Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

Η δύναμη και η δόξα

Πρωτοδιαβασμένο πριν από χρόνια το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην "Η δύναμη και η δόξα",  (Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989, μετ. Ελένη Δεληγιάννη) μου είχε αφήσει μια μελαγχολική, ζοφερή ανάμνηση δυστυχίας, φτώχιας, καταδίωξης. Ξαναδιαβασμένο τώρα δεν διαφοροποιεί την εικόνα που μου είχε δημιουργήσει, μόνο που αυτή η εικόνα ξαναγράφεται πιο έντονα μέσα μου, διεγείροντας καινούριους προβληματισμούς.
Μεξικό. Δεκαετία του '30. Η Καθολική Εκκλησία βρίσκεται υπό διωγμό από το φασιστικό καθεστώς. Οι ιερείς είτε εγκαταλείπουν τη χώρα είτε εξαναγκάζονται να παντρευτούν, αποβάλλοντας έτσι το ιερατικό σχήμα. Ένας ιερέας, ο ανώνυμος κεντρικός χαρακτήρας του Γκράχαμ Γκρην, τριγυρίζει στη ρημαγμένη χώρα προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να περάσει τα σύνορα. Κάθε άλλο παρά ιδανική μορφή ιερωμένου, "μπεκρόπαπας" αποκαλείται λόγω του αλκοολισμού του, με ένα εξώγαμο παιδί να βαραίνει ακόμα περισσότερο τη συνείδησή του. Οι "κοκκινοπουκάμισοι", όπως ονομάζονται οι παραστρατιωτικές ομάδες του καθεστώτος, στην προσπάθειά τους να τον εντοπίσουν, δεν διστάζουν να συλλάβουν και να εκτελέσουν ομήρους. Εκείνος, παρ' όλο τον κίνδυνο που διατρέχει, στα χωριά όπου καταφεύγει τελεί λειτουργίες, βαφτίζει παιδιά, εξομολογεί. Ένας μιγάδας τον αναγνωρίζει, τον ακολουθεί περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να τον καταδώσει, εισπράττοντας, ως άλλος Ιούδας, τα αργύρια της επικήρυξης.
Την ώρα που ο "μπεκρόπαπας" έχει βρει δυο μουλάρια κι έναν οδηγό για να φύγει από τη χώρα, ο μιγάδας εμφανίζεται και του ζητά να τον ακολουθήσει κοντά σ' έναν ετοιμοθάνατο "γιάνκη", ένα καταζητούμενο ληστή και δολοφόνο που θέλει να εξομολογηθεί. Ο ιερέας διστάζει. Ξέρει ότι είναι παγίδα, όμως νικά τους δισταγμούς του και σπέυδει κοντά στον ετοιμοθάνατο, ξέροντας ότι αυτό είναι το τέλος του.
Ο υπολοχαγός, που σαν άλλος Ιαβέρης τον καταζητούσε καιρό, δείχνει ευσπλαχνία κι ανθρωπιά. Εκτελώντας επιθυμία του ιερέα να εξομολογηθεί καταφεύγει σ΄ έναν άλλο ιερέα που είχε υποκύψει και παντρευτεί. Αλλά εκείνος αρνείται. Η σύγκριση ανάμεσα στους δυο ιερείς είναι αναπόφευκτη. Η δραματική τελευταία νύχτα πριν από την εκτέλεσή του είναι από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου. Ο φτωχός ιερέας εξομολογείται στον εαυτό του. "Τι ανόητος που ήταν να πιστέψει πως θα ήταν αρκετά δυνατός για να μείνει, ενώ οι άλλοι έφευγαν. "Τι απίθανος άνθρωπος είμαι", σκέφτηκε," και πόσο άχρηστος! Δεν έχω κάνει τίποτα για κανέναν. Θα μπορούσα και να μην είχα ζήσει ποτέ μου". Οι γονείς του είχαν πεθάνει. Σύντομα κι αυτός δεν θα ήταν ούτε μια ανάμνηση. Στο κάτω κάτω, ίσως, αυτή τη στιγμή να μη φοβόταν την αιώνια καταδίκη-ακόμα κι ο φόβος του πόνου κρύφτηκε στα κατάβαθα. Ένιωθε μόνο μια πελώρια απογοήτευση, γιατί θα 'πρεπε να παρουσιαστεί στο Θεό με άδεια χέρια, χωρίς να 'χει κάνει απολύτως τίποτα." 
Ο τίτλος του βιβλίου παρμένος από την εκκλησιαστική ευχή "ότι Σου εστίν η βασιλεία, η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος..." επιβεβαιώνεται με τον εξαιρετικό επίλογο του βιβλίου. Όταν νομίζουν πως όλοι οι ιερείς έχουν εξοντωθεί, ένας ξένος φτάνει στη χώρα. Είναι ένας νέος ιερέας.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Ο κλέφτης των ονείρων

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν εκείνο που με ώθησε να αγοράσω το μυθιστόρημα του Μισέλ Ζουβέ "Ο κλέφτης των ονείρων" (Ηλέκτρα, 2005, μετ. Μαρία Βώττα). Να ήταν το ότι διαδραματίζεται στη Βενετία ή γιατί έχει να κάνει με τα όνειρα, θέματα που και τα δύο πολύ με ενδιαφέρουν; Η λογοτεχνική Βενετία, η Βενετία ως λογοτεχνικός τόπος, μπορώ να πω ότι με ελκύει περισσότερο από την πραγματική Βενετία, την οποία επισκέφθηκα δυο φορές. Οι συγγραφείς (και δεν είναι λίγοι), εξιδανικεύοντάς την, κατορθώνουν να της προσδώσουν μια μυστηριακή εικόνα που δημιουργούν τα κανάλια, τα στενά δρομάκια, τα παλιά αρχοντικά, η ομιχλώδης ατμόσφαιρα, η ιστορία που τη συνοδεύει, πράγματα που ο επισκέπτης της πεζής πραγματικότητας δεν μπορεί πάντα να διακρίνει.
Κι από την άλλη τα όνειρα. Αυτή η εξίσου μυστηριακή διαδικασία του ύπνου που και αυτή απασχόλησε όχι λίγο τόσο τη λογοτεχνία όσο και την ψυχιατρική, με θεμελιωτή βέβαια τον Φρόιντ, αλλά ακόμη και τη λαϊκή παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες. Τι είναι το όνειρο, ποια η λειτουργία του, τι μπορούν να αποκαλύψουν για την προσωπικότητα και το υποσυνείδητο τα όνειρά μας; Υπάρχουν προφητικά όνειρα;
Παρ' όλο που το βιβλίο του Ζουβέ συνδυάζει και τα δυο αυτά αγαπημένα μου θέματα, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Αφενός βρίσκω ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη θεωρία του ίδιου του συγγραφέα όσον αφορά τα όνειρα, με όρους ενίοτε δυσνόητους και αφετέρου για το απίθανο της όλης υπόθεσης όπως εξελίσσεται στο τέλος.
Ας γίνω πιο σαφής. Ο Μισέλ Ζουβέ, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Λυών, ασχολήθηκε συστηματικά με το "μυστήριο" που περιβάλλει τον ύπνο και τα όνειρα. Ο ήρωας του μυθιστορήματός του δεν χρησιμοποιείται μόνο ως η persona του, αλλά  ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ίδιος είναι ο αφηγητής. Δηλαδή ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος επιστήμονας, με ιδιαίτερες έρευνες και ανακαλύψεις γύρω από τα όνειρα,  τον οποίο εξακολουθούν να καλούν σε συνέδρια ή να του ζητούν άρθρα για περιοδικά και που δεν τον αφήνει ασυγκίνητο το ωραίο φύλο. Ο Μισέλ Ζουβέ είναι ο εισηγητής της θεωρίας του παράδοξου ύπνου, δηλαδή μιας περιόδου του ύπνου μας όπου η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι ταχύτατη. Αν ξυπνήσουμε κάποιον την ώρα που βρίσκεται στο στάδιο του παράδοξου ύπνου, συνήθως μπορεί να αφηγηθεί τα όνειρά του με πολλές λεπτομέρειες. Επιπλέον ο Ζουβέ με πειράματα σε ποντίκια έδειξε ότι με τη χορήγηση ενός φαρμάκου μπορεί να επέμβει στα όνειρα και να αλλοιώσει την ίδια την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο Ζουβέ, υποφέροντας από πόνους στη μέση, έρχεται κάθε χρόνο στο Μοντεγκρότο, στα νότια της Πάντοβας, πολύ κοντά στη Βενετία, σ' ένα ξενοδοχείο με θερμά λουτρά και λασπόλουτρα (fango στα ιταλικά). Από εκεί επισκέπτεται καθημερινά τη Βενετία, ενώ παράλληλα προσπαθεί να γράψει ένα άρθρο, πάντα γύρω από τις έρευνές του. Σιγά-σιγά όμως παράξενα και ανεξήγητα γεγονότα αρχίζουν να του συμβαίνουν. Νομίζει πως βλέπει μια ωραία κοπέλα να εμφανίζεται ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικά μέρη. Ο ίδιος, με την παρέμβασή του σ' ένα συνέδριο ανατρέπει την ίδια τη θεωρία του. Η όλη προσωπικότητά του φαίνεται να έχει αλλοιωθεί. Τι να συμβαίνει; Το μυθιστόρημα παίρνει χροιά αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Η λύση που θα δοθεί άραγε θα επιβεβαιώσει ή θα ανατρέψει τη θεωρία του για τον παράδοξο ύπνο και τα όνειρα;
Ενδιαφέρον βέβαια ως θέμα, ωραία και ρεαλιστική η ατμόσφαιρα της λουτρόπολης και της Βενετίας, αλλά η υπερβολή στην επιστημονική πλευρά αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

Συνεσταλμένος δολοφόνος

Έχω την εντύπωση ότι σήμερα το διήγημα είναι ένα κάπως παραμελημένο, περιθωριοποιημένο λογοτεχνικό είδος. Το μυθιστόρημα κυριαρχεί στις αναγνωστικές προτιμήσεις, παρ' όλο ότι πολλοί νέοι λογοτέχνες αρχίζουν την πεζογραφική τους πορεία με την ευσύνοπτη φόρμα του διηγήματος (και καλά κάνουν). Όμως το διήγημα δεν έχει τη δεσπόζουα θέση που κατείχε το 19ο αι. και στις αρχές του 20ου αι., τότε που εύρισκε τη θέση του ακόμη και στις στήλες των εφημερίδων.
Κι όμως συχνά, αν οι συγκυρίες και, σπανιότερα, η συνειδητή επιλογή μας οδηγήσει στην ανάγνωση διηγημάτων, δεν είναι μικρότερη η αναγνωστική απόλαυση που αντλούμε απ' αυτά. Μια τέτοια συλλογή  διάβασα πρόσφατα και ομολογώ ότι, παρά τις εν μέρει επιφυλάξεις μου, τα απόλαυσα.
Πρόκειται για οκτώ διηγήματα του Τάσου Αναστασίου υπό τον τίτλο "Συνεσταλμένος δολοφόνος" (Κουκκίδα, 2011). Θα τα ονόμαζα μάλλον νουβέλες, γιατί η έκτασή τους κυμαίνεται μεταξύ των 30-40 σελίδων.
Μου θύμισαν το ευαγγελικό "οίνος νέος εις ασκούς παλαιούς", χωρίς το "παλαιούς" να χρησιμοποιείται απαξιωτικά. Το αντίθετο. Μου άρεσαν. Η σύχρονη ελληνική ζωή, οι νέες ιδέες, τα σύγχρονα προβλήματα εκτίθενται μέσα από την κλασική φόρμα του διηγήματος: Πλοκή, δέση, κορύφωση, λύση. Οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν, όμως δεν είναι οι ευτυχέστερες στιγμές. Για παράδειγμα, στο διήγημα "Φελλίνι my ass (ρε!)", όπου γίνεται απόπειρα για μια πρωτοτυπία στη μορφή, βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ κατώτερο από άλλα.
Από τα πλεονεκτήματα του βιβλίου ο γλωσσικός πλούτος. Μέσα στη σύγχρονη λεξιπενία που δεν αφήνει ανεπηρέαστη ούτε τη λογοτεχνική γραφή, η γλώσσα του Αναστασίου θυμίζει παλιές, καλές, πλούσιες γλωσσικά εποχές. Αν και ενίοτε φτάνει στη γλωσσική εκζήτηση σε σημείο που να ταιριάζει για τον ίδιο αυτό που διατυπώνει ένας από τους χαρακτήρες του ως κριτική ενός περιοδικού: "Ωραία γλωσσική συσκευασία ελαφρώς ανώτερη του κάποτε γλυκανάλατου περιεχομένου".
Οι ανθρώπινες σχέσεις, η ψυχολογική ανάλυση, ο ενδιάθετος λόγος και προβληματισμός κυριαρχούν στο βιβλίο, ενώ η όλη ατμόσφαιρα τόπου και χρόνου χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστικότητα της γραφής. Σ' ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, "Το χαμόγελο του Τούρκου", εκτός από τη λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως περπατάει μαζί με τους ήρωες του διηγήματος στα δρομάκια της τούρκικης συνοικίας της Κομοτηνής. Και σ' ένα άλλο ωραίο διήγημα, "Το περιστατικό στο χιόνι", η σχολική ατμόσφαιρα φαντάζει τόσο οικεία που ο εκπαιδευτικός-αναγνώστης ταυτίζεται, συμπάσχει, θυμάται.
Μου άρεσε ο τρόπος που κάθε διήγημα τελειώνει. Υπάρχει μια πρωτοτυπία, το θέμα δεν κλείνει οριστικά. Ο συγγραφέας μοιάζει να εισχώρησε για λίγο στη ζωή κάποιων προσώπων, μας περιέγραψε ένα κομμάτι της και σε μια στιγμή αποχώρησε, ενώ τα πρόσωπα συνεχίζουν τη ζωή και την πορεία τους.
Νομίζω πως ο τίτλος της συλλογής είναι εν μέρει παραπλανητικός. Όχι μόνο γιατί παραπέμπει σε αστυνομικό βιβλίο, αλλά και γιατί δεν πιστεύω ότι το ομότιτλο διήγημα είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της συλλογής.
Και μια τελευταία παρατήρηση. Στο βιβλίο αφθονεί η χρήση παρενθέσων, κάποτε σε σημείο ενοχλητικό. Συχνά δοκίμαζα να ξαναδιαβάσω μια φράση χωρίς την παρένθεση και το νόημα δεν άλλαζε. Δεν ξέρω γιατί αυτή η κατάχρηση ακόμη και σε σημεία που δεν είναι απαραίτητη.
Ο Τάσος Αναστασίου με το πρώτο του αυτό πεζογράφημα εμφανίζει πολλές δυνατότητες. Ως διηγηματογράφος πιστεύω θα έπρεπε να δώσει πιο συνεπτυγμένη φόρμα στα κείμενά του, αλλά θα ήταν, νομίζω, εξίσου καλός και ως μυθιστοριογράφος.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Αφρισμένα νερά

