Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

Μαντάμ Νποβαρύ

Δυο φορές ως τώρα είχα αρχίσει να διαβάζω το περίφημο, κλασικό πια μυθιστόρημα του Γουσταύου Φλωμπέρ "Μαντάμ Μποβαρύ" και τις δυο φορές δεν μπόρεσα να προχωρήσω πέρα από τα πρώτα κεφάλαια. Με αφορμή μια σύγκριση της "Μαντάμ Μποβαρύ" με την "Άννα Καρένινα" (αγαπημένη μου λογοτεχνική ηρωίδα), δημοσιευμένη από τη Λητώ Σεϊζάνη στο Peοple &and Ideas, ξανάπιασα μια παλιά έκδοση που είχα (γράμματα, 1991, μετ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης).
Ξεπερνώντας τα πρώτα κεφάλαια, από τη στιγμή που κεντρικό πρόσωπο, ενώ στην αρχή είναι ο γιατρός Κάρολος Μποβαρύ, γίνεται η Έμα Μποβαρύ, δεν μπορούσα πια να το αφήσω. Για να το απολαύσω όμως έπρεπε να μπορέσω να φύγω από την εποχή μου, να βυθιστώ στο 19ο αι., να μπω στον αργό ρυθμό της αφήγησης, που θα 'λεγε κανείς ότι συμβαδίζει με τον αργό ρυθμό του ταξιδιού με άμαξα.
Διερωτώμαι τι μπορώ να προσθέσω στις χιλιάδες σελίδες, στις πλείστες μελέτες και αναλύσεις που έχουν γραφτεί για το έργο αυτό. Δεν νομίζω ότι μπορώ να πω κάτι καινούριο. Απλώς να καταθέσω κάποιες σκέψεις που μου γεννήθηκαν καθώς το διάβαζα. Πραγματικά μένει έκπληκτος ο αναγνώστης, βρίσκοντας σ' ένα έργο γραμμένο το 1856 ανθρώπινους τύπους και καταστάσεις και προπάντων μια γυνακεία μορφή, που άνετα θα μπορούσαν να είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σύγχρονοί μας.
Η Έμα Μοβαρύ, κόρη ενός μικροκτηματία στην επαρχία, μεγαλώνει σε μοναστήρι, όπου μαζί με τη θρησκευτικότητα και την καλή μόρφωση, ακούει από τις ηλικιωμένες μοναχές παλιές ρομαντικές ιστορίες. Αργότερα τα διαβάσματά της από γυναικεία περιοδικά και μυθιστορήματα της δημιουργούν πολύ διαφορετικές προσδοκίες απ' αυτές που βρίσκει στο πλάι του επαρχιακού γιατρού Κάρολου Μποβαρύ. Ερωτεύεται ένα νεαρό γραφιά, τον Λεόν, αλλά τελικά ο μεγάλος της έρωτας γίνεται ένας άλλος, ο Ροδόλφος Μπουλανζέ. Συναντιούνται κρυφά, άλλοτε στην εξοχή, άλλοτε πίσω από το σπίτι της όταν ο άντρας της έχει κοιμηθεί, άλλοτε τρέχει η ίδια χαράματα να τον βρει στο σπίτι του. Παρ' όλο ότι η Έμα έχει ήδη μια κόρη, ο έρωτάς της για το Ροδόλφο δεν σβήνει. Τον ικετεύει να φύγουν μακριά και να ζήσουν μαζί, παίρνοντας και την κορούλα της. Εκείνος υπόσχεται. Πόσο τυφλωμένες όμως πρέπει να είναι συχνά οι γυναίκες, ώστε να μην καταλαβαίνουν τους δισταγμούς, τις αμφιταλαντεύσεις, την απροθυμία του άντρα, την ετοιμότητά του να τις εγκαταλείψει!. Ενώ εκείνη κάνει όλες τις σχετικές ετοιμασίες της φυγής, εκείνος της στέλλει το γράμμα του αποχωρισμού. Η σωματική αρρώστια στην οποία περιπίπτει είναι αποτέλεσμα του ψυχολογικού σοκ που έχει υποστεί. Ο άντρας της δεν έχει υποπτευθεί τίποτα, δεν θα υποπτευθεί ούτε αργότερα, όταν εκείνη θα δημιουργήσει ένα καινούριο δεσμό με το πρώτο της φλερτ, τον Λεόν, ενώ ένα σωρό σημάδια προδίδουν την απιστία της. Αντίθετα, το τργικό της τέλος θα βυθίσει τον συμπαθή γιατρό σε μια απελπισία που σύντομα θα τον οδηγήσει στο θάνατο.
Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει κατά πόσο η "Μαντάμ Μποβαρύ" είναι ρεαλιστικό ή ρομαντικό έργο. Πιστεύω πως είναι συνδυασμός των δύο. Η λεπτομερής απεικόνιση και περιγραφή χώρων, εκδηλώσεων, προσώπων κ.λπ. είναι ασφαλώς στοιχεία ρεαλισμού. Όμως η εξιδανίκευση του έρωτα, η αναζήτηση του ιδανικού έξω και πέρα από την πεζή καθημερινότητα, καθιστούν την Έμα Μποβαρύ μια ρομαντική ηρωίδα. Είναι αξιοθαύμαστη η ικανότητα του Φλωμπέρ στην απόδοση λεπτών, ψυχολογικών παρατηρήσεων: "Ήταν ερωτευμένη με τον Λεόν και ζητούσε τη μοναξιά για να μπορεί με περισσότερη ησυχία να απολαμβάνει την εικόνα του. Η θέα του τάραζε την ηδονή αυτής της μελέτης. Η Έμα αισθανόταν χτυποκάρδι, όταν άκουγε τα βήματά του. Κατόπι με την παρουσία του η συγκίνηση έπεφτε και δεν της άφηνε έπειτα παρά μια άπειρη κατάπληξη που τέλειωνε σε λύπη".
Μια ολόκληρη εποχή αναπαριστάται μέσα από το συγκλονιστικό αυτό μυθιστόρημα που δεν χάνει την επικαιρότητά του ενάμισυ αιώνα μετά τη συγγραφή του. Η ηρωίδα του ασφυκτιά μέσα στα στενά επαρχιακά πλαίσια, προκαλεί τους γύρω της όχι μόνο με την απιστία της αλλά και με τη συμπεριφορά της γενικά: "Έκαμε μάλιστα την απρέπεια να περπατήσει με τον κύριο Ροδόλφο, έχονταςς ένα τσιγάρο στο στόμα, έτσι, για να περιφρονήσει τον κόσμο".
Η θρησκεία, που εκπροσωπεί ο ιερέας, συγκρούεται με το ορθολογιστικό πνεύμα που εκπροσωπεί ο φαρμακοποιός. Πώς να μην είναι επίκαιρο ένα μυθιστόρημα, όταν τέτοιες συγκρούσεις παρατηρούντια ακόμα στην εποχή μας;
Ο Φλωμπέρ για το μυθιστόρημά του αυτό κατηγορήθηκε για προσβολή των ηθών και της θρησκείας. Στο δικαστήριο αθωώθηκε. Η ηρωίδα του, η Έμα Μποβαρύ, θα πορεύεται για πάντα πλάι σε τόσες άλλες τραγικές λογοτεχνικές ηρωίδες, από τη Μήδεια ως τη Διδώ,  την Άννα Καρένινα και τόσες άλλες...

Σάββατο, Μαΐου 29, 2010

Ο Περατικός

Ο τίτλος του βιβλίου του Μιλτιάδη Χατζόπουλου "Ο Περατικός" (Εστία 2010) συνδέει και γλωσσικά το μυθιστόρημα με το πρώτο βιβλίο ("Εν μέρει ελληνίζων", Εστία), του οποίου τόπος δράσης είναι η Κύπρος. Δεν ξέρω αν η λέξη "περατικός" χρησιμοποείται και σε άλλα μέρη του ελληνισμού για να δηλώσει τον "προερχόμενον εκ του πέραν... τον εκ ξένου μέρους". Η ανάγκη όμως να ερμηνευθεί ο τίτλος στο οπισθόφυλλο, οδηγεί στην υποψία ότι δεν χρησιμοποιείται αλλού. Ακόμα και στην Κύπρο είναι μια παλαιότερη λέξη, που οι νεότεροι δεν νομίζω ότι ξέρουν ή χρησιμοποιούν.
Κατά κάποιο τρόπο το μυθιστόρημα αποτελεί συνέχεια του πρώτου μυθυιστορήματος, ενώ έχει ήδη εξαγγελθεί και τρίτο μέρος. Μπορεί βεβαίως να διαβαστεί και αυτόνομα, ο συγγραφέας όμως φροντίζει με συχνές αναφορές να συνδέει τα δυο μέρη.
Κεντρικός ήρωας είναι το ίδιο πρόσωπο, ο νεαρός Δημήτρης Δωρίδης, που αφού έζησε ως μαθητής στην Κύπρο τα χρόνια του απελευθερωτικού της αγώνα, καταζητούμενος από τους Άγγλους όχι για τη συμμετοχή του στον αγώνα αλλά για άσχετους λόγους, φυγαδεύεται πρώτα σε συγγενείς του στην Αθήνα και μετά στη Γαλλία. Εκεί, αφού τελειώσει το Λύκειο, θα εγγραφεί κατ' απαίτηση του πατέρα του στη Νομική Σχολή αλλά, αφού την τελειώσει, θα ακολουθήσει τη δική του κλίση, εγγραφόμενος στη Σχολή Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόνης.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον ήρωά του στα επόμενα δώδεκα χρόνια. Τις καινούριες γνωριμίες, τις φιλίες, την επαφή με τον γαλλικό τρόπο ζωής. Μαζί του περιδιαβάζουμε κι εμείς σε χώρους του Παρισιού και γενικότερα της Γαλλίας. Τον πρώτο καιρό εξακολουθεί να τον στοιχειώνει η ανάμνηση του νεανικού του έρωτα στην Κύπρο για μια κοπέλα, την Άννα. Σιγά-σιγά όμως, με τις καινούριες γνωριμίες και ειδικά με τον δεσμό του με τη Μονίκ, αδελφή του φίλου του Ρενώ, η ανάμνηση της Άννας ξεθωριάζει.
Στα δέκα χρόνια παραμονής του στη Γαλλία την έχει αγαπήσει, τη θεωρεί δεύτερη πατρίδα του και αποφασίζει να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα. Αναγνωρίζοντας τις οφειλές του στην καινούρια του πατρίδα κατατάσσεται στο στρατό και μάλιστα στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Η στρατιωτική εκπαίδευση και ζωή καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του βιβλίου, δυσανάλογα μεγάλο μέρος, θα έλεγα, ενώ παράλληλα συνεχίζεται και η ζωή του ανάμεσα στην οικογένεια του φίλου του Ρενώ, της οποίας έχει γίνει σχεδόν μέλος.
Απόηχοι τόσο της Κυπριακή ιστορίας της εποχής όσο και ιστορικών γεγονότων της Γαλλίας περνούν στην αφήγηση, αλλά πάρα πολύ σύντομα, τόσο που για τον μη ενήμερο αναγνώστη να είναι σχεδόν χωρίς σημασία. Αναφέρεται για παράδειγμα η ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, η άνοδος του Ντε Γκωλ στην εξουσία, το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, ο Μάης του '68 στο Παρίσι κ. ά. Το μυθιστόρημα, πιστεύω, θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν οι ιστορικοί αυτοί σταθμοί δεν δίνονταν τόσο συνοπτικά και αν ο συγγραφέας δεν επικεντρωνόταν κυρίως στην προσωπική ιστορία του ήρωά του. Ακόμη βρήκα κουραστική και ενοχλητική την πληθώρα των γαλλικών ονομάτων και όρων, για τα οποία ο συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί στο τέλος.
Ως προς το ύφος και τη γλώσσα ο Χατζόπουλος διατηρεί την ιδιομορφία του πρώτου βιβλίου. Έχει κάτι το "παλιομοδίτικο", το "καθαρευουσιάνικο". Όχι μόνο η χρήση του πολυτονικού (αυτό άλλωστε ακολουθείται και από πολλούς άλλους λογοτέχνες) αλλά και άλλα γλωσσικά στοιχεία ξενίζουν. Για παράδειγμα διατηρείται σε πολλά ρήματα η άτονη αύξηση, χαρακτηριστικό του κυπριακού ιδιώματος, π.χ. εξύπνησε αντί ξύπνησε, επήραν αντί πήραν, εχώρισε αντί χώρισε κ.ο.κ. Επίσης κάποτε χρησιμοποεί την κτητική αντωνυμία "των" αντί "τους", π.χ." τα βιβλία των" αντί "τα βιβλία τους" κ.λπ.
Το αρχαιοπρεπές ύφος ενισχύεται με τη χρήση σπάνιων λέξεων, όπως "ενθυλάκωσε" αντί "έβαλε στην τσέπη" ή "ασχάλλοντας" για το οποίο ομολογώ ότι άνοιξα λεξικό για να μάθω ότι σημαίνει "δυσαρεστούμαι", "δυσανασχτώ"!
Γενικά το βιβλίο, αν και διαδραματίζεται στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δεκαετία του '60, δεν κατορθώνει να προκαλέσει το ανάλογο ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Μαΐου 21, 2010

