δικαιολογεί το χαρακτηρισμό "δοκιμιακό μυθιστόρημα". Ο συγγραφέας-αφηγητής σε εκτενείς παρεκβάσεις διατυπώνει θέσεις και απόψεις που αφορούν τη λογοτεχνία. Για παράδειγμα, γιατί κατά κανόνα το ελληνικό δημόσιο σχολείο δεν εκπαιδεύει τα παιδιά στην απόλαυση της λογοτεχνίας, ειρωνεύεται τα ευπώλητα, τις ζωντανές παρουσιάσεις βιβλίων, τις σχολές δημιουργικής γραφής. Υπάρχει επίσης μια ασφαλώς υποκειμενική αξιολόγηση πεζογράφων και ποιητών. Π.χ. θεωρεί τον Ροΐδη ως τον σημαντικότερο νεοέλληνα πεζογράφο, "Το τέλος της μικρής μας πόλης" του Δημήτρη Χατζή "ίσως την καλύτερη συλλογή νεοελληνικών διηγημάτων" κ.λπ.
Το μειονέκτημα του βιβλίου κατά την άποψή μου είναι η υπερβολική παρεμβολή  του συγγραφέα,. όχι τόσο σχετικά με τις απόψεις του πάνω σε ποικίλα λογοτεχνικά θέματα, όσο για την παρέμβασή του στο ίδιο το μυθιστόρημα, στην αυτοαναφορικότητα. Αν και ίσως χρησιμεύουν ως ειρωνεία για τη συγγραφή γενικά, εντούτοις είναι ενοχλητική η συχνή παρεμβολή τους.
Γενικά όμως πιστεύω πως είναι ένα βιβλίο που θα αρέσει στους παθιασμένους με την "άκακη λόξα που λέγεται λογοτεχνία".

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2012

Κράτα μου το χέρι

Το όνομα (Δημήτρης Μαμαλούκας) του οποίου "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" πολύ μου είχε αρέσει, επιπλέον η ηλεκτρονική διάθεσή του τελευταίου του βιβλίου "Κράτα μου το χέρι" (Ψυχογιός, 2012), ήταν οι λόγοι που με έκαναν να το αγοράσω. Βεβαίως δεν φτάνει τη "Χαμένη βιβλιοθήκη...", αλλά είναι ένα σύντομο, ενδιαφέρον κείμενο, χωρίς πολλή δράση, πιο πολύ με εσωτερικότητα.
Ένας συγγραφέας, που ως το τέλος παραμένει ανώνυμος, φτάνει σε μια πόλη που κι αυτή δεν κατονομάζεται. Άλλωστε, κανένα από τα λιγοστά πρόσωπα που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα δεν έχει όνομα. Είναι ο μπαρίστας, ο θυρωρός, το κορίτσι κ.λπ. Ο συγγραφέας θέλει να απομονωθεί για να γράψει το βιβλίο του. Η περιγραφή της πόλης μας εισάγει αμέσως στο σκοτεινό περιβάλλον του βιβλίου: "Γερασμένα κτίρια, κλειστέςς ξύλινες πόρτες, χαμηλές στοές, σκουριασμένα κάγκελα, μερικά λουλούδια να κρέμονται από στενά μπαλκόνια, θαμπές βιτρίνες γεμάτες νεκρά έντομα, παγωμένα πεζοδρόμια γεμάτα αποτσίγαρα, σκουπίδια γύρω από του κάδους, άστεγοι και πένητες να τριγυρίζουν χωρίς σκοπό".
Τα πενιχρά οικονομικά του τον αναγκάζουν να δεχτεί ένα άθλιο δωμάτιο που βρίσκεται στο βάθος μιας πολυτελέστατης πολυκατοικίας, από την κύρια είσοδο της οποίας δεν μπορεί βεβαίως να μπαίνει. Επιπλέον,το άθλιο αυτό δωμάτιο  βρίσκεται πίσω από ένα σινεμά, του οποίου ο θόρυβος των προβολών θα αναγκάσει τον συγγραφέα να τριγυρίζει όλο το βράδυ στην πόλη ώσπου να τελειώσουν οι προβολές.
Παρακολουθούμε τον αγώνα του συγγραφέα που παλεύει, εκτός από όλες τις αντίξοες συνθήκες και με την έμπνευσή του. Άλλοτε δεν μορεί να γράψει ούτε γραμμή και άλλοτε κατακλύζεται από ιδέες. Η σκέψη της αυτοκτονίας πάει κι έρχεται. Στο τριγύρισμά του στην πόλη συναντά ένα κορίτσι με αξιολύπητη εμφάνιση, το οποίο είναι φανερό ότι κάποιοι εκμεταλλεύονται. Διαφημιστικές πινακίδες που βλέπει με τις επιγραφές "Κράτα μου το χέρι" ή "Σφίξε μου το χέρι" τον οδηγούν στη σκέψη ότι πρέπει να σώσει το κορίτσι, αλλά το τέλος είναι φυσικά απρόοπτο και ανατρεπτικό.
Είναι σκηνές στο βιβλίο του Μαμαλούκα που με την αδιέξοδη περιπλάνηση του ήρωά του στο κτίριο, θυμίζουν τη "Δίκη" του Κάφκα κι άλλες στιγμές που φέρνουν στο νου τις υπερφυσικές λύσεις που κάποτε επινοεί η Δάφνη ντι Μωριέ (Μετά τα μεσάνυχτα).
Το μυθιστόρημα του Μαμαλούκα δεν εγκαταλείπει την αστυνομική χροιά, καθώς ο αναγνώστης προχωρεί με την περιέργεια να δει πού θα οδηγήσει κάθε σκηνή. Εμπλέκονται όμως και άλλα θέματα, όπως η αγωνία του συγγραφέα ή η ιδέα ότι αυτός μπορεί να σώσει τον κόσμο, ακόμα η πάλη του καλού με το κακό.
Έχω την άποψη  πως θα πρέπει να δούμε κάπως συμβολικά αυτό το μυθιστόρημα, που οπωσδήποτε διαβάζεται με ενδιαφέρον.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2012

