Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2013

Το δαχτυλίδι







Πρόσφατα ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ιδρυτής των εκδόσεων «Διόπτρα», εξέδωσε ένα δικό του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Το δαχτυλίδι», που θα παρουσιαστεί σε λίγες μέρες και στην Κύπρο. Με την ευκαιρία αυτή ο κ. Παπαδόπουλος είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικά ερωτήματα για το blog μου.

Κύριε Παπαδόπουλε,
Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα είναι πολύ γνωστός, λίγοι όμως, φαντάζομαι, γνωρίζουν τον ιδρυτή του. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για τον εαυτό σας;

ΑΠ. Γεννήθηκα στην Κύπρο το 1941. Σε ηλικία 15 ετών ορκίστηκα στην ΕΟΚΑ, που πολεμούσε  εναντίον των Άγγλων, για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Το 1959, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας σπούδασα ηλεκτρονικά. Δούλεψα στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA), μέχρι το 1966, οπότε μετανάστευσα στον Καναδά. Δύο χρόνια αργότερα διορίστηκα καθηγητής ηλεκτρονικών στο Danforth Technical School του Τορόντο.
Τον Φεβρουάριο του 1974 επιστρέψαμε οικογενειακώς στην Αθήνα για να σπουδάσουν τα παιδιά μου σε ελληνικά σχολεία και να φοιτήσω κι εγώ στη Νομική Σχολή Αθηνών.
Σ’ αυτό το διάστημα της φοίτησής μου ξεκίνησα ως πλασιέ βιβλίων και το 1978, πριν από 35 χρόνια, ίδρυσα τις Εκδόσεις Διόπτρα, που –όπως λέτε κι εσείς– έχει καταξιωθεί και βρίσκεται μεταξύ των πρώτων εκδοτικών οίκων της Ελλάδας.

 «Το δαχτυλίδι» είναι το πρώτο σας βιβλίο. Τι σας έκανε να στραφείτε, πέρα από τις εκδόσεις, και στη συγγραφή;

ΑΠ. Η ζωή ενός ανθρώπου καθορίζεται από τις επιλογές που κάνει κάθε φορά, και το πώς αποφασίζει κανείς τι να επιλέξει και τι να κάνει. Κι αυτά εξαρτώνται από όσα έφερε μαζί του μέσω των γονιδίων και όχι μόνο, αλλά και όσα έζησε στη ζωή του, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πιστεύω και οι πεποιθήσεις μας, επομένως καθορίζουν τα βήματα της ζωής μας. Από όσα ανέφερα νωρίτερα, καταλαβαίνετε ότι έχω κάνει πολλές αλλαγές στη ζωή μου. Το ΤΕΛΟΣ του καθετί στη ζωή μας είναι η ΑΡΧΗ κάποιου άλλου.
Λίγο πριν συνταξιοδοτηθώ, στα 70 μου χρόνια, διάφορα περιστατικά που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τυχαία ή συμπτώσεις με οδήγησαν στο να αποφασίσω να γράψω ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ. Θεώρησα πως έπρεπε να δοθεί μια απάντηση σε εκείνους που με ρωτούσαν συχνά: «Και τι έκαναν οι Κύπριοι για την Ελλάδα;», αλλά και για τις αξίες μας που θυσιάσαμε στο βωμό της εύκολης ζωής και της καλοπέρασης.

Γιατί στο όνομά σας προσθέτετε δίπλα από το Γιώργος Παπαδόπουλος το «Κυπραίος»;

ΑΠ. Πολλοί με ρωτούν αν το «Κυπραίος» προστέθηκε για να μη με συνδέουν οι αναγνώστες με τον άλλο… Γεώργιο Παπαδόπουλο. Αντιλαμβάνεστε Ποιον εννοώ. Όχι δεν είναι αυτός ο λόγος. Από τις τελευταίες τάξεις του εξαταξίου Γυμνασίου έστελνα στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της Λευκωσίας ανταποκρίσεις γύρω από διάφορα θέματα με το «ψευδώνυμο» Κυπραίος. Το χρησιμοποίησα και για κάποια ποιήματά μου που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Times of Cyprus.
Στο διάστημα που έζησα στον Καναδά είχα αρθρογραφήσει στις εφημερίδες ΑΤΛΑΝΤΙΣ και ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ και εξέδιδα την ολιγοσέλιδη εφημερίδα ΕΠΑΛΞΙΣ χρησιμοποιώντας αυτό το «δημοσιογραφικό ψευδώνυμο». Το ίδιο έκανα και στο Περιοδικό ΒΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ που εξέδιδαν οι Εκδόσεις Διόπτρα τα έτη 1984-1985. Θέλησα, λοιπόν, να διατηρήσω το ίδιο ψευδώνυμο και στο ΔΑXΤΥΛΙΔΙ. 

Διαβάζω τώρα το βιβλίο σας και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Εγώ όμως είμαι Κυπρία. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να ενδιαφέρει και το ευρύτερο ελλαδικό κοινό;

ΑΠ. Σκοπός της συγγραφής του βιβλίου μου ήταν να διαβαστεί όχι μόνο από τους Κυπρίους, αλλά, κυρίως θα έλεγα, από τους Ελλαδίτες, που δεν είχαν την ευκαιρία ούτε μέσα από τα σχολεία ούτε μέσα από τα έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα να πληροφορηθούν για τη συνεισφορά των Κυπρίων στους αγώνες του έθνους. Με πολλή ικανοποίηση μπορώ να σας πω σήμερα ότι σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα που βρίσκεται το βιβλίο στα βιβλιοπωλεία, τα 3.000 αντίτυπα που αρχικά εκδόθηκαν έχουν εξαντληθεί και προχωράμε ήδη στη 2η έκδοσή του. Είμαι λοιπόν σίγουρος ότι το βιβλίο θα διαβαστεί και στην Ελλάδα.   

Και μια τελευταία ερώτηση γενικότερης φύσης. Γιατί οι εκδοτικοί οίκοι είναι τόσο επιφυλακτικοί στην έκδοση των βιβλίων τους και σε ηλεκτρονική μορφή; Προσωπικά αγαπώ πολύ τα e-books, αλλά δύσκολα βρίσκω αξιόλογα ηλεκτρονικά βιβλία.

ΑΠ. Στην Ελλάδα η αγορά του ηλεκτρονικού βιβλίου βρίσκεται ακόμα στα σπάργανά της σε αντίθεση με την αμερικανική και τη βρετανική. Αυτό σημαίνει πως ο αριθμός των «αντιτύπων» που αναμένεται να αγοραστούν θα είναι μικρός.
Ένας άλλος λόγος είναι ότι απαιτείται μια ειδική επεξεργασία των ηλεκτρονικών αρχείων στην οποία πρέπει να προβεί ο εκδότης. Η διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό και με τον αριθμό αντιτύπων που υπολογίζει ότι θα πωληθούν, ίσως αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ηλεκτρονική έκδοση.
Ένας τρίτος, σοβαρός λόγος είναι ότι για πολλούς τίτλους βιβλίων που εκδόθηκαν παλαιότερα ο εκδότης δεν διαθέτει ηλεκτρονικό αρχείο και κάνει τις ανατυπώσεις του με τα υπάρχοντα φιλμ των βιβλίων, είτε τα ηλεκτρονικά αρχεία που έχει είναι από προγράμματα που δεν συνεργάζονται με τα εξειδικευμένα προγράμματα για τα ηλεκτρονικά βιβλία.
Εμείς, στις εκδόσεις Διόπτρα φροντίζουμε ώστε οι νέοι μας τίτλοι να εκδίδονται και σε ηλεκτρονική μορφή, η οποία –να τονίσω– είναι πολύ πιο προσιτή, οικονομικά, για τον αναγνώστη. 

Σας ευχαριστώ πολύ κ. Παπαδόπουλε. Θα σας περιμένουμε στην Κύπρο.







Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

Ο φάρος

Alison Moore
Ο φάρος
Ίκαρος, 2013
Μετάφραση-σχόλια-επίμετρο: Αθηνά Δημητριάδου
Βρήκα το επίμετρο της μεταφράστριας πολύ πιο ενδιαφέρον από το ίδιο το μυθιστόρημα. Ο φάρος είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Αγγλίδας Alison Moore και απορώ γιατί μπήκε στη βραχεία λίστα των υποψήφιων για το βραβείο Man Booker. (Όχι βέβαια πως τρέφω και μεγάλη εμπιστοσύνη στα κάθε είδους βραβεία, αλλά με το συγκεκριμένο ξεχώρισαν αρκετά αξιόλογα βιβλία. Πολύ πρόχειρα θυμάμαι τον Ισιγκούρο, τον Μακ Γιούαν, τον Μπάνβιλ, την Άτγουντ κ.ά). 
Το βιβλίο της Moore θα το χαρακτήριζα με μια λέξη "ανιαρό". Πολύ μικρό ενδιαφέρον προκαλεί ο ήρωάς της, σχεδόν δεν μας νοιάζει  τι θα απογίνει. Γεμάτο με άχρηστες λεπτομέρειες που σε κουράζουν ώσπου να φτάσεις στην ουσία. Π.χ. "Ανοίγει με την κάρτα του την πόρτα, την κλείνει ξοπίσω του. Ακουμπάει το σάκο του στην πρώτη καρέκλα που βρίσκει, κρεμάει το παλτό του στον γάντζο πίσω από την πόρτα, ακριβώς πάνω από την ταμπέλα με τις οδηγίες για την περίπτωση πυρκαγιάς" και άλλες παρόμοιες.
Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει πάνω σ' ένα φέρι που διασχίζει τη Βόρεια Θάλασσα, οδεύοντας από την Αγγλία στη Γερμανία. Ο μεσήλικας Φουθ, πρόσφατα χωρισμένος από τη γυναίκα του, κάνει αυτό το ταξίδι πηγαίνοντας για μια βδομάδα διακοπές στη Γερμανία, απ' όπου καταγόταν ο πατέρας του, με σκοπό, πέρα από τη ξεκούραση, να πεζοπορήσει κατά μήκος του Ρήνου, όπως είχε κάνει μικρός με τον πατέρα του, τότε που η μητέρα του τους είχε εγκαταλείψει ξαφνικά.
Πραγματοποιεί το σχέδιό του ενώ οι αναμνήσεις και το παιδικό τραύμα της εγκατάλειψης από τη μητέρα τον πλημμυρίζουν. Μαζί του κουβαλάει πάντα μια μικρή θήκη σε σχήμα φάρου, στην οποία υπήρχε κάποτε ένα μπουκαλάκι με άρωμα βιολέτας, το άρωμα της μητέρας του. Στην πορεία του έργου κάποια άλλα πρόσωπα θα εμφανιστούν. Μια γνωριμία στο φέρι με τον Καρλ που πάει στην Ουτρέχτη για ένα συνέδριο, το ζευγάρι των ξενοδόχων Έστερ και  Μπέρναντ στην πόλη Χέλχαους (φανταστική;) όπου αφήνει τη βαλίτσα του κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας και όπου θα περάσει το πρώτο και τελευταίο βράδυ των διακοπών του. Η ιστορία τους εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία του Φουθ. Τελικά, στο φέρι του γυρισμού ο Καρλ, που γυρίζει με το ίδιο φέρι, θα τον αναζητήσει, αν και η ανάμνησή του είναι αμυδρή, δεν θυμάται ούτε την εικόνα ούτε τ' όνομά του. Συμβολικό άραγε του πόσο άχρωμος κι ασήμαντος είναι ο Φουθ;
Όμως το βιβλίο αξίζει για το έστω και σύντομο επίμετρό του. Η μεταφράστρια αναφέρεται σε άλλα βιβλία που έχουν σχέση με φάρους και φυσικά στην ανεπανάληπτη Βιρτζίνια Γουλφ, αν και ο φάρος της Άλισον δεν έχει  σχέση με το φάρο της Γουλφ, που είναι ένας πραγματικός φάρος. Όμως όχι μόνο ο τίτλος αλλά και άλλα, εσωτερικά στοιχεία του κειμένου παραπέμπουν στη Γουλφ. Γράφει η Δημητριάδου ανάμεσα σ' άλλα: "Η Μουρ γνωρίζει και προφανώς αγαπάει πολύ το "Στο φάρο" αλλά και όλο το έργο της Γουλφ. Εξίσου προφανές είναι ότι δεν την ενδιαφέρει να κάνει αποδόμηση του συγκεκριμένου έργου. Αντίθετα αποδύεται σ' ένα συστηματικό κορφολόγημα λεπτομερειών από το έργο της Γουλφ, τις οποίες ενσωματώνει στο δικό της κείμενο, αξιοποιώντας τες έτσι ώστε να υπηρετούν τους δικούς της στόχους".
Το βιβλίο αξίζει να διαβασεί έστω και μόνο για το επίμετρό του.

Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2013

Η Αθήνα της μιας διαδρομής

Πέτρος Μάρκαρης
Η Αθήνα της μιας διαδρομής
Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013
Έχω διαβάσει όλα τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, έχω παρακολουθήσει τον ήρωά του, τον συμπαθή Κώστα Χαρίτο, σ' όλες του τις διαδρομές στη μποτιλιαρισμένη Αθήνα, οπουδήποτε το αστυνομικό του καθήκον τον καλεί κι έτσι δεν θα μπορούσα να παραλείψω ένα βιβλίο όπου η διαδρομή γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα.
Για όποιον αγαπά την Αθήνα, για όποιον την έζησε έστω και για λίγο, το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, καθώς η περιγραφή, οι σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα μπλέκονται με τα αντίστοιχα του αναγνώστη. Είναι ένα ταξίδι με τον ηλεκτρικό που αρχίζει από τον Πειραιά και καταλήγει στην Κηφισιά, καλύπτοντας 24 σταθμούς. Σε κάθε σταθμό ο συγγραφέας αποβιβάζεται, τριγυρίζει στη γύρω περιοχή, μας δίνει την πολεοδομική της περιγραφή και ταυτόχρονα την κοινωνική της διάσταση, που δεν είναι άσχετη με το οικιστικό περιβάλλον. Σύντομες ιστορικές πληροφορίες, όπως για παράδειγμα πότε πρωτολειτούργησε ένας σταθμός ή από πού πήρε το όνομά του, δίνονται με τρόπο ανάλαφρο, χωρίς καθόλου να βαραίνουν το κείμενο.
Με γνώση, με αγάπη, με νοσταλγία για κάτι παλιό και ωραίο που χάθηκε, συχνά με χιούμορ προχωρεί από σταθμό σε σταθμό: Πειραιάς, Νέο Φάληρο, Μοσχάτο, Καλλιθέα, Ταύρος-Ελευθέριος Βενιζέλος, Πετράλωνα, Θησείο, Μοναστηράκι, Ομόνοια, Βικτώρια. Αττική, Άγιος Νικόλαος, Κάτω Πατήσια, Άγιος Ελευθέριος, Άνω Πατήσια, Περισσός, Πευκάκια, Νέα Ιωνία, Ηράκλειο, Ειρήνη, Νεραντζιώτισσα, Μαρούσι, ΚΑΤ,  Κηφισιά.
Πέρα όμως από το ενδιαφέρον που προκαλεί η γνωριμία με 24 περιοχές της Αθήνας, ουσιαστικά με την ίδια την Αθήνα, μου φαίνεται πως το μικρό αυτό βιβλίο (243 σελίδες μικρού σχήματος) άσκησε σε μένα τόση γοητεία, γιατί μπλέχτηκε με τις δικές μου αναμνήσεις από τη φοιτητική ζωή στην Αθήνα όπως την έζησα πριν από...κάποιες δεκαετίες (κι ας μη χρησιμοποιούσα  τον ηλεκτρικό). Θυμήθηκα τις φοιτητικές συντροφιές, τον ποδαρόδρομο που κάναμε για να φτάσουμε από το τέρμα των λεωφορείων της Κυψέλης  ως το σπίτι όπου μέναμε, στην οδό Κρέσνας, που τότε ακόμα δεν είχε ασφαλτοστρωθεί ή την πεζοπορία από την οδό Βεραντζέρου, το τέρμα του λεωφορείου, ως τη Σόλωνος που ήταν η Σχολή και πάλι πίσω.
Και τι δεν θυμήθηκα...Το βιβλιοπωλείο του Βαγιονάκη στην Ιπποκράτους που κάποτε μας δάνειζε και βιβλία, τους φρέσκους χυμούς στου Τσίτα (3,5 δραχμές-πολυτέλεια που δεν επιτρέπαμε συχνά στον εαυτό μας), το σινεμά Ίρις που μας φιλοξενούσε στα ενδιάμεσα των μαθημάτων, τις βιτρίνες της Σταδίου που μόνο να θαυμάσουμε απ' έξω μπορούσαμε, το Εθνικό Θέατρο όπου το φοιτητικό εισιτήριο των πέντε δραχμών μας επέτρεψε να δούμε πλήθος ωραίες παραστάσεις, τα θερινά τα σινεμά που τα ονειρευόμαστε όσο διαρκούσαν οι εξετάσεις και τα απολαμβάναμε μόλις τέλειωναν, τα χαρούμενα απογεύματα στο Πεδίο του Άρεως με τον Γιώργο Οικονομίδη (θυμάμαι, κάθε Δευτέρα πρόσφεραν στις κοπέλες από μία γαρδένια-τότε πρωτογνώρισα αυτό το λουλούδι, γι' αυτό και το άρωμά του με φέρνει πάντα πίσω στα φοιτητικά χρόνια). Θυμάμαι το κουλούρι της μιας δραχμής, που ως τώρα το βρίσκουμε αλλά όχι πια μια δραχμή, την Ομόνοια που διασχίζαμε οποιαδήποτε ώρα χωρίς κανένα φόβο...
Κι η διακέδασή μας; Τίποτα δεν εκφράζει καλύτερα την εποχή εκείνη από το ωραίο τραγούδι της Πρωτοψάλτη που όποτε το ακούσω με πλημμυρίζουν συγκινητικές αναμνήσεις:
Τα πιο ωραία λαϊκά
σε σπίτια με μωσαϊκά
τα είχαμε χορέψει
........................
Κορίτσια αγόρια σ' ένα χωλ
και τα φιστίκια σ' ένα μπολ
........................
Τι έπαθα! Αντί να μιλώ για το βιβλίο του Μάρκαρη μιλώ για τις δικές μου αναμνήσεις. Φοβάμαι πως αυτό θα πάθει κάθε αναγνώστης του χαριτωμένου αυτού βιβλίου.