Κρατήσου απ' τα όνειρά σου

Γνωστή, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό της (μυθιστόρημα, διήγημα, παιδικό βιβλίο), με βραβεύσεις και διακρίσεις η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, μόλις έχει δει να γεννιέται ένα "καινούριο παιδί" της, το μυθιστόρημα "Κρατήσου απ' τα όνειρά σου" (Ωκεανίδα, 2010). Έργο ωριμότητας θα έλεγα, έργο που μέσα στο περιτύλιγμα του μύθου που το καθιστά ελκυστικό ανάγνωσμα, κρύβει αλήθειες και προβληματισμούς που ο καθένας μας κάποια στιγμή μπορεί να αντιμετωπίσει.
Αρχίζει το 2009, με την κεντρική ηρωίδα της, την Αφροδίτη, μόνη σ' ένα παραθαλάσσιο εξοχικό σπιτάκι, σε κάποιο τουριστικό θέρετρο της Κύπρου, έρημο το χειμώνα, να αναλογίζεται με θλίψη το ευτυχισμένο της παρελθόν με τον αγαπημένο της σύζυγο και να προβληματίζεται γύρω από μια μυστηριώδη επιστολή που μόλις έχει πάρει από ένα δικηγορικό γραφείο της Γενεύης, που την καλεί εκεί για κάτι που την αφορά. Επιτυχημένο συγγραφικό τέχνασμα, αφού στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο μεταφερόμασε έξι χρόνια πίσω, στο 2003, και θα διανύσουμε όλη αυτή τη χρονική περίοδο ωσότου, στο τελευταίο κεφάλαιο φτάσουμε ξανά στο 2009 και οι απορίες μας λυθούν.
Ενδιαφέρουσα πλοκή, ένα σύγχρονο μυθιστόρημα με αυθεντικά στοιχεία της εποχής μας, αλλά κι ενός ευχάριστου παραμυθιού, που τόσο έχουμε ανάγκη στους ζοφερούς καιρούς που ζούμε. Δεν είναι όμως το μόνο πλεονέκτημα του βιβλίου. Εικόνες της φύσης, που χωρίς αχρείαστες λεπτομέρειες τοποθετούν τον αναγνώστη στο χώρο και χρόνο της δράσης, αφθονούν στο βιβλίο. Πολύ επιτυχής η ατμόσφαιρα του έρημου τουριστικού χωριού και των "πέτρινων παλατιών" που σχηματίζονται στις βραχώδεις ακτές του. Μα η δράση δεν περιορίζεται στην Κύπρο. Οι ήρωες της Γιόλας ταξιδεύουν. Άλλοτε στο Λονδίνο για δουλειές, η ατμόσφαιρα και οι δρόμοι του οποίου αποδίδονται με εξαιρετική παραστατικότητα, άλλοτε για χαρούμενες διακοπές στα χιονισμένα βουνά της Ελβετίας. Κάποιες σελίδες μας μεταφέρουν ακόμη και στο τόσο διαφορετικό, πολύβουο Κάιρο. Ένα κοσμοπολίτικο μυθιστόρημα, θα έλεγα.
Αλλά βέβαια το κέντρο δράσης παραμένει η Κύπρος, προπάντων η Λευκωσία και το εξοχικό χωριό, η Αγία Νάπα. Όμως αν θα εντόπιζα τις σελίδες στις οποίες στάθηκα περισσότερο είναι αυτές στις οποίες η ηρωίδα της, πληροφορείται ότι πάσχει από μια παράξενη ασθένεια. Τα πρώτα συμπτώματα, το πρήξιμο στα γόνατα και στην κοιλιά, το φουσκωμένο πρόσωπο, η κούραση, τα πρησμένα πόδια, το υγρό στους πνεύμονες, το πέσιμο των μαλιών...Επανειλημμένες εξετάσεις και αναλύσεις καταλήγουν στη διάγνωση: "Πάσχεις από ερυθηματώδη λύκο". Λέξη πρωτάκουστη, τρομακτική.
"Γιατρέ, θεραπεύεται αυτή η ασθένεια;"
"Όχι, πρέπει να μάθεις να ζεις μαζί της"
"Για πάντα;"
"Για πάντα!"
Τον τρόμο και την απόγνωση των πρώτων ημερών διαδέχεται ο αγώνας για τη ζωή. Προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέως σγκροτούν τη ρεαλιστική απόδοση της αρρώστιας αλλά και την αισιοδοξία της αντιμετώπισής της.
Μπορεί στη ζωή να μην καταλήγουν όλα τόσο αισιόδοξα, όπως στο μυθιστόρημα της Γιόλας. Αξίζει όμως να προσπαθούμε τουλάχιστον να "κρατιόμαστε απ' τα όνειρά μας".

Παρασκευή, Μαΐου 14, 2010

Οι κόρες της λησμονιάς

"Ο ένας παππούς μου, ο Παναγιώτης, πολέμησε τους Γερμανούς μέσα από το ΕΑΜ, ο άλλος, ο Θοδωρής, έχασε τη ζωή του από τους ανθρώπους της ίδιας οργάνωσης". Μέσα σε τρεις γραμμές ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου μας δίνει στο σύντομο πρόλογό του το στίγμα του ογκώδους (600 σελίδες), εξαιρετικού ενδιαφέροντος μυθιστορήματός του "Οι κόρες της λησμονιάς" (Ψυχογιός, 2009). Ο εμφύλιος. Αυτά τα αιματηρά, επώδυνα χρόνια του Ελληνισμού, που όσοι δεν τα ζήσαμε πρέπει, κατά το συγγραφέα, να αισθανόμαστε τυχεροί.
Ο Παπαθεοδώρου δεν διερευνά ποιος φταίει, ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Δεν είναι αυτός ο στόχος του. Στόχος του είναι η ιστορική καταγραφή γεγονότων μέσα από τα πάθη των φανταστικών ηρώων του, αντιπροσωπευτικών της άτυχης εκείνης γενιάς.
Τρεις οικογένειες, με κυρίαρχα πρόσωπα τρεις γυναίκες, αντιπροσωπευτικές χώρων και ιδεολογιών, γίνονται οι φορείς του μύθου. Η Αγγέλα, από το Μυριόφυλλο της Ηπείρου, στα σύνορα με την Αλβανία, η Μέλπω από τη Θεσσαλονίκη και η Αριάδνη από την Αθήνα (η μόνη που μιλά σε πρώτο πρόσωπο), μάνες και οι τρεις, μπλέκονται στα γρανάζια του αδελφοκτόνου σπαραγμού. Σαν τρία ξεχωριστά ποτάμια που ξεκινούν από διαφορετικές πηγές για να σμίξουν κάπου σ' ένα μεγαλύτερο, έτσι το φέρνουν οι συνθήκες κάπου να συναπαντηθούν οι τρεις αυτές γυναίκες. Να συναπαντηθούν στα βάσανα, στον πόνο, στο χαμό των παιδιών τους.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία εκτενή μέρη: "Ο άνεμος θρόιζε στο σιτάρι" (Απρίλης 1943, όταν ακόμα οι κατακτητές δεν είχαν φύγει από τη χώρα), "Καθώς ξημέρωνε η νύχτα", "Όταν χάνονταν τ' αστέρια", για να κλείσει μ' ένα σύντομο κεφάλαιο "Μ' ένα βαθύ αναστεναγμό", όπου οι τρεις γυναίκες, κάθε μια βυθισμένη στο δικό της πόνο, περιμένουν τους χαμένους άντρες, τα εξαφανισμένα παιδιά τους.
Σπάνιος συνδυασμός μυθοπλασίας και ιστορίας, χωρίς να προδίδεται ούτε η λογοτεχνική αξία του ενός ούτε η ιστορική αλήθεια του άλλου. Οι σημειώσεις  του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου χρησιμότατες. Πρόσωπα, οργανώσεις, γεγονότα, εξηγούνται με συντομία και ακρίβεια, ενώ η βιβλιογραφία τεκμηριώνει τις πηγές και τις πληροφορίες του.
Ατομικά και συλλογικά δράματα μιας σκοτεινής εποχής, απόηχοι της οποίας κάποτε φτάνουν ως τις μέρες μας. Εικόνες φρίκης, σκηνές απύθμενου μίσους που σε κάνουν ν' αναρωτιέσαι ως πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, ιδεολογία αλλά και προδοσία, καλοσύνη αλλά και έχθρα. Ο ανθρώπινος παραλογισμός στην πιο ακραία μορφή του.
Δεν ξέρω αν οι επιζώντες ακόμη (ή οι απόγονοί τους) θα εκτιμήσουν την αντικειμενικότητα του συγγραφέα ή αν η κάθε πλευρά θα θεωρήσει ότι αδικείται. Για μας τους αμέτοχους είναι μια εξαιρετική, λογοτεχνική καταγραφή ενός σημαντικού κομματιού της πρόσφατης ιστορίας του Ελληνισμού.

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

Καλώς σας βρήκα

Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα υπήρχε μέρα στη ζωή μου που δεν θα μπορούσα να διαβάσω λίγες έστω σελίδες. Να όμως που συνέβη κι αυτό. Μπαίνοντας στο νοσοκομείο κουβάλησα μαζί μου κι ένα ογκώδες βιβλίο, μήπως και ένα μικρότερο δεν θα με έφτανε τη μια βδομάδα που θα παρέμενα εκεί! Κι όμως δεν μπόρεσα ούτε καν να το ανοίξω. Όχι μόνο την πρώτη μέρα που πέρα από τις ώρες της εγχείρησης βρισκόμουν σε καταστολή, ούτε τη δεύτερη μέρα από την οποία δεν θυμάμαι τίποτα, αλλά ούτε και τις υπόλοιπες μέρες. Άλλοι μου έλεγαν ότι έφταιγε η επίδραση του αναισθητικού, άλλοι ο πόνος. Μπορεί κι αυτά. Όμως η ζωή στο νοσοκομείο έχει μια άλλη διάσταση, ο χρόνος δεν καταμερίζεται όπως στη συνήθη καθημερινότητα. Εκεί αλλιώς μετρούνται οι ώρες. Τώρα είναι η ώρα που πρέπει να πάρεις το τάδε φάρμακο, που θα σου βάλουν τη δείνα ένεση, που θα περάσει ο γιατρός, που θα σου πάρουν την πίεση και τη θερμοκρασία, που μετράς τις ώρες πότε θα σε αποσυνδέσουν από το μηχάνημα, πότε θα σου βγάλουν τον ορρό, πότε θα σου αφαιρέσουν το ένα ή το άλλο σωληνάκι, πότε η φυσιοθεραπεύτρια θα σου κάνει ασκήσεις αναπνοής, πότε θα κάνεις τα πρώτα βήματα κ.ο.κ.
Ήρθε η δεύτερη βδομάδα, στο σπίτι πια, για να μπορέσω σιγά-σιγά ν' αρχίσω να συγκεντρώνομαι στις σελίδες ενός βιβλίου. Κι ακόμη μέχρι σήμερα, 5η εβδομάδα της επέμβασης, δεν έχω την απαιτούμενη δύναμη συγκέντρωσης για να γράψω, όπως άλλοτε τις απόψεις μου για ένα βιβλίο. Περιορίζομαι λοιπόν εδώ όχι μόνο να σας ευχαριστήσω θερμά, τόσο για τις θετικές σας σκέψεις που τόσο με βοήθησαν, όσο και για τις ευχές σας που με κατασυγκίνησαν, αλλά και να σας ενημερώσω με μεγάλη συντομία για τα διαβάσματά μου αυτών των ημερών, ελπίζοντας ότι σύντομα θα επανέλθω στις συνήθεις μου αναρτήσεις. Διάβασα λοιπόν τα εξής: Νίκος Διακογιάννης, Τέρα Άμου (Αρμός, 2007), ένα συμπαθές βιβλίο με κέντρο δράσης τη Νίσυρο, Θοδωρής Παπαθεοδώρου, Οι κόρες της λησμονιάς (Ψυχογιός, 2009), εξαιρετικό βιβλίο με θέμα τον εμφύλιο, για το οποίο προαναγγέλλεται και δεύτερο μέρος, Γιόλα Παπαδοπούλου, Κρατήσου απ' τα όνειρά σου (Ωκεανίδα 2010), βιβλίο που πέρα από το ενδιαφέρον του μύθου εισάγει τον αναγνώστη στην κατανόηση μιας παρεξηγημένης αρρώστιας, Ντον Ντελίλλο, Άνθρωπος σε πτώση, Εστία 2010, ακόμη ένα βιβλίο για τις συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου, Σταυρούλα Σκαλίδη, Προδοσία και εγκατάλειψη (Πόλις, 2008), μια πρωτότυπη νουβέλα για τη σύγχρονη Αθήνα.
Για μερικά απ' αυτά τουλάχιστον θα επανέλθω εκτενέστερα, αν δεν με παρασύρουν στο μεταξύ νεότερα διαβάσματα.
Για άλλη μια φορά σας ευχαριστώ. 