Για την αγάπη της Γεωμετρίας

Αν κάποιος που αγαπά τη μαθηματική λογοτεχνία, παρασυρμένος από τον τίτλο, αγοράσει το τελευταίο αυτό βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου, "Για την αγάπη της γεωμετρίας" (Πατάκης 2011) σίγουρα θα απογοητευτεί. Δεν βρίσκω να υπάρχει ουσιώδης σχέση μεταξύ τίτλου και περιεχομένου.
Η δεκαεξάχρονη, όταν αρχίζει το βιβλίο Ανατολή, αγαπά τα Μαθηματικά και ειδικά τη Γεωμετρία και αυτά επανέρχονται πότε-πότε στο βιβλίο, αλλά δεν συνδέονται ουσιωδώς με το μυθιστόρημα, ούτε αυτά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, όπως θα ανέμενε κανείς.
Η Ανατολή ανήκει σε μια μεγαλοαστική οικογένεια της Αθήνας του 1971. Δικηγόρος ο πατέρας, αλλά δηλωσίας, συντηριτικός, αυταρχικός, βίαιος, δεν διστάζει να χτυπά τη γυναίκα του και την κόρη του. Ένας μικρότερος αδελφός της Ανατολής, ο Τόυ, παύει να μιλά όταν γίνεται μάρτυρας μιας τέτοιας βίαιης σκηνής. Ζουν σ' ένα πεντάρι πίσω από το Χίλτον, διαθέτουν εξοχικό στην Ανάβυσσο, έχουν υπηρεσία καθώς και Αγγλίδα γκουβερνάντα που τους διδάσκει κατ' οίκον. Η Ανατολή ανυπόταχτη, απείθαρχη, ζώντας έξω από κάθε συμβατικότητα, κάποτε κλέβει το αυτοκίνητο του πατέρας της, μια φορά κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά δεν κατάλαβα γιατί εύχεται να πεθάνει η μάνα της και αλλού η γιαγιά της!
Εκτός από τα Μαθηματικά πιο πολύ εκφράζεται ένα άλλο πάθος της Ανατολής, το ροκ, το τουίστ, τα σχετικά τραγούδια και συγκροτήματα, τόσο που ο αναγνώστης αισθάνεται να σκοντάφτει καθώς διαβάζει.
Ένας κύκλος συγγενών, θείων και άλλων γνωστών αποτελούν τον κύκλο της οικογένειας. Εισαγωγείς, βιομήχανοι, έμποροι, απορείς τι τους κάνει (εκτός από ένα θείο που είναι γνήσια κομμουνιστής), να είναι αριστεροί ή σοβιετόφιλοι.
Περνούν πολλές σελίδες για να ξανασυναντήσουμε τα Μαθηματικά, τα οποία ήθελε να σπουδάσει, αλλά αποτυγχάνει να μπει στη σχετική σχολή, όταν ο πατέρας της τη χτυπά και την εξευτελίζει δημόσια την ημέρα των εισαγωγικών. Διαβάζει μόνη της και ως αυτοδίδακτη κατορθώνει να πάρει χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιάδα Μαθηματικών, Την καλούν στην Αμερική , μιλά και εντυπωσιάζει ένα πολυπληθές ακροατήριο Πανεπιστημίου.
Ως προς την ερωτική της ζωή, συνδέεται στενά με ένα παιδικό φίλο, τον Παύλο, αλλά όταν εκείνος φεύγει για σπουδές στο Λονδίνο, η Ανατολή παντρεύεται χωρίς πολλή σκέψη τον Γρηγόρη, ένα γνήσιο αριστερό, που περνά πολλές ώρες με τα σχετικά  στο κόμμα.
Το μυθιστόρημα φτάνει ως το 2000. Περνούν, βέβαια, εκτός από τη ζωή της ηρωίδας που μιλά άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, πολλά γεγονότα της εποχής, η χούντα, ο εμφύλιος, η διάσπαση του Κ.Κ.Ε. αλλά όλα αυτά απλώς ως φόντο στην ιστορία της.
Το βιβλίο διαβάζεται με ενδιαφέρον γιατί η Τριανταφύλλου ξέρει να γράφει, στο τέλος όμως διερωτάται κανείς γιατί το έγραψε. Μοιάζει σαν παραλλαγή του δικού της  βιβλίου "Ο χρόνος πάλι".
Τέλος, βρίσκω κάπως αλαζονική την προμετωπίδα του βιβλίου: "Για όσους με συμπαθούν:να με πάλι. Για όσους με αντιπαθούν:να με πάλι".
Οι πραγματικοί βιβλιόφιλοι δεν κρίνουν τα βιβλία με το αν συμπαθούν ή αντιπαθούν κάποιον. Βιβλία του ίδιου συγγραφέα άλλα μπορεί να αρέσουν και άλλα όχι .