Σάββατο, Οκτωβρίου 26, 2013

Πάρα πολλή ευτυχία

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
Μεταίχμιο, 2010
Μετ. Σοφία Σκουλικάρη
Για βδομάδες κειτόταν στο σωρό με τα αδιάβαστα. Το είχα πάρει μαζί με άλλα βιβλία, εκμεταλλευόμενη μια προσφορά του αγαπημένου μου βιβλιοπωλείου Rivergate. Το ότι ήταν μια συλλογή διηγημάτων και όχι μυθιστόρημα ήταν ο κυριότερος λόγος παραγκωνισμού του. Και ξαφνικά ήρθε το Νόμπελ. Και φυσικά δεν μπορούσα πια να το αγνοώ. Όχι γιατί ένα Νίομπελ καταξιώνει οπωσδήποτε ένα συγγραφέα, αλλά γιατί ήθελα να έχω δική μου άποψη.
Η συλλογή περιλαμβάνει δέκα διηγήματα, μάλλον νουβέλες, θα 'λεγα, μια και η έκταση καθενός κυμαίνεται γύρω στις 30 σελίδες. Σε μια κριτική διάβασα πως δεν πρέπει να διαβάζει κανείς πάνω από μια ιστορία κάθε φορά, για ν' αφήνεται χώρος και χρόνος να εισχωρήσει, ν' απλώσει στη σκέψη του αναγνώστη όλο το βάθος που κρύβει. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως είναι τόση η ικανοποίηση που γεννιέται στην ψυχή του αναγνώστη, παρά το τραγικό τέλος πολλών από τις ιστορίες, που δύσκολα συγκρατείται ώστε να μη διαβάζει τη μια μετά την άλλη, έστω κι αν μερικές φορές θα θελήσει να ξαναγυρίσει σε κάποιες σελίδες που στη βιασύνη του να δει παρακάτω,  δεν πρόλαβε να εμπεδώσει.
Μιλώντας για μια συλλογή διηγημάτων δεν μπορείς να αφηγηθείς (όπως για ένα μυθιστόρημα) την υπόθεση, όχι μόνο γιατί θα έπρεπε να αναφερθείς σε δέκα διαφορετικές ιστορίες, αλλά και γιατί, ειδικά για τη Μονρό, θα χανόταν η έκπληξη που σου προκαλεί το αναπάντεχο τέλος. Μπορείς μόνο να μιλήσεις για κάποια γενικά χαρακτηριστικά της γραφής της.
Στα διηγήματα κυριαρχεί η γυναίκα. Είτε πρόκειται για κεντρικούς γυνακείους χαρακτήρες, είτε για τη γυναικεία ματιά. Το δε τελευταίο διήγημα της συλλογής, αφηγούμενο τον τελευταίο χρόνο της σύντομης ζωής της πρώτης γυναίκας μαθηματικού-καθηγήτριας Πανεπιστημίου, της Σοφίας Κοβάλσκι, γίνεται, χωρίς να καταντά μεγαλόφωνο κήρυγμα, ένα δείγμα του αγώνα για γυναικεία χειραφέτηση. Άλλες  είναι γυναίκες δυστυχείς, γυναίκες απατημένες, άλλες γυναίκες εγκληματίες.
Ένα δεύτερο  γνώρισμα της Μονρό θα 'λεγα ότι είναι η αστυνομική χροιά των ιστοριών της. Όχι μόνο γιατί πράγματι ένα έγκλημα διαπράττεται (τουλάχιστον σε τρία διηγήματα), αλλά και για τις ανατροπές και το απροσδόκητο τέλος. Δεν την ενδιαφέρει το σχήμα έγκλημα-ένοχος-τιμωρία. Την ενδιαφέρει το έγκλημα ως εκτροπή, τα ψυχολογικά αίτια που οδηγούν σ' αυτό και οι συνέπειες που μπορεί να κρατήσουν μια ολόκληρη ζωή. Ξεχωρίζω εδώ το διήγημα "Για παιχνίδι". Είναι τόσο τρομαχτικό μέσα στην επιφανειακή του ηρεμία που θυμίζει τεχνική του Χίτσκοκ, σκηνές που δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Το φυσικό περιβάλλον, ακόμα κι αν δεν ξέρεις ότι η συγγραφέας είναι Καναδή, σου φέρνει στο νου σκοτεινές βόρειες χώρες, με πυκνά δάση, με παγωμένους χειμώνες. Το ύφος γραφής είναι απλό, οι προτάσεις σύντομες. Είναι ιστορίες κλασικής τεχνικής, χωρίς εξεζητημένους μοντερνισμούς.
Τελειώνοντας όμως το βιβλίο σκεφτόμουν πόσο αδικούνται δικοί μας διηγηματογράφοι λόγω της γλώσσας. Ωραία τα διηγήματα της Μονρό. Αλλά εξίσου, αν όχι ωραιότερα διηγήματα, με ανάλογο ψυχολογικό βάθος, έχουν γράψει και ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός και τόσοι άλλοι έλληνες διηγηματογράφοι. Σκέφτομαι και τους δικούς τους επιλόγους, σκέψεις που μας καρφώνονται στο μυαλό, που περικλείουν σε μια φράση κόσμους ολόκληρους, όπως το ανεπανάληπτο "σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου..."