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Νομίζω βιάστηκα ν' ανοίξω τον υπολογιστή. Η συγκίνηση που μου προκάλεσαν οι σκέψεις και οι ευχές σας δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για την εγχειρισμένη καρδιά μου. Είναι σίγουρο όμως ότι συνέβαλαν ώστε όλα να πάνε καλά. Ίσως ν' αργήσει λίγο κανούρια ανάρτηση. Χρειάζομαι ακόμη 4-5 βδομάδες για πλήρη ανάρρωση. Να 'στε όλοι καλά. Χίλια ευχαριστώ.

Δευτέρα, Απριλίου 05, 2010

Χρειάζομαι τη θετική σας σκέψη

Αγαπητοί φίλοι,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Μέσα σ΄αυτές τις χαρούμενες αναστάσιμες μέρες, αφού γιόρτασα με τα αγαπητά μου πρόσωπα και τις ακολουθίες της εκκλησίας μας την πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, μπαίνω το απόγευμα στο νοσοκομείο για μια σοβαρή επέμβαση. Σας ευχαριστώ όλους για την επικοινωνία μας, για τα σχόλιά σας, για τη συντροφιά που μου χαρίσατε χρόνια τώρα. Στείλτε μου σας παρακαλώ τη θετική σας σκέψη. Είμαι σίγουρη ότι θα βοηθήσει ώστε σε λίγες μέρες να συναντηθούμε και πάλι.

Τρίτη, Μαρτίου 30, 2010

ΧΑΜΕΝΟΙ- Αναζητώντας έξι στα έξι εκατομμύρια

Θα έπρεπε, για να είμαι δίκαιη μ' αυτό το βιβλίο, να αναρτήσω ένα μακροσκελέστατο ποστ. Ξέροντας όμως και εξ ιδίας πείρας, πόσο αποτρεπτικά είναι για τον αναγνώστη τα μακροσκελή κείμενα, θα προσπαθήσω, με κίνδυνο να αδικήσω το βιβλίο, στη συνήθη έκταση των αναρτήσεών μου.
Ο αναγνώστης πρέπει να διαθέτει πολύ χρόνο, πολλή υπομονή και ούτε ίχνος αντισημιτισμού για να παρακολουθήσει την περιπλάνηση του Ντάνιελ Μέντελσον στις 580 πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου του "Χαμένοι" (Πόλις, 2010, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Έχουμε ασφαλώς διαβάσει πλείστα όσα βιβλία για το ολοκαύτωμα. Κι όμως ο Μέντελσον βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει γι' αυτό (και όχι μόνο γι' αυτό) από μια άλλη σκοπιά. Ο ίδιος, Εβραίος βέβαια, αλλά όχι φανατικά θρησκευόμενος, είναι πολύ νεότερος. Γεννημένος στην Αμερική το 1960, δεν έχει προσωπικές μνήμες, ούτε και οι γονείς του έζησαν τη φρίκη του πολέμου και της εξόντωσης, μια και ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του, είχε μεταναστεύσει στην Αμερική πολύ πριν, η δε γιαγιά του είχε γεννηθεί στην Αμερική. Όμως, όταν ήταν μικρός, 6-7 χρονών, τύχαινε να μπει σ' ένα δωμάτιο και οι ηλικιωμένοι Εβραίοι συγγενείς, θείοι και θείες, να βάζουν τα κλάματα. Μέσα από κουβέντες, συχνά στα γίντις, ακούει "πόσο μοιάζει στο μακαρίτη θείο Σμιλ". Αυτές οι κουβέντες, το πλήθος των ιστοριών του παππού του που καταγόταν από μια μικρή πόλη της Ουκρανίας (σήμερα), το Μπόλεχοφ, εξάπτουν την περιέργεια και τη φαντασία του. Ποιος ήταν αυτός ο θείος Σμιλ για τον οποίο, παρ' όλο το πλήθος των άλλων ιστοριών, ο παππούς δεν έκανε λόγο; Ο Ντάνιελ το μόνο που ξέρει είναι ότι τον Σμιλ, τη γυναίκα του και τις τέσσερις κόρες του τους σκότωσαν οι Ναζί. Μεγαλώνοντας μεγαλώνει και το ενδιαφέρον του να ερευνήσει, να μάθει περισσότερα γι' αυτά τα χαμένα για πάντα πρόσωπα της οικογένειας. Συγκεντώνει στοιχεία, μελετά βιβλία, το διαδίκτυο είναι μεγάλη βοήθεια, κάποια στιγμή όμως αποφασίζει να μάθει από τους ίδιους τους επιζήσαντες από τη μικρή πόλη Μπόλεχοφ (αν μπορέσει να βρει) όχι μόνο πώς πέθανε η οικογένεια του μακρινού του θείου, αλλά και κυρίως πώς έζησε.
Η περιπλάνησή του αρχίζει. Πάει στο Μπόλεχοφ, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στη Σουηδία, στην Πράγα, στη Βιέννη, στη Δανία, ξανά στο Ισραήλ και στο Μόλεχοφ. Συναντά ηλικιωμένους πια ανθρώπους που ήξεραν κάτι να του πουν για την οικογένεια του θείου του. Κι αυτοί βέβαια απ' ό,τι είχαν ακούσει, γιατί, όπως του λέει κάποιος, αν είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, τότε δεν θα ήταν τώρα εδώ! Μέσα από την εκπληκτική αφηγηματική ζωντάνια παρακολουθούμε βήμα-βήμα τις μετατοπίσεις του στο χώρο και το χρόνο. Συλλέγοντας σπαράγματα αναμνήσεων προσπαθεί να ανασυστήσει όλη την ταραγμένη εκείνη εποχή και προπάντων να μάθει για τους άγνωστους εκείνους συγγενείς. Ώσπου, στο τέλος, σε μια συγκινητική σκηνή, ξαναγυρίζοντας στο Μπόλεχοφ για δεύτερη φορά, μαζεύει μια χούφτα χώμα και αποθέτει μια πέτρα (εβραϊκή συνήθεια) στο χώρο όπου κατά πάσα πιθανότητα έχει εκτελεστεί ο θείος και μια από τις κόρες, αφού στο μεταξύ κατόρθωσε να μάθει και να αναπλάσει με τη φαντασία του, ποιο ήταν το τέλος της συζύγου και των άλλων τριών κοριτσιών.
Ο Μέντελσον ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, θα 'λεγε κανείς την ιστορία των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν σταματά μόνο στις σκηνές φρίκης που έχουμε γνωρίσει από τόσα άλλα διαβάσματα και θεάματα. Μαθαίνουμε πώς ήταν η ζωή σ' αυτή τη μικρή πόλη πριν ενσκήψει η λαίλαπα του Ναζισμού, σε μια πόλη όπου για αιώνες ζούσαν αρμονικά Πολωνοί, Εβραίοι και Ουκρανοί, μα που όταν ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή ήταν φορές που οι πρώην γείτονες φάνηκαν χειρότεροι και από τους Ναζί. Αλλά ήταν κι άλλοι που με κίνδυνο, κάποτε με θυσία της ζωής τους, βοήθησαν και έκρυψαν Εβραίους (Πόσο η ιστορία επαναλαμβάνεται!)
Μα η λογοτεχνική αξία του βιβλίου, που διασώζει πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, πάει πολύ πιο πέρα. Ο κλασικοθρεμένος Μέντελσον κάνει συχνές αναφορές στον 'Ομηρο, στην αρχαία τραγωδία. Η τεχνική της αφήγησής του, λέει κάπου στο βιβλίο, μιμείται την Ιλιάδα, όπου, στο Ζ συγκεκριμένα, δυο αντίπαλοι ήρωες, ο Διομήδης και ο Γλαύκος, ενώ ετοιμάζονται να συγκρουστούν, στήνουν μια μακροσκελή συζήτηση, αρχίζουν να αφηγούνται ιστορίες και τελικά χωρίζουν σαν φίλοι. Έτσι και ο ίδιος, λέει, παρεκκλίνει από τη γραμμή της αφήγησης, παρεμβαίνει με άλλα γεγονότα και ιστορίες, για να ξαναπιάσει ύστερα το νήμα από εκεί που το άφησε.
Μια άλλη σκηνή του θυμίζει τον Αινεία που εγκαταλείποντας συντετριμμένος την ερειπωμένη και πυρπολημένη πόλη του, την Τροία, φτάνοντας στην Καρχηδόνα, μια ζωγραφιά που αντικρίζει τον κάνει να αναλυθεί σε δάκρυα και να πει την περίφημη φράση (που τόσο έχει χρησιμοποιηθεί, sunt lacrimae rerum, έχουν δάκρυα τα πράγματα.
Μια ακόμη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η παρεμβολή αποσπασμάτων από την Παλαιά Διαθήκη, ο σχολιασμός τους και ο παραλληλισμός με την ίδια τη ζωή. Η Γένεσις με την αμαρτία των πρωτοπλάστων, το αδελφικό έγκλημα του Κάιν, η περιπλάνηση του Αβραάμ, ο Νώε, τα Σόδομα και τα Γόμμορα, η μεταμόρφωση της γυναίκας του Λωτ σε στήλη άλατος και άλλα, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους Εβραίους αλλά και για τον Χριστιανισμό, αφού η Παλαιά Διαθήκη είναι και για τον Χριστιανισμό ιερό βιβλίο.
Νομίζω ότι έχω ξεφύγει από την αρχική μου πρόθεση για μια σύντομη παρουσίαση του βιβλίου. Γι' αυτό κλείνω με μια άποψη που διατυπώνεται και συνοψίζει, πιστεύω, το σκοπό του συγγραφέα: "Συχνά το μυαλό συλλαμβάνει τα μικρά πράγματα πιο εύκολα από όσο τη γενική εικόνα. Για παράδειγμα, είναι πιο θελκτικό για τους αναγνώστες να κατανοήσουν το νόημα ενός ιστορικού γεγονότος πελώριας κλίμακας μέσω της ιστορίας μιας οικογένειας".

Τρίτη, Μαρτίου 23, 2010

Κάτι έχω να σας πω

Πολλές φορές, καθώς διάβαζα το βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι "Κάτι έχω να σας πω" (Καστανιώτης, 2009, μετ. Αντώνης Καλοκύρης") σκέφτηκα να το παρατήσω (κάτι που πολύ σπάνια μου συμβαίνει). Όχι γιατί ο Κιουρέισι δεν είναι αξιόλογος συγγραφέας, ούτε γιατί το βιβλίο δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το βρήκα όμως φλύαρο, με επαναλαμβανόμενες σκηνές και διαλόγους και με ένα διάχυτο σεξουαλισμό, με "σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν", όπως μας αναγγέλλουν κάποτε για τηλεοπτικές σκηνές. Όμως τελικά άντεξα ως την τελευταία 467η σελίδα, θέλοντας να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Τζαμάλ, είναι ψυχαναλυτής. Άγγλος Πακιστανικής καταγωγής, στοιχεία χαρακτηριστικά του ίδιου του συγγραφέα, απεικονίζει τη ζωή στο σύγχρονο Λονδίνο, ενώ η σκέψη και η αφήγησή του ανατρέχουν στο παρελθόν, στη δεκαετία του '70. Πλήθος τα πρόσωπα του βιβλίου, με έκαναν να νιώσω την ανάγκη, όπως συμβαίνει στο πρόγραμμα των θεάτρων, να έχω ένα κατάλογο με τη διανομή των ρόλων: Τζαμάλ-ο πρωταγωνιστής, Μύριαμ-αδελφή του Τζαμάλ που "είχε πέντε παιδιά από τρεις συζύγους ή τρία παιδιά από πέντε συζύγους", δεν ήταν σίγουρος ο Τζεμάλ, Χένρι-ο φίλος του Τζεμάλ που έχει σχέση με τη Μύριαμ, Ατζίτα-ο μεγάλος έρωτας του Τζεμάλ, Τζόζεφιν-η γυναίκα του από την οποία είναι χωρισμένος, Ράφι-ο δωδεκάχρονος γιος τους, Βολφ και Βαλεντίν-φίλοι από τα φοιτητικά χρόνια. Μούστακ-ο γκέι αδελφός της Ατζίτα που έχει γίνει διάσημος ποπ τραγουδιστής, Κάρεν-μια τηλεοπτική παραγωγός, Ομάρ Άλι- ομοφιλόφυλος εκατομμυριούχος, Μπούσι-σωφέρ και βοηθός στα πάντα. Αυτά είναι λίγα από τα πρόσωπα που θυμάμαι, γιατί πολλά άλλα πρόσωπα πλαισιώνουν τον κεντρικό ήρωα, τη ζωή και την αφήγησή του.
Μέσα απ' αυτή την αφήγηση προβάλλει το Λονδίνο του τέλους της δεκαετίας του '70 αλλά και το σύγχρονο Λονδίνο του Μπλερ και των τρομοκρατικών επιθέσεων. Όλο το βιβλίο είναι μυθιστόρημα διάλυσης και διάσπασης. Γεμάτο διαλυμένες σχέσεις, σεξουαλική ασυδοσία, αιμομιξίες και ναρκωτικά. "Το Λονδίνο που μου άρεσε ήταν εκείνο των εξόριστων, των προσφύγων και των μεταναστών (...) ανθρώπων που δεν ανήκαν κάπου και δεν ήξεραν ποιοι είναι", λέει κάπου, και μέσα σ' αυτή την κοινωνία κινείται όλο το μυθιστόρημα. Οι πάντες κυκλοφορούν μ' ένα "μπάφο' στο χέρι, μόνο έτσι "φτιάχνονται". Ενθουσιάζονται όταν ένα καινούριο ναρκωτικό κάνει την εμφάνισή του. "Το Έκταση μ' έκανε να θέλω να επικοινωνώ με τους άλλους. Μ' έκανε να θέλω να μιλήσω, καθώς με κατάπινε η φριχτή φωνή της απόλυτης ηδονής, ένα φτηνό εισιτήριο για εκεί όπου ανέκαθεν κατευθύνονταν οι μυστικιστές και οι ψυχωτικοί".
Με τους δυο φίλους του ο Τζαμάλ συντελούν ουσιαστικά σ' ένα φόνο, όταν, θέλοντας να εκφοβίσουν τον πατέρα της Ατζίτα που την κακοπποιούσε σεξουαλικά, τον τρομοκρατούν μέχρι θανάτου. Και παρ' όλο που η σκιά αυτού του φόνου στοιχειώνει ολόκληρη τη ζωή του Τζαμάλ, δεν φαίνεται να έχει μετανιώσει. "Το σκέφτεσαι καθόλου;" τον ρωτά ο φίλος του, όταν συναντιούνται ύστερα από χρόνια. "Τώρα πια όχι συχνά, όχι πια", απαντά ο Τζεμάλ.
Υπάρχουν καλές σελίδες στην αφήγηση του Κιουρέισι, για παράδειγμα όταν η Κάρεν ανακαλύπτει ότι έχει καρκίνο, ή η τρομοκρατική επίθεση στον υπόγειο του Λονδίνου, κάποια ελάχιστα στοιχεία για το Πακιστάν ή σκόρπιες σκέψεις για τα νιάτα και τα γηρατειά, το χρόνο που τόσο σύντομα περνά. Όμως αυτά χάνονται μέσα στο πλήθος των σελίδων που αναφέρονται στα οργιώδη πάρτι ή στις επισκέψεις στα στριπτιζάδικα.
Γενικά θα ήταν πολύ καλύτερο το βιβλίο αν ήταν συντομότερο και αν η απεικόνιση της ζωής δεν ήταν τόσο μονόπλευρη.