Το ονειρικό, ομιχλώδες, πλημμυρισμένο τοπίο της μυθικής αυτής πόλης, της Βενετίας, αποτελεί το σκηνικό για όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ντόνα Λεόν, πάντα με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Γκουΐντο Μπρουνέτι.
Πολλά έχουν γραφτεί για το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα που έπαψε πια να θεωρείται παραλογοτεχνικό είδος. Η κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, ψυχολογική ή άλλη διάσταση, του προσδίδει σήμερα πολύ διαφορρετικό χαρακτήρα από τα μυθιστορήματα τύπου Κόναν Ντόυλ ή Άγκαθα Κρίστι. Η αστυνομική πλοκή στο σύγχρονο μυθιστόρημα είναι το μέσο για να προβληθούν άλλοι, σοβαρότεροι προβληματισμοί από το να βρεθεί απλώς ο ένοχος ενός εγκλήματος. Κάποτε μάλιστα η αστυνομική διάσταση εμπλέκεται σε τέτοιο βαθμό σε μυθιστορήματα που δεν χαρακτηρίζονται ως αστυνομικά (π.χ. "Ο Φρόιντ στο Μανχάταν" ή "Το όνομα του ρόδου") ώστε αμφιταλαντευόμαστε αν θα τα κατατάξουμε στα αστυνομικά ή όχι.
Η αρχαιοκαπηλία, τα γνήσια και πλαστά έργα τέχνης, το εμπόριό τους, είναι το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται το μυθιστόρημα "Αφρισμένα νερά" (Σύγχρονοι ορίζοντες, 2008, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος). Στο παλάτσο μιας διάσημης σοπράνο, της Φλάβιας Πετρέλλι, στο οποίο μένει και η φίλη της, η πολύ γνωστή αρχαιολόγος Μπρετ Λιντς, εισβάλλουν δυο άγνωστοι που κακοποιούν βάναυσα την αρχαιολόγο. Κι ενώ εκείνη νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο διευθυντής του Μουσείου του Παλατιού του Δόγη βρίσκεται δολοφονημένος. Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στα δυο εγκλήματα; Ο επιθεωρητής Μπρουνέτι αναλαμβάνει την υπόθεση. Ερευνώντας την μας παρασύρει μαζί του στον κόσμο της τέχνης, ιδιαίτερα της κινεζικής, πότε σε μια αντικερί, άλλοτε στις πληροφορίες που αφορούν τη διάκριση ενός πλαστού από ένα αυθεντικό έργο τέχνης. Απόηχοι δράσης της Μαφίας εμπλέκονται επίσης στην υπόθεση. Ανάλαφρη, χαριτωμένη ειρωνεία διακρίνει τις παρατηρήσεις της Ντόνα Λεόν για την ιταλική γραφειοκρατία (πόσο όμοια παντού!), για τις ιταλικές διαλέκτους, για τις συχνά ανορθόδοξες μεθόδους της αστυνομίας. Πολλές επίσης μουσικές αναφορές διανθίζουν το βιβλίο, δικαιολογημένα, αφού η Λεόν θεωρείται ειδική στην όπερα, παράλληλα με την κριτική του αστυνομικού μυθιστορήματος που γράφει στη Sunday Times.
Αμερικανίδα, γεννημένη το 1942, η Ντόνα Λεόν δίδαξε αγγλική λογοτεχνία σε πολλές χώρες και έζησε για μια εικοσαετία στη Βενετία. Γι' αυτό και οι εικόνες από την πλημμυρισμένη Βενετία, τα ερειπωμένα ή ανακαινισμένα παλάτσο, τα στενά, αδιέξοδα δρομάκια, το νερό που βρίσκεται παντού, που ανεβαίνει με την παλίρροια και μέσα του τσαλαβουτούν για ώρες οι ήρωες, ακόμα και το φινάλε που δίνεται ουσιαστικά μέσα στο νερό, συνθέτουν το σκηνικό που μας γοητεύει και μας συναρπάζει αυτό πιο πολύ κι από την ίδια την υπόθεση του έργου. Το οποίο, φυσικά, όπως όλα τα αστυνομικά, θα τελειώσει με την αποκάλυψη του ενόχου και την αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης πραγμάτων, "δι' ελέου και φόβου" μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

Στο καλό μυθιστόρημα

"Έχω πάθος με τη λογοτεχνία και, όπως όλοι όσοι έχουν ένα πάθος, υποφέρω. Λαχταράω να διαβάσω ένα καλό μυθιστόρημα. Έχω απογοητευτεί τόσο πολύ, ώστε, εδώ και δέκα χρόνια σχεδόν, δεν τολμάω πια ν' ανοίξω ένα καινούργιο. Περιμένω το χρόνο να τα ξεσκαρτάρει". Λόγια ενός από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος της Laurence Cosse "Στο καλό μυθιστόρημα" (Πόλις, 2011, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που συνοψίζουν το όνειρο κάθε βιβλιόφιλου: να υπήρχε τρόπος να διαβάζει μόνο καλή λογοτεχνία, να μη χρειάζεται να διανύει μια άγονη αναγνωστική πορεία χιλιομέτρων, για να κάνει επιτέλους σταθμό σε κάτι που θα τον ικανοποεί, που θα του προκαλεί την υπέρτατη εκείνη απόλαυση που σου προσφέρει ένα καλό μυθιστόρημα.
Ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο, που θα πουλούσε μόνο αριστουργήματα, άσχετα από το χρόνο έκδοσής τους, στήνουν δυο παθιασμένοι βιβλιόφιλοι. Ο Βαν (Ιβάν), που είχε διατελέσει πωλητής σε μια αλυσίδα βιβλιοπωλείων και η Φραντζέσκα, μια ωραία, πλούσια κληρονόμος που διαθέτει το σχετικό κεφάλαιο. Οι δυο τους συναντήθηκαν τυχαία στο βιβλιοπωλείο ενός χιονοδρομικού κέντρου ("Απ' όλες τις λειτουργίες της λογοτεχνίας μου επιβεβαιώνετε ότι μία από τις ευτυχέστερες είναι ν' αλληλοαναγνωρίζονται και να συζητούν άνθρωποι που είναι πλασμένοι να συνεννοούνται", θα πει ο Βαν στη Φραντζέσκα).
Αρχίζουν να υλοποιούν την ιδέα τους. Στο βιβλιοπωλείο τους, που το ανοίγουν σε κεντρική περιοχή του Παρισιού, θα διατίθενται μόνο αξιόλογα βιβλία, μυθιστορήματα και νουβέλες στα Γαλλικά, αλλά και ξένα μεταφρασμένα. Η επιλογή των βιβλίων ανατίθεται σε μια οκταμελή επιτροπή συγγραφέων, η σύνθεση της οποίας κρατείται μυστική. Ακόμη κάθε μέλος αγνοεί την ταυτότητα των υπολοίπων. Απλώς τους ζητήθηκε να προτείνει ο καθένας ένα κατάλογο από 600 βιβλία, από τα οποία οι δυο ιδρυτές του βιβλιοπωλείου "Au Bon Roman", όπως ονόμασαν το βιβλιοπωλείο τους, θα επέλεγαν ποια θα είχαν σ' αυτό.
Το εγχείρημα επιτυγχάνει. Οι βιβλιόφιλοι αγκαλιάζουν με ενθουσιασμό την καινούργια ιδέα. Το βιβλιοπωλείο είναι διαρκώς γεμάτο κόσμο. Όμως η αντίδραση δεν αργεί να έρθει. Με άρθρα στον τύπο, με σχόλια στο ίντερνετ, η ιδέα ενός εκλεκτικού βιβλιοπωλείου επικρίνεται έντονα, τόσο από εκδότες, όσο και από συγγραφείς που δεν περιελήφθηκαν στον "κανόνα". Χαρακτηρίζεται ελιτίστικη, ακόμα και φασιστική. Ποιοι είναι αυτοί που θα καθορίσουν τι πρέπει να διαβάζει κανείς και τι όχι; Με ποιο δικαίωμα αποκλείουν από το βιβλιοπωλείο τους κάποια βιβλία; Οι επιθέσεις αφορούν ακόμη και την ιδιωτική τους ζωή. Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη πλευρά, των υποστηρικτών της ιδέας και οι συζητήσεις εντείνονται.
Αποκορύφωμα της αντίδρασης είναι οι επιθέσεις που δέχονται τρία μέλη της επιτροπής, πράγμα εντελώς ανεξήγητο, μια και η ταυτότητά τους ήταν μυστική. Με αυτές τις επιθέσεις αρχίζει το μυθιστόρημα και η αστυνομική  χροιά που του προσδίδει η Κοσέ, το καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρον, αν και για κάθε βιβλιόφιλο ίσως να μην ήταν απαραίτητη. Αρκούν οι δεκάδες βιβλία και συγγραφείς που αναφέρονται, αρκούν οι συζητήσεις και οι απόψεις γύρω από λογοτεχνικά θέματα. Όπως, τι είναι καλή και τι κακή λογοτεχνία, ο ρόλος της κριτικής, η εμπορευματοποίηση των πνευματικών δημιουργημάτων, οι αντιζηλίες των ομοτέχνων, ο ρόλος του τύπου, η εκδοτική δραστηριότητα ως κερδοφόρος επιχείρηση και πλήθος άλλα θέματα γύρω από τον κόσμο του βιβλίου.
Το βιβλιοπωλείο "Στο καλό μυθιστόρημα" δεν θα συντριβεί από την εναντίον του πολεμική. Θα αρχίσει να φθίνει όταν στον ίδιο δρόμο ανοίγει ένα άλλο βιβλιοπωλείο και σε λίγο ακόμη ένα, κακέκτυπα και ανταγωνιστικά του πρώτου. Αλλά δεν θα χαθεί. Με μια αισιόδοξη νότα τελειώνει το βιβλίο.
Το ωραίο, πρωτότυπο μυθιστόρημα της Λοράνς Κοσέ (δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας η ίδια, συγγραφέας του επίσης ωραίου μυθιστορήματος "Η απόδειξη"), που μέσα από τη μυθιστορηματική πλοκή ασκεί μια έντονη κριτική στα λογοτεχνικά πράγματα της Γαλλίας, κριτική που βεβαίως δεν αφορά μόνο τη Γαλλία, είναι σίγουρο πως θα εύρισκε μια θέση στους πάγκους του βιβλιοπωλείου "Au Bon Roman".

Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

Επιληψία, αγάπη μου!

