Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Νομίζω βιάστηκα ν' ανοίξω τον υπολογιστή. Η συγκίνηση που μου προκάλεσαν οι σκέψεις και οι ευχές σας δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για την εγχειρισμένη καρδιά μου. Είναι σίγουρο όμως ότι συνέβαλαν ώστε όλα να πάνε καλά. Ίσως ν' αργήσει λίγο κανούρια ανάρτηση. Χρειάζομαι ακόμη 4-5 βδομάδες για πλήρη ανάρρωση. Να 'στε όλοι καλά. Χίλια ευχαριστώ.

Δευτέρα, Απριλίου 05, 2010

Χρειάζομαι τη θετική σας σκέψη

Αγαπητοί φίλοι,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Μέσα σ΄αυτές τις χαρούμενες αναστάσιμες μέρες, αφού γιόρτασα με τα αγαπητά μου πρόσωπα και τις ακολουθίες της εκκλησίας μας την πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, μπαίνω το απόγευμα στο νοσοκομείο για μια σοβαρή επέμβαση. Σας ευχαριστώ όλους για την επικοινωνία μας, για τα σχόλιά σας, για τη συντροφιά που μου χαρίσατε χρόνια τώρα. Στείλτε μου σας παρακαλώ τη θετική σας σκέψη. Είμαι σίγουρη ότι θα βοηθήσει ώστε σε λίγες μέρες να συναντηθούμε και πάλι.

Τρίτη, Μαρτίου 30, 2010

ΧΑΜΕΝΟΙ- Αναζητώντας έξι στα έξι εκατομμύρια

Θα έπρεπε, για να είμαι δίκαιη μ' αυτό το βιβλίο, να αναρτήσω ένα μακροσκελέστατο ποστ. Ξέροντας όμως και εξ ιδίας πείρας, πόσο αποτρεπτικά είναι για τον αναγνώστη τα μακροσκελή κείμενα, θα προσπαθήσω, με κίνδυνο να αδικήσω το βιβλίο, στη συνήθη έκταση των αναρτήσεών μου.
Ο αναγνώστης πρέπει να διαθέτει πολύ χρόνο, πολλή υπομονή και ούτε ίχνος αντισημιτισμού για να παρακολουθήσει την περιπλάνηση του Ντάνιελ Μέντελσον στις 580 πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου του "Χαμένοι" (Πόλις, 2010, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Έχουμε ασφαλώς διαβάσει πλείστα όσα βιβλία για το ολοκαύτωμα. Κι όμως ο Μέντελσον βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει γι' αυτό (και όχι μόνο γι' αυτό) από μια άλλη σκοπιά. Ο ίδιος, Εβραίος βέβαια, αλλά όχι φανατικά θρησκευόμενος, είναι πολύ νεότερος. Γεννημένος στην Αμερική το 1960, δεν έχει προσωπικές μνήμες, ούτε και οι γονείς του έζησαν τη φρίκη του πολέμου και της εξόντωσης, μια και ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του, είχε μεταναστεύσει στην Αμερική πολύ πριν, η δε γιαγιά του είχε γεννηθεί στην Αμερική. Όμως, όταν ήταν μικρός, 6-7 χρονών, τύχαινε να μπει σ' ένα δωμάτιο και οι ηλικιωμένοι Εβραίοι συγγενείς, θείοι και θείες, να βάζουν τα κλάματα. Μέσα από κουβέντες, συχνά στα γίντις, ακούει "πόσο μοιάζει στο μακαρίτη θείο Σμιλ". Αυτές οι κουβέντες, το πλήθος των ιστοριών του παππού του που καταγόταν από μια μικρή πόλη της Ουκρανίας (σήμερα), το Μπόλεχοφ, εξάπτουν την περιέργεια και τη φαντασία του. Ποιος ήταν αυτός ο θείος Σμιλ για τον οποίο, παρ' όλο το πλήθος των άλλων ιστοριών, ο παππούς δεν έκανε λόγο; Ο Ντάνιελ το μόνο που ξέρει είναι ότι τον Σμιλ, τη γυναίκα του και τις τέσσερις κόρες του τους σκότωσαν οι Ναζί. Μεγαλώνοντας μεγαλώνει και το ενδιαφέρον του να ερευνήσει, να μάθει περισσότερα γι' αυτά τα χαμένα για πάντα πρόσωπα της οικογένειας. Συγκεντώνει στοιχεία, μελετά βιβλία, το διαδίκτυο είναι μεγάλη βοήθεια, κάποια στιγμή όμως αποφασίζει να μάθει από τους ίδιους τους επιζήσαντες από τη μικρή πόλη Μπόλεχοφ (αν μπορέσει να βρει) όχι μόνο πώς πέθανε η οικογένεια του μακρινού του θείου, αλλά και κυρίως πώς έζησε.
Η περιπλάνησή του αρχίζει. Πάει στο Μπόλεχοφ, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στη Σουηδία, στην Πράγα, στη Βιέννη, στη Δανία, ξανά στο Ισραήλ και στο Μόλεχοφ. Συναντά ηλικιωμένους πια ανθρώπους που ήξεραν κάτι να του πουν για την οικογένεια του θείου του. Κι αυτοί βέβαια απ' ό,τι είχαν ακούσει, γιατί, όπως του λέει κάποιος, αν είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, τότε δεν θα ήταν τώρα εδώ! Μέσα από την εκπληκτική αφηγηματική ζωντάνια παρακολουθούμε βήμα-βήμα τις μετατοπίσεις του στο χώρο και το χρόνο. Συλλέγοντας σπαράγματα αναμνήσεων προσπαθεί να ανασυστήσει όλη την ταραγμένη εκείνη εποχή και προπάντων να μάθει για τους άγνωστους εκείνους συγγενείς. Ώσπου, στο τέλος, σε μια συγκινητική σκηνή, ξαναγυρίζοντας στο Μπόλεχοφ για δεύτερη φορά, μαζεύει μια χούφτα χώμα και αποθέτει μια πέτρα (εβραϊκή συνήθεια) στο χώρο όπου κατά πάσα πιθανότητα έχει εκτελεστεί ο θείος και μια από τις κόρες, αφού στο μεταξύ κατόρθωσε να μάθει και να αναπλάσει με τη φαντασία του, ποιο ήταν το τέλος της συζύγου και των άλλων τριών κοριτσιών.
Ο Μέντελσον ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, θα 'λεγε κανείς την ιστορία των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν σταματά μόνο στις σκηνές φρίκης που έχουμε γνωρίσει από τόσα άλλα διαβάσματα και θεάματα. Μαθαίνουμε πώς ήταν η ζωή σ' αυτή τη μικρή πόλη πριν ενσκήψει η λαίλαπα του Ναζισμού, σε μια πόλη όπου για αιώνες ζούσαν αρμονικά Πολωνοί, Εβραίοι και Ουκρανοί, μα που όταν ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή ήταν φορές που οι πρώην γείτονες φάνηκαν χειρότεροι και από τους Ναζί. Αλλά ήταν κι άλλοι που με κίνδυνο, κάποτε με θυσία της ζωής τους, βοήθησαν και έκρυψαν Εβραίους (Πόσο η ιστορία επαναλαμβάνεται!)
Μα η λογοτεχνική αξία του βιβλίου, που διασώζει πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, πάει πολύ πιο πέρα. Ο κλασικοθρεμένος Μέντελσον κάνει συχνές αναφορές στον 'Ομηρο, στην αρχαία τραγωδία. Η τεχνική της αφήγησής του, λέει κάπου στο βιβλίο, μιμείται την Ιλιάδα, όπου, στο Ζ συγκεκριμένα, δυο αντίπαλοι ήρωες, ο Διομήδης και ο Γλαύκος, ενώ ετοιμάζονται να συγκρουστούν, στήνουν μια μακροσκελή συζήτηση, αρχίζουν να αφηγούνται ιστορίες και τελικά χωρίζουν σαν φίλοι. Έτσι και ο ίδιος, λέει, παρεκκλίνει από τη γραμμή της αφήγησης, παρεμβαίνει με άλλα γεγονότα και ιστορίες, για να ξαναπιάσει ύστερα το νήμα από εκεί που το άφησε.
Μια άλλη σκηνή του θυμίζει τον Αινεία που εγκαταλείποντας συντετριμμένος την ερειπωμένη και πυρπολημένη πόλη του, την Τροία, φτάνοντας στην Καρχηδόνα, μια ζωγραφιά που αντικρίζει τον κάνει να αναλυθεί σε δάκρυα και να πει την περίφημη φράση (που τόσο έχει χρησιμοποιηθεί, sunt lacrimae rerum, έχουν δάκρυα τα πράγματα.
Μια ακόμη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η παρεμβολή αποσπασμάτων από την Παλαιά Διαθήκη, ο σχολιασμός τους και ο παραλληλισμός με την ίδια τη ζωή. Η Γένεσις με την αμαρτία των πρωτοπλάστων, το αδελφικό έγκλημα του Κάιν, η περιπλάνηση του Αβραάμ, ο Νώε, τα Σόδομα και τα Γόμμορα, η μεταμόρφωση της γυναίκας του Λωτ σε στήλη άλατος και άλλα, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους Εβραίους αλλά και για τον Χριστιανισμό, αφού η Παλαιά Διαθήκη είναι και για τον Χριστιανισμό ιερό βιβλίο.
Νομίζω ότι έχω ξεφύγει από την αρχική μου πρόθεση για μια σύντομη παρουσίαση του βιβλίου. Γι' αυτό κλείνω με μια άποψη που διατυπώνεται και συνοψίζει, πιστεύω, το σκοπό του συγγραφέα: "Συχνά το μυαλό συλλαμβάνει τα μικρά πράγματα πιο εύκολα από όσο τη γενική εικόνα. Για παράδειγμα, είναι πιο θελκτικό για τους αναγνώστες να κατανοήσουν το νόημα ενός ιστορικού γεγονότος πελώριας κλίμακας μέσω της ιστορίας μιας οικογένειας".

Τρίτη, Μαρτίου 23, 2010

Κάτι έχω να σας πω

Πολλές φορές, καθώς διάβαζα το βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι "Κάτι έχω να σας πω" (Καστανιώτης, 2009, μετ. Αντώνης Καλοκύρης") σκέφτηκα να το παρατήσω (κάτι που πολύ σπάνια μου συμβαίνει). Όχι γιατί ο Κιουρέισι δεν είναι αξιόλογος συγγραφέας, ούτε γιατί το βιβλίο δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το βρήκα όμως φλύαρο, με επαναλαμβανόμενες σκηνές και διαλόγους και με ένα διάχυτο σεξουαλισμό, με "σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν", όπως μας αναγγέλλουν κάποτε για τηλεοπτικές σκηνές. Όμως τελικά άντεξα ως την τελευταία 467η σελίδα, θέλοντας να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Τζαμάλ, είναι ψυχαναλυτής. Άγγλος Πακιστανικής καταγωγής, στοιχεία χαρακτηριστικά του ίδιου του συγγραφέα, απεικονίζει τη ζωή στο σύγχρονο Λονδίνο, ενώ η σκέψη και η αφήγησή του ανατρέχουν στο παρελθόν, στη δεκαετία του '70. Πλήθος τα πρόσωπα του βιβλίου, με έκαναν να νιώσω την ανάγκη, όπως συμβαίνει στο πρόγραμμα των θεάτρων, να έχω ένα κατάλογο με τη διανομή των ρόλων: Τζαμάλ-ο πρωταγωνιστής, Μύριαμ-αδελφή του Τζαμάλ που "είχε πέντε παιδιά από τρεις συζύγους ή τρία παιδιά από πέντε συζύγους", δεν ήταν σίγουρος ο Τζεμάλ, Χένρι-ο φίλος του Τζεμάλ που έχει σχέση με τη Μύριαμ, Ατζίτα-ο μεγάλος έρωτας του Τζεμάλ, Τζόζεφιν-η γυναίκα του από την οποία είναι χωρισμένος, Ράφι-ο δωδεκάχρονος γιος τους, Βολφ και Βαλεντίν-φίλοι από τα φοιτητικά χρόνια. Μούστακ-ο γκέι αδελφός της Ατζίτα που έχει γίνει διάσημος ποπ τραγουδιστής, Κάρεν-μια τηλεοπτική παραγωγός, Ομάρ Άλι- ομοφιλόφυλος εκατομμυριούχος, Μπούσι-σωφέρ και βοηθός στα πάντα. Αυτά είναι λίγα από τα πρόσωπα που θυμάμαι, γιατί πολλά άλλα πρόσωπα πλαισιώνουν τον κεντρικό ήρωα, τη ζωή και την αφήγησή του.
Μέσα απ' αυτή την αφήγηση προβάλλει το Λονδίνο του τέλους της δεκαετίας του '70 αλλά και το σύγχρονο Λονδίνο του Μπλερ και των τρομοκρατικών επιθέσεων. Όλο το βιβλίο είναι μυθιστόρημα διάλυσης και διάσπασης. Γεμάτο διαλυμένες σχέσεις, σεξουαλική ασυδοσία, αιμομιξίες και ναρκωτικά. "Το Λονδίνο που μου άρεσε ήταν εκείνο των εξόριστων, των προσφύγων και των μεταναστών (...) ανθρώπων που δεν ανήκαν κάπου και δεν ήξεραν ποιοι είναι", λέει κάπου, και μέσα σ' αυτή την κοινωνία κινείται όλο το μυθιστόρημα. Οι πάντες κυκλοφορούν μ' ένα "μπάφο' στο χέρι, μόνο έτσι "φτιάχνονται". Ενθουσιάζονται όταν ένα καινούριο ναρκωτικό κάνει την εμφάνισή του. "Το Έκταση μ' έκανε να θέλω να επικοινωνώ με τους άλλους. Μ' έκανε να θέλω να μιλήσω, καθώς με κατάπινε η φριχτή φωνή της απόλυτης ηδονής, ένα φτηνό εισιτήριο για εκεί όπου ανέκαθεν κατευθύνονταν οι μυστικιστές και οι ψυχωτικοί".
Με τους δυο φίλους του ο Τζαμάλ συντελούν ουσιαστικά σ' ένα φόνο, όταν, θέλοντας να εκφοβίσουν τον πατέρα της Ατζίτα που την κακοπποιούσε σεξουαλικά, τον τρομοκρατούν μέχρι θανάτου. Και παρ' όλο που η σκιά αυτού του φόνου στοιχειώνει ολόκληρη τη ζωή του Τζαμάλ, δεν φαίνεται να έχει μετανιώσει. "Το σκέφτεσαι καθόλου;" τον ρωτά ο φίλος του, όταν συναντιούνται ύστερα από χρόνια. "Τώρα πια όχι συχνά, όχι πια", απαντά ο Τζεμάλ.
Υπάρχουν καλές σελίδες στην αφήγηση του Κιουρέισι, για παράδειγμα όταν η Κάρεν ανακαλύπτει ότι έχει καρκίνο, ή η τρομοκρατική επίθεση στον υπόγειο του Λονδίνου, κάποια ελάχιστα στοιχεία για το Πακιστάν ή σκόρπιες σκέψεις για τα νιάτα και τα γηρατειά, το χρόνο που τόσο σύντομα περνά. Όμως αυτά χάνονται μέσα στο πλήθος των σελίδων που αναφέρονται στα οργιώδη πάρτι ή στις επισκέψεις στα στριπτιζάδικα.
Γενικά θα ήταν πολύ καλύτερο το βιβλίο αν ήταν συντομότερο και αν η απεικόνιση της ζωής δεν ήταν τόσο μονόπλευρη.