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη



Γ. Χατζηκωστής

Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη
Λευκωσία 2012

Το 2011 συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και 100 χρόνια από το θάνατό του. Κι όμως, όπως πολύ σωστά σημειώνει επιλογικά στο βιβλίο του ο Γιώργος Χατζηκωστής, «Η παρέλευση εκατό χρόνων από το θάνατο του συγγραφέα αφήνει αναλλοίωτη την αξία του έργου του, η οποία κατορθώνει να ξεπερνά τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα του σήμερα, εθνική, κοινωνική, αισθητική, γλωσσική και άλλη και να παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς για όσους, κατά τον ίδιο, εξακολουθούν να σωφρονούν».
Αφιερώματα περιοδικών, συνέδρια, μελέτες, μεταφράσεις, επανειλημμένες εκδόσεις, όχι μόνο σε έντυπη αλλά τώρα και σε ηλεκτρονική και ακουστική μορφή, επιβεβαιώνουν τη διαχρονική αξία του μεγάλου αυτού λογοτέχνη. Με μια πολύ πρόχειρη έρευνα, εντόπισα 199 βιβλία που σχετίζονται με τον Παπαδιαμάντη. Εκδόσεις των απάντων του, βιογραφίες, εκδόσεις μεμονωμένων διηγημάτων, εκδόσεις ομαδοποιημένων, όπως χριστουγεννιάτικα ή πρωτοχρονιάτικα διηγήματα. Πολύ πρόσφατα εκδόθηκαν από δυο διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους συλλογές των ερωτικών του διηγημάτων: Ο ερωτικός Παπαδιαμάντης (Πατάκης 2010) και Να είχεν ο έρωτας σαΐτες (Μεταίχμιο 2010). Και τα δύο κυκλοφορούν και σε ηλεκτρονική μορφή.
Έγινε ακόμη απόπειρα και «μεταγλώττισης», που όμως δεν βρήκε ανταπόκριση. Ο Παπαδιαμάντης είναι άρρηκτα δεμένος με τη δική του, ιδιάζουσα γλωσσική διατύπωση. Η γλωσσική του έκφραση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γοητείας και της ανεπανάληπτης δημιουργίας του.
Πολλοί αγαπήσαμε τον Παπαδιαμάντη, αλλά λίγοι πιστεύω είναι αυτοί που έσκυψαν με αγάπη και προσοχή στο σύνολο του έργου του, πεζού, ποιητικού, δοκιμιακού και άλλου. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος Χατζηκωστής, ξαναδιάβασε μέσα στο 2011, όπως ο ίδιος ομολογεί, αργά και με προσοχή, το σύνολο των 2675 σελίδων του Παπαδιαμάντη, το έργο του οποίου είχε γνωρίσει και αγαπήσει ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Αποτέλεσμα της καινούρια αυτής θεώρησης το ευσύνοπτο  βιβλίο στο οποίο απομόνωσε, καταγράφει και μας παρουσιάζει τον κόσμο των παιδιών, όπως αυτός εμφανίζεται στο έργο του Παπαδιαμάντη.
Αρχίζοντας στο πρώτο κεφάλαιο από διηγήματα του Παπαδιαμάντη, στα οποία ο ίδιος μας παρέχει στοιχεία της παιδικής του ηλικίας, προχωρεί σε άλλα 19 κεφάλαια και μας αποτυπώνει τον κόσμο των παιδιών της μακρινής εκείνης εποχής, που συχνά θα απορήσουμε πόσα κοινά στοιχεία θα βρούμε με την εποχή μας, παρ’ όλες τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Τα παιδιά είναι πάντα παιδιά.
Η προκατάληψη για τα θηλυκά παιδιά, ορφανά παιδιά, υιοθετημένα, νόθα και έκθετα παιδιά, ασθένειες, θάνατοι και κηδείες παιδιών, υλικές συνθήκες της ζωής των παιδιών, φτώχεια, εξωτερική εμφάνιση, χαρακτήρες παιδιών, αταξίες, σκανταλιές, τιμωρίες, παιγνίδια, τα παιδιά στο σχολείο, είναι μόνο ελάχιστα από τα θέματα  που αφορούν στα παιδιά και  εξετάζονται και ταξινομούνται στα διάφορα κεφάλαια.
Το κυριότερο χαρακτηριστικό και η ιδιαιτερότητα του βιβλίου έγκειται στο ότι διαβάζοντάς το είναι σαν να διαβάζεις Παπαδιαμάντη. Η συμβολή του συγγραφέα περιορίζεται στην ομαδοποίηση των θεμάτων που αφορούν τα παιδιά και σε ελάχιστο κείμενο ως εισαγωγή ή ως σύντομο σχόλιο στην κάθε ενότητα. Θα μπορούσε η μελέτη αυτή να έχει άλλο χαρακτήρα. Αλλά εκ προθέσεως, σκοπίμως ο Γ. Χατζηκωστής αφήνει τον ίδιο τον συγγραφέα να μιλήσει, για να μη στερήσει «από τον αναγνώστη το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τη γοητεία, τη μαγεία του Παπαδιαμάντη».
Τα επιλεγμένα αποσπάσματα μας μεταφέρουν για άλλη μια φορά στη μαγεία που δίνει η υψηλή τέχνη, έστω κι αν μέσα από το βιβλίο προβάλλουν οι σκληρές για τα παιδιά συνθήκες της εποχής εκείνης. Η φτώχεια, οι αρρώστιες, οι συχνοί θάνατοι παιδιών. Είναι σελίδες που μας προκαλούν μια αβάσταχτη θλίψη, αλλά και άλλες που μας κάνουν να χαμογελάμε με τις σκανταλιές των παιδιών, ειδικά με τη συμπεριφορά τους στο σχολείο. Συχνά αυτή η συμπεριφορά δεν διαφέρει από των σημερινών παιδιών, όπως για παράδειγμα όταν κάποιος προσπαθεί να υποβάλει στον εξεταζόμενο συμμαθητή τη σωστή απάντηση ή άλλος να αντιγράψει τη μετάφραση!
Τελικά, ένα βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη που σε κάνει να θέλεις να  ξαναδιαβάσεις Παπαδιαμάντη.



Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Η κινηματογραφική λέσχη

Όπως ο ίδιος ο  Ντέιβιντ Γκίλμουρ εξομολογείται στο τέλος του βιβλίου του ¨Η κινηματογραφική λέσχη" (Πατάκης 2011, μετ. Γιώργος Καλαμαντής), πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά την οικογένειά του, ειδικά τη σχέση  με το γιο του, για ένα χρονικό διάστημα.
Ο συγγραφέας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής "αναπολεί με σχεδόν οδυνηρή νοσταλγία" τα τρία χρόνια που πέρασαν μαζί, εκείνος κι ο γιος του, ο Τζέσε. Ο Τζέσε, στη δευτέρα Λυκείου, όχι μόνο δεν έχει καμιά συμπάθεια για το σχολείο, αντιθέτως το αντιπαθεί και συχνά κάνει σκασιαρχείο. Ο πατέρας, που υπήρξε κινηματογραφικός κριτικός, έχει μια έμπνευση. Προτείνει στο γιο του να εγκαταλείψει το σχολείο, αν θέλει, με έναν όρο: Να βλέπουν μαζί τρεις ταινίες την εβδομάδα, τις οποίες θα διαλέγει ο πατέρας και να τις συζητούν. Ο νεαρός δέχεται και η κινηματογραφική μύηση αρχίζει.
Η πρώτη ταινία που βλέπουν είναι τα "400 χτυπήματα" (1959) του Φρανσουά Τρυφώ. Θα ακολουθήσει πληθώρα άλλων ταινιών στα τρία αυτά χρόνια. Μεταξύ άλλων, το "Βασικό ένστικτο" (1992), "Απιστίες κι αμαρτίες" (1989), "Πολίτης Κέιν" (1941), "Νύχτα της Ιγκουάνα" (1964), "Το λιμάνι της αγωνίας" (1954), "Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ" (1966), "Ασυμβίβαστη" (1985), "Ο Γίγας" (1956), "Ξεφάντωμα με τους Μπητλς (1964) και άλλες και άλλες, παλιές και καινούριες, κλασικές και αποτυχημένες.
Οι δυο τους συζητούν, κάποτε ο πατέρας κάνει μια σύντομη εισαγωγή. Δεν κρίνουν πάντα την ταινία στο σύνολό της, ούτε επικεντρώνονται στο μύθο, στην ιστορία. Μιλάνε για ηθοποιούς, κάποιους από τους οποίους δεν είχε καν ακούσει ο νεαρός, όπως ο Τζέιμς Ντιν, για σκηνοθέτες, για ερμηνείες, για στοιχεία του γυρίσματος των ταινιών, για σκηνές που αξίζει να ξαναδούν. Συχνά γίνεται λεπτομερής ανάλυση κάποιας σκηνής
Πολλά τμήματα του βιβλίου αφορούν γενικότερα τη σχέση πατέρα-γιου, συζητήσεις για άλλα θέματα, όπως η απογοήτευση του νεαρού, όταν τον εγκαταλείπει η κοπέλα του. Λέει ο Ντέιβιντ: "Οι ταινίες χρησίμευαν απλώς ως ευκαιρία να περνάμε κάποιο χρόνο μαζί, εκατοντάδες ώρες, όπως κι ένα μέσο για κάθε είδους συζητήσεις".
Πολλά άλλα λέγονται γύρω από την τέχνη του κινηματογράφου. Μια σκέψη μου θύμισε κάτι που ισχύει και για τα βιβλία. "Το να διαλέγεις ταινίες για ανθρώπους είναι επικίνδυνη δουλειά.  Οπότε, όταν συστήνεις ανεπιφύλακτα μια ταινία σε έναν φίλο, όταν λες "καταπληκτική, θα τη λατρέψεις", η εμπειρία γίνεται εμετική όταν συναντάς τον φίλο σου την επομένη και σου λέει με σηκωμένο φρύδι "Για πλάκα το έκανες;" (Ομολογώ ότι κάτι ανάλογο ένιωσα και για βιβλία)
Πολύ ενδιαφέρουσα η "εξέταση" στην οποία υποβάλλει ο πατέρας το γιο στο τέλος της τριετίας. Ερωτήσεις όπως "Μπορείς να μου αναφέρεις τρεις καινοτομίες που εμφανίστηκαν με το γαλλικό νέο κύμα;", ή "Μπορείς να μου πεις τρεις σκηνοθέτες του νέου κύματος;", ή "Ποια είναι η αγαπημένη σου σκηνή από τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ; Γιατί;", ή "Ποιος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας που προτιμούσε ο Μπέργκμαν;" και άλλες ανάλογες ερωτήσεις. Και φυσικά ο νεαρός περνά τις "εξετάσεις", αποφασίζει μάλιστα να συνεχίσει το σχολείο.
Φυσικά, στο τέλος του βιβλίου δεν έχουμε "βιβλιογραφία", αλλά μια εκτενή "φιλμογραφία".
Δεν θα το έλεγα εξαιρετικό βιβλίο, διαβάζεται όμως ευχάριστα και πιστεύω οι κινηματογραφόφιλοι θα το βρουν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2012

Η χρονιά της μαγικής σκέψης


 Η ζωή αλλάζει γρήγορα.
Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει.
Κάθεσαι για δείπνο κι η ζωή που ήξερες τελειώνει.

Δεν ξέρω αν κάποιος που δεν βίωσε παρόμοιες εμπειρίες απώλειας και πένθους μπορεί να εκτιμήσει όσο του αξίζει το εξαιρετικό αυτό βιβλίο της Τζόαν Ντίντιον, "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" (Κέδρος 2011, μετ. και επίμετρο Ξένιας Μαυρομμάτη). Η Τζόαν Ντίντιον, Αμερικανίδα συγγραφέας, αρθρογράφος και σεναριογράφος και ο επίσης συγγραφέας σύζυγός της Τζον Γκρέγκορι Νταν, το βράδυ της 30ης Δεκεμβρίου 2003, μόλις είχαν γυρίσει από το νοσοκομείο, όπου επισκέφθηκαν τη βαριά άρρωστη κόρη τους. Εκείνη ετοίμαζε το δείπνο. Εκείνος διάβαζε και κάτι σχετικό έλεγε. Ξαφνικά σταμάτησε. Εκείνη γύρισε και τον είδε να σωριάζεται χάμω. Ήταν νεκρός.
Περίπου εννιά μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2004, η Τζόαν αρχίζει να γράφει αυτό το βιβλίο. Γράφει η ίδια στις πρώτες σελίδες:
"Το παρόν κείμενο είναι η απόπειρα να βγάλω νόημα από την περίοδο που ακολούθησε, τις εβδομάδες και κατόπιν τους μήνες που ξερίζωσαν όποια ακλόνητη ιδέα είχα ποτέ σχηματίσει για το θάνατο, για την αρρώστια, για την τύχη και τις πιθανότητες, για τη μοίρα την καλή και την κακή, για το γάμο και τα παιδιά και τη μνήμη, για το πένθος, για τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι χειρίζονται και δε χειρίζονται το γεγονός ότι η ζωή τελειώνει, για τη ρηχότητα της λογικής, για την ίδια τη ζωή".
Κι αυτό κάνει σ' ολόκληρο το βιβλίο. Τα σαράντα χρόνια του γάμου τους, η συγγραφική τους δουλειά, οι μετακομίσεις τους, τα ταξίδια τους, οι λεπτομέρειες της τελευταίας μέρας και των τελευταίων στιγμών που έζησαν μαζί, όλα περνούν και καταγράφονται σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει τον πόνο της. Σ΄αυτή τη μακρά αφήγηση αναλογίζεται γιορτές, διακοπές, εντάσσει λογοτεχνικά κείμενα (εντυπωσιακή μια αναφορά στην τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστις"), ιατρικές γνωματεύσεις, παιδικά τραγούδια, αναφορές σε φίλους. Με άλλα λόγια είναι η ενδιαφέρουσα εξιστόρηση μιας μακράς ευτυχισμένης ζωής, πάντα με άξονα τους όρους ζωή-θάνατος.
Καθετί που βλέπει της θυμίζει κάτι από την περασμένη της ζωή. Αποφεύγει να περάσει μπροστά από ένα κτήριο ή από ένα δρόμο ή να μείνει σ' ένα ξενοδοχείο που τα είχε συνδέσει με στιγμές ευτυχίας με το σύζυγό της.
Προβληματίζεται διαρκώς γύρω από το θέμα του θανάτου και του πένθους. Η παντοτινή απουσία, η μοναξιά είναι αφόρητη. "Και τι δε θα 'δινα να μπορούσα να συζητήσω οτιδήποτε με τον Τζον", γράφει. Και πόσο οδυνηρή είναι η συνειδητοποίηση του αμετάκλητου, του οριστικού γεγονότος. "Μου είναι δύσκολο να σκέφτομαι ότι τώρα είμαι χήρα. Θυμάμαι ότι δίστασα την πρώτη φορά που έπρεπε να σημειώσω το αντίστοιχο τετραγωνάκι στην "οικογενειακή κατάσταση" κάποιου εντύπου".
Δεν ξέρω αν με την παρουσίασή μου δίνω την εντύπωση ενός καταθλιπτικού βιβλίου. Όχι, δεν είναι καταθλιπτικό, έστω κι αν μιλάει για θάνατο. Είναι ένα βιβλίο προβληματισμού, αυτογνωσίας, κατάφασης της ζωής, ένα βιβλίο που ξεκινά σαν καταγραφή προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων, που είναι όμως διαχρονικά και πανανθρώπινα. Είναι η απάντηση της λογοτεχνίας στο φιλοσοφικό ερώτημα του θανάτου.