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010

Ένα ερωτικό καλοκαίρι

Η επιθυμία μου να γνωρίσω κάτι από τη σύγχρονη τσέχικη λογοτεχνία ήταν ο κυριότερος λόγος της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Ιβάν Κλίμα " Ένα ερωτικό καλοκαίρι" (Καστανιώτης 2009, μετ. Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα). Θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του γνωστού και βραβευμένου Τσέχου συγγραφέα (γεν.1931).
Η υπόθεση δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερα πρωτότυπο. Μια κοινότατη επαναλαμβανόμενη ιστορία, τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία. Ένας 36χρονος άντρας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, ερωτεύεται μια αρκετά νεότερή του γυναίκα. Ούτε ανατροπές, ούτε απρόοπτα γεγονότα, ούτε εξάρσεις στην αφήγηση. Κι όμως ο Κλίμα κατορθώνει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, εστιάζοντας κυρίως στην εσωτερικότητα του ήρωά του. Στις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αμφιταλαντεύσεις, την πάλη που γίνεται μέσα του. Τα δυο άλλα βασικά πρόσωπα, η σύζυγος και η ερωμένη, σκιαγραφούνται  μέσα από τη δική του οπτική.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Δαβίδ Κρέμπα, βιολόγος, που εργάζεται στο Ινστιτούτο Ερευνών, ασχολούμενος με τη διαδικασία της γήρανσης. Σύζυγός του η Καμίλα, δασκάλα, που δεν φαίνεται να την ελκύει ιδιαίτερα η δουλειά της, αφοσιωμένη στη φροντίδα του συζύγου και των δύο κοριτσιών τους.
Μια μέρα ο Δαβίδ παρευρισκόμενος στην κηδεία της σπιτονοικοκυράς τους, συναντά τυχαία τη νεαρή Ίβα. "Δεν ήταν η όψη της, ούτε το σώμα της, ήταν η κίνηση, καθώς μισογονάτισε κι ύστερα σηκώθηκε, που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Τον ερέθισε αναπάντεχα". Βρέχει. Της προτείνει να τη μεταφέρει με το αυτοκίνητό του. Η περιπέτεια αρχίζει. Της ζητάει να την ξαναδεί. Εκείνη δεν αρνείται, αλλά και δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ. Φοιτά σε σχολή θεάτρου για μαριονέττες και ένα βράδυ τη βδομάδα τραγουδάει κάπου. Χωρίς στέρεους δεσμούς με κανένα και τίποτα, με ελλιπή μόρφωση, δεν το βρίσκει κακό να κάνει έρωτα με όποιον της αρέσει. "Η Ίβα είναι από έναν άλλο κόσμο. Ο κόσμος της είναι χωρίς συσχετισμούς, κι εγώ έχω συνηθίσει να ζω μέσα σ' αυτούς. Στον κόσμο της υπάρχει χώρος για έρωτα αλλά όχι για αγάπη (...) δεν υπάρχει χώρος για κανένα άλλο άνθρωπο. Μόνο για τον εαυτό της".
Τα ψέματα βέβαια στη γυναίκα του αναπόφευκτα. Όχι χωρίς τύψεις, όχι χωρίς προβληματισμό. Εκείνη δεν αργεί να υποψιαστεί και είναι κάπως περίεργη η στάση της όταν ο σύζυγος ομολογεί ότι είναι ερωτευμένος με μια άλλη. Δεν εκρήγνυται, δεν καυγαδίζει, μόνο κλαίει. Και το κλάμα της τον φέρνει σε δυσκολότερη θέση. Σκέφεται: "Ξέρω πως τώρα είναι μόνη της. Ξέρω πως περιμένει κάποια λέξη ή ένα χάδι, αλλά δεν μπορώ να το κάνω, διότι ακόμα νιώθω στα δάχτυλά μου τη ζεστή επιδερμίδα της άλλης. Είμαι ακόμα γεμάτος με τη ζέστη και τη μυρωδιά της, ακόμα κάθομαι στο αυτοκίνητο και το πρόσωπό της ακουμπάει στο δικό μου.
Είναι τρομερό, είμαι ξαπλωμένος δίπλα σου και σκέφτομαι την άλλη.
Είναι τρομερό, σε σκέφτομαι και είμαι ξαπλωμένος δίπλα της."
Είναι τόσο δυστυχής μέσα στις αμφιταλαντεύσεις του που αισθάνεται ανακουφισμένος όταν μια πρόσκληση από Πανεπιστήμιο του Λονδίνου τον καλεί για ένα χρόνο εκεί για διαλέξεις και σχεδιάζει να πάρει μαζί και την οικογένειά του. Μα το μαρτύριο του πάθους δεν θα τελειώσει τόσο εύκολα, ούτε τέτοιες ιστορίες μπορούν να έχουν ένα ευτυχισμένο τέλος.
Πιστεύω ότι η πρωτοτυπία του βιβλίου κι αυτό που  κάνει αυτή την κοινότατη ιστορία να ξεχωρίζει είναι η ψυχική πάλη, το μαρτύριο που δοκιμάζει κάποιος, όταν μέσα του συγκρούεται η αγάπη για τη γυναίκα, τα παιδιά, την οικογένεια, με το πάθος για ένα άλλο πρόσωπο.

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ.

Απλώς υπέροχο! Από τα βιβλία που πρέπει να αρχίσεις μόνο όταν έχεις αρκετές ώρες στη διάθεσή σου, γιατί δεν μπορείς να το αφήσεις πριν φτάσεις και στην τελευταία σελίδα. Ένας συνδυασμός αστυνομικού θρίλερ και εξωλογικών συμβάντων, ένας προβληματισμός πάνω στην τυχαιότητα και στην αιτιότητα, η διαφορετική οπτική με την οποία μπορούν δυο άνθρωποι να αντικρίζουν τα ίδια γεγονότα, θέματα λογοτεχνικής γραφής και έμπνευσης, αντιστοιχία τιμωρίας και δικαιοσύνης (χαρακτηριστική η φράση:"Τη δικαιοσύνη δεν την ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά οι εκδοχές που μπορούν να αποδειχτούν"). Κι ακόμα η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας (" αν η μυθοπλασία είναι ζωή, αν η μυθοπλασία δημιουργεί ζωή, τότε μπορεί να δημιουργεί και θάνατο"). Απόψεις του Χένρι Τζέιμς και η ανταπόδοση του κακού στη Βίβλο, διασταυρώνονται στο μυθιστόρημα. Κι όλα αυτά μέσα σε 272 μόνο σελίδες.
Αγόρασα το βιβλίο του Αργεντινού Γκιγέρμο Μαρτίνες "Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ." (Πατάκης 2009, μετ. Ιφιγένεια Ντούμη) χωρίς να έχω διαβάσει ή ακούσει κάτι γι' αυτό, παρά μόνο από το όνομα του συγγραφέα, γιατί με είχε γοητεύσει "Η ακολουθία της Οξφόρδης". Και δεν διαψεύστηκα στις προσδοκίες μου.
Όλα αρχίζουν όταν ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας μάλλον αποτυχημένος συγγραφέας, δέχεται το τηλεφώνημα και σε λίγο την  επίσκεψη της Λουσιάνα. Ήταν μια δακτυλογράφος που δέκα χρόνια πριν είχε δουλέψει για ένα μήνα κοντά του, όταν εκείνος είχε σπάσει τον καρπό του δεξιού του χεριού και δεν μπορούσε να γράψει. Στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει εκείνη δεν είναι πια το ωραίο κορίτσι που εκείνος είχε σχεδόν ερωτευτεί. Δεν είναι όμως μόνο η εξωτερική της εμφάνιση που είχε αλλάξει. Τρομοκρατημένη ζητά τη βοήθειά του, αποκαλύπτοντάς του ότι τέσσερα αγαπημένα της πρόσωπα έχουν πεθάνει, φαινομενικά καθένας με τρόπο που μπορεί να ερμηνευτεί λογικά. Όμως η ίδια πιστεύει ότι οφείλονται στην εκδικητικότητα του πρώην εργοδότη της, του πασίγνωστου, διάσημου συγγραφέα Κλόστερ. Αφηγείται με λεπτομέρειες πώς πέθανε καθένα από τα τέσσερα πρόσωπα και ζητά τη βοήθεια του αφηγητή (που δεν μαθαίνουμε το όνομά του) για να επέμβει, να μιλήσει στον Κλόστερ ώστε να σταματήσουν οι φόνοι, που σύμφωνα με την ίδια δεν θα σταματήσουν πριν  φτάσουν τους επτά.
Ο αφηγητής, παρά ττους δισταγμούς του, δέχεται να συναντήσει τον Κλόστερ. Στον μεταξύ τους εκτενή διάλογο ο Κλόστερ δίνει μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία των γεγονότων, αλλά ταυτόχρονα θίγονται πολλά θέματα της λογοτεχνικής γραφής. Ποιος έχει δίκαιο; Τα γεγονότα όπως τα αφηγείται η Λουσιάνα ή όπως τα ερμηνεύει ο Κλόστερ; Πού βρίσκεται η αλήθεια; Τι θα δείξει η συνέχεια;
Ας μην περιμένει ο αναγνώστης ότι θα του δώσει την απάντηση ο Γκιγέρμο Μαρτίνες. "Θεοί μπορεί να μην είμαστε, αλλά κάθε συγγραφέας στη σελίδα του θεός είναι", λέει ο Κλόστερ. Σαν να μας λέει: Ο θεός δημιουργεί, δεν εξηγεί. Αυτό είναι έργο των ανθρώπων, έργο του αναγνώστη.