Πριν από λίγο καιρό πήρα ένα ευγενικό e-mail από ένα άγνωστό μου ζευγάρι, τον Κώστα και την Αντιγόνη Καλλιμάχου, με το οποίο μου ζητούσαν να τους πω τη γνώμη μου για ένα βιβλίο που ετοιμάζονταν να εκδώσουν και το οποίο επισύναπταν. Το βιβλίο δεν ήταν τίποτε άλλο από το περιεχόμενο του μπλογκ τους. Ξεκίνησα να το διαβάζω, αρχικά από περιέργεια. Η περιέργεια όμως σύντομα μετατράπηκε σ' ένα αδιάπτωτο ενδιαφέρον και το μόνο που δυσχέραινε την ανάγνωση ήταν, όσο προχωρούσα, τα θολά από τα δάκρυα μάτια μου.
Τώρα το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάργα. Το ξαναδιάβασα από την αρχή ως το τέλος, παρ' όλο ότι το ήξερα ήδη. Δυο γονείς, ένα αγαπημένο νέο ζευγάρι, εδώ και εννιά χρόνια αφοσιωμένα αγωνίζεται για το κοριτσάκι του. Τη χαριτωμένη Μαρία-Φωτεινή, που από έξι μηνών πάσχει από φαρμακοανθεκτική επιληψία και μάλιστα μια πολύ σπάνια μορφή αυτής της αρρώστιας, το σύνδρομο Ντραβέ.
Με πρώτη καταγραφή στο μπλογκ στις 22 Φεβρουαρίου 2006 και τελευταία στις 2 Ιανουαρίου 2011 (όπως περιλαμβάνονται στο βιβλίο, γιατί το μπλογκ συνεχίζει ακόμα την πορεία του) παρακολοθούμε τον αγώνα αυτών των ανθρώπων, το δράμα αλλά και το μεγαλείο τους. Τα συναισθήματά τους όταν παρουσιάστηκε το πρώτο επιληπτικό επεισόδιο, τις αμέτρητες επιληπτικές κρίσεις, το χτυποκάρδι ώσπου να φτάσουν κάθε φορά στο νοσοκομείο, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να ξεπεράσουν τη γραφειοκρατία και να εξασφαλίσουν κάποια κρατική οικονομική ενίσχυση για να μεταβούν στο εξωτερικό. Υποθηκεύουν το σπίτι τους, δανείζονται, αναζητούν βοήθεια πότε στην Αγγλία ή τη Γαλλία για να τη βρουν τελικά στο Mayo Clinic, στην Αμερική, όπου εφαρμόζεται η Κετογενική μέθοδος (μια μέθοδος που βασίζεται στη διατροφή) σε συνδυσμό με καινούρια φάρμακα.
Στα κείμενα δεν υπάρχει δυσανασχέτηση, δεν υπάρχει διαμαρτυρία γι' αυτό που τους συμβαίνει. Δεν υπάρχει το απελπισμένο ερώτημα "γιατί σ' εμάς;" Υπάρχει μόνο μια απέραντη αγάπη, μια ακατάβλητη θέληση, μια δύναμη ψυχής που δεν ξέρεις από πού πηγάζει. "Όλα όσα χαίρονται τα άλλα παιδάκια, εμάς μας προκαλούν τρόμο: η θάλασσα, ο ήλιος, το έντονο παιχνίδι, το φαγητό, τα γλυκά, η πολλή χαρά και το ξεφάντωμα!", γράφουν. Και παρακάτω, "Κερδίζουμε την υγεία του παιδιού κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, ζώντας κάτω από αυστηρούς περιορισμούς: 12 γραμμάρια καρότο, 16,5 γαλοπούλα, 8 γραμμάρια κουνουπίδι κ.λπ., βιταμίνες, φάρμακα και κόντρα φάρμακα με παρενέργειες που δεν τολμάς να διαβάσεις..."
Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην αρρώστια, στις κρίσεις, στην ιατρική πλευρά του θέματος. Οι συγγραφείς ανασύρουν και καταγράφουν μνήμες από τα παιδικά τους χρόνια, από το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο, ακόμη περιπτώσεις άλλων προσώπων με ιατρικά προβλήματα.
Όμως το θέμα του παιδιού είναι το κυρίαρχο. Αυτό έρχεται και επανέρχεται. Η αδιάκοπη φροντίδα του, τα πολυήμερα, κάποτε πολύμηνα ταξίδια στην Αμερική, η προφύλαξή του από τις ιώσεις. "Τα παπούτσια μας τα αφήνουμε στην είσοδο του σπιτιού, τα χέρια μας τα πλένουμε πάντα και συχνά, ειδικά όταν είναι να ασχοληθούμε με το παιδί. Όποιος από μας αρρωστήσει αμέσως μπαίνει σε καραντίνα στο δεύτερο όροφο, ενώ αν πρόκειται να μας επισκεφθεί κάποιος, τον ρωτάμε πώς νιώθει και πότε αρρώστησε για τελευταία φορά..."
Πράγματα που για τον πολύ κόσμο είναι συνηθισμένα και αυτονόητα γι' αυτή τη μάνα γίνονται ανέφικτο όνειρο: "Θα ήθελα να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι, όλο ξεγνοιασιά και με την αίσθηση ότι τώρα πια ζούμε κι εμείς σαν άνθρωποι, σε ρυθμούς φυσιολογικούς, σε συνθήκες έστω ρουτίνας. Ναι, η ρουτίνα και η πλήξη του μέσου ανθρώπου-πόσο μου λείπει, πόσο τη ζηλεύω!"
Το βιβλίο προλογίζουν ο Νίκος Δήμου και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ενώ επιλογικό σημείωμα γράφει ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης.
Οι δυο συγγραφείς, ο Κώστας και η Αντιγόνη, παρά τον καθημερινό, επίμοχθο, πολύχρονο αγώνα τους για το δικό τους κοριτσάκι δεν κλείστηκαν εγωιστικά, ατομικιστικά στο δικό τους πρόβλημα. Άπλωσαν την αγάπη και τη δραστηριότητά τους και σ' όλους τους πάσχοντες από την "ιερή" αυτή νόσο, ως μέλη του Κυπριακού Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με επιληψία και έχουν δημιουργήσει εκτός από το δικό τους μπλογκ και το μπλογκ ephlipsia.
Είναι περίεργο. Κλείνοντας το βιβλίο δεν αισθάνεσαι, όπως θα περίμενε κανείς, κατάθλιψη, μελαγχολία. Αντίθετα, σε πλημμυρίζει ένας θαυμασμός και μια αισιοδοξία για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και της αγάπης. Κι όταν, στο τελευταίο κεφάλαιο διαβάζουμε: "...αρχίσαμε δειλά-δειλά να μετράμε: μια μέρα χωρίς κρίση, δυο βδομάδες χωρίς κρίση, ένας μήνας χωρίς κρίση, ένας χρόνος δίχως κρίση, δεκατέσσερις μήνες ευτυχίας!", η ευχή μας ολόψυχα ενώνεται με τη δική τους. Η ευτυχία αυτή να μην είναι μόνο ένα διάλειμμα, όπως φοβούνται. Να κρατήσει για πάντα.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

Μακρινή ακτή

"Η Αγγλία έχει αλλάξει. Αυτή την εποχή είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος είναι ντόπιος και ποιος όχι. Ποιος είναι δικός μας και ποιος είναι ξένος. Είναι ενοχλητικό".
Και μόνο αυτή η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος του Κάρυλ Φίλιπς "Μακρινή ακτή" (Scripta, 2009, μετ. Ρένα Χατχούτ), όπου στη θέση της λέξης "Αγγλία" θα μπορούσαμε άνετα να πούμε "Κύπρος", "Ελλάδα" ή οποιαδήποτε άλλη χώρα του δυτικού κόσμου, είναι αρκετή για να μας κινήσει το ενδιαφέρον για τη συνέχεια. Το τρομερό μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής μας, πολύ διαφορετικό από το αντίστοιχο άλλων εποχών, καθιστά το βιβλίο του Φίλιπς άκρως επίκαιρο και ενδιαφέρον. Και ασφαλώς όχι μόνο για την επικαιρότητά του.
Με κεντρικούς χαρακτήρες μια σχεδόν εξηντάχρονη δασκάλα μουσικής, τη Ντόροθι, κι έναν έγχρωμο λαθρομετανάστη, τον Σόλομον, που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, που η τύχη και οι συμπτώσεις τους φέρνουν να κατοικούν στο ίδιο μικρό χωριό κάπου στη βόρειο Αγγλία, ο συγγραφέας ανατέμνει την εποχή μας, σύγχρονα αλλά και διαχρονικά προβλήματα. Ο εμφύλιος σπαραγμός και η δυστυχία των Αφρικανικών χωρών, ο θάνατος, η αγωνία της επιβίωσης, η μοναξιά, η αναζήτηση της συντροφικότητας, η ξενοφοβία, περνούν μέσα από τη ζωή των δυο ηρώων.
Από το πρώτο κεφάλαιο σχεδόν ξέρουμε ήδη τη μοίρα τους, την κατάληξή τους. Αλλά δεν είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Πότε με πρωτοπρόσωπη και άλλοτε με τριτοπρόσωπη αφήγηση οδηγούμαστε στο τόσο διαφορετικό παρελθόν της Ντόροθι και του Σόλομον. Εκείνος, καταγόμενος από μια χώρα της Αφρικής που δεν κατονομάζεται, είδε ολόκληρη την οικογένειά του να σφαγιάζεται. Με έγκλημα εξασφαλίζει τα δυο χιλιάδες δολάρια που του ζητούν για να τον φυγαδέψουν. Ταξιδεύει καλυμμένος σ' ένα φορτηγό, κατάχαμα σ' ένα αεροπλάνο χωρίς καθίσματα, στριμωγμένος σ' ένα βαγόνι τρένου, λαθρεπιβάτης σ' ένα πλοίο, πηδάει με κίνδυνο της ζωής του στη θάλασσα για να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας, όπως φανταζόταν, την Αγγλία. Πολύ σύντομα η πραγματικότητα θα τον διαψεύσει. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, κατορθώνει να σωθεί με τη βοήθεια μιας συμπονετικής δικηγόρου και καταλήγει ανεπιθύμητος λαθρομετανάστης, νυχτοφύλακας και οδηγός για το νοσοκομείο, με το τραγικό τέλος να παραμονεύει.
Πολύ διαφορετική η μοίρα της Ντόροθι, μα η δυστυχία που βιώνει δεν την κάνει λιγότερο τραγική μορφή. Ο θάνατος την τριγυρίζει. Πεθαίνει η μάνα, ο πατέρας, χάνει  την αδερφή της από καρκίνο και, το επιστέγασμα, την εγκαταλείπει ο άντρας της. Θέλοντας να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή της καταλήγει στο μικρό χωριό, σ' ένα καινούριο οικισμό, στον οποίο νυχτοφύλακας είναι ο Σόλομον. Μάταια όμως αναζητεί την ανθρώπινη επαφή.  Η αναζήτηση λίγης ανθρώπινης συντροφιάς θα σταθεί αφορμή να την εξωθήσουν σε αναγκαστική παραίτηση από τη δουλειά της. Θα καταλήξει σ' ένα ίδρυμα για ψυχοθεραπεία, κλεισμένη στον εαυτό της και στις σκέψεις της.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι. Τι είναι αυτό που κάνει ένα τόσο μελαγχολικό βιβλίο, ένα μυθιστόρημα διωγμού, αποξένωσης, μισαλλοδοξίας, απέλπιδης αναζήτησης κάποιας χαράς στη ζωή να μας γοητεύει; Αυτή είναι η δύναμη και η γοητεία της λογοτεχνίας. Τα προβλήματα του κόσμου να γίνονται δικά μας, η ψυχολογική βυθομέτρηση των ηρώων να γίνεται εργαλείο για τη δική μας ενδοσκόπηση.
Και μια φράση από κριτική του Time Out που συνοψίζει, νομίζω, με τον πιο καίριο τρόπο όλο το μυθιστόρημα: "Είναι ένα από τα σπάνια μυθιστορήματα που εξετάζουν με επιτυχία σημαντικά θέματα μέσα από το πρίσμα ασήμαντων ζωών".
Ευχαριστίες στον librofilo

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2011

Το κορίτσι με τα πορτοκάλια

"Σε ρωτάω άλλη μια φορά. Τι θ' αποφάσιζες αν είχες την επιλογή; Θ' αποφάσιζες να ζήσεις μια σύντομη ζωή εδώ στη γη για να σε πάρουν ύστερα από λίγα χρόνια χωρίς δικαίωμα επιστροφής; Ή θα έλεγες: "Όχι, ευχαριστώ";
Έχεις μόνο αυτές τις δύο εναλλακτικές λύσεις. Επειδή αυτοί είναι οι κανόνες. Αν αποφασίσεις να ζήσεις, τότε αποφασίζεις και να πεθάνεις."
Ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι διαβάζει το γράμμα που έγραψε γι' αυτό ο πατέρας του έντεκα χρόνια πριν, όταν το μικρό τότε τετράχρονο αγόρι δεν θα μπορούσε να καταλάβει αυτά που ο πατέρας του είχε να του πει. Ο άρρωστος πατέρας ήξερε πως δεν θα ζούσε για να δει το γιο του να μεγαλώνει, δεν θα ζούσε για να τον δει να φτάνει στην ηλικία που θα μπορούσε να καταλάβει.
Ο Νορβηγός συγγραφέας, καθηγητής της φιλοσοφίας Γιοστέιν Γκάαρντερ, πασίγνωστος για το πολυμεταφρασμένο βιβλίο του "Ο κόσμος της σοφίας", μας δίνει με το μυθιστόρημά του "Το κορίτσι με τα πορτοκάλια" (Α.Α. Λιβάνη, 2005, μετ. Ιάκωβος Κοπερτί) ένα έργο φαινομενικά απλό, επιφανειακά ένα τρυφερό, μελαγχολικό, γλυκόπικρο παραμύθι, που όμως κάτω από την απλοϊκή επιφάνεια κρύβει βαθύτατα φιλοσοφικά ερωτήματα. Και το πιο βασικό απ' όλα το ερώτημα της ζωής: όταν ερχόμαστε σ' αυτό τον κόσμο, όταν γεννιόμαστε, είναι αναπόφευκτο ότι και θα πεθάνουμε. Αν λοιπόν είχαμε δικαίωμα επιλογής τι θα διαλέγαμε; Να μη γεννηθούμε ποτέ ή θα διαλέγαμε τη ζωή παρά την επίγνωση του τέλους της;
Ο Γκέορκ διαβάζει συγκινημένος το γράμμα του νεκρού πια πατέρα του, ενώ κάθε τόσο παρεμβάλλει τα σχόλια, τις σκέψεις του, στοιχεία της δικής του τωρινής ζωής. Η μακρά αφήγηση του πατέρα αναφέρεται στη ζωή του όταν ήταν είκοσι χρόνων, φοιτητής της ιατρικής. Μια μέρα συναντά στο τραμ ένα κορίτσι που κρατούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα γεμάτη πορτοκάλια. Κοιτάζονται. Ο νεαρός μαγεύεται. Η κοπέλα κατεβαίνει πριν εκείνος προλάβει να μάθει κάτι άλλο γι' αυτήν. Το κορίτσι με τα πορτοκάλια του γίνεται έμμονη ιδέα. Η φαντασία του οργιάζει. Τι να τα ήθελε άραγε τόσα πορτοκάλια; Πλάθει με το νου του διάφορα σενάρια, ενώ ταυτόχρονα την αναζητά σ' όλο το Όσλο. Πότε στην αγορά απ' όπου πιθανότατα αγόραζε τα πορτοκάλια, πότε σε μια καφετέρια, πότε στη λειτουργία των Χριστουγέννων. Θα φτάσει ακόμα και στη Σεβίλη, όταν κάποια ίχνη της τον οδηγούν εκεί.
Δεν θα αποκαλύψω τη συνέχεια, μια συνέχεια που αργά, μέσα από το τρυφερό γράμμα του πατέρα θα ανακαλύψει και ο Γκέορκ. Απ' τον πατέρα του διατηρεί μονάχα μια θολή ανάμνηση. Θυμάται προπάντων μια αστροφώτιστη νύχτα που ο πατέρας του τον κρατούσε αγκαλιά στη βεράντα και του μιλούσε για τη ζωή και το σύμπαν που βέβαια τότε δεν μπορούσε να καταλάβει.
"Τι είναι όμως ο άνθρωπος Γκέορκ; Τι αξία έχει; Μήπως είμαστε απλώς σκόνη που τη στροβιλίζει και τη σκορπίζει ο άνεμος;"
Μέσα από το γράμμα, την ήρεμη θλίψη από την επίγνωση του επικείμενου θανάτου εξουδετερώνει η ευτυχία της αγάπης και της ζωής που όσο σύντομη κι αν ήταν άξιζε να τη ζήσει.
Το ερώτημα που του έθεσε ο πατέρας του στριφογυρίζει διαρκώς στο μυαλό του:
"Φαντάσου ότι βρίσκεσαι πριν από δισεκαταμμύρια χρόνια στη γέννηση των πάντων, στο κατώφλι αυτού του παραμυθιού", έγραφε ο πατέρας μου. "Κι ότι πρέπει να επιλέξεις αν θα γεννηθείς για να ζήσεις σ' αυτό τον πλανήτη. Χωρίς να ξέρεις πότε θα ζήσεις και πόσο, σίγουρα πάντως για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Θα ήξερες δηλαδή ότι αν αποφάσιζες να έρθεις κάποτε σ' αυτό τον κόσμο, θα ήσουν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψεις πάλι κάποτε, αυτόν και όλα όσα ήταν σ' αυτόν, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος, ή, όπως λένε,  "όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου".
Το κρίσιμο ερώτημα επανέρχεται επίμονα γιατί, όπως γράφει ο πατέρας, "Νιώθω κάτι σαν ενοχή επειδή συνέβαλα στο να έρθεις στον κόσμο (...) Το να χαρίζεις τη ζωή σ' ένα παιδί δε σημαίνει απλώς να του δωρίζεις τον κόσμο. Σημαίνει επίσης να του αφαιρείς πάλι κάποτε αυτό το ασύλληπτα μεγάλο δώρο".
Όταν το γράμμα τελειώνει ο Γκέορκ ψάχνει για τον παλιό υπολογιστή του πατέρα του στον οποίο θα το είχε γράψει. Κι εκεί απαντά στο νεκρό πατέρα του μ' ένα γράμμα που δεν θα επιδοθεί ποτέ:
"Αγαπητέ μπαμπά! Ευχαριστώ για το γράμμα σου. Ήταν ένα σοκ για μένα, μου έδωσε χαρά αλλά και με βασάνισε. Ωστόσο πήρα πια τη βαριά απόφαση:είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα αποφάσιζα να ζήσω, κι ας ήταν μόνο για μια "στιγμή". Γι' αυτό ξέχασε παι αυτή την έγνοια. Μπορείς "να αναπαυθείς εν ειρήνη", όπως λένε".