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2013

Κουράγιο Πηνελόπη

Άντης Ροδίτης
Κουράγιο Πηνελόπη
Αρμός, 2013


 «Οι μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε ο Γεώργιος Παπανδρέου και η Ελληνική Κυβέρνηση, μετά την ευκαιρία που δόθηκε από την Αμερικανική, για να πραγματοποιηθεί η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα το 1964 και η αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που οδήγησε στη ματαίωσή της και στις μετέπειτα καταστροφικές εξελίξεις για τον Ελληνισμό».
Στις ελάχιστες αυτές γραμμές που τίθενται ως προμετωπίδα του βιβλίου του Άντη Ροδίτη «Κουράγιο Πηνελόπη», συνοψίζεται και προβάλλεται η κεντρική ιδέα του βιβλίου, όπως αυτή εκτίθεται, αναλύεται, τεκμηριώνεται στις 521 σελίδες του.
Γιατί «Πηνελόπη» η Κύπρος; Τον όρο «Πηνελοπισμός» χρησιμοποίησε, όπως αναφέρει ο Ροδίτης  (σ. 398), παραπέμποντας στο βιβλίο του Παναγιώτη Περσιάνη «Τα πολιτικά της εκπαίδευσης στην Κύπρο» (εκδ. Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 2010), ο γνωστός φιλόλογος, Γυμνασιάρχης του Παγκυπρίου Γυμνασίου και αργότερα Υπουργός Παιδείας, Φρίξος Πετρίδης. Σε ομιλία του επί τη λήξει των μαθημάτων του έτους 1967-1968, ο Φρίξος Πετρίδης ανέφερε: «Η επιμονή στην πλήρη ταύτιση με την Ελλάδα αποτελεί «πηνελοπισμό» που δεν εξυπηρετεί ούτε την Κύπρο ούτε την Ελλάδα» (Περσιάνη, σ. 65). Η Πηνελόπη δηλαδή δεν έπρεπε να περιμένει τον Οδυσσέα, αλλά να επιλέξει … μνηστήρα το συντομότερο.
Το πολυσέλιδο βιβλίο του Άντη Ροδίτη έρχεται ως μια απάντηση στον «πηνελοπισμό». Ναι, Πηνελόπη η Κύπρος, δεν έπαψε και δεν θα πάψει να περιμένει τον Οδυσσέα, μην υποκύπτοντας στα δελεαστικά καλέσματα των κάθε λογής μνηστήρων. Κουράγιο.
Στο σύντομο εισαγωγικό του σημείωμα ο συγγραφέας μας πληροφορεί: «Το βιβλίο αυτό επικεντρώνεται στην περίοδο Δεκεμβρίου 1963-Αυγούστου 1964, όταν η θύρα για την Ένωση άνοιξε διάπλατα και η («επίσημη») Κύπρος έκλεισε τα μάτια».
Στηριγμένο στη μελέτη δεκάδων εγγράφων αντλημένων από αμερικανικά, βρετανικά ή ελληνικά αρχεία (οι πηγές των οποίων αναφέρονται εισαγωγικά), πλείστα από τα οποία έγγραφα παρατίθενται αυτούσια, φωτοτυπημένα στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, ο συγγραφέας καταγράφει μέρα με τη μέρα, λεπτό με λεπτό, θα έλεγα, όλα τα γεγονότα του τραγικού εκείνου οκταμήνου που προδιέγραψε και καθόρισε τη μελλοντική μας πορεία και την τραγική μας μοίρα μέχρι σήμερα.
Για όλους εμάς που ζήσαμε τότε τα γεγονότα στην εξωτερική τους διάσταση, παρουσιασμένα όπως η τότε ηγεσία ήθελε, μοιάζουμε με τους θεατές ενός θεατρικού έργου που το βλέπαμε να παίζεται στη σκηνή και τώρα, με το βιβλίο του Ροδίτη, εισχωρούμε στα παρασκήνια, τα κοστούμια βγαίνουν, το μακιγιάζ αφαιρείται, οι πρωταγωνιστές δεν είναι πια άρχοντες και βασιλιάδες, γίνονται οι πραγματικοί εαυτοί τους. Πώς και γιατί οι Αμερικανοί αναμίχθηκαν στο Κυπριακό, η ανάθεση της εξεύρεσης  λύσης στον Υφυπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Μπωλ, η συνάντηση Μπωλ-Μακαρίου, η ενεργός ανάμιξη του νεοεκλεγέντος Γεωργίου Παπανδρέου, πώς και γιατί ελήφθη η απόφαση για αποστολή της Μεραρχίας στην Κύπρο, πώς ετέθη το θέμα της Ένωσης, οι απειλές των Τούρκων,  οι φόβοι για πιθανή κομμουνιστικοποίηση της Κύπρου, πρακτικά συσκέψεων, τηλεγραφήματα, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ανταποκρίσεις των πρέσβεων, οι θέσεις και οι προτάσεις Μακαρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας, όλο το παρασκήνιο της δραματικής εκείνης χρονιάς αποκαλύπτεται με κάθε λεπτομέρεια και με αδιαμφισβήτητα ντοκουμέντα. Ναι, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Οι Αμερικανοί, για δικούς τους λόγους, πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα, με εγγυήσεις και ασφάλεια, αλλά απορρίφθηκε από τον Μακάριο. Είναι τόσα και τέτοια τα στοιχεία που παρατίθενται ώστε κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει τον συγγραφέα για επιλεκτική παράθεση στοιχείων. (Ίσως γι’ αυτό, ως τώρα τουλάχιστον, αλλά φοβάμαι και στο μέλλον, δεν υπάρχει καμιά κριτική του βιβλίου που να εδράζεται σε ντοκουμέντα, κανένα αντεπιχείρημα στα όσα ο Ροδίτης αποκαλύπτει. Όσες κριτικές ή σχόλια έτυχε να διαβάσω αναλίσκονται σε γενικόλογα και επαναλαμβάνουν απλώς τις θέσεις του Μακαρίου. Ο οποίος Μακάριος, τονίζει ο Ροδίτης, δεν άφησε κανένα γραπτό, τίποτα που να αναλύει τις σκέψεις, τους προβληματισμούς του, το γιατί πήρε τη μια θέση ή την άλλη).
Ανάμεσα στα έγγραφα και τα σχόλια ο συγγραφέας παρεμβάλλει προσωπικές αφηγήσεις. Για παράδειγμα, αναμνήσεις από τη δική του συμμετοχή στις ομάδες που σχηματίστηκαν στο τέλος του ’63 για απόκρουση της τουρκικής ανταρσίας ή θύμησες από μια καλοκαιρινή μέρα του 1964 στο Πέντε-μίλι, την ίδια μέρα που το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ συνεδρίαζε για τις τύχες μας. Με αυτά τα παρέμβλητα λογοτεχνικά κομμάτια, δηλώνει ο συγγραφέας, «επιδιώκει να καταδείξει την αβυσσαλέα απόσταση που χωρίζει το επίπεδο των αποφάσεων που κρίνουν τις εθνικές μας τύχες από την ατομική μας καθημερινότητα, ακόμα κι όταν, ή ιδιαίτερα όταν κυριαρχεί η ψευδαίσθηση ότι η συμμετοχή μας είναι καίρια. Το δέος που μας καταλαμβάνει από τη συνειδητοποίηση εκείνης της απόστασης, ίσως συμβάλει στη σύσταση τρόπων αληθινά ενεργούς συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το μέλλον και την επιβίωσή μας».
Πόσο δίκαιο έχει ο συγγραφέας! Εμείς συνεχίζαμε την καθημερινότητά μας «ανίδεοι και χορτάτοι», ενώ για τις τύχες μας άλλοι αποφάσιζαν. Καθοριστικό και καίριο ρόλο αποδίδει στον Μακάριο. Εκείνος πήρε την απόφαση για ανεξαρτησία αντί της Ένωσης ήδη από το 1956 στις Σεϋχέλλες, εκείνος, ο περίγυρός του και το κομμουνιστικό κόμμα την προωθούσαν, εκείνος σταδιακά απομακρυνόταν από το εθνικό κέντρο. Είναι πολύ χαρακτηριστική η επιστολή που του απεύθυνε στις 25 Φεβρουαρίου 1964 ο νεοεκλεγείς Παπανδρέου. Γράφει ανάμεσα σ’ άλλα: «… το έθνος της, ο ελληνισμός, αποτελεί ενιαίον σύνολον. Η Κύπρος αποτελεί αξιόλογον τμήμα του Έθνους. Και φρονώ ότι αι αρχαί αι οποίαι θα πρέπει να διέπουν τας σχέσεις των μερών της προς το σύνολον θα πρέπει να είναι σχέσεις αμοιβαίας ενημερώσεως, συνεργασίας, αλληλεγγύης…» (σ.80), για να παραπονεθεί στη συνέχεια ότι δεν ενημερώνεται και να ζητάει συνεχή επαφή και συνεννόηση, ενώ ταυτόχρονα δήλωνε στον Αμερικανό πρέσβυ στην Ελλάδα Λαμπουίς πως «ήταν απαράδεκτο να αποφασίζει ο Μακάριος για το μέλλον της Ελλάδος» (σ. 82).
Η παρουσίαση ενός βιβλίου όπως το «Κουράγιο Πηνελόπη» είναι έργο δυσχερέστατο. Είναι τόσα τα ντοκουμέντα, τόσα τα αποδεικτικά στοιχεία για τη χαμένη ευκαιρία της Ένωσης, που μόνο διαβάζοντάς το κανείς μπορεί να έχει την ακριβή εικόνα των γεγονότων, όσο κι αν αυτά γεμίζουν την ψυχή μας με πόνο και θλίψη. Δεν ξέρω αν μπορεί να μας μεταδώσει κάποια αισιοδοξία ο συγγραφέας όταν γράφει ότι «επειδή η όρεξη της Τουρκίας φαίνεται να άνοιξε και όχι να έκλεισε με την εισβολή, και εφόσον η Κύπρος παραμένει κράτος και δεν υπογράφει τίποτε που να της στερεί το ελληνικό της μέλλον, το θέμα παραμένει ανοικτό». Κουράγιο Πηνελόπη!

Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κίνησης των καθηγητών "Αλλαγή",  στο τεύχ. Οκτωβρίου 2013.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

