Τρίτη, Σεπτεμβρίου 28, 2010

Το μαγικό Πιεστάνυ, κάτι σαν..."Το Μαγικό Βουνό"

Όταν, γοητευμένη, διάβαζα και ξαναδιάβαζα "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν, όταν δεν ήθελα να φύγω από κείνη την ονειρώδη ατμόσφαιρα (κι ας ήταν ατμόσφαιρα σανατορίου) δεν φανταζόμουν ότι κάποια μέρα θα είχα την ευτυχία να ζήσω σε μια παρόμοια ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για σανατόριο ούτε για βουνό. Είναι όμως ένα θεραπευτήριο στο κέντρο μιας πανέμορφης, καταπράσινης, γαλήνιας φύσης, που έντονα μου θύμισε "Το μαγικό Βουνό", αλλά που δεν είναι απαραίτητο να είσαι άρρωστος για να απολαύσεις την ηρεμία, την αναζωογόνηση, την ανανέωση που μπορεί να σου προσφέρει. Χάρις στην ευγενική πρόσκληση του TOP KINISIS TRAVEL, μια ομάδα από δέκα άτομα, ζήσαμε τέσσερις ονειρεμένες μέρες σ' ένα εκπαιδευτικό ταξίδι γνωριμίας με την υπέροχη αυτή γωνιά της γης.
Η μικρή πόλη Πιεστάνυ της Σλοβακίας (με 30-35 χιλιάδες κατοίκους) βρίσκεται σε απόσταση δύο ωρών περίπου από τη Βιέννη, στα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας της Σλοβακίας Μπρατισλάβα. Είναι μια ήσυχη, πανέμορφη, καταπράσινη πόλη, με τον ποταμό Βαχ να τη διασχίζει, χαρίζοντάς της την ομορφιά και την ηρεμία των νερών του.




Ο ποταμός Βαχ


Η άλλη πλευρά του Βαχ

 Όμορφοι κύκνοι διασχίζουν το ποτάμι


Ένας μοναχικός κύκνος στο δρόμο

Η διεθνής όμως φήμη και η σημασία του Ποτεστάνυ δεν βρίσκεται μόνο στην όμορφη, μικρή πόλη. Σ΄ενα νησάκι που σχηματίζεται ανάμεσα στις δυο όχθες του ποταμού Βαχ, συγκεντρωμένα σ' ένα εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον, μέσα σ' ένα καταπράσινο πάρκο, ωραία, πολυτελή ξενοδοχεία φιλοξενούν επισκέπτες απ' όλα τα μέρη του κόσμου, που έρχονται και ξανάρχονται εδώ. Η φύση, εκτός από ομορφιά, προίκισε το Πιεστάνυ με τις φυσικές θεραπευτικές ιδιότητες των θειούχων νερών και της θειούχας λάσπης.

Πανύψηλα δέντρα αγγίζουν σχεδόν το μπαλκόνι σου

Η παράδοση του Πιεστάνυ ως τόπου ιαματικών πηγών πάει πολύ μακριά στο παρελθόν. Ήδη από το 16ο αι. υπάρχουν συγγράμματα που μιλούν για τις θεραπευτικές πηγές του Πιεστάνυ. Τη διεθνή του όμως φήμη και την προσέλκυση επισκεπτών άρχισε να γνωρίζει στο τέλος του 19ου αι., όταν το ενοικίασε η οικογένεια Winter. Τις πρώτες ξύλινες κατασκευές και τις τρύπες στο έδαφος διαδέχτηκαν τα σημερινά πολυτελή ξενοδοχεία και οι σύγχρονες εγκαταστάσεις και θεραπείες. Γιατροί το σύστηναν κυρίως για τη θεραπεία ρευματισμών, αρθριτικών ή άλλων κινητικών προβλημάτων. Σύντομα το Πιεστάνυ έγινε ένα πολυσύχναστο κέντρο από το οποίο πέρασαν (και περνούν) όχι μόνο απλοί άνθρωποι, αλλά και εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής.
Κάθεσαι στο μπαλκόνι του δωματίου, αντικρίζεις αυτή την ήρεμη ομορφιά, μακριά από θορύβους και καυσαέρια, το stress φεύγει και αισθάνεσαι πως η θεραπεία έχει κιόλας αρχίσει. Πανύψηλα, καταπράσινα δέντρα, ο "ήχος της σιωπής" τον οποίο διακόπτει μόνο ο ήχος του νερού, συντροφεύουν τις σκέψεις σου.

 Θέα από το μπαλκόνι


Στο ξενοδοχείο Splendid

Πάνω από 60 θεραπευτικές μέθοδοι είναι σήμερα στη διάθεση των επισκεπτών του Πιεστάνυ: Μασάζ, μερικό ή ολόσωμο, ατομική ή ομαδική λασποθεραπεία, σάουνα, αλατοθεραπεία (στη σπηλιά με το αλάτι, εισπνέοντας ιώδιο και άλλα στοιχεία, χαλαρώνοντας με κατάλληλη μουσική, αναζωογονείται σώμα και πνεύμα).

Κινησιοθεραπεία στο νερό

Με την οξυγονοθεραπεία, εισπνέοντας αέρα με 40-60% οξυγόνο, ενδυναμώνεται όλος ο οργανισμός. Αλλά ακόμη βελονισμός, θεραπεία με παραφίνη, με λέιζερ, ρεφλεξολογία, θεραπεία για χάσιμο βάρους, για καταπολέμηση του stess και πάνω απ' όλα για αποκατάσταση της κινητικής ικανότητας, μετά από εγχείρηση, για αποθεραπεία μετά από κατάγματα, φυσιοθεραπεία, κινησιοθεραπεία μέσα ή έξω από το νερό είναι ελάχιστα από όσα μπορεί να προσφέρρει το Πιεστάνυ στον επισκέπτη του.


Λασποθεραπεία


Ομαδική λασποθεραπεία

Όχι άδικα το έμβλημα, το σήμα κατατεθέν του Πιεστάνυ είναι η μορφή ενός νεαρού άντρα που σπάει το δεκανίκι του. Δεν του χρειάζεται πια. Το βλέπουμε παντού: Στην είσοδο του ξενοδοχείου, στην πόλη εκεί που αρχίζει η περιοχή των θεραπευτηρίων, στις μπλούζες του προσωπικού, στα μπουρνούζια, σε αναμνηστικά δωράκια.



Το έμβλημα του Πιεστάνυ

Υπάρχουν διαφόρων κατηγοριών ξενοδοχεία, ξενοδοχεία για  όλα τα βαλάντια (αν και γενικά το οικονομικό κόστος είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με το δικό μας κόστος ζωής), όμως το στολίδι του Πιεστάνυ είναι το πεντάστερο, αριστοκρατικό, παλιό αρχοντικό ξενοδοχείο, χτισμένο σε Αρτ Νουβό το 1912, το ξενοδοχείο Thermia. Λουλουδισμένα μπαλκόνια, μια τραπεζαρία που μοιάζει τραπεζαρία παλατιού, με ζωντανή μουσική να συνοδεύει τα γεύματα, καταπληκτική θέα απ' όλα τα παράθυρα, λουλούδια, νερά, σε μεταφέρουν σ' ένα άλλο, ονειρώδη κόσμο.


Το ξενοδοχείο Thermia


Τα λουλουδισμένα μπαλκόνια του Thermia


Θέα από δωμάτιο του Thermia. Στο βάθος το ποτάμι

Συνεχόμενο με το Thermia είναι το ξενοδοχείο Irma και στο ενδιάμεσο ο ψηλός θόλος κάτω από τον οποίο η μεγάλη πισίνα με τη ζεστή, θεραπευτική, θειούχα λάσπη, δέχεται καθημερινά όσους αντέχουν τη θερμοκρασία των πάνω από 40 βαθμών Κελσίου. Σε μια κόγχη στο εξωτερικό του Irma, η προτομή της κοσμαγάπητης Σίσσι. Πώς ήταν δυνατό να μη φτάσει κι εδώ η θλιμμένη αυτοκράτειρα;


Η Σίσσι

Για τους φιλοξενούμενους στο Πιεστάνυ δεν προσφέρονται μόνο θεραπείες. Πολλές άλλες δραστηριότητες είναι στη διάθεσή τους. Από γκολφ μέχρι ιππασία, τένις, ποδηλασία ή ακόμη πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως το μουσικό φεστιβάλ που διεξάγεται εδώ από το 1955. Δεν λείπει ούτε το καζίνο για όσους αγαπούν τα τυχερά παιγνίδια. Τα απογεύματα και τα βράδια ζωντανή μουσική είναι στη διάθεση των επισκεπτών που μπορούν να χαλαρώσουν μ' ένα ποτό στον ήχο του βιολιού και του πιάνου ή ... οι νεότεροι να εκτονωθούν με το χορό.


Χορεύοντας στο club του Esplanade

Η μικρή πόλη του Πιεστάνυ βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τα θεραπευτήρια. Και είναι πραγματική απόλαυση να διασχίζει κανείς αυτό το θαυμάσιο πάρκο και να φτάνει στη γραφική πόλη.


Διασχίζοντας το πάρκο


Στην ηρεμία της μοναξιάς


Φθινοπωρινή εικόνα στο πάρκο. Ο χειμώνας πλησιάζει.



Λίγο πιο πέρα ανθισμένα νούφαρα.


Ακόμα μια ανθισμένη γωνιά

Ακόμα κι αν είσαι ο βιαστικός, αγχώδης κάτοικος της πόλης, εδώ αναγκαστικά ηρεμείς. Δεν ακούς τους ενοχλητικούς θορύβους των αυτοκινήτων, εδώ οι πάντες κυκλοφορούν με ποδήλατα.


Διασχίζοντας το πάρκο με ποδήλατο


Ποδήλατα παντού


Μικρό γεφυράκι στην πόλη


Κι εδώ λουλούδια


Καφετέρια σε πεζόδρομο της πόλης


Σιντριβάνια στην πόλη

Ένα από τα βράδια της παραμονής μας στο Πιεστάνυ παίρνουμε το δείπνο μας σ' ένα εστιατόριο λίγο έξω από την πόλη. Είναι το εστιατόριο Furman, δηλ. η ταβέρνα "Του αμαξά". Σπεσιαλιτέ του το ελάφι.


Ασφαλώς δεν είναι το ελάφι που φάγαμε...


Το εστιατόριο Furman

ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΕΝΝΗ
Πριν πάρουμε την πτήση για την επιστροφή, έχουμε περίπου τρεις ώρες στη διάθεσή μας για να περιδιαβάσουμε για λίγο σ' αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτελεί την επιτομή του πολιτισμού. Στην όμορφη, κοσμαγάπητη, αριστοκρατική Βιέννη. Είναι ένα ήρεμο, βροχερό απόγευμα. Η Κέρτνερ Στράσσε όπως τη ξέρουμε εδώ και χρόνια, όπως είναι ίσως εδώ και αιώνες. Πολύβουη, γεμάτη από ξένους κυρίως, με μουσικούς του δρόμου, με χάππενιγκς, με τον Άγιο Στέφανο στο τέρμα της.


Στη Κέρτνερ Στράσσε


Μουσικός στο δρόμο


Υπαίθριος ζωγράφος


Δυο κοριτσάκια θαυμάζουν τον κλόουν


Η αμαξάρισσα περιμένει πελατεία


Ο...Μότσαρτ διαφημίζει τη συναυλία του


Και ασφαλώς μια σοκολατίνα στο Σάχερ είναι must όσες φορές κι αν έχεις πάει στη Βιέννη!