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο

Σπάνια βρίσκομαι σε τόσο δύσκολη θέση να μιλήσω για ένα βιβλίο, όπως αυτή που βρέθηκα μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος του Juno Dias "Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο" (Λιβάνης, 2009, μετ. Αλέξανδρος Καλοφωλιάς). Και πιστεύω πως καμιά παρουσίαση δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική του βιβλίου. Ας είναι όμως. Ας προσπαθήσω, με την επίγνωση του ατελούς της προσπάθειάς μου.
Ολόκληρο το βιβλίο είναι η εξιστόρηση της ζωής του Όσκαρ Γουάο από ένα φίλο του και φίλο της αδερφής του, τον Γιούνι. Πολύ συχνά ο αφηγητής παρεμβαίνει, απεθύνεται στον αναγνώστη, σχολιάζει όσα αφηγείται, πότε με θλίψη, πότε με πικρό χιούμορ. Για μεγάλα διαστήματα όμως σχεδόν ξεχνάμε την παρουσία του αφηγητή, κυρίως όταν η αφήγηση αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση.
Δυσκολεύει επίσης, αλλά και γοητεύει η πρωτοτυπία της χρονολογικής ανάμειξης των γεγονότων. Τα κεφάλαια χαρακτηρίζονται κυρίως με χρονολογική ένδειξη. Αρχίζει με το κεφάλαιο 1974-1987, όταν ο Όσκαρ είναι 7 χρονών και ζει με τη μητέρα και την αδερφή του στο Νιου Τζέρσι. Συνεχίζει με τις χρονιές 1982-1985 με αφήγηση τώρα  σε πρώτο πρόσωπο από τη Λόλα, αδερφή του Όσκαρ. Το τρίτο κεφάλαιο (1955-1962) μας γυρίζει πίσω, στην ιστορία της μητέρας τους Μπέλι, όταν ακόμη αυτή ζούσε στη Δομηνικανή Δημοκρατία. Μεταφερόμαστε ξανά στο 1988-1992, όταν ο αφηγητής Γιούνι συγκατοικεί στο Κολλέγιο με τον Όσκαρ, οπότε τον γνωρίζουμε πολύ καλύτερα. Ο Όσκαρ είναι ένα υπέρβαρο, άχαρο, αδέξιο παιδί, "ένα πικραμένο μαμούχαλο". Οι πάντες τον κοροϊδεύουν. Παθιασμένος με τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας, τα κόμικς και τα παιγνίδια-ρόλους στο ίντερνετ, ο Όσκαρ γράφει διαρκώς, ονειρευόμενος να γίνει ένας άλλος Τόλκιν. Χαρακτηρισμοί, λεξιλόγιο, καταστάσεις του φανταστικού χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τον αφηγητή, πράγμα που αποτελεί μειονέκτημα για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος (168 σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου για να ερμηνευθούν αυτές οι αναφορές ή φράσεις που στο πρωτότυπο είναι στα Ισπανικά και διατηρούνται έτσι και στην ελληνική μετάφραση, είναι υπερβολικά πολλές και αρκετά κουραστικό για τον αναγνώστη αν θέλει να τις παρακολουθεί όλες).
Βρήκα το πέμπτο μέρος (1944-1946) το πιο ενδιαφέρον του βιβλίου. Εδώ παρακολουθούμε τους γονείς της Μπέλι (παππούδες του Όσκαρ) που εκείνη δεν είχε γνωρίσει ποτέ, καθώς εξοντώθηκαν από το καθεστώς του Τρουχίγιο. Όλη η φρικτή περίοδος του δικτάτορα, την οποία τόσο επιτυχώς παρέστησε και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο εξαιρετικό "Η γιορτή του τράγου", τον οποίο μάλιστα ο Diaz αναφέρει ονομαστικά, προβάλλει για άλλη μια φορά. Αγάπη για τον Άγιο Δομήνικο αλλά και μια πικρή ειρωνεία διαπνέει το βιβλίο του Δομινικανού στην καταγωγή συγγραφέα.
Στιγμές ζωής τριών γενιών αναπαριστούν την ιστορία του Αγίου Δομινίκου τα τελευτάι 50 περίπου χρόνια. Ιστορία που δεν βγαίνει μόνο μέσα από τις ζωές των ηρώων του, αλλά που παρατίθεται αυτούσια με υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων.
Παρ' όλο ότι όχι μόνο ο τίτλος αλλά και διάσπαρτες αναφορές στην αφήγηση προοικονομούν το σύντομο τέλος του Όσκαρ, εντούτοις ή ίσως ακριβώς γι' αυτό διαβάζουμε με εντεινόμενο ενδιαφέρον για να δούμε πώς και γιατί τέλειωσε αυτή η ζωή. Ο κλειστός, υπέρβαρος, ανέραστος, περιφρονημένος Όσκαρ, που ερωτεύεται  κορίτσια που κανένα δεν τον θέλει,  θα αφήσει πλήθος γραπτών, μέσα από τα οποία θα μπορέσει να ανασυνθέσει τη ζωή του ο αφηγητής Γιούνι, συμπληρώνοντας έτσι τις προσωπικές του γνώσεις.
Για μια και μοναδική φορά ο Όσκαρ θα βρει ανταπόκριση στον έρωτά του. Κι αυτός θα γίνει αφορμή για το τραγικό του τέλος. Όμως το βιβλίο τελειώνει με τη φράση "Τι ομορφιά! Τι ομορφιά!". Αν και σύντομη και βασανισμένη η ζωή του, άξιζε να τη ζήσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι

Κάποιο κριτικοί πιστεύουν πως η επιτυχία του πρώτου μυθιστορήματος της Ρεμπέκα Μίλλερ, κόρης του Άρθουρ Μίλλερ, που ήδη βρήκε την κινηματογραφική του μεταφορά, δεν είναι άσχετη με το βαρύ όνομα που κουβαλάει η συγγραφέας. Δεν ξέρω αν αυτό συνέβαλε, όμως "Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι" (Πατάκης, 2009, μετ. Μάρα Μόιρα) είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, παρ' όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κάποιος.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Αρχίζει με το ζεύγος Πίππα και Χερμπ Λι να εγκαθίστανται στο χωριό Μάριγκολντ, μια παροικία συνταξιούχων. Εκείνη είναι 53 χρόνων κι εκείνος, ένας επιτυχημένος εκδότης, 30 χρόνια μεγαλύτερός της. Έχουν δυο δίδυμα ενήλικα παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, που δεν ζουν μαζί τους. Φαινομενικά είναι ένα αγαπημένο, ευτυχισμένο ζευγάρι. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Κάποιες υπνοβασίες της Πίππα υπαινίσσονται πως κάτω από τη γιαλιστερή επιφάνεια το δράμα παραμονεύει.
Στο δεύτερο και εκτενέστερο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη τώρα αφήγηση, η Πίππα εξιστορεί τη ζωή της ως το γάμο της με τον Χερμπ. Κόρη ενός πάστορα και μιας προβληματικής μητέρας που για την ενεργητικότητα και δραστηριότητά της κατέφευγε στη χρήση διεγερτικών, είχε μια ιδιάζουσα σχέση με τη μητέρα της "...μου είχε φερθεί σαν να ήμουνα εραστής, και σαν να ήμουνα μωρό-σαν κάτι που της ανήκε, αλλά ποτέ όπως θα φερόταν σε ένα άτομο".
Μαθήτρια γυμνασίου ερωτεύεται και ξελογιάζει έναν καθηγητή της, το σκάει ύστερα από το σκάνδαλο και πάει στη Ν. Υόρκη, σε μια θεία της, που σε λίγο θα ανακαλύψει τις ομοφυλοφιλικές της σχέσεις. Το περιβάλλον της θείας θα την οδηγήσει στα ναρκωτικά, σε ομάδες σαδομαζοχιστών, σε μια ζωή ανερμάτιστη. "Εξακολουθώντας να μένω άυπνη τη νύχτα των μαστιγίων και των αλυσίδων συλλογιζόμουνα τη μέχρι τότε ζωή μου. Ήμουνα μια κακοτεχνία. Δεν έβλεπα κάποιο μέλλον. Δεν είχα σχέδια". Αυτό το μέρος του βιβλίου ίσως δικαιολογεί την άποψη που διατυπώνεται στο οπισθόφυλλο:"Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι" αποτελούν μια νέα εκδοχή του "Αμερικανικού ειδυλλίου" του Φίλιπ Ροθ".
Απ'αυτή την άβυσσο τη σώζει η γνωριμία με τον Χέρμπερ Λι, ήδη παντρεμένο για δεύτερη φορά. Η Πίππα θα αποτελέσει την τρίτη του σύζυγο, σχέση οικοδομημένη στο τραγικό τέλος της δεύτερης συζύγου.
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η τριτοπρόσωπη γραφή επανέρχεται και ξαναγυρίζουμε στο παρόν της παροκίας των συνταξιούχων. Τα πρόσωπα του δράματος, στα οποία θα προστεθούν ακόμη μερικά, ένας φανατικός νεαρός χριστιανός, ο μυθιστοριογράφος Σαμ Σαπίρο, μια φίλη που θα προδώσει με το χειρότερο τρόπο την Πίππα, οδεύουν προς την έξοδο. Το αποτελούμενο από τρεις μόνο σελίδες τέταρτο μέρος μας αφήνει σ' ένα ανοιχτό μέλλον.
Ένα καλό σύγχρονο μυθιστόρημα. Η συνέχεια θα δείξει αν η Ρεμπέκα Μίλλερ είναι αξιόλογη, αυτόφωτη μυθιστοριογράφος ή αν μόνο το βάρος του ονόματος της έδωσε μια προσωρινή επιτυχία. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2010

Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν

Το γράψιμο της Τζοάνα Καβένα σίγουρα τη θυμίζει, χωρίς αμφιβολία έχει επηρεαστεί απ' αυτήν, την αναφέρει άλλωστε ανάμεσα στις ποικίλες άλλες λογοτεχνικές αναφορές της, αλλά από το σημείο αυτό ως το χαρακτηρισμό "Βιρτζίνια Γουλφ του 21ου αι." νομίζω υπάρχει μεγάλη απόσταση. Άλλωστε, "Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν" (Μεταίχμιο 2009, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου) είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Καβένα και είναι πολύ πρόωρος ο χαρακτηρισμός, αν δεν δούμε και τη συνέχεια της συγγραφικής της πορείας.
Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου η 35χρονη Ρόζα Λέιν, που τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος, κρατώντας την πολιτιστική στήλη μεγάλης εφημερίδας. Μια καλοκαιρινή μέρα, τελείως απροσδόκητα ακόμη και για την ίδια, σε μια παρόρμηση, στέλλει στο αφεντικό της ένα σύντομο μέιλ με κατάληξη "παραιτούμαι". Τι είναι αυτό που την έσπρωξε σ' αυτή την αυθόρμητη κίνηση; Είναι η κρίση της ηλικίας; Είναι ο θάνατος της μητέρας της που συνέβη λίγους μήνες πριν;  Ή μήπως είναι η προσπάθεια να βρεί ένα νόημα στη ζωή της που την έβλεπε τελματωμένη και την τρομοκρατούσε η ιδέα να περάσει μια ζωή επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα;
Η ζωή της βέβαια δεν θα γίνει κάθόλου πιο εύκολη. Σχεδόν ταυτόχρονα με την παραίτησή της, πληροφορείται ότι ο Λίαμ, ο άντρας με τον οποίο συζούσε για τρία χρόνια, την εγκαταλείπει και ετοιμάζεται να παντρευτεί την καλύτερή της φίλη. Διπλή προδοσία. Φιλοξενείται σε μια φίλη, τα άθλια οικονομικά της την αναγκάζουν να ψάχνει, άδικα όμως, για μια δουλειά, ενώ αγωνίζεται να πείσει την τράπεζα να της δώσει μια παράταση για τα χρέη της. Καταρτίζει συνεχώς λίστες για πράγματα που έχει να κάνει:" Να βρεις μια δουλειά-Να πλύνεις τα ρούχα-να καθαρίσεις την κουζίνα-να τηλεφωνήσεις στον Λίαμ-Να μελετήσεις άλλες θρησκείες-Να διαβάσεις τις κωμωδίες του Σαίξπηρ-να καθαρίσεις το καθιστικό" κ.λπ. κλπ. Οι λίστες αυτές, με μικρές παραλλαγές, επανέρχονται σ' όλο το βιβλίο, τονίζοντας έτσι  την αδράνειά της, την αντίθεση ανάμεσα στις προθέσεις και τις πράξεις.
Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος την βλέπουμε να τριγυρίζει στους δρόμους του Λονδίνου, να παρατηρεί ακόμη και ασήμαντες λεπτομέρειες από την πολύωρη περιπλάνησή της, ενώ οι σκέψεις την πλημμυρίζουν. Έχει εδώ αρκετή ομοιότητα με την "Κυρία Νταλλογουέη", αλλά η περιπλάνηση της ηρωίδας της Βιρτζίνια Γουλφ κράτησε μόνο μια μέρα και μέσα σ' αυτήν χώρεσε παρελθόν και παρόν. Οι περιπλανήσεις, η απραξία, η βουλία, οι αναμνήσεις, οι σκέψεις της Ρόζα κρατάνε μήνες κι αυτό, παρ' όλη τη δύναμη γραφής της Καβένα, καταντά κάπως κουραστικό για τον αναγνώστη.
Σαν σε μια διαλεκτική σχέση, εμφανίζονται στο βιβλίο δυο εντελώς αντίθετες περπτώσεις. Είναι ο πατέρας της Ρόζα που αν και ηλικιωμένος, έχοντας χάσει τη σύζυγό του, είναι γεμάτος ενέργεια, ασχολείται με πλήθος δραστηριότητες και δεν του λείεπι η γυνακεία συντροφιά.
Η δεύτερη περίπτωση είναι ένα ζευγάρι φίλων της που ζει σε μια άνετη φάρμα στην περιοχή των λιμνών. Έχουν τρία παιδιά, περιμένουν τέταρτο και όταν η Ρόζα τους επισκέπτεται αισθάνεται να αποπνέουν τη χαρά τη ζωής. Όμως, ενώ είναι πρόθυμοι να τη φιλοξενήουν πολλές μέρες, εκείνη, το επόμενο πρωί, πριν ακόμη η οικογένεα ξυπνήσει, φεύγει και γυρίζει στο Λονδίνο.
Η Τζοάνα Καβένα θα 'λεγε κανείς πως σγκέντρωσε στην ηρωίδα της πολλά από τα γνωρίσματα των νέων της εποχής μας. Ανεργία, αδράνεια, μια κενότητα, αναζήτηση ενός νοήματος στην ύπαρξη πέρα από το δουλειά-σπίτι-οικογένεια.
"Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν (διερωτώμαι μαζί με την Αγγέλα Γαβρίλη στο http://www.diavasame.gr/ γιατί αυτή η αλλαγή του τίτλου. Στο πρωτότυπο ο τίτλος είναι απλώς inglorius=άδοξη) είναι ένα ενδιαφέρον σύγχρονο μυθιστόρημα, που όσοι δεν αγαπούν ιδιαίτερα τη δράση, αλλά προτιμούν την εσωτερικότητα και τις σκέψεις, σίγουρα θα απολαύσουν. 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2010

Το πάρκο μύρισε άνοιξη

Βροχερός ο φετινός χειμώνας, το πάρκο πίσω από το σπίτι μου (δάσος το λένε τα παιδιά) καταπρασίνισε. Το χαρήκαμε σήμερα, προπάντων γιατί ξέρουμε πως όπου να' ναι η καταπράσινη πανδαισία θ' αρχίσει να κιτρινίζει. Το καλοκαίρι έρχεται νωρίς στην Κύπρο...