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010

Ένα ερωτικό καλοκαίρι

Η επιθυμία μου να γνωρίσω κάτι από τη σύγχρονη τσέχικη λογοτεχνία ήταν ο κυριότερος λόγος της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Ιβάν Κλίμα " Ένα ερωτικό καλοκαίρι" (Καστανιώτης 2009, μετ. Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα). Θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του γνωστού και βραβευμένου Τσέχου συγγραφέα (γεν.1931).
Η υπόθεση δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερα πρωτότυπο. Μια κοινότατη επαναλαμβανόμενη ιστορία, τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία. Ένας 36χρονος άντρας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, ερωτεύεται μια αρκετά νεότερή του γυναίκα. Ούτε ανατροπές, ούτε απρόοπτα γεγονότα, ούτε εξάρσεις στην αφήγηση. Κι όμως ο Κλίμα κατορθώνει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, εστιάζοντας κυρίως στην εσωτερικότητα του ήρωά του. Στις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αμφιταλαντεύσεις, την πάλη που γίνεται μέσα του. Τα δυο άλλα βασικά πρόσωπα, η σύζυγος και η ερωμένη, σκιαγραφούνται  μέσα από τη δική του οπτική.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Δαβίδ Κρέμπα, βιολόγος, που εργάζεται στο Ινστιτούτο Ερευνών, ασχολούμενος με τη διαδικασία της γήρανσης. Σύζυγός του η Καμίλα, δασκάλα, που δεν φαίνεται να την ελκύει ιδιαίτερα η δουλειά της, αφοσιωμένη στη φροντίδα του συζύγου και των δύο κοριτσιών τους.
Μια μέρα ο Δαβίδ παρευρισκόμενος στην κηδεία της σπιτονοικοκυράς τους, συναντά τυχαία τη νεαρή Ίβα. "Δεν ήταν η όψη της, ούτε το σώμα της, ήταν η κίνηση, καθώς μισογονάτισε κι ύστερα σηκώθηκε, που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Τον ερέθισε αναπάντεχα". Βρέχει. Της προτείνει να τη μεταφέρει με το αυτοκίνητό του. Η περιπέτεια αρχίζει. Της ζητάει να την ξαναδεί. Εκείνη δεν αρνείται, αλλά και δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ. Φοιτά σε σχολή θεάτρου για μαριονέττες και ένα βράδυ τη βδομάδα τραγουδάει κάπου. Χωρίς στέρεους δεσμούς με κανένα και τίποτα, με ελλιπή μόρφωση, δεν το βρίσκει κακό να κάνει έρωτα με όποιον της αρέσει. "Η Ίβα είναι από έναν άλλο κόσμο. Ο κόσμος της είναι χωρίς συσχετισμούς, κι εγώ έχω συνηθίσει να ζω μέσα σ' αυτούς. Στον κόσμο της υπάρχει χώρος για έρωτα αλλά όχι για αγάπη (...) δεν υπάρχει χώρος για κανένα άλλο άνθρωπο. Μόνο για τον εαυτό της".
Τα ψέματα βέβαια στη γυναίκα του αναπόφευκτα. Όχι χωρίς τύψεις, όχι χωρίς προβληματισμό. Εκείνη δεν αργεί να υποψιαστεί και είναι κάπως περίεργη η στάση της όταν ο σύζυγος ομολογεί ότι είναι ερωτευμένος με μια άλλη. Δεν εκρήγνυται, δεν καυγαδίζει, μόνο κλαίει. Και το κλάμα της τον φέρνει σε δυσκολότερη θέση. Σκέφεται: "Ξέρω πως τώρα είναι μόνη της. Ξέρω πως περιμένει κάποια λέξη ή ένα χάδι, αλλά δεν μπορώ να το κάνω, διότι ακόμα νιώθω στα δάχτυλά μου τη ζεστή επιδερμίδα της άλλης. Είμαι ακόμα γεμάτος με τη ζέστη και τη μυρωδιά της, ακόμα κάθομαι στο αυτοκίνητο και το πρόσωπό της ακουμπάει στο δικό μου.
Είναι τρομερό, είμαι ξαπλωμένος δίπλα σου και σκέφτομαι την άλλη.
Είναι τρομερό, σε σκέφτομαι και είμαι ξαπλωμένος δίπλα της."
Είναι τόσο δυστυχής μέσα στις αμφιταλαντεύσεις του που αισθάνεται ανακουφισμένος όταν μια πρόσκληση από Πανεπιστήμιο του Λονδίνου τον καλεί για ένα χρόνο εκεί για διαλέξεις και σχεδιάζει να πάρει μαζί και την οικογένειά του. Μα το μαρτύριο του πάθους δεν θα τελειώσει τόσο εύκολα, ούτε τέτοιες ιστορίες μπορούν να έχουν ένα ευτυχισμένο τέλος.
Πιστεύω ότι η πρωτοτυπία του βιβλίου κι αυτό που  κάνει αυτή την κοινότατη ιστορία να ξεχωρίζει είναι η ψυχική πάλη, το μαρτύριο που δοκιμάζει κάποιος, όταν μέσα του συγκρούεται η αγάπη για τη γυναίκα, τα παιδιά, την οικογένεια, με το πάθος για ένα άλλο πρόσωπο.

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ.

Απλώς υπέροχο! Από τα βιβλία που πρέπει να αρχίσεις μόνο όταν έχεις αρκετές ώρες στη διάθεσή σου, γιατί δεν μπορείς να το αφήσεις πριν φτάσεις και στην τελευταία σελίδα. Ένας συνδυασμός αστυνομικού θρίλερ και εξωλογικών συμβάντων, ένας προβληματισμός πάνω στην τυχαιότητα και στην αιτιότητα, η διαφορετική οπτική με την οποία μπορούν δυο άνθρωποι να αντικρίζουν τα ίδια γεγονότα, θέματα λογοτεχνικής γραφής και έμπνευσης, αντιστοιχία τιμωρίας και δικαιοσύνης (χαρακτηριστική η φράση:"Τη δικαιοσύνη δεν την ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά οι εκδοχές που μπορούν να αποδειχτούν"). Κι ακόμα η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας (" αν η μυθοπλασία είναι ζωή, αν η μυθοπλασία δημιουργεί ζωή, τότε μπορεί να δημιουργεί και θάνατο"). Απόψεις του Χένρι Τζέιμς και η ανταπόδοση του κακού στη Βίβλο, διασταυρώνονται στο μυθιστόρημα. Κι όλα αυτά μέσα σε 272 μόνο σελίδες.
Αγόρασα το βιβλίο του Αργεντινού Γκιγέρμο Μαρτίνες "Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ." (Πατάκης 2009, μετ. Ιφιγένεια Ντούμη) χωρίς να έχω διαβάσει ή ακούσει κάτι γι' αυτό, παρά μόνο από το όνομα του συγγραφέα, γιατί με είχε γοητεύσει "Η ακολουθία της Οξφόρδης". Και δεν διαψεύστηκα στις προσδοκίες μου.
Όλα αρχίζουν όταν ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας μάλλον αποτυχημένος συγγραφέας, δέχεται το τηλεφώνημα και σε λίγο την  επίσκεψη της Λουσιάνα. Ήταν μια δακτυλογράφος που δέκα χρόνια πριν είχε δουλέψει για ένα μήνα κοντά του, όταν εκείνος είχε σπάσει τον καρπό του δεξιού του χεριού και δεν μπορούσε να γράψει. Στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει εκείνη δεν είναι πια το ωραίο κορίτσι που εκείνος είχε σχεδόν ερωτευτεί. Δεν είναι όμως μόνο η εξωτερική της εμφάνιση που είχε αλλάξει. Τρομοκρατημένη ζητά τη βοήθειά του, αποκαλύπτοντάς του ότι τέσσερα αγαπημένα της πρόσωπα έχουν πεθάνει, φαινομενικά καθένας με τρόπο που μπορεί να ερμηνευτεί λογικά. Όμως η ίδια πιστεύει ότι οφείλονται στην εκδικητικότητα του πρώην εργοδότη της, του πασίγνωστου, διάσημου συγγραφέα Κλόστερ. Αφηγείται με λεπτομέρειες πώς πέθανε καθένα από τα τέσσερα πρόσωπα και ζητά τη βοήθεια του αφηγητή (που δεν μαθαίνουμε το όνομά του) για να επέμβει, να μιλήσει στον Κλόστερ ώστε να σταματήσουν οι φόνοι, που σύμφωνα με την ίδια δεν θα σταματήσουν πριν  φτάσουν τους επτά.
Ο αφηγητής, παρά ττους δισταγμούς του, δέχεται να συναντήσει τον Κλόστερ. Στον μεταξύ τους εκτενή διάλογο ο Κλόστερ δίνει μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία των γεγονότων, αλλά ταυτόχρονα θίγονται πολλά θέματα της λογοτεχνικής γραφής. Ποιος έχει δίκαιο; Τα γεγονότα όπως τα αφηγείται η Λουσιάνα ή όπως τα ερμηνεύει ο Κλόστερ; Πού βρίσκεται η αλήθεια; Τι θα δείξει η συνέχεια;
Ας μην περιμένει ο αναγνώστης ότι θα του δώσει την απάντηση ο Γκιγέρμο Μαρτίνες. "Θεοί μπορεί να μην είμαστε, αλλά κάθε συγγραφέας στη σελίδα του θεός είναι", λέει ο Κλόστερ. Σαν να μας λέει: Ο θεός δημιουργεί, δεν εξηγεί. Αυτό είναι έργο των ανθρώπων, έργο του αναγνώστη.

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο

Σπάνια βρίσκομαι σε τόσο δύσκολη θέση να μιλήσω για ένα βιβλίο, όπως αυτή που βρέθηκα μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος του Juno Dias "Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο" (Λιβάνης, 2009, μετ. Αλέξανδρος Καλοφωλιάς). Και πιστεύω πως καμιά παρουσίαση δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική του βιβλίου. Ας είναι όμως. Ας προσπαθήσω, με την επίγνωση του ατελούς της προσπάθειάς μου.
Ολόκληρο το βιβλίο είναι η εξιστόρηση της ζωής του Όσκαρ Γουάο από ένα φίλο του και φίλο της αδερφής του, τον Γιούνι. Πολύ συχνά ο αφηγητής παρεμβαίνει, απεθύνεται στον αναγνώστη, σχολιάζει όσα αφηγείται, πότε με θλίψη, πότε με πικρό χιούμορ. Για μεγάλα διαστήματα όμως σχεδόν ξεχνάμε την παρουσία του αφηγητή, κυρίως όταν η αφήγηση αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση.
Δυσκολεύει επίσης, αλλά και γοητεύει η πρωτοτυπία της χρονολογικής ανάμειξης των γεγονότων. Τα κεφάλαια χαρακτηρίζονται κυρίως με χρονολογική ένδειξη. Αρχίζει με το κεφάλαιο 1974-1987, όταν ο Όσκαρ είναι 7 χρονών και ζει με τη μητέρα και την αδερφή του στο Νιου Τζέρσι. Συνεχίζει με τις χρονιές 1982-1985 με αφήγηση τώρα  σε πρώτο πρόσωπο από τη Λόλα, αδερφή του Όσκαρ. Το τρίτο κεφάλαιο (1955-1962) μας γυρίζει πίσω, στην ιστορία της μητέρας τους Μπέλι, όταν ακόμη αυτή ζούσε στη Δομηνικανή Δημοκρατία. Μεταφερόμαστε ξανά στο 1988-1992, όταν ο αφηγητής Γιούνι συγκατοικεί στο Κολλέγιο με τον Όσκαρ, οπότε τον γνωρίζουμε πολύ καλύτερα. Ο Όσκαρ είναι ένα υπέρβαρο, άχαρο, αδέξιο παιδί, "ένα πικραμένο μαμούχαλο". Οι πάντες τον κοροϊδεύουν. Παθιασμένος με τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας, τα κόμικς και τα παιγνίδια-ρόλους στο ίντερνετ, ο Όσκαρ γράφει διαρκώς, ονειρευόμενος να γίνει ένας άλλος Τόλκιν. Χαρακτηρισμοί, λεξιλόγιο, καταστάσεις του φανταστικού χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τον αφηγητή, πράγμα που αποτελεί μειονέκτημα για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος (168 σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου για να ερμηνευθούν αυτές οι αναφορές ή φράσεις που στο πρωτότυπο είναι στα Ισπανικά και διατηρούνται έτσι και στην ελληνική μετάφραση, είναι υπερβολικά πολλές και αρκετά κουραστικό για τον αναγνώστη αν θέλει να τις παρακολουθεί όλες).
Βρήκα το πέμπτο μέρος (1944-1946) το πιο ενδιαφέρον του βιβλίου. Εδώ παρακολουθούμε τους γονείς της Μπέλι (παππούδες του Όσκαρ) που εκείνη δεν είχε γνωρίσει ποτέ, καθώς εξοντώθηκαν από το καθεστώς του Τρουχίγιο. Όλη η φρικτή περίοδος του δικτάτορα, την οποία τόσο επιτυχώς παρέστησε και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο εξαιρετικό "Η γιορτή του τράγου", τον οποίο μάλιστα ο Diaz αναφέρει ονομαστικά, προβάλλει για άλλη μια φορά. Αγάπη για τον Άγιο Δομήνικο αλλά και μια πικρή ειρωνεία διαπνέει το βιβλίο του Δομινικανού στην καταγωγή συγγραφέα.
Στιγμές ζωής τριών γενιών αναπαριστούν την ιστορία του Αγίου Δομινίκου τα τελευτάι 50 περίπου χρόνια. Ιστορία που δεν βγαίνει μόνο μέσα από τις ζωές των ηρώων του, αλλά που παρατίθεται αυτούσια με υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων.
Παρ' όλο ότι όχι μόνο ο τίτλος αλλά και διάσπαρτες αναφορές στην αφήγηση προοικονομούν το σύντομο τέλος του Όσκαρ, εντούτοις ή ίσως ακριβώς γι' αυτό διαβάζουμε με εντεινόμενο ενδιαφέρον για να δούμε πώς και γιατί τέλειωσε αυτή η ζωή. Ο κλειστός, υπέρβαρος, ανέραστος, περιφρονημένος Όσκαρ, που ερωτεύεται  κορίτσια που κανένα δεν τον θέλει,  θα αφήσει πλήθος γραπτών, μέσα από τα οποία θα μπορέσει να ανασυνθέσει τη ζωή του ο αφηγητής Γιούνι, συμπληρώνοντας έτσι τις προσωπικές του γνώσεις.
Για μια και μοναδική φορά ο Όσκαρ θα βρει ανταπόκριση στον έρωτά του. Κι αυτός θα γίνει αφορμή για το τραγικό του τέλος. Όμως το βιβλίο τελειώνει με τη φράση "Τι ομορφιά! Τι ομορφιά!". Αν και σύντομη και βασανισμένη η ζωή του, άξιζε να τη ζήσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι

Κάποιο κριτικοί πιστεύουν πως η επιτυχία του πρώτου μυθιστορήματος της Ρεμπέκα Μίλλερ, κόρης του Άρθουρ Μίλλερ, που ήδη βρήκε την κινηματογραφική του μεταφορά, δεν είναι άσχετη με το βαρύ όνομα που κουβαλάει η συγγραφέας. Δεν ξέρω αν αυτό συνέβαλε, όμως "Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι" (Πατάκης, 2009, μετ. Μάρα Μόιρα) είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, παρ' όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κάποιος.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Αρχίζει με το ζεύγος Πίππα και Χερμπ Λι να εγκαθίστανται στο χωριό Μάριγκολντ, μια παροικία συνταξιούχων. Εκείνη είναι 53 χρόνων κι εκείνος, ένας επιτυχημένος εκδότης, 30 χρόνια μεγαλύτερός της. Έχουν δυο δίδυμα ενήλικα παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, που δεν ζουν μαζί τους. Φαινομενικά είναι ένα αγαπημένο, ευτυχισμένο ζευγάρι. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Κάποιες υπνοβασίες της Πίππα υπαινίσσονται πως κάτω από τη γιαλιστερή επιφάνεια το δράμα παραμονεύει.
Στο δεύτερο και εκτενέστερο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη τώρα αφήγηση, η Πίππα εξιστορεί τη ζωή της ως το γάμο της με τον Χερμπ. Κόρη ενός πάστορα και μιας προβληματικής μητέρας που για την ενεργητικότητα και δραστηριότητά της κατέφευγε στη χρήση διεγερτικών, είχε μια ιδιάζουσα σχέση με τη μητέρα της "...μου είχε φερθεί σαν να ήμουνα εραστής, και σαν να ήμουνα μωρό-σαν κάτι που της ανήκε, αλλά ποτέ όπως θα φερόταν σε ένα άτομο".
Μαθήτρια γυμνασίου ερωτεύεται και ξελογιάζει έναν καθηγητή της, το σκάει ύστερα από το σκάνδαλο και πάει στη Ν. Υόρκη, σε μια θεία της, που σε λίγο θα ανακαλύψει τις ομοφυλοφιλικές της σχέσεις. Το περιβάλλον της θείας θα την οδηγήσει στα ναρκωτικά, σε ομάδες σαδομαζοχιστών, σε μια ζωή ανερμάτιστη. "Εξακολουθώντας να μένω άυπνη τη νύχτα των μαστιγίων και των αλυσίδων συλλογιζόμουνα τη μέχρι τότε ζωή μου. Ήμουνα μια κακοτεχνία. Δεν έβλεπα κάποιο μέλλον. Δεν είχα σχέδια". Αυτό το μέρος του βιβλίου ίσως δικαιολογεί την άποψη που διατυπώνεται στο οπισθόφυλλο:"Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι" αποτελούν μια νέα εκδοχή του "Αμερικανικού ειδυλλίου" του Φίλιπ Ροθ".
Απ'αυτή την άβυσσο τη σώζει η γνωριμία με τον Χέρμπερ Λι, ήδη παντρεμένο για δεύτερη φορά. Η Πίππα θα αποτελέσει την τρίτη του σύζυγο, σχέση οικοδομημένη στο τραγικό τέλος της δεύτερης συζύγου.
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η τριτοπρόσωπη γραφή επανέρχεται και ξαναγυρίζουμε στο παρόν της παροκίας των συνταξιούχων. Τα πρόσωπα του δράματος, στα οποία θα προστεθούν ακόμη μερικά, ένας φανατικός νεαρός χριστιανός, ο μυθιστοριογράφος Σαμ Σαπίρο, μια φίλη που θα προδώσει με το χειρότερο τρόπο την Πίππα, οδεύουν προς την έξοδο. Το αποτελούμενο από τρεις μόνο σελίδες τέταρτο μέρος μας αφήνει σ' ένα ανοιχτό μέλλον.
Ένα καλό σύγχρονο μυθιστόρημα. Η συνέχεια θα δείξει αν η Ρεμπέκα Μίλλερ είναι αξιόλογη, αυτόφωτη μυθιστοριογράφος ή αν μόνο το βάρος του ονόματος της έδωσε μια προσωρινή επιτυχία. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2010

Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν

Το γράψιμο της Τζοάνα Καβένα σίγουρα τη θυμίζει, χωρίς αμφιβολία έχει επηρεαστεί απ' αυτήν, την αναφέρει άλλωστε ανάμεσα στις ποικίλες άλλες λογοτεχνικές αναφορές της, αλλά από το σημείο αυτό ως το χαρακτηρισμό "Βιρτζίνια Γουλφ του 21ου αι." νομίζω υπάρχει μεγάλη απόσταση. Άλλωστε, "Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν" (Μεταίχμιο 2009, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου) είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Καβένα και είναι πολύ πρόωρος ο χαρακτηρισμός, αν δεν δούμε και τη συνέχεια της συγγραφικής της πορείας.
Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου η 35χρονη Ρόζα Λέιν, που τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος, κρατώντας την πολιτιστική στήλη μεγάλης εφημερίδας. Μια καλοκαιρινή μέρα, τελείως απροσδόκητα ακόμη και για την ίδια, σε μια παρόρμηση, στέλλει στο αφεντικό της ένα σύντομο μέιλ με κατάληξη "παραιτούμαι". Τι είναι αυτό που την έσπρωξε σ' αυτή την αυθόρμητη κίνηση; Είναι η κρίση της ηλικίας; Είναι ο θάνατος της μητέρας της που συνέβη λίγους μήνες πριν;  Ή μήπως είναι η προσπάθεια να βρεί ένα νόημα στη ζωή της που την έβλεπε τελματωμένη και την τρομοκρατούσε η ιδέα να περάσει μια ζωή επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα;
Η ζωή της βέβαια δεν θα γίνει κάθόλου πιο εύκολη. Σχεδόν ταυτόχρονα με την παραίτησή της, πληροφορείται ότι ο Λίαμ, ο άντρας με τον οποίο συζούσε για τρία χρόνια, την εγκαταλείπει και ετοιμάζεται να παντρευτεί την καλύτερή της φίλη. Διπλή προδοσία. Φιλοξενείται σε μια φίλη, τα άθλια οικονομικά της την αναγκάζουν να ψάχνει, άδικα όμως, για μια δουλειά, ενώ αγωνίζεται να πείσει την τράπεζα να της δώσει μια παράταση για τα χρέη της. Καταρτίζει συνεχώς λίστες για πράγματα που έχει να κάνει:" Να βρεις μια δουλειά-Να πλύνεις τα ρούχα-να καθαρίσεις την κουζίνα-να τηλεφωνήσεις στον Λίαμ-Να μελετήσεις άλλες θρησκείες-Να διαβάσεις τις κωμωδίες του Σαίξπηρ-να καθαρίσεις το καθιστικό" κ.λπ. κλπ. Οι λίστες αυτές, με μικρές παραλλαγές, επανέρχονται σ' όλο το βιβλίο, τονίζοντας έτσι  την αδράνειά της, την αντίθεση ανάμεσα στις προθέσεις και τις πράξεις.
Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος την βλέπουμε να τριγυρίζει στους δρόμους του Λονδίνου, να παρατηρεί ακόμη και ασήμαντες λεπτομέρειες από την πολύωρη περιπλάνησή της, ενώ οι σκέψεις την πλημμυρίζουν. Έχει εδώ αρκετή ομοιότητα με την "Κυρία Νταλλογουέη", αλλά η περιπλάνηση της ηρωίδας της Βιρτζίνια Γουλφ κράτησε μόνο μια μέρα και μέσα σ' αυτήν χώρεσε παρελθόν και παρόν. Οι περιπλανήσεις, η απραξία, η βουλία, οι αναμνήσεις, οι σκέψεις της Ρόζα κρατάνε μήνες κι αυτό, παρ' όλη τη δύναμη γραφής της Καβένα, καταντά κάπως κουραστικό για τον αναγνώστη.
Σαν σε μια διαλεκτική σχέση, εμφανίζονται στο βιβλίο δυο εντελώς αντίθετες περπτώσεις. Είναι ο πατέρας της Ρόζα που αν και ηλικιωμένος, έχοντας χάσει τη σύζυγό του, είναι γεμάτος ενέργεια, ασχολείται με πλήθος δραστηριότητες και δεν του λείεπι η γυνακεία συντροφιά.
Η δεύτερη περίπτωση είναι ένα ζευγάρι φίλων της που ζει σε μια άνετη φάρμα στην περιοχή των λιμνών. Έχουν τρία παιδιά, περιμένουν τέταρτο και όταν η Ρόζα τους επισκέπτεται αισθάνεται να αποπνέουν τη χαρά τη ζωής. Όμως, ενώ είναι πρόθυμοι να τη φιλοξενήουν πολλές μέρες, εκείνη, το επόμενο πρωί, πριν ακόμη η οικογένεα ξυπνήσει, φεύγει και γυρίζει στο Λονδίνο.
Η Τζοάνα Καβένα θα 'λεγε κανείς πως σγκέντρωσε στην ηρωίδα της πολλά από τα γνωρίσματα των νέων της εποχής μας. Ανεργία, αδράνεια, μια κενότητα, αναζήτηση ενός νοήματος στην ύπαρξη πέρα από το δουλειά-σπίτι-οικογένεια.
"Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν (διερωτώμαι μαζί με την Αγγέλα Γαβρίλη στο http://www.diavasame.gr/ γιατί αυτή η αλλαγή του τίτλου. Στο πρωτότυπο ο τίτλος είναι απλώς inglorius=άδοξη) είναι ένα ενδιαφέρον σύγχρονο μυθιστόρημα, που όσοι δεν αγαπούν ιδιαίτερα τη δράση, αλλά προτιμούν την εσωτερικότητα και τις σκέψεις, σίγουρα θα απολαύσουν. 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2010

Το πάρκο μύρισε άνοιξη

Βροχερός ο φετινός χειμώνας, το πάρκο πίσω από το σπίτι μου (δάσος το λένε τα παιδιά) καταπρασίνισε. Το χαρήκαμε σήμερα, προπάντων γιατί ξέρουμε πως όπου να' ναι η καταπράσινη πανδαισία θ' αρχίσει να κιτρινίζει. Το καλοκαίρι έρχεται νωρίς στην Κύπρο...

Καταπράσινο χαλί, στολισμένο με κίτρινα αγριολούλουδα


Ούτε σπιθαμή από χώμα...


Μια χαρούμενη παρέα


Τα πεύκα χαμογελούν φρεσκοπλυμένα


Τα παιδιά ξεκουράζονται


Το πράσινο καθρεφτίζεται στο μικρό ποταμάκι

Κρίμα που δεν ακούεται το κελάρυσμα του ρυακιού


Οι σκληροί κάκτοι σαν να χαίρονται κι αυτοί



Το ωραίο γεφυράκι


Μια μαργαρίτα σε προκαλεί να τη ρωτήσεις:μ' αγαπά, δεν μ'αγαπά...


Θαυμάζοντας τη φύση


Ακόμα κι οι ταπεινές μολόχες φαντάζουν όμορφες


Ομορφιά που κρατάει τόσο λίγο



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

Το βιολί του Άουσβιτς


Στο σύντομο πρόλογο του βιβλίου, ο Εουζέμπι Αγιένσα, Διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες
στην Αθήνα, μας φέρνει σε επαφή με το έργο της Καταλανής συγγραφέως Maria Anglada (1930-1999), της οποίας το μυθιστόρημα "Το βιολί του Άουσβιτς" (εκδ. Κονιδάρη, 2009, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου) είναι το πρώτο που μεταφράζεται στα ελληνικά.
Η λογοτεχνία η εμπνευσμένη από τα φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας μας έχει δώσει πληθώρα έργων. 'Εχουμε διαβάσει τόσα πολλά που ίσως ακόμη ένα βιβλίο να μην έχει να προσθέσει τίποτα πια. Κι όμως, στο "Βιολί του Άουσβιτς", πέρα από όσα ξέρουμε ως τώρα, προστίθεται μια ακόμη πινελιά. Είναι η μαγεία που εκπέμπεται από την τέχνη και ειδικά τη μουσική, που κι αν ακόμη δεν μπορεί να μαλακώσει την καρδιά ενός θηρίου ("Γουρούνι" αποκαλούν τον διοικητή του στρατοπέδου) μπορεί κάποτε να γίνει το μέσον για να σωθεί ένας άνθρωπος.
Ο Ντάνιελ, Εβραίος κατασκευαστής βιολιών από την Κρακοβία, βρίσκεται έγκλειστος σ' ένα μικρό στρατόπεδο. Έχει δηλώσει επάγγελμα ξυλουργός, γι' αυτό και τον χρησιμοποιούν σε ανάλογες εργασίες. Μια μέρα κατορθώνει να επισκευάσει ένα βιολί που είχε μια ρωγμή και τότε ο διοικητής τον διατάζει να κατασκευάσει ένα βιολί που να ηχεί όπως ένα Στραντιβάριους, σε συγκεκριμένη προθεσμία, που ο ίδιος ο Ντάνιελ δεν γνωρίζει. Μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, την πείνα, το κρύο, τις απάνθρωπες τιμωρίες, τους θανάτους, ο Ντάνιελ αγωνίζεται για την κατασκευή του βιολιού, αγωνιζόμενος ουσιαστικά για την ίδια τη ζωή του.
Παρ' όλες τις φρικαλεότητες που περιγράφονται στο βιβλίο, το βρήκα, σε αντίθεση με άλλα που διαδραματίζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να αποπνέει μια ήρεμη μελαγχολία, να δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη μια νότα αισιοδοξίας, μια ελπίδα για το καλύτερο. Ίσως γιατί μέσα από τις σελίδες του αναβλύζει η μουσική και η αγάπη για την Τέχνη που στέκεται πάνω από την απάνθρωπη θηριωδία.
Μου θύμισε ένα άλλο ωραίο βιβλίο, το "Αναβολή για την ορχήστρα" της Φάνια Φενελόν, που ίσως πρέπει να ξαναδιαβάσω.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