Ευχαριστίες στη Χριστίνα απ' την οποία γνώρισα αυτό το υπέροχο βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

Θα πολεμάς με τους θεούς

Παρ' όλο ότι ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του απορρίπτει τον όρο "ιστορικό μυθιστόρημα", λέγοντας: "Κατά τη γνώμη μου ο όρος αυτός είναι αδόκιμος και προκύπτει από την ατυχή προσπάθεια να παντρέψει κανείς δύο ασύμβατες έννοιες", εντούτοις ο όρος ισχύει όχι μόνο ως αυτοπροσδιορισμός έργων από τους συγγραφείς, αλλά και ως δόκιμος λογοτεχνικός όρος σε ιστορίες της λογοτεχνίας.
Βασικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τα ιστορικά μυθιστορήματα σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Στη μια ομάδα μπορούμε να εντάξουμε τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία οι κεντρικοί ήρωες είναι φανταστικοί, τοποθετούνται όμως σε μια περασμένη εποχή που αναπαριστάται πιστά και αληθοφανώς. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα μυθιστορήματα στα οποία όχι μόνο το παρελθόν αναβιώνει πιστά, αλλά και οι χαρακτήρες είναι ιστορικά πρόσωπα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται η ανάμιξη και φανταστικών προσώπων. Σ' αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το "Θα πολεμάς με τους θεούς" (Πατάκης 2010), με υπότιτλο "Ένα μυθστόρημα για τον Λεωνίδα".
Σύμβολο ηρωισμού, αυτοθυσίας, υποταγής στο χρέος, πρόσωπο της ιστορίας, της μυθιστορίας, της ποίησης, προσλαμβάνει εδώ τις φυσιολογικές του διαστάσεις. Τι, αλήθεια, ξέρουμε γι' αυτό τον μακρινό ήρωα πέρα από την αυτοθυσία του στη μάχη των Θερμοπυλών; Πώς τον φανταζόμαστε; Μπορούμε να τον σκεφτούμε μεσήλικα με γκρίζα μαλιά, όπως ήταν όταν έπεφτε με τους τρακόσιους στις Θερμοπύλες; Ήταν παντρεμένος; Είχε παιδιά; Ποια ήταν η οικογένεια, η καταγωγή του; Ποιοι ήταν οι φίλοι του; Πώς έζησε τη ζωή του ως την ώρα της ύστατης θυσίας;
Η προσωπικότητα του Λεωνίδα αναδύεται μέσα από το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Στεφανάκη.  Γίνεται ένα μικρό παιδί, ένας ζωηρός έφηβος, ένας νεαρός εραστής, ένας γενναίος πολεμιστής. Και μαζί του ξαναζωντανεύει ο αρχαίος κόσμος της Σπάρτης και της Ελλάδας. Η ιστορία γίνεται ένα ζωντανό παρόν. Η ανατροφή των παιδιών, οι έρωτες και οι γάμοι, η στρατιωτική εκπαίδευση, οι διασκεδάσεις και η λατρεία των θεών, οι μαντείες και το πολίτευμα, η διατροφή και τα όπλα, οι πολιτικές συζητήσεις, οι σχέσεις των πόλεων, το εμπόριο και τα ταξίδια, οι κοινωνικές τάξεις, η φύση και οι θεσμοί προβάλλουν με όλη την αληθοφάνειά τους.
Οι προϋποθέσεις συγγραφής ενός τέτοιου έργου απαιτούν πολλή μελέτη, πολλή προετοιμασία. Ο αναγνώστης μπορεί να ανεχτεί την ανάμιξη φανταστικών και ιστορικών προσώπων, την απόδοση σκέψεων ή διαλόγων των οποίων η αυθεντικότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί, δεν ανέχεται όμως ιστορικές ανακρίβειες. Από την άλλη, δεν σημαίνει ότι το κείμενο πρέπει να φορτώνεται με όλη τη συσσωρευμένη γνώση από την προετοιμασία του συγγραφέα. Έχω την άποψη ότι ο Στεφανάκης παραφόρτωσε το μυθιστόρημά του και ότι αυτό θα κέρδιζε από τη σύμπτηξή του και τον περιορισμό των λεπτομερειών. Εντούτοις, πολλές σελίδες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παράλληλα κείμενα στη διδασκαλία της ιστορίας. Θα συνέβαλλαν, πιστεύω, στο να μετατραπεί το μάθημα από ανιαρή αποστήθιση γεγονότων και χρονολογιών, από ένα νεκρό παρελθόν σε κάτι σύγχρονο και ζωντανό. Δεν είναι κάτι που έγινε μια φορά και δεν επαναλαμβάνεται. Οι τελευταίες σκέψεις του Λεωνίδα, όπως ο συγγραφέας τις επινοεί και τις φαντάζεται, ανακαλούν στη σκέψη μας το μονόλογο του δικού μας, σύγχρονου ήρωα, του Γρηγόρη Αυξεντίου, έτσι όπως τις μετουσίωσε ποιητικά ο Γιάννης Ρίτσος στην εξαιρετική ποιητική σύνθεση "Αποχαιρετισμός".
 Ζητήθηκε από τον συγγραφέα να πει τι σημαίνει ο τίτλος. Δεν απάντησε. "Θα προτιμούσα να είναι το μικρό μυστικό που θα ανακαλύψει ο αναγνώστης", είπε. Θα αποπειραθώ μια ερμηνεία. Ο Λεωνίδας βρίσκεται στην Αίγινα. Γίνεται μια θυσία την οποία ακολουθεί η μαντεία. Ο γέροντας ιερέας προφητεύει στον Λεωνίδα πως "θα 'ρθει ο καιρός που τον Απόλλωνα θα προσβάλεις και τη βουλή του Δία θ' αψηφήσεις". Στη διαμαρτυρία του Λεωνίδα ότι σέβεται τους θεούς και ότι ποτέ δεν θα τους προσβάλει, ο γέροντας προφήτεψε:" Δεν θα μπορείς να κάνεις αλλιώς (...) θα πολεμάς με τους θεούς".
Και ήταν στη μεγάλη σπαρτιατική γιορτή των Καρνείων, αφιερωμένη στον Απόλλωνα, όταν αυστηρά απαγορευόταν η εμπλοκή σε πόλεμο, που ο Λεωνίδας αψηφώνας τη γιορτή ξεκίνησε για τις Θερμοπύλες. Τα είχε βάλει με τους θεούς.
Για το ίδιο βιβλίο και στο Βιβλιοκαφέ.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!

Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν αυτό που με μάγεψε στο ξαναδιάβασμα των "Επτά αγαπητικών διηγημάτων' του Παπαδιαμάντη, όπως είναι ο υπότιτλος του "Να είχεν ο έρωτας σαΐτες" (επιμέλεια-πρόλογος Κώστα Ακρίβου, ζωγραφιές Δημήτρη Μοράρου, Μεταίχμιο 2010). Να είναι άραγε γιατί με ξαναγύρισαν στα χρόνια της νεότητας, τότε που με άλλες συμμαθήτριες τον διαβάζαμε και τον λατρεύαμε; Ή μήπως γιατί θυμήθηκα τα χρόνια που τον δίδασκα κι ανέβαινα κάθε Χριστούγεννα μαζί του "Στο Χριστό στο Κάστρο" ή ταξίδευα με την "Υπηρέτρα' του μπαρμπα-Διόμα ή τριγύριζα "Στης κοκκώνας το σπίτι" ή χαιρόμουνα με τα αναπάντεχα δώρα της φτωχιάς "Σταχομαζώχτρας"; 'Ο,τι και να 'ταν, βυθίστηκα ακόμα μια φορά στη "Μαγεία του Παπαδιαμάντη" (αλήθεια, δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός για το έργο του Σκιαθίτη από αυτόν με τον οποίο τιτλοφόρησε το σχετικό του έργο ο Ελύτης). Αναρωτιέμαι, τι μπορώ να προσθέσω στις χιλιάδες σελίδες που γράφτηκαν γι' αυτόν;
Έρωτας στα χιόνια, Η νοσταλγός, Όνειρο στο κύμα, Θέρος-έρος, Η Φαρμακολύτρια, Η βλαχοπούλα, Έρως-ήρως. Επτά διηγήματα, επτά μικρά διαμαντάκια απ' το απέραντο αδαμαντωρυχείο του Παπαδιαμάντη. Κρυφοί έρωτες, ανομολόγητοι καημοί, φλερτ μιας εποχής εκατό χρόνια πριν από τη δική μας, η αβάσταχτη νοσταλγία που ωθεί στην περιπετειώδη, νυχτερινή, θαλασσινή διαδρομή, συνοικέσια και απόπειρες βιασμού, φεγγαρόλουστες βραδιές, νυχτερινό κολύμπι, η ανοιξιάτικη φύση, τα μάγια και οι καημοί του έρωτα, εκφρασμένα με τον υπέροχο ήχο των παπαδιαμαντικών λέξεων, συναρμόζονται για να δημιουργήσουν στην ψυχή μας την ευφροσύνη που προκαλεί η υψηλή τέχνη.
Πόση γνώση της ανθρώπινης ψυχής όταν ερωτεύεται, είχε αυτός ο θεωρούμενος ανέραστος, πόση λατρεία της φύσης, άλλοτε της πρωτομαγιάτικης, ανθισμένης εξοχής κι άλλοτε της πανέμορφης, πλανεύτρας θάλασσας! Είναι κάποιες φράσεις, κάποιες εικόνες που εντυπώνονται ανεξίτηλα μέσα μας. Είναι κάποιες σκηνές που σε αναγκάζουν να διακόψεις την ανάγνωση, ν' αφήσεις τη φαντασία σου να πλανηθεί στον μακρινό εκείνο κόσμο, ν' απολαύσεις σιωπηλά την ομορφιά του:
-"Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου". Τι υπέροχος, παρηγορητικός μέσα στη θλίψη του επίλογος!
-"Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα, ήταν νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα ως πλέει ναυς μανική, η ναυς των ονείρων..." Ποιος ερωτευμένος θα μπορούσε να δώσει ωραιότερη περιγραφή της αγαπημένης του;
-"΄Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου", άκουσε να του ψιθυρίζει η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια που την είχε παρακαλέσει να τον γλιτώσει από το μαρτύριο του έρωτα. Κι όμως με μια εξαίσια φράση τελειώνει το διήγημα. Σαν κάθε ερωτευμένος προτιμά το βάσανο του έρωτα από την ίαση: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου".
Ο μπαρμπα-Γιαννιός και το ερωτευμένο βοσκόπουλο, η Λιαλιώ και ο Μαθιός, η Μοσχούλα, η "περικαλλής" Ματή, η εξαδέλφη Μαχούλα, ο Ζήσης και η Φλώρα, ο Γιωργής και η Αρχοντώ παύουν να είναι πλάσματα της φαντασίας. Πιο ζωντανοί απ' τους ζωντανούς παραμένουν για πάντα "ιδεώδεις" μέσα στην ομορφιά που τους χάρισε η τέχνη του Παπαδιαμάντη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 07, 2011

