Τρίτη, Αυγούστου 26, 2008

Το άλλο μου μισό

Τα μεγάλα, τα τραυματικά ιστορικά γεγονότα, αυτά που αφήνουν τα ματωμένα αχνάρια τους αποτυπωμένα για πάντα στη σκέψη και το συλλογικό ασυνείδητο, δεν παύουν ποτέ να αποτελούν πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο, το τραγικό εκείνο γεγονός εξακολουθεί να υποκινεί τη λογοτεχνική έμπνευση, πολύ περισσότερο γιατί οι οδυνηρές συνέπειες δεν έχουν εξαλειφθεί. Οι πρόσφυγες εξακολουθούν να είναι πρόσφυγες, να βλέπουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, βίαια αρπαγμένα, στην κατοχή άλλων, αγνοούμενοι εξακολουθούν να είναι αγνοούμενοι, ενώ καθημερινά κάποιων η τραγική κατάληξη διαπιστώνεται και 34 χρόνια μετά γίνεται η κηδεία τους...Παράλληλα όμως η ζωή προχωρεί. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, καινούριες νοοτροπίες διαμορφώνονται χωρίς οι εφιάλτες να εγκαταλείπουν αυτούς που τους βίωσαν.
Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, γνωστή και βραβευμένη πεζογράφος, με το τελευταίο της μυθιστόρημα "Το άλλο μου μισό" (Πατάκης, 2008) επιχειρεί να εικονογραφήσει μια πλατιά τοιχογραφία της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας. Οι ήρωές της, άνθρωποι του σήμερα, βιώνουν ακόμη τις συνέπειες της τραγικής μοίρας του '74. Ο Γιάννης και η Αριάδνη, ο Υβ και ο Αχμέτ, η Μάρα, η Θάλεια και ο Αλέκος, ο Ανδρέας και ο Ισμαήλ, ο Νίκος και άλλα ακόμη πρόσωπα, γίνονται οι φορείς και οι εκπρόσωποι της κυπριακής κοινωνίας.
Η Αριάδνη, μια νέα ζωγράφος και γλύπτρια, ζει "ευτυχισμένη" με τον άνδρα της, το Γιάννη. Εκείνος, γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, δοσμένος στις οικογενειακές επιχειρήσεις, με προσπάθεια, όπως πολλοί άλλοι Κύπριοι, να επεκταθεί και στα Βαλκάνια, δεν παύει να βασανίζεται από νυχτερινούς εφιάλτες, στους οποίους ξαναζεί όλα όσα ως οχτάχρονο παιδί βίωσε στην Κερύνεια κατά την εισβολή:Το βιασμό και το θάνατο της μητέρας του, το χαμό του πατέρα και του μικρού του αδελφού. Επίμονα αρνείται να επισκεφθεί τα Κατεχόμενα όταν οι Τούρκοι άνοιξαν τα οδοφράγματα και επέτρεψαν, με έλεγχο διαβατηρίων, επισκέψεις των Ελλήνων σ' αυτό που ονομάζουν δικό τους κράτος κι ας είναι στην ουσία αρπαγμένη ελληνική γη. Η γυναίκα του, η Αριάδνη, ούτε κι αυτή έχει πάει ακόμα, αλλά δεν είναι τόσο αρνητική. Παίρνει μέρος σε μια κοινή έκθεση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων καλλιτεχνών κι εκεί γνωρίζει τον Αχμέτ, με ον οποίο θα δημιουργηθεί μια έλξη που θα καταλήξει σ' έναν έρωτα. Θ' αρχίσει να επισκέπτεται την άλλη πλευρά, κάποια στιγμή μάλιστα θα δικαιολογήσει τη μητέρα της που πιστεύει πως "αφού είναι δικά μας, γιατί να τα χαίρονται μονάχα αυτοί;" Η μητέρα της, η κυρία Θάλεια, γίνεται εκπρόσωπος μιας άλλης μερίδας της κυπριακής κοινωνίας. Μια πλουτοκρατία που ζει σε συμβατικούς γάμους και που η ζωή της εξαντλείται στη χαρτοπαιξία και στην ανέμελη ψυχαγωγία. Ο άντρας της, ο Αλέκος, είναι ο επιχειρηματίας του οποίου τα ταξίδια στο εξωτερικό κρύβουν τις ξωσυζυγικές του σχέσεις. Ο Ανδρέας είναι ο Κύπριος που με ελαφρά ή καθόλου συνείδηση μπλέκεται σε αγοραπωλησίες περιουσιών στα Κατεχόμενα. ο Υβ είναι ο γκέι καλλιτέχνης, πιστός φίλος της Αριάδνης. Ο Ισμαήλ είναι ο εκμεταλλευτής Τουρκοκύπριος που από υπάλληλος γίνετια ο κάτοχος του εργοστασίου. Η κυρία Μάρα είναι η σοβαρή, αξιοπρεπής κυρία, η γιαγιά που με τη σοφία και τη σοβαρότητά της γίνεται ο αντίποδας της Θάλειας. Κι ο Αχμέτ...ο Αχμέτ γίνεται το κεντρικό πρόσωπο, αυτός που αντιπροσωπεύει "το άλλο μου μισό" και το μυθιστόρημα βρίσκει μια ευτυχή κατάληξη.
Σωστή ψυχολογία των προσώπων, αναμνήσεις από την εισβολή, έρωτας, περιπέτεια, εικόνες της όμορφης κυπριακής γης, προβλήματα και προβληματισμοί, συνθέτουν μια επιτυχημένη εικόνα της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας και ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα.


Σάββατο, Αυγούστου 16, 2008

"Στίλερ", του Μαξ Φρις

"Κοίταξε, γι' αυτό ακριβώς είναι δύσκολο να επιλέξεις τον εαυτό σου, επειδή σ' αυτή την επιλογή ταυτίζεται η απόλυτη απομόνωση με τη βαθύτερη συνέχεια, επειδή μέσω αυτής της επιλογής κάθε δυνατότητα να γίνεις κάτι άλλο, περισσότερο να μετα-συντεθείς σε κάτι άλλο, αποκλείεται εξ άπαντος".
Με εισαγωγική προμετωπίδα το απόσπασμα αυτό από τον Κίρκεγκααρτ ο Μαξ Φρις μας προϊδεάζει για το μυθιστόρημά του (Κέδρος, 2008, μετ. Αρετή Κοντογιώργη, πρώτη έκδοση στα γερμανικά 1954), που είναι ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα αυτογνωσίας.
Τον Ελβετό συγγραφέα Μαξ Φρις ήξερα μόνο από ένα θεατρικό του, "Ο Μπήτερμαν και οι εμπρηστές", που είχα παρακολουθήσει πολλά χρόνια πριν. Δεν ήξερα καν ότι είχε γράψει και μυθιστορήματα. Κι όμως θα αρκούσε, πιστεύω, και μόνο το "Στίλερ" για να τον κατατάξει ανάμεσα στους κορυφαίους πεζογράφους της εποχής μας (Ζυρίχη 1911-1991). Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Ο μύθος σίγουρα ελκυστικός, αλλά η βαθύτερη ουσία του σου διαφεύγει αν δεν το διαβάσεις προσεκτικά, αν δεν επανέλθεις σε κάποιες σελίδες. Κεντρική ιδέα το θέμα της προσωπικής ταυτότητας, με άλλα λόγια της αυτογνωσίας, θέμα βεβαίως πανάρχαιο και δυσχερέστατο και μόνο τον Σωκράτη αν σκεφτούμε. Ποιοι πραγματικά έιμαστε; Αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε μας ή αυτό που πιστεύουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυρό μας; Κι άραγε όλοι οι άλλοι μας βλέπουν το ίδιο; Κι εμείς ξέρουμε τον εαυτό μας; "Μπορείς να διηγηθείς τα πάντα, εκτός από την πραγματική ζωή σου", λέει σε κάποιο σημείο ο Φρις, ρήση που επιλέγηκε και για το οπισθόφυλλο του βιβλίου.
"Δεν είμαι ο Στίλερ!" Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα, μ' αυτή την κατηγορηματική δήλωση του κεντρικού ήρωα, τον οποίο έχουν συλλάβει (καλά- καλά δεν διευκρινίζεται γιατί). Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι ο κύριος Γουάιτ, Αμερικανός γερμανικής καταγωγής. Βρίσκεται στη φυλακή κι εκεί του δίνεται γραφική ύλη για να γράψει την αλήθεια γύρω από τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αποτελούν επτά τετράδια, όπου σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται τη ζωή του και κλείνει μ' ένα πολύ σύντομο κεφάλαιο γραμμένο από τον εισαγγελέα. Η φυλακή, στην οποία έχει μια σχετικά άνετη διαβίωση, μπορεί μάλιστα να βγαίνει κάποτε, πολλές ιστορίες και περιστατικά άσχετα μεταξύ τους, συζητήσεις με τον φύλακα, τον συνήγορό του, τον εισαγγελέα γεμίζουν τα επτά τεράδια. Μάταια όλοι προσπαθούν να τον πείσουν ότι είναι ο Στίλερ, γλύπτης, παντρεμένος με μια χορεύτρια, τη Γιούλικα και ο οποίος εξαφανίστηε πριν έξι χρόνια. Ο συνήγορος, ο εισαγγελέας, η Γιούλικα, αδελφός του, κάποια στιγμή και ο πατριός του μαρτυρούν ότι είναι ο Στίλερ.
Τα ποικίλα περιστατικά της ζωής του που μας πάνε από το Μεξικό στον Ισπανικό εμφύλιο, από το Παρίσι στη Ζυρίχη (πολύ ωραία η απεικόνισή της), από το Νταβός στη Ν. Υόρκη αποτελούν ωραιότατες σελίδες που σε παρασύρουν, άσχετα αν δεν "πιάνεις" πολλές φορές τη μεταξύ τους σχέση ή αν η σχέση αυτή είναι πολύ χαλαρή. "Κάθε λέξη είναι ψεύτική και αληθινή, αυτή είναι η φύση των λέξεων κι όποιος θέλει τα πιστεύει όλα ή τίποτα..." γράφει ο Στίλερ. Οι ιστορίες που αφηγείται, οι σκέψεις, οι περιγραφές μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή κομμάτια υψηλής λογοτεχνίας. Όπως είναι για παράδειγμα, μια οξυδερκής περιγραφή της συμπεριφοράς των Αμερικανών (σ. 352) ή μιας παράστασης τσίρκου (σ. 324) ή της μουσικής μπαλέτου και του χορού (σ. 142) ή η δραματική ανακάλυψη μιας σπηλιάς με σταλακτίτες στο Τέξας (σ. 175-191), μια ειδυλλιακή, ποιητική σχεδόν περιγραφή ενός γεύματος στην ελβετική ύπαιθρο (σ. 394-397) και άλλα. Ιδιαίτερη συγκίνηση και απόλαυση μου προκάλεσαν οι σελίδες που αναφέρονται στην παραμονή της Γιούλικας, που έπασχε από φυματίωση, σε σανατόριο στο Νταβός, γιατί μου θύμισαν το αγαπημένο μου "Μαγικό Βουνό". Πιστεύω πως οι σελίδες αυτές είναι μια απότιση φόρου τιμής του Φρις προς τον Τόμας Μαν. Άλλωστε, έμμεσα ο ίδιος φροντίζει να μας πληροφορήσει για τις οφειλές του: "Το ότι δεν έχω τα δολοφονικά ένστικτά μου από τον Κ. Γ. Γιουνγκ, τη ζήλια από τον Μαρσέλ Προυστ, την Ισπανία από τον Χεμινγουέι, το Παρίσι από τον Ερνστ Γιούνγκερ, την Ελβετία από τον Μαρκ Τουέιν, το Μεξικό από τον Γκράχαμ Γκριν, την τρομερή φοβία μου από τον Μπερνανό, την μη επίτευξη από τον Κάφκα και οτιδήποτε άλλο από τον Τόμας Μαν, διάολε, πώς να το αποδείξω στο συνήγορό μου;"
Οι αποφθεγματικές ρήσεις του Μαξ Φρις αφθονούν στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα "Τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να αποδεχτούμε τον εαυτό μας" , "μπορείς να χάσεις μια γυναίκα, αν πρώτα την έχεις κερδίσει" και άλλες, όμως αρκετά ήδη έχω μακρηγορήσει, περισσότερο από τα κατά κανόνα συνειδητά σύντομα ποστ μου. Δεν μπορώ όμως να μην παραθέσω ένα επιλογικό, πολύ χαρακτηριστικό του βιβλίου απόσπασμα: "Στην προτροπή να αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν εμπεριέχεται ως αυτονόητο το ότι κάποιος αγαπά τον εαυτό του, αποδέχεται τον εαυτό του έτσι όπως είναι πλασμένος. Αλλά και μόνο με την αυτοαποδοχή δεν το έχεις καταφέρει! Όσο προσπαθώ να πείσω τον περίγυρό μου ότι δεν είμαι άλλος από τον εαυτό μου, φοβάμαι εκ των πραγμάτων την παρεξήγηση, παραμένω δέσμιός της λόγω αυτού του φόβου..."


Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

"Αυλαία" για τον Ηρακλή Πουαρό

Πάνε χρόνια που έπαψα να διαβάζω Άγκαθα Κρίστι, αφού πέρασα αμέτρητες ώρες συντροφιά πότε με τον Ηρακλή Πουαρό, πότε με τη συμπαθητική γριούλα, τη Μις Μαρπλ, ψάχνοντας με τα δικά μου "φαιά κύταρα" να εντοπίσω το δολοφόνο πριν από τις τελευταίες αποκαλυπτικές σελίδες της ανεπανάληπτης Άγκαθα. Και δεν είχα σκοπό να ξαναγυρίσω σ' αυτά τα νεανικά διαβάσματα, αν δεν θεωρούσα υπόθεση οφειλόμενης τιμής σ' αυτήν που μου χάρισε τόσες ευχάριστες ώρες ανάγνωσης, το να διαβάσω το τελευταίο της μυθιστόρημα στο οποίο ο Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει. Γραμμένο τη δεκαετία του '40 κυκλοφόρησε, σύμφωνα με την επιθυμία της, το 1975, μετά το θάνατό της .
"Αυλαία", λοιπόν, (Λυχνάρι 2008) ή "Η τελευταία υπόθεση του Ηρακλή Πουαρό". Συναντάμε ξανά όλα τα γνώριμα στοιχεία της τεχνικής της μεγάλης κυρίας του αστυνομικού μυθιστορήματος: Πολλά πρόσωπα συγκεντρωμένα είτε για μια οικογενειακή σύναξη είτε, όπως εδώ, σε μια πανσιόν, η γοητευτική αγγλική εξοχή, το τσάι στις 5 η ώρα, το βραδινό ντύσιμο για το δείπνο, η απαραίτητη βροχή, πολλοί ύποπτοι και φυσικά ένας ή περισσότεροι φόνοι για τους οποίους ο ένοχος θα αποκαλυφθεί μόνο στις τελευταίες σελίδες.
Σ' αυτό το τελευταίο μυθιστόρημά της ο Ηρακλής Πουαρό είναι βαριά άρρωστος. Βρίσκεται σε μια αναπηρική καρέκλα σε μια πανσιόν, το Στάιλς, ένα σπίτι από το οποίο είχε αρχίσει τη ντετεκτιβική του δράση, όπου και καλεί τον πιστό του φίλο, τον Χάστνγκς, να τον επισκεφθεί. Φόνος δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά ο Πουαρό, συνδέοντας την παρουσία ενός προσώπου με πέντε παλιές δολοφονίες για τις οποίες όμως οι ένοχοι είχαν βρεθεί, είναι σίγουρος ότι κι εδώ θα διαπραχθεί ένας φόνος. Καλεί λοιπόν το φίλο του να προσπαθήσει να τον εμποδίσει, χωρίς όμως να του αποκαλύπτει ούτε ποιον υποψιάζεται ως τον πιθανό δολοφόνο ούτε το υποψήφιο θύμα. Μια απόπειρα δολοφονίας που φάνηκε ως ατύχημα και δυο φόνοι που ακολούθησαν δεν μπόρεσαν να προληφθούν. Για να έρθει βέβαια στο τέλος η αποκάλυψη της αλήθειας, όταν πια ο μικρόσωμος Βέλγος ντετέκτιβ, ο ήρωας τόσων ιστοριών, που ξεδιάλυνε τα πάντα μόνο με τη δύναμη του μυαλού του, δεν θα είναι πια στη ζωή.
Δεν θα έλεγα ότι είναι από τα καλύτερα της Άγκαθα ούτε από τα πιο πειστικά της ως υπόθεση. Αξίζει όμως να διαβαστεί από τους θαυμαστές της "βασίλισσας" του αστυνομικού μυθιστορήματος, για να παρακολουθήσουν μαζί της την "Αυλαία" να πέφτει για τον Ηρακλή Πουαρό.



Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

Παλιά, πολύ παλιά

Αγόρασα (μάλλον παρέλαβα από το ταχυδρομείο αφού το είχα παραγγείλει, μια και στην Κύπρο δεν είχε έρθει ακόμα) το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη "Παλιά, πολύ παλιά" (Γαβριηλίδης, 2008) δυο μέρες πριν φύγω για ταξίδι, για να το πάρω μαζί μου. Δυστυχώς...το τελείωσα πριν φύγω και βρέθηκα να αναζητώ άλλο βιβλίο. Είναι ένα από τα καλύτερά του, αν όχι το καλύτερο. Η αστυνομική ιστορία με ήρωα τον μόνιμο πρωταγωνιστή του, τον συμπαθή αστυνόμο Κώσα Χαρίτο, είναι ταυτόχρονα κι ένα νοσταλγικό οδοιπορικό στη σύγχρονη, αλλά και την παλιά Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη πλημμυρίζει τον αναγνώστη που έχει ζήσει εκεί ή που την έχει επισκεφθεί έστω και για λίγο, με εικόνες, αναμνήσεις, μυρωδιές, νοσταλγία.
Ο γνωστός μας αστυνόμος Χαρίτος, μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο, την Αδριανή, με την οποία "μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε", πάνε για διακοπές στην Πόλη μαζί με ένα γκρουπ τουριστών. Πολύ ωραία αποδίδονται οι διάφοροι χαρακτήρες που συμμετέχουν σε τέτοιου είδους ταξίδια, οι ξεναγήσεις, οι περιγραφές των αξιοθέατων, οι εντυπώσεις. Και ξαφνικά ο Χαρίτος μπλέκεται και πάλι σε μια αστυνομική περιπέτεια. Ένας ηλικιωμένος κύριος, κάτοικος της Πόλης, ακούγοντάς τους να μιλούν ελληνικά, ζητά να μάθει αν ταξίδεψε μαζί τους μια σχεδόν ενενηκοντούτις γνωστή του, που του είχε πει ότι αναχωρούσε για την Πόλη, αλλά δεν είχε φτάσει ποτέ. Η αναζήτηση της γριάς Μαρίας Χάμπου θα μπλέξει τον αστυνόμο Χαρίτιο, έστω κι αν βρίσκεται σε διακοπές, σε μια ακόμα αστυνομική περιπέτεια, στην οποία αναγκαστικά θα συνεργαστεί με την τουρκική αστυνομία. Πολύ σύντομα εντοπίζουν τα ίχνη της ηλικιωμένης, η οποία, αρχίζοντας από τον αδερφό της, σκορπάει το θάνατο προσφέροντας στα θύματά της μια..τυρόπιτα ζυμωμένη με παραθείο. Τα αίτια, που αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, κρύβονται σε παλιές μισοξεχασμένες ιστορίες, ζωντανές όμως για τη γριά Χάμπου που ζητά εκδίκηση. Ο Χαρίτος τριγυρίζει στην Πόλη, πότε με τον Τούρκο Μουράτ, πράγμα που συχνά δίνει αφορμή στο συγγραφέα να μιλήσει για τις σχέσεις και τη νοοτροπία των δυο λαών, άλλοτε πάλι μόνος, με τη βοήθεια Ελληνίδων της Πόλης (μια μάλιστα έτυχε να ταξιδεύει μαζί τους) προσπαθώντας να βρει τη γριά και να προλάβει το επόμενο χτύπημά της.
Περιφερόμαστε κι εμείς μαζί του πότε σε σπίτια, πότε σε γειτονιές, σε εκκλησίες, στον λίγο εναπομείναντα Ελληνισμό της Πόλης. Παλιές ιστορίες ξεθάβονται, μνήμες διωγμών επανέρχονται κι ανάμεσα σκόρπιες σκέψεις και συζητήσεις για τα λάθη του Ελληνισμού ή για την ιδιαιτερότητα των Ρωμιών της Πόλης, απ' την οποία και ο ίδιος ο Μάρκαρης κατάγεται. Μοιάζει σαν η αστυνομική ιστορία να είναι μόνο η αφορμή για να εκφράσει ο συγγραφέας τα συναισθήματά του για το γενέθλιο χώρο, να μας μιλήσει για την Πόλη και τους ανθρώπους της, για το πώς ήταν άλλοτε και πώς είναι σήμερα, για τους δρόμους, την πολυκοσμία, τα εστιατόρια, τα φαγητά της.
Για όσους έχουν διαβάσει προηγουμένως Μάρκαρη και τον αγαπούν, το βιβλίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Για όσους για πρώτη φορά θα τον γνωρίσουν είμαι βέβαιη ότι δεν θα τους απογοητεύσει.


Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Η Μαρία ήταν το πρόσχημα

Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, δεν είναι χρονικό, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι ταξιδιωτικό κι όμως είναι όλα αυτά μαζί κι άλλα ακόμη. Το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων", στη σειρά "Η κουζίνα του ιστορικού" των εκδόσεων Πατάκη (2008), με γοήτευσε. Για πολλά πράγματα. Για τη σειρμική γραφή της Κορομηλά, που πετιέται από το ένα θέμα στο άλλο, από τη δική της γέννηση και καταγωγή στη Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα Διπλοβατάτζινα, τη Μαρία των Μογγόλων, από την απαξίωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος της δεκαετίας του '50 στην καταγωγή της Παλαιολογίνας, από το πότε και πώς "υπέκυψε στην πρόκληση του άγνωστου Βυζαντίου" στα διαβάσματα, στην αναζήτηση βιβλίων και πηγών ή στον 13ο αι. και τον τρόπο που ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος σφετερίστηκε την εξουσία. Από τα φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι, στη Μαρία που 12χρονο κορίτσι στέλλεται από τον πατέρα της να παντρευτεί τον Κουλαγκού, ηγεμόνα των Μογγόλων, σε μια προσπάθεια του Μιχαήλ να εξασφαλίσει την ειρήνη και τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Από τα ταξίδια ατον Πόντο, στη Θράκη, στην Καισάρεια η Κορομηλά μεταπηδά και παρακολουθεί την ηρωίδα της στις δικές της πορείες. Όλο το βιβλίο κινείται σ' αυτό το στυλ και σ' ένα γοργό, αγχώδη ρυθμό, λες και η συγγραφέας βιάζεται κι αδημονεί να καλύψει το χάσμα των εφτά αιώνων και να συναντήσει αυτή τη μορφή που στοίχειωνε για χρόνια τη σκέψη της.
Μ' άρεσε ο τρόπος που η Κορομηλά κατορθώνει να κάνει το παρελθόν παρόν, που ο Μιχαήλ κι ο Ανδρόνικος κι ο Θεόδωρος Μετοχίτης κι η Μαρία δεν είναι πια παγιωμένες εικόνες σε βιβλία, αλλά πρόσωπα ζωντανά, συγκαιρινά μας. Μ' άρεσε που δεν μιλά με ατράνταχτες βεβαιότητες, αλλά με υποθέσεις, στηριγμένη πάντα σε κείμενα της εποχής. Για παράδειγμα, οι συλλογισμοί της για την πολύμηνη πορεία που ακολούθησε η Μαρία τότε, το 1264, για να φτάσει στη χώρα των Μογγόλων, αν δηλαδή πήγε μέσω Τραπεζούντας δια θαλάσσης πρώτα και ύστερα δια ξηράς, ή αν διέσχισε τη Μικρά Ασία περνώντας από την Καισάρεια, της οποίας η στρατηγική θέση εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, αφού οι Η.Π.Α. εγκατέστησαν εκεί μια από τις στρατηγικότερες βάσεις τους στη Μέση Ανατολή (και να που το παρελθόν γίνεται και πάλι παρόν), καταλήγουν σε πολύ πειστικό συμπέρασμα.
Μ' άρεσε ακόμα γιατί βρήκα στο βιβλίο δικές μου εμπειρίες (κάπως εγωιστικό ακούγεται, αλλά έτσι δεν συμβαίνει πάντα;). Η Μονή της Χώρας στην οποία η Κορομηλά συνεχώς επανέρχεται, εκεί όπου σ' ένα απ' τα θαυμάσια ψηφιδωτά της απεικονίζεται η ηρωίδα της, με την ελλιπή επιγραφή "...ΑΝΔΡΟΝΊΚΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Η ΚΥΡΆ ΤΩΝ ΜΟΥΓΟΥΛΙΩΝ, ΜΕΛΆΝΗ Η ΜΟΝΑΧΉ", υπήρξε και για μένα ένας γεμάτος δέος και συγκίνηση χώρος, όσο σύντομη κι αν ήταν η επίσκεψή μου, χαρακτηρισμένη με τον περιφρονητικό και απαξιωτικό προσδιορισμό "τουριστική". Και η πλήρης εκπλήξεως και θρησκευτικής κατάνυξης εμπειρία της Κορομηλά στην ανακάλυψη του αραβικού Χριστιανισμού της Συρίας, υπήρξε και μια δική μου ανάλογη εμπειρία σ' ένα βαθύτατα κατανυχτικό εσπερινό στο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας στη Μααλούλα, λίγο έξω από τη Δαμασκό.
Θα συμφωνήσω εν μέρει με την αγαπητή Χριστίνα που βρίσκει στο βιβλίο "φλυαρία και αυτάρεσκο ύφος", αλλά το σύνολο δεν παύει να είναι γοητευτικό. Μετά απ' αυτό θα δυσκολευτώ, νομίζω, να προσαρμοστώ και πάλι στην ανάγνωση των κλασικών ιστορικών μυθιστορημάτων.