Ο χρόνος πάλι

Η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο νου καθώς αναπολώ όσα διάβασα στο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου "Ο χρόνος πάλι" (Πατάκης 2009) είναι "βαρυστομάχιασμα". Πώς νιώθεις σωματικά όταν κάποτε παρασυρθείς και καταναλώσεις μεγάλες σε ποσότητα και ποικιλία τροφές, έτσι ένιωσα πνευματικά διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Ένα πλήθος πληροφοριών, σκέψεων, αυτοβιογραφικών στοιχείων, περιγραφών πόλεων και τόπων, ονομάτων, υπαινικτικών αναφορών, τίτλων τραγουδιών, λογοτεχνικών αναφορών και λογοτεχνικής κριτικής και άλλων ακόμη στοιχείων, πλημμυρίζουν το βιβλίο κι ανάμεσά τους παρεμβάλλονται και πέντε διηγήματα. Πολύ συχνά η επιμελήτρια της έκδοσης καταφεύγει σε υποσημειώσεις για να διευκολύνει τον αναγνώστη, που και πάλι δεν είναι αρκετές για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος, προπάντων με την πληθώρα των μουσικών αναφορών ή συγγραφέων ή κινηματογραφικών έργων.
Μέσα απ' όλο αυτό το συνονθύλευμα, που δεν ακολουθεί χρονολογική σειρά, μπορεί ο αναγνώστης να ανασυνθέσει τη ζωή της συγγραφέως. Με ποικίλες σπουδές, φαρμακευτική, γαλλική ιστορία και φιλολογία, αμερικανική ιστορία, την οποία και δίδαξε σε σχολείο του Μπρονξ, ζώντας μεταξύ Αθήνας-Παρισιού-Ν. Υόρκης, έζησε μια πλούσια σε εμπειρίες ζωή. Πνεύμα ανήσυχο, απροσάρμοστο, επαναστατικό, εικονοκλαστικό, με αγάπη στη μουσική και τα αυτοκίνητα, δεν ξέρω αν, παρ' όλη την τόσο γεμάτη ζωή, μπόρεσε να είναι ευτυχισμένη.
Εμφανίζεται δυστυχισμένη μέσα στην οικογένειά της, γιατρός και κομμουνιστής ο πατέρας, άβουλη η μητέρα. "Γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα στην κομμουνιστική Αριστερά: το περιβάλλον αυτό καθόρισε για πολλά χρόνια συγγένειες, φιλίες και επαγγελματικές σχέσεις", γράφει. Αλλού πάλι λέει: "Η ζωή στο σπίτι: ένα είδος στρατιωτικής θητείας που θα τελείωνε είτε με λιποταξία, είτε με τρελόχαρτο". Και κάπου αλλού: "Οι οικογένειες μου φαίνονται ενυδρεία όπου βάζεις αθώα το χέρι σου για να παίξεις με τα ψάρια και σου το τρώνε τα πιράνχας, ή σου το σφίγγουν θανάσιμα τα χταπόδια".
Η φοιτητική της ζωή στην Αθήνα επίσης απορριπτέα (Τι νοσταλγώ από τα φοιτητικά μου χρόνια: τίποτα).
Μα ούτε και η πατρίδα της λέει κάτι: "Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδηγήσεως. πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσα" Κι όμως, όπως η ίδια πάλι ομολογεί, όταν μια φορά στην Αμερική την συνέλαβε η αστυνομία, τηλεφώνησε στο ελληνικό προξενείο λέγοντας "είμαι ελληνίδα υπήκοος, ελάτε να με σώσετε"!
Μα ούτε και οι δεσμοί της φαίνεται να την ικανοποιούν. Ζει για τρία χρόνια στο Παρίσι με τον Αλγερινό Ραμπά Ασουφίμ, με τον οποίο χωρίζει ήσυχα. "Χρόνια αργότερα ερωτεύτηκα έναν άνδρα που ήταν παντρεμένος (με άλλη). Δεν ήξερα ότι ο γάμος έχει τόση σημασία. Είμαστε πιστοί σε κάποιον μέχρι να βρούμε κάτι καλύτερο, όχι;"
Η Ελλάδα την απογοητεύει: "Η Ελλάδα, ένα νεκροταφείο ιδεών, ένα σκουληκιασμένο κεράσι". Καθόλου παράξενο που μέσα σ' ένα κατάλογο των top10 αγαπημένων της βιβλίων δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας συγγραφέας. Γράφει αλλού: "Ο Σεφέρης: γραφικότητες, περιστέρια, θάλασσα, λιόδεντρα. Ο Καβάφης: ποίηση χωρίς γυναίκες, χωρίς φύση, φορτωμένη αποτροπές και διδαχές..." 
Πάλι καλά που μέσα στο μουσικό top10 της περιλαμβάνει τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο!
Κι όμως, η Σώτη Τριανταφύλλου γράφει καλά. Η γραφή της σε παρασύρει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής της και η όποια διαφωνία ή απαρέσκεια του αναγνώστη σβήνει μπροστά στη λογοτεχνική γραφή. Και σίγουρα, δεν είναι μόνο η υποσυνείδητη τάση όλων μας για ματιές από την κλειδαρότρυπα που καθιστά αυτό το βιβλίο αξιοδιάβαστο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

Η ΠΡΙΓΚΗΠΕΣΣΑ ΙΖΑΜΠΩ

Βδομάδες τώρα κρατούσα στα χέρια μου και, παράλληλα με άλλα διαβάσματα, ξαναδιάβαζα αργά-αργά το μυθιστόρημα του Άγγελου Τερζάκη, την "Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ". Στο παλιό, κιτρινισμένο αντίτυπο, που δεν έχει ημερομηνία έκδοσης, ούτε ποιος ζωγράφισε τις εξαιρετικές βινιέτες και τα άλλα σχέδια που κοσμούν το βιβλίο, παρά μόνο τον εκδοτικό οίκο "Βιβλιοπωλείον της Εστίας", νομίζω πως έψαχνα κάτι περισσότερο από την ιστορία του ευγενικόπουλου Νικηφόρου Σγουρού και της πριγκιπέσσας. Μου φαίνεται πως στις μισοφθαρμένες πια σελίδες αναζητούσα εκείνο το φωτεινό καλοκαίρι-το θυμάμαι, καλοκαίρι ήταν-της εφηβείας μου, όταν πρόσωπο αγαπημένο που πια δεν υπάρχει, μου το χάρισε, χαρίζοντάς μου ώρες πολλές αναγνωστικής απόλαυσης. Αλοίμονο, η εφηβεία δεν ξανάρχεται, όμως η ιπποτική ιστορία καθώς τη διαβάζω τώρα, πλουσιότερη "με όσα κέρδισα στο δρόμο", μου πρόσφερε μεγαλύτερη ίσως κι από τότε απόλαυση.
"Ηρωικό μυθιστόρημα" το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, παρουσιάζοντάς το σαν την αφήγηση ενός παλιού χρονογράφου, "ιπποτικό" θα το έλεγα. Χρόνια μεσαιωνικά, 1292-1297 ο χρόνος του έργου. Τόπος, η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατακερματισμένη, τοπικοί ηγεμόνες που αλληλομάχονται, προμηνύματα του τέλους. Ο νεαρός Νικηφόρος Σγουρός, γόνος ένδοξης οικογένειας από τ' Ανάπλι, ξεπεσμένος τώρα και άσημος, δεν ξεχνά την καταγωγή του. Ανυπόστατες κατηγορίες τον υποχρεώνουν να εγκαταλείψει την πόλη του και να οδεύσει προς το Μυτζηθρά (Μυστρά), που κτισμένος το 1250 από τον Γουλιέλμο Βιλλαρδουίνο κυριεύτηκε από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο κι ήταν μια νησίδα ελληνισμού τριγυρισμένη απ' τη Φραγκιά. Εκεί πρωτοστράτορας ήταν ένας συγγενής του, ο Σγουρομάλλης, κοντά στον οποίο ήλπιζε να βρει αποκατάσταση. Στην ψυχή του κουβαλάει το όραμα μιας γυναίκας που την είδε σαν οπτασία να περνά ένα βράδυ. "Πάνω σ' άλογο άσπρο, χρυσοχάμουρο, στητή, μια νεαρή αρχόντισσα περνάει. Είναι ξένη και ποτέ η φωνή της δεν έκρουσε τ' αυτιά του. Όμως κάτι του θυμίζει, κάτι που ίσως δε θα το βρει ποτέ. Τεντώνει το λαιμό του και την παρακολουθεί εναγώνια με το βλέμμα. Το πέρασμά της είναι αθόρυβο. Πνοή αύρας, χαϊδευτική, ανεμίζει το βαθυπράσινο μανδύα της, κι ένα μύρο θάλασσας, ανάσα του όρθρου αγνή, της δροσίζει το μέτωπο. Στο δρόμο που άφησε έρημο φεύγοντας, λες κι ακόμα του γνέφει τ' όραμά της καλώντας τον να την ακολουθήσει..."
Όμως οι ελπίδες του από τον πρωτοστράτορα, σύντομα θα διαψευστούν. Οι περιπέτειές του πλημμυρίζουν τις σελίδες του βιβλίου. Θα γνωρίσει την προδοσία, θα μονομαχήσει, θα χάσει τ' άλογό του και μια μέρα έκθαμβος θα βρεθεί μπροστά στο ίνδαλμά του, τη γυναίκα που κουβαλούσε συνεχώς στη σκέψη του και θα διαπιστώσει πως δεν είναι άλλη από την  Ιζαμπώ, Πριγκηπέσσα του κράτους των Βιλλαρδουίνων. Κόρη του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου και της ελληνίδας Άννας Αγγελίνας Κομνηνής, 11χρονη την πάντρεψαν με τον Φίλιππο Ντ' Ανζού. Μετά το θάνατό του παντρεύεται τον Φλωρέντιο Ντ' Αινώ. Ούτε τον ένα αγάπησε ούτε τον άλλο. Θλιμμένη πέρασε τη ζωή της, ξαναγυρίζοντας στο πατρικό της κάστρο, στην Καλαμάτα. Για ένα διάστημα ο νεαρός Σγουρός θα μπει στην υπηρεσία της. Θα πάρει μέρος σε μάχες, θα ζήσει για λίγο στη θάλασσα με τους κουρσάρους, θα ξαναγυρίσει όμως. Η επαφή του με τους βασανισμένους βιλάνους που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους Φράγκους κατακτητές, η αγανάκτηση από τις ταπεινώσεις, τους θανάτους, τις δυσβάστακτες φορολογίες, τις εκτελέσεις αθώων, θα τον ωθήσουν στην οργάνωση μιας επιχείρησης για κατάληψη του Κάστρου. Σκοπός του ήταν να το παραδώσει στον άρχοντα του Μυστρά. Όμως η προδοσία παραμονεύει. Το Κάστρο της Καλαμάτας μένει για λίγο ελεύθερο, αλλά σύντομα ξαναγυρίζει στους Φράγκους κι ο Σγουρός, με μια ομάδα επαναστατημένων, θα συνεχίσει τον αγώνα του απ' το αντάρτικο των βουνών.
Τρεις γυνακείες μορφές προβάλλουν στο μυθιστόρημα και στη ζωή του Σγουρού. Είναι βέβαια η Ιζαμπώ, άπιαστο όνειρο, που σε μια ωραία σκηνή του τέλους την καλεί να τον ακολουθήσει αλλά εκείνη αρνείται. Είναι η Γενοβέζα Μπιάνκα που τον ερωτεύτηκε και τον βοήθησε με διάφορους τρόπους. Κι είναι και η νεαρή Σλάβα, η Βάρια, μια βιασμένη από Φράγκο κοπέλα, που τον αγαπάει με μια αγνή και άδολη αγάπη και θα βρει το θάνατο στη μάχη του Κάστρου.
Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ' αυτό το επικό μυθιστόρημα του Τερζάκη. Πρέπει πολύ να είχε μελετήσει, πιθανότατα το "Χρονικό του Μορέως", για να αποδώσει με τόσες πληροφορίες και τόσο παραστατικά τη μακρινή εκείνη εποχή. Το λεξιλόγιό της, ο αργός ρυθμός της ζωής, πανδοχεία και νυχτερινές διαδρομές, μαντατοφόροι και άλογα, μονομαχίες, επαγγέλματα, η ζωή των αριστοκρατών κατακτητών και η ζωή των φτωχών κατακτημένων, λεπτομέρειες της ενδυμασίας ή του τρόπου διασκέδασης, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα πλάι στα μυθιστορηματικά, ιδεολόγοι και συμφεροντολόγοι, προδότες και αγνοί αγωνιστές, ολόκληρη η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος διαγράφεται με τρόπο μοναδικό και αξεπέρααστο.
Εντύπωση προκαλεί η συχνή ανατύπωση και οι επανειλημμένς εκδόσεις αυτού του ογκώδους και δύσκολου μυθιστορήματος. Κρίμα μόνο που η τελευταία (2009) δεν έχει τα σχέδια και απλοποιήθηκε στο μονοτονικό.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2010

Ανήκουστος βλάβη (Deaf Sentence)

Μόλις έχω τελειώσει το έκτο (από τα οχτώ μεταφρασμένα στα Ελληνικά) βιβλίο του David Lodge. Τίτλος, "Ανήκουστος βλάβη" (Bell, 2009, μετ. Έφη Τσιρώνη), κάπως προβληματική απόδοση του τίτλου του πρωτοτύπου "Deaf Sentence". Τι είναι αυτό, αλήθεια, που με γοητεύει σ΄όλα τα βιβλία του Lodge, επίτιμου τώρα καθηγητή στην έδρα της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ;
Με γοητεύει πρώτα-πρώτα το είδος του μυθιστορήματος που καλλιεργεί, το campus novel, αυτό που σχετίζεται με την πανεπιστημιακή ατμόσφαιρα, όπως με συναρπάζει οτιδήποτε έχει να κάνει με εκπαίδευση και διδασκαλία. Μου αρέσει το χιούμορ του που ξεπετάγεται ακόμα και μέσα σε δύσκολες ή τραγικές καταστάσεις. Θαυμάζω την ικανότητά του να αποδίδει τη λεπτομέρεια χωρίς να γίνεται κουραστικός ή βαρετός. Ένα κουμπί που λείπει, ένας λεκές στη γραβάτα, ένας μορφασμός, η μοκέτα ή οι κουρτίνες, ο θόρυβος του τρένου, το κρεβάτι του νοσοκομείου, όλα τα μικρά κι ασήμαντα που μας τριγυρίζουν παίρνουν στη γραφή του Lodge μια ιδιαίτερη θέση. Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά που αποδίδουν το χώρο, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις καλύτερα κι εποπτικότερα, θα έλεγα, ακόμη κι από την κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά τους, πλείστες λογοτεχνικές αναφορές, συγγραφείς και ποίηση και μουσική ενσπείρονται στα μυθιστορήματά του.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συναντάμε και στο τελευταίο του βιβλίο. Κεντρικός, πρωτοπρόσωπος αφηγητής και ήρωας είναι ο 64χρονος Ντέσμοντ Μπέιτς, καθηγητής Γλωσσολογίας σε μια πόλη του αγγλικού Βορρά που δεν κατονομάζεται. Ο Ντέσμποντ έχει βγει πρόωρα στη σύνταξη γιατί, λόγω της προϊούσας κώφωσής του, δυσκολεύεται πάρα πολύ στη διδασκαλία. Παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με τη Φρεντ (η πρώτη γυναίκα του έχει πεθάνει) έχει δυο μεγάλα παιδιά που δεν ζουν μαζί τους. Η Φρεντ, διαζευγμένη, έχει κι αυτή τρία μεγάλα παιδιά και μόνο τα Χριστούγεννα συναντάμε όλη αυτή την πολυπληθή οικογένεια συγκεντρωμένη.
Ο πρώτος καιρός της συνταξιοδότησης (όπως όλοι ξέρουν) είναι πολύ ευχάριστος. Όσο όμως περνάει ο καιρός ο Ντέσμοντ νιώθει ολοένα και πιο "άχρηστος", συναίσθημα που επιτείνεται από την εμπορική δραστηριότητα της συζύγου του, που διατηρεί συνεταιρικά μια πολύ καλή επιχείρηση διακόσμησης. Κι ακόμα περισσότερο αισθάνεται άχρηστος λόγω της κουφότητάς του που τον κάνει συχνά να νιώθει απομονωμένος, να ακούει τα μισά απ' ό,τι του λένε, να ζητά συνεχώς να του επαναλαμβάνουν, να αντιμετωπίζει προβλήματα με τα ακουστικά βοηθήματα.
Η κουφότητα διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στο μυθιστόρημα, συμβάλλει όμως και στην προώθηση του μύθου. Σε μια έκθεση φωτογραφίας "συνομιλώντας" με μια άγνωστη νεαρή, συγκατανεύοντας σε ό,τι του λέει χωρίς στην πραγματικότητα να τα ακούει, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση.
Παράλληλα εξελίσσεται η σχέση με τον πατέρα του, σχεδόν 89 χρονών, που ζει μόνος σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του Λονδίνου, που αρνείται να εγκαταλέιψει το παραμελημένο σπίτι του και να μετακινηθεί στο Βορρά, που ο Ντέσμοντ χρειάζεται να διανύσει μια απόσταση τεσσάρων ωρών για να τον επισκέπτεται κάθε τόσο και που η έντονη παρουσία του και ο ρόλος του στο μυθιστόρημα, γίνονται αφορμή για τον συγγραφέα να αναφερθεί στα γηρατειά, στην αρρώστια, στο θάνατο. Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στο σημείωμα της ελληνικής έκδοσης, " Ο τίτλος του πρωτοτύπου "deaf sentence" (καταδίκη σε κώφωση), αποτελεί λογοπαίγνιο με το σχεδον ομόηχο death sentence (καταδίκη σε θάνατο). Η φωνολογική ομοιότητα των λέξεων deaf (κωφός) και death (θάνατος), τόσο διαφορετικών στο νόημα, αποτελεί δομικό στοιχείο αυτού του βιβλίου. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας σε σχετική συνέντευξή του, ο τίτλος έχει και μια δεύτερη έννοια: "Η λέξη sentence σημαίνει επίσης άποψη, θεώρηση...Αυτό το βιβλίο είναι οι απόψεις, τα συναισθήματα, η γνώμη, η φιλοσοφία ενός κωφού".
Τα λογοπαίγνια, η αναφορά σε κωμικές καταστάσεις που μπορεί να δημιουργήσει η κώφωση ("Η κωφότητα είναι κωμική όσο η τυφλότητα είναι τραγική", λέει), η αναφορά σε διάσημους κωφούς όπως ο Μπετόβεν ή ο Γκόγια, οι λογοτεχνικοί υπαινιγμοί, π.χ. στην Τζέιν Όστιν, στον Τζον Κιτς κ. ά. εμπλουτίζουν το βιβλίο. Η σύγχρονη Αγγλία με τα καλά και τα κακά της, γεγονότα πέρα από τα ατομικά και οικογενειακά, όπως η βομβιστική επίθεση στον υπόγειο του Λονδίνου, μια παλαιότερη απεργία αναθρακωρύχων, μια επίσκεψη του Ντέσμοντ και μια περιγραφή του Άουσβιτς, προσδίδουν στο μυθιστόρημα μια ευρύτερη διάσταση από το στενά ατομικό.
Με λίγα λόγια, ένας ακόμη γοητευτικός Lodge, μ' ένα μυθιστόρημα συγκινητικό αλλά και αστείο, ρεαλιστικό αλλά και φιλοσοφικό ταυτόχρονα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