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ

Με τη Μάρω Δούκα μου συμβαίνει κάτι περίεργο. Ενώ άλλα έργα της (Αρχαία σκουριά, Ουράνια μηχανική, Αθώοι και φταίχτες) μου άρεσαν πολύ, άλλα, όπως το "Σκούφος από πορφύρα" στάθηκε αδύνατο να τα τελειώσω. Το τελευταίο της, "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" (Πατάκης, 2010) αποδείχτηκε εξίσου ζόρικο και στο διάβασμά του. Το βιβλίο είναι περισσότερο χρονικό παρά μυθιστόρημα. Υπάρχει ασφαλώς μύθος, υπάρχουν τα πρόσωπα-φορείς του μύθου, κυριαρχεί όμως η ιστορία. Σύμφωνα και με προλογική δήλωση της συγγραφέως "τα ιστορικά γεγονότα, αναπόσπαστα της βαθύτερης αιτίας του βιβλίου, δεν ανασύρονται για να υπηρετήσουν τη μυθοπλασία αλλά για να την εκθέσουν, διεκδικώντας διαβρωτικά τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο".
Η Βιργινία, φοιτήτρια στην Αθήνα, γυρίζει στην πατρίδα της, τα Χανιά, όπου ζει η μητέρα της, ο άρρωστος, ετοιμοθάνατος παππούς της και ο θείος της, αδελφός της μητέρας της, ο Πανάρης. Συχνά διαβάζει στον παππού της αποσπάσματα από τον "Ερωτόκριτο", προπάντων το μέρος του έργου που αναφέρεται στο μαυροντυμένο παλικάρι, τον Χαρίδημο. Μια μέρα, στον "Ερωτόκριτο" του παππού βρίσκει το αντίγραφο μιας επιστολής με ημερομηνία 16 Απριλίου 1945, με την οποία ο αντισυνταγματάρχης Παύλος Γύπαρης απευθύνεται στον επίσκοπο Αγαθάγγελο, λέγοντας ότι υπό κάποιους όρους είναι έτοιμος να δεχτεί την πρόταση των Γερμανών και να χτυπήσει τους αναρχικούς. Η Βιργινία απορεί. Τι γύρευαν οι Γερμανοί στην Κρήτη τον Απρίλη του '45 όταν είναι γνωστό ότι από την Αθήνα αποχώρησαν τον Οκτώβρη του '44; Με τη βοήθεια βιβλίων που της προμηθεύει ο θείος της Πανάρης και με τετράδια σημειώσεων που της δίνει ο παππούς της, ο οποίος είχε ζήσει εκείνη την ταραγμένη εποχή, η Βιργινία βυθίζεται στο παρελθόν, προσπαθεί να αναπλάσει πρόσωπα και γεγονότα. Θα μάθει ότι οι Γερμανοί παρέμειναν στο νησί με στόχο και σε συνεννόηση με τους Άγγλους και τις εθνικιστικές οργανώσεις, να εμποδίσουν το ΕΑΜ να καταλάβει την εξουσία.
Πλήθος πρόσωπα και γεγονότα ανασύρονται στο φως καθώς η Βιργινία προσπαθεί να κατανοήσει και να εμηνεύσει τον ρόλο καθενός  και το ρόλο του παππού της, ενώ ταυτόχρονα αναζητεί και το δικό της στίγμα στο παρόν. Υπάρχουν τόσα πρόσωπα, παρελαύνουν τόσα ονόματα τόπων και προσώπων, εξιστορούνται τόσα γεγονότα που ο αναγνώστης μπερδεύεται. Δεν μπορείς να θυμάσαι τις δεκάδες τα πρόσωπα ή το ρόλο καθενός, πολλά από τα οποία εμφανίζονται για πολύ λίγο. Τα ιστορικά πρόσωπα διαπλέκονται με τα φανταστικά, το παρελθόν με το παρόν, τα ιστορικά γεγονότα με την ενδοσκόπηση και την προσπάθεια αυτογνωσίας της ηρωίδας.
Το έργο, πιστεύω, ενδιαφέρει πιο πολύ τον ιστορικό παρά τον αναγνώστη λογοτεχνίας. Πιο πολύ τους Κρητικούς και προπάντων τους Χανιώτες, των οποίων την ιστορία με τόσο λεπτομερειακό τρόπο καταγράφει η Δούκα. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου αναφέρει η Βιργινία απευθυνόμενη στον παππού της: "Αν έπεφταν στα χέρια μου τα τετράδιά σου πριν από την επιστολή του Γύπαρη στον Αγαθάγγελο, ίσως και να μου προκαλούσαν πλήξη". Ομολογώ ότι μια τέτοια πλήξη μου προκάλεσε μεγάλο μέρος του βιβλίου της Δούκα που με πολύ κόπο και μόχθο τελείωσα.

Μια εκτενής και πολύ διαφωτιστική παρουσίαση γίνεται εδώ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 01, 2011

Πικρολέμονα

Είχα αρχίσει να διαβάζω το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" του Λώρενς Ντάρελ, όταν στη δεύτερη παράγραφο με σταμάτησε η φράση "δραπέτευσα σε τούτο το νησί με λίγα βιβλία και το παιδί". Παρ' όλο που η μεταφράστρια του έργου διευκρινίζει ότι η περιγραφή του νησιού στη συνέχεια θυμίζει τη Λέσβο, εντούτοις το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" είχε αρχίσει να γράφεται στην Κύπρο. Και τότε μου γεννήθηκε η επιθυμία να ξαναδιαβάσω τα "Πικρολέμονα" (Γρηγόρη, 1959) που είχα διαβάσει χρόνια πριν κι από το οποίο διατηρούσα μια θολή ανάμνηση. Άφησα λοιπόν το Κουαρτέτο για αργότερα και βυθίστηκα ξανά στον κόσμο της Κύπρου της δεκαετίας του '50, σε εικόνες που "μισό πραγματικές μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν".
Τότε που ο Ντάρελ έζησε στο νησί μας (1953-56) ήμουν πολύ μικρή για να μου κάνει μάθημα στο γυμνάσιο όπου δίδαξε, που κι αν μου έκανε δεν θα ήξερα καθόλου ποιος ήταν, παρά μόνο θα διασκέδαζα στο μάθημά του, όπως αργότερα μου είπαν γνωστοί μου που τον είχαν δάσκαλό τους.
Το βιβλίο με ταξίδεψε σ' ένα κόσμο χαμένο πια για πάντα. Με σεργιάνισε στα στενά της Κερύνειας, με πήρε μαζί του έκθαμβη στην ομορφιά του Πέλλαπαϊς, εκεί όπου, όταν πήγε ο Ντάρελ για να αγοράσει ένα σπίτι, στάθηκε και κοίταζε σαν μαγεμένος. Γράφει: "...τα δώματα άνοιγαν σαν βεντάλιες σε γαλαρίες κι απ' όπου νέες πανοραματικές θέες ανοίγονταν προς τ' ανατολικά και τα δυτικά. Καθώς ανεβαίναμε φάνηκε πάλι η Κερύνεια κι ολόκληρη η μαιανδρική αχτή σαν ψιλοδουλεμένη νταντέλα. Άρχισα να αισθάνομαι ένοχος για μια πράξη επίφοβης τόλμης το να θέλω να εγκατασταθώ σ' ένα τέτοιο καταπληκτικό μέρος. Θα μπορούσε κανείς να εργαστεί όταν θα ΄χει να θαυμάζει μια τέτοια σκηνογραφία;"
Χρόνια αργότερα, όταν ο αγώνας είχε τελειώσει, όταν ο Ντάρελ είχε από καιρό εγκαταλείψει το νησί μας, θέλησα να επισκεφθώ το σπίτι όπου έζησε. Στο χωριό το ήξεραν, μου το έδειξαν. Τώρα δεν ξέρω πια αν υπάρχει κι αν υπάρχει στο τουρκοκρατούμενο Πέλλαπαϊς, τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο.
Καθώς διάβαζα τα "Πικρολέμονα" από τη μια νοσταλγούσα εκείνη τη μακρινή εποχή, όταν το αίμα και ο θάνατος δεν είχε πλημμυρίσει το νησί μας, όταν η Κερύνεια ήταν η αγνή, ανόθευτη ομορφιά που μάγευε ξένους και δικούς, ομορφιά την οποία απεικονίζει ο Ντάρελ με τις έξοχες περιγραφές του. Κι από την άλλη αντιδρούσα με αγανάκτηση διαπιστώνοντας πόσο μας υποτιμούσαν και μας περιφρονούσαν οι Άγγλοι. Τα "Πικρολέμονα" είναι η αγγλική εκδοχή, η αγγλική ματιά στην Κύπρο και τον αγώνα της. Ο Ντάρελ μιλά ελληνικά, έχει φίλους Κυπρίους, αλλά δεν παύει να μας βλέπει σαν αφελείς επαρχιώτες. Αδυνατεί να κατανοήσει τον πόθο μας για ελευθερία, συνυφασμένο τότε με τον αγώνα για Ένωση με την Ελλάδα, συνεχώς αναφέρει ότι μας ξεσηκώνουν οι παπάδες και το ραδιόφωνο της Αθήνας. Ειρωνεύεται τις μαθητικές διαδηλώσεις, βλέπει τον Καραολή, τον πρώτο καταδικασθέντα σε θάνατο, ως εγκληματία και τρομοκράτη που πρέπει να τιμωρηθεί. Η Κύπρος γι' αυτόν ανήκει δικαιωματικά στην Αυτοκρατορία: "Η Κύπρος, από γεωγραφικής και πολιτικής απόψεως ανήκε στην ίδια τη ραχοκοκαλιά της Αυτοκρατορίας. Δεν θα 'πρεπε λοιπόν να κρατηθεί με κάθε θυσία;"
Κι όμως μετά την εξέγερση του '55 θα πει κάποια στιγμή: "Δεν μπορούσα να μη σκέπτομαι με πίκρα πως αν είμασταν αρκετά τίμιοι για να παραδεχτούμε την ελληνικότητα της Κύπρου απ' την αρχή, ίσως να μην ήταν ανάγκη να εγκαταλείψουμε το νησί ή να αγωνιστούμε για δαύτο. Τώρα ήταν πια πολύ αργά".
Διευθυντής στο Γραφείο Πληροφοριών, υπεύθυνος δηλαδή της αγγλικής προπαγάνδας, πιστεύεται ότι υπήρξε πράκτορας των Άγγλων. Πολλά έχουν γραφτεί και για το ρόλο του και για τα "Πικρολέμονα". Ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Μόντης γράφει τις "Κλειστές πόρτες" ως απάντηση, όπως δηλώνει, στα "Πικρολέμονα" του Ντάρελ. Μια έμμεση απάντηση αποτελεί και το μυθιστόρημα του Ρόδη Ρούφου "Η Χάλκινη εποχή".
Τα "Πικρολέμονα", διαβασμένα τώρα, ύστερα από την τραγική κατάληξη εκείνου του υπέροχου αγώνα, αφήνουν πραγματικά μια πικρή γεύση στο στόμα.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2011

Το βιβλίο για τα βιβλία

Δεν νομίζω ότι υπάρχει βιβλιόφιλος που να μην έλκεται και να μη γοητεύεται από ένα βιβλίο που μιλά για άλλα βιβλία. Είτε αυτό είναι μυθιστόρημα είτε δοκίμια είτε κριτικές και παρουσιάσεις. Ένα τέτοιο βιβλίο με τίτλο "Το βιβλίο για τα βιβλία" εξέδωσε πρόσφατα (Οξύ 2010) ο Πέτρος Τατσόπουλος. Πρόκειται για κριτικές που είχε δημοσιεύσει από το 2004 ως το 2010 στην εφημερίδα "Τα Νέα". Αν εμπιστευτούμε τον υπότιτλο του βιβλίου, "Η ανάγνωση ως απόλαυση", καθώς και τη δήλωσή του στον πρόλογο ότι "Ουδέποτε υπέκυψα στην ψυχαναγκαστική ανάγνωση. Ουδέποτε θα έμπαινα στον κόπο να διαβάσω τετρακόσιες ή πεντακόσιες σελίδες, μόνο και μόνο για να σας πω πόσο άσχημα πέρασα", όλες αυτές οι παρουσιάσεις και κριτικές αφορούν βιβλία που του άρεσαν, βιβλία που "πέρασε καλά μαζί τους".
Εκατό περίπου συγγραφείς και ισάριθμα βιβλία περιλαμβάνονται στη συλλογή του Τατσόπουλου. Από μυθιστορήματα έως μελέτες, από δοκίμια έως μαρτυρίες, από κλασσική έως σύγχρονη λογοτεχνία. "Βιβλία εύκολα και βιβλία δύσκολα, βιβλία διασκεδαστικά και βιβλία αποκαλυπτικά, βιβλία εκφοβιστικά και βιβλία ανακουφιστικά,  βιβλία ευοίωνα και βιβλία δυσοίωνα".  Αφθονούν οι βιογραφίες: Πικάσο, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Χένρι Μίλλερ, Λόρδος Μπάιρον, Καραβάτζιο, Μπάροουζ, Φιντέλ Κάστρο, μερικοί μόνο απ' αυτούς στους οποίους αναφέρονται οι αναγνωστικές προτιμήσεις του συγγραφέα. Κατά πλειοψηφία (περίπου τα τρία τέταρτα) οι συγγραφείς είναι ξένοι. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τυχαίο ή χαρακτηριστικό κι αυτό των προτιμήσεων του Τατσόπουλου.
"Το βιβλίο για τα βιβλία" μπορεί να λειτουργήσει ποικιλοτρόπως. Μπορεί να αποβεί έργο αναφοράς, στο οποίο κάποιος να μπορεί να ανατρέξει για πληροφορίες. Μπορεί επίσης να γίνει ένας οδηγός ανάγνωσης και να αποτελέσει κίνητρο για να αναζητήσει ο αναγνώστης και να διαβάσει κάποιο από τα αναφερόμενα βιβλία. Μπορεί τέλος να αποτελέσει και ένα μέτρο σύγκρισης για τις εντυπώσεις που δημιούργησαν τα ίδια βιβλία στον αναγνώστη, αν έχει τύχει να τα διαβάσει.
Συχνά ο Τατσόπουλος θεωρεί ως δεδομένο ότι ο αναγνώστης του ξέρει το κρινόμενο βιβλίο (π.χ. το "Δρ Ζιβάγκο" ή έργα του Ιουλίου Βερν) και είτε αναφέρεται ακροθιγώς είτε δεν αναφέρεται καθόλου στο περιεχόμενο, περιοριζόμενος σε άλλες πληροφορίες και σκέψεις γύρω από το βιβλίο. Δεν του λείπει το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία.
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της έκδοσης είναι η ίδια η έκδοση. Σκληρό εξώφυλλο, ποικιλία τυπογραφικών στοιχείων, διάταξη του κειμένου, οπτικό υλικό. Πιστεύω πως πολλά βιβλιοφιλικά μπλογκς (ενδεικτικά αναφέρω το "Βιβλιοκαφέ" και τον Librofilo)  θα μπορούσαν άνετα να εκδοθούν και να σταθούν επάξια πλάι στον Τατσόπουλο, αν είχαν μια παρόμοια εκδοτική επιμέλεια.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 17, 2011