Καταπράσινο χαλί, στολισμένο με κίτρινα αγριολούλουδα


Ούτε σπιθαμή από χώμα...


Μια χαρούμενη παρέα


Τα πεύκα χαμογελούν φρεσκοπλυμένα


Τα παιδιά ξεκουράζονται


Το πράσινο καθρεφτίζεται στο μικρό ποταμάκι

Κρίμα που δεν ακούεται το κελάρυσμα του ρυακιού


Οι σκληροί κάκτοι σαν να χαίρονται κι αυτοί



Το ωραίο γεφυράκι


Μια μαργαρίτα σε προκαλεί να τη ρωτήσεις:μ' αγαπά, δεν μ'αγαπά...


Θαυμάζοντας τη φύση


Ακόμα κι οι ταπεινές μολόχες φαντάζουν όμορφες


Ομορφιά που κρατάει τόσο λίγο



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

Το βιολί του Άουσβιτς


Στο σύντομο πρόλογο του βιβλίου, ο Εουζέμπι Αγιένσα, Διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες
στην Αθήνα, μας φέρνει σε επαφή με το έργο της Καταλανής συγγραφέως Maria Anglada (1930-1999), της οποίας το μυθιστόρημα "Το βιολί του Άουσβιτς" (εκδ. Κονιδάρη, 2009, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου) είναι το πρώτο που μεταφράζεται στα ελληνικά.
Η λογοτεχνία η εμπνευσμένη από τα φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας μας έχει δώσει πληθώρα έργων. 'Εχουμε διαβάσει τόσα πολλά που ίσως ακόμη ένα βιβλίο να μην έχει να προσθέσει τίποτα πια. Κι όμως, στο "Βιολί του Άουσβιτς", πέρα από όσα ξέρουμε ως τώρα, προστίθεται μια ακόμη πινελιά. Είναι η μαγεία που εκπέμπεται από την τέχνη και ειδικά τη μουσική, που κι αν ακόμη δεν μπορεί να μαλακώσει την καρδιά ενός θηρίου ("Γουρούνι" αποκαλούν τον διοικητή του στρατοπέδου) μπορεί κάποτε να γίνει το μέσον για να σωθεί ένας άνθρωπος.
Ο Ντάνιελ, Εβραίος κατασκευαστής βιολιών από την Κρακοβία, βρίσκεται έγκλειστος σ' ένα μικρό στρατόπεδο. Έχει δηλώσει επάγγελμα ξυλουργός, γι' αυτό και τον χρησιμοποιούν σε ανάλογες εργασίες. Μια μέρα κατορθώνει να επισκευάσει ένα βιολί που είχε μια ρωγμή και τότε ο διοικητής τον διατάζει να κατασκευάσει ένα βιολί που να ηχεί όπως ένα Στραντιβάριους, σε συγκεκριμένη προθεσμία, που ο ίδιος ο Ντάνιελ δεν γνωρίζει. Μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, την πείνα, το κρύο, τις απάνθρωπες τιμωρίες, τους θανάτους, ο Ντάνιελ αγωνίζεται για την κατασκευή του βιολιού, αγωνιζόμενος ουσιαστικά για την ίδια τη ζωή του.
Παρ' όλες τις φρικαλεότητες που περιγράφονται στο βιβλίο, το βρήκα, σε αντίθεση με άλλα που διαδραματίζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να αποπνέει μια ήρεμη μελαγχολία, να δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη μια νότα αισιοδοξίας, μια ελπίδα για το καλύτερο. Ίσως γιατί μέσα από τις σελίδες του αναβλύζει η μουσική και η αγάπη για την Τέχνη που στέκεται πάνω από την απάνθρωπη θηριωδία.
Μου θύμισε ένα άλλο ωραίο βιβλίο, το "Αναβολή για την ορχήστρα" της Φάνια Φενελόν, που ίσως πρέπει να ξαναδιαβάσω.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

Ο χρόνος πάλι

Η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο νου καθώς αναπολώ όσα διάβασα στο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου "Ο χρόνος πάλι" (Πατάκης 2009) είναι "βαρυστομάχιασμα". Πώς νιώθεις σωματικά όταν κάποτε παρασυρθείς και καταναλώσεις μεγάλες σε ποσότητα και ποικιλία τροφές, έτσι ένιωσα πνευματικά διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Ένα πλήθος πληροφοριών, σκέψεων, αυτοβιογραφικών στοιχείων, περιγραφών πόλεων και τόπων, ονομάτων, υπαινικτικών αναφορών, τίτλων τραγουδιών, λογοτεχνικών αναφορών και λογοτεχνικής κριτικής και άλλων ακόμη στοιχείων, πλημμυρίζουν το βιβλίο κι ανάμεσά τους παρεμβάλλονται και πέντε διηγήματα. Πολύ συχνά η επιμελήτρια της έκδοσης καταφεύγει σε υποσημειώσεις για να διευκολύνει τον αναγνώστη, που και πάλι δεν είναι αρκετές για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος, προπάντων με την πληθώρα των μουσικών αναφορών ή συγγραφέων ή κινηματογραφικών έργων.
Μέσα απ' όλο αυτό το συνονθύλευμα, που δεν ακολουθεί χρονολογική σειρά, μπορεί ο αναγνώστης να ανασυνθέσει τη ζωή της συγγραφέως. Με ποικίλες σπουδές, φαρμακευτική, γαλλική ιστορία και φιλολογία, αμερικανική ιστορία, την οποία και δίδαξε σε σχολείο του Μπρονξ, ζώντας μεταξύ Αθήνας-Παρισιού-Ν. Υόρκης, έζησε μια πλούσια σε εμπειρίες ζωή. Πνεύμα ανήσυχο, απροσάρμοστο, επαναστατικό, εικονοκλαστικό, με αγάπη στη μουσική και τα αυτοκίνητα, δεν ξέρω αν, παρ' όλη την τόσο γεμάτη ζωή, μπόρεσε να είναι ευτυχισμένη.
Εμφανίζεται δυστυχισμένη μέσα στην οικογένειά της, γιατρός και κομμουνιστής ο πατέρας, άβουλη η μητέρα. "Γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα στην κομμουνιστική Αριστερά: το περιβάλλον αυτό καθόρισε για πολλά χρόνια συγγένειες, φιλίες και επαγγελματικές σχέσεις", γράφει. Αλλού πάλι λέει: "Η ζωή στο σπίτι: ένα είδος στρατιωτικής θητείας που θα τελείωνε είτε με λιποταξία, είτε με τρελόχαρτο". Και κάπου αλλού: "Οι οικογένειες μου φαίνονται ενυδρεία όπου βάζεις αθώα το χέρι σου για να παίξεις με τα ψάρια και σου το τρώνε τα πιράνχας, ή σου το σφίγγουν θανάσιμα τα χταπόδια".
Η φοιτητική της ζωή στην Αθήνα επίσης απορριπτέα (Τι νοσταλγώ από τα φοιτητικά μου χρόνια: τίποτα).
Μα ούτε και η πατρίδα της λέει κάτι: "Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδηγήσεως. πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσα" Κι όμως, όπως η ίδια πάλι ομολογεί, όταν μια φορά στην Αμερική την συνέλαβε η αστυνομία, τηλεφώνησε στο ελληνικό προξενείο λέγοντας "είμαι ελληνίδα υπήκοος, ελάτε να με σώσετε"!
Μα ούτε και οι δεσμοί της φαίνεται να την ικανοποιούν. Ζει για τρία χρόνια στο Παρίσι με τον Αλγερινό Ραμπά Ασουφίμ, με τον οποίο χωρίζει ήσυχα. "Χρόνια αργότερα ερωτεύτηκα έναν άνδρα που ήταν παντρεμένος (με άλλη). Δεν ήξερα ότι ο γάμος έχει τόση σημασία. Είμαστε πιστοί σε κάποιον μέχρι να βρούμε κάτι καλύτερο, όχι;"
Η Ελλάδα την απογοητεύει: "Η Ελλάδα, ένα νεκροταφείο ιδεών, ένα σκουληκιασμένο κεράσι". Καθόλου παράξενο που μέσα σ' ένα κατάλογο των top10 αγαπημένων της βιβλίων δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας συγγραφέας. Γράφει αλλού: "Ο Σεφέρης: γραφικότητες, περιστέρια, θάλασσα, λιόδεντρα. Ο Καβάφης: ποίηση χωρίς γυναίκες, χωρίς φύση, φορτωμένη αποτροπές και διδαχές..." 
Πάλι καλά που μέσα στο μουσικό top10 της περιλαμβάνει τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο!
Κι όμως, η Σώτη Τριανταφύλλου γράφει καλά. Η γραφή της σε παρασύρει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής της και η όποια διαφωνία ή απαρέσκεια του αναγνώστη σβήνει μπροστά στη λογοτεχνική γραφή. Και σίγουρα, δεν είναι μόνο η υποσυνείδητη τάση όλων μας για ματιές από την κλειδαρότρυπα που καθιστά αυτό το βιβλίο αξιοδιάβαστο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