Αγανάκτηση

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του μεγάλου Φίλιπ Ροθ "Αγανάκτηση" (Πόλις 2009, μετ. Αθηνά Δημητριάδου), έκανα πάλι τις ίδιες σκέψεις που μου είχε προκαλέσει το προηγούμενό του "Φεύγει το φάντασμα" αλλά και όλα τα έργα του μπορώ να πω. Πώς δηλ. κατορθώνει αναμιγνύοντας σχεδόν πάντα τα ίδια υλικά, τη σύγχρονη Αμερική, τον "εβραϊσμό" του, τις οικογενειακές σχέσεις, την αρρώστια, το θάνατο, το σεξ, να δημιουργεί κάθε φορά ένα καινούριο ενδιαφέρον έργο.
Στην "Αγανάκτηση", παρ' όλο που αυτά τα στοιχεία δεν λείπουν, παρατηρείται μια διαφοροποίηση. Τα γηρατειά και η αρρώστια εγκαταλείπονται, ο Ροθ ξαναγυρίζει στη νεότητά του. Γίνεται ο έφηβος της δεκαετίας του '50 και μας μεταφέρει στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα των αμερικανικών πανεπιστημίων της εποχής, μιας εποχής που την σκιάζει ο πόλεμος της Κορέας που μόλις είχε αρχίσει.
"Υπό την επήρεια της μορφίνης" τιτλοφορείται το πρώτο μέρος. Τι πρώτο μέρος δηλ. αφού κάτω από αυτόν τον τίτλο στεγάζεται ολόκληρο το βιβλίο. Ακολουθούν μόνο τρεις σελίδες υπό τον τίτλο "Εκτός κινδύνου", γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο και που αρχίζουν με τη φράση "Εδώ η μνήμη σταματά". Επομένως, όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν οι αναμνήσεις του κεντρικού ήρωα, του Μάρκους Μέσνερ, καθώς ήταν υπό την επήρεια μορφίνης, βαριά τραυματισμένος στην Κορέα, χωρίς όμως η μορφίνη να έχει αναστείλει τις νοητικές του λειτουργίες.
Ο Μάρκους, γιος ενός εβραίου χασάπη , είναι ένα σοβαρό, μελετηρό παιδί, πρωτοετής φοιτητής σ' ένα μικρό πανεπιστήμιο στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρζι, όπου και κατοικεί με την οικογένειά του. Η υπερπροστατευτικότητα του πατέρα που εκδηλώνεται με τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του Μάρκους, τον ωθεί ν' αλλάξει πανεπιστήμιο και να φοιτήσει ως δευτεροετής στο πανεπιστήμιο του Γουάινσμπεργκ στο Οχάιο. Είναι η πρώτη εκδήλωση αγανάκτησης του Μάρκους. Μια αγανάκτηση που θα εκδηλώνεται συνεχώς. Αγανακτεί με τον πρώτο συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, δεν μπορεί να συμβιώσει ούτε με τον δεύτερο, αντιδρά στην υποχρέωση να έχει σαράντα παρουσίες εκκλησιασμού, δηλώνει άθεος και έχει μια μακρά αντιδραστική συζήτηση με τον κοσμήτορα, αποφεύγει να γίνει μέλος σε μια από τις αδελφότητες των φοιτητών, απορρίπτει την κοπέλα που τολμηρά τον ξεπαρθενεύει. Είναι με λίγα λόγια ένας αγανακτισμένος έφηβος όπως πολλοί άλλοι της γενιάς του, γιατί όχι όμως, και κάθε γενιάς.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ για το οποίο λέει, ανάμεσα σ' άλλα, η μεταφράστρια του έργου που υπογράφει το επίμετρο και τις σημειώσεις: "Η Αγανάκτηση είναι ένα βιβλίο που σε εξαπατά με τη μικρή του έκταση. Είναι σαν τα έργα των μεγάλων ζωγράφων, οι οποίοι έμειναν στην ιστορία για τον πλούτο και τη λεπτομέρεια των ελαιογραφιών τους αλλά σε αφήνουν άφωνο και με την αμεσότητα και αποτελεσματικότητα ενός σκίτσου τους".

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

Μαθήματα ελληνικών

Νόμιζα ότι διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της αγαπημένης μου Ζακλίν ντε Ρομιγύ "Μαθήματα ελληνικών" (Ωκεανίδα 2009, μετ. Χριστιάνα Σαμαρά) θα ένιωθα χαρά και υπερηφάνεια, γιατί ως Ελληνίδα έχω το προνόμιο να μιλώ αυτή τη γλώσσα που είναι ικανή νε εμπνεύσει τέτοια λατρεία σε ξένους. Τα ένιωσα, βέβαια, κι αυτά τα συναισθήματα. Όμως, παράλληλα, κλείνοντας το βιβλίο (το οποίο είμαι σίγουρη θα ξανανοίξω πολλές φορές), μια βαθιά μελαγχολία κυριάρχησε μέσα μου. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί και νομίζω αυτό οφείλεται σε δυο λόγους: πρώτα, για τις γνώσεις της σχεδόν εκατοντάχρονης (γεν. 1913) Ζακλίν γύρω από την αρχαία ελληνική γραμματεία, το εύρος και το βάθος της σκέψης της πάνω σε όλα τα κείμενα της κλασικής αρχαιότητας, γνώσεις που ίσως κανείς ακόμα και από εμάς τους φιλολόγους δεν μπόρεσε να αποκτήσει. Από τους προσωκρατικούς, τον Όμηρο, τους τραγικούς, τους κωμικούς, τους λυρικούς ποιητές, τους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τους ιστορικούς και ό, τι άλλο μας έχει παραδοθεί, δεν υπάρχει τίποτε στο οποίο να μην κινείται με άνεση, από το οποίο να μην αντλεί παραδείγματα.
Και ο δεύτερος λόγος της μελαγχολίας μου είναι η υποβάθμιση που υφίσταται η αρχαία γλώσσα στις μέρες μας. Η περιφρόνηση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών, ο περιορισμός ή η κατάργηση της διδασκαλίας του, ως άχρηστου και περιττού κι έρχεται μια Γαλλίδα να διαλαλήσει την ομορφιά της γλώσσας μας, να μας πει πως αν γράφτηκαν σπουδαία έργα λογοτεχνίας, αυτό οφείλεται και στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκαν. "Πιστεύουμε ότι οι ιδιαιτερότητες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας-η ακρίβεια, η λεπτότητα των εκφραστικών αποχρώσεων-εξηγούν εν μέρει την πνευματική καταξίωση των έργων της ελληνικής λογοτεχνίας", γράφει στον πρόλογο. (Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ακριβής τίτλος του πρωτοτύπου είναι "Petites lecons sur le grec ancien", δηλ."Σύντομα μαθήματα στην ελληνική αρχαιότητα", επομένως το βιβλίο δεν αναφέρεται γενικά στα ελληνικά, αλλά στα αρχαία ελληνικά, λέξη την οποία φαίνεται ότι οι εκδότες ήθελαν να αποφύγουν!).
Το βιβλίο που υπογράφεται επίσης από την Μονίκ Τρεντέ-ας μη ξεχνάμε ότι η Ρομιγύ είναι σχεδόν τυφλή- χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια. Σε καθένα από αυτά εξετάζεται και μια πτυχή, ένα φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής που της δίνει την ιδιαιτερότητά της, που την καθιστά μοναδική και ξεχωριστή. Αρχίζει με την ευρεία εξάπλωσή της σ' όλο τον τότε γνωστό κόσμο, μια εξάπλωση που επετεύχθη χωρίς καταναγκασμό, σε αντίθεση με τους σύγχρονους αποικιοκράτες που επέβαλαν τη γλώσσα τους στους κατακτημένους λαούς.
Συνεχίζει για να δείξει την ακρίβεια και την ομορφιά αυτής της γλώσσας. Μέσα από παραδείγματα δείχνει τη στενή σχέση γλώσσας και υψηλής ποιότητας λογοτεχνικών έργων, που η απήχηση και η επίδρασή τους φτάνει ως τις μέρες μας. Λέξεις που επινοήθηκαν από τους δημιουργούς για να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις ιδέες τους.
Προχωρεί στη συνέχεια, πάντα αντλώντας παραδείγματα από τα κείμενα, σε γραμματικά φαινόμενα. Για παράδειγμα εξετάζει τη σημασία που έχει το κλιτικό σύστημα, η ύπαρξη του άρθρου, η διάκριση των γενών (στα Γαλλικά π.χ. δεν υπάρχει ουδέτερο γένος) αλλά και τη δύναμη που παρέχει στο λόγο η ελευθερία με την οποία μπορούν να κινούνται οι λέξεις μέσα στην πρόταση.
Η σύνθεση και η παραγωγή των λέξεων, τα σχετικά με το ρήμα (η διάκριση που κάνει μεταξύ μέσης και παθητικής φωνής είναι πράγματι εξαιρετική), εκείνα τα αμετάφραστα μόρια (γε, τε, δε, τοι, αυ κ.λπ.) που πάντα μας μπερδεύουν, οι εικόνες, οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, η σχέση των αρχαίων ελληνικών και της γαλλικής γλώσσας, όλ' αυτά εξετάζονται με οξυδέρκεια που καταπλήσει. Στίχοι από τον Όμηρο, τον Αισχύλο ή τον Αριστοφάνη, χωρία από τον Θουκυδίδη, τον Ισοκράτη ή τον Πλάτωνα, για να περιοριστώ σε ενδεικτικές μόνο αναφορές, πλημμυρίζουν το βιβλίο, τεκμηριώνοντας τις θέσεις της.
"Όσοι υποστηρίζουν ενεργά τον εξοβελισμό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας-τόσο στη Γαλλία όσο και σε άλλες χώρες-, έχουν την εντύπωση ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα μιας πολύ μικρής χώρας που είχε πάψει να είναι ανεξάρτητη πριν ακόμα τη χριστιανική εποχή και πως, κατά συνέπεια, η ύπαρξή τους ανήκει σε ένα μακρινό παρελθόν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ατόπημα", υποστηρίζει η Ζακλίν.
Να το ξέρει άραγε ότι στο ατόπημα αυτό υποπίπτουν και πολλοί στην ίδια τη χώρα που γέννησε αυτή τη γλώσσα;

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

Αιχμηρά αντικείμενα


Ακολουθώντας την πολύχρονη συνήθειά μου να διαβάζω ένα αστυνομκό μυθιστόρημα στις διακοπές των Χριστουγέννων, όπως εξηγούσα πέρυσι, διάλεξα φέτος το βιβλίο της Τζίλιαν Φλιν "Αιχμηρά ανικείμενα" (Μεταίχμιο, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη), για το οποίο είχα ήδη διαβάσει στο Βιβλιοκαφέ και στο diavasame.
Και μόνο το μαύρο εξώφυλλο με το ασημί ξυραφάκι στη μέση σε κάνει να ανατριχιάζεις. Η Τζίλιαν Φλιν πρωτοτυπεί. Η έμφαση δεν δίνεται στους φόνους, όπως στα πλείστα αστυνομικά, ούτε στην προσπάθεια της αστυνομίας για εξιχνίασή τους. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της δημοσιογράφου και πρωταγωνίστριας του έργου Καμίλ Πρίκερ, επικεντρώνεται στη μικρή, επαρχιακή πόλη, στους κατοίκους και τις μεταξύ τους σχέσεις, στα ψυχολογικά προβλήματα των άλλων και τα δικά της.

Η Καμίλ κατάγεται από το Γουίντ Καμπ, μια μικρή πόλη στο νότιο άκρο της πολιτείας Μισούρι, από την οποία όμως λείπει χρόνια, εργαζόμενη ως δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα του Σικάγου. 'Οταν στην πόλη της δολοφονείται ένα εννιάχρονο κορίτσι και εξαφανίζεται ένα άλλο με μεγάλη πιθανότητα να έχει κι αυτό δολοφονηθεί, η Καμίλ στέλλεται να καλύψει το γεγονός. Η απροθυμία της να επιστρέψει στη γενέτειρά της και στο πατρικό της σπίτι, σηματοδοτεί ήδη τα κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος της. Σιγά-σιγά η συγγραφέας μας αποκαλύπτει το οικογενειακό της περιβάλλον, μας εισάγει στην ατμόσφαιρα της μικρής πόλης, όπου τίποτα δεν μένει μυστικό και τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν. Σύντομα και το δεύτερο κοριτσάκι θα βρεθεί νεκρό και, όπως και το πρώτο θύμα, με βγαλμένα όλα του τα δόντια.

Η Καμίλ τριγυρίζει στη πόλη της, συναντάται με παλιές συμμαθήτριες, επισκέπτεται τα σπίτια των θυμάτων, προσπαθεί να εκμαιεύσει πληροφορίες από τον ντετέκτιβ που ανέλαβε την υπόθεση και με τον οποίο δημιούργησε μια εφήμερη ερωτική σχέση. Η ανία της μικρής πόλης βρίσκει διέξοδο στο ποτό. Το τι ποτό καταναλώνεται σ' αυτό το βιβλίο, προπάντων από την Καμίλ, δεν λέγεται. Παράλληλα με τους φόνους η Καμίλ ζει το δικό της δράμα. Κάτι κρυμμένο στο οικογενειακό της παρελθόν τη βασανίζει. Η συνήθειά της, ψυχολογική πάθηση καλύτερα, να "χαρακώνεται" και για την οποία είχε τύχει θεραπείας σε ειδική κλινική, εξακολουθεί να τη ταλαιπωρεί. Η συγγραφέας, όπως συνήθως γίνεται στα αστυνομικά μυθιστορήματα, έντεχνα μας αφήνει να υποψιαστούμε κάποιο πρόσωπο ως ένοχο. Εκεί όμως που φτάνουμε στο τέλος και λέμε με καμάρι "εγώ το κατάλαβα ότι ήταν το τάδε πρόσωπο", έρχεται μια ξαφνική ανατροπή μόλις στις δυο τελευταίες σελίδες.

Νομίζω ο καλύτερος χαρακτηρισμός για το μυθιστόρημα της Τζίλιαν Φλιν είναι αυτός του Στίβεν Κινγκ: "Ένα ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ".