Ξεχασμένη φρουρά

"Ο Κουμανταρέας είναι από τους συγγραφείς που το όνομά τους και μόνο αποτελεί για μένα αρκετή εγγύηση για την ποιότητα του έργου, έστω κι αν δεν στέκονται όλα στο ίδιο ύψος". Αυτά έγραφα προλογίζοντας ένα άλλο κείμενο του Κουμανταρέα. Δεν αποτελεί εξαίρεση το πιο πρόσφατο βιβλίο του "Ξεχασμένη φρουρά", με υπότιτλο "Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα" (Καστανιώτης 2010).
Θα το χαρακτήριζα αυτό που οι παλαιοί προσδιόριζαν ως "σύμμικτα", δηλ. μια συναγωγή ποικίλων κειμένων που γράφτηκαν (ή εκφωνήθηκαν) σε διάφορες περιπτώσεις. 
Στον κατατοπιστικότατο πρόλογό του ο συγγραφέας μας πληροφορεί πότε και με ποια ευκαιρία γράφτηκε κάθε κείμενο. Θέατρο, μουσική, ζωγραφική, ποίηση, πεζογραφία, όλες οι μορφές της τέχνης περνούν μέσα από τα γραπτά του. Όπως ο ίδιος λέει, "Κείμενα όλων των ειδών, που πέφτουν πυκνά σαν χιόνι ή κομφετί μεταμφιεσμένα σε δοκίμια, βιογραφίες, συνομιλίες ή απλά αφηγήματα. Κείμενα λοιπόν αυτοβιογραφικά, συγγραφικά, κοινωνικά, κάθε λογής που με απασχόλησαν τα τελευταία δέκα χρόνια".
Δεν είναι βέβαια εφικτό, θα ήταν άλλωστε ανιαρό, να αναφερθώ ξεχωριστά στο καθένα από τα 34 αυτά κείμενα. Σταματώ σε μερικά απ' αυτά. Πολύ μου άρεσε το κείμενο για τον Καβάφη κι ας λέει ο Κουμανταρέας: "Υπάρχουν πρόσωπα στη λογοτεχνία που ό,τι και να γράψεις γι' αυτά μοιάζει ήδη ειπωμένο. Ένα από αυτά και ο Καβάφης". Κι όμως στο κείμενο του Κουμανταρέα με τίτλο "Ένας θεός μου", ένα κείμενο κάπου 32 σελίδων, ρίχνουμε μια καινούρια ματιά στον Αλεξανδρινό. Παρακολουθούμε την πρώτη επαφή του συγγραφέα με αυτή την παράξενη ποίηση, που οφειλόταν σ' ένα φιλόλογο που τους τη δίδασκε εκτός προγράμματος. "Ο Καβάφης ήρθε ξαφνικά σαν πυρετός και ξεσήκωσε την τάξη. Πέσαμε μονομιάς όλοι άρρωστοι". Παρεμβάλλοντας πλήθος στίχων του μεγάλου ποιητή ο Κουμανταρέας προχωρεί συνειρμικά συνδέοντας προσωπικές του εμπειρίες με στοιχεία της ποιητικής και του χαρακτήρα του Καβάφη, θυμίζοντάς μας στίχους που "λειτουργούν ως σηματοδότες".
Τα κείμενα του τόμου δεν έχουν ομοιομορφία, προσαρμοζόμενα το καθένα στην περίπτωση για την οποία γράφτηκε. Αλλιώς αναφέρεται στον Καβάφη, διαφορετικά στον Μυριβήλη, από τα χέρια του οποίου δέχτηκε -δώρο ανεκτίμητο- το ¨Βασίλης ο Αρβανίτης", διαφορετικά στον Καραγάτση, από τους λίγους της γενιάς του που δεν γνώρισε προσωπικά, αλλιώς στον Τσίρκα, κεφάλαιο το οποίο τιτλοφορεί "Ένας τζέντλεμαν στην Αθήνα". Ακόμη ο Ταχτσής, ο Γιώργος Ιωάννου αλλά και νεότεροι όπως ο Τατσόπουλος, ο Ραπτόπουλος, ο Νιάρχος, ο Γκιμοσούλης και πολλοί άλλοι περνούν μέσα από τη βιωματική ματιά του συγγραφέα.
Με το κείμενό του για το θέατρο μας μεταφέρει σε αξέχαστες θεατρικές παραστάσεις, ενώ το κείμενό του από την επίσκεψη στην αναδρομική έκθεση του Τσαρούχη μας μεταδίδει όλο το πνεύμα της τέχνης του ξεχωριστού αυτού ζωγράφου, από τον ομώνυμο πίνακα του οποίου είναι εμπνευσμένος και ο τίτλος του βιβλίου: "Ξεχασμένη φρουρά".
Διαβάζοντάς το δεν μαθαίνουμε μόνο γι' αυτούς για τους οποίους γράφει ο Κουμανταρέας. Μαθαίνουμε πολλά και για τον ίδιο, όχι μόνο από τον βιωματικό τρόπο γραφής αλλά και από μια συνέντευξη που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Είναι μια συνομιλία  με ένα φίλο που δεν έγινε για να δημοσιευτεί. Ίσως γι' αυτό τόσο αυθόρμητη, ειλικρινής και διαφωτιστική για τον συγγραφέα και το έργο του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2011

Ληξιπρόθεσμα δάνεια

Μπορεί να μη θυμάμαι λεπτομέρειες από τα πέντε βιβλία του Πέτρου Μάρκαρη (Νυχτερινό δελτίο, Άμυνα ζώνης, Ο Τσε αυτοκτόνησε, Βασικός μέτοχος, Παλιά, πολύ παλιά), όπως πολύ πιθανόν να μη θυμάμαι στο μέλλον και από το τελευταίο του βιβλίο "Ληξιπρόθεσμα δάνεια" (Γαβριηλίδης, 2010). Όμως  διαβάζοντάς τα είναι σαν να ξαναβρίσκω παλιούς γνώριμους, φίλους που μ' ενδιαφέρει η ζωή τους, που θα ΄θελα να ξέρω τι κάνουν. Είναι οι μόνιμοι πρωταγωνιστές των βιβλίων του, ο συμπαθής αστυνόμος Χαρίτος, η τυπική μέση ελληνίδα νοικοκυρά γυναίκα του, η Αδριανή, η κόρη του Κατερίνα, τώρα και ο γαμπρός του Φάνης. Φυσικά και οι βοηθοί του και τα άλλα πρόσωπα του αστυνομικού σώματος.
Ο Πέτρος Μάρκαρης έντεχνα στήνει το σκηνικό των αστυνομικών του ιστοριών μέσα στο τοπικό (με εξαίρεση το "Παλιά , πολύ παλιά", που διαδραματίζεται στην Πόλη) και κοινωνικοπολιτικό πλαίσο της σύγχρονης Αθήνας. Έτσι, και σ' αυτό το τελευταίο του βιβλίο διασχίζουμε μαζί του με το καινούριο του Σέατ Ίμπιζα, που μετά από συμβουλή του γαμπρού του αντικατέστησε το παλιό Μιραφιόρι, τους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας, σκοντάφτουμε πάνω σε πορείες και διαδηλώσεις που κλείνουν τους δρόμους, κυκλοφορούμε σε δρόμους γνωστούς, αναμιγνυόμαστε με τους μετανάστες της οδού Αθηνάς, Ευριπίδου, Σωκράτους. Συμμεριζόμαστε τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, αγωνιούμε ή κάποτε αντιμετωπίζουμε με χιούμορ τις περικοπές των μισθών ή τις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό, που χτύπησαν όλους τους εργαζόμενους. Κι αυτά ενώ προσπαθούμε μαζί με τον αστυνόμο Χαρίτο και τους βοηθούς του να ανακαλύψουμε ποιος επιτέλους είναι ο δολοφόνος που αποκεφαλίζει με σπαθί τα θύματά του, που όλα έχουν σχέση με Τράπεζες. Τον ίδιο καιρό η Αθήνα γεμίζει με αφίσες που παρακινούν τους πολίτες να μην εξοφλούν στις Τράπεζες τα δάνειά τους ή τις πιστωτικές τους κάρτες. Άραγε σχετίζονται τα δύο γεγονότα, οι δολοφονίες και οι αφίσες;
Οι υποψίες για τους ενόχους και τα αίτια των αποτρόπαιων δολοφονιών στρέφονται άλλοτε προς την τρομοκρατία, άλλοτε σε όποιον είχε τη δυνατότητα χρήσης σπαθιού. Στο τέλος, όπως συνήθως συμαβαίνει στα αστυνομικά μυθιστορήματα, ο ένοχος είναι κάποιος που δεν είχαμε υποπτευθεί.
Ο Πέτρος Μάρκαρης χρησιμοποιεί την αστυνομική πλοκή ως πρόσχημα. Πίσω από την αστυνομική ιστορία και ίσως κύριος σκοπός του είναι να περιγράψει και να κριτικάρει κοινωνικά προβλήματα της εποχής, που εδώ κυρίαρχο ρόλο έχει η πρόσφατη οικονομική κρίση της Ελλάδας.
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και σε ενεστωτικό χρόνο, το βιβλίο αποκτά μια ζωντάνια, σαν να παρακολουθούμε τα γεγονότα μαζί με τον Χαρίτο την ώρα που διαδραματίζονται. Διάλογοι απλοί, συχνά γεμάτοι χιούμορ, σύντομα περιγραφικά και αφηγηματικά μέρη. Ακόμα και μια εξαιρετική περιγραφή του τελικού του Μουντιάλ του 2010 ανάμεσα στις ομάδες Ολλανδίας και Ισπανίας, γίνεται μέσα από σχόλια, επιφωνήματα ή τις αφελείς ερωτήσεις της Αδριανής, καθώς όλη η οικογένεια παρακολουθεί τον αγώνα τρώγοντας σουβλάκια.
Γνωρίσαμε την Κατερίνα φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο, ύστερα να κάνει το μεταπτυχιακό της, να γνωρίζει τον Φάνη, τώρα να παντρεύεται, με τον Χαρίτο να αντιδρά αρχικά, αλλά σύντομα να αποδέχεται τις επιλογές της μοναχοκόρης του. Θα τον δούμε άραγε και στο ρόλο παππού; Πολύ πιθανόν, καθώς προαναγγέλλεται ότι τα "Ληξιπρόθεσμα δάνεια" είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας. Όλοι εμείς οι φίλοι του Χαρίτου αδημονούμε για τη συνέχεια.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 03, 2011