Λογοδοσία μιας ζωής

Κωνσταντίνος Τσάτσος
Λογοδοσία μιας ζωής
Οι εκδόσεις των φίλων, 2000


Μια βαθιά μελαγχολία με κυριεύει καθώς κλείνω την τελευταία σελίδα (645η) του δίτομου έργου του Κωνσταντίνου Τσάτσου «Λογοδοσία μιας ζωής». Αναρωτιέμαι πού να οφείλεται. Ίσως μου τη μετέδωσε ο αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας καθώς, όπως ομολογεί, η απαισιοδοξία ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Η σκέψη του θανάτου σκιάζει όλο του το έργο. «Ζω το θάνατό μου. Ζω τη ζωή, όπως θα ‘ναι χωρίς εμένα», γράφει. Κι ένα κεφάλαιο, απ’ την αρχή κιόλας της αυτοβιογραφίας του, έχει τον τίτλο «Περί θανάτου».
 Η μελαγχολία επιτείνεται στη σκέψη του θανάτου που το ίδιο το βιβλίο αυτό σου υπενθυμίζει. Από όλα αυτά τα πρόσωπα, από όλες τις προσωπικότητες που σφράγισαν την εποχή τους, από όλα τα έξοχα πνεύματα που έλαμψαν για μερικές δεκαετίες, δεν βρίσκεται κανένας πια στη ζωή: Θεοδωρακόπουλος, Κανελλόπουλος, φίλοι του και οι δυο των σπουδών στη Χαϊδελβέργη, Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Κατσίμπαλης, Βενιζέλος, Καραμανλής, Αβέρωφ,  Παπανδρέου, οι βασιλείς Παύλος και Φρειδερίκη, ξένοι ηγέτες, ανάμεσά τους ο Τίτο και ο Μακάριος και αμέτρητο πλήθος άλλων που διαδραμάτισαν ρόλο στη ζωή του Τσάτσου, τώρα «γη και σποδός». Κι ο ίδιος ο συγγραφέας που μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του τον νιώθεις τόσο ζωντανό, σαν να σου μιλάει τώρα, πάνε κιόλα 26 χρόνια που έχει φύγει από τη ζωή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω αυτό το βιβλίο. Το είχα διαβάσει τότε που πρωτοεκδόθηκε. Θέλοντας όμως να ξεφύγω από τη ρηχότητα, την ελαφρότητα, την έλλειψη ήθους και προπάντων καλλιέργειας των πιο πολλών σύγχρονων πολιτικών, είπα να αναπνεύσω λίγη από τη σοβαρότητα και την πνευματικότητα ενός ανθρώπου που ίσως είναι από τους ελάχιστους που ανταποκρινόταν στο πλατωνικό ιδεώδες του ηγέτη, να συμπέσει δηλαδή στον ίδιο άνθρωπο «δύναμίς τε πολιτική και φιλοσοφία».
Ο Τσάτσος γεννήθηκε το 1899 και πέθανε το 1987. Έζησε δηλαδή μια μακρά ζωή που καλύπτει σχεδόν ένα αιώνα. Παιδί ακόμα έζησε τους βαλκανικούς πολέμους, αργότερα τον Α΄ Παγκόσμιο, το διχασμό Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, τον Β΄ Παγκόσμιο, την Κατοχή, πραξικοπήματα και δικτατορίες, όλη την πονεμένη ιστορία του ελληνισμού στον 20ο αι., όχι ως απλώς θεατής αλλά συμμετέχοντας ενεργά στα γεγονότα. Στα πενήντα του άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία του. Τη συνέχισε και την ολοκλήρωσε στα ογδόντα πέντε του. Κι εξεδόθη μετά το θάνατό του.
Έζησε μια πλούσια πνευματική ζωή, συνδυάζοντας τη μελέτη, τη συγγραφή, τη δικηγορία (που απεχθανόταν) με την πολιτική δράση. Ο ίδιος προς το τέλος της αυτοβιογραφίας του, μιλά με παράπονο και αυτοϋποτίμηση για τη «διασπορά», όπως τη λέει, την ενασχόλησή του με ποικίλους τομείς που δεν του άφησε περιθώρια να διακριθεί ιδιαίτερα σε κάποιο τομέα. Τι έλλειψη αυτοεκτίμησης!
Οι πρόγονοί του ήταν έμποροι, ο πατέρας του δικηγόρος και βουλευτής, η μητέρα του επίσης από οικογένεια εμπόρων της Τεργέστης. Με διδασκαλία κατ’ οίκον, με γκουβερνάντα πρώτα μια σλοβάκα από την Τεργέστη με την οποία φαίνεται τον έδεσε μια ιδιαίτερη αγάπη, αργότερα με γερμανίδα, μεγάλωσε μιλώντας Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Αγγλικά και στη λογοτεχνία αυτών των γλωσσών μυήθηκε ως τα δεκαπέντε του. Η επαφή με την ελληνική λογοτεχνία ήρθε αργότερα. Παράλληλα έμαθε πιάνο και βιολί και η μουσική υπήρξε μια από τις αγάπες του. Ένα, επομένως, κοσμοπολιτικό πνεύμα τον διέκρινε, πράγμα που του επέτρεπε μια καθολικότερη εποπτεία των ανθρωπίνων. Ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας για το κοντό, άσχημο και φιλάσθενο σώμα του το μετέτρεψε σε πλεονέκτημα της νόησης. Γράφει: « Καθώς ούτε η σωματική μου διάπλαση, το ανάστημά μου, η ρώμη και η υγεία μου με βοηθούσαν, από παιδί σχεδόν κατάλαβα ότι δεν είχα άλλη διέξοδο για να αποκτήσω στον ήλιο μοίρα, από το νου μου και το ήθος μου. Γι’ αυτό εξαρχής το φρόντισα, γιατί μόνο από αυτό εξαρτιότανε η επιτυχία στη ζωή μου».

Παράλληλα με την πολιτική και την πνευματική του ζωή και δημιουργία πορεύεται και η προσωπική του ζωή. Νέος πολύ παντρεύτηκε, αλλά σύντομα χώρισε. Παντρεύτηκε αργότερα την Ιωάννα, αδελφή του Γιώργου Σεφέρη, γυναίκα καλλιεργημένη και με έντονη προσωπικότητα. Έζησε μαζί της μια μακρά, ευτυχισμένη ζωή και απόκτησαν δυο κόρες, τη Δέσποινα και την Ντόρα. «Ο κόσμος του σπιτιού μας ήταν φιλοσοφία και λογοτεχνία», γράφει. Εντούτοις δεν υπήρξε πάντα πιστός, όπως  ομολογεί. Κατά τη γνώμη μου ήταν κι οι ερωτικές του περιπέτειες αποτέλεσμα της προσπάθειας υπέρβασης της σωματικής του μειονεξίας. (Βέβαια, παραλείπονται, δηλώνοντάς τα οι εκδότες με αποσιωπητικά, στιγμές της πολύ προσωπικής ιδιωτικής του ζωής).
Νομικός, πολιτικός, πανεπιστημιακός δάσκαλος, λογοτέχνης, άφησε τεράστιο συγγραφικό έργο, που καλύπτει ποικίλους τομείς. Από την ποίηση, τη φιλοσοφία, τη φιλοσοφία του δικαίου που ήταν ο τομέας του, την κριτική της λογοτεχνίας, όπως ήταν το έργο του για τον αγαπημένο του Παλαμά. Διαρκώς παραπονείται  πως η ενασχόληση με την πολιτική δεν του αφήνει χρόνο για τη μελέτη και τη συγγραφή. Και σχεδόν ευγνωμονεί τη δικτατορία του Μεταξά που τον εξόρισε στη Σκύρο και μετά στις Σπέτσες δίνοντάς του τη δυνατότητα της συγγραφής. Παροπλισμένος πολιτικά, με περιορισμό στο σπίτι του κατά τη διάρκεια της χούντας είχε και πάλι αυτή τη δυνατότητα.
Εκπροσωπώντας την Ελλάδα, κυρίως την πενταετία που υπήρξε Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε πλήθος ταξίδια στο εξωτερικό, γνώρισε πολιτικούς και ανθρώπους του πνεύματος και οι κρίσεις του για πρόσωπα, αν και σύντομες, είναι καίριες και συχνά απολαυστικές, όπως κάποτε εκφράζονται με μια υποδόρια ειρωνεία, άλλοτε όμως με εκτίμηση και θαυμασμό, κυρίως όταν συναντά καλλιεργημένους ανθρώπους.
Για την Κύπρο, εκτός από σποραδικά σχόλια, υπάρχει και ολόκληρο κεφάλαιο, στο οποίο επισημαίνει δέκα καταστροφικά λάθη που έγιναν. Για τον Μακάριο γράφει: «Μου έδωσε απ’ αρχής την εντύπωση ενός ανθρώπου του οποίου η φιλοδοξία και η ματαιοδοξία ήταν μεγαλύτερη και από την αναμφισβήτητη ευφυΐα του και τον πατριωτισμό του. Κυριολεκτικά τον τύφλωνε η φιλοπρωτία του».  
Υπάρχουν κεφάλαια στο βιβλίο που πιθανόν να μην ενδιαφέρουν τον απλό αναγνώστη. Σίγουρα ενδιαφέρουν τον πολιτικό και τον ιστορικό. Αλλά ακόμα κι ανάμεσα σ’ αυτά τα κεφάλαια ξεπετάγονται σκέψεις και προβληματισμοί ενός φιλοσοφημένου ανθρώπου που ενδιαφέρουν τον καθένα μας.
Εξαιρετικό είναι το τελευταίο μέρος της «Λογοδοσίας» (σ. 561-645) όπου ψυχαναλύεται, καταγράφει τις αρχές και τις αξίες στις οποίες πίστεψε, στην ουσία αποχαιρετά τη ζωή. Λίγο πριν είχε γράψει: «…ο αναγνώστης μου δεν πρέπει ποτέ να λησμονεί ότι σε όλες αυτές τις περιπλανήσεις η ψυχή μου έμενε πιστή στην Ιθάκη, στα ατελείωτα κείμενά μου, σε αυτές τις στοίβες τα χαρτιά με τα οποία ελπίζω να παρατείνω για λίγα χρόνια τη μεταθανάτια ύπαρξή μου μέσα στο χάος του χρόνου».
Αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή (στην οποία ο ίδιος δεν πίστευε) θα ‘ναι ευτυχής βλέποντας πως αφού υπάρχουν άνθρωποι που τον διαβάζουν η μεταθανάτια ύπαρξή του θα παραταθεί για πολλά ακόμα χρόνια.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 04, 2013

