KOHEN

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012

Ταξιδιωτικές περιπλανήσεις

Ένα βιβλίο μοιάζει μ' ένα ταξίδι. Διαβάζοντας περιπλανιέσαι σε χρόνους και τόπους άλλους. Κι ένα ταξίδι δεν είναι τίποτ' άλλο από ένα βιβλίο ανοιχτό στον κόσμο. Γι' αυτό ίσως και τα δυο, βιβλία και ταξίδια, στάθηκαν δυο μεγάλες αγάπες της ζωής μου. Κάποιες από τις ταξιδιωτικές μου περιπλανήσεις  θέλησα να κλείσω σ' ένα βιβλίο, ερέθισμα μνήμης για όσους βίωσαν παρόμοια ταξίδια, για τους άλλους αφορμή ταξιδιωτικής αναγνωστικής περιπλάνησης.
                                                                             

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν βρήκα το Χριστό στα Ιεροσύλυμα.
Αναλήφθηκε από  τα χέρια των ανθρώπων
που ακόμα πουλάνε τίμιο ξύλο του Σταυρού,
ίσως γιατί ο Χριστός σταυρώνεται κάθε μέρα.
Μπορεί να πλανιέμαι, μα δεν πιστεύω πως ξαναπήγε στους ουρανούς.
Έμεινε εδώ στη γη μια κι ήρθε, μια και μας αγάπησε όλους.
Κάποτε μαζεύει ρύζι στους βάλτους της Κίνας, 
κάρβουνο με τους Σκωτσέζους αναθρακωρύχους στις γαλαρίες,
μα πιο συχνά τον βλέπω στα νησιά του Αιγαίου,
γιαλό-γιαλό με τους ψαράδες να τραβά τα δίχτυα τους, 
να κοιμάται στα λευκά ξωκλήσια, ο βοσκός ο καλός.
(Γιάννης Παπαδόπουλος)
Φεύγω. Πάω να γιορτάσω το Πάσχα στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, στην Ελλάδα. 
Φίλοι και φίλες,
 ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ




 

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Λίγο πριν πούμε αντίο

Πόση διαφορά μπορεί να έχει μια γενικόλογη, απρόσωπη είδηση σαν κι αυτή που ακούσαμε πολλές φορές, όταν ζωσμένοι με εκρηκτικά Παλαιστίνιοι ανατινάσσονται, από μια προσωποποιημένη αναφορά σ' ένα ανάλογο περιστατικό; Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στη στεγνή, δημοσιογραφική πληροφορία και στο ίδιο γεγονός δοσμένο με τη δύναμη της λογοτεχνίας.
Στις 28 Μαρτίου του 2002, η δεκαοχτάχρονη Παλαιστίνια Αγιάτ αλ-Ακράς ανατινάχτηκε με τα εκρηκτικά που κουβαλούσε σε μια υπεραγορά της Ιερουσαλήμ, παρασύροντας στο θάνατο και την επίσης δεκαοκτάχρονη Εβραία Ραχήλ Λέβι. Το βιβλίο της Cabriella Ambrosio "Λίγο πριν πούμε αντίο"(Ψυχογιός, μετάφραση-πρόλογος Χρήστος Σιάφκος, πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2012), είναι μια ελεύθερη διασκευή της πραγματικής αυτής ιστορίας. Η συγγραφέας μεταπλάθει το γεγονός αυτό σ' ένα ολιγοσέλιδο (98 σελίδες) αλλά πολύ δυνατό λογοτεχνικό κείμενο που συγκλονίζει τον αναγνώστη.
Ξεκινώντας από το πρωινό της μέρας εκείνης, η Ambrosio καταγράφει ώρα με την ώρα την πορεία των δυο νεαρών κοριτσιών προς το θάνατο. Η Παλαιστίνια Ντιμά και η Εβραία Μυριάμ δεν γνωρίζονται, δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τις συνδέουν όμως τα νιάτα τους, τα όνειρά τους για το μέλλον, οι νεκροί που στοιχειώνουν τη σκέψη τους.
Κλεισμένη στον προσφυγικό συνοικισμό Ντέισα η Ντιμά, άλλοτε αποκλεισμένη για μέρες λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, άλλοτε υφιστάμενη τις εξευτελιστικές έρευνες στα σημεία ελέγχου, έχει δει γείτονες, μικρά παιδιά να εκτελούνται από Ισραηλινούς, σπίτια να ανατινάσσονται. Η Μυριάμ δεν μπορεί να ξεχάσει το μπράτσο του νεαρού φίλου της Μάικλ, που ήταν ό,τι απέμεινε για να θάψουν μετά την ανατίναξη που τον διέλυσε. Κι ο αδερφός της, ο Νάθαν, που υπηρετεί στο στρατό, είδε να ανατινάσσονται φίλοι του δυο βήματα από τον ίδιο.
Καθώς η μέρα προχωρεί παρακολουθούμε τα δυο κορίτσια, ενώ παράλληλα φωτίζονται οι σκέψεις τους, γεγονότα της ζωής τους, αλλά και η πορεία όλων των άλλων προσώπων που αυτή τη μέρα βγαίνουν από το σπίτι τους και "πάνε να βρουν τη μοίρα τους". Ο Αβραάμ που καλείται εκτάκτως να πάει φρουρός στην υπεραγορά και θα ανατιναχτεί κι εκείνος, ο Χασάν, ειδικός στα εκρηκτικά, η Λεϊλά, δημοσιογράφος του αραβικού τηλεοπτικού καναλιού, ο Σαΐντ, πατέρας της Ντιμά, η Σόσι, μητέρα της Μυριάμ και άλλοι.
Στις 14.05΄ τα δυο κορίτσια μπαίνουν ταυτόχρονα στην υπεραγορά. "Ο Αβραάμ είχε όλο το χρόνο να καταλάβει: μια Παλαιστίνια που έμπαινε μαζί με μια Ισρηλινή, ίδια ηλικία, ύψος, χρώματα, ίδια χαρακτηριστικά σαν δυο αδερφές. Ο πρώτος φρουρός αναγνώρισε την Ισραηλινή ως τακτική πελάτισσα και γι' αυτό τις άφησε αφηρημένος να περάσουν. Είχαν κι δυο όμορφα μαύρα μάτια. Είχαν κι οι δυο βαθιά, χαμένα μάτια. Στη μία όμως ο Αβραάμ αναγνώρισε το βλέμμα που τον ακολουθούσε από το πρωί όλη μέρα ή μπορεί και να το έψαχνε ολόκληρη ζωή. Και είχε προλάβει να της το επιστρέψει".
Και μετά η έκρηξη, τα ουρλιαχτά του τρόμου, οι κραυγές των πληγωμένων, ενώ η αραβική τηλεόραση θα έδειχνε σε λίγο το βίντεο με τα τελευταία λόγια της Ντιμά.
Η Cabriella Ambrosio δεν αποδίδει ευθύνες, δεν αναζητά αίτια, δεν καταδικάζει. Καταγράφει τις συνέπειες της αλληλοεξόντωσης των δυο λαών μέσα από τις παράλληλες ζωές των δυο κοριτσιών. Είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας, μια φωνή που υψώνεται ενάντια στον πόλεμο και το μίσος.
Μπορεί όμως άραγε η λογοτεχνική καταγραφή, όσο έντονα και συγκινησιακά κι αν λειτουργεί στην ψυχή του αναγνώστη, να επηρεάσει πολιτικές καταστάσεις, ν' αλλάξει νοοτροπίες, να συμβάλει στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου; Πολύ αμφίβολο.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