Ο Φρόιντ στο Μανχάταν

Ο συνδυασμός υπαρκτών και επινοημένων προσώπων, ψυχανάλυσης και αστυνομικής πλοκής, ορθολογισμού και αποκρυφισμού, πρέπει να είναι δύσκολο εγχείρημα για τον συγγραφέα, αποβαίνει όμως ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Τέτοιο είναι το μυθιστόρημα, το πρώτο του μάλιστα, του Γάλλου Λυκ Μποσί "Ο Φρόιντ στο Μανχάταν"(Καλέντης 2010, μετ. Γιάννης Καυκιάς).
Το 1909 ο Φρόιντ μαζί με το μαθητή και φίλο του Γιουνγκ και τον Ούγγρο ψυχαναλυτή Φερέντζι (του οποίου ο ρόλος στο βιβλίο είναι πολύ υποβαθμισμένος σε σχέση με τους άλλους δυο) φτάνουν στην Αμερική για μια σειρά διαλέξεων γύρω από την ψυχανάλυση. Μόλις όμως φτάνουν, πληροφορούνται τη δολοφονία μιας σημαίνουσας προσωπικότητας της Ν. Υόρκης. Πρόκειται για τον Όγκαστ Κόρντα, χρηματιστή, πολεοδόμο, επιχειρηματία στον τομέα των κατασκευών και της κτηματαγοράς, που υλοποιώντας ένα παιδικό του όνειρο, έβαλε τις βάσεις για να γίνει η Ν. Υόρκη, και ειδικά το Μανχάταν, η πιο ψηλή πόλη στον κόσμο. Η μοναδική μάρτυς του φόνου, η Γκρέις, κόρη του Κόρντα, δεν μπορεί να βοηθήσει την αστυνομία, γιατί πάσχει από αμνησία. Ο Φρόιντ αναλαμβάνει τη θεραπεία της. Όμως σε λίγο ένας ακόμη αρχιτέκτονας βρίσκεται δολοφονημένος με φρικτό τρόπο και ύστερα ακόμη ένας, οπότε ο Φρόιντ και ο Γιουνγκ συνεργάζονται με την αστυνομία, ώστε μέσω της ψυχανάλυσης να ανακαλύψουν το δολοφόνο, πράγμα που βεβαίως θα γίνει, όπως σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, στις τελευταίες από τις 447 σελίδες του βιβλίου.
Όμως η αστυνομική πλοκή είναι μονάχα το δόλωμα. Παρακινημένος ο αναγνώστης από το ενδιαφέρον της αστυνομικής ιστορίας, παρακολουθεί τις ακόμη πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες γύρω από την ψυχανάλυση. Έντονα προβάλλονται οι διαφωνίες Φρόιντ-Γιουνγκ. Ο Γιουνγκ προτιμούσε τον πνευματισμό, την τηλεπάθεια, πίστευε στη διαίσθηση και στις αισθήσεις, μίλησε για συλλογικό ασυνείδητο, ενώ ο Φρόιντ ανήγε την αιτία των νευρώσεων στην libido και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας. Ψυχαναλυτικοί όροι όπως ασυνείδητο, ελεύθεροι συνειρμοί, γλωσσικά ολισθήματα, ερμηνεία των ονείρων, υστερία, νεύρωση, οιδιπόδειο σύμπλεγμα, παραπραξία κ.λπ. δίνονται με απλό τρόπο μέσα από τις συζητήσεις μεταξύ των δύο ψυχαναλυτών, άλλοτε με την αστυνομία, άλλοτε στην προσπάθεια του Φρόιντ να θεραπεύσει την Γκρέις.
Όμως το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεν εξαντλείται εδώ. Με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθούμε τη γένεση του Νέου Κόσμου και τη δημιουργία του Μανχάταν. Ουρανοξύστες γνωστοί ως σήμερα με το όνομα που τους δόθηκε τότε, στοιχεία αρχιτεκτονικής, ζωντανεύουν την ομορφιά και το μεγαλείο της πόλης, αν και δίνεται και σ' αυτό ακόμη μια ψυχαναλυτική ερμηνεία: "Αν τα εξέταζε όλα αυτά από ψυχαναλυτική σκοπιά, δεν ήταν παρά καθαρή κενοδοξία και ναρκισσιστική παρόξυνση. Ο συμβολισμός του ύψους, που άλλοτε βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού, του βασιλιά ή της επιστήμης, τώρα υμνούσε τον προμηθεϊκό άνθρωπο που θριάμβευε. Οι φαλλικοί ουρανοξύστες αποτύπωναν την επιθυμία του για δύναμη". 
Ακόμη και στη ρυμοτομία του Μανχάταν αποδίδεται αποκρυφιστική σημασία: "Δώδεκα είναι ο αριθμός των λεωφόρων του Μανχάταν. Ο αριθμός των οδών, που είναι εκατόν πενήντα έξι, είναι επίσης το γινόμενο του δώδεκα πολλαπλασιαζόμενου με το δεκατρία. Οι ολλανδοί μασόνοι που χάραξαν τις λεωφόρους και τις οδούς είχαν δανειστεί αυτούς τους ιερούς αριθμούς από τους παλιούς αλχημιστές". Σε πολλά σημεία το βιβλίο θυμίζει Νταν Μπράουν, αλλά σε πολύ πιο εξελιγμένη και πειστική μορφή.
Εκτός από τον Φρόιντ και τον Γιουνγκ (που πράγματι έκαναν αυτό το ταξίδι στην Αμερική) πολλές άλλες υπαρκτές προσωπικότητες κάνουν το πέρασμά τους στο μυθιστόρημα. Για παράδειγμα, ο βραβευμένος με Νόμπελ Μαρκόνι που είχε εφεύρει τον ασύρματο και τη ραδιοφωνία, ο πρόεδρος Θίοντορ Ρούσβελτ, ο Μαρκ Τουέιν κ.ά. Είναι μια εποχή εφευρέσων, η αστυνομία αποκτά τα πρώτα της αυτοκίνητα, ο κόσμος είναι γεμάτος δυναμισμό και αισιοδοξία, ενώ παράλληλα η εγκληματικότητα αυξάνεται.
Υπάρχουν βέβαια αρκετές υπερβολές στο βιβλίο, καταδιώξεις που θυμίζουν γκαγκστερικές ταινίες, συμπτώσεις και συλλογισμοί που οδηγούν στο δολοφόνο, αλλά γενικά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα που συνδυάζει το ρεαλισμό με τη φαντασία, τη σοβαρότητα με το χιούμορ, την επιστήμη με την αλχημεία, την αναγνωστική απόλαυση με τη γνώση και τον προβληματισμό. 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2010

Το χαμόγελο των Ετρούσκων

Η φίλη με την οποία βρεθήκαμε πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα κρατούσε μια σημείωση: "Μήπως έχεις διαβάσει ή μήπως ξέρεις", μου είπε, "ένα συγγραφέα που λέγεται Χοσέ Λουίς Σαμπέδρο και το βιβλίο του "Το χαμόγελο των Ετρούσκων"; Δεν είχα ακούσει ούτε το συγγραφέα ούτε το  συγκεκριμένο βιβλίο. Ρωτήσαμε σε τρία μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Κανένα δεν είχε το βιβλίο. Σε κάποιο μας είπαν να το παραγγείλουμε και να μας το φέρουν, σ' ένα άλλο μας είπαν να απευθυνθούμε στον εκδότη: Γκοβόστης. Ανηφορίζοντας τη Ζωοδόχου Πηγής φτάνουμε στον Γκοβόστη και βεβαίως δεν πήραμε μόνο ένα αντίτυπο. Το ότι δεν είχε μεταφραστεί στα Αγγλικά (όπου και το αναζητούσε ο γιος της φίλης που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο), αλλά και το ότι μεγάλα κεντρικά βιβλιοπωλεία δεν το είχαν, μου αύξησαν την περιέργεια γι' αυτό το βιβλίο και την επιθυμία μου να το διαβάσω.
Και πραγματικά δεν με απογοήτευσε, αν και η απορία μου γιατί να είναι τόσο δυσεύρετο δεν λύθηκε. Ίσως γιατί δεν είναι καινούρια έκδοση (1999, μετ. Αγγελική Βασιλάκου), ίσως γιατί πιθανόν να μη μπήκε στα ευπώλητα. Δεν έχει νέους και ωραίους πρωταγωνιστές, δεν τελειώνει με happy end. Με κεντρικό ήρωα έναν ηλικιωμένο Ιταλό (γέρο τον αποκαλεί ο συγγραφέας σ' όλο το βιβλίο, αν και είναι μόνο 67 χρονών) αποπνέει μια ευγένεια, μια τρυφερότητα, μια καλοσύνη, ανακινεί μέσα μας συναισθήματα όλο συγκίνηση, μας φέρνει το χαμόγελο στα χείλη, μας μεταφέρει το άρωμα και το χρώμα της Ιταλίας, προπάντων της Καλαβρίας, έστω κι αν είναι γραμμένο από Ισπανό.
Ο Σαλβατόρε Ρονκόνε, παλιός παρτιζάνος, άρρωστος με καρκίνο, πηγαίνει από το χωριιό του, τη Ροκασέρα, στο Μιλάνο, όπου ζει ο γιος του με τη γυναίκα του και το δεκατριών μηνών παιδί τους, για ιατρικές εξετάσεις. Ανάμεσα στις αναμνήσεις από την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του και  από τη ζωή του παρτιζάνου κυλάνε οι μέρες του στο Μιλάνο που το αντιπαθεί. Μια αντιπάθεια που τρέφει και για τη νύφη του, κόρη γερουσιαστή, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο, για την οποία απορεί τι της βρήκε ο γιος του και την παντρεύτηκε. Όμως τα συναισθήματά του αλλάζουν όταν γνωρίζει το μικρό Μπρούνο. Η αντίθεση ανάμεσα στο παιδί που τώρα αρχίζει τη ζωή του και στον ηλικιωμένο άντρα που τώρα την τελειώνει, γίνεται η αλληγορική εικόνα ζωή-θάνατος. Ο γέρος αφοσιώνεται στο παιδί. Το λατρεύει. Έντονα αντιτίθεται στις περί ανατροφής αντιλήψεις της νύφης του που μεγαλώνει το παιδί με τις οδηγίες βιβλίων, που από τόσο μικρό το βάζει να κοιμάται μόνο του. Κρυφά τις νύχτες ο γέρος σηκώνεται, πάει στο δωμάτιο του παιδιού, κάθεται και το κοιτάζει, του μιλάει κι ας μη καταλαβαίνει εκείνο. Εύχεται κι ελπίζει ν' ακούσει από το στόμα του εγγονού του τη λέξη "παππού" πριν πεθάνει.
Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή της πόλης και στον παλιό τρόπο ζωής στο χωριό του διαποτίζει το βιβλίο. Η ευθύτητα και η ειλικρίνεια στη συμπεριφορά του γέρου που έρχεται σε αντίθεση με τον κομφορμισμό της πόλης δημιουργεί κωμικές σκηνές. Το χιούμορ πορεύεται παράλληλα με τη συγκίνηση. Ο ηλικιωμένος άντρας θα γνωρίσει αυτές τις τελευταίες μέρες της ζωής του, εκτός από τη χαρά της νέας ζωής που μεγαλώνει, και τη χαρά από έναν αναπάντεχο έρωτα για μια γυναίκα.
Το βιβλίο, πλημμυρισμένο από τους μονολόγους του γέρου, διακρίνεται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Ο γέρος άλλοτε μιλάει στον εγγονό του, άλλοτε διαλογίζεται, άλλοτε απευθύνεται ακόμη και στο καρκίνο που του κατατρώει τα σπλάχνα.
"Το χαμόγελο των Ετρούσκων", που γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Ισπανία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, που ήδη έχει γυριστεί σε ταινία, χαρίζει στον αναγνώστη μια ηρεμία, μια ψυχική γαλήνη, ένα χαμόγελο χαράς της ζωής και συμφιλίωσης με το θάνατο, όπως ακριβώς το χαμόγελο ενός ζευγαριού Ετρούσκων που απεικονίζεται σε μια σαρκοφάγο που ο γέρος είχε κάποτε θαυμάσει στο μουσείο.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 21, 2010

Jacqueline η ελληνικοτέρα

Αγάπησα περιπαθώς τη ξεχωριστή αυτή γυναίκα, τη ζήλεψα για την ελληνικότητά της, με έθρεψαν τα βιβλία της και ο θάνατός της μου φέρνει τη θλίψη που προκαλεί ο θάνατος ενός πολύ κοντινού προσώπου. Αντί δικού μου μνημοσύνου αναδημοσιεύω από την εφημερίδα "Σημερινή" το κείμενο του Λάζαρου Μαύρου, ενός δημοσιογράφου που φαίνεται ότι κι εκείνος πολύ την αγάπησε.

Μ Ε ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ απέραντη, όπως οι ευσυνείδητοι μαθητές οφείλουν στους φωτοδότες δασκάλους τους, κατευοδώνουμε σήμερα την από προχθές, 19τρ., διαπλέουσα την Αχερουσία, μεγίστη εμπράκτως, διαχρονικώς κι επαξίως, Ελληνίστρια Δασκάλα Jacqueline de Romilly. Πλήρης ημερών, πληρεστάτης εργώδους προσφοράς, αειθαλής μεταλαμπαδεύτρια του φωτοβόλου αρχαίου ελληνικού πνεύματος, ολοκλήρωσε τη διέλευσή της, στα 97 της, η δικαιούμενη να προσφωνείται εις Παρισσίους ως «Κυρία Ελλάς», κορυφαία Γαλλίδα και της οικουμένης ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί.

Μ Α Σ ΔΙΔΑΞΕ, με χαρμόσυνη λατρεία, με επίμονη επιστημονικότητα, με δεινότητα επιδέξιου χειρουργού και λεπτουργική παθιασμένου καλλιτέχνη, όλα τα κρυμμένα και ες αιεί αληθεύοντα, του κορυφαίου μας Θουκυδίδη. Όχι πώς να τον διαβάζουμε απλώς, μα πώς να τον μελετούμε και να τον ξεψαχνίζουμε: (1) «Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός», (2) «Η οικοδόμηση της αλήθειας στον Θουκυδίδη», (3) «Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη». Κι ακόμα: (4) «Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας», (5) «Η έξαρση της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα», (6) «Ο νόμος στην ελληνική σκέψη από τις απαρχές στον Αριστοτέλη», (7) «Η ηπιότητα στην αρχαία ελληνική σκέψη». Κι επίσης: (8) «Συναντήσεις με την αρχαία Ελλάδα», (9) «Γιατί η Ελλάδα;», (10) «Η αρχαία Ελλάδα εναντίον της βίας», (11) «Μια ορισμένη αίσθηση της Ελλάδος», (12) «Παιχνίδι φωτός στην Ελλάδα», (13) «Αρχαία ελληνική γραμματολογία», (14) «Αρχαία ελληνική τραγωδία», (15) «Ο χρόνος στην ελληνική τραγωδία», (16) «Η νεωτερικότητα του Ευριπίδη», (17) «Ήρωες τραγικοί, ήρωες λυρικοί», (18) «Ο φόβος και η αγωνία στο θέατρο του Αισχύλου», (19) «Η εξέλιξη του πάθους από τον Αισχύλο στον Ευριπίδη», (20) «Από το φλάουτο στην απολλώνια λύρα», (21) «Αλκιβιάδης». Κι επί πλέον, διαρκώς κι εντονότερα: (22) «Αγαπάμε τα αρχαία ελληνικά», (23) «Μαθήματα ελληνικών» και άλλα, από τα μεταφρασμένα στα ελληνικά, έργα της, που… κάποιος ίσως δανείστηκε και λησμόνησε να τα επιστρέψει!

Ε Γ Ρ Α Φ Ε η στήλη 5.1.2007: Η παράθεση των ονομάτων, εκείνων που έχουν προλογίσει βιβλία της Ζακλίν ντε Ρομιγί, δείχνει τη σπουδαιότητα της προσφοράς της: Αριστόβουλος Μάνεσης, Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, Μάριος Πλωρίτης... Εκείνη επέμενε άχρι τέλους: «Η δημοκρατία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με αξίες σε κατάπτωση. Και γι’ αυτό, η ποιότητα της παιδείας με την οποία διαμορφώνονται οι άνθρωποι του μέλλοντος, έπρεπε να είναι η πρώτη φροντίδα των πολιτικών που αγαπούν τη δημοκρατία, πράγμα που όπως φαίνεται δεν συμβαίνει»…

ΛΑΖΑΡΟΣ Α. ΜΑΥΡΟΣ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 08, 2010

Η απόδειξη

Εντυπωσιακό στην πρωτοτυπία του, συναρπαστικό στην κάπως αστυνομική του πλοκή, φιλοσοφικό-θεολογικό ως προς τους προβληματισμούς που προκαλεί στον αναγνώστη, "Η απόδειξη" (Πόλις 2010, μετ. Ρένη Παπαδάκη) της Laurencce Cosse, είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα (διστάζω να το πω μυθιστόρημα) που μπορεί να αποτελέσει πηγή σκέψεων και προβληματισμών κι εντούτοις δεν του λείπει το χιούμορ και η ελαφράδα.
Το έργο τοποθετείται στο Παρίσι, με λίγες σκηνές στη Ρώμη,  και κρατάει μια βδομάδα, από τη Δευτέρα 24-31 Μαΐου 1999. Ένα βράδυ, ο Μπερτράν, μοναχός και θεολόγος του τάγματος των Καζουιστών (ανύπαρκτο στην καθολική Εκκλησία, αλλά όπως μας πληροφορεί η μεταφράστρια στις σημειώσεις της, η συγγραφέας αναφέρεται στο Τάγμα των Ιησουιτών), παίρνει μια εξασέλιδη επιστολή, στην οποία υπάρχει μια αδιάσειστη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Μόλις τη διαβάζει, συγκλονίζεται, αρχίζει να τρέμει, "έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα, ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς, όπως τη μέρα της χειροτονίας του". Ο ίδιος συγκλονισμός, η ίδια απέραντη γαλήνη και ευτυχία πλημμυρίζει και την ψυχή του συνάδελφού του Εβρέ, στον οποίο δείχνει την επιστολή. Οι δυο τους θεωρούν σωστό να αναφέρουν το γεγονός στον ανώτερό τους, τον επικεφαλής του Τάγματος, ο οποίος με τη σειρά του επιζητεί επιβεβαίωση από λαμπρούς θεολόγους. Κάποια στιγμή η μεγάλη είδηση φτάνει στον πρωθυπουργό της χώρας. Η αναστάτωση που δημιουργείται στην ψυχή του (αν και δεν έχει διαβάσει την απόδειξη) τον οδηγεί μέσα στη νύχτα να ψάχνει ιερέα για να εξομολογηθεί! Όταν όμως πληροφορεί τους υπουργούς του, τότε αρχίζει ο σκεπτικισμός. Πώς θα είναι μια κοινωνία όπου όλοι θα ζουν μέσα στη βεβαιότητα της ύπαρξης του Θεού; "Στις οικονομίες μας που είναι τόσο περίπλοκες και εύθραυστες, θα έρθουν τα πάνω κάτω. Θαμπωμένοι από τον Θεό, οι άνθρωποι δεν θα έχουν πια λόγο να εργάζονται για να δουλέψει η μηχανή όπως πριν. Η οικονομία θα περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το ενενήντα τοις εκατό των ανθρώπινων εγχειρημάτων θα  φαίνονται γελοία. Ο διαφημιστής, η αισθητικός, όλοι οι έμποροι του ονείρου και της απόδρασης θα βάλουν λουκέτο. Οι έμποροι όπλων ακόμη περισσότερο. Η μόνη αποδεκτή συμπεριφορά θα είναι εκείνη που έχουν οι αφοσιωμένοι στα θεία: προσευχή και λιτότητα".- "Η απόδειξη ύπαρξης του Θεού θα μπορούσε να καταστρέψει την ισορροπία του κοσμικού κράτους.  Γιατί η ισορροπία βασίζεται στην αβεβαιότητα ύπαρξης του Θεού. Η απουσία απόδειξης της ύπαρξης του Θεού επιβάλλει το σεβασμό στους άπιστους, αλλά και η απουσία απόδειξης της ανυπαρξίας Του, το σεβασμό στους πιστούς". Η απόδειξη δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί!
Στο μεταξύ οι πέντε "μυημένοι", αυτοί που έχουν διαβάσει την απόδειξη, φτάνουν στο Βατικανό για να ενημερώσουν τον Ποντίφηκα. Ο Καρδινάλιος που τους δέχεται τους αναπτύσσει όλα τα επιχειρήματα υπέρ της συνέχισης της αβεβαιότητας για την ύπαρξη του Θεού. Ο Ποντίφηκας δεν ειδοποιείται. Το μυστικό θάβεται και όσοι το έμαθαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σιωπούν.
Με αρκετές νύξεις σε θεολογικά ζηγήματα, κυρίως της καθολικής Εκκλησίας, πνευματώδες και ευρηματικό, το μικρό αυτό βιβλίο, παράλληλα με την αναγνωστική απόλαυση, δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2010

Ο επισκέπτης του ονείρου

Κατηγορείται συχνά το διαδίκτυο ότι απομονώνει, ότι αποξενώνει τους ανθρώπους, ότι γίνεται αποτρεπτικός παράγοντας για το διάβασμα. Η προσωπική μου εμπειρία δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Μέσα από το διαδίκτυο πληροφορήθηκα για νέες εκδόσεις, διάβασα κριτικές, αντάλλαξα απόψεις, γνώρισα ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να μη συναντηθώ ποτέ, αλλά μας ενώνουν τα ίδια διαβάσματα, η συμφωνία ή η διαφωνία μας γι' αυτά που διαβάζουμε, σκέψεις και συναισθήματα.
Μια από τις διαδικτυακές μου γνωριμίες που προχώρησε και έγινε προσωπική σχέση, μπορώ να πω και φιλία, είναι αυτή της Ελένης Τσαμαδού, της αγαπητής Έλλεν. Λίγο μετά που δημιούργησα το μπλογκ μου, μου έγραψε ένα σχόλιο πληροφορώντας με για τα δυο βιβλία της που είχαν ως τότε εκδοθεί, το "Οι θεοί πέθαναν στη Ρώμη" (2006) και "Η εταίρα του Μ. Αλεξάνδρου" (2007). Τα αναζήτησα, τα διάβασα, η επικοινωνία μας συνεχίστηκε, συναντηθήκαμε στην Κύπρο και στην Αθήνα και από τότε παρακολουθώ αδιάλειπτα τη συγγραφική της πορεία.
Τα δυο πρώτα βιβλία ακολούθησαν "Ο χορός των μυστικών" (2008) και "Της ζωής και της αγάπης" (2009). Τώρα έχουμε τη χαρά να κρατάμε και να απολαμβάνουμε το καινούριο της "παιδί", "Ο επισκέπτης του ονείρου" (Ψυχογιός, 2010). Το εντυπωσιακό με τη Τσαμαδού είναι ότι δεν επαναλαμβάνεται. Βεβαίως υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά στη γραφή της, αλλά κάθε βιβλίο είναι μια άλλη εποχή, ένας άλλος κόσμος. Από την κλασική αρχαιότητα, στο 400 μ.Χ., από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τους μετανάστες της Αμερικής στην Αθήνα του σήμερα. Το πιο πρόσφατο βιβλίο μας μεταφέρει στην εποχή του Μεσοπολέμου, πιο συγκεκριμένα στα μέσα της δεκαετίας του '30, αν και το μυθιστόρημα δεν είναι ιστορικό. Όπως η ίδια λέει στον πρόλογό της, "Δε θεωρώ ότι έγραψα "ιστορικό μυθιστόρημα". Η Ιστορία δεν είναι ο κεντρικός άξονας του βιβλίου, τα ιστορικά γεγονότα δεν ερμηνεύονται, ο απόηχός τους μόνο φτάνει ως τους ήρωές μου, οι οποίοι πολλές φορές δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν το βάθος και τη σημασία τους, όπως άλλωστε όλοι μας τη στιγμή που βιώνουμε κάποιο σημαντικό γεγονός δε συναισθανόμαστε το μέγεθος και τις επιπτώσεις του". Παρ' όλα αυτά, πιστεύω πως είναι κρίμα που η συγγραφέας δεν αξιοποίησε περισσότερο την εποχή, την οποία φαίνεται να μελέτησε και  να γνωρίζει πολύ καλά. Μια εποχή που τόσο μοιάζει με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, εποχή οικονομικής κρίσης. "Ο κύριος Καραλέων έλεγε", αναφέρει στην αφήγησή της μια από τις αφηγήτριες, "πως τότε η δραχμή μας είχε χάσει το 75% της αξίας της. Και το χειρότερο, ενώ δεν είχε το κράτος χρήματα και το θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης της Ελλάδος ήταν σχεδόν άδειο, έπρεπε να πληρωθούν και οι ξένοι που είχαν αγοράσει τις ομολογίες των δανείων που είχαμε συνάψει για να πληρώσουμε τα έξοδα των πολέμων, των Βαλκανικών, του Μεγάλου και της άτυχης εκστρατείας στη Μικρά Ασία (...) Είχαμε απεργίες, διαδηλώσεις, συγκρούσεις απεργών με την αστυνομία και, το χειρότερο, είχαμε και τραυματισμούς απεργών και αστυνομικών".
Χώρος της δράσης είναι η Πάτρα που τόσο καλά φαίνεται να την ξέρει η συγγραφέας. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, το εμπόριο της σταφίδας, η ζωή γενικά στην πόλη ζωντανεύει μεταφέροντας τον αναγνώστη στην Πάτρα του Μεσοπολέμου. Σε πολύ λίγες σελίδες, αλλά με δυνατές, παραστατικές εικόνες περνάει στο μυθιστόρημα και η καταστροφή της Σμύρνης, ως ανάμνηση στην αφήγηση της Σμυρνιάς Μαρίτσας.
Ένα δύσκολο δρόμο τεχνικής διάλεξε η Ελένη Τσαμαδού, τις πρωτοπρόσωπες, πολλαπλές αφηγήσεις. Σε κάθε κεφάλαιο μιλάει μια γυναίκα: η αφηγήτρια (Ελπινίκη, φίλη της Ευτέρπης), η Μαρίτσα (Σμυρνιά, υπηρέτρια στο αρχοντόσπιτο), η Μαριάνθη (δεύτερη σύζυγος του Αριστείδη), η Πιπίτσα (η μεσαία κόρη του Αριστείδη και της Μαριάνθης), η γραμματέας του Τραπεζίτη Καραλέοντος και σ' ένα μόνο κεφάλαιο, το προτελευταίο, ο αστυνόμος.
Η Ελένη Τσαμαδού φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση στους γυναικείους χαρακτήρες. Σ' όλα τα βιβλία της αυτοί είναι που δεσπόζουν, γυναίκες είναι που πρωταγωνιστούν, οι άντρες έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Από την εταίρα του Αλεξάνδρου ως τη Μεγώ, από την Αννέζω ως τη Νάσια, ως την Ευτέρπη και τη Μαριάνθη (για να αναφέρω μόνο μερικές) αυτών η ζωή και η μοίρα είναι που κινούν τα νήματα της κάθε ιστορίας.
Όλες οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις απευθύνονται σε κάποιον αστυνόμο, είναι τρόπον τινά καταθέσεις, μαρτυρίες. Ξέρουμε, επομένως, από την αρχή ότι έχει γίνει κάποιο έγκλημα, χωρίς να ξέρουμε ούτε ποιος έχει σκοτωθεί ούτε ποιος τον σκότωσε, πράγμα που θα αποκαλυφθεί μόνο στις τελευταίες σελίδες. Πάθη, συμφέροντα, οικογενειακά μυστικά, παθιασμένοι έρωτες, δράματα, ανατροπές συνδέουν τα πρόσωπα του έργου. Μέσα από την αφήγηση της καθεμιάς γυναίκας φωτίζεται όχι μόνο η δική της ζωή και ψυχοσύνθεση, αλλά ρίχνεται φως και στους υπόλοιπους χαρακτήρες. Η ιστορία μπλέκεται αργά, μεθοδικά, από τη μια αφήγηση στην άλλη προστίθενται οι ψηφίδες που θα οδηγήσουν στην έξοδο.
Η γλώσσα προσεγμένη, όπως πάντα, με μια αξιοπρόσεχτη ιδιαιτερότητα αυτή τη φορά. Στα κεφάλαια στα οποία μιλά η Σμυρνιά Μαρίτσα χρησιμοποιείται η σμυρναίικη ντοπιολαλιά. Βρίσκω ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα τη χρήση αυτού του ιδιώματος. Όχι μόνο γιατί προσδίδει πειστικότητα και αληθοφάνεια στο χαρακτήρα, αλλά γιατί διασώζει ένα ιδίωμα που πάει να χαθεί, αν δεν έχει κιόλας εξαλειφθεί. Η συγγραφέας φροντίζει να ερμηνεύει τις ασυνήθιστες λέξεις, αλλά είναι εντυπωσιακό το ότι για μένα ως Κυπρία πολλές δεν χρειάζονταν ερμηνεία: σκεμπέ, πεζεβέγκης, η πόστα, το πολοιφάδι, οι μποξάδες, ούλοι κ. ά. δεν είναι άγνωστες, τουλάχιστον στους πιο ηλικιωμένους Κυπρίους.
Με τον "Επισκέπτη του ονείρου" ένα ακόμη ωραίο βιβλίο προστέθηκε στη λογοτεχνική δημιουργία της Ελένης Τσαμαδού.