Επικίνδυνη συμπόνια

Στέφαν Τσβάιχ
Επικίνδυνη συμπόνια
Αγγελάκης, 2012
Μετ. Δ. Π. Κωστελένος
Και ξαφνικά, μια επιθυμία να ξαναγυρίσω στα διαβάσματα των νεανικών μου χρόνων μ' έκανε ν' αναζητήσω βιβλία για τα οποία κάποτε είχα ξενυχτήσει, βιβλία τα οποία ανυπομονούσα, τελειώνοντας βιαστικά τα σχολικά μαθήματα, να συνεχίσω. Δεν ξέρω αν αυτή η νοσταλγία ήταν για να διαπιστώσω αν θα εξακολουθούσαν να μου κάνουν την ίδια εντύπωση ύστερα από τόσα χρόνια και τόσα διαβάσματα, ή αν μέσα σ' αυτά υποσυνείδητα αναζητούσα την εφηβεία μου.
Ό,τι και να 'ταν, έψαξα ένα βιβλίο που, εκτός από την κεντρική ιδέα, πολύ λίγο και πολύ αόριστα θυμόμουν. Τίτλος του ήταν "Ανυπόμονη καρδιά" και συγγραφέας ο Στέφαν Τσβάιχ. Άδικα όμως το 'ψαχνα μ' αυτό τον τίτλο. Τελικά ανακάλυψα πως τώρα κυκλοφορεί ως "Επικίνδυνη συμπόνια". Το πήρα.
Ασφαλώς δεν μου έκανε πια την ίδια εντύπωση όπως τότε. Όμως, παρ' όλο ότι θα το κατέτασσα στην "ελαφρά" λογοτεχνία που διαβάζεται εύκολα, που ίσως να ήταν στα "ευπώλητα" της τότε εποχής, διακρίνεται από μια ευγένεια και ένα βάθος άγνωστο στη σημερινή λογοτεχνία του "ευπώλητου".
Το βιβλίο αποτελεί την αφήγηση ενός νεαρού στρατιωτικού, του Άντον Χοφμίλλερ, που υπηρετεί στο ιππικό, σε μια μικρή πόλη της τότε γνωστής ως Αυστροουγγαρία, πολύ κοντά στη Βιέννη. Χρονικά τοποθετείται στο 1914, παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η ανία και η μονοτονία της στρατιωτικής υπηρεσίας στη μικρή πόλη διακόπτεται με την πρόσκληση για δείπνο που αποδέχεται, στον πύργο του πιο πλούσιου ανθρώπου της περιοχής, του Κεκεσφάλβα. Εκεί θα γνωρίσει τη νεαρή κόρη του Κεκεσφάλβα, την Έντιθ, καθηλωμένη με παράλυση των κάτω άκρων σε αναπηρικό καροτσάκι. Μια παρεξήγηση τον ωθεί να ξαναγυρίσει την επομένη στον πύργο για να ζητήσει συγγνώμη. Οι επισκέψεις θα πυκνώσουν, η παρουσία του εκεί θα γίνει σχεδόν καθημερινή. Δεν τρέφει παρά μόνο φιλικά αισθήματα για την Έντιθ και συμπόνια για την κατάστασή της. Όταν θα αντιληφθεί ότι εκείνη τον έχει ερωτευτεί, θα είναι πολύ αργά. Οι ποικίλες ψυχολογικές του μεταπτώσεις διαζωγραφίζονται με εξαιρετικό τρόπο από τον Τσβάιχ. Από τη συμπόνια στην ενοχή, από τη διάθεση φυγής ξανά επιστροφή στην άρρωστη, από την ανταπόκριση στις εκκλήσεις του στοργικού πατέρα, στην αρνητική στάση λόγω της κοροϊδίας των συναδέλφων του. Η μια παρεξήγηση διαδέχεται την άλλη, ώσπου αργά, σταδιακά, βρίσκεται χωρίς να το καταλάβει και παρά τη θέλησή του, υπεύθυνος για την τύχη της ανάπηρης κοπέλας. Μια τελευταία παρεξήγηση, σε μια εποχή που η επικοινωννία γινόταν μόνο με επιστολές, τηλεγραφήματα ή τηλεφωνικώς με αφάνταστες δυσκολίες και τη μεσολάβηση τηλεφωνήτριας, η ιστορία θα φτάσει στο τραγικό της τέλος. Είναι η μέρα που στο Σεράγεβο δολοφονείται ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η σύζυγός του, δολοφονία που στάθηκε η αφορμή για την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Χοφμίλλερε κατατάσσεται, τα χρόνια περνούν, ο πόλεμος τελειώνει, τα πρόσωπα του δράματος έχουν πεθάνει ή έχουν σκορπίσει και ο Χοφμίλλερ νόμιζε ότι είχε ξεχάσει. Όμως, βλέποντας τυχαία στο θέατρο ύστερα από χρόνια το γιατρό Κόντορ που παρακολουθούσε την Έντιθ και είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο έργο, φεύγει βιαστικά και κρυφά για να μην τον συναντήσει. "Από κείνη τη στιγμή ήξερα πως κανένα μας σφάλμα δεν μπορεί να λησμονηθεί, όσο η συνείδηση θυμάται", δηλώνει στην καταληκτήρια φράση του μυθιστορήματος.
Ένα βιβλίο που, αν και γραμμένο το 1938, εξακολουθεί να διαβάζεται και να συγκινεί, γιατί ακριβώς εκτός από το ζωντάνεμα μιας εποχής, έχει να κάνει με την ψυχή του ανθρώπου.

Υ. Γ. Κρίμα που δεν εντόπισα πιο πριν την έκδοση του Άγρα με τίτλο "Επικίνδυνος οίκτος". Πιο ακριβή βέβαια έκδοση, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερη απ' αυτήν του Αγγελάκη που βρίθει τυπογραφικών λαθών. Παρατονισμοί, επανάληψη φράσεων, απουσία κάποιου γράμματος ή λέξης, γενικά μια πρόχειρη έκδοση. Κρίμα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 25, 2013

Αρχαίο φως

Τζων Μπάνβιλ
Αρχαίο φως
Καστανιώτης, 2013
Μετ. Τόνια Κοβαλένκο
Πολλές φορές έχει γίνει συζήτηση και σ' αυτά εδώ τα βιβλιοφιλικά blogs για το τι είναι καλή λογοτεχνία. Σπάνια παίρνω μέρος σε παρόμοιες θεωρητικές συζητήσεις. Προτιμώ έμπρακτα να καταγράφω τη γνώμη μου για συγκεκριμένα βιβλία. Και, ναι, το τελευταίο βιβλίο που διάβασα είναι καλή λογοτεχνία.
Πρόκειται για το μυθιστόρημα  "Αρχαίο φως", του Τζων Μπάνβιλ, του οποίου το εξίσου καλό "Θάλασσα" πήρε το 2005 το βραβείο Man Booker. Αν κάποιος αναζητά στο μυθιστόρημα την ενδιαφέρουσα πλοκή, το μύθο, την υπόθεση και την περιέργεια πώς θα τελειώσει, ας μη το διαβάσει. Όλη η υπόθεση μπορεί να συνοψιστεί στην εναρκήρια πρόταση: "Ο Μπιλ Γκρέι ήταν ο καλύτερός μου φίλος κι εγώ αγάπησα τη μητέρα του". Είναι σαν να έχουν ειπωθεί τα πάντα, γιατί αυτή είναι η ιστορία. Ένας δεκαπεντάχρονος νεαρός, ο Αλεξάντερ Κλιβ, δημιουργεί δεσμό με την κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του κυρία Γκρέι (έτσι την αποκαλεί σ' όλο το βιβλίο, παρά τη στενή τους σχέση).
Όμως η σχέση αυτή και όλα όσα περιστρέφονται γύρω της, τα ακούμε αφηγούμενα ως ανάμνηση  του Κλιβ πενήντα χρόνια αργότερα. Η μνήμη. Η μνήμη είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής της ιστορίας. "Τι ανακαλώ από αυτήν, τώρα, σε ετούτες τις ήπιες, ωχρές μέρες καθώς η χρονιά εκπνέει; Εικόνες από το μακρινό παρελθόν συνωστίζονται στο μυαλό μου και τις περισσότερες φορές δεν είμαι βέβαιος αν πρόκειται για αναμνήσεις ή επινοήσεις. Όχι πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, για να μην πω ότι δεν διαφέρουν σε τίποτα" (σ.13). Και το θέμα μνήμη επανέρχεται διαρκώς. "Τι περίεργες αυτές οι τρύπες που ανακαλύπτει κανείς όταν ψαύει επίμονα το σαρακοφαγωμένο ύφασμα του παρελθόντος" (σ. 121). Κι αλλού: "Τα εκτιμούσα και τότε όλα αυτά όπως κάνω τώρα ή μήπως τα εξιδανικεύει η ύστερη γνώση;" (σ. 150). Το παρελθόν δεν είναι μόνο ό,τι θυμόμαστε, είναι κι ό,τι έχουμε επινοήσει συμπληρώνοντάς το.
Ο Κλιβ που αναπολεί και αφηγείται, είναι  ηθοποιός. Υπήρξε κυρίως ηθοποιός θεάτρου, τώρα όμως τον καλούν να ενσαρκώσει κινηματογραφικά έναν διανοούμενο, τον Άξελ Βάντερ, σε μια ταινία με το χαρακτηριστικό τίτλο "Η επινόηση του παρελθόντος". Συμπρωταγωνίστριά του είναι η νεαρή ηθποιός Ντον Ντέβονπορτ, της οποίας η απόπειρα αυτοκτονίας συνείρεται στη σκέψη του Κλιβ με την πριν από δέκα χρόνια αυτοκτονία της κόρης του. Η ανάμνηση του θανάτου της κόρης επίσης σκιάζει όλο το βιβλίο. Μνήμη-παρελθόν-θάνατος. Μήπως δεν είναι αλληλένδετα;
Ψυχολογική εμβάθυνση στο χαρακτήρα ενός δεκαπεντάχρονου αγοριού, η παλιά ερειπωμένη αγροικία στην οποία συναντώνται οι δυο εραστές, εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος, όλα αναπλάθονται στη μνήμη, ενώ το ερώτημα αν έτσι έγιναν τα πράγματα ή μήπως η επινόηση συμπλήρωσε τα κενά, επανέρχεται διαρκώς.
Όσο κι αν ξέρουμε από την αρχή σχεδόν όλη την υπόθεση, στο τέλος μια ανατροπή ρίχνει ένα καινούριο φως στο παρελθόν.
Και ο τίτλος; Ποιο είναι το αρχαίο φως; Υπάρχει μια αναφορά, μια εικόνα που επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες: "Ένα απομεσήμερο στην αγροικία του Κότερ, με τον ήλιο να πέφτει υπό γωνία πάνω μας μέσα από ένα ψηλά τοποθετημένο, ραγισμένο τζάμι, μου εξήγησε πώς αξιοποιεί σωστότερα ο οικοδεσπότης το φυσικό, το αρχαίο φως..." (σ. 77).

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 22, 2013

Ο θάνατος της Μπελλ

Georges Simenon
Ο θάνατος της Μπελλ
Άγρα, 2012
Μετ. Βάνα Χατζάκη
Μικρού σχήματος, φροντισμένη, πολυτονική έκδοση (όπως όλες οι εκδόσεις του Άγρα), το μυθιστόρημα του πασίγνωστου και πολυγραφότατου Ζωρζ Σιμενόν, είναι ένα μικρό διαμαντάκι της αστυνομικής λογοτεχνίας που διαβάζεται απνευστί. Γιατί δεν είναι απλώς αστυνομικό. Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο αγαπητός Πατριάρχης Φώτιος, "Αν και εστιάζει σ' ένα φόνο ο οποίος διερευνάται από τις αρχές, αν και υπάρχουν ενδείξεις και ύποπτος, το τέλος κάνει μια στροφή σε μια ποιοτική αναγωγή του απλού μοτίβου "φόνος-έρευνα-αποκάλυψη" σε μια ψυχολογικού τύπου εκτίναξη". Θα πρόσθετα πως θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια μελέτη πάνω στο θέμα της ενοχής, της σημασίας της κληρονομικότητας και της επίδρασης του κοινωνικού περιβάλλοντος.
Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Σπένσερ Άσμπυ, ένας ήσυχος, ευσυνείδητος καθηγητής ενός καλού σχολείου σε μια μικρή κωμόπολη κάπου κοντά στη Νέα Υόρκη. Ζει εκεί με τη γυναίκα του Κριστίν, μια ήρεμη, τακτοποιημένη ζωή. Δεν έχουν παιδιά, όταν όμως αρχίζει το μυθιστόρημα, φιλοξενούν τη νεαρή Μπελλ, κόρη μιας φίλης της Κριστίν. Ένα βράδυ η Κριστίν παίζει μπριτζ ως αργά σ' ένα φιλικό σπίτι, η Μπελλ έχει πάει στο σινεμά, ο Σπένσερ μόνος στο σπίτι ασχολείται με το χόμπι του, δηλαδή τις ξύλινες κατασκευές χρησιμοποιώντας τόρνο. Το επόμενο πρωί η Μπελλ βρίσκεται νεκρή στο δωμάτιό της, στραγγαλισμένη. Η αστυνομία έρχεται, οι ανακρίσεις αρχίζουν. Φυσικά, πρώτος ύποπτος ο Σπένσερ. Ο ίδιος δηλώνει αθώος. Η αστυνομία δεν βρίσκει στοιχεία εναντίον του. Όμως η μικρή κοινωνία της πόλης του τον δαχτυλοδείχνει.
Ο διεθυντής του σχολείου του υποδεικνύει ότι είναι καλύτερα να λείψει μερικές μέρες από το σχολείο. Στον τοίχο του σπιτιού βρίσκεται μια μέρα γραμμένο ένα μεγάλο Μ (urderer). Ο ιερέας στο κήρυγμά του έμμεσα αναφέρεται σ' αυτόν, ακόμα και η γυναίκα του τηρεί μια στάση καχυποψίας. Είναι ή όχι ένοχος; Δεν το ξέρουμε μέχρι την τελευταία σελίδα. Όμως άσχετα με την ενοχή ή την αθωότητά του, η αντιμετώπισή του από τον κοινωνικό περίγυρο θα έχει μια μοιραία επίδραση στη συμπεριφορά και τις πράξεις του.
Χαρακτήρες ζωντανοί, μας φαίνονται άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Λεπτομέρειες στην περιγραφή που χωρίς να οδηγούν σε πλατυασμό, ζωντανεύουν το περιβάλλον, δημιουργούν κινηματογραφικές εικόνες. Μια τραβηγμένη κουρτίνα, η μασημένη άκρη ενός πούρου, το χιόνι που πέφτει, η αναμμένη λάμπα, ο θόρυβος του τόρνου, τα διορθωμένα γραπτά, η κίνηση στο σπίτι των γειτόνων, η φωτιά στο τζάκι, μια παλιά πολυθρόνα, η ατμόσφαιρα ενός μπαρ...
Βιβλίο γραμμένο το 1952 που έχει τη φρεσκάδα και την επικαιρότητα του σημερινού.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 15, 2013

Αποκαΐδια και βατόμουρο γλυκό

Φωτεινή Ναούμ
Αποκαΐδια και βατόμουρο γλυκό
Λιβάνης, 2013

Ομολογώ ότι ποτέ δεν θα διάλεγα βιβλίο μ' αυτό τον τίτλο, που παραπέμπει σε βιβλίο "ροζ λογοτεχνίας". Αν το διάβασα, είναι γιατί αφενός είχα γνωρίσει τη συγγραφέα από το πολύ καλό βιβλίο της "Ο διαχειριστής", αφετέρου γιατί η ίδια είχε την καλοσύνη να μου το στείλει.
Μέχρι περίπου το μισό (από σύνολο 461 σελίδων) μου κράτησε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον, που δυστυχώς στη συνέχεια δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που μου δημιούργησε η αρχή. Η ιστορία αρχίζει σ' ένα μικρό, φτωχό χωριό, κοντά στην Κομοτηνή, προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα κορίτσι, η Κομνηνή, φανερώνει ήδη από τα επτά της χρόνια, την ομορφιά, την εξυπνάδα, το δυναμικό της χαρακτήρα, την έφεσή της για μόρφωση, σε μια εποχή που τα γράμματα δεν θεωρούνταν απαραίτητα για τα κορίτσια. Καθώς το έργο προχωρούσε και η Κομνηνή μεγάλωνε, μου θύμιζε πότε τη Σμαραγδή από την "Παναγιά τη Γοργόνα" και πότε τη Σκάρλετ του "Όσα παίρνει ο άνεμος". Πανέμορφη, αισθησιακή, δεν αφήνει κανένα άντρα ασυγκίνητο, αλλά και η ίδια δεν διστάζει να ανταποκριθεί στις ερωτικές προκλήσεις και πολύ συχνά να τις δημιουργεί.
Ο δυναμικός της χαρακτήρας κυριαρχεί σ' ολόκληρο το βιβλίο. Με το δυναμισμό, την ομορφιά, τη σεξουαλικότητα αλλά και την πονηριά, θα μπορέσει να ξεφύγει από το στενό περίγυρο και τη μίζερη ζωή του χωριού. Θα αποκτήσει πλούτη, θα αναπτύξει πρωτοβουλίες, αλλά δυστυχώς εκείνο που προβάλλεται στο βιβλίο είναι κυρίως η σεξουαλικότητά της και μέσω αυτής και όχι με τα άλλα της προσόντα θα πετύχει τους στόχους της.
Γύρω της πλήθος άλλοι χαρακτήρες δίνονται από τη συγγραφέα με περιγραφική δύναμη και ζωντάνια. Οι φτωχοί και αμόρφωτοι γονείς της, ο δάσκαλος του χωριού χάρις στον οποίο  μπόρεσε να φοιτήσει στο σχολείο, ο ηλικιωμένος πρώτος της άντρας, ο γιος της, οι παιδικοί του φίλοι, ο Μεχμέτ, ο μεγάλος έρωτας της ζωής της και πλήθος άλλοι. Ξεχωριστός χαρακτήρας είναι αυτός της συνονόματης γιαγιάς της, κοντά στην οποία βρίσκει τη στοργή και την αγάπη που της είχαν στερήσει οι γονείς της. Η γιαγιά θα είναι και ο μυστικοσύμβουλός της σε κάθε δύσκολη στιγμή και η γυναικεία πονηριά που τη χαρακτηρίζει δεν είναι άσχετη με τις συμβουλές της γιαγιάς.
Πιστεύω ότι η Ναούμ δεν αξιοποίησε όσο και όπως θα μπορούσε τόσο τις δυνατότητες που έχει η ίδια όσο και τις ευκαιρίες που της έδινε το θέμα της. Για παράδειγμα, η Κομοτηνή, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του έργου, παρείχε την ευκαιρία για την πληρέστερη απόδοση του ιδιαίτερου πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της πόλης. Επίσης δεν αξιοποιήθηκε το χρονικό πλαίσιο μιας πολύ ενδιαφέρουσας εποχής και όταν τελειώνει το βιβλίο, εξήντα περίπου χρόνια από τότε που άρχισε, δεν διακρίνουμε καμιά σχεδόν αλλαγή σε κοινωνικές συνθήκες,  περιβάλλον κ.λπ.
Δυο παρένθετες ιστορίες που από μόνες τους έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η ιστορία του Ρούση που μετά το θάνατο της αγαπημένης του ζει σαν ερημίτης στο βουνό και η ιστορία ενός τσιγγάνου με το φίδι, συνδέονται πολύ χαλαρά με τον κύριο κορμό της ιστορίας και ο αναγνώστης μένει με την απορίας της σχέσης τους με το θέμα.
Έχω ξαναγράψει ότι δεν κατανοώ γιατί τα "ευπώλητα" πρέπει να είναι περίπου γύρω στις 500 σελίδες, πράγμα που αναγκάζει τους συγγραφείς να "ξεχειλώνουν" την έμπνευσή τους. Πιστεύω κάτι τέτοιο συνέβη και με αυτό το βιβλίο. Οι ιστορίες των τεσσάρων φίλων, μεταξύ των οποίων και ο γιος της Κομνηνής, επεκτείνει μεν, αλλά αποδυναμώνει το έργο. Οπωσδήποτε, αν η Ναούμ ήθελε να γράψει ένα "ευπώλητο", ασφαλώς το πέτυχε με την ηρωίδα της που "...απ' όπου περνούσε άφηνε πίσω της μια μυρωδιά από αποκαΐδια, μα κι από βατόμουρο γλυκό". Κρίμα όμως γιατί πιστεύω ότι έχει δυνατότητες για κάτι πολύ καλύτερο.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 06, 2013

Όταν ήταν ευτυχισμένος

Πολυχρόνης Κουτσάκης
Όταν ήταν ευτυχισμένος
Πατάκης, 2013
"Ο 19ος αιώνας πλησιάζει στο τέλος του, η Ελλάδα σπαράσσεται από τα προβλήματα που έχουν αφήσει πίσω τους τέσσερις αιώνες σκλαβιάς και εβδομήντα χρόνια άθλιων πολιτικών, η Κρήτη παραμένει υπό τουρκική κατοχή, και ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν έχει καμιά σχέση με τον ηγέτη που σήμερα γνωρίζουμε-και δεν θέλει να έχει.
Γιατί το κέντρο της ζωής του δεν είναι η δικηγορία, ούτε η πολιτική, ούτε ο πρωτότοκος νεογέννητος γιος του. Το κέντρο της ζωής του είναι ο μεγάλος, απόλυτος έρωτάς του για τη γυναίκα του, τη Μαρία- κι όταν τη χάσει θα τρελαθεί, θα κόψει κάθε επικοινωνία με την οικογένειά του, θα περνάει μέρες και νύχτες στο νεκροταφείο και θα φυτέψει κυπαρίσσια εκεί για να μπορεί να τη βλέπει από μακριά, θα γυρίζει στους δρόμους των Χανίων παραμιλώντας". (Απόσπασμα από την περιγραφή του βιβλίου).
 Πολύ συχνά τα οπισθόφυλλα των βιβλίων ή τα δελτία τύπου είναι παραπλανητικά. Δεν συνάντησα όμως ως τώρα κανένα τόσο παραπλανητικό όσο την περιγραφή που δίνεται για το βιβλίο του Πολυχρόνη Κουτσάκη, "Όταν ήταν ευτυχισμένος". Μάταια ο αναγνώστης θα αναζητήσει τα προβλήματα του τέλους του 19ου αι. "από τα οποία σπαράσσεται η Ελλάδα" κι άδικα θα περιμένει να δει ένα Βενιζέλο τρελαμένο από το θάνατο της γυναίκας του. Στοιχεία βέβαια από τα πιο πάνω υπάρχουν στο βιβλίο, όχι όμως  στο βαθμό και την έκταση που αφήνεται να νοηθεί.
Στο επιλογικό σημείωμά του ο συγγραφέας σημειώνει μεταξύ άλλων: "Το βιβλίο αυτό ΔΕΝ είναι βιογραφία (...) αυτό που διαβάσατε είναι μυθιστόρημα, και ο Βενιζέλος που πρωταγωνίστησε είναι ο χαρακτήρας που εγώ φαντάστηκα". Έχω την άποψη πως το σημείωμα αυτό θα έπρεπε να μπει στην αρχή ως πρόλογος και όχι επιλογικά. Θα διευκόλυνε έτσι τον αναγνώστη να διακρίνει τα ιστορικά από τα μυθιστορηματικά πρόσωπα και να μην το θεωρεί ο συγγραφέας εξαρχής δεδομένο.
Το βιβλίο δίνεται με σχεδόν θεατρική μορφή, πράγμα καθόλου περίεργο, μια και, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, γράφτηκε πρώτα ως θεατρικό με τον ίδιο τίτλο παίρνοντας το β' Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού το 2005. Στη μυθιστορηματική μορφή διατηρεί τα πρόσωπα, καθένα από τα οποία βλέπει από τη δική του άποψη τα γεγονότα. Μερικά από τα πρόσωπα αυτά είναι: Η Στυλιανή, μητέρα του Βενιζέλου, η Μαρία, η πρώτη του γυναίκα, η Έλενα, η δεύτερη, ο Αριστείδης (φανταστικό πρόσωπο που βρίσκεται πάντα κοντά στον Βενιζέλο), η Παρασκευύλα (πράγματι είχε δεσμό μαζί της ο Βενιζέλος μετά το θάνατο της γυναίκας του;), ο Αντρέ, ένας δημοσιογράφος κ.λπ.
Τα πρόσωπα αυτά εναλλάσσονται επανερχόμενα πολλές φορές στην αφήγηση (μερικά μάλιστα μιλούν και ... μετά θάνατο) σταματώντας σε καίριες στιγμές της ζωής του Βενιζέλου και βλέποντάς τις από τη δική του σκοπιά ο καθένας. Όμως δύσκολα θα απολαύσει κάποιος το βιβλίο, αν δεν είναι ήδη ενήμερος για τη ζωή του μεγάλου πολιτικού. Αν δεν ξέρει τι έγινε στον Θέρισο για παράδειγμα, ή το κίνημα του 1909, την εκλογική ήττα του 1920, την αυτοεξορία στο Παρίσι κ.λπ.
Πολύ θα ήθελα να διαβάσω μια πλήρη βιογραφία της μεγάλης αυτής προσωπικότητας που άλλαξε  την ιστορία της Ελλάδας, ως τώρα όμως, παρ' όλη την πληθώρα δημοσιευμάτων γύρω από τον Βενιζέλο, δεν μπόρεσα να συναντήσω μια επιστημονική και πλήρη βιογραφία του.