Κυριακή, Ιουνίου 29, 2008

Το γέλιο του δράκου


"Στο κάτω κάτω, τι καλύτερο απ' το να είσαι δεκάξι χρόνων στην Ευρώπη, στην αρχή της δεκαετίας του εξήντα;" Αναρωτιέται ο δεκαεξάχρονος ήρωας του Pierre Peju στην αρχή του βιβλίου (ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, ποταμός, 2007). Είναι καλοκαίρι του 1963 στη Γερμανία. Ο νεαρός Γάλλος Πωλ Μαρλώ βρίσκεται σε μια μικρή γερμανική πόλη, το Κελστάιν, που είχε βγει αλώβητο από τους βομβαρδισμούς και τη λαίλαπα του πολέμου. Βρίσκεται εκεί φιλοξενούμενος του Τόμας, ενός παιδιού με το οποίο αλληλογραφούσε. Η εύθυμη συντροφιά των νεαρών, οι ωραίες εκδρομές στο δάσος και στη Μαύρη Λίμνη, η έλξη που αισθάνεται για ένα ωραίο κορίτσι, την Κλάρα, παθιασμένο με την κινηματογράφηση και τη φωτογραφική τέχνη, η αντιζηλία με τον Τόμας, όλα μοιάζουν όμορφα, ειρηνικά. Είναι η Γερμανία και η Ευρώπη που επουλώνει τις πληγές της και βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον. Όμως το πολύ κοντινό παρελθόν, οι μνήμες του πολέμου είναι ακόμα εκεί, βασανιστικές, με τις οδυνηρές συνέπειες γι' αυτούς που έζησαν τη φρίκη ακόμα παρούσες. Η όμορφη, ανήσυχη Κλάρα είναι κόρη του γιατρού Λαφονταίν, που ως στρατιωτικός γιατρός συμμετείχε στο Ρωσικό μέτωπο του πολέμου και έζησε μια συγκλονιστική εμπειρία με τη θανάτωση παιδιών. Η μητέρα της είναι άλλο ένα θύμα του πολέμου, έχοντας δει να βομβαρδίζεται το σπίτι της και να ξεκληρίζεται ολόκληρη η οικογένειά της.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας μας μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1941 στην Ουκρανία και περιγράφει την εξόντωση των εκεί Εβραίων. Σκληρές οι σκηνές, σπαραχτική η πορεία των παιδιών προς το θάνατο, μια πορεία που σημάδεψε για πάντα τη ζωή του υπεύθυνου λοχαγού, φίλου και συντοπίτη του γιατρού Λαφονταίν. Ο λοχαγός θα γυρίσει στο Κελστάιν αλλά δεν γλιτώνει από τις τύψεις που τον οδηγούν στην τρέλα και στο πνίξιμο των ίδιων των παιδιών του.
Τα κεφάλαια με το παρόν του 1963 και το παρελθόν του 1941, οι ιστορίες του παρόντος και του παρελθόντος εναλλάσσονται όλο το καλοκαίρι, όσο ο Πωλ βρίσκεται στη Γερμανία. Με το τέλος του καλοκαιριού επιστρέφει στο Παρίσι και τα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν την πορεία της ζωής και της ενηλικίωσής του, χωρίς να αποφεύγεται πάλι το παρελθόν. Τα κεφάλαια σημαδεύονται με χαρακτηριστικές για τη ζωή του ήρωα χρονολογίες, όπως 1964, 1968 και τα γεγονότα του Μάη, 1972 κ.λπ. φτάνοντας ως το φανταστικό 2037, οπότε ο ήρωας, υπέργηρος, έχοντας βιώσει πλήθος θανάτους, "ακούει τη βοή των αναμνήσεων".
Στην πορεία της ζωής του ο Πωλ, που του άρεσε να ζωγραφίζει, ανακαλύπτει το ταλέντο του στη γλυπτική κι αυτό γίνεται τελικά η τέχνη και το επάγγελμά του. Η Κλάρα, με την οποία συναντιούνται κατά διαστήματα (μου θύμισε κάπως το "Παλιοκόριτσο" του Μάριο Βάργκας Λιόσα) κυνηγάει τη φωτογραφική είδηση στα πεδία των μαχών και θα βρει το θάνατο σε μια αψιμαχία Ισραηλινών-Παλαιστινίων. Ο Πωλ παντρεύεται μια νεαρή νοσοκόμα που τον είχε περιθάλψει όταν αυτός τραυματίστηκε στα γεγονότα του Μάη του '68. Παράλληλα βασανίζεται και από το μυστήριο της δολοφονίας του πατέρα του που συνέβη αμέσως μετά την ανακωχή, ένα αίνιγμα που θα λυθεί προς το τέλος του βιβλίου.
Ένα πολύ ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο, στο οποίο όμως εμπλέκονται τόσα πολλά θέματα ( ο πόλεμος, η εξόντωση των Εβραίων, ο έρωτας, η εφηβεία και η ενηλικίωση, ο Μάης του '68, η τέχνη, στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, κ.λπ.) που διερωτώμαι με τι θα ασχοληθεί ο συγγραφέας σε μελλοντικό του έργο!






Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

Δυο χρόνια και δυο μέρες

Γιορτάζοντας τα πρώτα γενέθλια του μπλογκ μου, τέλειωνα την εγγραφή της 21ης Ιουνίου 2007 με την ευχή: "Του χρόνου τέτοια μέρα να είμαι και πάλι εδώ". Και να που η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Κάποιοι στην επέτειο των γενεθλίων τους μελαγχολούν με τη σκέψη ότι μεγαλώνουν. Καθόλου δεν μελαγχολώ. Χαίρομαι γιατί έχω ζήσει άλλη μια χρονιά γεμάτη από την απόλαυση του διαβάσματος, την επικοινωνία με γνωστούς και άγνωστους φίλους, με όμορφα ταξίδια, με πολλή αγάπη γύρω μου που έδωσα και πήρα, μ' ένα πραγματικό χρόνο ζωής. Δεν έχω τίποτε άλλο να πω παρά μόνο "ευχαριστώ για όλα" και να επαναλάβω την ευχή: "Του χρόνου και πάλι εδώ".


Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

Υπόθεση Τουλάγεφ

Η "Υπόθεση Τουλάγεφ" (Βικτόρ Σερζ, εκδ. Scripta, 2007, μετ. Τιτίκα Δημητρούλια) είναι ένα λογοτεχνικά υψηλό δημιούργημα και ταυτόχρονα ένα ιστορικό ντοκουμέντο για μια ταραγμένη εποχή στην ιστορία της κομμουνιστικής Ρωσίας. Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται αργό διάβασμα, ανάλυση και συζήτηση πάνω σε πλήθος θέματα που αγγίζει. Αισθάνομαι δέος μπροστά σ' αυτή την εκτεταμένη τοιχογραφία της σταλινικής Ρωσίας και μεγάλο δισταγμό ν' αναφερθώ σ' αυτό, όπως για άλλα βιβλία. Παρ' όλο ότι διάβασα την ωραία παρουσίαση του αγαπητού librofilo, παρ' όλο ότι είχα υπόψιν την κριτική του "Βήματος" και των "Νέων", προπάντων παρ' όλη τη βοήθεια που προσφέρει στον αναγνώστη το εξαιρετικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Γκρήμαν, εντούτοις η πληθώρα των προσώπων, των επεισοδίων, των εικόνων, των σκέψεων, των προβληματισμών, με κάνουν να δυσκολεύομαι να γράψω με τρόπο ικανοποιητικό γι' αυτό το βιβλίο. Ίσως ένας λόγος είναι και το ότι δεν έχει ακριβώς την ενότητα μυθιστορήματος, αλλά τα δέκα κεφάλαιά του λειτουργούν αυτοτελώς με μια πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Ας προσπαθήσω όμως.
Το πρώτο κεφάλαιο που επιγράφεται "Οι κομήτες γεννιούνται τη νύχτα" μοιάζει με την οβερτούρα σε μια μουσική σύνθεση. Είναι η εισαγωγή, της οποίας το μουσικό θέμα θα επανέρχεται από καιρού εις καιρόν, αποτελώντας το συνδετικό κρίκο στα ανεξάρτητα κεφάλαια. Σ' αυτό το εισαγωγικό μέρος παρακολουθούμε το νεαρό Κόστια, εργάτη στο εργοτάξιο του Μετρό, ένα ρομαντικό νέο που δεν διστάζει τα χρήματα που μάζευε για να αγοράσει παπούτσια, να τα δώσει για να αγοράσει ένα μικρό γυνακείο πορτρέτο μιας άγνωστης. Γυρίζοντας στο σπίτι του και συναντώντας στο διπλανό δωμάτιο τον ηλικιωμένο Ρομάσκιν που συνήθως του δάνειζε βιβλία, βλέπει εκεί ένα όπλο, ένα κολτ, το οποίο ο Ρομάσκιν παρορμητικά του χαρίζει. Κι ένα κρύο βράδυ του Φλεβάρ, ο Κόστια με το ρεβόλβερ στην τσέπη, ακούει να προσφωνούν κάποιον "Τουλάγεφ". "Τουλάγεφ; Της Κεντρικής Επιτροπής; Που έκανε τους μαζικούς εκτοπισμούς στο Βαρόνις; Την εκκαθάριση των πανεπιστημίων;" σκέφτεται ο Κόστια και αυθόρμητα βγάζει το πιστόλι και τον πυροβολεί. Κανείς δεν είδε τίποτα. Ο Κόστια χάνεται μέσα στη νύχτα, αλλά η δολοφονία του Τουλάγεφ ανοίγει ένα καινούριο κύμα εκκαθαρίσεων που ήδη είχαν αρχίσει. (Χρονολογικά, από εσωτερικά στοιχεία του κειμένου φαίνεται ότι βρισκόμαστε στο 1939).
Σε κάθε ένα από τα επόμενα εννιά κεφάλαια του βιβλίου ένα καινούριο πρόσωπο πρωταγωνιστεί, ένας φάκελος ανοίγει, ένας ακόμη από την παλιά επαναστατική γενιά θεωρείται ύποπτος και "εκκαθαρίζεται". ("Εκκαθαρίσεις": η παλιά λέξη που χρησιμοποιούσαμε στην κόκκινη τροκοκρατία, από ντροπή μαζί και κυνισμό, αντί για το εκτελώ", σκέφτεται ένας από τους ήρωες του βιβλίου). Ωραίες εικόνες της φύσης και λυρικές περιγραφές, χιονισμένα τοπία, εναλλάσσονται με εικόνες εκτελέσεων, στα κελιά κρατουμένων ή στο γραφείο του Αρχηγού ακούμε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η παλιά φρουρά που με αιματηριούς αγώνες εγκαθίδρυσε το νέο καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπη με το δικό της δημιούργημα, μια καινούρια, σκληρή γενιά. Εξαιρετικά εντυπωμένο στη μνήμη μου μένει το κεφάλαιο "Η ακτή του μηδενός", όπου ο Ρύζικ, εξόριστος για πάνω από δέκα χρόνια σ' ένα μακρινό κολχόζ που το αποτελούσαν πέντε σπίτια , καλείται στη Μόσχα για να δικαστεί. Με τον φύλακά του έχει αναπτυχθεί μια ωραία φιλική σχέση. Όμως η διαταγή είναι διαταγή. Σ' ένα από τους σταθμούς του γυρισμού ο Ρύζικ κάνει απεργία πείνας και μηχανεύεται τρόπους για να μην του τη διακόψουν, θέλει να αυτοκτονήσει μ' αυτόν τον τρόπο. Το τραγικό του τέλος θα δημιουργήσει άλλους ενόχους.
Στο υποδειγματικό επίμετρο του Γκρήμαν περιλαμβάνεται και μια εκτενής σύγκριση της "Υπόθεσης Τουλάγιεφ" με το "Μηδέν και το Άπειρο" του Καίσλερ, με το οποίο συχνά παραλληλίζεται και το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό και άσκησε μεγαλύτερη επίδραση. Σ' αυτό κλίνει και η δική μου προτίμηση. Γράφει στο επίμετρο ο Γκρήμαν: "Ποτέ άλλοτε ένα τόσο νηφάλιο αριστούργημα δεν γεννήθηκε μέσα σε τόσο δυσχερείς συνθήκες. Η Υπόθεση Τουλάγεφ γράφτηκε στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από έναν απένταρο, εξόριστο Ρώσο επαναστάτη, που η ζωή του ήταν πραγματικά ένας κατατρεγμός χωρίς τέλος".
Γι' αυτό ίσως το βιβλίο αφήνει τόσο συγκλονιστικές εντυπώσεις, γιατί γράφτηκε από κάποιον που δοκίμασε στο πετσί του τη σταλινική τρομοκρατία. Να υποθέσουμε άραγε ότι για τον ίδιο λόγο το βιβλίο έμεινε "θαμμένο" τόσο καιρό;


Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008

Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους

Αγόρασα το βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθυ" "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" (Καστανιώτης, 2008, μετ. Αύγουσος Κορτώ) για τρεις κυρίως λόγους: α) Προετοιμαζόμενη για ένα ταξίδι στην Αμερική ήθελα να διαβάσω σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς, β) γιατί ένα βιβλίο στο οποίο βασίστηκε μια ταινία που πήρε τέσσερα Όσκαρ ασφαλώς κάτι έχει να πει, και γ) επειδή διάβασα μια καλή κριτική από τον αγαπητό librofilo.
Η επιλογή μου δεν με απογοήτευσε ως προς τη γνωριμία μου με ένα σύγχρονο Αμερικανό του οποίου δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο, δεν ήταν όμως ακριβώς και βιβλίο "του γούστου μου". Ανέκαθεν ούτε οι περιπετειώδεις ταινίες ούτε τα ανάλογα βιβλία μου άρεσαν, όσο επιτυχημένα κι αν ήταν στο είδος τους. Και το "Καμιά πατρίδα..." είναι μια πολύ αιματοβαμμένη περιπέτεια στη σύγχρονη Αμερική.
Ένας νέος άντρας, ο Λουέλιν Μος, βγαίνοντας για κυνήγι κάπου στα σύνορα με το Μεξικό, συναντά κάμποσα πτώματα γύρω από τρία ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, πακέτα με ναρκωτικά κι ένα χαρτοφύλακα γεμάτο χρήματα. Φανερό ότι ο αλληλοσκωτομός είχε να κάνει με λαθρεμπόριο ηρωίνης. Παίρνει το χαρτοφύλακα, αλλά την επομένη, κυνηγημένος από τη σκέψη ενός ετοιμοθάνατου που του ζητούσε επίμονα νερό, επιστρέφει, εν γνώσει του ότι κινδυνεύει: "Πάω να κάνω μεγάλη μαλακία μάλλον αλλά δεν γίνεται αλλιώς", λέει στην αγουροξυπνημένη νεαρή γυναίκα του. Πράγματι, από εκείνη τη στιγμή θα εντοπιστεί και θα γίνει το θήραμα για κυνηγούς σκληρούς, άτεγκτους, που δεν λογαριάζουν αθώους και ενόχους. Στην καταδίωξή του τίθεται ο Σίγκαρ, η απόλυτη ενσάρκωση του κακού. Όχι μόνο σκοτώνει για να σκοτώσει, αλλά θέλει τα θύματά του να τον κοιτάζουν κατά πρόσωπο όταν τα πυροβολεί. Κάποτε τους δίνει τη δυνατότητα να σωθούν παίζοντας μ' ένα νόμισμα κορόνα-γράμματα. Έξυπνος, ικανός αλλά με τις ικανότητές του στην υπηρεσία του κακού, κυνηγάει τον Μος σκοτώνοντας όποιον σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του. "Ο λόγος που δεν ξέρει κανείς τη φάτσα του είναι ότι όποιος τον δει δεν ζει να μας τον περιγράψει", λέει σε μια στιγμή ο Σερίφης Μπελ. Ο Σερίφης είναι σύμβολο του καλού, του υπηρέτη του νόμου, του μέσου οικογενειάρχη που αγαπά τη γυναίκα του, την ήσυχη, ήρεμη ζωή και που δεν βλέπει την ώρα να αφυπηρετήσει για να απολαύσει αυτή την ήρεμη ζωή. Ικανός, ευαίσθητος, με εσωτερικό προβληματισμό όπως δείχνουν οι μονόλογοι που παρεμβάλλονται στο βιβλίο, αλλά πώς να τα βγάλει πέρα μ' έναν αδίστακτο δολοφόνο;
Διάλογοι με κοφτές φράσεις, παρατακτική σύνταξη, χαρακτηριστική των απλοϊκών ανθρώπων και κειμένων, ο φωτισμός της λεπτομέρειας χαρακτηρίζουν τη γραφή του ΜακΚάρθυ. Συχνά το κείμενο σε δυσκολεύει να εντοπίσεις ποιος μιλά έτσι όπως αρχίζει κάθε καφάλαιο χωρίς υποκείμενο, και πρέπει να προχωρήσεις αρκετά για να καταλάβεις ποιοι μιλούν, πού διαδραματίζεται η σκηνή, τι ακριβώς συμβαίνει.
Ενδιαφέρουσα γραφή σ' ένα βιβλίο με πολύ κυνηγητό, πολύ πιστολίδι, πολύ αίμα.


Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

Το μπλουζ του Βερολίνου


-"Όχι, όχι βαρετός. Είσαι έτσι...κάπως...αναζωογονητικά απλοϊκός". Νομίζω πως είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να δοθεί στον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος του Sven Regener "Το μπλουζ του Βερολίνου" (Άγρα 2007, μετ. Ιωάννα Μεϊτανή), χαρακτηρισμό τον οποίο του αποδίδει ο "καλύτερός του φίλος, ο Καρλ". (Αυτό το "ο καλύτερός του φίλος" επαναλαμβάνεται άπειρες φορές στο βιβλίο, σχεδόν κάθε φορά που θα αναφερθεί το όνομα του Καρλ. Να θέλει άραγε ο συγγραφέας να τονίσει τη σπανιότητα των φίλων; Δεν ξέρω).
"Αναζωογονητικά απλοϊκός". Όταν ο Φρανκ Λέμαν κόντευε τα τριάντα, οι φίλοι και γνωστοί τον αποκάλεσαν καροϊδευτικά "κύριο" Λέμαν κι αυτό, αν και τον ενοχλεί, του έμεινε. (Ο τίτλος άλλωστε του πρωτοτύπου είναι Herr Lehmann-Το μπλουζ του Βερολίνου είναι ο τίτλος της αγγλικής μετάφρασης). Ζει στο δυτικό Βερολίνο το 1989 και εργάζεται ως μπάρμαν, κυρίως τα βράδια. Είναι ευχαριστημένος από τη μονότονη ζωή του, δεν έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες, με παρέες τριγυρίζει σε άλλα μπαρ, πίνει, το τι μπίρα και άλλα ποτά καταναλώνονται σ' αυτό το βιβλίο δεν λέγεται. Το Δυτικό Βερολίνο μοιάζει γεμάτο από μπαρ. Οι κουβέντες τους λόγια της επιφάνειας, της καθημερινότητας, καμιά πιο σοβαρή ή σε βάθος κουβέντα. Ακόμα κι όταν στο τελευταίο κεφάλαιο ο Φρανκ κι ένας συνάδελφος ακούουν ότι πέφτει το τείχος, δεν δείχνουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τελειώνουν πρώτα τη μπίρα τους κι ύστερα αποφασίζουν να πάνε, έτσι από περιέργεια, να δουν τι γίνεται.
Οι γονείς του Φρανκ μένουν στη Βρέμη. Όταν του ανακοινώνουν ότι θα έρθουν με οργανωμένη εκδρομή στο Βερολίνο, δεν ενθουσιάζεται, αν και έχει εννιά χρόνια να τους δει, μάλλον ενοχλείται που θα βγει από τη ρουτίνα του και για να μη δυσαρεστηθούν που θα τον δουν να δουλεύει ως μπάρμαν, προσποιείται ότι είναι διευθυντής του μαγαζιού.
Σε μια έξοδό του σε ένα άλλο μπαρ, συναντά κι ερωτεύεται τη μαγείρισσα του μαγαζιού, την Κατρίν. Παρόλο ότι εκείνη του δηλώνει ότι δεν είναι ερωτευμένη μαζί του, αρχίζουν μια σχέση που θα διακοπεί άδοξα και οδυνηρά για κείνον, όταν ανακαλύπτει ότι η Κατρίν έχει σχέση με άλλον.
Λίγο πριν πέσει το τείχος οι γονείς του Φρανκ του αναθέτουν να μεταφέρει 500 μάρκα σε μια συγγενή τους στο Ανατολικό Βερολίνο. Η σύντομη περιπέτειά του εκεί και η κατάσχεση των χρημάτων καταγράφει τη νοοτροπία του καθεστώτος. Σκηνές και επεισόδια που δεν έχουν ειρμό και συνέχεια. Για παράδειγμα, όλο το πρώτο κεφάλαιο είναι η νυχτερινή συνάντηση του Φρανκ με ένα σκύλο, καθώς γυρίζει αργά μισομεθυσμένος στο σπίτι του, τον οποίο μάλιστα κατορθώνει να... μεθύσει. Ένα άλλο κεφάλαιο είναι η λεπτομερής περιγραφή ενός απογεύματος στο Δημοτικό Κολυμβητήριο, όπου ο Λέμαν πηγαίνει με την ελπίδα να συναντήσει την Κατρίν. Αλλού συμπαραστέκεται στον φίλο του Καρλ, που έπαθε ένα είδος παράκρουσης. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το μυθιστόρημα "Σελίδες από τη ζωή ενός νέου στο Βερολίνο".
Ο Φρανκ Λέμαν μου θύμισε έντονα τον "Ξένο" του Καμύ, αλλά, γιατί όχι, και πολλούς νέους της εποχής μας. Παρέες της μιας νύχτας, καυγάδες, ποτό, έλλειψη ενδιαφέροντος για σοβαρά θέματα, χωρίς ευθύνες, περιορισμένες φιλοδοξίες.
Κι όμως η γραφή του Σβεν Ρέγκενερ (γεν. 1961) που είναι και τραγουδιστής της ροκ, έχει μια απίστευτη γοητεία. Αφθονούν οι διάλογοι, το χιούμορ, η αναφορά σε συγκεκριμένους δρόμους και πλατείες του Βερολίνου που δημιουργούν μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα. Πρώτη φορά διάβασα με τόσο ενδιαφέρον ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένη υπόθεση, ένα βιβλίο στο οποίο ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχει ίσως πιο χαρακτηριστικό απόσπασμα για τον τύπο του βιβλίου, των ηρώων του και της όλης ατμόσφαιρας από τον επίλογο:"Ο κύριος Λέμαν στεκόταν εκεί, μες στη μέση της κίνησης, και ένιωθε άδειος. Δεν ήθελε να πάει σπίτι, δεν τον περίμεναν παρά μερικά βιβλία και ένα άδειο κρεβάτι. Ίσως τελικά πρέπει να πάρω ξανά καμιά τηλεόραση, σκέφτηκε. Ή να πάω διακοπές. Με τη Χάιντυ στο Μπαλί. Ή στην Πολωνία. ΄Η να αρχίσω κάτι καινούργιο. Μπορώ να πιω και καμιά μπιρίτσα, σκέφτηκε. Οπουδήποτε.
Ας ξεκινήσω εγώ, σκέφτηκε, και όλα τα άλλα θα έρθουν από μόνα τους...






Πέμπτη, Μαΐου 29, 2008

Εάλω η Πόλις

"Εάλω η Πόλις. Η Πόλη έπεσε.
"Αυτή η κραυγή θ' αντηχεί όσο υπάρχει ο κόσμος. Αν έπειτα από αιώνες ξαναγεννηθώ, αυτές οι λέξεις θα γεμίζουν τα μάτια μου τρόμο και οι τρίχες των μαλλιών μου θα ορθώνονται. Θα τις θυμάμαι αυτές τις λέξεις και θα τις αισθάνομαι πάντα, ακόμα κι αν δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, ακόμα κι αν από τη μνήμη μου σβηστεί κάθε άλλη ανάμνηση. Αυτές τις λέξεις θα τις αναγνωρίζω πάντα. Εάλω η Πόλις".
Τώρα που έφτασα στο τέλος, νομίζω πως δεν ήταν μόνο οι οικογενειακές και άλλες υποχρεώσεις αυτών των ημερών, ούτε το ογκώδες, πυκνογραμμένο βιβλίο και οι 500 σελίδες που απαιτούσαν αμέριστη την προσοχή του αναγνώστη που καθυστέρησαν τόσο πολύ την ανάγνωση του μυθιστορήματος "ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ" του Μίκα Βαλτάρι (Καλέντης, 2003, μετ. Μαρία Μαρτζούκου). Υποσυνείδητα ίσως χρονοτριβούσα σκόπιμα, καθυστερούσα να φτάσω σ' αυτές τις τελευταίες σελίδες, πληγή αγιάτρευτη στις καρδιές γενιών και γενιών Ελλήνων, πληγή που για μας εδώ στην Κύπρο ξαναμάτωσε πριν 34 χρόνια κι ακόμα αιμορραγεί. Κι όμως, να που σ' αυτές τις ανείπωτα τραγικές στιγμές φτάνω σήμερα, 29 Μαΐου 2008, 555 ακριβώς χρόνια μετά την αποφράδα εκείνη μέρα του 1453.
Το μυθιστόρημα αρχίζει στις 12 Δεκεμβρίου 1452, ημέρα που διαβάαστηκε στην Αγία Σοφία η διακήρυξη της Ένωσης των Εκκλησιών. Αφηγητής και κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι μια περίεργη, μυστηριώδης μορφή, ο Ιωάννης Άγγελος. Βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη έχοντας ξεφύγει από την αυλή του Μωάμεθ, όπου βρέθηκε αιχμάλωτος μετά τη συμμετοχή του σε σταυροφορία. Η ιστορία της ζωής του συμπληρώνεται σιγά-σιγά στο βιβλίο για να μάθουμε προς το τέλος ότι ήταν γόνος της αυτοκρατορικής οικογένειας, γεννημένος όμως στη Δύση από Έλληνα πατέρα.
Την ώρα που ο κόσμος βγαίνει από την εκκλησία, μετά την ανάγνωση της διακήρυξης, ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια κοπέλα που αργότερα θα αποδειχτεί ότι είναι η Άννα , κόρη του άρχοντα Λουκά Νοταρά. Μέρα με τη μέρα, από τις 12 Δεκεμβρίου μέχρι την κατάληψη της Πόλης στις 29 Μαΐου και τα γεγονότα της επομένης, ως είδος ημερολογίου, καταγράφει όλη τη ζωή στην ετοιμοθάνατη Πόλη, την προσωπική του ιστορία με την Άννα Νοταρά, αλλά και τη ζωή γύρω του. Τις πολιτικές διαφορές, τους ενωτικούς με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που πίστευε ότι έτσι θα είχε τη βοήθεια της Δύσης και τους ανθενωτικούς, με κύριο εκπρόσωπο τον Λουκά Νοταρά, που είχε ρίξει το σύνθημα "Καλύτερα το τουρκικό φακιόλι παρά η λατινική καλύπτρα".
Στην Πόλη υπάρχουν και την υπερασπίζονται Βενετσιάνοι και Γενοβέζοι κι αυτοί με διαφορές μεταξύ τους. Ξεχωριστή προσωπικότητα, γενναίος και τίμιος, παρουσιάζεται από τον συγγραφέα ο Γενοβέζος Ιουστινιάνης που πολεμά μέχρι την τελευταία στιγμή και πληγωμένο τον μεταφέρουν οι άνδρες του. Τι απέγινε δεν ξέρουμε.
Πώς ο Μωάμεθ ξεκινά από την Ανδριανούπολη, πώς σφίγγει μέρα με τη μέρα ο κλοιός γύρω από την Πόλη, οι επιθέσεις και η απόκρουσή τους, το γκρέμισμα και η επιδιόρθωση των τειχών, οι προλήψεις σύμφωνα με τις οποίες θα έμπαιναν οι Τούρκοι αλλά όταν θα έφταναν στη στήλη του Κωνσταντίνου άγγελος Κυρίου θα τους εξολόθρευε, θρησκοληψία, οράματα, διαδόσεις, όλα τα ανθρώπινα πάθη, η τελευταία συγκινητική λειτουργία, η Κερκόπορτα και η προδοσία, όλα όσα ξέρουμε και από άλλες πηγές, δίνονται από τον Βαλτάρι με λεπτομέρειες, σαν να τα κοιτάζει με μεγεθυντικό φακό. Από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές η περιγραφή της εισόδου του Μωάμεθ στην Αγία Σοφία. Σφαγές. λεηλασίες, αίμα παντού. Από τη σφαγή δεν γλίτωσαν ούτε αυτοί που είχαν προσπαθήσει να έρθουν σε συνεννόηση με τον Μωάμεθ για να του παραδώσουν την Πόλη, πιστεύοντας ότι θα τη γλιτώσουν έτσι από την καταστροφή κι ότι σ' αυτούς θα εμπιστευθεί ο Μωάμεθ τη διοίκησή της! Όλοι οι άρχοντες, ανάμεσά τους ο Νοταράς και οι δύο γιοι του αποκεφαλίζονται.
Ένα μυθιστόρημα που αναμοχλεύει επώδυνες μνήμες, που για μας είναι ένα εξίσου οδυνηρό παρόν. Όταν, πριν από 4 χρόνια, επισκέφθηκα την Κωνσταντινούπολη, δεν είχα υπ' όψιν το μυθιστόρημα του Βαλτάρι. Όμως είχα αισθανθεί έντονα αυτό που ως προτροπή λέει σε κάποια στιγμή ο Ιωάννης Άγγελος: "Εσύ διαβάτη, που θα περάσεις κάποτε από τα ερείπια αυτού του τείχους, να ξέρεις πως μέσα από τα κίτρινα λουλούδια και τη σκόνη θα σε κοιτάζουν βαθιά και λυπημένα τα μάτια των τελευταίων Ελλήνων".


Τετάρτη, Μαΐου 14, 2008

Αναμνήσεις από το μέλλον

Πόσες φορές, αλήθεια, όσοι τουλάχιστον είμαστε...κάποιας ηλικίας, έρχεται μια στιγμή που λέμε: "Αχ, και να γινόμουνα πάλι νέος!" Πόσα από τα λάθη μας θα θέλαμε να αποφύγουμε, πόσες από τις απογοητεύσεις μας να εξαλείψουμε, πόσο καλύτερα νομίζουμε πως θα ξαναφτιάχναμε τη ζωή μας. Είναι όμως έτσι άραγε;
Ο Αμερικανός συγγραφέας Κεν Γκρίμγουντ (1944-2003) φαντάζεται τους ήρωες του βιβλίου του "Replay" (Ζωή σε επανάληψη, Κέδρος 2007, μετ. Φίλιππος Χρυσόπουλος) να ξαναγυρίζουν όχι μια αλλά πολλές φορές στη ζωή. Κεντρικός ήρωας είναι ο Τζεφ Γουίνστον, δημοσιογράφος σε ραδιοφωνικό σταθμό, 43 χρόνων, που πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 18 Οκτωβρίου 1988. Ξυπνάει όμως δεκαοχτάχρονος φοιτητής, το 1963, 25 χρόνια πίσω. Έκπληκτος απ' αυτό που του συμβαίνει ξαναζεί γεγονότα που έζησε, αλλά τώρα με τη γνώση του μέλλοντος που έχει ήδη ζήσει, προσπαθεί να επέμβει, να τα αλλάξει. Θα μπορέσει άραγε; Ως ένα βαθμό ναι. Για παράδειγμα, στοιχηματίζει σε ιπποδρομίες ή άλλους αγώνες των οποίων ξέρει το αποτέλεσμα, κι έτσι αποκτά μια μεγάλη περιουσία. Θα μπορούσε όμως να εμποδίσει τη δολοφονία του Κέννεντι ή του Μάρτιν Λούθερ Κίγκ; Θα μπορούσε να θυμάται όλα τα αεροπορικά δυστυχήματα ώστε να αποφύγει να ταξιδέψει μ' ένα αεροπλάνο που θα συντριβεί; Ο Τζεφ έρχεται και ξανάρχεται στη ζωή οχτώ φορές. Σε κάθε ζωή προσπαθεί να ενεργήσει διαφορετικά, να κάνει άλλες επιλογές, αλλά τα λάθη και οι απογοητεύσεις δεν αποφεύγονται. Και είναι τρομερό να ξέρει κάθε φορά πως όταν φτάσει η μοιραία ημερομηνία, 18 Οκτωβρίου 1988, θα πεθάνει ξανά.
Στην πρώτη του ζωή, αυτήν που τερματίζεται για πρώτη φορά, είναι παντρεμένος με τη Λίντα και μ' αυτήν τον βρίσκουμε ξανά στο τέλος του βιβλίου. Όμως σε άλλες ζωές έχει παντρευτεί ή έχει ζήσει με άλλες γυναίκες. Στο γάμο του με τη Νταϊάν αποκτά μια κόρη, τη Γκρέτσεν κι όταν πεθαίνει και ξαναζεί τον πονάει η ανάμησή της, γιατί η κόρη του υπήρξε μόνο σε μια άλλη ζωή.
Σε κάποια "επαναφορά" γνωρίζει μια γυναίκα, την Πάμελα. η οποία έχει κι εκέινη τις ίδιες εμπειρίες. Μαζί προσπαθούν να διερευνήσουν αυτό που τους συμβαίνει. Στην προσπάθειά τους αυτή τους εντοπίζει και τους χρησιμοποεί με εκπρόσωπό της (της CIA ή άλλης υπηρεσίας) η Αμερικανική Κυβέρνηση. Όμως οι γνώσεις τους για το μέλλον δεν χρησιμοποιούνται για το καλό της ανθρωπότητας, αλλά για δολοφονίες και επιβολή της εξουσίας στον κόσμο.
Σύντομα διαπιστώνουν και οι δύο ότι κάθε επαναφορά αποκλίνει ως προς το χρόνο, καθυστερεί από λίγες ώρες μέχρι χρόνια, δηλαδή ο Τζεφ δεν επανέρχεται πάντα στο '63, αλλά άλλοτε στο 1968, άλλοτε στη δεακετία του '70 και ολοένα και πιο κοντά στο '88. Την τελευταία φορά που επανέρχεται είναι πια 1988, δεν θα ξαναζήσει άλλη ζωή, δεν θα υπάρξει "άλλη φορά". Κι όμως, αυτό αντί να τον θλίβει, τον χαροποιεί. "Αυτά τα χρόνια θα ήταν όλα καινούρια και άγνωστα, μια διαρκώς εναλλασσόμενη ποικιλία απρόβλεπτων γεγονότων και αισθήσεων που μέχρι τώρα τα είχε στερηθεί. Νέα φιλμ και θεατρικά έργα, νέες τεχνολογικές εξελίξεις, νέα μουσική-Χριστέ μου, πόσο πολύ λαχταρούσε να ακούσει ένα τραγούδι, που δεν είχε ξανακούσει ποτέ!"
Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, αλλά που μπορεί να σε βάλει σε σκέψεις. Αγγίζει, έστω με μυθιστορηματικό τρόπο, το βαθύτερο νόημα κάθε φιλοσοφίας: Το νόημα και το σκοπό της ζωής, και τον θάνατο. Ίσως τελικά το να ξαναζήσουμε τη ζωή μας να μην είναι και το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί.


Τρίτη, Μαΐου 06, 2008

Το παλιό σχολείο

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! Γύρισα από το καθιερωμένο πασχαλινό προσκύνημα στην Ελλάδα (φέτος Βόλος-Σκιάθος-Πήλιο) με μια αγκαλιά βιβλία (δυο απ' αυτά δώρο φίλης αγαπητής) και, όπως ένας καλοφαγάς μπροστά σ' ένα κατάφορτο με λιχουδιές μπουφέ δεν ξέρει τι να πρωτοδιαλέξει, έτσι κι εγώ δεν ήξερα από πού να αρχίσω. Ο τίτλος όμως "Το παλιό σχολείο" (Old school, Πόλις, 2008, μετ. Παντελής Κοντογιάννης) ήταν πόλος έλξης ακατανίκητος. Συγγραφέας ο σύγχρονος Αμερικανός Tobias Wolff. Ένα βιβλίο για ένα αμερικανικό σχολείο του 1960, ο τύπος του οποίου δεν ξέρω αν ακόμα υπάρχει (Άραγε γι' αυτό ο τίτλος "Παλιό";). ένα σχολείο, όπου, παράλληλα με τους αθλητές, τους μουσικούς, τους θεατρίνους του, όλα δηλαδή τα εκκολαπτόμενα νέα ταλέντα, είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση και τους επίδοξους λογοτέχνες του. Η λογοτεχνία άλλωστε είχε μια ξεχωριστή θέση στα μαθήματα του σχολείου και ο νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής, πέρα από την αγάπη του γι' αυτήν, πέρα από τα διαβάσματά του, αγωνίζεται και ο ίδιος να γράψει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο είναι η διαδικασία του πώς γίνεται ένας συγγραφέας, αν και ο ίδιος θα ομολογήσει:"Καμιά ακριβής αναφορά δεν μπορεί να δοθεί για το πώς και το γιατί έγινες συγγραφέας, ούτε υπάρχει κάποια στιγμή για την οποία να μπορείς να πεις: Ναι, τότε έγινα συγγραφέας".
Στο αυστηρό, αριστοκρατικό αυτό σχολείο ο νεαρός πρωταγωνιστής, που ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομά του, φοιτά με υποτροφία, αποκρύβοντας από τους συμμαθητές του την ταπεινή του προέλευση και την εβραϊκή, από την πλευρά του πατέρα του, καταγωγή. Οι τύποι των συμμαθητών, των καθηγητών, οι χοροεσπερίδες με το γειτονικό σχολείο θηλέων έχουν θέση στην αφήγησή του, αλλά τον κεντρικό ρόλο κατέχει η λογοτεχνία και η συγγραφή. "Πολλοί απ' αυτούς (τους μαθητές) ήθελαν να γίνουν συγγραφείς. Ίσως νόμιζαν, όπως κι εγώ, ότι με το να γίνεις συγγραφέας, αποφεύγεις τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική τάξη και την καταγωγή."
Χαρακτηριστικό της έμφασης που δινόταν στη λογοτεχνία ήταν και η συνήθεια του σχολείου να καλεί τρεις φορές το χρόνο καταξιωμένους συγγραφείς να μιλήσουν στους μαθητές, ενώ παράλληλα έδινε την ευκαιρία σε ένα από τους μαθητές, που θα έγραφε το καλύτερο ποίημα, αν ο προσκεκλημένος ήταν ποιητής, ή πεζό, αν ήταν πεζογράφος, να έχει μια ιδιαίτερη συνάντηση με το λογοτέχνη.
Τη χρονιά της αφήγησης οι προσκεκλημένοι ήταν ο ποιητής Ρόμπερτ Φροστ, η πεζογράφος Έιν Ραντ (στις ελληνικές μεταφράσεις των έργων της την ξέρουμε ως Άιν Ραντ) και προπάντων ο πασίγνωστος και ίνδαλμα των μαθητών, ο μεγάλος Έρνεστ Χέμινγκουεϊ. Ο συγγραφέας-αφηγητής περιγράφοντας αυτές τις επισκέψεις παίρνει αφορμή για μια κριτική θεώρηση του έργου τους, αλλά και για γενικότερη θεώρηση της αμερικανική λογοτεχνίας. Παρουσιάζει τον Φροστ αντίθετο με τη μοντέρνα ποίηση, αλλά εκεί που απορρίπτει εντελώς, "κατατεμαχίζει", θα λέγαμε, είναι την Έιν Ραντ. Την παρουσιάζει σαν ένα εγωιστικό πλάσμα, που δεν αποδέχεται κανένα άλλο συγγραφέα εκτός από τον εαυτό της, που κηρύττει τον άκρατο ατομικισμό. Κι ενώ πριν από τη συνάντηση ο αφηγητής λάτρευε το έργο της "Νερομάνα" (στα ελληνικά μεταφράστηκε ως "Κοντά στον ουρανό", Ωκεανίδα, 1997), τώρα δεν θέλει πια να το ξαναδεί. (Περίεργο, δεν γίνεται καθόλου λόγος για το άλλο της μεταφρασμένο "Εμείς οι ζωντανοί" που το διάβασα πριν από χρόνια και μου άρεσε πολύ, καθώς βεβαίως και το "Κοντά στον ουρανό").
Όταν αναγγέλλεται η επίσκεψη του Χέμινγκουέϊ, όλο το σχολείο βρίσκεται σε αναβρασμό. Όλοι προσπαθούν να γράψουν κάτι κι ο νεαρός αφηγητής βάζει στόχο να γράψει το καλύτερο διήγημα. Όμως φτάνει το τελευταίο βράδυ χωρίς να έχει έμπνευση "κι εγώ ήμουν τόσο εξουθενωμένος, περιμένοντας με το χέρι απλωμένο να με ελεήσουν οι λέξεις", λέει. Τελικά θα γράψει το διήγημα, θα επιλεγεί από το μεγάλο συγγραφέα, αλλά ο νεαρός θα παραβεί ένα κώδικα τιμής και θα αποβληθεί για πάντα από το σχολείο.
Σε δυο σύντομα κεφάλαια στο τέλος, δίνεται η ζωή του ήρωα, που επιτυγχάνει ως συγγραφέας και καλείται με αυτή την ιδιότητα στο παλιό του σχολείο, πρόσκληση την οποία απορρίπτει για να την αποδεχτεί ταλικά, όταν συναντά ένα παλιό του καθηγητή. Εντύπωση και απορία προκαλεί το γεγονός ότι το βιβλίο δεν τελειώνει με τον αφηγητή, αλλά με την ιστορία του κοσμήτορα του σχολείου, που είχε φύγει ξαφνικά τότε που αποβλήθηκε ο αφηγητής.
Από την κριτική έχει γραφτεί ότι "Το παλιό σχολείο" είναι μια διασταύρωση του "Κύκλου των χαμένων ποιητών" και του "Φύλακα στη σίκαλη". Χωρίς αμφιβολία είναι ένα σημαντικό έργο, το οποίο όμως δεν μπορεί κάποιος να απολαύσει πλήρως, αν δεν ξέρει τους συγγραφείς για τους οποίους γίνεται λόγος, καθώς και τα συγκεκριμένα έργα τους.
Για το ίδιο βιβλίο:



Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008

Ο ήχος της σιωπής

"Αυτοί πού έχουν την ακοή τους", είπε η Φράι, "όποτε μας συναντούν ρωτούν πάντα το ίδιο:"Σου λείπει η μουσική;", "Σου λείπει το τραγούδι των πουλιών;" Σαν να μην υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' αυτό".
μουσική και τα πουλιά έιναι σημαντικά γι' αυτούς που ακούν".
"Όταν είμαι στις κακές μου λέω:Πώς είναι δυνατό να μου λείπει κάτι που δεν γνωρίζω;"
Η Γκράνια δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να εξηγήσει στη Φράι πως πίστευε ή φανταζόταν ότι πίστευε ότι η μουσική και το τραγούδι υπήρχαν παντού. Όχι μόνο στα σύννεφα αλλά και στο πέταγμα των πουλιών, στα φύλλα της βελανιδιάς που χτυπούσαν απαλά στο παράθυρο του κοιτώνα, στα πόδια των παιδιών καθώς έτρεχαν πάνω στο γρασίδι".
Όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα (559η) του μυθιστορήματος της Καναδής συγγραφέως Φράνσες Ιτάνι (Λιβάνης, 2007), έκλεισα το βιβλίο μ' ένα αίσθημα ηρεμίας, απαλότητας και αθωότητας κι ας ήταν το μισό σχεδόν βιβλίο γεμάτο από πολεμικές σκηνές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως κι αυτές ακόμα οι σκηνές, οι θάνατοι, οι ακρωτηριασμοί, η φρίκη του πολέμου, δίνονται μ' ένα τρόπο που δεν ενοχλεί, με μια ήρεμη θλίψη για το αναπόφευκτο της συμφοράς.
Το κύριο όμως θέμα του βιβλίου δεν είναι ο πόλεμος, αν και καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του, τόσο από την πρώτη γραμμή του μετώπου στη Γαλλία και στο Βέλγιο, όσο και στα μετόπισθεν, στο πώς βιώνουν τον πόλεμο στον Καναδά. Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η κωφότητα, κι έτσι είναι ο αγγλικός τίτλος (Deafening) που μεταφράστηκε στα ελληνικά (επί το εμπορικότερον υποθέτω) ως "Ο ήχος της σιωπής".
Αρχίζει το 1902 σε μια μικρή πόλη του Καναδά. Εκεί ζει η Γκράνια, ένα κωφό, λόγω οστρακιάς, κοριτσάκι, μαζί με τους γονείς, μια αδελφή και δυο αδελφούς. Στενά συνδεδεμένη μαζί της η γιαγιά, η νόνα, προσπαθεί να τη μάθει να διαβάζει τα χείλη αυτών που μιλούν και να μιλά και η ίδια, έστω κι αν δεν ακούει. Στα εννιά της χρόνια η Γκράνια μπαίνει σε ειδική σχολή κωφών για να πάρει πιο συστηματική μόρφωση. Εκεί διδάσκεται τόσο τη νοηματική όσο και την ομιλία. Αποφοιτώντας γίνεται νοσοκόμα και εργάζεται στο σχολικό νοσοκομείο. Τότε γνωρίζει ένα νέο, τον Τζιμ, που δεν είναι κωφός, αλλά την ερωτεύεται και παντρεύονται. Όμως η ευτυχία τους κράτησε πολύ λίγο. Κηρύσσεται ο πόλεμος και ο Τζιμ πρέπει να καταταγεί. Από κει και πέρα παρακολουθούμε τη χωριστή ζωή τους, τη ζωή του Τζιμ στον πόλεμο και τη ζωή της Γκράνια που τον περιμένει πίσω στην πατρίδα. Η αγάπη τους δεν σβήνει με το χωρισμό που κράτησε πάνω από τρία χρόνια. Την κρατάνε ζωντανή τα αραιά γράμματα και η σκέψη του ενός για τον άλλο.
Είναι ένα βιβλίο πολύ αργού ρυθμού, ίσως γιατί έτσι ήταν ο ρυθμός της ίδιας της ζωής τότε. Δεν έχει εντάσεις, ούτε κορυφώσεις, δεν είναι βιβλίο που θέλεις με αγωνία να δεις τι θα γίνει παρακάτω.
Ο φανομενικά αντιφατικός τίτλος αποδίδει με πειστικότητα το περιεχόμενο. Είναι ένα βιβλίο για την κωφότητα κι όμως είναι γεμάτο από ήχους όπως τους αντιλαμβάνονται ή τους φαντάζονται αυτοί που δεν τους γνώρισαν ποτέ. Η Ιτάνι έχει μια ευγένεια και μια λεπτότηα στη γραφή της. Στη μνήμη μου μένει μια σκηνή όπου η Γκράνια και ο Τζιμ (πριν εκείνος πάει στον πόλεμο) βρίσκονται σ' ένα πάρτι. Εκείνος κάποια στιγμή της δείχνει με νοηματική γλώσσα ότι θέλει να φύγουν, όχι απλώς για το σπίτι αλλά και...για το κρεβάτι. Κανένας άλλος δεν καταλαβαίνει βέβαια το νόημα της χειρονομίας του. Κι όμως εκείνη έγινε κατακόκκινη από ντροπή. Πόση απόσταση το λεπτό αυτό υπονοούμενο από την περιγραφή των σεξουαλικών σκηνών στη σύγχρονη λογοτεχνία...



Σάββατο, Απριλίου 19, 2008

Με τη φλόγα στην καρδιά

Λίγες μέρες προτού πέσει τυχαία στα χέρια μου το εκδομένο από το 2002 στα ελληνικά βιβλίο "Με τη φλόγα στην καρδιά" (Ωκεανίδα), προσπέρασα χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία μια είδηση που μιλούσε για κάποια Μπετανκούρ, η οποία κρατείται αιχμάλωτη από το 2002, από ένοπλες ομάδες της χώρας της, της Κολομβίας, και ότι καταβάλλονται διεθνώς πολλές προσπάθειες για απελευθέρωσή της, καθώς μάλιστα η υγεία της έχει κλονιστεί. Όταν όμως διάβασα το βιβλίο, τότε η κρατούμενη έπαψε να είναι "κάποια Μπετανκούρ". Ήταν πια για μένα ένα αληθινό πρόσωπο, μια αγωνίστρια που έπεσε θύμα του αγώνα της ενάντια στη διαφθορά και τα καρτέλ των ναρκωτικών στην Κολομβία και για επικράτηση της πραγματικής δημοκρατίας στη μακρινή και άγνωστή μας αυτή χώρα.
Το βιβλίο της, που εκδόθηκε λίγο προτού εκείνη απαχθεί, είναι πραγματικά γραμμένο "με τη φλόγα στην καρδιά". Με πάθος, με αγάπη για την πατρίδα της, με αφοσίωση σ' ένα αγώνα που ξέρει ότι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της και τη ζωή της οικογένειάς της. Γεννημένη το 1961 στην Μποκοτά, ακολουθεί μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια τον πατέρα της στη Γαλλία, όπου εκέινος στέλλεται ως πρέσβυς της Ουνέσκο. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον πολιτικών και διανοουμένων (ο πατέρας της θα γίνει αργότερα υπουργός και η μητέρα της γερουσιαστής), παίρνει γαλλική παιδεία, παντρεύεεται ένα Γάλλο διπλωμάτη και αποκτά δυο παιδιά. Δεν διαστάζει όμως να τα διακινδυνέψει όλα και ν' αρχίσει να αγωνίζεται για την εξυγίανση της πολιτικής ζωής της χώρας της. Βάζει πρώτα υποψηφιότητα για βουλευτής. Είναι εντυπωσιακή η προσπάθειά της που ξεκινά από το μηδέν, χωρίς κόμμα, χωρίς οικονομικούς πόρους, χωρίς πολιτικό γραφείο. Στην προεκλογική της εκστρατεία στέκεται στους δρόμους και μοιράζει...προφυλακτικά. "Η διαφθορά είναι το AIDS των Κολομβιανών", ο κόσμος θα κάνει αμέσως τη σύγκριση και θα πάρει το μήνυμα.
Η καμπάνια πετυχαίνει. Εκλέγεται. Καινούριος αγώνας μέσα στη βουλή, όπου η πλειοψηφία των βουλευτών είναι αγορασμένοι από τους εμπόρους ναρκωτικών. Την απειλούν, φοβάται για τα παιδιά της, τα φυγαδεύει στη Ν. Ζηλανδία, όπου ζει ο άντρας της (έχει στο μεταξύ χωρίσει) και συνεχίζει. Αργότερα θα εκλεγεί γερουσιαστής, για τις ιδέες και τα πιστεύω της θα κηρύξει κάποια στιγμή και απεργία πείνας, θα εκθέσει όχι μόνο με τις αγορεύσεις της, αλλά και με το πρώτο της βιβλίο ("Ναι, γνώριζε") τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, τον Ερνέστο Σαμπέρ. Δυο φορές η μαφία προσπάθησε να τη σκοτώσει, όμως εκέινη εξακολούθησε τον αγώνα, για να απαχθεί τελικά, όταν έβαλε υποψηφιότητα για την προεδρία της χώρας.
Το "Με τη φλόγα στην καρδιά" δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα συναρπαστικό αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο, γραμμένο με ύφος λογοτεχνικό, με ζωντάνια και με το πάθος μιας γυναίκας που έβαλε πάνω από τον εαυτό της την πατρίδα της, πάνω από το άτομο το σύνολο.


Παρασκευή, Απριλίου 11, 2008

Μέρες Αλεξάνδρειας

"Η πόλη της Αλεξάνδρειας είναι Παρίσι, Βιέννη, Λονδίνο και Ρώμη μαζί. Δύσκολο να σ' το περιγράψω. Πρέπει να το ζήσεις".

"...η διπροσωπία αυτής της πόλης με το ευρωπαϊκό πρόσωπο από τη μια και τη μυθολογία των μιναρέδων και της κελεμπίας από την άλλη".

"Μεγάλη ξελογιάστρα η Αλεξάνδρεια! Ουρανός, θάλασσα και έρημος-ένα κινηματογραφικό σκηνικό με την ευρωπαϊκή πρόσοψη της Κορνίς, σαν φλούδα εξωτικού φρούτου που η σάρκα του είχε τη γεύση του Ισλάμ".

"...καταραμένη πόλη, που υπνώτιζε τους πάροικούς της και έτρεφε τις ψευδαισθήσεις τους με το φιλόξενο προσωπείο της".

Είναι μερικές μόνο από τις απόψεις για την Αλεξάνδρεια, την πρωταγωνίστρια, θα μπορούσαμε να πούμε, του ογκώδους (652 σελίδες) μυθιστορήματος του Δημήτρη Στεφανάκη (Πατάκης, 2007). Ένα μυθιστόρημα που σε περιφέρει σε χρόνους και τόπους, που ξεκινά από την Αλεξάνδρεια τον Αύγουστο του 1914, τη μέρα που η Αγγλία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και τελειώνει το 1950 με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ. Αλλά στο μεταξύ μας έχει ταξιδέψει, μεταφέροντας εκεί τη δράση κάποιων από τους ήρωές του, στην Κωνσταντινούπολη, στο Βερολίνο, στο Μόναχο, στο Παρίσι, στη Βιέννη, στην Ιταλία, στην Αθήνα και αλλού, ζωντνεύοντας με τρόπο πειστικό και ελκυστικό την ατμόσφαιρά τους.
Κεντρικά πρόσωπα του έργου είναι τα μέλη της οικογένειας ενός πλούσιου καπνοβιομήχανου, του Αντώνη Χάραμη, που ζει με τη σύζυγό του, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, και τους δυο γιους του, στην αριστοκρατική συνοικία Καρτιέ Γκρεκ. Πλάι σ' αυτούς, δυο άλλα πρόσωπα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και είναι από τα λίγα που θα διασχίσουν όλο αυτό το χρονικό διάστημα των 40 περίπου χρόνων και θα φτάσουν ως το τέλος του μυθιστορήματος, ενώ πολλά από τα άλλα πρόσωπα θα έχουν πεθάνει ή χαθεί. Είναι ο Ελιάς Χούρι, Γάλλος υπήκοος από λιβανέζικη οικογένεια, γεννημένος στη Βηρυτό, μαρωνίτης στο θρήσκευμα. Με ύποπτες διασυνδέσεις, τον βρίσκουμε αναμεμιγμένο παντού, αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς κάνει για να διατηρεί ένα κομψό διαμέρισμα, μια εξαιρετικά φροντισμένη εμφάνιση και σχέσεις με τους πάντες στην Αλεξάνδρεια. Το άλλο πρόσωπο είναι η Υβέτ Σαντόν, μια ωραία Γαλλο-ελβετίδα, που γίνεται ερωμένη του Χάραμη, διατηρεί μια ιδιότυπη σχέση με τον Χούρι, θα δημιουργήσει και θα διευθύνει μαζί του ένα πολυτελή οίκο ανοχής, αλλά οι ερωτικές της προτιμήσεις δεν θα αποκλείσουν τις γυναίκες.
Τα κεντρικά αυτά πρόσωπα πλαισιώνουν δεκάδες άλλα, συγγενείς, συνεργάτες, φίλοι, υπηρετικό προσωπικό, άλλα με μικρότερο και άλλα με μεγαλύτερο ρόλο στο μυθιστόρημα, τόσα που ο αναγνώστης δεν μπορεί να τα θυμάται, ακόμα και ενώ διαβάζει το μυθιστόρημα. Πλάι στα φανταστικά υπάρχουν και τα ιστορικά πρόσωπα, ο Βενιζέλος, ο Ρούντολφ Ες, ο Χίτλερ, ο Τσουδερός, ο Φαρούκ και άλλοι, όχι ως απλές αναφορές, αλλά ως χαρακτήρες του έργου.
Οι περιγραφές του Στεφανάκη, κινηματογραφικές σχεδόν, μας μεταφέρουν πότε στα πολυτελή σπίτια της παροικίας, πότε στις φτωχογειτονιές, κάποτε στα αριστοκρατικά μέγαρα της Βαυαρίας κι άλλοτε στις φοιτητικές γειτονιές του Παρισιού ή στα χρώματα κι αρώματα μιας λαϊκής αγοράς του Καΐρου.
Είναι αδύνατο να αποδώσει κανείς την "υπόθεση" του βιβλίου, γιατί η υπόθεση ακολουθεί τις τύχες δεκάδων προσώπων που πορεύονται μέσα στον τόπο και το χρόνο. Παρακολουθούμε τη ζωή τους καθώς αυτή εκτυλίσσεται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα, επηρεαζόμενη από αυτά. Εμπορικές δοσοληψίες και αντιζηλίες, βενιζελικοί και βασιλικοί, ο ανερχόμενος ναζισμός και οι θιασώτες του, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο ισπανικός εμφύλιος, η γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, η έναρξη δημιουργίας του κράτους του Ισραήλ, η βρετανοκρατούμενη Αίγυπτος, οι εθνικοποιήσεις είναι μερικά μόνο από τα ιστορικά σημεία του βιβλίου. Και ασφαλώς έρωτες, έρωτες, έρωτες. Έρωτες νόμιμοι και παράνομοι, ορθόδοξοι και ανορθόδοξοι, εφηβικοί και της ώριμης ηλικίας, έρωτες που δημιουργούν ή διαλύουν σχέσεις.
Η πολυδιαφημιζόμενη στην εποχή μας πολυπολιτισμικότητα υπήρξε στην Αλεξάνδρεια δεκαετίες πριν. Έμπρακτα την αποτυπώνει ο συγγραφέας με τη γλώσσα. Αγγλικές και Γαλλικές, πολύ λιγότερες Αραβικές φράσεις (ευτυχώς δεν επεξηγούνται στις υποσημειώσεις) αποδίδουν όλη αυτή την πανσπερμία λαών στην Αλεξάνδρεια.
Είναι στιγμές που το πληθωρικό αυτό μυθιστόρημα μου θύμισε τις "Ακυβέρνητες πολιτείες" του Τσίρκα. Αν και το βρίσκω ένα πολύ αξιόλογο μυθιστόρημα, για το οποίο ο συγραφέας του πρέπει πολύ να μελέτησε, βρίσκω ότι σε σχέση με αυτό του Τσίρκα υστερεί σε βάθος, στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις, στην ανάλυση σκέψεων και συναισθημάτων. Είναι πιο "επιδερμικό", αν και δεν παύει να προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον.


Παρασκευή, Απριλίου 04, 2008

Ο χορός των μυστικών

Ποια οικογένεια δεν έχει τους δικούς της "σκελετούς στη ντουλάπα", ποιο σπίτι δεν κρύβει τα δικά του μυστικά που ποτέ δεν αποκαλύπτονται, που κάποτε οι κάτοχοί τους τα παίρνουν μαζί τους στον τάφο;
Τα μυστικά τεσσάρων γενιών γυναικών μας αποκαλύπτει στο καινούριο της μυθιστόρημα (τρίτο κατά σειρά) η Ελένη Τσαμαδού. Σ' ένα "Χορό των μυστικών" (Ψυχογιός, 2008) η Τσαμαδού εξιστορεί τη ζωή τεσσάρων γενιών, επικεντρώνοντας το θέμα της κυρίως στους γυνακείους χαρακτήρες. Ξεκινώντας από το 1880 φτάνει ως το 1943, ενώ το σύντομο προλογικό και επιλογικό κεφάλαιο τοποθετούνται στο σήμερα του 2000.
Ασφαλώς οι ήρωες και οι ηρωίδες της δεν κινούνται στο κενό. Ζουν και επηρεάζονται από τις ιστορικές περιπέτειες του συνόλου, του τόπου και του καιρού τους. Ο πόλεμος του '97, Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική καταστροφή, Β΄ Παγκόσμιος, εμφύλιος, που για ένα σχεδόν αιώνα ταλανίζουν την κατακαημένη Ελλάδα, είναι ο ιστορικός περίγυρος, που όμως δεν καθιστά το μυθιστόρημα ιστορικό, απλώς "είναι ο κήπος όπου ανθίζει η ζωή και ξετυλίγονται τα έργα των ηρώων", όπως λέει η ίδια η συγγραφέας.
Αυτός είναι ο χρόνος. Ο χώρος είναι κυρίως μια κωμόπολη στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, η Αμερική, και για λίγο η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Κέντρο βάρους η γυναίκα. Η γυναίκα και η μοίρα της. Υποβαθμισμένη, υποταγμένη στη θέληση του άντρα, είτε αυτός είναι ο πατέρας είτε ο σύζυγος κι όμως αναγκασμένη να φορτωθεί όλα τα βάρη και να μεγαλώσει μόνη τα παιδιά της, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, όταν τύχει ο άντρας να λείψει. Πώς να μην αναγκαστεί να αναπτύξει όλες εκέινες τις ιδιότητες του χαρακτήρα για τον οποίο συχνά κατηγορείται, την πονηριά, τη δολιότητα, τα μυστικά που κρύβει...
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες ξεκινάει τη ζωή της η πρώτη της γενιάς των μυστικών, η Ανέζω, κόρη μιας παμπόνηρης και δυναμικής μαμής, της Βούλας, που ο άντρας της την άφησε χήρα με τέσσερα κορίτσια. Η Ανέζω εξαναγκάζεται να παντρευτεί τον Γιάννη τον Μπούρμπουλη, τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της, δυο φορές χήρο, κακό, άσχημο αλλά πλούσιο! Η ζωή πλάι του ήταν ένα μαρτύριο και η ατεκνία του ζεύγους, όπως άλλωστε κατά κανόνα συνέβαινε τότε, αποδιδόταν σε ευθύνη της γυναίκας. "Τι μπορεί να κάνει, τι μέσα πρέπει να μεταχειριστεί μια γυναίκα για να βγάλει από πάνω της το στίγμα της ατεκνίας;" αναρωτιέται η συγγραφέας. Και παρακάτω θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: Και τι πρέπει να κάνει μια γυναίκα όταν νόμος περί κληρονομικής διαδοχής που θεσπίστηκε επί Ιουστινιανού και ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1920, της στερούσε το δικαίωμα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου; Και δικαιολογούμε ή όχι τις πονηριές της Ανέζως και κάθε Ανέζως για να εξασφαλίσει αυτό το δικαίωμα;
Η Ανέζω αποκτά ένα γιο, τον Γιώργη (το πώς είναι μια άλλη ιστορία, από τις πιο ωραίες σκηνές του βιβλίου, σ.38-40). Ο Γιώργης μεγαλώνοντας φεύγει μετανάστης στην Αμερική και μας ανοίγεται έτσι μια άλλη πληγή της Ελλάδας και της φτώχιας της, αυτή της μετανάστευσης. Παντρεύεται μια κοπέλα από τον τόπο του που από καιρό αγαπούσε, την πανέμορφη Σοφούλα, στη ζωή της οποίας άλλες πτυχές της μοίρας της γυναίκας μας αποκαλύπτονται. Η ιστορία της οικογένειας συνεχίζεται με την κόρη της Σοφούλας, την Ανέζω ή Τζούλη, που έρχεται στην Ελλάδα. Ένας καινούριος έρωτας, ένας δυστυχισμένος γάμος, μια μοίρα που σφραγίζεται μέσα στα πάθη του εμφύλιου και μια νέα γενιά γυναικών εκπροσωπείται στο πρόσωπο της κόρης της Τζούλης, της Αναστασίας-Στείσι και τελειώνει με πολύ σύντομη αναφορά στην κόρη της Αναστασίας-Στέισι, όπου ξανασυναντάμε το όνομα Ανέζω-Ανεζίνα.
Γενιές και γενιές γυναικών, βασανισμένες, καταπιεσμένες αλλά και καταπιεστικές, φορτωμένες μ' όλα τα βάρη και τον πόνο που έδινε η υποβαθμισμένη θέση, η φτώχια, ο πόλεμος, πιο τραγικός γι' αυτήν που είναι προορισμένη να δίνει τη ζωή, παρά για τον άντρα. Και να σκεφτεί κανείς πως σε πολλά μέρη του κόσμου η μοίρα της γυναίκας δεν έχει αλλάξει...
Ένα ωραίο ελληνικό μυθιστόρημα μας έδωσε η Τσαμαδού. Έρωτες, πάθη, βάσανα, πόλεμοι, φτώχια, λίγη χαρά και πολύς πόνος, η μοίρα της Ελλάδας και η μοίρα της γυναίκας και μια ευτυχισμένη κατάληξη στο τέλος, σαν για να "καθάρει" τα έντονα συναισθήματα που είχαμε νιώσει.


Τρίτη, Μαρτίου 18, 2008

Άουστερλιτς

Νομίζω ότι κάποτε η βιβλιομανία καταντάει εθισμός, στον οποίο, κατ' αναλογία των ναρκομανών, ο βιβλιομανής προχωρεί σιγά-σιγά από τα ελαφρότερα στα βαρύτερα, από την εισπνοή στις ενδοφλέβιες ενέσεις και έρχεται ώρα που δύσκολα πια ικανοποιείται και δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο νά βρει τη "δόση" που θα τον ευχαριστήσει.
Αυτές τις σκέψεις έκανα διαβάζοντας το "Άουστερλιτς" του W. G. Sebald (μετ. Ιωάννα Μεϊτανή, Άγρα, 2006), ενθουσιασμένη που η "δόση" μου ήταν πολύ ικανοποιητική, αλλά και με τη σκέψη ότι ίσως αυτό το βιβλίο να μη μπορέσει να το διαβάσει ή να μην αρέσει σε κάποιον που έχει συνηθίσει σε πιο ανάλαφρα διαβάσματα. Ένα βιβλίο που διαρκώς μετατοπίζεται σε τόπο και χρόνο. Που ξεκινά από το Βέλγιο για να πάει στην Αγγλία, τη Γερμανία, την Πράγα, τη Νυρεμβέργη, το Παρίσι και αλλού. Που αρχίζει μια μέρα του 1967, για να μεταφερθεί άλλοτε πιο πίσω, στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να ξαναγυρίσει σ' ένα μεταγενέστερο παρόν, και να τελειώσει στο σήμερα με τον αφηγητή να διαβάζει από ένα βιβλίο γεγονότα που αναφέρονται στο 1944. Και χρειάζεται πολλή προσοχή για να μη μπερδεύουμε τον αφηγητή. Όλο σχεδόν το βιβλίο είναι σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά δεν είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο που μιλά. Ας γίνω λίγο περισσότερο διευκρινιστική.
Ο αφηγητής-συγγραφέας μια μέρα του 1967 συναντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αμβέρσας έναν άγνωστο που του τραβά την προσοχή. Είναι ο Άουστερλιτς. Τον πλησιάζει, κάτι τον ρωτά και αρχίζει μεταξύ τους μια μακροχρόνια επικοινωνία που φτάνει με διαλείμματα ως το 1996. Σ' όλο αυτό το διάστημα και στις περιστασιακές συναντήσεις τους, ακούμε τις αφηγήσεις του Άουστερλιτς και μέσα από αυτές και άλλων προσώπων. Ο συγγραφέας σιγά-σιγά εξαφανίζεται. Η φράση "είπε ο Άουστερλιτς" που επαναλαμβάνεται συνεχώς, μας βοηθά να μη χάσουμε το νήμα της αφήγησης,όπως επίσης και η φράση "είπε η Βιέρα (ή άλλο πρόσωπο), είπε ο Άουστερλιτς", όταν δηλαδή ο Άουστερλιτς επαναλαμβάνει την αφήγηση άλλου προσώπου (κι έτσι έχουμε αφήγηση της αφήγησης της αφήγησης). Μέσα απ' όλες αυτές τις διηγήσεις ολοκληρώνουμε σταδιακά, και όχι πάντα με ευθεία χρονολογική σειρά, την εικόνα της ζωής του Άουστερλιτς. Υπήρξε ένα παιδί του πολέμου. Εβραιόπουλο, στέλλεται στην ηλικία των 5 περίπου χρόνων, λίγο πριν από τον πόλεμο, μαζί με άλλα παιδιά, από την Πράγα στο Λονδίνο. Είχε προηγηθεί η αναχώρηση του πατέρα του στο Παρίσι, η μητέρα του που λογάριαζε να ακολουθήσει το παιδί δεν τα κατάφερε. Ο μικρός Άουστερλιτς μεγαλώνει στο σπίτι ενός αυστηρού Καλβινιστή ιερέα ως Ντάβιδ Ελίας και μόνο στα 15 του χρόνια πληροφορείται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Ζακ Άουστερλιτς. Παράξενο όνομα που ως τότε το ήξερε μόνο ως τοποθεσία μιας ναπολεόντειας μάχης.
Τελειώνει το σχολείο, σπουδάζει ιστορία της αρχιτεκτονικής, αλλά το συναίσθημα της αποξένωσης κυριαρχεί πάντα στη ζωή του. Ψάχνει για το παρελθόν του. Θολές μνήμες ξυπνάνε μέσα του καθώς ακούει μια συνομιλία σε μια εκπομπή. Το ασυνήθιστο όνομα τον οδηγεί στην Πράγα, όπου συναντά μια παλιά φοιτήτρια τότε, γειτόνισσα και δική του νταντά. Οι αφηγήσεις της, κάποιες περιγραφές, μερικές φωτογραφίες, τον παρακινούν να ανασκαλεύει ολοένα και περισσότερο τη μνήμη του, να προσπαθεί να αναπλάσει τη μορφή της μητέρας του, να πάει στο Τερεζίν, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του οποίου εκείνη είχε κλειστεί, να διασχίσει την Ευρώπη με τρένο, απεγνωσμένα προσπαθώντας να διαπιστώσει αν αυτή τη διαδρομή είδε στα 5 του χρόνια. Το ίδιο ψάξιμο θα κάνει για τον πατέρα του στο Παρίσι, παντού νιώθοντας ξένος, ανέστιος, ένας πλάνητας, ξεκομμένος από τις ρίζες του, ένα από τους χιλιάδες πρόσφυγες και ανέστιους του κόσμου μας.
Ο χρόνος, η μνήμη, η γλώσσα, επανέρχονται στη γραφή του Sebald. Λεπτομέρειες που αποτυπώθηκαν στη μνήμη, η ομίχλη που σηκώνεται από την κοιλάδα, μια γυναίκα σ' ένα παλαιοπωλείο, μια επιγραφή ή μια παλιά πόρτα σ΄ενα χωριό, σπαράγματα μνήμης διαποτίζουν την ιστορία του Άουστερλιτς. Οι ναζί, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν τη θέση τους, δεν είναι όμως το κυρίαρχο θέμα, ούτε μια ακόμα προσπάθεια προβολής του ολοκαυτώματος. Μοιάζουν όλα πολύ μακρινά, χωρίς συναισθηματική φόρτιση, με έντονη την προσπάθεια όχι να τα αναδείξει, αλλά μέσα από αυτά να αναπλάσει τους γονείς του και να βρει τον εαυτό του.
Ιδιομορφία του βιβλίου οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν (ο Άουστερλιτς άλλωστε είχε ιδιαίτερη κλίση και διαρκώς φωτογράφιζε, συμβολική ίσως προσπάθεια να ακινητήσει το χρόνο), απτά τεκμήρια, πιστοποίηση της αυθεντικότητας του κειμένου.
Το βιβλίο, χωρίς κεφάλαια ή παραγράφους, με σελίδες ολόκληρες χωρίς μια τελεία, απαιτεί την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη, αλλά ανεπιφύλακτα του ανταποδίδει την ευχαρίστηση της υψηλής λογοτεχνικής απόλαυσης.
Για το ίδιο βιβλίο:


Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Θαλερότης της ψυχής στα βαθιά γεράματα

Κλέβω τον τίτλο του ποστ μου από το επίμετρο της Ελένης Τζαβάρα στο ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι της Ζακλίν ντε Ρομιγί Τα ρόδα της μοναξιάς (μετ. Άννα Σπυράκου, συνάψεις, 2007), γιατί είναι ό,τι πιο κατάλληλο για να περιγράψει το περιεχόμενο αυτού του μικρού βιβλίου, που η ενενηντάχρονη Ρομιγί μας χάρισε. Η πολιτογραφημένη ως Ελληνίδα Γαλλίδα ελληνίστρια, που τα βιβλία της, προπάντων για τον Όμηρο και τον Θουκυδίδη υπήρξαν για μένα πολύτιμη συντροφιά και βοήθεια στην εκπαιδευτική μου πορεία, συνεχίζει ακόμα στα 95 της χρόνια να μελετά και να γράφει!
Έξι μικρά δοκίμια αποτελούν το τελευταίο αυτό μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο της. Έξι μικρά διαμαντάκια, που η κάθε σελίδα, η κάθε παράγραφος, σε σταματά, σε προκαλεί να τη ξαναδιαβάσεις, που οδηγεί τη σκέψη σου σε καινούριους, δικούς σου συνειρμούς. "Είναι ένα βιβλίο με ρεμβασμούς και αναπολήσεις", όπως λέει η ίδια. " Θέλησα να συγκεντρώσω εδώ εμπειρίες καθημερινές, απ' αυτές που διαμορφώνουν λίγο-λίγο τη ζωή, δίχως πάταγο και δίχως δράματα. Θέλησα επίσης να δείξω πτυχές της ύπαρξής μας, που μας αποκαλύπτονται όταν η ηλικία προχωρήσει, διαμηνύοντάς μας όχι τον τρόμο, την άρνηση και την απελπισία, αλλά την ηρεμία και την ελπίδα."
Ξεκινώντας από αντικείμενα της καθημερινότητας που βρίσκονται γύρω της, βυθίζεται όχι μόνο στις αναμνήσεις και τα συναισθήματα που της δημιουργούν, αλλά και σε σκέψεις που πάνε πέρα απ' αυτά. Κοιτάζοντας δυο μπρούντζινα αλογάκια που της είχαν χαρίσει κάποτε στη Θεσσαλονίκη, στο τέλος μιας ομιλίας της που είχε θέμα "ένα άλογο που μιλά" και αναφερόταν στα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, αναπολεί τη μετάβασή της στον Όλυμπο, αλλά και τη θαυμάσια όσο και τραγική ομηρική σκηνή, όταν τα άλογα του Αχιλλέα κλαίνε για τον επικείμενο θάνατό του. (Εδώ οφείλω να ομολογήσω ότι το κείμενο αυτό της Ρομιγί με παρακίνησε και μένα να ανατρέξω και να ξαναδιαβάσω τη σκηνή αυτή της Ιλιάδας, καθώς και το θαυμάσιο, μελαγχολικό ποίημα του Καβάφη "Τα άλογα του Αχιλλέως").
Σ' ένα δεύτερο κείμενο, βλέποντας μια κορνίζα φωτογραφίας, θυμάται αυτόν που της την είχε χαρίσει, αλλά ταυτόχρονα και σημαντικά άλλα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή της. Το "Κέντημα στον καμβά" είναι, θα λέγαμε, ένα αφιέρωμα στη μνήμη της μητέρας της, που φαίνεται να υπήρξε μια εξαιρετική γυναίκα της εποχής της. Το "Λεκέδες πάνω σ' ένα παλαιό έπιπλο" είναι μια μικρή πραγματεία πάνω στα γηρατειά, πάνω στη φθορά πραγμάτων κι ανθρώπων, κάπου και μια μεταμέλεια γιατί, δοσμένη όλη της τη ζωή στη μελέτη, παραμέλησε την πλευρά της "νοικοκυράς". Γράφει:" Έχω περάσει τα ενενήντα, σχεδόν δεν βλέπω πια, δεν ακούω καλά, κυκλοφορώ μ' ένα λευκό μπαστούνι και είμαι αναγκασμένη να ζητώ βοήθεια για να διασχίσω το δρόμο". Για να συνεχίσει λίγο πιο κάτω:" Ήμουν στη δύση της ζωής μου, έτοιμη να πω absolvo te, και τώρα αντηχούσαν μέσα μου δυο άλλες λέξεις, που κουβαλούσαν την αέναα επαναλαμβανόμενη ειδοποίηση memento mori, θυμήσου το θάνατο που μέλλεται. Και λοιπόν; Τι ήταν να γίνει τότε; Ποια μοίρα με περίμενε εκεί; Δεν το ήξερα:προς το παρόν ήμουν ακόμη ζωντανή. Ήμουν ζωντανή και μπορούσα ακόμη, αν και με μεγάλο κόπο, να δουλεύω, να προχωρώ, να θαυμάζω και να προσπαθώ για το καλύτερο".
Στο "Οι καινούριες κουρτίνες" με τρόπο χαριτωμένο κι ανάλαφρο μας αφηγείται το δίλημμα στο οποίο βρέθηκε όταν, σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία, χρειάστηκε να φτιάξει καινούριες κουρτίνες κι αναρωτήθηκε αν αξίζε τον κόπο, αλλά τελικά εκφράζει τη σχεδόν παιδική και άδολη χαρά της όταν τις έφτιαξε. Ενώ ταυτόχρονα η σκέψη της τριγυρίζει, όπως σε όλα σχεδόν τα κείμενα, στο θάνατο: "Δεν μιλώ για το θάνατο, δεν τον σκέφτομαι καν, όχι τουλάχιστον με τρόπο συνειδητό. Είναι όμως ολοφάνερο πως κάθε στιγμή, φευγαλέα ή βαθιά, η βεβαιότητα του ερχομού του κάνει τα πράγματα πιο εφήμερα και ταυτόχρονα πιο πολύτιμα".
Στο δοκίμιο "Η μέρα της Βερενίκης" ακούει μαγνητοφωνημένο το έργο του Ρακίνα, το σχολιάζει κι εκφράζει την άφατη ηδονή που της χάρισε σ' όλη της τη ζωή η λογοτεχνία. Μαζί της επαναλαμβάνω κι εγώ: "Πόσο τυχερή ήμουν πράγματι που πέραασα όλη μου τη ζωή σ' επαφή με τη λογοτεχνία, πόσο μ' ευνόησε η τύχη παρέχοντάς μου τη δυνατότητα να τη σχολιάζω τόσο συχνά και να κατορθώνω, στο τέλος της ζωής μου, να γεύομαι την ακατανόητη ηδονή της!".




Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008

Ζυλιέν Γκρακ, Μπαλκόνι στο δάσος

Υπάκουη πάντα στις "μπλοκοϊδέες", μετά από την εισήγηση του "Πατριάρχη Φώτιου" να διαβάσουμε όλοι και να ανταλλάξουμε απόψεις για το βιβλίο του Ζυλιέν Γκρακ "Μπαλκόνι στο δάσος" (Ίνδικτος, 2007) το αγόρασα αμέσως και...το τελείωσα με κόπο και μόχθο σε μια βδομάδα περίπου, ενδιάμεσα εγκαταλείποντάς το για άλλα αναγνώσματα. Διάβασα ως τώρα τις απόψεις του Πατριάρχη και του Ναυτίλου και τείνω να συμφωνήσω με τον πρώτο. Στο βιβλίο παρακολουθούμε αργά, ανιαρά, ράθυμα, τη ζωή τεσσάρων Γάλλων, με επικεφαλής τον υπολοχαγό Γκρανζ, σ' ένα οχυρό στα σύνορα Γαλλίας-Βελγίου, στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τίποτα δεν συμβαίνει, παρά μόνο αναμονή. Αν στόχος του συγγραφέα ήταν να δημιουργήσει αυτό το συναίσθημα και στον αναγνώστη, σίγουρα το έχει πετύχει. Βρήκα μόνο δυο στιγμές κορύφωσης του ενδιαφέροντος, στην περιγραφή του κοριτσιού που περπατάει μπροστά από τον Γκρανζ (σ. 49-51) και στη σκηνή του τέλους (σ.218 κ.ε.), όταν ο Γκρανζ με ένα από τους συντρόφους του σώζονται από τον γερμανικό βομβαρδισμό, αλλά ο Γκρανζ τραυματισμένος εγκαταλείπεται μόνος. Το τέλος είναι ανοιχτό. Δεν ξέρουμε αν θα πεθάνει ή θα ζήσει.
Αναμφισβήτητη η ποιητικότητα του βιβλίου, οι ωραίες εικόνες του χιονισμένου δάσους, οι συχνές και πρωτότυπες παρομοιώσεις, αλλά αυτά και μόνο δεν μπορούν να κάνουν ένα βιβλίο ενδιαφέρον όση κι αν είναι η λογοτεχνική του αξία.
Με δυσκόλεψε επίσης η άγνοια των τοποθεσιών που έχουν ρόλο στο μυθιστόρημα, για παράδειγμα η γεωγραφική σχέση Αρδεννών-Μόζα-Μοριαρμέ-Φαλίζ κ.λπ. και ίσως ένα σχεδιάγραμμα στα σχόλια δεν θα ήταν άσκοπο. Μια τελευταία παρατήρηση για τη μετάφραση, συμπληρωματικά σε όσα γράφει ο "Πατριάρχης". Δεν είναι μόνο το ότι η μετάφραση "λεξιθηρούσε ασύστολα". Είναι και το ότι χρησιμοποιούσε λέξεις δυσνόητες ή και ανύπαρκτες. Για παράδειγμα: Τι σημαίνει "φελιασμένο" (μονοπάτι), "γλινερό" (δέντρο), "σέριγγες", κ.λπ.;
Γενική εντύπωση: Αξιόλογο δείγμα της γαλλικής λογοτεχνίας που ίσως μπορεί να εκτιμηθεί πιο πολύ από τον Γάλλο παρά τον Έλληνα αναγνώστη.