Σημ. Αντιπρόσωποι του Πιεστάνυ στην Κύπρο είναι το ταξιδιωτικό γραφείο TOP KINISIS TRAVEL (http://www.taxidiamprosta.com/)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010

Μια γυναίκα στο Βερολίνο

Δεν είναι μυθιστόρημα. Δεν είναι ένα βιβλίο στο οποίο θέλεις "να δεις τι θα γίνει παρακάτω", δεν έχει μύθο. Είναι ένα βιβλίο ζέουσας πραγματικότητας, είναι οι ημερολογιακές σημειώσεις μιας τριαντάχρονης Γερμανίδας, τις οποίες κρατούσε από τις 20 Απριλίου ως τις 22 Ιουνίου του 1945, ενώ το Βερολίνο βομβαρδιζόταν και οι συμμαχικές δυνάμεις το κατελάμβαναν. Το ημερολόγιο (Ανώνυμη, Μια γυναίκα στο Βερολίνο, Κέδρος, 2007 μετ. Πελαγία Τσινάρη και επίσης την ίδια χρονιά άλλη έκδοση: Νάρκισσος, μετ. Γιάννης Καστανάρας) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1954 στις Η.Π.Α. σε αγγλική μετάφραση. Πέντε χρόνια αργότερα εκδόθηκε και στα Γερμανικά. Η έντονη όμως αντίδραση που προκάλεσε γιατί το περιεχόμενό του "κηλίδωνε την τιμή των Γερμανίδων", καθώς αναφερόταν στις χιλιάδες βιασμούς τους από τους Ρώσους στρατιώτες, το έκανε να περιπέσει στην αφάνεια και μόνο μετά το θάνατο της ανώνυμης συγγραφέως το 2001 το ημερολόγιο επανεκδόθηκε το 2003.
Αυτή η ανωνυμία δημιούργησε κάποιες αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητά του. Σ' αυτό συνέβαλε και η λογοτεχνικότητα του κειμένου. Όμως η συγγραφέας ήταν δημοσιογράφος, εργαζόταν σ' ένα εκδοτικό οίκο, είχε ταξιδέψει σε διάφορες χώρες, ανάμεσα στις οποίες και στη Ρωσία, όπου έμαθε κάπως και τη γλώσσα, στοιχεία που δικαιολογούν τόσο το λογοτεχνικό ύφος στην έκφραση, όσο και το περιεχόμενο, τις λεπτομέρειες της περιγραφής, τις λεπτές παρατηρήσεις, τις σκέψεις, ενίοτε το πικρό χιούμορ. Σήμερα η αυθεντικότητα του ημερολογίου δεν αμφισβητείται πια, ένας μάλιστα διακεκριμένος κριτικός και δημοσιογράφος, απεκάλυψε και το όνομα της συγγραφέως, κατονομάζοντάς την ως Μάρτα Χίλερ.
Είναι 20 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή όταν αρχίζει να γράφει. Το Βερολίνο συγκλονίζεται από τους βομβαρδισμούς. Οι Ρώσοι απέχουν ελάχιστα καθώς πλησιάζουν από τα ανατολικά. Το σπίτι της αφηγήτριας έχει βομβαρδιστεί και μετακομίζει σε μια σοφίτα, συγκατοικώντας με άλλους, καταφεύγοντας στο υπόγειο της πολυκατοικίας στη διάρκεια των βομβαρδισμών.
Μέρα με τη μέρα καταγράφει όχι μόνο γεγονότα αλλά και σκέψεις και συναισθήματα. Ο θάνατος τριγυρίζει τους εναπομείναντες κατοίκους του Βερολίνου, κυρίως γυναικόπαιδα, αλλά και η πείνα κι όταν οι Ρώσοι μπαίνουν στην πόλη η εμπειρία των μαζικών βιασμών κυριαρχεί στο ημερολόγιο. Θύμα και η ίδια βιασμού, αποφασίζει να προκαλέσει την προσοχή και την εύνοια ενός Ρώσου αξιωματικού, ώστε να έχει μια στοιχειώδη προστασία από τους άγνωστους, μεθυσμένους στρατιώτες. Το θέμα γίνεται τόσο συνηθισμένο και καθημερινό, ώστε φτάνει να το αντιμετωπίζει με πικρό χιούμορ. Ρωτάει όταν συναντιέται με μια φίλη της: "Πόσες φορές σε βιάσανε Ίλζε;"- "Τέσσερις. Εσένα;"- "Δεν έχω ιδέα, πάντως χρειάστηκε να αναρριχηθώ αρκετά ψηλά στην ιεραρχία, από το σώμα ανεφοδιασμού έφτασα σε ταγματάρχη".
Έντονα επικριτική εμφανίζεται για τη στάση των ανδρών που μοιρολατρικά, χωρίς να αντιδρούν, γίνονται μάρτυρες αυτής της κατάστασης ή ακόμη, όπως θα συμβεί και στην ίδια στο τέλος, οι σύντροφοί τους τις εγκαταλείπουν. Πιο πολύ στις ημερολογιακές σημειώσεις κυριαρχεί η πείνα. Επιβιώνουν με ελάχιστη τροφή, συχνά μόνο με νερό στο οποίο έχουν βράσει τσουκνίδες. Ευπρόσδεχτα γίνονται τα σπάνια τρόφιμα που οι Ρώσοι τους προμηθεύουν. Δεν υπάρχει παροχή νερού, το κουβαλούν από μακριά, το ηλεκτρικό ρεύμα έχει διακοπεί, κάποτε την επιστρατεύουν μαζί με άλλες γυναίκες για ολοήμερη εξαντλητική εργασία. Γράφει: "Καινούρια μέρα. Είναι τόσο περίεργο να ζει κανείς χωρίς εφημερίδα, χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ώρα, χωρίς τέλος του μηνός. Ένας άχρονος χρόνος, που κυλάει σαν το νερό, που τον μετράμε όχι με τους δείκτες του ρολογιού, αλλά με το πηγαινέλα των αντρών με τις ξένες στολές".
Γράφοντας τονώνει η ίδια το φρόνημα και την αντοχή της. Κάποτε οι αναμνήσεις την οδηγούν σε ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος, άλλες φορές όσα βιώνει της δημιουργούν ποικίλες σκέψεις τις οποίες και καταγράφει: "Τίποτα δεν μας ανήκει πλέον σ' αυτή τη χώρα παρεκτός η κάθε στιγμή που ζούμε".
Το ημερολόγιο σταματά στις 22 Ιουνίου 1945, κλείνοντας με το πείσμα της να επιβιώσει και με την αισιόδοξη πιθανότητα να ξανανταμώσει με το σύντροφό της: "Ξέρω μόνο ότι θέλω να επιβιώσω-ενάντια σε κάθε νόημα και λογική, έτσι απλά, σαν ένα ζώο. Άραγε να με σκέφτεται ακόμα ο Γκερτ; Ίσως οι δρόμοι μας ξανασμίξουν κάποτε".

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος

Νομίζω πως στην παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου της Νοέλ Μπάξερ "Από δρυ παλιά και από πέτρα" είχα κάπως αδικήσει τη συγγραφέα. Τα έντονα συναισθήματα αντίδρασης που μου προκάλεσε η χρησιμοποίηση του ονόματος της Κερύνειας, που πρόδιδε όμως μια λειψή γνώση του τόπου και της ιστορίας του, δεν μου επέτρεψαν να εκτιμήσω όσο έπρεπε τη συγγραφική ικανότητα και τα θετικά του βιβλίου.
Βρήκα το δεύτερο βιβλίο της Μπάξερ που μόλις τελείωσα, "Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος" (Ψυχογιός, 2010) πολύ καλύτερο, χωρίς τα αρνητικά που είχα επισημάνει στο πρώτο της βιβλίο. Όχι μόνο γιατί το αντικρίζω χωρίς την υποκειμενική φόρτιση με την οποία διάβασα το πρώτο βιβλίο, αλλά γιατί πιστεύω ότι και αντικειμενικά είναι έργο πολύ αρτιότερο, ωριμότερο. Η ατμόσφαιρα της Κερασούντας τότε (1921) και τώρα, δίνεται πολύ πειστικά. Το γενικότερο δράμα των Ποντίων προβάλλει έντονα μέσα από την ατομική ιστορία μιας οικογένειας. Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, όμως μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων της έμμεσα διαγράφεται μια τραγική σελίδα του νεότερου Ελληνισμού.
Αν εξαιρέσουμε το πρώτο, το εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου υπαινικτικά δίνονται στοιχεία από όλο το βιβλίο, όλο το υπόλοιπο είναι η αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας, της Σουλτάνας Καπαγιαννίδου, προς τον Τούρκο ξάδερφό της Σερχάν, αφήγηση που κρατάει όλο το βράδυ. Καθισμένη στο καφενείο του, στην Κερασούντα, του μιλάει στη γλώσσα της, που εκείνος βέβαια δεν καταλαβαίνει, ούτε απαντάει, είναι ένας σιωπηλός ακροατής. Είναι μια αφήγηση-ενδοσκόπηση. Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, το ατομικό με το συλλογικό. Η ηρωίδα, την παραμονή των πεντηκοστών της γενεθλίων θυμάται, αναπολεί, προβληματίζεται. Η κατάληξη όλης αυτής της αναπόλησης θα είναι οι σημαντικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει για τη ζωή της.
Μεγαλωμένη από τη συνονόματη γιαγιά της (η μητέρα είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία) στο Κουρουτζού, ένα προσφυγικό χωριό έξω από την Καβάλλα που μετονομάστηκε σε Κρυονέρι, μεγαλώνει ακούγοντας τις αφηγήσεις της γιαγιάς που έφτασε εδώ μετά το διωγμό των Ποντίων από τις προγονικές τους εστίες. Η ιστορία της πορείας της "λευκής εξορίας", με τη γιαγιά Σουλτάνα να κουβαλάει στην πλάτη τη μικρότερη αδελφή της, η οποία προσβεβλημένη από δυσεντερία "άδειασε την κοιλίτσα της στην πλάτη της" και που εξακολούθησε να τη μεταφέρει κι όταν η μικρή είχε πια πεθάνει, συνοψίζει συμβολικά όλο το δράμα των ξεσπιτωμένων Ποντίων.
Οι αφηγήσεις της γιαγιάς ξυπνούν στη συνονόματη εγγονή την επιθυμία να επισκεφθεί το μέρος όπου έζησαν οι πρόγονοί της, την Κερασούντα. Εκεί θα γνωρίσει το παρακλάδι της οικογένειας που τούρκεψε. Η αδελφή της γιαγιάς, η Ευδοκία, παντρεμένη με Τούρκο για να σωθεί, είναι πια η Οζγκιούρ με παιδιά κι εγγόνια. "Στον Πόντο σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν Έλληνες, αλλά υπάρχει ελληνικό αίμα", θα πει κάποια στιγμή. Την πρώτη επίσκεψη ακολουθούν πολλές άλλες και τώρα, παραμονή των γενεθλίων της, εδώ έρχεται η Σουλτάνα για να σκεφτεί και να πάρει τις αποφάσεις της.
Παράλληλα όμως με το Ποντιακό παρελθόν εκτυλίσσεται μια άλλη, σύγχρονη ιστορία. Η Σουλτάνα που είχε σπουδάσει νομικά, προτίμησε το αστυνομικό σώμα. Μια αστυνομική ιστορία, δυο φόνοι, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη όπως κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα. Η σύνδεση των αφηγηματικών ρευμάτων, του αστυνομικού μυστηρίου αφενός και του Πόντου αφετέρου, αλλά και της προσωπικής ζωής της ηρωίδας είναι πολύ χαλαρή. Όμως παραμένει βασικός συνδετικός κρίκος η Σουλτάνα, η ζωή της, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί της, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρει αυτή "τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος".
Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική η συγγραφέας, όπως  στο πρώτο της βιβλίο παρενέβαλλε στίχους από την Οδύσσεια, έτσι κι εδώ παρεμβάλλει αποσπάσματα από την Κύρου ανάβαση του Ξενοφώντα, παραλληλίζοντας την πορεία των Μυρίων με τη μαρτυρική πορεία των Ποντίων. Η χρήση των αποσπασμάτων γίνεται σε πολύ μικρότερο βαθμό κι αυτό είναι προς όφελος του βιβλίου. Οι σχεδόν ταυτόσημες πορείες φανερώνουν τη διαχρονικότητα, την ομοιόμορφη επανάληψη καταστάσεων, τη σύνδεση του παλαιότερου με το νεότερο Ελληνισμό. Προσωπικά δεν συμπαθώ αυτή την τεχνική κι ελπίζω νη μη συνεχίσει να τη χρησιμοποιεί και στα επόμενα βιβλία της η συγγραφέας.
Κάτι που δένει με την όλη ατμόσφαιρα κάνοντάς την πιο πειστική είναι η μετρημένη χρήση της Ποντιακής διαλέκτου και η ακόμη μικρότερη των Τουρκικών φράσεων. Γενικά, το μυθιστόρημα της Μπάξερ κατορθώνει με επιτυχία να συνδέσει το παρόν με το παρελθόν. Είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα με τις ρίζες του βυθισμένες στην ιστορία, σε μια πρόσφατη, τραγική σελίδα του Ελληνισμού.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 05, 2010