Οικογενειακά μυστικά

Ομολογώ το αμάρτημά μου: υπέπεσα ξανά στον πειρασμό της ανάγνωσης αστυνομικού μυθιστορήματος! Του τρίτου της ίδιας συγγραφέως. Είναι το "Οικογενειακά μυστικά" της Σουηδής Camilla Lackberg (Μεταίχμιο 2012, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Το πρώτο δικό της βιβλίο, "Η παγωμένη πριγκίπισσα", μου είχε αρέσει. Το δεύτερο, "Ο ιεροκήρυκας", λιγότερο. Το τρίτο τώρα, με απογοήτευσε. Ίδια ακριβώς συνταγή, ίδια ατμόσφαιρα, ίδια θέματα. Το όποιο ενδιαφέρον δημιουργείται στην αρχή επειδή το πτώμα ανήκει- πράγμα όχι συνηθισμένο- σ' ένα επτάχρονο κοριτσάκι, σύντομα εξαντλείται λόγω της φλύαρης αφήγησης, των χωρίς εκπλήξεις διαλόγων, των σκηνών που δεν σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση αλλά απλώς αυξάνουν τις σελίδες του βιβλίου και γιατί η λύση και οι λόγοι που οδήγησαν στο έγκλημα δεν είναι πολύ πειστικοί. Ως προς αυτό δυστυχώς δεν μπορώ να προβάλω τα επιχειρήματά μου, γιατί δεν πρέπει να αποκαλύψω το τέλος.
Για ακόμα μια φορά διερωτήθηκα γιατί να είναι τόσο αναγκαίος ο όγκος των σελίδων σε πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα, αστυνομικά και μη. Η υποψία ότι η ποσότητα κρίνεται αναγκαία για να καλύψει την έλλειψη ποιότητας τείνει να γίνει βεβαιότητα. Για παράδειγμα, αν συγκρίνουμε τα αστυνομικά της Lackberg των 600 σελίδων με τα βιβλία των 200 περίπου σελίδων μικρού σχήματος  της Άγκαθα Κρίστι,  η σύγκριση αποβαίνει σαφώς υπέρ της δεύτερης. Διαβάζοντας Άγκαθα Κρίστι ο αναγνώστης έχει όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το θύμα ενώπιόν του. Φτάνοντας στο τέλος λες "α, έπρεπε να το καταλάβω ότι αυτός είναι ο δολοφόνος", γιατί η συγγραφέας αφήνει κάποιες ενδείξεις, σε καθοδηγεί να υποψιαστείς, το μυαλό σου επεξεργάζεται συνεχώς τα δεδομένα.
Στην περίπτωση της Lackberg είναι μεν παρόντα τα πρόσωπα του δράματος, είναι όλοι κάτοικοι του μικρού ψαράδικου χωριού  Φιελμπάκα, εκεί όπου τοποθετεί  τις αστυνομικές της ιστορίες, αλλά τίποτα δεν σε παρακινεί ν' αρχίσεις να υποψιάζεσαι κάποιον. Το αίτιο βρίσκεται στο πολύ μακρινό παρελθόν, σε μια ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία στο παρόν.
Νομίζω πως αν δεν αλλάξει συνταγή η συγγραφέας, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού δεν θα παραμείνει το ίδιο.