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

Αποχαιρετώντας το 2009 με καλοκαιρινές αναμνήσεις

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ


(12-26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2009)

Δυο βδομάδες στη θάλασσα

Κυριακή, 12 Ιουλίου

Αναχώρηση

Ξεκινώ σήμερα για ένα ταξίδι που χρόνια ονειρευόμουν μα που δεν ήλπιζα πως θα μπορούσα να πραγματοποιήσω ποτέ. Κι όμως να ‘μαι που ξεκινώ για εκεί όπου για αιώνες άνθησε ο ελληνικός πολιτισμός. Για εκεί όπου οι Αργοναύτες αναζήτησαν το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί όπου ο Ορέστης ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή. Εκεί όπου Έλληνες έμποροι οραματίστηκαν την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Ξεκινώ για τη Μαύρη Θάλασσα. Η δική μας Αργώ ονομάζεται Azamara Quest και Ιωλκός μας είναι η Civitavecchia («Παλιά Πόλη»), επίνειο της Ρώμης.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου


 Ξυπνάμε αγκυροβολημένοι στον Κόλπο του Σορρέντο. Όλο το βράδυ πλέαμε κατά μήκος της δυτικής ακτής της Ιταλίας, διασχίζαμε νερά τόσο γαλήνια και ήρεμα που κάποιοι δεν πήραν είδηση ότι είχαμε σαλπάρει. Το Σορρέντο μας αντικρίζει από το ύψος της ομορφιάς του.

Άποψη του Σορέντο από τη θάλασσα

Να ‘ναι άραγε, όπως η παράδοση το θέλει, σ’ αυτούς τους καταπράσινους λόφους καθισμένες οι μυθικές Σειρήνες τραγουδούσαν μαγεύοντας τους ναυτικούς; Ή μήπως ο μύθος δημιουργήθηκε γιατί πλήθος γνωστών και διασήμων, ξεκινώντας από τον αυτοκράτορα Τιβέριο και φτάνοντας στον Ντίκενς, τον Τολστόι, το Λόρδο Μπάιρον, τον Νίτσε, τον Λίστ, τον Καρούζο, τον Παβαρότι και τη σημερινή κοσμοπλημμύρα των τουριστών, μαγεύτηκαν από την ομορφιά και το εξαίσιο κλίμα του;
Εμείς, δυστυχώς, έχουμε λίγες μόνο ώρες να το τριγυρίσουμε, να περπατήσουμε στα στενά δρομάκια του, να ρίξουμε μια ματιά στη μισοσκότεινη, παλιά εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου και πιο πολύ να θαυμάσουμε τον Κόλπο της Νάπολης που απλώνεται στα πόδια του Σορρέντο.

Σορέντο. Στο βάθος ο Βεζούβιος

Κάποιοι πάνε για μια ξενάγηση στην κοντινή Πομπηία και στο Κάπρι. Τα ‘χω ξαναδεί, γι’ αυτό τριγυρίζω με φίλους στο όμορφο Σορρέντο ως την ώρα που ξανά επιβιβαζόμαστε για να συνεχίσουμε τ’ ωραίο ταξίδι.

Τρίτη, 14 Ιουλίου

Εν πλω

Χαράματα έχουμε περάσει τα στενά της Μεσσήνης, λίγο πιο πριν, όσοι άντεχαν να ξαγρυπνήσουν, είδαν το ηφαίστειο Στρόμπολι. Αργά-αργά περνάμε κάτω από την Ιταλία, διασχίζουμε το Ιόνιο και οδεύουμε προς την Πελοπόννησο. Η μέρα κυλάει με χίλιες δυο δραστηριότητες. Γυμναστήριο, διαλέξεις για μαγειρική, φωτογραφία, κομπιούτερ, πολύτιμους λίθους…διαλέγετε και παίρνετε. Πολλοί τεμπελιάζουν γύρω από την πισίνα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, απολαμβάνοντας αυτό το διάλειμμα ξέγνοιαστης ζωής. Η ζωντανή μουσική, μια ωραία κοπέλα στο μοναχικό χορό της, ένα ζαλιστικό ποτό, οδηγούν τη σκέψη σε δρόμους άλλους. Είναι τόση η ομορφιά και η ξεγνοιασιά της στιγμής, που άθελά μου με πιάνουν τύψεις για τις αντιθέσεις της ζωής, για όλη τη δυστυχία που υπάρχει ακόμη στον κόσμο. Και μια ενδόμυχη ευχή: Να ‘ρθει μέρα που ο κόσμος όλος να μοιάζει μ’ αυτό το πασίχαρο πλοίο…

Τετάρτη, 15 Ιουλίου

Σαντορίνη

Το πρωινό μας βρίσκει έξω από την Πελοπόννησο, στο ολόφωτο, γαλάζιο, γελαστό Αιγαίο, στη δική μας θάλασσα. Και οι Κυκλάδες…

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σέριφος η Μήλος

Γύρω στις 2 το απόγευμα το πλοίο μας ρίχνει άγκυρα έξω από τη Σαντορίνη.

Παραμένει αρόδο κι εμείς με βάρκες αποβιβαζόμαστε στο λιμάνι, τη Σκάλα, κάπου 270 μέτρα κάτω από τη μικρή πρωτεύουσα, τα Φηρά. Σηκώνουμε το βλέμμα. Πώς ανεβαίνει κανείς απάνω; Κάποτε…με γαϊδουράκια, ή σκαρφαλώνοντας τα 600 σκαλοπάτια ή, αυτό που προτιμούν οι περισσότεροι, με το τελεφερίκ.
Ξεκινάμε αμέσως για το πιο φημισμένο χωριό του νησιού, την Οία. Από μακριά φαντάζει σαν μια άσπρη, χιονισμένη βουνοκορφή.

…και τα σπίτια πιο λευκά…

Παρ’ όλο τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, τριγυρίζουμε στα στενά δρομάκια, πήχτρα από τουρίστες, ενώ δεν χορταίνουμε να φωτογραφίζουμε τ’ άσπρα σπιτάκια. Πουθενά αλλού, νομίζω, δεν βρίσκουν τόση επιβεβαίωση οι στίχοι του Ελύτη:

Και τα σπίτια πιο λευκά
Στου γιαλού το γειτόνεμα

Το περίφημο ηλιοβασίλεμα της Οίας δεν θα το δούμε, πρέπει να γυρίσουμε στα Φηρά. Στο γυρισμό σταματάμε σ’ ένα οινοποιείο για δοκιμή των εξαιρετικών, πραγματικά σαντορινιών κρασιών. Μα κι εδώ πιο πολύ μας τραβάει η θέα που απλώνεται μπροστά μας, η γαλάζια καλντέρα, το βυθισμένο ηφαίστειο, τα νησάκια-δημιούργημά του.

Σαντορίνη
Στο μικρό, αλλά τόσο ενδιαφέρον μουσείο των Φηρών «διαβάζουμε» την ιστορία του νησιού στα θαυμάσια ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης: πρωτοκυκλαδικά, ύστερα Κυκλαδικά, αμφορείς.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου
Κουσάντασι-Έφεσος

Το πρωινό μας βρίσκει στο Κουσάντασι, «Το νησί των πουλιών», ένα από τα πιο δημοφιλή παραθαλάσσια θέρετρα της Τουρκίας. Λίγες μόνο ώρες πριν βρισκόμαστε σ’ ελληνικά νερά, στη Σαντορίνη. Πώς άξαφνα όλα αλλάζουν! Τον ήχο της καμπάνας διαδέχεται η φωνή του μουεζίνη. Οι ήχοι, οι μυρωδιές, η όλη ατμόσφαιρα πώς άλλαξε μεμιάς!
Κι όμως, όταν μπαίνουμε στο λεωφορείο και ξεκινάμε για την Έφεσο, «Παράξενο», λέει μια φίλη, «πολύ οικείο μου φαίνεται το περιβάλλον». Πώς να μην είναι οικείο; Εδώ είναι η «Αιολική γη». Πράσινοι, απαλοί λόφοι, ροδακινιές, φιστικιές, βαμβάκια, πλούσια γη, δική μας κάποτε γη…
Σε περίπου είκοσι λεπτά απόσταση απλώνονται τα ερείπια ενός από τους πιο καλοδιατηρημένους και πιο εντυπωσιακούς αρχαιολογικούς χώρους. Είναι η αρχαία Έφεσος με τις πύλες της, τις λεωφόρους της, τους ναούς, το μεγάλο θέατρο (25. 000 θεατές μπορούσε να χωρέσει), το στάδιο, την αγορά, την περίφημη Βιβλιοθήκη του Κέλσου, ακόμα και τουαλέτες ή «το σπίτι του έρωτα».


Η Βιβλιοθήκη του Κέλσου


Οι Τούρκοι ξεναγοί όμως ξεκινούν την ίδρυση της πόλης από τους Ρωμαίους. Πρέπει να τους ρωτήσεις για να σου πουν «Ναι, προηγουμένως είχαν έρθει οι Έλληνες».

Μα όταν μπεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, όπου εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές, τότε καταλαβαίνεις την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού. Άγαλμα της Αφροδίτης, άγαλμα του Διονύσου. Γλυπτά, τοιχογραφίες, ένα κεφάλι του Σωκράτη, κιονόκρανα, όλα φωνάζουν για το ελληνικό παρελθόν της πόλης.



Το μουσείο της Εφέσου

Ένα παράξενο άγαλμα της Αρτέμιδος, με το στήθος γεμάτο από τα σύμβολα της γονιμότητας προσελκύει την προσοχή και προκαλεί τις λεπτομερείς εξηγήσεις της ξεναγού.
Στην Έφεσο άλλωστε βρισκόταν ο μεγάλος ναός της θεάς, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, και που υπήρξε η πιο μεγάλη απογοήτευση της επίσκεψής μας εδώ. Κανείς δεν μας είχε προϊδεάσει ότι από τον περίφημο αυτό ναό (που ο Ηρόστρατος έκαψε για να μείνει το όνομά του στην ιστορία-πράγμα που δυστυχώς κατόρθωσε) δεν σώζεται παρά μόνο…ένας κίονας.
Μα η Έφεσος δεν υπήρξε μόνο μια μεγάλη, πλούσια και ευημερούσα ρωμαϊκή πόλη. Υπήρξε και κέντρο του Χριστιανισμού. «Προς Εφεσίους» γράφει ο Απόστολος Παύλος, η Παναγία λέγεται ότι εδώ πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της και το σπίτι της είναι ιερό προσκύνημα, εδώ βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Ιωάννη και τα ερείπια της μεγάλης Βασιλικής που έκτισε στη μνήμη του ο Ιουστινιανός.
Η περιπλάνησή μας στον αρχαίο κόσμο τελειώνει. Ξαναγυρίζουμε στο Κουσάντασι. Τα μαγαζιά έχουν τώρα ανοίξει. Οι μαγαζάτορες συναγωνίζονται στη διαφήμιση των εμπορευμάτων τους. Δερμάτινα είδη, χάλκινα, μπρούντζινα, χαλιά. Με μια ενδιαφέρουσα επίδειξη κατασκευής χειροποίητων χαλιών (που κανείς μας βέβαια δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει) αποχαιρετούμε την τουρκική αυτή πόλη.
Στην αγορά του Κουσάντασι

Παρασκευή, 17 Ιουλίου
Χίος

Χαράματα το πλοίο ρίχνει άγκυρα στη Χίο. Ο ήλιος μόλις ανατέλλει φωτίζοντας το πανέμορφο τοπίο.


Ο ήλιος ανατέλλει στη Χίο

Μνήμες αναδεύονται μέσα μου. Μνήμες που πάνε δεκαετίες πίσω.

«Τζαι πε μου, κόρη μου, πόθθεν είσαι
τζαι τ’ όνομάν σου πώς το λαλούν;»
-«Από τη Χιον τη ματζελλεμένην
τζαι τ’ όνομάμ μου λαλούμ μ’ Ελένην».

Στη συνείδηση ανεβαίνουν οι στίχοι όπου για πρώτη φορά άκουσα την άγνωστη, μακρινή Χιό-Χίο, με τη φωνή της μητέρας μου, όταν μας απάγγελλε απέξω ολόκληρο το πολύστιχο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, τη «Χιώτισσα», που μικρούς μας τρόμαζε και μας γοήτευε.
Γνώρισα αργότερα τη Χίο μεσ’ από τα βιβλία της ιστορίας, μέσ’ από το στίχο του Ουγκώ:

«Η Χίος τ’ όμοφο νησί μαύρη απομένει ξέρα»

Και τώρα να την που προβάλλει μπροστά μου, κάθε άλλο παρά «μαύρη ξέρα». Καταπράσινη, γελαστή, όμορφη. Ας με συγχωρέσει η φήμη του πασίγνωστου νησιού, τη βρήκα όμως πιο όμορφη από τη Σαντορίνη. Ανηφορίζοντας το φιδογυριστό δρόμο φτάνουμε στην πιο γνωστή και την πιο φημισμένη Μονή του νησιού, τη Νέα Μονή, εξαίσιο Βυζαντινό κτίσμα του 11ου αιώνα.

Η Νέα Μονή

Ακούμε την ιστορία του, θαυμάζουμε τα ωραία ψηφιδωτά, αλλά μεγαλύτερη συγκίνηση αισθάνομαι αντικρίζοντας στο προσκυνητάρι στη μέση της εκκλησίας μια μικρή εικόνα: Ο Άγιος Κήρυκος και η Αγία Ιουλίττα. Δεν έτυχε να τους δω αλλού. Τι σύμπτωση! Προχθές, δεκαπέντε Ιουλίου, ήταν η γιορτή τους.

Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη
Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης.

Κι εδώ ο Ελύτης που νοερά δεν έπαψε να με συνοδεύει καθώς εδώ και τέσσερις μέρες διασχίζουμε το Αιγαίο.
Βγαίνοντας από την εκκλησία, σε μια μικρή μισοσκότεινη αίθουσα, μια προθήκη με γυμνά κρανία παραπέμπει και πάλι στα δεινά του νησιού, στη μνήμη των σφαγών που δεν λέει να σιγήσει.
Ψηλά, σ’ ένα γρανιτένιο βράχο, βρίσκεται σκαρφαλωμένο το χωριό Ανάβατος (αυτό που δεν μπορείς να το ανεβείς). Εγκαταλελειμμένο και ακατοίκητο πια, προσφέρεται μόνο σαν δείγμα της αρχιτεκτονικής του, με τους εξωτερικούς τοίχους των σπιτιών να ενώνονται, αποτελώντας ένα τείχος με το βουνό. Η υπέροχη θέα που απλώνεται μπροστά σου μέσα από τα ερείπιά του σε αποζημιώνει για το λαχάνιασμα του ανεβάσματος.

Στα δρομάκια του χωριού Ανάβατος

Πολύ κοντά, ένα άλλο χωριό, το Αυγώνυμα, φαντάζει από μακριά σαν ζωγραφιά σε παιδικό παραμύθι. Πέτρινα σπίτια, στενά δρομάκια μας μεταφέρουν σε εποχές περασμένες. Απέναντι στο βάθος μόλις διακρίνονται τα Ψαρά, άλλος πονεμένος τόπος της Ρωμιοσύνης. Πιο πίσω, μας λένε, είναι η Νάξος.

Θέα από τα Αυγώνυμα

Ξαναγυρνάμε στην πόλη, στη Χώρα. Για ώρα πολλή τριγυρίζουμε στον κεντρικό της δρόμο, την Απλωταριά, όπως είναι γνωστή. Ρωτώντας οδηγούμε τα βήματά μας στην όμορφη, μεγάλη Ιστορική Βιβλιοθήκη της Χίου, που φέρει το όνομα του μεγάλου της τέκνου, του Αδαμάντιου Κοραή. Μια απ’ τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, με πάνω από 250 000 τόμους, με συλλογές από χάρτες, γκραβούρες, πίνακες, χειρόγραφα και άλλα σπάνια κειμήλια. Ανάμεσά τους και η πρώτη σημαία που υψώθηκε το 1912 σημαίνοντας την απελευθέρωση του νησιού.
Εγκαταλείποντας το νησί δεν μπορούμε να μην πάρουμε μαζί μας τα πιο χαρακτηριστικά είδη, όλα προϊόντα της μαστίχας. Φαινόμενο μοναδικό στον κόσμο, τα μαστιχόδεντρα, που ευδοκιμούν σ’ ένα μονάχα μέρος, ούτε καν σε άλλο μέρος του ίδιου του νησιού, προσφέρουν το χυμό τους για ποτά, καλλυντικά, γλυκά, σαπούνια κ. ά. Όλα με το ωραίο, χαρακτηριστικό άρωμα της μαστίχας.

Σάββατο, 18 Ιουλίου
Κωνσταντινούπολη

«Είναι, αλήθεια, τόσο όμορφη, τόσο μαγευτική, τόσο απίστευτα ονειρική, όπως την είδαμε; Ή μήπως η εικόνα της Πόλης που χρόνια-αιώνες καλύτερα-κουβαλάμε μέσα μας και πλάθαμε στη φαντασία μας προβλήθηκε απάνω στη σημερινή Ισταμπούλ και την κάλυψε και αποκαλύφθηκε στα μάτια μας μια άλλη Πόλη; Όχι η κατακτημένη του Μωάμεθ και ων σουλτάνων αλλά η Πόλη του Κωνσταντίνου, η Πόλη του Ιουστινιανού, η Πόλη της δόξας του Βυζαντίου; Ποιος ξέρει…Σημασία έχει πως οι έξι μέρες που μείναμε στην Πόλη μας έκαναν να την ερωτευτούμε ακόμα περισσότερο απ’ ό, τι την είχαμε αγαπήσει από μακριά, πως φεύγοντας είπαμε: «Εδώ, δε γίνεται, πρέπει να ξανάρθω»
Αυτά έγραφα πέντε χρόνια πριν, όταν το 2004 επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Πόλη. Και να που η επιθυμία πραγματοποιείται. Ξανάρχομαι σήμερα, μόνο όμως για ένα Σαββατοκύριακο αυτή τη φορά.
Η ομορφιά της μας αποκαλύπτεται τώρα ακόμη καλύτερα καθώς την αντικρίζουμε πλησιάζοντάς την από τη θάλασσα. Διακρίνομε ήδη τους μιναρέδες που μολύνουν τον ορίζοντά της, την τουρκεμένη Αγιά-Σοφιά, τα παραθαλάσσια παλάτια της.

Πλησιάζοντας στην Πόλη
Το διήμερο της παραμονής μας ξαναζούμε το τούρκεμα στο ναό του Ιουστινιανού, θαυμάζουμε το κοντινό υδραγωγείο, διασχίζουμε τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους με μια τρομαχτική τροχαία κίνηση που δεν συναντάς πουθενά αλλού.
Στην Παναγία των Βλαχερνών
Ξαναχαζεύουμε στην Κλειστή Αγορά και στην Αγορά των Μπαχαρικών, με συγκίνηση ψάλλουμε το «Τη Υπερμάχω» στις Βλαχέρνες και ώρα πολλή θαυμάζουμε τα απίστευτης ομορφιάς, μοναδικά στον κόσμο, ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας. Όσες φορές κι αν τα δεις δεν τα χορταίνεις. Εμπνευσμένα από τα απόκρυφα ευαγγέλια, με σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Ο Κυριακάτικος εκκλησιασμός στο πατριαρχείο, αν και ο Πατριάρχης απουσιάζει, απαραίτητος. Με ενοχλεί όμως η τουριστικοποίηση κι αυτών ακόμη των ιερών στιγμών της λειτουργίας. Οι φωτογραφίσεις, με την πλάτη γυρισμένη στο Ιερό, μου φέρνουν στο νου τους «Περιηγητές στη λειτουργία»:

Καλοκαιρινοί. Ζέστη είχε αρχίσει από το πρωί.
Μπήκαν σαν κύμα. Φέραν ταραχή. (Παπατσώνης)





Το απόγευμα σαλπάρουμε και πάλι. Στο απαλό φως του απογευματινού ήλιου αποχαιρετούμε την Πόλη και σε λίγο διασχίζουμε τον Βόσπορο. Κανείς δεν εγκαταλείπει το υπέροχο θέαμα που για ώρα πολλή μας συνοδεύει, ώσπου τέλος περνάμε τις Συμπληγάδες και ξανοιγόμαστε στη Μαύρη Θάλασσα.


Στο Πατριαρχείο



Διασχίζοντας το Βόσπορο

Δευτέρα, 20 Ιουλίου
Σινώπη

Το πρωί μας βρίσκει να αντικρίζουμε από κάποια απόσταση τη Σινώπη, μια μικρή, επαρχιακή, νωθρή, τουρκική πόλη, στο βορειότερο σημείο της τουρκικής ευξείνειας ακτής. Το λιμάνι της θεωρείται από τα πιο προφυλαγμένα, αλλά η θάλασσα που αγρίεψε δεν μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε στην ακτή.
Αποβιβαζόμαστε με βάρκες του πλοίου. Τι να δούμε όμως; Τα πιο αξιοθέατα, ένα εθνογραφικό, δηλ. λαογραφικό μουσείο, θα λέγαμε, σ’ ένα πρώην αρχοντικό σπίτι. Η καθημερινή ζωή των ανθρώπων, η επίπλωση, η προετοιμασία των προικιών για το γάμο κ.λπ. Ελάχιστα ως καθόλου ενδιαφέρον. Ένας παλιός «μεντρεσές», δηλ. θεολογική μουσουλμανική σχολή, στεγάζει τώρα τουριστικά καταστήματα. Άδικα περιμένουμε για ώρα ένα καφέ που παραγγείλαμε. Η συνεννόηση δύσκολη έως αδύνατη με ανθρώπους που δεν μιλούν καμιά άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική.


Ο μεντρεσές στη Σινώπη
Πολύ πιο ενδιαφέρον βρήκα το απέναντι τζαμί, το λεγόμενο Alaaddin. Ο ιμάμης πρόθυμα μας δίνει όσες πληροφορίες του ζητάμε, πάντα βέβαια διά μέσου του ξεναγού που μεταφράζει. Ο ξεναγός μας είναι ένας ανίδεος νεαρός, που το μόνο αξιοσημείωτο σχόλιό του ήταν ότι η πόλη του προήλθε από ανάμειξη πολλών λαών που πέρασαν απ’ εδώ, απόδειξη ότι εμείς του θυμίζουμε…τη γιαγιά του!
Και μέσα σ’ αυτή την καθαρά τουρκική ατμόσφαιρα μπαίνουμε στο μικρό μουσείο της πόλης κι αναπνέουμε Ελλάδα. Βυζαντινές εικόνες, ψηφιδωτά, επιτύμβιες στήλες: Ιουλία-Σαββείνος, Ευνομία, Θεοτίμα σύζυγος Φαρνάκη, Είμαι ο τάφος της Βριταγόρας, συζύγου του Βρόμιου, κ.ά. χαραγμένα τα ελληνικά στις επιτύμβιες στήλες, σιωπηλά φωνάζουν για την προέλευση της πόλης. Ιδρύθηκε από Μιλησίους, ίδρυσε η ίδια άλλες αποικίες στον Εύξεινο Πόντο, υπήρξε η πρωτεύουσα του πανίσχυρου Μιθριδάτη, σφοδρού πολέμιου των Ρωμαίων και τώρα είναι μια υποβαθμισμένη, επαρχιακή πόλη. Μερικές χιλιάδες Έλληνες ζούσαν εδώ ως το 1914. Όσοι δεν εξοντώθηκαν, μετανάστευσαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923-24.

Σινώπη

Φεύγοντας βλέπουμε τα παλιά κανόνια στραμμένα στο βορρά, κατάλοιπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Πριν μπούμε ξανά στις βάρκες για το πλοίο, κάνουμε μια σύντομη στάση μπροστά στο κακόγουστο άγαλμα του γνωστού κυνικού φιλοσόφου, του Διογένη, που γεννήθηκε εδώ. Παριστάνεται μ’ ένα φανάρι στο χέρι κι ένα σκυλάκι στα πόδια του!





Τρίτη, 21 Ιουλίου
Γιάλτα

Όλο το βράδυ διασχίζαμε τη Μαύρη Θάλασσα από νότο προς βορρά, από τη Σινώπη στη Γιάλτα. Καιρός ήταν ο Άξενος Πόντος (κι ας τον είπαν Εύξεινο για να τον καλοπιάσουν) να δείξει το αληθινό του πρόσωπο. Μας ταρακούνησε λιγάκι. Κάποιοι ζαλίστηκαν, άλλοι, πιο προνοητικοί, έμειναν στα δωμάτιά τους. Το πρωί, ξυπνώντας, αντικρίσαμε την όμορφη Γιάλτα ν’ απλώνεται χαρούμενη και γελαστή προς τη θάλασσα, μπροστά από τα καταπράσινα βουνά της. Απάνεμο λιμάνι, με τους Έλληνες να το έχουν πρώτοι ανακαλύψει (Γιάλτα-από το γιαλός). Άραγε εδώ να άραξε ο Ορέστης με τον Πυλάδη, εδώ να ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή; Η μυθολογία, αλλά και η Ιστορία άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στην Κριμαία-Ταυρίδα.
Στην άκρη της χερσονήσου της Κριμαίας, η Γιάλτα φαντάζει πανέμορφη. Πριν ακόμη τη γνωρίσουμε από πιο κοντά, καταλαβαίνουμε γιατί υπήρξε αγαπημένο ενδιαίτημα των τσάρων, αργότερα των ηγετών του κομμουνισμού, της ρωσικής αριστοκρατίας και της ουκρανικής ελίτ. Μήλο της έριδος μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας γνώρισε πολέμους και αναταραχές, με αποκορύφωμα τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56). Αυτό τον πανέμορφο τόπο διάλεξαν και οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ και Στάλιν για να συναντηθούν και να μοιράσουν τον κόσμο.

Γιάλτα
Η γνωριμία μας με τη Γιάλτα αρχίζει με την επίσκεψη στο σπίτι του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, Άντον Τσέχοφ. Μέσα σ’ ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ανάμεσα σε δέντρα και λουλούδια, κυπαρίσσια, φοινικιές, θάμνους και τριανταφυλλιές, υψώνεται το κατάλευκο σπίτι, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας επισκεφθεί πολλές φορές προηγουμένως τη Γιάλτα. Εδώ έγραψε τον «Βυσσινόκηπο», (καθόλου απίθανο να εμπνεύστηκε από το περιβάλλον του), τις «Τρεις αδελφές», την «Κυρία με το σκυλάκι».


Σε ξεχωριστό οίκημα στεγάζεται το Μουσείο Τσέχοφ, γεμάτο από φωτογραφίες, χειρόγραφα, πρώτες εκδόσεις, κριτικές, επιστολές. Να βλέπεις σε φωτογραφίες τον Τσέχοφ με τον Τολστόι ή με τον Μάξιμ Γκόρκι Τι απίθανη συντροφιά!
Συνεχίζουμε για ένα από τα παλάτια της Γιάλτας, το Παλάτι Αλούπκα. Βέβαια, για τους πολυταξιδεμένους ένα ακόμη παλάτι δεν λέει και πολλά πράγματα. Όμως, αν κάτι κάνει το Αλούπκα να ξεχωρίζει είναι η εντυπωσιακή τοποθεσία του. Διασχίζουμε με τα πόδια ένα πανέμορφο δάσος και το αντικρίζουμε να υψώνεται στη μέση ενός απέραντου πάρκου, προστατευμένο από βορρά από τα Κριμαϊκά βουνά, από το νότο ν’ απλώνεται μπροστά του η καταπληκτική θέα της Μαύρης Θάλασσας. Σχεδιασμένο από Άγγλο αρχιτέκτονα, κτισμένο (1828-1846) ως κατοικία του πρίγκιπα Βοροντσόφ, συνδυάζει διάφορους ρυθμούς, από το γοτθικό ως τον αραβικό. Σ’ αυτό το παλάτι έμεινε το 1945 ο Τσόρτσιλ και η βρετανική αντιπροσωπία, όταν ήρθαν για τη γνωστή Διάσκεψη της Γιάλτας. Εμείς, δυστυχώς, δεν έχουμε αυτό το προνόμιο!


Το παλάτι Αλούπκα

Το επόμενο παλάτι που επισκεπτόμαστε δεν έχει αυτή την ομορφιά. Έχει όμως την Ιστορία να το σημαδεύει ανεξίτηλα. Στο παλάτι Livadia (η ελληνικότατη λέξη Λιβάδια) οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία, Αμερική, συνήλθαν από τις 4-11 Φεβρουαρίου 1945 και καθόρισαν τη μορφή που θα είχε ο μεταπολεμικός κόσμος. Πρώτος «ανακάλυψε» τη Γιάλτα ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ το 1860 και από τότε μπορεί να πει κανείς ότι η Γιάλτα έγινε η θερινή πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Τη σημερινή του μορφή το παλάτι πήρε από τον τελευταίο τσάρο, τον Νικόλαο Β΄ το 1911, αλλά η πολυμελής οικογένειά του με το τραγικό τέλος μόνο τέσσερις φορές έμεινε εδώ.


Το τραπέζι της συνδιάσκεψης

Τριγυρίζουμε στα δωμάτια του τσάρου, της τσαρίνας, των παιδιών, στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στην τραπεζαρία, στην αίθουσα μπιλιάρδου, βλέπουμε ωραίες εσωτερικές αυλές, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το ρίγος που σε καταλαμβάνει μπροστά στο τραπέζι όπου οι τρεις, Τσόρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν υπέγραψαν τη συμφωνία, όταν σκέφτεσαι ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν εδώ επηρέασαν και ίσως επηρεάζουν ακόμα εκατομμύρια ανθρώπων.


Πολύ έχουμε βυθιστεί στην Ιστορία. Καιρός να ξανάρθουμε στο παρόν. Σ’ ένα τοπικό εστιατόριο με μοναδική θέα προς το βράχο που ονομάζεται «φωλιά του χελιδονιού» δοκιμάζουμε τα ουκρανικά φαγητά κι απολαμβάνουμε ένα ποτήρι κρασί.
Εδώ υπογράφηκε η συμφωνία της Γιάλτας


Τετάρτη, 22 Ιουλίου
Σεβαστούπολη

Χαρά και συγκίνηση καθώς ξυπνώντας το πρωί αντικρίζουμε το λιμάνι που έχουμε φτάσει: CEBACTOPOLb. . Κτισμένη στη νοτιοδυτική άκρη της Χερσονήσου της Κριμαίας, αυτής της τόσο ταραγμένης περιοχής, μιας περιοχής διαφιλονικούμενης ανά τους αιώνες, η Σεβαστούπολη ήταν μέχρι το 1911 απαγορευμένη για τους ξένους, λόγω του ότι ήταν Σοβιετική ναυτική βάση. Και τώρα ακόμη, με ειδική συμφωνία μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, ο Ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας σταθμεύει εκεί. Αυτό μέχρι το 2017. Μετά, ποιος ξέρει. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει την Ιστορία, λέει και η ξεναγός μας, που χτες στη Γιάλτα μας μιλούσε για την τραγική ιστορία του τσάρου Νικόλαου. Τώρα όμως η Σεβαστούπολη είναι ανοιχτή και για τη διεθνή εμπορική ναυτιλία, αλλά και για τα εκατομμύρια των τουριστών που την επισκέπτονται κάθε χρόνο.
Σεβαστούπολη
 Δυο φορές η πόλη ισοπεδώθηκε, χωρίς να παραβλέπουμε και την καταστροφή που υπέστη κατά την επανάσταση των Μπολσεβίκων και κατά τις σφοδρές συγκρούσεις τους με το Λευκό στρατό που διεξήχθησαν εδώ. Την πρώτη φορά βομβαρδίστηκε από τους Αγγλογάλλους που συμμάχησαν με τους Τούρκους εναντίον της Ρωσίας κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56). Τη δεύτερη από τους Ναζί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα είναι μια όμορφη ανοικοδομημένη πόλη, όπου τίποτα δεν θυμίζει τις καταστροφές του παρελθόντος. Τη φοβερή πολιορκία, την άμυνα και την καταστροφή του 1855 μπορεί κανείς να δει στο «Πανόραμα». Ένα μουσείο που είναι ολόκληρο ένας πίνακας μήκους 115 μ. και ύψους 14 μ. Πίνακας με προοπτική που σου δίνει την εντύπωση του πραγματικού πεδίου της μάχης. Η τρισδιάστατη εικόνα, με τον ειδικό φωτισμό, τον ήχο, τις 4000 ανθρώπινες μορφές, τα όπλα, τους καπνούς, την πιστή αναπαράσταση του τοπίου, σου δίνει την εντύπωση πως παρακολουθείς από τον λόφο Μάλακοφ την άμυνα της πόλης την 6η Ιουνίου 1855.

Η νέα ζωή πλάι στην αρχαία

Το πιο αξιοθέατο όμως για μας στη Σεβαστούπολη είναι τα ερείπια της αρχαίας Χερσονήσου, αποικίας των Αθηναίων, ιδρυμένης το 422 π.Χ. Για ώρα τριγυρίζουμε στα ερείπια της αρχαίας πόλης, αψηφώντας τον ήλιο και τη ζέστη της ημέρας. Καλά διατηρημένο θέατρο, αγορά, οχυρώσεις, κίονες, ναός…Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε την υπόθεση ότι στην πολύ γειτονική Γιάλτα έφτασε ο Ορέστης; Μήπως η αρχαία Ταυρίδα ταιριάζει πιο πολύ να ταυτιστεί με τη Σεβαστούπολη-Χερσόνησο;
Οι ξένοι, αντιθετική πινελιά μέσα στα αρχαία ερείπια, που απολαμβάνουν το μπάνιο τους αγνοώντας τα αφιλόξενα βράχια της ακτής, ενισχύουν αυτή την υπόθεση.
Λίγο πιο πέρα ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Βλαδιμήρου τιμά τη Σεβαστούπολη ως λίκνο του Ρωσικού Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Εδώ, τον 9ο αι. ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, καθιστώντας τον θρησκεία της Ρωσίας.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου
Οδησσός

Και να την που προβάλλει μπροστά μας, πανέμορφη μέσα στο ηλιόφωτο, καλοκαιρινό πρωινό, αυτή για την οποία κυρίως ξεκινήσαμε τ’ ωραίο ταξίδι.. Δρόμοι και λεωφόροι, βουλεβάρτα και πάρκα, πανέμορφα κτίρια και πλήθος μουσεία, η ιστορία η ίδια περιδιαβάζει στους δρόμους της. Στην 7ωρη ξενάγησή μας προσπαθούμε να δούμε όσο πιο πολλά μπορούμε, να συνδυάσουμε αυτά που βλέπουμε με όσα η φαντασία και τα διαβάσματά μας ανακαλούν.


Η όπερα της Οδησσού
Σχετικά καινούρια πόλη, με ιστορία 200 μόνο χρόνων, ουσιαστικά δημιούργημα της Μεγάλης Αικατερίνης στη θέση ενός παλιού οχυρού, έγινε με τη φροντίδα εμπνευσμένων κυβερνητών της, με την αγάπη του πολυπολιτισμικού πληθυσμού της, με την ανάπτυξη του εμπορίου το 19ο αι. το «μαργαριτάρι της Μαύρης Θάλασσας». Μια πανέμορφη πόλη που μαγεύει τον επισκέπτη.



Αρχίζουμε την περιήγησή μας από τη Λεωφόρο Πριμόρσκι. Ένας κατάφυτος με σκιερές δεντροστοιχίες φαρδύς πεζόδρομος, με νεοκλασικά κτίρια του 19ου αι. δεξιά και αριστερά. Μια μικρή πλατεία σχηματισμένη από δύο ημικυκλικά κτίρια, είναι αφιερωμένη στο Δούκα Ρισελιέ, πρώτο κυβερνήτη της πόλης, στον οποίο οφείλει τόσα πολλά. Ντυμένος με τη ρωμαϊκή τήβεννο απλώνει το δεξί χέρι προς τη θάλασσα σαν να καλωσορίζει και να προσκαλεί τους ξένους, ενώ στο αριστερό κρατάει τη ανακήρυξη της πόλης σε ελεύθερη ζώνη εμπορίου.

Η περίφημη σκάλα Ποτέμκιν

Μπροστά από το Δημαρχείο με τη νεοκλασική πρόσοψη, υψώνεται το μνημείο στον αγαπημένο Ρώσο ποιητή Πούσκιν, που στο σύντομο πέρασμά του από την πόλη (που ουσιαστικά ήταν εξορία) τη σημάδεψε με το έργο του.

Ο Λαοκόων μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, γεμάτο από τις αδιάψευστες μαρτυρίες του ελληνικού παρελθόντος της πόλης, υψώνεται ένα θαυμάσιο αντίγραφο του Λαοκόοντα. Στο Μουσείο καλών Τεχνών παρακολουθούμε μια από τις πιο σημαντικές συλλογές έργων Ρώσων και Ουκρανών καλλιτεχνών.
Το μουσείο

Από τα ωραιότερα κτίρια της Οδησσού είναι το Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου, κτισμένο το 1837 από Βιεννέζους αρχιτέκτονες. Συμπλέγματα αγαλμάτων στολίζουν το επιβλητικό εξωτερικό: Η μούσα της τραγωδίας, η Μελπομένη, ο μυθικός Ορφέας, η μούσα του χορού, η Τερψιχόρη, ανάγλυφες απεικονίσεις σκηνών από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, από τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, αφιερώνονται στην τραγωδία και την κωμωδία. Οι καλύτεροι Ρώσοι και ξένοι καλλιτέχνες εμφανίστηκαν στη σκηνή αυτού του αρχιτεκτονικού κοσμήματος της Οδησσού, που τώρα εμείς ενεοί θαυμάζουμε το εξωτερικό του μόνο.
Και να επιτέλους η Σκάλα Ποτέμκιν, απαθανατισμένη στο περίφημο έργο του Άιζενστάιν. Κτισμένη στα 1840 σαν μια μεγαλοπρεπής είσοδος από τη θάλασσα στην πόλη, πήρε το όνομά της από το ομώνυμο θωρηκτό και από τους στασιασμένους ναύτες του 1905. Αντικρίζουμε τα 193 σκαλοπάτια της από την κορυφή της να κατεβαίνουν σαν ένα ορμητικό ποτάμι προς τη θάλασσα, που φαίνεται, χάρις στην ιδιαίτερη κατασκευή της (πλατύτερη στη βάση και στενότερη όσο ανεβαίνει) ψηλότερη απ’ ό,τι είναι. Μα δεν είναι η μόνη ιδιαιτερότητά της. Καθώς την κοιτάζει κάποιος από την κορυφή σκαλοπάτια δεν φαίνονται, φαίνονται μόνο πλατύσκαλα και το λιμάνι σου φαίνεται έτσι πολύ κοντά. Αντίθετα, αν την κοιτάξεις από τη βάση προς την κορυφή, φαίνονται μόνο τα σκαλοπάτια κι η σκάλα σου φαίνεται έτσι πιο ανάλαφρη, στοχεύοντας ολόισια τον ουρανό.
Μα εκεί που η καρδιά μας χτυπά συγκινημένη, εκεί όπου με άκρα ευλάβεια και σιωπή μπαίνουμε, είναι το μικρό, ασήμαντο εξωτερικά, απέριττο σπίτι της Φιλικής Εταιρείας.
Από το μουσείο της Φιλικής Εταιρείας

Εδώ όπου τρεις έμποροι οραματίστηκαν και έθεσαν τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον πολυαίωνο τουρκικό ζυγό. Τα μάτια βουρκώνουν. Αισθάνομαι σαν να θέλω να κάνω το σταυρό μου μπαίνοντας σ’ αυτή την αίθουσα όπου οι τρεις, γύρω από ένα τραπέζι αναπαριστούν τη σκηνή της ίδρυσης της μυστικής τους οργάνωσης. Η πρώτη προκήρυξη, επιστολές, δημοσιεύματα της εποχής, μνημειώνουν τη στιγμή, γεμίζουν, πολλαπλασιάζουν, επεκτείνουν τον μικρό χώρο. Δωρεά του Μαρασλή το σπίτι αυτό, της σχεδόν μυθικής αυτής προσωπικότητας που το όνομά του συναντάμε σε κάθε γωνιά της πόλης. Το θέατρο, το μουσείο, το Δημαρχείο, βασισμένα όλα σε δωρεές του Γρηγόρη Μαρασλή, που κυβέρνησε την πόλη από το 1878-1895.
Σ’ ένα τοπικό εστιατόριο, στον περίφημο δρόμο Deribasovskaya, ξεκουραζόμαστε μ’ ένα τυπικό ουκρανικό γεύμα. Μας συνοδεύουν γλυκύτατες μελωδίες από όμορφα , γελαστά κορίτσια της Οδησσού.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου
Βάρνα-Τελευταίος σταθμός

Το διάσημο Βουλγαρικό θέρετρο με τις εκτεταμένες παραλίες, η δημοφιλέστερη καλοκαιρινή πόλη της Βουλγαρίας, δεν μου άφησε ωραίες εντυπώσεις. Ίσως γιατί ήρθε μετά τη Γιάλτα και την Οδησσό που μπροστά τους μοιάζει με φτωχό συγγενή. Ή πάλι, ίσως γιατί δεν είχαμε αρκετό χρόνο να την περιηγηθούμε και να τη γνωρίσουμε καλύτερα.
Κτισμένη από Έλληνες (ποιους άλλους;) στη θέση παλιάς Θρακικής πόλης, χρωστά την ύπαρξη και την ευημερία της στη Μαύρη Θάλασσα, της οποίας αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά λιμάνια. Φίλιππος, Μ. Αλέξανδρος, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Βουλγαρικό βασίλειο, Τούρκοι, Σοβιετική Ένωση, πόσοι και πόσοι πέρασαν απ’ εδώ στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσουν στα Βαλκάνια! Σήμερα, Δημοκρατία της Βουλγαρίας, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάνω αυτές τις σκέψεις καθώς η ξεναγός ώρα πολλή, πολύ περισσότερη απ’ όση χρειάζεται, μας περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια τα Ρωμαϊκά λουτρά, στα ερείπια των οποίων στεκόμαστε.
Τα ρωμαϊκά λουτρά στη Βάρνα

Κι εγώ σκέφτομαι τους πολέμους με τους Έλληνες, τη διαμάχη για τη Μακεδονία, τον Βουλγαροκτόνο και τους τυφλωμένους Βουλγάρους, «Τα μυστικά του βάλτου» και την Πηνελόπη Δέλτα, τα πάθη και τα χυμένα αίματα και τώρα…Ελλάδα και Βουλγαρία αδελφωμένες στην Ενωμένη Ευρώπη. Και πάλι η απρόβλεπτη Ιστορία.
Κτισμένος στην καρδιά της Βάρνας, ο Καθεδρικός ναός της Αναλήψεως είναι ένα από τα πιο ελκυστικά οικοδομήματα στην πόλη. Κτίστηκε το 1880-85 σε ανάμνηση των Ρώσων στρατιωτών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους. Τεράστιος, εντυπωσιακός, με τους κρεμμυδόσχημους τρούλους του να θυμίζουν έντονα το ρωσικό στυλ των εκκλησιών, είναι όχι μόνο τόπος λατρείας αλλά και ένα ωραίο έργο τέχνης, τόσο εξωτερικά όσο και στο εσωτερικό του. Για λίγο καθισμένοι ακούμε μια δέηση στα Βουλγάρικα από ένα νεαρό ορθόδοξο ιερέα. Η προσευχή, σε όποια γλώσσα δεν παύει να συγκινεί και να ηρεμεί.
Το Εθνογραφικό (Λαογραφικό) Μουσείο που επισκεπτόμαστε στη συνέχεια δεν μας ενθουσιάζει ιδιαίτερα, παρά μόνο προκαλεί τα επιφωνήματά μας όταν αντικρίζουμε στα γεωργικά εργαλεία, στα αντικείμενα του σπιτιού ή στις ενδυμασίες, τόσες ομοιότητες με αντίστοιχα δικά μας.



Τα ωραία κρασιά και τους τοπικούς μεζέδες της Βάρνας θα δοκιμάσουμε στην καρδιά του δάσους, λίγο έξω από την πόλη, σ’ ένα υπαίθριο εστιατόριο. Το κέφι από το κρασί και το όμορφο περιβάλλον ενισχύουν οι παραδοσιακοί χοροί που ένα Βουλγαρικό συγκρότημα μας παρουσιάζει.







Σάββατο, 25 Ιουλίου
Εν πλω

Χτες, μ’ ένα απίθανο ηλιοβασίλεμα, αποχαιρετήσαμε τη Μαύρη Θάλασσα. Βράδυ περάσαμε αυτή τη φορά τον Βόσπορο. Κάποιο ξενύχτησαν, να δουν έστω από μακριά τα φώτα της Πόλης

Ηλιοβασίλεμα στη Μαύρη Θάλασσα

Το πρωί βρεθήκαμε να πλέουμε σε μια ακίνητη Προποντίδα, στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Τόσο ακύμαντη που κάποιος φίλος ετυμολογεί την ονομασία από το μάρμαρο! Οι γλάροι μας ακολουθούν.


Γύρω στο μεσημέρι διασχίζουμε τα Δαρδανέλια, το Τουρκικό Τσανάκαλε, το δικό μας Ελλήσποντο. Εδώ έπεσε η Έλλη από το χρυσό κριάρι, απ’ εδώ πέρασε ο Ξέρξης κατεβαίνοντας προς την Ελλάδα, απ’ εδώ διάβηκε ο Μ. Αλέξανδρος κάνοντας την αντίστροφη πορεία. Η σκέψη και πάλι στους πολέμους, στα αίματα, στις ανθρωποθυσίες, στην αποτυχημένη απόβαση των συμμάχων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που καθόρισε και την οριστική πια μοίρα της Πόλης. Τι αντίθεση με το ολοφώτεινο αυτό πρωινό και την ηρεμία που χαρίζει η θάλασσα!

Ξανά στο Αιγαίο, εδώ όπου, σε αντίθεση με τη Μαύρη Θάλασσα, κατά τη Μαριάννα Κορομηλά «Θάλασσα σημαίνει φως, διάφανα νερά, φιλόξενοι όρμοι, καλοί λιμένες, άπειρα νησιά και νησίδες, σύντομα περάσματα, κοντινές αποστάσεις». Το χαιρόμαστε όλη μέρα, τελευταία του ταξιδιού, το Αιγαίο μας.

Κυριακή, 26 Ιουλίου -Πειραιάς, 7 π.μ. -Τέλος του ταξιδιού




«Όπου κι αν ψάξω δε βρίσκω άλλο λιμάνι τρελή να μ’ έχει κάνει όπως τον Πειραιά…»