Εχθροί της αγάπης

Από τις σπάνιες φορές που αγοράζω βιβλίο εντελώς άγνωστού μου συγγραφέα, χωρίς να έχω διαβάσει καμιά κριτική, χωρίς να μου το έχει συστήσει κάποιος φίλος του οποίου τη γνώμη για τα βιβλία εκτιμώ. Στηρίχτηκα μόνο στο οπισθόφυλλο και διαπίστωσα πόσο παραπλανητικά μπορεί να είναι όσα γράφονται εκεί. "Ένα συναρπαστικό επικό μυθιστόρημα που καλύπτει τέσσερις δεκαετίες. Η φρίκη κι η καταστροφή δύο παγκοσμίων πολέμων σαρώνουν την Ευρώπη, δημιουργούν θύματα, γεννούν όμως και θυελλώδεις έρωτες και παντοτινούς δεσμούς, καθώς η αγάπη δοκιμάζεται μες στα παιγνίδια της μοίρας και της Ιστορίας". Ποιος δεν θα παρασυρόταν από μια τέτοια υπόθεση, προπάντων από την αναφορά στους δυο παγκόσμιους πολέμους, που μας έδωσαν λογοτεχνικά αριστουργήματα;
Το χρονικό πλαίσιο (1909-1946) στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα της ιστορίας είναι αυτό που υπόσχεται το βιβλίο. Όμως η έμφαση δεν δίνεται στην εποχή. Η συγγραφέας εστιάζει κυρίως στα πολυπληθή πρόσωπα δυο οικογενειών και στις μεταξύ τους σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, όταν αρχίζει η ιστορία το 1909, δυο ξαδέρφες, η Ζέλντα και η Βίκι, από τις οποίες η μια ζούσε στην Αμερική και η άλλη στην Αγγλία, παντρεύονται δυο αδέλφια, τους αδελφούς Ρέμερ, που ανήκουν σε μια πλούσια οικογένεια βιομηχάνων από το Βερολίνο.
Λίγο πριν αρχίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Βίκι καταφεύγει στο αγαπημένο της Γιόρκσιαρ, όχι μόνο γιατί το προτιμά από το Βερολίνο, αλλά και γιατί αντιδρά στην παραγωγή πολεμικού εξοπλισμού από τα εργοστάσια Ρέμερ. Παραμένει εκεί, ενώ με τον άντρα της έχει αραιές και σπάνιες συναντήσεις. Αποκτά τρία παιδιά, κοντά της μεγαλώνει και το γιο της ξαδέρφης της από τον πρώτο της γάμο, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, έχοντας ερωτευτεί ένα συντοπίτη της, θα χωρίσει, θα τον παντρευτεί και θα αποκτήσει ακόμη μια κόρη.
Η Ζέλντα θα γίνει μια γνήσια Βερολινέζα. Θα αποκτήσει κι αυτή τρία παιδιά, ενώ η συγγένεια με τα παιδιά της Βίκι (δεύτερα ξαδέρφια) δεν θα εμποδίσει την ανάπτυξη ερωτικών σχέσεων και γάμων μεταξύ μερικών απ' αυτά.
Τα τόσα πρόσωπα δίνουν την ευκαιρία στη συγγραφέα να θίξει ποικίλες πλευρές χαρακτήρων και γεγονότων. Για παράδειγμα, από τα παιδιά της Βίκι η Νάνσι είναι δημοσιογράφος, ο Χιούγκο κατατάσσεται στην αεροπορία και ερωτεύεται μια Εβραία, ο Μαξ ανήκει στη βρετανική μυστική υπηρεσία. Από τα παιδιπά της Ζέλντα η Λότι γίνεται τραγουδίστρια, η Ίλζε ηθοποιός, ο Κλάους φανατικός Ναζί. Είναι ακόμα και τα δυο ζευγάρια των γονιών, με αρκετές αντιθέσεις μεταξύ τους. Οι ιστορίες όλων αυτών των προσώπων μπλέκονται μεταξύ τους και επηρεάζονται από τα γεγονότα της εποχής.
Η συγγραφέας είχε στα χέρια της ένα πλούσιο υλικό, προπάντων (όπως ομολογεί στις ευχαριστίες στο τέλος) επειδή και η ίδια ανήκει σε μια οικογένεια "κατά το ήμισυ γερμανική και κατά το ήμισυ βρετανική". Όμως η αφήγησή της μένει στην επιφάνεια, λείπει το βάθος και ο προβληματισμός, αν και αρκετά είναι τα ιστορικά στοιχεία. Γενικά θα χαρακτήριζα το πολυσέλιδο βιβλίο της Ρεμπέκα Ντιν "Εχθροί της αγάπης" (Ωκεανίδα 2009, μετ. Ρένα Χατχούτ) ως το Αγγλικό αντίστοιχο των δικών μας ευπώλητων. 


Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

Ζύγι, ένα χωριό πάνω στη θάλασσα

Πολύ λίγα χωριά της Κύπρου είναι χτισμένα πάνω στη θάλασσα. Ο φόβος των πειρατικών και Αραβικών επιδρομών οδήγησε τους κατοίκους, από τα πολύ παλιά χρόνια, να ιδρύσουν συνοικισμούς στην ενδοχώρα, μέσα στην ασφάλεια των βουνών. Το Ζύγι είναι ένα από τα ελάχιστα αυτά χωριά. Βρίσκεται στη νότια πλευρά της Κύπρου, μεταξύ της Λάρνακας και της Λεμεσού. Σχετικά νεότερος συνοικισμός, άρχισε να δημιουργείται τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας (1878), κυρίως ως τόπος συγκέντρωσης και εξαγωγής χαρουπιών. Για το σκοπό αυτό κτίστηκαν μεγάλες αποθήκες, μερικές από τις οποίες διατηρούνται ακόμη. Από το ζύγισμα των χαρουπιών, σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, προέρχεται και το όνομα του χωριού.
Το 1960 οι κάτοικοι του χωριού ήταν 171, από τους οποίους οι 87 ήταν Έλληνες και οι 84 Τούρκοι. Στην τελευταία απογραφή του 2001 οι κάτοικοι ήταν 704, μόνο Έλληνες πια, μια και οι Τούρκοι, μετά την εισβολή του 1974, μεταφέρθηκαν όλοι στο βορρά. Ήταν τότε που το Ζύγι άρχισε να αναπτύσσεται. Ένας προσφυγικός συνοικισμός, διαμερίσματα και εξοχικές επαύλεις, έδωσαν ζωή και ανάπτυξη στον τόπο. Σήμερα είναι το πιο γνωστό ψαροχώρι της Κύπρου. Οι λάτρεις του φρέσκου ψαριού ολόχρονα κατακλύζουν τις πολυάριθμες ψαροταβέρνες του χωριού για να το απολαύσουν.

Ανθώνες στολίζουν την είσοδο στην ψαροταβέρνα


Ψαροταβέρνα πάνω από τη θάλασσα


Ακόμα μια ψαροταβέρνα πλάι στο κύμα


Στο ήρεμο πρωινό η ψαροταβέρνα ετοιμάζεται


Ρομαντικό δρομάκι του χωριού


Ταβερνάκι πίσω από την εκκλησία


Το πάρκο του χωριού, διασκέδαση για μικρούς, απόλαυση για μεγάλους


Στην Ακτή του Κυβερνήτη

Πολύ κοντά στο Ζύγι βρίσκεται η Ακτή του Κυβερνήτη ή, όπως είναι πιο γνωστή με το αγγλικό της όνομα, Governor's Beach γιατί εδώ συνήθιζε να κάνει το μπάνιο του ο Άγγλος Κυβερνήτης της Κύπρου



Ακόμα μια φωτογραφία από την Ακτή του Κυβερνήτη


Μια βουτιά στα δροσερά νερά είναι ότι πρέπει για τον καύσωνα του Αυγούστου


Μια οικογένεια απολαμβάνει τη θάλασσα


Για πού το 'βαλε άραγε η μικρή βαρκούλα;


Στα βράχια του Ζυγιού περιμένοντας το ψάρι να τσιμπήσει

Όποιος θέλει να μαγειρέψει μόνος του το ψάρι θα βρει φρέσκο εδώ


Ο ήλιος ανατέλλει στη θάλασσα, αλλά δύει πίσω από τους λόφους


Η εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρνάβα, γιορτάζει στις 11 Ιουνίου

Γύρω από το Ζύγι πολλά άλλα χωριά  προσφέρονται για ενδιαφέρουσες εκδρομές και εξερευνήσεις: Ψεματισμένος, Καλαβασός, Μαρώνι, Άγιος Θεόδωρος, Αλαμινός, Μαζωτός. Στο Μαζωτό ένα ξεχωριστού ενδιαφέροντος Πάρκο, το "Πάρκο των Γκαμήλων", προσελκύει ντόπιους και ξένους. Όχι μόνο γιατί μια βόλτα με γκαμήλα είναι μοναδική εμπειρία, αλλά και γιατί τα άλλα ζώα που φιλοξενούνται εδώ, η πισίνα, η καφετέρια, το εστιατόριο, τα παιγνίδια για τα παιδιά, το δείγμα του αγροτόσπιτου, η δροσιά του πράσινου, καθιστούν το χώρο όαση αναψυχής.


Ο γκαμηλιέρης φέρνει τις γκαμήλες


Η βόλτα στη ράχη της γκαμήλας ενθουσιάζει μικρούς και μεγάλους


Η βόλτα δυστυχώς τελειώνει


Τα παιδιά αποχαιρετούν τη γκαμήλα


Τέλος, η βεράντα μας στο Ζύγι που μας χαρίζει όμορφες στιγμές ξεκούρασης

Κυριακή, Αυγούστου 22, 2010

Το παιχνίδι του αγγέλου

Αν δεν είχα διαβάσει προηγουμένως το μυθιστόρημα του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν "Η σκιά του ανέμου", ίσως το καινούριο του βιβλίο "Το παιχνίδι του αγγέλου" (Ψυχογιός, 2009, μετ. Κατερίνα Ρούφου) να μου είχε αρέσει περισσότερο. Τώρα μου φάνηκε σαν μια χλομή ανταύγεια του προηγούμενου. Μια προσπάθεια ανάμιξης των ίδιων υλικών, που όμως δεν ήταν αρκετά να κάνουν το δεύτερο βιβλίο του ισάξιο με το πρώτο. Συναντάμε μερικά από τα πρόσωπα και στοιχεία του πρώτου βιβλίου. Υπάρχει κι εδώ ο παθιασμένος με τα βιβλία βιβλιοπώλης Σεμπέρε, ο άλλος βιβλιοπώλης Μπαρθελό, το "Κοιμητήριο των λησμονημένων βιβλίων", μια τόσο ωραία και εμπνευσμένη εφεύρεση του Θαφόν. Και φυσικά και πάλι η Βαρκελώνη με τη Ράμπλα, τα κτίρια του Γκαουντί, τον  περίφημο ναό Σακράδα Φαμίλια που χτίζεται εδώ κι εκατό χρόνια, τους δρόμους, τις γειτονιές, τις πλατείες, την πόλη τη νύχτα ή με βροχή.
Χρονικά το βιβλίο τοποθετείται σε προγενέστερη εποχή και, πιο συγκεκριμένα, αρχίζοντας το 1917 γράφει τον επίλογό του το 1945. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Νταβίδ Μαρτίν είναι ένας 17χρονος νεαρός, λάτρης των βιβλίων, που τα υπερασπίζεται ακόμη και με τη ζωή του, αν χρειαστεί, και εργάζεται σε μια εφημερίδα που "φυτοζωούσε". Από εκεί τον ανακαλύπτουν δυο εκδότες και του αναθέτουν να γράψει μια ιστορία γκραν γκινιόλ σε συνέχειες. Γράφει με ψευδώνυμο,  ονομάζει την ιστορία "Η πόλη των καταραμένων" και γίνεται ένα πολύ δημοφιλές ανάγνωσμα. Του αποφέρει αρκετά χρήματα ώστε να ενοικιάσει ένα μεγάλο, ερειπωμένο και από χρόνια εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Μια μέρα ένας παράξενος Γάλλος εκδότης, όπως συστήνεται, εμφανίζεται και του προτείνει ένα πολύ μεγάλο ποσό, μια περιουσία σχεδόν, για να γράψει ένα βιβλίο που θα θεμελίωνε μια καινούρια θρησκεία, γιατί, όπως του λέει σε μια από τις πολλές συζητήσεις τους, "Όλα είναι αφήγημα, Μαρτίν. Αυτό που πιστεύουμε, αυτό που γνωρίζουμε, αυτό που θυμόμαστε και ακόμα αυτό που ονειρευόμαστε. Όλα είναι αφήγημα, μια αφήγηση, μια ακολουθία γεγονότων και προσώπων που κοινωνούν ένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Μια πράξη πίστης είναι μια πράξη αποδοχής, αποδοχής μιας ιστορίας που μας διηγούνται. Δεχόμαστε για αληθινό μόνο αυτό που μπορεί να γίνει αντικείμανο αφήγησης".
Ο Μαρτίν δέχεται. Παράλληλα βρίσκει σ' ένα κλειστό δωμάτιο του παλιού σπιτιού γράμματα, φωτογραφίες κι ένα χειρόγραφο που ανήκουν στον προηγούμενο ιδιοκτήτη, που πέθανε μυστηριωδώς. Κι ενώ συνεχίζει να προσπαθεί να γράψει αυτό που ο υποτιθέμενος Γάλλος εκδότης του ανέθεσε (που στον αναγνώστη υποβάλλεται η ιδέα ότι πρόκειται για τον διάβολο στον οποίο ο συγγραφέας πουλάει την ψυχή του), ο Νταβίδ αρχίζει να ερευνά γύρω από τον προηγούμενο ένοικο του σπιτιού.
Στο βιβλίο υπάρχει βεβαίως η κοπέλα που ο Νταβίδ ερωτεύεται με πάθος αλλά εκείνη παντρεύεται άλλον, υπάρχει μια άλλη που τον αγαπά και γίνεται βοηθός του, υπάρχει ο κίδυνος και η περιπέτεια, αλλά ενσπείρονται διαρκώς και θέματα που αφορούν το βιβλίο. Για παράδειγμα, πώς η κριτική μπορεί να "θάψει" ή να προβάλει ένα βιβλίο, πώς μπορεί να γίνει εκδοτική απάτη με την παράνομη εκτύπωση πλάι στη νόμιμη, πώς αισθάνεται, πώς εμπνέεται, πώς λειτουργεί ένας συγγραφέας κ.λπ.
Δεν μπορώ να πω πως το βιβλίο δεν διαβάζεται με ενδιαφέρον. Όμως πολλές απόψεις είναι κοινότοπες, πολλές ατάκες "εξυπνακίστικες", πολλά απίθανα συμβαίνουν που παραπέμπουν στην ύπαρξη του εξωλογικού και γενικά το βιβλίο δεν έχει τη σφιχτοδεμένη πλοκή του προηγούμενου. 

Δευτέρα, Αυγούστου 16, 2010

Η ξυπόλυτη των Αθηνών

Η πιστή αναπαράσταση της Αθήνας του τέλους του 18ου αι. και τις αρχές του 20ου φαίνεται ότι είναι ο κύριος άξονας του καινούριου βιβλίου της Φιλομήλας Λαπατά, "Η ξυπόλυτη των Αθηνών" (Καστανιώτης 2010).
Η ιστορία αρχίζει το 1870, όταν ο άρχοντας Εμμανουήλ Χρυσολωράς, σπουδαίος γιατρός, έχοντας χάσει τη γυναίκα του, έρχεται από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα, μαζί με τις δυο του κόρες, Μαργιόλα και Κατίγκω. Κατοικεί σ' ένα εντυπωσιακό μέγαρο, στην αρχή της οδού Πανεπιστημίου, ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά της Αθήνας, απέναντι από το Ιλίου Μέλαθρον και το Οφθαλμιατρείο Αθηνών.  Λίγο αργότερα θα φθάσει και η ανύπαντρη αδελφή του, η Κρυσταλλένια, μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, που θα σταθεί σύμβουλος και συμπαραστάτης στις περιπέτειες της οικογένειας.
Η μια από τις δύο κόρες, η Μαργιόλα, παντρεύεται τον ψυχίατρο Αριστείδη Μπαλτατζή, ενώ η Κατίγκω τον ωραίο Φραγκίσκο Αλφιέρι, κόμη του Μονρεάλε της Σικελίας και εγκαθίσταται εκεί. Τη συνοδεύει η θεία της, η Κρυσταλλένια. Η Κατίγκω αποκτά τρεις κόρες, όμως η ζωή της κοντά στον κόμη δεν ήταν τόσο ρόδινη όσο ονειρεύτηκε. Το πάθος εκείνου για το τζόγο εξανεμίζει την περιουσία που η Κατίγκω είχε πάρει ως προίκα. Η αυτοκτονία του, που στον κόσμο παρουσιάστηκε ως ατύχημα, αναγκάζει την Κατίγκω να πάρει τις κόρες της και, πάντα με τη συντροφιά της Κρυσταλλένιας, να γυρίσει στην Αθήνα και να εγκατασταθεί στο πατρικό της.
Προσπαθεί να κρατήσει μια επίφαση αριστοκρατικής ζωής, όμως τα χρέη τρέχουν και  φτάνει στην οικονομική εξαθλίωση. Το μόνο που μπορεί να τη σώσει είναι να βρει ένα καλό γαμπρό για τη μεγάλη και πανέμορφη κόρη της, τη Λάουρα, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της τον τίτλο: Κοντέσα Λάουρα Αλφιέρι. Ένα γαμπρό που θα "αγόραζε" τον τίτλο και που θα μπορούσε να ξελασπώσει την οικογένεια από τα χρέη της. Ο γαμπρός δεν αργεί να βρεθεί. Είναι ο Ζακυνθινός Φίλιππος Ρώμας, ταπεινής καταγωγής, αμόρφωτος, αλλά αυτοδημιούργητος πάμπλουτος. Η Λάουρα, σαν άλλη Ιφιγένεια, αναγκάζεται να υποκύψει στην πίεση της μητέρας της και να θυσιαστεί, παίρνοντας κάποιον που όχι μόνο δεν αγαπά, αλλά και περιφρονεί. Ο μεγάλος έρωτας εκείνου θα λιώσει τον πάγο της ψυχρότητας και του εγωισμού της. Το happy end αναπόφευκτο.
Η Φιλομήλα Λαπατά ξέρει να αφηγείται, ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παράλληλα με τα κεντρικά πρόσωπα, πολλά άλλα πορεύονται με τις δικές τους ιστορίες. Σαφής είναι η πρόθεση της συγγραφέως να αναπαραστήσει τη ζωή της κοσμοπολίτικης Αθήνας της Μπελ Επόκ. Τόσο σαφής που ενίοτε η συγγραφή παύει να είναι αυθόρμητη και γίνεται μια εκ προθέσεως κατασκευή, προϊόν ασφαλώς αξιέπαινης έρευνας και μελέτης της συγγραφέως, όμως συχνά ανιαρή για τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, η λεπτομερής γεωγραφική θέση της Αθήνας ("στα βόρεια βρίσκεται η Πάρνηθα, δυτικά ο λόφος του Αιγάλεω με τον Ελαιώνα" κ.λπ.) η αναφορά των δρόμων και τοποθεσιών με τα παλιά τους ονόματα (οδός Προαστίου-σημερινή οδός Εμμανουήλ Μπενάκη, Χασάνι-σημερινό Ελληνικό, Ξηροτάγαρο-σημερινό Παλαιό Φάληρο κ. ά.) μπορεί να έχουν εγκυκλοπαιδική αξία, όχι όμως και λογοτεχνική. Το ίδιο κι όταν  μέσα από τις επιστολές της Μαργιόλας προς την Κατίγκω όταν αυτή βρισκόταν στη Σικελία, γίνονται αναφορές για τα πρώτα τραμ με άλογα της Αθήνας  (1882), για τα εγκαίνια της διώρυγας της Κορίνθου (1893), για την οικονομική χρεωκοπία της Ελλάδας (1893), για τους πρώτους Ολυμπιακούς (1896) κ.λπ. κ.λπ. Χρήσιμα βέβαια όλα αυτά, αλλά η τεχνητή παρεμβολή τους μειώνει τη λογοτεχνική τους αξία.
Γενικά πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο με χρήσιμες πληροφορίες, εύπεπτο, με αρκετά στοιχεία σοβαρής ροζ λογοτεχνίας που δικαιολογεί την κατάταξή του στα ευπώλητα.

Σάββατο, Αυγούστου 07, 2010

Η σκιά του ανέμου

"Αυτός ο χώρος είναι ένα μυστήριο, Ντανιέλ, ένα ιερό. Το κάθε βιβλίο, ο κάθε τόμος που βλέπεις, έχει ψυχή. Την ψυχή αυτού που το έγραψε και την ψυχή αυτών που το διάβασαν και έζησαν και ονειρεύτηκαν μαζί του. Κάθε φορά που ένα βιβλίο αλλάζει χέρια, κάθε φορά που κάποιος γλιστράει το βλέμμα του πάνω στις σελίδες του, το πνεύμα του διευρύνεται και δυναμώνει".
Τα βιβλία που έχουν σαν θέμα τους άλλα βιβλία ασκούν, νομίζω, μια ιδιαίτερη έλξη σ' όλους τους βιβλιόφιλους. Στο ωραίο μπλογκ "Βολτίτσες" (στο οποίο οφείλω και την ανάγνωση του παρόντος βιβλίου) μια ολόκληρη ενότητα ονομάζεται "Βιβλιοβιβλία", πολύ ενδιαφέρουσα και ενημερωτική για όποιον αγαπά αυτό το είδος. "Η σκιά του ανέμου" του Ισπανού Carlos Ruiz Zafon (Λιβάνης 2004, μετ. Κατερίνα Ρούφου) είναι ένα τέτοιο εξαιρετικό βιβλίο. Σε κρατάει αιχμάλωτο στη γοητεία της αφήγησης από την πρώτη ως την τελευταία (557η) σελίδα του. Αγάπη για το βιβλίο, περιπέτειες, ένας μεγάλος έρωτας, το πάθος της συγγραφής, η δύναμη της φιλίας, η ενσάρκωση του κακού, σκέψεις και αποφθεγματικές ρήσεις, πλήθος προσώπων και χαρακτήρων, στο φόντο με αδρές πινελιές ο Ισπανικός Εμφύλιος, μυστήρια και ανατροπές, η Βαρκελώνη με τις ράμπλα, τους δρόμους, τις πλατείες, τα καφέ, τα αρχοντικά της, συνθέτουν αυτή τη μαγική ατμόσφαιρα που καθηλώνει τον αναγνώστη.
Δεν είναι δυνατό να αφηγηθεί κανείς το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίς να αναφερθεί σε γεγονότα των οποίων η σταδιακή  αποκάλυψη αποτελεί μέρος της γοητείας του βιβλίου. Πολύ αδρομερώς μπορώ μόνο να αναφέρω τα εξής:
Βρισκόμαστε στο 1945. Ένα εντεκάχρονο αγόρι, ο Ντανιέλ, οδηγείται μια μέρα από το βιβλιοπώλη πατέρα του στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων.  "Είναι παράδοση την πρώτη φορά που κάποιος επισκέπτεται αυτό το μέρος να διαλέγει ένα βιβλίο, αυτό που προτιμά, και να το υιοθετεί, εξασφαλίζοντας πως δεν θα εξαφανιστεί ποτέ, πως θα μένει για πάντα ζωντανό. Είναι μια πολύ σημαντική υπόσχεση. Υπόσχεση ζωής", εξήγησε ο πατέρας μου. "Σήμερα είναι η σειρά σου".
Ο Ντανιέλ διαλέγει το βιβλίο "Η σκιά του ανέμου" του Χουλιάν Καράξ, ενός συγγραφέα του οποίου δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομα. Η ανάγνωση του μυθιστορήματος τον γοητεύει και αρχίζει μια περιπετειώδη προσπάθεια να μάθει γι' αυτόν τον άγνωστο συγγραφέα. Η περιέργεια και το ενδιαφέρον του εντείνονται, όταν ένας άλλος βιβλιοπώλης, φίλος του πατέρα του, του προτείνει ένα μεγάλο ποσό για να αγοράσει αυτό το βιβλίο. Ο μικρός αρνείται. Το μυστήριο μεγαλώνει, όταν ανακαλύπτει ότι κάποιος άγνωστος αναζητά τα βιβλία του Καράξ και τα καίει.
Τα χρόνια περνούν. Ο μικρός μεγαλώνει. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα του βιβλίου μπλέκονται διαρκώς στη ζωή του Ντανιέλ, που μοιάζει να επαναλαμβάνει τη ζωή του Καράξ. Μυθοπλασία και πραγματικότητα γίνονται ένα. Μη μπορώντας να αποκαλύψω πολλά από την υπόθεση του βιβλίου, παραθέτω ελάχιστες σκέψεις από τις πάμπολλες που με σταμάτησαν καθώς διάβαζα.
-"Μέχρι εκείνη τη στιγμή για μένα το διάβασμα ήταν μια υποχρέωση, ένα πρόστιμο που έπρεπε να πληρώσεις στους δασκάλους και τους καθηγητές χωρίς να ξέρεις καλά καλά το γιατί. Δε γνώριζα την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, αυτή που νιώθεις όταν εξερευνάς πόρτες που ανοίγονται στην ψυχή σου, όταν αφήνεσαι στη φαντασία σου, την ομορφιά και στο μυστήριο του μυθιστορήματος και της γλώσσας. Όλα αυτά γεννήθηκαν για μένα με εκείνο το μυθιστόρημα".
-Γιατί καίγονται τα βιβλία; Από ηλιθιότητα, από άγνοια, από μίσος...πού να ξέρει κανείς.
-Τα βιβλία είναι καθρέφτες:σ' αυτά φαίνεται μόνο αυτό που κουβαλάει κανείς μέσα του.


Δευτέρα, Αυγούστου 02, 2010

Θάνατος σε ιδιωτική κλινική

Στην πρωτοφανή θερμοκρασία των 46ο (!), ρεκόρ στα χρονικά της Κύπρου, τίποτα πιο δροσιστικό από ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα (εννοείται βεβαίως στη δροσιά του κλιματιστικού). Όπως έγραφα και άλλοτε, παρουσιάζοντας το μυθιστόρημα της Π. Ντ. Τζέιμς "Ο φάρος", με ελκύει ιδιαίτερα το αγγλικό αστυνομικό μυθιστόρημα τύπου Άγκαθα Κρίστι. Γιατί σ' αυτού του τύπου τα αστυνομικά με γοητεύει όχι μόνο η πλοκή, το μυστήριο και η λύση του. Απολαμβάνω όλη την πορεία ώσπου να φτάσει το τέλος. Την περιγραφή των δρόμων του Λονδίνου, της αγγλικής εξοχής, της βροχής που αδιάκοπα συνοδεύει τη δράση, τους αγγλικούς πύργους, την τυπικότητα των Άγγλων, τους κήπους, τα ονόματα που δίνουν στα σπίτια τους, τα αμέτρητα τσάγια που καταναλώνουν, τα αναμμένα τζάκια...
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συναντάμε πάλι στο καινούριο μυθιστόρημα της Π. Ντ. Τζέιμς , θεωρούμενης ως διαδόχου της Άγκαθα Κρίστι, σε πιο σύγχρονη βεβαίως εποχή, "Θάνατος σε ιδιωτική κλινική" (Καστανιώτης 2010, μετ. Τούλα Τόλια).
Κύριος τόπος δράσης είναι το Ντόρσετ, "πασίγνωστο για την ιστορία και την ποικιλομορφία των πύργων του", όπως μας λέει η συγραφέας. Πιο συγκεκριμένα, το έργο διαδραματίζεται στο Σέβερελ Μάνορ, ένα παλιό πύργο, βγαλμένο από τη συγγραφική  φαντασία. Μια πτέρυγα του πύργου είχε μετατραπεί από τον τελευταίο ιδιοκτήτη, έναν επιφανή πλαστικό χειρουργό, σε ιδιωτική κλινική αισθητικής χειρουργικής. Εκεί καταφεύγει μια  διάσημη δημοσιογράφος, η Ρόντα Γκράτουιν, για να αφαιρέσει ένα σημάδι που είχε στο πρόσωπο. Όμως, την επομένη της επέμβασης η Ρόντα θα βρεθεί νεκρή, στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της. Ο ταξίαρχος Νταλγκλίς της Σκότλαντ Γιαρτ με τους δύο βοηθούς του, καταφθάνουν και αρχίζουν δράση. Βεβαίως, σ' αυτού του τύπου τα μυθιστορήματα δεν έχουμε μόνο ένα φόνο. Θα ακολουθήσει ακόμη ένας, μια απόπειρα για έναν άλλο και μια αυτοκτονία, για να βρεθεί στο τέλος ο ένοχος. Το παρελθόν των υπόπτων, οι οικογενειακές τους σχέσεις, οι σχέσεις με τα θύματα, ερωτικοί δεσμοί, τραύματα της παιδικής ηλικίας, διαθήκες και κληρονομιές, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο της αστυνομικής έρευνας.
Ο αναγνώστης των μυθιστορημάτων της Τζέιμς (άλλα έξι κυκλοφορούν στις εκδόσεις Καστανιώτη) δεν πρέπει να βιάζεται. Να απολαμβάνει τον αργό ρυθμό, τις λεπτομερέστατες περιγραφές, όχι μόνο του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και των εσωτερικών χώρων. Η διαρρύθμιση των σπιτιών, η επίπλωση, ακόμα και οι ζωγρφικοί πίνακες, περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια. Τα προγεύματα, τα γεύματα, τα δείπνα, τα τσάγια λες και σερβίρονται για τον αναγνώστη! Δεν λείπουν ούτε οι σκόρπιες λογοτεχνικές πινελιές (άλλωστε ο ήρωάς της, ο Νταλγκλίς, είναι και ποιητής) ούτε και η αναφορά στη σύγχρονη τεχνολογία, αν και οι μυθιστορηματικοί της ήρωες δεν φαίνεται να κάνουν συχνή ή σημαντική χρήση αυτών των μέσων. Άλλωσε δεν θα ήταν και πολύ ταιριαστός ο συνδυασμός ηλεκτρονικών υπολογιστών και παλιών ιστορικών πύργων που τόσο επιτυχημένα περιγράφει η Τζέιμς.
Κλείνω τις σκέψεις μου με μια πολύ σύντομη παράγραφο, ένα ελάχιστο δείγμα γραφής της γηραιάς πλέον αυτής κυρίας (γεν. 1920) του αστυνομικού μυθιστορήματος. "Ο Ντιν σέρβιρε το τσάι και η ατμόσφαιρα έγινε σπιτική, σχεδόν φιλική. Έξω ο αέρας μαζί με τη βροχή έπεφτε στα κλειστά τζάμια σαν ομίχλη και το σκοτάδι, όλο και πιο πυκνό, κάλυπτε τα πάντα, αφήνοντας μόνο ορατή τη γεωμετρία του κήπου με τα παρτέρια, ενώ ο φράχτης με τις ψηλές οξιές έγινε μια μακρινή, ακαθόριστη μάζα. Μέσα όλα ήταν φως, χρώματα, ζεστασιά και η μυρωδιά από το τσάι και τα μπισκοτάκια σε στύλωνε"

Σάββατο, Ιουλίου 24, 2010

Προσοχή σκύλος! (Cave canem)

Παθιασμένη με τα Λατινικά που τα δίδασκα μια ζωή, δεν ήταν δυνατό να μη με προσελκύσει ο τίτλος "Cave canem" ("Προσοχή σκύλος!, ή κατ' ακρίβεια "Πρόσεχε από το σκύλο"), παρ' όλο που τα αστυνομικοϊστορικά μυθιστορήματα δεν μου είναι και ιδιαίτερα προσφιλή.
Όμως το βιβλίο της Danila Comastri Montanari (Άγρα, 2009, μετ. Άννα Τσέα) μου χάρισε μερικές ώρες ξεκούραστου διαβάσματος, μεταφέροντάς με  με πειστικότητα και αληθοφάνεια στον 1ο μ. Χ. αι. Κεντρικός ήρωας της ιστορίας, όπως και μιας σειράς ανάλογων βιβλίων της Montanari, ένας Σέρλοκ Χολμς ή Ηρακλής Πουαρώ της Ρωμαϊκής εποχής, είναι ο συγκλητικός Πόπλιος Αυρήλιος Στάτιος. Τον συνσντάμε να φιλοξενείται στην έπαυλη του Γναίου Πλαύτου, όπου με την άφιξή του μαθαίνει ότι μόλις έχει πεθάνει ο πρωτότοκος γιος του Πλαύτου, φαινομενικά από ατύχημα. Βέβαια, όπως σ' ένα κλασικό αστυνομικό, κι άλλοι θάνατοι θα ακολουθήσουν, οπότε το ατύχημα γίνεται φανερό ότι ήταν αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας. Ο νομομαθής συγκλητικός, που συνοδεύεται από μια φίλη του καθώς και ένα πονηρό Έλληνα γραμματέα, "άνθρωπο για όλες τις δουλειές", θα λύσει το μυστήριο, θα βρει το δολοφόνο και θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη.
Η διαφορά του μυθιστορήματος της Montanari από άλλα παρόμοια έγκειται στο ότι δημιουργεί ένα πολύ αληθοφανές ιστορικό περιβάλλον. Οι τοποθεσίες, οι λατινικοί όροι (γλωσσάριο παρατίθεται στο τέλος), τα φαγητά, οι καθημερινές συνήθειες, το ρωμαϊκό σπίτι, οι ιστορικές προσωπικότητες, οι ασχολίες, η νοοτροπία, οι δούλοι, γάμοι πολιτικών σκοπιμοτήτων κ.λπ., όπως τα ξέρουμε από ιστορικές πηγές, διατηρούν τη γνησιότητά τους. Είναι στιγμές που νομίζεις ότι η αστυνομική ιστορία ήταν απλώς το πρόσχημα για να ζωντανέψει η συγγραφέας μια ολόκληρη εποχή.
Χρησιμότατο στο τέλος το παράρτημα με πληροφορίες για το ρωμαϊκό ημερολόγιο, τους δούλους, φυτά και ζώα των ρωμαϊκών κήπων κ. ά. καθώς και χάρτες, μεταξύ των οποίων και ο χάρτης της περιοχής γύρω από τη Νεάπολη, όπου διαδραματίζεται το έργο.
Ας μη νομιστεί ότι πρόκειται για βαρύ ιστορικό βιβλίο. Είναι μια ανάλαφρη αστυνομική ιστορία που, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis), θα μπορούσε να διαδραματίζεται και στην εποχή μας. Παρ' όλο που υπάρχει στο βιβλίο η επιγραφή "cave canem" στην είσοδο της έπαυλης και ένα γέρικο σκυλί εμφανίζεται πότε-πότε, θα συμφωνήσω με τον Πατριάρχη Φώτιο ότι ο τίτλος δεν έχει μεγάλη σχέση με το περιεχόμενο.

Σάββατο, Ιουλίου 17, 2010

Δάσκαλος και μαθητής

Κι άλλοτε έχω μιλήσει για την ακατανίκητη έλξη που ασκούν στις λογοτεχνικές μου αναγνώσεις τα βιβλία που έχουν ως θέμα το σχολείο και τη σχολική ζωή. Έτσι, μετά από την εξαιρετική "Δασκάλα των Γαλλικών", το γεμάτο ρεαλισμό και χιούμορ "Ο δάσκαλος", το εξιδανικευμένο "Παλιό σχολείο", το σύγχρονο "Ανάμεσα στους τοίχους", έρχεται σήμερα να προστεθεί ακόμα ένα βιβλίο με θέμα το σχολείο. Είναι το μυθιστόρημα του Antonio Scurati "Δάσκαλος και μαθητής" (Πόλις, 2010, μετ. Δήμητρα Δότση). πολύ διαφορετικό απ' όλα τα προηγούμενα. Όχι μόνο ως προς το θέμα, αλλά και ως προς τον τρόπο του χειρισμού του. Δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που διαβάζεις βιαστικά γιατί θέλεις να δεις "τι θα γίνει παρακάτω". Είναι ένα μυθιστόρημα με πολλές σελίδες δοκιμιακού χαρακτήρα, σελίδες που πρέπει να διαβαστούν με περίσκεψη, σελίδες που προκαλούν τον προβληματισμό του αναγνώστη.
Σ' ένα Λύκειο, σε μια μικρή κωμόπολη της βόρειας Ιταλίας, τη Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2001, ημέρα προφορικών απολυτήριων εξετάσεων, ένας μαθητής, ο Βιταλιάνο Κάτσα, μπαίνει στην αίθουσα και μ' ένα όπλο κρυμμένο στο κράνος της μοτοσικλέτας του σκοτώνει τους επτά καθηγητές που βρίσκονταν εκεί, τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες, ενώ αφήνει να ζήσει μόνο ένας, ο Αντρέα Μαρεσκάλκι, καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας.
Το φανόμενο της νεανικής παραβατικότητας, της σχολικής βίας που εξικνείται ως τις δολοφονικές επιθέσεις δεν είναι άγνωστο στην εποχή μας. Με επίκεντρο αυτό το θέμα και κεντρικό πρόσωπο τον επιζήσαντα καθηγητή διαδραματίζεται όλο το έργο. Ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν το νεαρό Βιταλιάνο στην αποτρόπαια αυτή πράξη; Και γιατί εξαίρεσε από τη σφαγή τον καθηγητή Μαρεσκάλκι; Η μικρή κοινωνία αλλά και όλη η χώρα συγκλονίζεται. ο ίδιος ο Μαρεσκάλκι, βασανιζόμενος από τύψεις, αναζητά τα αίτια. Ο Βιταλιάνο ήταν αγαπημένος του μαθητής, παρ' όλο που δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί πρότυπο μαθητή, όπως συνήθως το εννοούμε. Ωραίος, γοητευτικός, σκληρός συνάμα και ευαίσθητος, έξυπνος αλλά αποτυχημένος στις εξετάσεις του περασμένου χρόνου, έτοιμος να τα βάλει με κάποιον που πουλούσε ναρκωτικά σε μαθητή, με πολλές απουσίες από το σχολείο, ερωτευμένος με μια συμμαθήτριά του, πνεύμα ανυπότακτο και αντιφατικό.
Ο ιερέας, η αστυνομία, οι γονείς, οι μαθητές, έχουν τις δικές τους αντιδράσεις και σκέψεις γύρω από το γεγονός. Τι είπε ο ιερέας, ο εισαγγελέας, ο εγκληματολόγος είναι κεφάλαια του βιβλίου που αποτυπώνουν τις ποικίλες όψεις του εγκλήματος. Άλλοι αποδίδουν σ' αυτό μια αποκρυφιστική διάσταση, άλλοι σεξουαλικά κίνητρα, άλλοι μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά τίποτα από αυτά δεν πείθει τον επιζήσαντα. Δυο αστυνομικοί τον φρουρούν διαρκώς από φόβο μήπως ο δολοφόνος, που έχει εξαφανιστεί, γυρίσει για να σκοτώσει τον Μαρεσκάλκι. Το τηλέφωνο στο σπίτι του χτυπά επίμονα, αλλά εκείνος για μέρες αρνείται να το σηκώσει. Ξέρει ότι είναι ο Βιταλιάνο, αλλά αποκρούει κάθε επαφή μαζί του, ίσως γιατί κατά βάθος δεν θέλει να τον εντοπίσει η αστυνομία. Προβληματισμένος, γεμάτος τύψεις και ενοχές, αναζητά με τον εσωτερικό του στοχασμό τόσο τα αίτια των δολοφονιών όσο και τη δική του επιβίωση. Καταφεύγει στην ομαδική ψυχοθεραπεία, ξαναγυρίζει με τη σκέψη στη χρονιά που πέρασε, ξαναδιαβάζει σελίδες από το ημερολόγιο που κρατούσε από την αρχή της σχολικής χρονιάς 2000-2001. Σελίδες στις οποίες καταγράφει λεπτομερώς τα μαθήματά του, τους μαθητές του, επεισόδια της σχολικής ζωής, την ιδιαίτερη σχέση του με τον Βιταλιάνο.
Το "Δάσκαλος και μαθητής" είναι ένα μυθιστόρημα προβληματισμού. Σε ποιο κόσμο ζουν σήμερα τα παιδιά μας; "Είναι σκληρός ο κόσμος όπου ζουν σήμερα αυτά τα παιδιά, βίαιος κόσμος, όλοι το ξέρουν. Εμείς δεν μπορούμε να τα ακολουθήσουμε εκεί έξω, δεν μας επιτρέπεται, κι άλλωστε θα τους ήμασταν βάρος με τις ανησυχίες μας και τις συμβουλές μας", γράφει στο ημερολόγιό του. Πόσο αποτυχημένο είναι το εκπαιδευτικό σύστημα; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νεανικής εγκληματικότητας; Μα πάνω απ' όλα δεσπόζουν οι τύψεις του δασκάλου που δεν μπόρεσε να εμποδίσει το κακό που ερχόταν. "Όχι, όχι, όχι, τρεις φορές όχι. Αυτό το έγκλημα δεν χρειάζεται τίποτα για να ερμηνευτεί-ούτε την κοινωνία, ούτε το συμφέρον, ούτε την αρρώστια. Οι ρίζες του βρίσκονται στη ζωή που περάσαμε μαζί, εγώ, ο δάσκαλος, και ο Βιταλιάνο, ο μαθητής. Εκεί πρέπει να τις αναζητήσω, στο τρομερό μυστήριο της διδασκαλίας, στη σκοτεινή της σχέση με έναν δάσκαλο που για πολύ καιρό φοβόταν ότι δεν ήξερε τι να κάνει. Έναν δάσκαλο που ξόδεψε μεγάλο μέρος της σταδιοδρομίας του οικτίροντας τον εαυτό του για την αδυναμία του, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να αμφισβητεί την ασυναίσθητη δύναμή του".
Οι τύψεις τον οδηγούν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Όμως το βιβλίο, παρ' όλο το σκοτεινό χρώμα που κυριαρχεί, αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας στο τέλος, όταν, στην καινούρια σχολική χρονιά, "μπαίνοντας στον προθάλαμο του σχολείου, βρέθηκε περικυκλωμένος από πλήθος μαθητών, παλιών και νέων".

Σάββατο, Ιουλίου 10, 2010

Δέκα χιλιάδες μέλισσες

Στην Ιστορία δεν μπορούμε ποτέ να μιλούμε με το "αν...". Ποτέ δεν ξέρουμε τι θα γινόταν "αν...". Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, πράγμα βέβαια που καθόλου δεν εξυπηρετί την ιστορική έρευνα και αλήθεια.
Ο Άντης Ροδίτης, συγγραφέας του "Δέκα χιλιάδες μέλισσες" (Αρμός, 2010) δεν στηρίζεται στο "αν...". Ο αναγνώστης όμως αυθόρμητα σκέφτεται: "Άραγε, τι θα γινόταν αν...". Αυτή τη σκέψη έκανα κι εγώ διαβάζοντας με αμείωτο ενδιαφέρον και τελειώνοντας μέσα σε δυο μέρες το ογκώδες βιβλίο του Ροδίτη. Η λογοτεχνική έκφραση, συνδυασμένη με ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης Κυπριακής ιστορίας, πολλά από τα οποία έζησε η γενιά μου και τα οποία δεν παύουν να μας προβληματίζουν, είναι η μαγική συνταγή, πιστεύω, της επιτυχίας του βιβλίου. Δεν ξέρω αν το ίδιο ενδιαφέρον μπορεί να προκαλέσει και στον Ελλαδίτη αναγνώστη, που δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων.
Για παράδειγμα, ενώ ο τίτλος του βιβλίου έχει άμεση απήχηση στη σκέψη του Κύπριου αναγνώστη, για τον Ελλαδίτη χρειάζεται διευκρίνηση. Το "δέκα χιλιάδες μέλισσες" είναι στίχος ενός από τους αξιολογότερούς μας ποιητές, του Παντελή Μηχανικού (1926-1979) από το ποίημά του "Ονήσιλος". Ο Ονήσιλος ήταν ο Κύπριος βασιλιάς που τον 5ο αι. π.Χ. επαναστάτησε εναντίον των Περσών,  νικήθηκε, το κεφάλι του κρεμάστηκε στην είσοδο της πόλης, αλλά κατά ένα θαυμαστό τρόπο στο γυμνό κρανίο έκαναν την κυψέλη τους οι μέλισσες. Αυτό ερμηνεύτηκε από το μαντείο ως σημείο ότι έπρεπε ο Ονήσιλος να τιμάται ως ήρωας. Σύμβολο λοιπόν του αγνού ηρωισμού και της αγωνιστικότητας ο Ονήσιλος, στέλλει σ' εμάς σαν μήνυμα τις μέλισσές του:
Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.
Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε πάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτε να νιώσουμε.
Δεν ακούαμε  τα μηνύματα των καιρών, προπάντων δεν τα άκουαν οι ηγέτες μας και από μια Κύπρο που με το αίμα των παλικαριών της αγωνίστηκε για την Ένωση με την Ελλάδα, φτάσαμε σήμερα να έχουμε δώσει τη μισή στους Τούρκους.
Κεντρική μορφή στο "Μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων", όπως χαρακτηρίζει το έργο του ο Ροδίτης, είναι ο Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος και πρώτος Πρόεδρος της ανεξάρτητης πλέον Δημοκρατίας της Κύπρου. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά γι' αυτή την αμφιλεγόμενη πρσωπικότητα που διερωτάται κανείς τι καινούριο μπορεί να λεχθεί. Κι όμως ο Ροδίτης κατορθώνει να συνθέσει ένα πραγματικά γοητευτικό "μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων", που με αφορμή την Κύπρο προεκτείνει την έρευνα και τη γραφή του γενικότερα στην αποικιοκρατία και στο πώς η επιδέξια πολιτική των αποικιοκρατών έφτανε να αφομοιώνει τους υπόδουλους λαούς. Γι' αυτό αρκετά κεφάλαια αναφέρονται στον Πρέμπε, βασιλιά των Ασάντι (σημερινή Γκάνα) που είχε κι αυτός παλαιότερα εξοριστεί στις Σεϋχέλλες. Οι επιστολές του Πρέμπε στο βασιλιά της Αγγλίας, σε κυπριακή διάλεκτο, η μεταμόρφωσή του καθώς "πήγε στις Σεϋχέλλες ντυμένος με δέρμα λεοπάρδαλης κι έφυγε για το Λονδίνο με πρωινό κοστούμι και ψηλό καπέλο", η επιστροφή του στη χώρα του, δεν αφήνουν αμφιβολία για τον αλληγορικό τρόπο με τον οποίο τον χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.
Άγνωστες πτυχές της εξορίας του Μακάριου και των τριών συνεξορίστων του στις Σεϋχέλλες έρχονται στο φως με την έρευνα του Ροδίτη. Διά μακρών σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Μάργκαρετ Λε Τζετ, συζύγου του αρχιφύλακα των εξορίστων, που υπήρξε δασκάλα των Αγγλικών του Μακαρίου. Ο συγγραφέας ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε τη θετή κόρη της Μάργκαρετ, την Αϊντίνα, η οποία και του παραχώρησε επιστολές και άλλα στοιχεία από το αρχείο της μητρυιάς της. (Τόσο η Μάργκαρετ όσο και η Αϊντίνα, μετά την ανεξαρτησία, είχαν επισκεφθεί την Κύπρο και φιλοξενήθηκαν από τον Μακάριο).
Πήγε ακόμη ο συγγραφέας και στις Σεϋχέλλες και οι παραστατικές του περιγραφές κάνουν πιο έντονη την αντίθεση ανάμεσα σ' αυτό τον επίγειο παράδεισο και την εξορία. Όλα όμως καταλήγουν στην προσωπικότητα του Μακαρίου, τον οποίο συνήθως αποκαλεί όχι Μακάριο, αλλά Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκο. Αναφέρονται λεπτομέρειες της ζωής και του χαρακτήρα του, η χαρισματική του προσωπικότης με την οποία κέρδιζε καθένα που τον γνώριζε, η λατρεία του λαού του γι' αυτόν, αλλά (πάντα κατά τον συγγραφέα) και η φιλοδοξία του και η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του που υπήρξε το εμπόδιο για την Ένωση. Η δραματική σκηνή της συνάντησης Μακαρίου-Γαρουφαλιά (υπουργού του Γεώργιου Παπανδρέου) το 1964, είναι αντάξια της περιγραφής ενός μεγάλου δραματουργού.
Παρά τη μεροληπτική στάση που τηρεί ο συγγραφέας για τον Μακάριο, δεν μπορεί να μη θαυμάσει κανείς την έρευνα, το μόχθο, την πολλή δουλειά που προϋποθέτει ένα τέτοιο σύγγραμμα. Αποικιοκρατία, φυσικό περιβάλλον, σκηνές από τον απελευθερωτγικό αγώνα της Κύπρου, πληθώρα προσώπων και πραγμάτων κινείται σ΄αυτή τη συναρπαστική σύνθεση ιστορίας και λογοτεχνίας.
Ίσως κανείς να μη μπορεί να πει "τι θα γινόταν αν..." ο Μακάριος δεχόταν το σχέδιο Άτσησον που του μετέφερε ο Γαρουφαλιάς, ξέρουμε όμως τι ακολούθησε όταν δεν το αποδέχτηκε. Όπως ξέρουμε και πόσο μέσα απ' αυτό το βιβλίο μνημειώνεται με τρόπο μοναδικό μια ολόκληρη εποχή.

Παρασκευή, Ιουλίου 02, 2010

Απόψε δεν έχουμε φίλους

Βρίσκω το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου "Απόψε δεν έχουμε φίλους" (Μεταίχμιο 2010) σαφώς ανώτερο από το προηγούμενό της "Ο μωβ μαέστρος" αν και δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του γνωστού κριτικού των "Νέων" Κούρτοβικ.
Είναι ένα μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στο ιστορικό και το campus novel. Μεταξύ ενός προλογικού και ενός επιλογικού κεφαλαίου που τοποθετούνται χρονικά στο 2008 και τις σχετικές στο τέλος αυτού του χρόνου διαδηλώσεις και καταστροφές, περιλαμβάνονται επτά κεφάλαια που καλύπτουν την περίοδο 1944-1989, όχι όμως με ευθεία χρονολογική σειρά. Πιο συγκεκριμένα, τα κεφάλαια (στα οποία ως μότο χρησιμοποιούνται στίχοι από το γνωστό τραγούδι "Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν", ειρωνικά φαντάζομαι) ακολουθούν την εξής σειρά: 1981, 1934-1943, 1985, 1941-1944, 1985-1989, 1944, 1944-1969. Αυτό το συνεχές πήγαινε-έλα δυσχεραίνει τον αναγνώστη, καθώς είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί τους ήρωες της Νικολαΐδου πηγαινοερχόμενος σε ποικίλες εποχές.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Σιουκιούρογλου, νεαρός φοιτητής, που υποβάλλει ως θέμα της διατριβής που θέλει να εκπονήσει, τη δράση των δωσίλογων τον καιρό της Κατοχής, στηριζόμενος όχι μόνο σε πηγές, αλλά και σε ζωντανές μαρτυρίες. Ως επιβλέποντα καθηγητή έχει τον Αστερίου, ένα αυστηρό και δύστροπο χαρακτήρα. "Είχε τη φήμη του δύσκολου, φήμη που ταίριαζε με την ειρωνεία του στο μάθημα και τη τσεκουράτη βαθμολογία του, που έφερνε τους φοιτητές σε απόγνωση".
Πολλοί άλλοι τύποι εμπλέκονται στο μυθιστόρημα. Ο ηλικιωμένος καθηγητής Εξάγγελος, φανατικός  από ιδεολογία εθνικοσοσιαλιστής, ο μαυραγορίτης Σκίρπας, ο ωραίος τύπος της αμόρφωτης αλλά προικισμένης με τη λαΐκή σοφία γιαγιάς Νίνας που μεγαλώνει τον ορφανό Σιουκιούρογλου, ο Στράτος, πρότυπο του συνδικαλιστή φοιτητή, η Φανή, κόρη του Ντόκου, ενός φοιτητή που αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να βολευτεί σε μια δημόσια υπηρεσία και άλλοι. Η διατριβή του Σιουκιούρογλου βαθμολογείται με "καλώς", πράγμα που τον εμποδίζει να σταδιοδρομήσει ως ακαδημαΐκός και καταλήγει καθηγητής σε φροντιστήριο. Η Φανή εγκαταλείπει κι αυτή τις σπουδές της και γίνεται τραγουδίστρια.
Η συγγραφέας έδωσε με επιτυχία το κλίμα της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Δωσίλογοι, άλλοι από ιδεολογία και άλλοι από συμφέρον, μαυραγορίτες, Εβραίοι, η οργάνωση "Ζωή" και τα κατηχητικά, οι νέοι με τα όνειρα και τη διάψευσή τους, οι πανεπιστημιακές ίντρικες, παρελαύνουν μέσα από το μυθιστόρημα. Δεν λείπει όμως και η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '80 με τις ελπίδες που δημιουργούσε η καινούρια εποχή. Ελπίδες που φαίνεται να διαψεύδονται μέσα από τη ματαίωση που βιώνουν οι πιο "θετικοί" χαρακτήρες. Με αποκορύφωμα τις λεηλασίες, την καταστροφή, το κάψιμο των βιβλίων και την κραυγή (του Σιουκιούρογλου;) "Απόψε δεν έχουμε φίλους".

Σάββατο, Ιουνίου 26, 2010

Η ταπείνωση

Έχει χαρακτηριστεί ως ο "σημαντικότερος ζων πεζογράφος της Αμερικής". Για μένα ο Φίλιπ Ροθ είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Ακόμα και βιβλία του που βρίσκω ότι υστερούν σε σύγκριση με προηγούμενά του, όπως το τελευταίο "Η ταπείνωση" (Πόλις, 2010, μετ. Κατερίνα Σχινά) δεν παύουν να με ελκύουν και δεν παραλείπω να διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον οτιδήποτε εκδώσει.
Τα πιο πρόσφατα βιβλία του, "Καθένας", Φεύγει το φάντασμα", "Αγανάκτηση", είναι σαφώς συντομότερα από προγενέστερα έργα κι έχουν ένα κοινό θέμα: τα γηρατειά, την έκπτωση του σώματος, την ψυχολογική κατάπτωση της τρίτης ηλικίας. (Στην "Αγανάκτηση" μπορεί ο ήρωας να είναι ένας νεαρός, αλλά η υπόθεση δίνεται σαν ανάμνηση από τη δεκαετία του '50).
Πρωταγωνιστής στην "Ταπείνωση" είναι ο 65χρονος Σάιμον Άξλερ, διάσημος ηθοποιός του θεάτρου που ξαφνικά συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να παίξει πια. "Είχε χάσει τη δύναμη να σαγηνεύει. Η ορμή του είχε ξοδευτεί. Ποτέ δεν είχε αποτύχει στο θέατρο, ό,τι είχε κάνει ήταν ρωμαλέο και πετυχημένο, ξαφνικά όμως είχε συμβεί κάτι τρομερό: δεν μπορούσε να παίξει. Μόλις ανέβαινε στη σκηνή τον κυρίευε αγωνία. Ενώ παλιά ήταν βέβαιος ότι θα είναι καταπληκτικός, τώρα ήξερε ότι θα αποτύχει. Είχε συμβεί τρεις φορές στη σειρά και, μετά την τελευταία, κανένας πια δεν ενδιαφερόταν, κανένας δεν ερχόταν να τον δει. Δεν μπορούσε να συγκινήσει το κοινό. Το ταλέντο του είχε σβήσει".
Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα. Η άσχημη ψυχολογική του κατάσταση επιδεινώνεται όταν η γυναίκα του, μια πρώην χορεύτρια, τον εγκαταλείπει πηγαίνοντας να βοηθήσει τον ναρκομανή, από προηγούμενο γάμο, γιο της. Η παραμονή του Άξλερ σε μια ψυχιατρική κλινική δεν βοηθά και πολύ, ίσως μάλιστα η επαφή του με παρ' ολίγον αυτόχειρες να χειροτερεύει την κατάστασή του. Μάταια επίσης ο ατζέντης του προσπαθεί να τον πείσει να επανέλθει στο θέατρο.
Τα πράγματα φαίνονται να αλλάζουν όταν συνδέεται ερωτικά με την Πεγκίην, τη σαραντάχρονη λεσβία κόρη ενός ζευγαριού ηθοποιών, παλιών του φίλων, που την είχε γνωρίσει μικρό κοριτσάκι. Η σύντροφος της Πεγκίην την είχε εγκαταλείψει, αποφασισμένη να αλλάξει φύλο. Όπως θα φανεί όμως στη συνέχεια, ο δεσμός της Πεγκίην με τον Άξλερ ήταν από μέρους της μόνο μια αποτυχημένη προσπάθεια διαφοροποίησης των ερωτικών της προτιμήσεων, γιατί σύντομα θα τον εγκαταλείψει για μια άλλη γυναίκα.
Δεν ξέρω τι εξυπηρετεί η λεπτομερής περιγραφή των σεξουαλικών συνευρέσεων και σεξουαλικών παιγνιδιών, που από κριτικούς έχουν χαρακτηριστεί σχεδόν πορνογραφικά. Να είναι άραγε η ύστατη προσπάθεια του ηλικιωμένου ηθοποιού να ξανανιώσει νέος; Ή μήπως για να επιταθεί η αντίθεση με την τραγικότητα του τέλους; Άλλωστε όχι τυχαία, νομίζω, το μέρος αυτό του βιβλίου τιτλοφορείται "Η τελευταία πράξη".
"Η ταπείνωση" δεν είναι ασφαλώς από τα καλύτερα έργα του Ροθ. Δεν παύει όμως να διαβάζεται με ενδιαφέρον, προπάντων από όσους γνωρίζουν και αγαπούν το σπουδαίο αυτόν συγγραφέα, που στα 77 του χρόνια ήδη προαναγγέλλει το επόμενό του βιβλίο, που θα έχει τίτλο "Νέμεσις".

Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010

Τέσσερα χρόνια στη μπλογκόσφαιρα

Πανευτυχής κλείνω σήμερα τα τέσσερά μου χρόνια στον κόσμο των blog. Τέσσερα χρόνια γεμάτα από περιπέτειες του βίου, αλλά πάντα με το διάβασμα να μου δίνει χαρά. Χαρά που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τότε (21 Ιουνίου 2006) που το blog μου έδωσε την ευκαιρία της επικοινωνίας με άλλους βιβλιόφιλους. Δεν έχω την υπομονή να κάνω απολογισμό των διαβασμάτων μου, όπως ο αγαπητός Πατριάρχης Φώτιος με τον οποίο και συνεορτάζουμε τα γενέθλιά μας. Μόνο να ευχηθώ και στους δυο μας, όπως κάθε χρόνο, "του χρόνου και πάλι εδώ".

Κυριακή, Ιουνίου 20, 2010

Το Τέρας της Πετρούπολης

"Τρία σε ένα" θα μπορούσε να ονομαστεί το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, ένα χορταστικό ανάγνωσμα 550 σελίδων, που είναι βέβαιο ότι θα γοητεύσει τους λάτρεις των ιστορικών μυθιστορημάτων. Τρεις διαφορετικές εποχές, τρία διαφορετικά ζευγάρια κεντρικών προσώπων, που η Ουκρανή συγγραφέας Εκατερίνα Γκραφ (γεν. 1956) κατορθώνει να συνδέσει στο συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα, "Το Τέρας της Πετρούπολης" (Γκοβόστη, 2009, μετ. Αντώνης Ξανθόπουλος), τίτλος που νομίζω δεν είναι τόσο ελκυστικός, ούτε αντιπροσωπευτικός του περιεχομένου.
Ο επονομαζόμενος "Τέρας της Πετρούπολης", το πρόσωπο που συνδέει τα τρία μέρη του βιβλίου, είναι ο 46χρονος Αρκάντυ Στάσωφ, καθηγητής στη Σχολή Ρωσικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, που "δικαιολογούσε το προσωνύμιό του όχι μόνο γιατί ήταν ασταθής και, μάλιστα, δόλιος με τις ερωμένες του, αλλά και γιατί εξέφραζε μπροστά σε πολυπληθή ακροατήρια τερατώδεις σκέψεις". Μια τυχαία συνάντηση με τη νεαρή φοιτήτρια Τατιάνα Αμπρικόσοβα, φτωχή, μαζεμένη, καθόλου όμορφη, εμπνέει στον Αρκάντυ ένα τέτοιο έρωτα, που τον κάνει να απαρνηθεί όλη την προηγούμενη ζωή του και να ετοιμάζεται να την παντρευτεί. Με την ιστορία των φανταστικών αυτών προσώπων αρχίζει και τελειώνει το βιβλίο, αφού στο μεταξύ κατά διαστήματα επανέρχονται στην αφήγηση, με την όμορφη σχέση τους, με τις συναντήσεις τους, με σκέψεις πότε του ενός και πότε του άλλου, καθώς και με τις διαλέξεις του Αρκάντυ που παρεμβάλλονται.
Μια εκτενέστατη (100 σελίδες) διάλεξη-σεμινάριο του καθηγητή προς τους φοιτητές του αφορά τον Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, που εμείς ξέρουμε ως Λέων Τολστόι. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ένα εκτενές, αυτοτελές δοκίμιο για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Παρ' όλο που παρουσιάζεται σαν σεμινάριο του καθηγητή Αρκάντυ, βρίσκω ότι συνδέεται με το υπόλοιπο μυθιστόρημα πολύ χαλαρά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ίσα-ίσα, στηριγμένο στα ημερολόγια, στις επιστολές και στο έργο του Τολστόι, μας δίνει μια εικόνα διαφορετική από τη σχεδόν αγιοποιημένη μορφή που ξέρουμε. Φτάνει μάλιστα στο σημείο ο Αρκάντυ να διατυπώσει την άποψη ότι τα δυο σπουδαιότερα έργα του Τολστόι, το "Πόλεμος και ειρήνη" και "Άννα Καρένινα", δεν ανήκουν ή τουλάχιστον δεν ανήκουν εξ ολοκλήρου σ' αυτόν!
Όμως, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου είναι αυτό που αφορά τη ζωή της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄ και τη σχέση της με τον Ποτέμκιν. Ο 18ος αιώνας ζωντανεύει με μοναδικό τρόπο. Οι ήρωες του έργου δεν είναι πια απόμακρα ιστορικά πρόσωπα, δεν είναι εικόνες στα βιβλία της Ιστορίας. Γίνονται ολοζώντανοι χαρακτήρες, σύγχρονοί μας θα έλεγε κανείς. Ο θαυμασμός και η αγάπη της Γκραφ για την Αικατερίνη και τον Ποτέμκιν μεταδίδεται και σε μας. Γράφει: "Η Αικατερίνη βασίλεψε "Πασών των Ρωσιών" για τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια, διοικώντας με επιτυχία το τεράστιο αυτό κράτος, βγαίνοντας νικήτρια σ' όλους τους πολέμους, τις δολοπλοκίες, τις ίντριγκες, τις εξεγέρσεις του λαού, χαλιναγωγώντας ένα πλήθος ξένων διπλωματών, που κάθε άλλο παρά ανόητοι ήταν, αλληλογραφώντας με τη μισή Ευρώπη, αντιμετωπίζοντας την πανούκλα και την εξέγερση της Μόσχας, χτίζοντας πόλεις και λαμπρά ανάκτορα, συλλέγοντας  ολόκληρα μουσεία από έργα τέχνης".
Μα και ο Ποτέμκιν δεν ήταν λιγότερο ικανός. Νικητής στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους, οργάνωσε την απελευθερωμένη Ταυρίδα, ίδρυσε πόλεις, ανάμεσά τους την Οδησσό και τη Σεβαστούπολη, οργάνωσε το Ρωσικό στόλο (που ως σήμερα σταθμεύει εκεί), ονειρευόταν να ελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη.
Αυτές οι δυο ισχυρές προσωπικότητες ερωτεύτηκαν με πάθος η μια την άλλη, αν και εκείνος ήταν δέκα χρόνια μικρότερός της. "Στην αρχή του ρομάντζου τους δεν αρκούσαν στην Αικατερίνη και τον Ποτέμκιν ούτε η μέρα ούτε η νύχτα. Όταν κάθε πρωί χώριζαν, άρχιζαν αμέσως να ανταλλάσσουν τα περίφημα ραβασάκια". Πλήθος από αυτά τα ραβασάκια παρατίθενται στο βιβλίο. Μα η Αικατερίνη δεν είχε μόνο τον Ποτέμκιν. Πριν και μετά από αυτόν, σ' όλη τη ζωή της είχε 22 ευνοούμενους-εραστές, όλους νεότερους απ' αυτήν! "Η Αικατερίνη προπορευόταν της εποχής της και έκανε πάνω απ' όλα μια καθαρά αντρική δουλειά. Κυβερνούσε μια Αυτοκρατορία! Αφού λοιπόν έπρεπε να ήταν έτσι, γιατί να μην ήταν όπως οι άντρες και σε άλλα θέματα; Ένας άνδρας που είναι επιφορτισμένος με την εξουσία, πάντα είχε και έχει και σήμερα, ερωμένες-τις πιο όμορφες και ποθητές γυναίκες. Είναι λοιπόν επιτρεπτό για εκείνους και όχι για εμάς τις γυναίκες;", γράφει η συγγραφέας δικαιολογώντας την.
Η συγγραφέας με δεξιοτεχνία βρίσκει τρόπο να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν. Τη Ρωσία του 18ου αιώνα με την κομμουνιστική και τη σημερινή Ρωσία. Η πολυτέλεια της Αυλής, οι διασκεδάσεις, οι πόλεμοι, τα ανάκτορα, τα ιστορικά πρόσωπα, σκέψεις για τον κομμουνισμό, για την εκκλησία, για τον έρωτα, συνθέτουν αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα.
Δεν θα 'θελα να προδώσω το τέλος του βιβλίου που κλείνει με τις τύχες των λογοτεχνικών ηρώων. Προτιμώ να παραθέσω μια ακόμη χαρακτηριστική σκέψη της συγγραφέως: "Η διακυβέρνηση της Αικατερίνης δεν μπορεί να θεωρηθεί τέλεια, ούτε από την πλευρά της ηθικής ούτε από την πλευρά της δικαιοσύνης. Από την άλλη όμως ποιανού η διακυβέρνηση, περιλαμβανομένων των σύγχρονών μας προέδρων και πρωθυπουργών, θα μπορούσε να ονομαστεί τέλεια; Δεν υπάρχουν ούτε ιδεώδη βασίλεια ούτε ιδεώδεις κυβερνήσεις."

Κυριακή, Ιουνίου 13, 2010

Εκατό χρόνια μοναξιά

Δεν ξέρω πόσο απηρχαιομένο και παλιομοδίτικο θα φανεί το σημερινό ποστ, που αναφέρεται σ' ένα βιβλίο που έκανε πάταγο πριν από δεκαετίες, που καθιέρωσε μια καινούρια τεχνική, που αγαπήθηκε, διαβάστηκε από εκατομμύρια, που έδωσε ένα νόμπελ (1982) στο δημιουργό του. Κι όμως, όσο παράξενο κι αν φαίνεται (και σε μένα την ίδια) δεν το είχα διαβάσει. Κι ας είχα διαβάσει μεταγενέστερα έργα του πασίγνωστου Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Κρατάω μια παλιά έκδοση του 1979 (Νέα σύνορα-Λιβάνης, μετ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη). Για μια βδομάδα μεταφέρομαι στο φανταστικό Μακόντο, ένα χωριό κάπου στη Λατινική Αμερική. Ζω με τις δεκάδες ήρωες και ηρωίδες του Μάρκες, δεν ξεχωρίζω καλά-καλά τους αναρίθμητους Αουρελιάνο, τους Χοσέ ή τους Αρκάδιο... Γεννήσεις και θάνατοι, πόλεμοι και έρωτες, η ιστορία μιας οικογένειας που απλώνεται από τους γενάρχες, τον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία και τη σύζυγό του Ούρσουλα σε πλήθος απογόνους. Κεντρική μορφή ο αγωνιστής της ελευθερίας, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, ο οποίος "οργάνωσε τριανταδύο ένοπλες εξεγέρσεις και τις έχασε όλες. Απόκτησε δεκαεφτά αρσενικά παιδιά από δεκαεφτά διαφορετικές γυναίκες που εξοντώθηκαν όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σε μια και μόνη νύχτα πριν το μεγαλύτερο φτάσει στην ηλικία των τριανταπέντε χρόνων. Ο ίδιος επέζησε μετά από δεκατέσσερις απόπειρες δολοφονίας, εβδομήντα τρεις ενέδρες κι ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Έζησε, παρ' όλο που ήπιε με τον καφέ του μια δόση στρυχνίνης, που θα ήταν αρκετή για να σκοτώσει ένα άλογο".
Θέλησα, κάνοντας ένα πρόχειρο σερφάρισμα στο διαδίκτυο να αντλήσω κάποιες πληροφορίες για το βιβλίο. Πλήθος οι χαρακτηρισμοί και ο ενθουσιασμός. Όμως πουθενά, ακόμα και στην ειδική για τον Μάρκες ιστοσελίδα, δεν δίνεται η "υπόθεση" του έργου. Είναι αδύνατο να αποδοθεί περιληπτικά. Δεν είναι μια ιστορία. Είναι πλήθος ιστορίες που δένονται μεταξύ τους, καθώς συμβαίνουν στον ίδιο χώρο, το μυθικό χωριό Μακόντο, κι αφορούν τα πρόσωπα αυτής της πολυπληθούς οικογένειας των Μπουενδία.
Κι όμως αυτό το γοητευτικά χαώδες βιβλίο σε τραβάει ακατανίκητα. Δέχεσαι το απίθανο και το φανταστικό, καθώς πορεύεται πλάι στο ρεαλιστικό και καθημερινό. Ο "μαγικός ρεαλισμός' σ' όλο του το μεγαλείο. Μια επιδημία αϋπνίας που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν, η μικρή Ρεβέκκα που καταφθάνει μ' ένα σακί κόκκαλα (των γονιών της) και επιδίδεται στη χωματοφαγία, η ωραία Ρεμέδιος που ο θάνατός της ήταν μια ανάληψη στον ουρανό, η βροχή που κράτησε "τέσσερα χρόνια, έντεκα μήνες και δυο μέρες", ο γύφτος Μέλκιαδες που "είχε πεθάνει, αλλά είχε ξαναγυρίσει γιατί δεν άντεχε τη μοναξιά", ο ωραίος τύπος της Ούρσουλα, συζύγου του γενάρχη, που όταν πέθανε ήταν μεταξύ 115 και 122 (!) χρονών, η κόρη της Αμαράντα που η Κυρία Θάνατος της είπε ν' αρχίσει να ράβει το σάβανό της και θα πέθαινε όταν το τέλειωνε, τα γράμματα των χωριανών που της δίνουν να πάρει στους πεθαμένους συγγενείς τους, από πού ν' αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει. Και πλάι σ' αυτά τα μαγικά και παραμυθιακά, η στυγνή πραγματικότητα των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Οι αγώνες των φιλελεύθερων ενάντια στους συντηρητικούς, οι νοθευμένες εκλογές, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων των συλλεκτών της μπανάνας που είχε αιματηρή κατάληξη, είναι μερικά από τα ρεαλιστικά στοιχεία που δένουν με το μαγικό και ρεαλιστικό.
Κλασικό βιβλίο που άσκησε τεράστια επίδραση. Διάδοχος του Μάρκες μπορεί να θεωρηθεί η Ιζαμπέλ Αλιέντε και άλλοι Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς. Πολλά στοιχεία μου θύμισαν και δικούς μας. Η τυφλή υπεραιωνόβια Ούρσουλα, που κατορθώνει για χρόνια να κρύβει την τύφλωσή της μου θύμισε τον καπετάνιο στο "Σουέλ" της Καρυστιάνη. Η αναρθόδοξη σχέση της Αμαράντα με τον ανεψιό της Αουρελιάνο Χοσέ μου έφερε στο νου κάτι ανάλογο με παππού και εγγονή από "Το πάθος χιλιάδες φορές" της Ζατέλη. Το ίδιο πάλι και η επικοινωνία πεθαμένων και ζωντανών που με τόση φυσικότητα συναντάμε στον Μάρκες και στη Ζατέλη. Τελικά, έχει δίκαιο μου φαίνεται ο Σεφέρης: "Δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη".

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

Μαντάμ Νποβαρύ

Δυο φορές ως τώρα είχα αρχίσει να διαβάζω το περίφημο, κλασικό πια μυθιστόρημα του Γουσταύου Φλωμπέρ "Μαντάμ Μποβαρύ" και τις δυο φορές δεν μπόρεσα να προχωρήσω πέρα από τα πρώτα κεφάλαια. Με αφορμή μια σύγκριση της "Μαντάμ Μποβαρύ" με την "Άννα Καρένινα" (αγαπημένη μου λογοτεχνική ηρωίδα), δημοσιευμένη από τη Λητώ Σεϊζάνη στο Peοple &and Ideas, ξανάπιασα μια παλιά έκδοση που είχα (γράμματα, 1991, μετ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης).
Ξεπερνώντας τα πρώτα κεφάλαια, από τη στιγμή που κεντρικό πρόσωπο, ενώ στην αρχή είναι ο γιατρός Κάρολος Μποβαρύ, γίνεται η Έμα Μποβαρύ, δεν μπορούσα πια να το αφήσω. Για να το απολαύσω όμως έπρεπε να μπορέσω να φύγω από την εποχή μου, να βυθιστώ στο 19ο αι., να μπω στον αργό ρυθμό της αφήγησης, που θα 'λεγε κανείς ότι συμβαδίζει με τον αργό ρυθμό του ταξιδιού με άμαξα.
Διερωτώμαι τι μπορώ να προσθέσω στις χιλιάδες σελίδες, στις πλείστες μελέτες και αναλύσεις που έχουν γραφτεί για το έργο αυτό. Δεν νομίζω ότι μπορώ να πω κάτι καινούριο. Απλώς να καταθέσω κάποιες σκέψεις που μου γεννήθηκαν καθώς το διάβαζα. Πραγματικά μένει έκπληκτος ο αναγνώστης, βρίσκοντας σ' ένα έργο γραμμένο το 1856 ανθρώπινους τύπους και καταστάσεις και προπάντων μια γυνακεία μορφή, που άνετα θα μπορούσαν να είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σύγχρονοί μας.
Η Έμα Μοβαρύ, κόρη ενός μικροκτηματία στην επαρχία, μεγαλώνει σε μοναστήρι, όπου μαζί με τη θρησκευτικότητα και την καλή μόρφωση, ακούει από τις ηλικιωμένες μοναχές παλιές ρομαντικές ιστορίες. Αργότερα τα διαβάσματά της από γυναικεία περιοδικά και μυθιστορήματα της δημιουργούν πολύ διαφορετικές προσδοκίες απ' αυτές που βρίσκει στο πλάι του επαρχιακού γιατρού Κάρολου Μποβαρύ. Ερωτεύεται ένα νεαρό γραφιά, τον Λεόν, αλλά τελικά ο μεγάλος της έρωτας γίνεται ένας άλλος, ο Ροδόλφος Μπουλανζέ. Συναντιούνται κρυφά, άλλοτε στην εξοχή, άλλοτε πίσω από το σπίτι της όταν ο άντρας της έχει κοιμηθεί, άλλοτε τρέχει η ίδια χαράματα να τον βρει στο σπίτι του. Παρ' όλο ότι η Έμα έχει ήδη μια κόρη, ο έρωτάς της για το Ροδόλφο δεν σβήνει. Τον ικετεύει να φύγουν μακριά και να ζήσουν μαζί, παίρνοντας και την κορούλα της. Εκείνος υπόσχεται. Πόσο τυφλωμένες όμως πρέπει να είναι συχνά οι γυναίκες, ώστε να μην καταλαβαίνουν τους δισταγμούς, τις αμφιταλαντεύσεις, την απροθυμία του άντρα, την ετοιμότητά του να τις εγκαταλείψει!. Ενώ εκείνη κάνει όλες τις σχετικές ετοιμασίες της φυγής, εκείνος της στέλλει το γράμμα του αποχωρισμού. Η σωματική αρρώστια στην οποία περιπίπτει είναι αποτέλεσμα του ψυχολογικού σοκ που έχει υποστεί. Ο άντρας της δεν έχει υποπτευθεί τίποτα, δεν θα υποπτευθεί ούτε αργότερα, όταν εκείνη θα δημιουργήσει ένα καινούριο δεσμό με το πρώτο της φλερτ, τον Λεόν, ενώ ένα σωρό σημάδια προδίδουν την απιστία της. Αντίθετα, το τργικό της τέλος θα βυθίσει τον συμπαθή γιατρό σε μια απελπισία που σύντομα θα τον οδηγήσει στο θάνατο.
Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει κατά πόσο η "Μαντάμ Μποβαρύ" είναι ρεαλιστικό ή ρομαντικό έργο. Πιστεύω πως είναι συνδυασμός των δύο. Η λεπτομερής απεικόνιση και περιγραφή χώρων, εκδηλώσεων, προσώπων κ.λπ. είναι ασφαλώς στοιχεία ρεαλισμού. Όμως η εξιδανίκευση του έρωτα, η αναζήτηση του ιδανικού έξω και πέρα από την πεζή καθημερινότητα, καθιστούν την Έμα Μποβαρύ μια ρομαντική ηρωίδα. Είναι αξιοθαύμαστη η ικανότητα του Φλωμπέρ στην απόδοση λεπτών, ψυχολογικών παρατηρήσεων: "Ήταν ερωτευμένη με τον Λεόν και ζητούσε τη μοναξιά για να μπορεί με περισσότερη ησυχία να απολαμβάνει την εικόνα του. Η θέα του τάραζε την ηδονή αυτής της μελέτης. Η Έμα αισθανόταν χτυποκάρδι, όταν άκουγε τα βήματά του. Κατόπι με την παρουσία του η συγκίνηση έπεφτε και δεν της άφηνε έπειτα παρά μια άπειρη κατάπληξη που τέλειωνε σε λύπη".
Μια ολόκληρη εποχή αναπαριστάται μέσα από το συγκλονιστικό αυτό μυθιστόρημα που δεν χάνει την επικαιρότητά του ενάμισυ αιώνα μετά τη συγγραφή του. Η ηρωίδα του ασφυκτιά μέσα στα στενά επαρχιακά πλαίσια, προκαλεί τους γύρω της όχι μόνο με την απιστία της αλλά και με τη συμπεριφορά της γενικά: "Έκαμε μάλιστα την απρέπεια να περπατήσει με τον κύριο Ροδόλφο, έχονταςς ένα τσιγάρο στο στόμα, έτσι, για να περιφρονήσει τον κόσμο".
Η θρησκεία, που εκπροσωπεί ο ιερέας, συγκρούεται με το ορθολογιστικό πνεύμα που εκπροσωπεί ο φαρμακοποιός. Πώς να μην είναι επίκαιρο ένα μυθιστόρημα, όταν τέτοιες συγκρούσεις παρατηρούντια ακόμα στην εποχή μας;
Ο Φλωμπέρ για το μυθιστόρημά του αυτό κατηγορήθηκε για προσβολή των ηθών και της θρησκείας. Στο δικαστήριο αθωώθηκε. Η ηρωίδα του, η Έμα Μποβαρύ, θα πορεύεται για πάντα πλάι σε τόσες άλλες τραγικές λογοτεχνικές ηρωίδες, από τη Μήδεια ως τη Διδώ,  την Άννα Καρένινα και τόσες άλλες...