Η ΠΡΙΓΚΗΠΕΣΣΑ ΙΖΑΜΠΩ

Βδομάδες τώρα κρατούσα στα χέρια μου και, παράλληλα με άλλα διαβάσματα, ξαναδιάβαζα αργά-αργά το μυθιστόρημα του Άγγελου Τερζάκη, την "Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ". Στο παλιό, κιτρινισμένο αντίτυπο, που δεν έχει ημερομηνία έκδοσης, ούτε ποιος ζωγράφισε τις εξαιρετικές βινιέτες και τα άλλα σχέδια που κοσμούν το βιβλίο, παρά μόνο τον εκδοτικό οίκο "Βιβλιοπωλείον της Εστίας", νομίζω πως έψαχνα κάτι περισσότερο από την ιστορία του ευγενικόπουλου Νικηφόρου Σγουρού και της πριγκιπέσσας. Μου φαίνεται πως στις μισοφθαρμένες πια σελίδες αναζητούσα εκείνο το φωτεινό καλοκαίρι-το θυμάμαι, καλοκαίρι ήταν-της εφηβείας μου, όταν πρόσωπο αγαπημένο που πια δεν υπάρχει, μου το χάρισε, χαρίζοντάς μου ώρες πολλές αναγνωστικής απόλαυσης. Αλοίμονο, η εφηβεία δεν ξανάρχεται, όμως η ιπποτική ιστορία καθώς τη διαβάζω τώρα, πλουσιότερη "με όσα κέρδισα στο δρόμο", μου πρόσφερε μεγαλύτερη ίσως κι από τότε απόλαυση.
"Ηρωικό μυθιστόρημα" το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, παρουσιάζοντάς το σαν την αφήγηση ενός παλιού χρονογράφου, "ιπποτικό" θα το έλεγα. Χρόνια μεσαιωνικά, 1292-1297 ο χρόνος του έργου. Τόπος, η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατακερματισμένη, τοπικοί ηγεμόνες που αλληλομάχονται, προμηνύματα του τέλους. Ο νεαρός Νικηφόρος Σγουρός, γόνος ένδοξης οικογένειας από τ' Ανάπλι, ξεπεσμένος τώρα και άσημος, δεν ξεχνά την καταγωγή του. Ανυπόστατες κατηγορίες τον υποχρεώνουν να εγκαταλείψει την πόλη του και να οδεύσει προς το Μυτζηθρά (Μυστρά), που κτισμένος το 1250 από τον Γουλιέλμο Βιλλαρδουίνο κυριεύτηκε από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο κι ήταν μια νησίδα ελληνισμού τριγυρισμένη απ' τη Φραγκιά. Εκεί πρωτοστράτορας ήταν ένας συγγενής του, ο Σγουρομάλλης, κοντά στον οποίο ήλπιζε να βρει αποκατάσταση. Στην ψυχή του κουβαλάει το όραμα μιας γυναίκας που την είδε σαν οπτασία να περνά ένα βράδυ. "Πάνω σ' άλογο άσπρο, χρυσοχάμουρο, στητή, μια νεαρή αρχόντισσα περνάει. Είναι ξένη και ποτέ η φωνή της δεν έκρουσε τ' αυτιά του. Όμως κάτι του θυμίζει, κάτι που ίσως δε θα το βρει ποτέ. Τεντώνει το λαιμό του και την παρακολουθεί εναγώνια με το βλέμμα. Το πέρασμά της είναι αθόρυβο. Πνοή αύρας, χαϊδευτική, ανεμίζει το βαθυπράσινο μανδύα της, κι ένα μύρο θάλασσας, ανάσα του όρθρου αγνή, της δροσίζει το μέτωπο. Στο δρόμο που άφησε έρημο φεύγοντας, λες κι ακόμα του γνέφει τ' όραμά της καλώντας τον να την ακολουθήσει..."
Όμως οι ελπίδες του από τον πρωτοστράτορα, σύντομα θα διαψευστούν. Οι περιπέτειές του πλημμυρίζουν τις σελίδες του βιβλίου. Θα γνωρίσει την προδοσία, θα μονομαχήσει, θα χάσει τ' άλογό του και μια μέρα έκθαμβος θα βρεθεί μπροστά στο ίνδαλμά του, τη γυναίκα που κουβαλούσε συνεχώς στη σκέψη του και θα διαπιστώσει πως δεν είναι άλλη από την  Ιζαμπώ, Πριγκηπέσσα του κράτους των Βιλλαρδουίνων. Κόρη του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου και της ελληνίδας Άννας Αγγελίνας Κομνηνής, 11χρονη την πάντρεψαν με τον Φίλιππο Ντ' Ανζού. Μετά το θάνατό του παντρεύεται τον Φλωρέντιο Ντ' Αινώ. Ούτε τον ένα αγάπησε ούτε τον άλλο. Θλιμμένη πέρασε τη ζωή της, ξαναγυρίζοντας στο πατρικό της κάστρο, στην Καλαμάτα. Για ένα διάστημα ο νεαρός Σγουρός θα μπει στην υπηρεσία της. Θα πάρει μέρος σε μάχες, θα ζήσει για λίγο στη θάλασσα με τους κουρσάρους, θα ξαναγυρίσει όμως. Η επαφή του με τους βασανισμένους βιλάνους που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους Φράγκους κατακτητές, η αγανάκτηση από τις ταπεινώσεις, τους θανάτους, τις δυσβάστακτες φορολογίες, τις εκτελέσεις αθώων, θα τον ωθήσουν στην οργάνωση μιας επιχείρησης για κατάληψη του Κάστρου. Σκοπός του ήταν να το παραδώσει στον άρχοντα του Μυστρά. Όμως η προδοσία παραμονεύει. Το Κάστρο της Καλαμάτας μένει για λίγο ελεύθερο, αλλά σύντομα ξαναγυρίζει στους Φράγκους κι ο Σγουρός, με μια ομάδα επαναστατημένων, θα συνεχίσει τον αγώνα του απ' το αντάρτικο των βουνών.
Τρεις γυνακείες μορφές προβάλλουν στο μυθιστόρημα και στη ζωή του Σγουρού. Είναι βέβαια η Ιζαμπώ, άπιαστο όνειρο, που σε μια ωραία σκηνή του τέλους την καλεί να τον ακολουθήσει αλλά εκείνη αρνείται. Είναι η Γενοβέζα Μπιάνκα που τον ερωτεύτηκε και τον βοήθησε με διάφορους τρόπους. Κι είναι και η νεαρή Σλάβα, η Βάρια, μια βιασμένη από Φράγκο κοπέλα, που τον αγαπάει με μια αγνή και άδολη αγάπη και θα βρει το θάνατο στη μάχη του Κάστρου.
Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ' αυτό το επικό μυθιστόρημα του Τερζάκη. Πρέπει πολύ να είχε μελετήσει, πιθανότατα το "Χρονικό του Μορέως", για να αποδώσει με τόσες πληροφορίες και τόσο παραστατικά τη μακρινή εκείνη εποχή. Το λεξιλόγιό της, ο αργός ρυθμός της ζωής, πανδοχεία και νυχτερινές διαδρομές, μαντατοφόροι και άλογα, μονομαχίες, επαγγέλματα, η ζωή των αριστοκρατών κατακτητών και η ζωή των φτωχών κατακτημένων, λεπτομέρειες της ενδυμασίας ή του τρόπου διασκέδασης, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα πλάι στα μυθιστορηματικά, ιδεολόγοι και συμφεροντολόγοι, προδότες και αγνοί αγωνιστές, ολόκληρη η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος διαγράφεται με τρόπο μοναδικό και αξεπέρααστο.
Εντύπωση προκαλεί η συχνή ανατύπωση και οι επανειλημμένς εκδόσεις αυτού του ογκώδους και δύσκολου μυθιστορήματος. Κρίμα μόνο που η τελευταία (2009) δεν έχει τα σχέδια και απλοποιήθηκε στο μονοτονικό.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2010

Ανήκουστος βλάβη (Deaf Sentence)

Μόλις έχω τελειώσει το έκτο (από τα οχτώ μεταφρασμένα στα Ελληνικά) βιβλίο του David Lodge. Τίτλος, "Ανήκουστος βλάβη" (Bell, 2009, μετ. Έφη Τσιρώνη), κάπως προβληματική απόδοση του τίτλου του πρωτοτύπου "Deaf Sentence". Τι είναι αυτό, αλήθεια, που με γοητεύει σ΄όλα τα βιβλία του Lodge, επίτιμου τώρα καθηγητή στην έδρα της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ;
Με γοητεύει πρώτα-πρώτα το είδος του μυθιστορήματος που καλλιεργεί, το campus novel, αυτό που σχετίζεται με την πανεπιστημιακή ατμόσφαιρα, όπως με συναρπάζει οτιδήποτε έχει να κάνει με εκπαίδευση και διδασκαλία. Μου αρέσει το χιούμορ του που ξεπετάγεται ακόμα και μέσα σε δύσκολες ή τραγικές καταστάσεις. Θαυμάζω την ικανότητά του να αποδίδει τη λεπτομέρεια χωρίς να γίνεται κουραστικός ή βαρετός. Ένα κουμπί που λείπει, ένας λεκές στη γραβάτα, ένας μορφασμός, η μοκέτα ή οι κουρτίνες, ο θόρυβος του τρένου, το κρεβάτι του νοσοκομείου, όλα τα μικρά κι ασήμαντα που μας τριγυρίζουν παίρνουν στη γραφή του Lodge μια ιδιαίτερη θέση. Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά που αποδίδουν το χώρο, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις καλύτερα κι εποπτικότερα, θα έλεγα, ακόμη κι από την κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά τους, πλείστες λογοτεχνικές αναφορές, συγγραφείς και ποίηση και μουσική ενσπείρονται στα μυθιστορήματά του.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συναντάμε και στο τελευταίο του βιβλίο. Κεντρικός, πρωτοπρόσωπος αφηγητής και ήρωας είναι ο 64χρονος Ντέσμοντ Μπέιτς, καθηγητής Γλωσσολογίας σε μια πόλη του αγγλικού Βορρά που δεν κατονομάζεται. Ο Ντέσμποντ έχει βγει πρόωρα στη σύνταξη γιατί, λόγω της προϊούσας κώφωσής του, δυσκολεύεται πάρα πολύ στη διδασκαλία. Παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με τη Φρεντ (η πρώτη γυναίκα του έχει πεθάνει) έχει δυο μεγάλα παιδιά που δεν ζουν μαζί τους. Η Φρεντ, διαζευγμένη, έχει κι αυτή τρία μεγάλα παιδιά και μόνο τα Χριστούγεννα συναντάμε όλη αυτή την πολυπληθή οικογένεια συγκεντρωμένη.
Ο πρώτος καιρός της συνταξιοδότησης (όπως όλοι ξέρουν) είναι πολύ ευχάριστος. Όσο όμως περνάει ο καιρός ο Ντέσμοντ νιώθει ολοένα και πιο "άχρηστος", συναίσθημα που επιτείνεται από την εμπορική δραστηριότητα της συζύγου του, που διατηρεί συνεταιρικά μια πολύ καλή επιχείρηση διακόσμησης. Κι ακόμα περισσότερο αισθάνεται άχρηστος λόγω της κουφότητάς του που τον κάνει συχνά να νιώθει απομονωμένος, να ακούει τα μισά απ' ό,τι του λένε, να ζητά συνεχώς να του επαναλαμβάνουν, να αντιμετωπίζει προβλήματα με τα ακουστικά βοηθήματα.
Η κουφότητα διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στο μυθιστόρημα, συμβάλλει όμως και στην προώθηση του μύθου. Σε μια έκθεση φωτογραφίας "συνομιλώντας" με μια άγνωστη νεαρή, συγκατανεύοντας σε ό,τι του λέει χωρίς στην πραγματικότητα να τα ακούει, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση.
Παράλληλα εξελίσσεται η σχέση με τον πατέρα του, σχεδόν 89 χρονών, που ζει μόνος σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του Λονδίνου, που αρνείται να εγκαταλέιψει το παραμελημένο σπίτι του και να μετακινηθεί στο Βορρά, που ο Ντέσμοντ χρειάζεται να διανύσει μια απόσταση τεσσάρων ωρών για να τον επισκέπτεται κάθε τόσο και που η έντονη παρουσία του και ο ρόλος του στο μυθιστόρημα, γίνονται αφορμή για τον συγγραφέα να αναφερθεί στα γηρατειά, στην αρρώστια, στο θάνατο. Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στο σημείωμα της ελληνικής έκδοσης, " Ο τίτλος του πρωτοτύπου "deaf sentence" (καταδίκη σε κώφωση), αποτελεί λογοπαίγνιο με το σχεδον ομόηχο death sentence (καταδίκη σε θάνατο). Η φωνολογική ομοιότητα των λέξεων deaf (κωφός) και death (θάνατος), τόσο διαφορετικών στο νόημα, αποτελεί δομικό στοιχείο αυτού του βιβλίου. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας σε σχετική συνέντευξή του, ο τίτλος έχει και μια δεύτερη έννοια: "Η λέξη sentence σημαίνει επίσης άποψη, θεώρηση...Αυτό το βιβλίο είναι οι απόψεις, τα συναισθήματα, η γνώμη, η φιλοσοφία ενός κωφού".
Τα λογοπαίγνια, η αναφορά σε κωμικές καταστάσεις που μπορεί να δημιουργήσει η κώφωση ("Η κωφότητα είναι κωμική όσο η τυφλότητα είναι τραγική", λέει), η αναφορά σε διάσημους κωφούς όπως ο Μπετόβεν ή ο Γκόγια, οι λογοτεχνικοί υπαινιγμοί, π.χ. στην Τζέιν Όστιν, στον Τζον Κιτς κ. ά. εμπλουτίζουν το βιβλίο. Η σύγχρονη Αγγλία με τα καλά και τα κακά της, γεγονότα πέρα από τα ατομικά και οικογενειακά, όπως η βομβιστική επίθεση στον υπόγειο του Λονδίνου, μια παλαιότερη απεργία αναθρακωρύχων, μια επίσκεψη του Ντέσμοντ και μια περιγραφή του Άουσβιτς, προσδίδουν στο μυθιστόρημα μια ευρύτερη διάσταση από το στενά ατομικό.
Με λίγα λόγια, ένας ακόμη γοητευτικός Lodge, μ' ένα μυθιστόρημα συγκινητικό αλλά και αστείο, ρεαλιστικό αλλά και φιλοσοφικό ταυτόχρονα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