Σημ. Το πιο τραγικό είναι ότι 20 μήνες μετά το θάνατο του συζύγου πεθαίνει και η (υιοθετημένη) κόρη τους.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2012

Ο κίτρινος στρατιώτης

Μου το είχε δανείσει μια φίλη μου. Για μέρες κειτόταν σ' ένα έπιπλο στην είσοδο του σπιτιού. Το έβλεπα μπαίνοντας, το έβλεπα βγαίνοντας, αλλά καθόλου δεν με ενέπνεε για να το αρχίσω. Αφενός γιατί το μοναδικό άλλο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου που είχα διαβάσει, "Ο κύριος Επισκοπάκης", κάθε άλλο παρά με είχε ενθουσιάσει. Και αφετέρου, γιατί η πρώτη φράση του οπισθοφύλλου "Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος", λειτουργούσε αποτρεπτικά. Πόσα βιβλία γι' αυτό τον πόλεμο, φτάνει πια, σκεφτόμουν.
Και ξαφνικά, μια μέρα βιβλιοστέρησης, το άρχισα. Και δεν μπορούσα να το αφήσω. Το τέλειωσα μέσα σε μια μέρα. Μου άρεσε. Μου άρεσε πολύ. Πιο πολύ απ' όλα με τράβηξε το ύφος. Κι άρχισα να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία της περίφημης ρήσης του Μπυφόν, "το ύφος είναι ο άνθρωπος". Καμιά σχέση με τον "Κύριο Επισκοπάκη".
Το ύφος του Ανδρέα Μήτσου στον "Κίτρινο στρατιώτη" (Καστανιώτης, 2012) είναι τόσο συνταιριασμένο με τον απλοϊκό ήρωά του που ξεχνάς τον συγγραφέα. Μικροπερίοδος λόγος, παρατακτική σύνταξη, είναι σαν ν' ακούς να σου μιλά ένας ολίγον αφελής, πανέμορφος νεαρός, που από ένα ορεινό χωριό, βρίσκεται νεοσύλλεκτος να υπηρετεί στην παραμεθόριο του Έβρου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που ξεσπά  σε λίγο, θα τον οδηγήσει μέσω Τουρκίας στην Αίγυπτο, θα πολεμήσει στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν. Στην Αίγυπτο, στη μέση του πολέμου, θα γνωρίσει την πανέμορφη Τζαμίλα και μαζί της θα ζήσει έναν παράφορο έρωτα. Όμως ο έρωτας δεν θα τον εμποδίσει να φύγει για να συνεχίσει τον πόλεμο. Στην Ιταλία, στο Ρίμινι, θα ανδραγαθήσει, αλλά θα χάσει το ένα χέρι και μεγάλο μέρος του ποδιού του.
Όταν ο πόλεμος τελειώνει και γυρίζει στο χωριό του, βρίσκει τα πάντα αλλαγμένα. Τ' αδέλφια του, όλο το χωριό, τον είχαν για πεθαμένο, του είχαν κάνει τα μνημόσυνα, δεν τον αναγνωρίζουν. Όμως ο Γιάννος νιώθει ο ίδιος άνθρωπος που είχε φύγει πριν από χρόνια. Το ίδιο όμορφος, με τον ίδιο εσωτερικό εαυτό. Αλλά οι άνθρωποι και ο τόπος είχαν αλλάξει."Μόνο όποιος φεύγει, μόνο αυτός μένει γαντζωμένος στον παλιό του εαυτό. Στον παλιό χρόνο. Αυτό λέω σήμερα. Και μονάχα μακριά μένεις ανέγγιχτος. Στον ίδιο τόπο παραλλάσσεσαι, μέρα με τη μέρα. Γερνάς και,  καθώς μεγαλώνεις, σαπίζεις, χάνεις κι εσύ την αθωότητά σου. Την αφέλεια", παρατηρεί πολύ εύστοχα.
Στην Ελλάδα ο εμφύλιος έχει αρχίσει. Ο Γιάννος στέκεται απόμακρα, αν και έμμεσα θα επηρεαστεί και η δική του ζωή. Αυτή η αποστασιοποίηση του επιτρέπει να βλέπει τα πράγματα απ' έξω, πιο αντικειμενικά, σαν ένας ουδέτερος παρατηρητής. Κι έτσι  βλέπει ακόμα και τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε και ο ίδιος. Η φρίκη του πολέμου δίνεται μέσα από μικρές, ανθρώπινες στιγμές από τις οποίες κάποτε δεν λείπει το χιούμορ. Με την απλοϊκότητα της σκέψης και της έκφρασης, συχνά με ποιητικότητα, διατυπώνει απόψεις που μας σταματούν. "Ξένοι τόποι που τους δίναμε νόημα από τα ονόματα των νεκρών μας. Καρφωμένοι σταυροί μες το νεκροταφείο του μυαλού". ("ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας"-Σεφέρης).
Μια ωραία ποιητική εικόνα μας δίνει με το ξημέρωμα στην έρημο: "Να χαράζει ο ουρανός πάνω από την άμμο, μικρά ροζ συννεφάκια να φεύγουν βιαστικά, να σκάει απροσδόκητα ένας ήλιος τεράστιος, τόσο, που να θέλεις να σηκώσεις και τα δυο σου χέρια ψηλά να τον αρπάξεις μέσα στις χούφτες σου, και να νιώθεις τότε πανύψηλος, σαν να έχει χαμηλώσει ο ουρανός κι εσύ να φεύγεις, ν' απογειώνεσαι. Όποιος δεν έχει δει αυτή την εικόνα, όποιος δεν έχει ελαφρύνει τόσο, δεν έχει ζήσει, σκέφτηκα, κι αμέσως κοπήκανε τα ποδια μου από την αγωνία. "Θεέ μου, πόσα δεν έχω δει", ψιθύρισα. "Τίποτα δεν έχω δει ακόμα".
Άλλοτε πάλι κάποιες σκηνές έχουν στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Όταν, μικρός, με τον αδελφό του, συναντούν έναν άγνωστο ιερέα να λειτουργεί σε μια άδεια εκκλησία, πιστεύουν ότι είδαν έναν άγιο. Ή πάλι, σε μια άλλη σκηνή, όταν κινδυνεύει να κατασπαραχτεί από ένα κοπάδι λυσσασμένων σκυλιών, γράφει: "Σηκώθηκα όρθιος μπροστά τους κι έλαμπα στο πρώτο φως της αυγής. Ένας άγιος. Έφεγγα με φωτοστέφανο στο κεφάλι, πάνω στα ωραία μαλιά με τις σκάλες. Τα σκυλιά σχημάτισαν γρήγορα έναν κύκλο γύρω μου. Κανένα δεν χύμιξε να με κατασπαράξει. Έβαλαν την ουρά στα σκέλια  και έφυγαν βιαστικά, το ένα κατόπιν του άλλου. Σαν δαρμένα".
Γιατί πολεμάει αυτός ο αγνός, σχεδόν "σαλός", απλοϊκός άνθρωπος; Όταν, ενώ βρισκόταν στο στρατό του Έβρου, ο Μέραρχος τους ανακοινώνει την κατάρρευση του μετώπου και την υποδούλωση της Ελλάδας, λέει: "Επειδή, καθώς είπα, μερικές φορές ήμουνα αργός στη σκέψη και δεν τα καταλάβαινα τα μεγάλα, προσπαθούσα απεγνωσμένα, εκείνη τη στιγμή, να εννοήσω τι συνέβαινε. Τι σήμαινε πατρίδα, η Ελλάδα, για τον καθένα φαντάρο που σπάραζε βουβά γι' αυτήν δίπλα μου. Κι αφού δεν μπορούσα να το αντιληφθώ αυτό, πήρα κι εγώ έναν όρκο μέσα μου. Αυτή την πατρίδα, που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι, δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ. Δεν θα την προδώσω". Κι αυτό θα κάνει όλη του τη ζωή. 
Το μόνο που με απογοήτευσε στο μυθιστόρημα του Μήτσου είναι ο επίλογος. Θα προτιμούσα να σταματήσει εκεί που ο ήρωας, χωρίς χέρι και με μισό πόδι, παρουσιάζεται με μια χειροβομβίδα στην επιτροπή που του έχει αρνηθεί τη σύνταξη, επειδή έχει αραβωνιαστεί μια κομμουνίστρια. Δεν θα 'θελα να ξέρω πως όλο αυτό που διάβασα ήταν η εξομολόγηση ενός γέρου κλεισμένου στο ψυχιατρείο.
Όμως, ακόμα κι έτσι, απόλαυσα ένα ωραίο μυθιστόρημα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2012

Σκοτεινές επιγραφές

Κάτι από το "Τρίτο στεφάνι" και κάτι από τα "Εκατό χρόνια μοναξιάς" και προπάντων κάτι το εντελώς ιδιαίτερο, κάτι καθαυτό δικό του, χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου "Σκοτεινές επιγραφές" (Μεταίχμιο 2011). Πολυπρόσωπο, με πολλές αφηγηματικές φωνές, συνδυάζοντας το μαγικό ρεαλισμό με το κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα, με ιστορίες που μοιάζουν ανεξάρτητες αλλά που η μια εισχωρεί ή εφάπτεται της άλλης, με μια ολοζώντανη Αθήνα, Αθήνα του χτες και Αθήνα του σήμερα, διαμορφώνει ένα τελικό αναγνωστικό επίτευγμα, σπάνιο για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.
Αρχίζει με τον κεντρικότερο ήρωά του, τον σχεδόν 70χρονο Γιάννη Αργυρίου, αντιπροσωπευτικό τύπο της γενιάς του '40, βουτηγμένο στο πένθος από το θάνατο της συζύγου του, να παθιάζεται με μια μυστηριώδη επιγραφή, ένα γκράφιτι που βλέπει γραμμένο ψηλά στον τοίχο μιας πολυκατοικίας. Το βλέπει σαν ένα μήνυμα ή σαν μια απειλή, θέλει οπωσδήποτε να βρει τι σημαίνει. Καταφεύγει στη νεότερη γενιά των γκράφιτι για να μπορέσει να ερμηνεύσει τη γριφώδη επιγραφή, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να μιλήσει για τη μηχανόβια και μπαρόβια σημερινή νεολαία. Σε αντιδιαστολή, εμφανίζεται η νεολαία μιας περασμένης γενιάς, της γενιάς του Γιάννη, των συμφοιτητών και φίλων του. Η φοιτητική νεολαία του '60, γεμάτη όνειρα που δεν ευοδώθηκαν, που σφύζει από ερωτικές επιθυμίες, θλιβερά ξεθυμασμένες πια ύστερα από δεκαετίες. Ο Γιάννης, ο Στάθης, ο Πίπης, ο Νίκος..., τα γυνακεία πρόσωπα, η Πέπη, η Αποστολία, η Αριάδνη, η Χλόη...πλήθος πρόσωπα παρελαύνουν, ενώ εμφανίζονται και δυο άλλες γενιές, οι γονείς των κύριων προσώπων, αλλά και μια νεότερη, τα παιδιά τους, που κάνουν τη σύντομη ή εκτενέστερη εμφάνισή τους.
Πρόσωπα που συναντάμε νεκρά στις επόμενες σελίδες ζωντανεύουν, όχι σαν μια νεκρανάσταση αλλά σε μια μεταφορά σε περασμένο χρόνο. Ο Γιάννης πορεύεται σ' όλο το βιβλίο με συντροφιά τη νεκρή πια σύζυγο. Της μιλάει, του απαντά εκείνη κάποτε, η περασμένη τους ζωή είναι διαρκώς παρούσα.
Όμως κάποτε εικόνες και γεγονότα μένουν κάπως ασαφή και αδιευκρίνιστα και  μπερδεύουν τον αναγνώστη. Το νεαρό κορίτσι, η Ρόη, που βοηθά τον Γιάννη στην αναζήτηση της ερμηνείας του γκράφιτι, σκοτώθηκε ή μήπως ο Γιάννης ζει έναν εφιάλτη; Επίσης, σχετικά με όσα αφορούν μια συνωμοσία μυστικής οργάνωσης και αγιορειτών μοναχών δεν είμαι σίγουρη ότι κατάλαβα ακριβώς τι συμβαίνει. Όμως η αφήγηση, ο λόγος που ρέει αβίαστα σε παρασύρει, δεν σταματάς στις σκοτεινές σελίδες. Ο χρόνος που αφήνει παντού τη φθορά του κι ο θάνατος που τριγυρίζει διαρκώς, δημιουργούν μια μελαγχολική διάθεση. Συχνά η αφήγηση διακόπτεται από νησίδες σκέψεων και αποφθεγματικές διατυπώσεις για τη ζωή, το θάνατο, την πόλη, τις γενιές. Κι άλλοτε πάλι η αυτοαναφορικότητα και η επίκληση του αναγνώστη (πιο συχνά της "καλής αναγνώστριας") σε καλεί συνοδοιπόρο σ΄αυτό το ταξίδι ζωής.
Στίχοι παλιών τραγουδιών, παλιές διαφημίσεις, οι γειτονιές της Αθήνας, οι γερασμένες πολυκατοικίες, τα προσφυγικά της Λεωφόρου (οι πιο παλιοί τα θυμόμαστε ακόμα), όλα συμβάλλουν σε μια νοσταλγική αναδρομή στο χρόνο. Κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο Γιάννης και η Χλόη γνωρίζονται σ' ένα ταξί με αφορμή το "Χαμένο χρόνο" του Προυστ. Μια ακόμα σύμπτωση απ' αυτές που χαρακτηρίζουν τη ζωή των ηρώων και του καθενός μας.
"Πολυπρισματικό μυθιστόρημα με ποικίλες οπτικές".  Μια φράση από  το μυθιστόρημα που αποτελεί ένα τέλειο χαρακτηρισμό για το ίδιο.

Σημ. Gratias ago Πατριάρχη Φωτίω για τη γνωριμία μου με τις "Σκοτεινές επιγραφές".

Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

Πορτομπέλο

Παρ' όλο ότι έχω πάει αρκετές φορέςς στο Λονδίνο, δεν έτυχε ποτέ να επισκεφθώ το Πορτομπέλο. Και νομίζω, μετά την ανάγνωση του ομώνυμου μυθιστορήματος της Ρουθ Ρέντελ θα προβληματιστώ πολύ αν θα το επισκεφθώ στο μέλλον, φοβούμενη μήπως η πραγματικότητα διαψεύσει τη φανταστική εικόνα που η αγάπη και η δύναμη περιγραφής της Ρέντελ μου δημιούργησε.
Γιατί πραγματικός πρωταγωνιστής σ' αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα της γνωστότατης συγγραφέως αστυνομικών, κυρίως, μυθιστορημάτων είναι η γειτονιά αυτή του Λονδίνου, το Πορτομπέλο. Τα πρόσωπα του έργου κατοικούν στη γύρω περιοχή, διασχίζουν την οδό Πορτομπέλο, ψωνίζουν απ' τα μαγαζιά της, εργάζονται ή εγκληματούν εδώ. Οι αναφορές σ' αυτήν που αρχίζουν από το πώς πήρε το όνομά της και διανθίζουν ολόκληρο το μυθιστόρημα, είναι απ' τα πιο ωραία μέρη του βιβλίου.
-"Η Πορτομπέλο έχει πλούσια προσωπικότητα, παλλόμενη, γεμάτη λαμπερά χρώματα, θόρυβο, γκράφιτι που αγγίζουν τα όρια της τέχνης, αλλόκοτα και υπέροχα. Ένα απροσδόκητα σκληρό στοιχείο της δίνει μια πιπεράτη αίσθηση κινδύνου. Δεν υπάρχει τίποτα το ήπιο στην Πορτομπέλο, τίποτα το συνοικιακό. Διαφέρει όσο πιο πολύ μπορεί να φανταστεί κανείς από μια συνηθισμένη οδό με μαγαζιά. Εκείνοι που την αγαπούν αλλά και εκείνοι που ελάχιστα τη γνωρίζουν τη θεωρούν την καλύτερη υπαίθρια αγορά του κόσμου".
Σ' αυτή τη γειτονιά ο Γιουτζίν Ρεν διατηρεί μια γκαλερί, επέκταση κληρονομικής δουλειάς, που τον κατέστησε αρκετά ευκατάστατο. Μια μέρα βρίσκει στο δρόμο ένα φάκελο που περιείχε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που μόλις είχε πάρει  από μια ΑΤΜ ο Τζόελ Ρόουζμαν, αλλά που του έπεσε όταν έπαθε καρδιακό επεισόδιο. Ο Γιουτζίν, σε μια έμπνευση της στιγμής, αντί να παραδώσει το φάκελο στην αστυνομία, αναρτά σε μια κολόνα του ηλεκτρικού μια σχετική ανακοίνωση, καλώντας όποιον έχασε τα χρήματα να του τηλεφωνήσει, χωρίς βεβαίως να αναφέρει το ακριβές ποσό.
Αυτή η στιγμιαία έμπνευση του Γιουτζίν θα γίνει αφορμή για να τεθεί σε κίνηση η όλη δράση των προσώπων, να αναπτυχθούν σχέσεις, να ακολουθήσει μια αλληλοδιαδοχή γεγονότων που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Ο άνεργος, μικροαπατεώνας Λανς, που ζει με το επίδομα ανεργίας και κλοπές σ' ένα άθλιο δωμάτιο που του παραχωρεί ένας θείος του, δοκιμάζει ανεπιτυχώς να διεκδικήσει το φάκελο με τα χρήματα. Αυτά θα επιστραφούν στον πραγματικό κάτοχο, τον Τζόελ Ρόουζμαν που αναρρώνει από την καρδιακή προσβολή και γίνεται ασθενής της αρραβωνιαστικιάς του Γιουτζίν, της πολύ συμπαθούς, σαραντάχρονης Έλλας.
Ο αργός ρυθμός της αφήγησης δεν είναι καθόλου αποτρεπτικός για τον αναγνώστη, καθώς επιτρέπει στη συγγραφέα να διαγράψει καλύτερα τους χαρακτήρες και τις εμμονές τους, το συναισθηματικό τους κόσμο, τα όνειρα και τις αδυναμίες τους.
Δυο κόσμοι αντιπαρατίθενται στο "Πορτομπέλο" με μόνο συνδετικό στοιχείο την τοπική γειτνίαση. Ο κόσμος της ευμάρειας και ο κόσμος της φτώχειας. Τα ωραία πλούσια σπίτια και τα παλιά, μισογκρεμισμένα, άθλια ενδιαιτήματα. Ο κόσμος της καλλιέργειας με τα εκλεπτυσμένα γούστα και ο κόσμος που ζει με τα επιδόματα ανεργίας και ψυχαγωγείται μόνο με τα τηλεοπτικά σίριαλ.
Το "Πορτομπέλο" χαρακτηρίζεται ως αστυνομικό μυθιστόρημα. δεν είναι όμως αστυνομικό με την κλασική έννοια του όρου. Η αστυνομική πτυχή του αφορά κυρίως διαρρήξεις και κλοπές, τις οποίες παρακολουθούμε ξέροντας το δράστη. Ο αναγνώστης ξέρει από την αρχή τον ένοχο, ο οποίος προκαλεί μάλλον συναισθήματα συμπάθειας. Οι δυο φόνοι που υπάρχουν οφείλονται ο μεν ένας σε αμέλεια και ο άλλος είναι αποτέλεσμα φιλονικίας.
Χιούμορ και λεπτή παρατήρηση χαρακτηρίζουν τη γραφή της Ρουθ Ρέντελ. Οι συχνές  αναφορές στον καιρό, άνοιξη, βροχή, κρύο ή λιακάδα, αγαπημένο θέμα των Άγγλων, συμβάλλουν κι αυτές στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Τελικά, είναι ένα κομμάτι της σύγχρονης αγγλικής κοινωνίας, όπως αποτυπώνεται στην τόσο ενδιαφέρουσα αυτή περιοχή, το Πορτομπέλο, που η συγγραφέας φαίνεται πολύ να αγάπησε.

Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2012

Καλοκαιρινό ειδύλλιο

Με εξαίρεση ίσως τον Φρανκ ΜακΚορτ που διανθίζει με χιούμορ τα μυθιστορήματά του, δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ιρλανδικό μυθιστόρημα που να μη διαπνέεται από μια μελαγχολική διάθεση, μια ατμόσφαιρα θλίψης και συνήθως και με  μια άλλοτε εκτενέστερη και άλλοτε συντομότερη αναφορά στους αγώνες των Ιρλανδών για ελευθερία. Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Τρέβορ, "Καλοκαιρινό ειδύλλιο" (Μεταίχμιο, 2012, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου).
Ο αγώνας των Ιρλανδών δεν υπάρχει εδώ. Η ατμόσφαιρα όμως της επαρχιακής ακινησίας, της φθοράς, των ηρώων με τα ματαιωμένα όνειρα, του αδιεξόδου, της ανέφικτης ευτυχίας, πλημμυρίζει το βιβλίο.
Το έργο τοποθετείται στη μικρή πόλη Ραθμόι, πιθανότατα φανταστική, στη δεκαετία του πενήντα. Αρχίζει με μια σκηνή κηδείας. Είναι η κηδεία της κυρίας Κόναλτι, ισχυρής και αξιοσέβαστης προσωπικότητας της μικρής πόλης. Ο θάνατός της απελευθερώνει την ανύπαντρη κόρη της από την καταπιεστική παρουσία της μητέρας. Μια επίσης προβληματική σχέση υπάρχει μεταξύ της Μις Κόναλτι και του δίδυμου αδελφού της, με τον οποίο σπάνια επικοινωνούν γιατί "δεν έχουν τίποτα να πουν".
Οι χαρακτήρες του έργου μοιάζουν στην αρχή ασύνδετοι, άσχετοι μεταξύ τους. Η Μις Κόναλτι, ο αδελφός της, ο ηλικιωμένος  Όρπεν Ρεν που ζει με ιστορίες του παρελθόντος, οι ένοικοι της πανσιόν που διατηρεί η Μις Κόναλτι, άλλοι κάτοικοι της μικρής πόλης και προπάντων τα τρία κύρια πρόσωπα: Ο αγρότης Ντίλαχαν, η δεύτερη γυναίκα του Έλι κι ένας νεαρός, ξένος στην πόλη, ο Φλοριάν, που τριγυρίζει με το ποδήλατο και τη φωτογραφική του. Η παρουσία του θα λειτουργήσει σαν καταλύτης που θα συμβάλει στο να αναδειχτούν οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων, αλλά και να βγουν στο φως τα κρυμμένα συναισθήματά τους.
Ο Ντίλαχαν, αν και βασανιζόμενος από τύψεις και ενοχές για το θάνατο της γυναίκας και του μικρού παιδιού του που αποδίδει σε δική του αμέλεια, παντρεύεται τη νεαρή Έλι, μεγαλωμένη σε ορφανοτροφείο από αυστηρές μοναχές, περισσότερο από ανάγκη για βοήθεια στη φάρμα παρά από αγάπη. Ο Φλοριάν, μόνος στον κόσμο, αναζητώντας νόημα και σκοπό στη ζωή του, έτοιμος να πουλήσει το πατρικό σπίτι και να μεταναστεύσει, συναντά την Έλι κι ένας τρυφερός έρωτας αρχίζει. Όχι το τρελό πάθος, άλλωστε εκείνος δεν έχει ξεχάσει το νεανικό του έρωτα για μια ξαδέλφη του κι εκείνη, η Έλι, κατατρύχεται από ενοχές κι από την προσπάθεια να καταπνίξει τον έρωτά της.
Το "Καλοκαιρινό ειδύλλιο" είναι ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο. Πολύ λίγοι είναι οι διάλογοι, πιο πολλές οι σιωπές. Ούτε υπάρχει έντονη δράση, πιο πολύ απεικονίζονται οι ψυχικές καταστάσεις, συχνά, όπως η μεταφράστρια αναφέρει στο επίμετρο, μέσα από τα αντικείμενα που αναλαμβάνουν το ρόλο της απόδοσης μιας ψυχικής κατάστασης. Όπως επίσης η Μαντόγλου αναφέρει, η αναγνωστική επιλογή του Φλοριάν που διαβάζει το "Όμορφοι και καταραμένοι" του Φιτζέραλντ δεν είναι τυχαία, επισημαίνοντας τις ομοιότητες ανάμεσα στα δυο έργα. Δεν έχω διαβάσει το έργο αυτό του Φιτζέραλντ, όμως εμένα μου θύμισε ένα άλλο μυθιστόρημα, τις "Γέφυρες του Μάντισον", πιο γνωστό  από την κινηματογραφική του μεταφορά. Πολλές οι διαφορές βέβαια, ο τρόπος γραφής, το ύφος, η ψυχολογική εμβάθυνση, η λογοτεχνική αξία. Όμως ο λιγόζωος έρωτας της παντρεμένης αγρότισσας με τον περαστικό φωτογράφο παρέχουν αρκετά σημεία ομοιότητας.
Στο πολύ κατατοπιστικό και χρήσιμο για τον αναγνώστη επίμετρο, το οποίο γράφει η Αργυρώ Μαντόγλου, γίνεται εκτενής αναφορά όχι μόνο στο συγκεκριμένο έργο αλλά και γενικότερα στα χαρακτηριστικά γραφής του Τρέβορ.