Αγανάκτηση

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του μεγάλου Φίλιπ Ροθ "Αγανάκτηση" (Πόλις 2009, μετ. Αθηνά Δημητριάδου), έκανα πάλι τις ίδιες σκέψεις που μου είχε προκαλέσει το προηγούμενό του "Φεύγει το φάντασμα" αλλά και όλα τα έργα του μπορώ να πω. Πώς δηλ. κατορθώνει αναμιγνύοντας σχεδόν πάντα τα ίδια υλικά, τη σύγχρονη Αμερική, τον "εβραϊσμό" του, τις οικογενειακές σχέσεις, την αρρώστια, το θάνατο, το σεξ, να δημιουργεί κάθε φορά ένα καινούριο ενδιαφέρον έργο.
Στην "Αγανάκτηση", παρ' όλο που αυτά τα στοιχεία δεν λείπουν, παρατηρείται μια διαφοροποίηση. Τα γηρατειά και η αρρώστια εγκαταλείπονται, ο Ροθ ξαναγυρίζει στη νεότητά του. Γίνεται ο έφηβος της δεκαετίας του '50 και μας μεταφέρει στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα των αμερικανικών πανεπιστημίων της εποχής, μιας εποχής που την σκιάζει ο πόλεμος της Κορέας που μόλις είχε αρχίσει.
"Υπό την επήρεια της μορφίνης" τιτλοφορείται το πρώτο μέρος. Τι πρώτο μέρος δηλ. αφού κάτω από αυτόν τον τίτλο στεγάζεται ολόκληρο το βιβλίο. Ακολουθούν μόνο τρεις σελίδες υπό τον τίτλο "Εκτός κινδύνου", γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο και που αρχίζουν με τη φράση "Εδώ η μνήμη σταματά". Επομένως, όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν οι αναμνήσεις του κεντρικού ήρωα, του Μάρκους Μέσνερ, καθώς ήταν υπό την επήρεια μορφίνης, βαριά τραυματισμένος στην Κορέα, χωρίς όμως η μορφίνη να έχει αναστείλει τις νοητικές του λειτουργίες.
Ο Μάρκους, γιος ενός εβραίου χασάπη , είναι ένα σοβαρό, μελετηρό παιδί, πρωτοετής φοιτητής σ' ένα μικρό πανεπιστήμιο στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρζι, όπου και κατοικεί με την οικογένειά του. Η υπερπροστατευτικότητα του πατέρα που εκδηλώνεται με τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του Μάρκους, τον ωθεί ν' αλλάξει πανεπιστήμιο και να φοιτήσει ως δευτεροετής στο πανεπιστήμιο του Γουάινσμπεργκ στο Οχάιο. Είναι η πρώτη εκδήλωση αγανάκτησης του Μάρκους. Μια αγανάκτηση που θα εκδηλώνεται συνεχώς. Αγανακτεί με τον πρώτο συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, δεν μπορεί να συμβιώσει ούτε με τον δεύτερο, αντιδρά στην υποχρέωση να έχει σαράντα παρουσίες εκκλησιασμού, δηλώνει άθεος και έχει μια μακρά αντιδραστική συζήτηση με τον κοσμήτορα, αποφεύγει να γίνει μέλος σε μια από τις αδελφότητες των φοιτητών, απορρίπτει την κοπέλα που τολμηρά τον ξεπαρθενεύει. Είναι με λίγα λόγια ένας αγανακτισμένος έφηβος όπως πολλοί άλλοι της γενιάς του, γιατί όχι όμως, και κάθε γενιάς.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ για το οποίο λέει, ανάμεσα σ' άλλα, η μεταφράστρια του έργου που υπογράφει το επίμετρο και τις σημειώσεις: "Η Αγανάκτηση είναι ένα βιβλίο που σε εξαπατά με τη μικρή του έκταση. Είναι σαν τα έργα των μεγάλων ζωγράφων, οι οποίοι έμειναν στην ιστορία για τον πλούτο και τη λεπτομέρεια των ελαιογραφιών τους αλλά σε αφήνουν άφωνο και με την αμεσότητα και αποτελεσματικότητα ενός σκίτσου τους".

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

Μαθήματα ελληνικών

Νόμιζα ότι διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της αγαπημένης μου Ζακλίν ντε Ρομιγύ "Μαθήματα ελληνικών" (Ωκεανίδα 2009, μετ. Χριστιάνα Σαμαρά) θα ένιωθα χαρά και υπερηφάνεια, γιατί ως Ελληνίδα έχω το προνόμιο να μιλώ αυτή τη γλώσσα που είναι ικανή νε εμπνεύσει τέτοια λατρεία σε ξένους. Τα ένιωσα, βέβαια, κι αυτά τα συναισθήματα. Όμως, παράλληλα, κλείνοντας το βιβλίο (το οποίο είμαι σίγουρη θα ξανανοίξω πολλές φορές), μια βαθιά μελαγχολία κυριάρχησε μέσα μου. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί και νομίζω αυτό οφείλεται σε δυο λόγους: πρώτα, για τις γνώσεις της σχεδόν εκατοντάχρονης (γεν. 1913) Ζακλίν γύρω από την αρχαία ελληνική γραμματεία, το εύρος και το βάθος της σκέψης της πάνω σε όλα τα κείμενα της κλασικής αρχαιότητας, γνώσεις που ίσως κανείς ακόμα και από εμάς τους φιλολόγους δεν μπόρεσε να αποκτήσει. Από τους προσωκρατικούς, τον Όμηρο, τους τραγικούς, τους κωμικούς, τους λυρικούς ποιητές, τους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τους ιστορικούς και ό, τι άλλο μας έχει παραδοθεί, δεν υπάρχει τίποτε στο οποίο να μην κινείται με άνεση, από το οποίο να μην αντλεί παραδείγματα.
Και ο δεύτερος λόγος της μελαγχολίας μου είναι η υποβάθμιση που υφίσταται η αρχαία γλώσσα στις μέρες μας. Η περιφρόνηση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών, ο περιορισμός ή η κατάργηση της διδασκαλίας του, ως άχρηστου και περιττού κι έρχεται μια Γαλλίδα να διαλαλήσει την ομορφιά της γλώσσας μας, να μας πει πως αν γράφτηκαν σπουδαία έργα λογοτεχνίας, αυτό οφείλεται και στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκαν. "Πιστεύουμε ότι οι ιδιαιτερότητες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας-η ακρίβεια, η λεπτότητα των εκφραστικών αποχρώσεων-εξηγούν εν μέρει την πνευματική καταξίωση των έργων της ελληνικής λογοτεχνίας", γράφει στον πρόλογο. (Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ακριβής τίτλος του πρωτοτύπου είναι "Petites lecons sur le grec ancien", δηλ."Σύντομα μαθήματα στην ελληνική αρχαιότητα", επομένως το βιβλίο δεν αναφέρεται γενικά στα ελληνικά, αλλά στα αρχαία ελληνικά, λέξη την οποία φαίνεται ότι οι εκδότες ήθελαν να αποφύγουν!).
Το βιβλίο που υπογράφεται επίσης από την Μονίκ Τρεντέ-ας μη ξεχνάμε ότι η Ρομιγύ είναι σχεδόν τυφλή- χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια. Σε καθένα από αυτά εξετάζεται και μια πτυχή, ένα φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής που της δίνει την ιδιαιτερότητά της, που την καθιστά μοναδική και ξεχωριστή. Αρχίζει με την ευρεία εξάπλωσή της σ' όλο τον τότε γνωστό κόσμο, μια εξάπλωση που επετεύχθη χωρίς καταναγκασμό, σε αντίθεση με τους σύγχρονους αποικιοκράτες που επέβαλαν τη γλώσσα τους στους κατακτημένους λαούς.
Συνεχίζει για να δείξει την ακρίβεια και την ομορφιά αυτής της γλώσσας. Μέσα από παραδείγματα δείχνει τη στενή σχέση γλώσσας και υψηλής ποιότητας λογοτεχνικών έργων, που η απήχηση και η επίδρασή τους φτάνει ως τις μέρες μας. Λέξεις που επινοήθηκαν από τους δημιουργούς για να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις ιδέες τους.
Προχωρεί στη συνέχεια, πάντα αντλώντας παραδείγματα από τα κείμενα, σε γραμματικά φαινόμενα. Για παράδειγμα εξετάζει τη σημασία που έχει το κλιτικό σύστημα, η ύπαρξη του άρθρου, η διάκριση των γενών (στα Γαλλικά π.χ. δεν υπάρχει ουδέτερο γένος) αλλά και τη δύναμη που παρέχει στο λόγο η ελευθερία με την οποία μπορούν να κινούνται οι λέξεις μέσα στην πρόταση.
Η σύνθεση και η παραγωγή των λέξεων, τα σχετικά με το ρήμα (η διάκριση που κάνει μεταξύ μέσης και παθητικής φωνής είναι πράγματι εξαιρετική), εκείνα τα αμετάφραστα μόρια (γε, τε, δε, τοι, αυ κ.λπ.) που πάντα μας μπερδεύουν, οι εικόνες, οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, η σχέση των αρχαίων ελληνικών και της γαλλικής γλώσσας, όλ' αυτά εξετάζονται με οξυδέρκεια που καταπλήσει. Στίχοι από τον Όμηρο, τον Αισχύλο ή τον Αριστοφάνη, χωρία από τον Θουκυδίδη, τον Ισοκράτη ή τον Πλάτωνα, για να περιοριστώ σε ενδεικτικές μόνο αναφορές, πλημμυρίζουν το βιβλίο, τεκμηριώνοντας τις θέσεις της.
"Όσοι υποστηρίζουν ενεργά τον εξοβελισμό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας-τόσο στη Γαλλία όσο και σε άλλες χώρες-, έχουν την εντύπωση ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα μιας πολύ μικρής χώρας που είχε πάψει να είναι ανεξάρτητη πριν ακόμα τη χριστιανική εποχή και πως, κατά συνέπεια, η ύπαρξή τους ανήκει σε ένα μακρινό παρελθόν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ατόπημα", υποστηρίζει η Ζακλίν.
Να το ξέρει άραγε ότι στο ατόπημα αυτό υποπίπτουν και πολλοί στην ίδια τη χώρα που γέννησε αυτή τη γλώσσα;

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

Αιχμηρά αντικείμενα


Ακολουθώντας την πολύχρονη συνήθειά μου να διαβάζω ένα αστυνομκό μυθιστόρημα στις διακοπές των Χριστουγέννων, όπως εξηγούσα πέρυσι, διάλεξα φέτος το βιβλίο της Τζίλιαν Φλιν "Αιχμηρά ανικείμενα" (Μεταίχμιο, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη), για το οποίο είχα ήδη διαβάσει στο Βιβλιοκαφέ και στο diavasame.
Και μόνο το μαύρο εξώφυλλο με το ασημί ξυραφάκι στη μέση σε κάνει να ανατριχιάζεις. Η Τζίλιαν Φλιν πρωτοτυπεί. Η έμφαση δεν δίνεται στους φόνους, όπως στα πλείστα αστυνομικά, ούτε στην προσπάθεια της αστυνομίας για εξιχνίασή τους. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της δημοσιογράφου και πρωταγωνίστριας του έργου Καμίλ Πρίκερ, επικεντρώνεται στη μικρή, επαρχιακή πόλη, στους κατοίκους και τις μεταξύ τους σχέσεις, στα ψυχολογικά προβλήματα των άλλων και τα δικά της.

Η Καμίλ κατάγεται από το Γουίντ Καμπ, μια μικρή πόλη στο νότιο άκρο της πολιτείας Μισούρι, από την οποία όμως λείπει χρόνια, εργαζόμενη ως δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα του Σικάγου. 'Οταν στην πόλη της δολοφονείται ένα εννιάχρονο κορίτσι και εξαφανίζεται ένα άλλο με μεγάλη πιθανότητα να έχει κι αυτό δολοφονηθεί, η Καμίλ στέλλεται να καλύψει το γεγονός. Η απροθυμία της να επιστρέψει στη γενέτειρά της και στο πατρικό της σπίτι, σηματοδοτεί ήδη τα κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος της. Σιγά-σιγά η συγγραφέας μας αποκαλύπτει το οικογενειακό της περιβάλλον, μας εισάγει στην ατμόσφαιρα της μικρής πόλης, όπου τίποτα δεν μένει μυστικό και τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν. Σύντομα και το δεύτερο κοριτσάκι θα βρεθεί νεκρό και, όπως και το πρώτο θύμα, με βγαλμένα όλα του τα δόντια.

Η Καμίλ τριγυρίζει στη πόλη της, συναντάται με παλιές συμμαθήτριες, επισκέπτεται τα σπίτια των θυμάτων, προσπαθεί να εκμαιεύσει πληροφορίες από τον ντετέκτιβ που ανέλαβε την υπόθεση και με τον οποίο δημιούργησε μια εφήμερη ερωτική σχέση. Η ανία της μικρής πόλης βρίσκει διέξοδο στο ποτό. Το τι ποτό καταναλώνεται σ' αυτό το βιβλίο, προπάντων από την Καμίλ, δεν λέγεται. Παράλληλα με τους φόνους η Καμίλ ζει το δικό της δράμα. Κάτι κρυμμένο στο οικογενειακό της παρελθόν τη βασανίζει. Η συνήθειά της, ψυχολογική πάθηση καλύτερα, να "χαρακώνεται" και για την οποία είχε τύχει θεραπείας σε ειδική κλινική, εξακολουθεί να τη ταλαιπωρεί. Η συγγραφέας, όπως συνήθως γίνεται στα αστυνομικά μυθιστορήματα, έντεχνα μας αφήνει να υποψιαστούμε κάποιο πρόσωπο ως ένοχο. Εκεί όμως που φτάνουμε στο τέλος και λέμε με καμάρι "εγώ το κατάλαβα ότι ήταν το τάδε πρόσωπο", έρχεται μια ξαφνική ανατροπή μόλις στις δυο τελευταίες σελίδες.

Νομίζω ο καλύτερος χαρακτηρισμός για το μυθιστόρημα της Τζίλιαν Φλιν είναι αυτός του Στίβεν Κινγκ: "Ένα ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ".