Κυριακή, Απριλίου 11, 2021

Το πικρό ποτήρι


 Λένα Διβάνη

Το πικρό ποτήρι

[Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα]

Πατάκης, 2020

"Μεγάλα μνημεία, αγάλματα και στολίδια περιττά δεν ορθώθηκαν στην τελευταία του κατοικία. Το μνήμα του είναι διακριτικό, λιτό, όπως  εκείνος. Ακόμα και σήμερα, αν θέλεις να το βρεις, δε θα 'ναι εύκολο, αφού δεν είναι σε δημόσια θέα, πρέπει να το αναζητήσεις. Στο μάρμαρο που τον σκεπάζει είναι χαραγμένο μόνο το όνομά του και από κάτω: "Κυβερνήτης της Ελλάδος". Κρίμα που δε χάραξαν μια φράση που είπε κάποτε και ήταν οδηγός για τη ζωή του: "Ας λέγουν και γράφουν ό,τι θέλουν. Θα έλθει όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ' αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των".
Διερωτώμαι αν υπάρχει πια κάτι άγνωστο, κάποια πτυχή της ζωής του που δεν γνωρίζουμε. Βιογραφίες, κείμενα, άρθρα, μελέτες, δημοσιεύματα έχουν αποκαλύψει τα πάντα για τη ζωή, τη δράση και το άδικο τέλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια. Κι όμως με αδιάπτωτο ενδιαφέρον αναζητώ και διαβάζω κάθε καινούριο δημοσίευμα. Όχι μόνο γιατί θαυμάζω απεριόριστα τον πολιτικό και τον άνθρωπο, αλλά υποσυνείδητα ίσως γιατί θέλω να ξεχνώ τους σύγχρονους πολιτικούς. 
Δυο χρόνια πριν, το 2019, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα "Κάτι κρυφό μυστήριο" που αναφερόταν κι αυτό στον Καποδίστρια. Πιο πρόσφαταα το βιβλίο της Λένας Διβάνη, "Το πικρό
 ποτήρι". Πιο μυθιστορηματικό το πρώτο βιβλίο, πιο ιστορικό το δεύτερο. Για άλλη μια φορά βυθιζόμαστε στον 19ο αι., στους Ναπολεόντειους πολέμους, στον αγώνα της Ελλάδας όχι απλώς να ελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό, αλλά να υπάρξει ως κράτος. Είναι η εποχή της Ιεράς Συμμαχίας, των ισχυρών που προσπαθούν να καταπνίξουν κάθε προσπάθεια των υπόδουλων λαών για ελευθερία. Μέσα σ' αυτό το κλίμα αναταράξεων και αναταραχών μεγαλώνει ο Καποδίστριας. Γεννημένος το 1776 στην Κέρκυρα, από οικογένεια ευγενών (ο πατέρας του δικηγόρος, η μητέρα του, Διαμαντίνα Γονέμη με καταγωγή από παλιά, αριστοκρατική οικογένεια της Κύπρου) σπουδάζει γιατρός στην Ιταλία. Η ανάμιξή του στην πολιτική και ποικίλες συγκυρίες τον φέρνουν στη Ρωσία, στη θέση του Υπουργού εξωτερικών του Τσάρου. Εκεί θα γνωρίσει και τον μοναδικό έρωτα της ζωής του, τη Ρωξάνα Στούρτζα, την οποία όμως δεν παντρεύτηκε ποτέ, σχέση μαρτυρημένη από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία τους.
Ενώ βρίσκεται στην υπηρεσία του Τσάρου και αναλαμβάνει διάφορες διπλωματικές αποστολές, μεταξύ των οποίων σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή του στη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους και του συντάγματος της Ελβετίας, του προτείνουν να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας που είχε ήδη συσταθεί, προετοιμάζοντας την Επανάσταση. Ο Καποδίστριας αρνείται. Αφενός γιατί πίστευε ότι ως υπουργός του Τσάρου θα μπορούσε να βοηθήσει καλύτερα την Επανάσταση και αφετέρου γιατί είχε την άποψη πως δεν ήταν ακόμα καιρός για την εξέγερση.
Θα αναλάβει όμως ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, όταν τον καλεί η Τρίτη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, το 1827. Ποιας Ελλάδας όμως; Η επανάσταση δεν είχε τελειώσει, κράτος δεν υπήρχε ακόμη, η Τουρκία αντιδρά, δέχεται να ελευθερωθεί μόνο η Πελοπόννησος, συνέδρια, πρωτόκολλα, ανταγωνισμός Ρώσων-Άγγλων-Γάλλων, στα οποία ο Καποδίστριας αγωνίστηκε για να επιτύχει τελικά ένα κράτος που περιλαμβανόταν μόνο κάτω από τη νοητή γραμμή μεταξύ του κόλπου του Βόλου και του κόλπου της Άρτας. Κράτος; Ποιο κράτος; Χωρίς δομές, με ερειπωμένη ύπαιθρο, με προκρίτους και κοτζαμπάσηδες να διαμαρτύρονται γιατί έχαναν τα προνόμιά τους, με χρέη για δάνεια που  σπαταλήθηκαν στους εμφύλιους...
Σ' αυτό το χάος αγωνίστηκε να βάλει τάξη ο αγνός πατριώτης που εγκατέλειψε όχι μόνο πολιτική θέση και αξιώματα, αλλά θυσίασε και την προσωπική του ευτυχία για χάρη της πατρίδας του. Τρία χρόνια τον άφησαν να κυβερνήσει. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 οι σφαίρες των δολοφόνων τον βρίσκουν έξω από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.
"Οι πολιτικοί να γίνονται υποδείγματα να εμπνέουν και να παραδειγματίζουν για την προσωπική και τη δημόσια ζωή και να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν".
Κάποια από τις υποθήκες του. Ακούει άραγε σήμερα κανείς;


Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021

Για την αγάπη της Ινδίας

 


Κατρίν Κλεμάν

Για την αγάπη της Ινδίας

Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1994

Μετ. Μίρκα Σκάρα

Πώς να παρουσιάσεις ένα βιβλίο 514 σελίδων, με δεκάδες πρόσωπα να διαδραματίζουν τον μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο τους στην Ιστορία, με παράξενα ονόματα πόλεων και χωριών που είναι αδύνατο να συγκρατήσεις, με ρόλους και γεγονότα τόσο μακριά από μας σε χρόνο και τόπο; Όμως πέρα απ’ αυτά τα αναγνωστικά εμπόδια, η δυσκολία επιτείνεται και από το ότι τα γεγονότα δεν ακολουθούν μια αυστηρή, χρονολογική σειρά. Πιο πολύ, πιστεύω, η συγγραφέας ακολουθεί τα πρόσωπα και τον ρόλο τους στα γεγονότα.

Το πρώτο κεφάλαιο τοποθετείται στον Φεβρουάριο του 1922. Μας παρουσιάζεται ο Γκάντι με το γνωστό κήρυγμά του για μη βία, με τη νηστεία του που ουσιαστικά ήταν απεργία πείνας, τη σύλληψη και φυλάκισή του. Από εκεί μεταφερόμαστε στο 1944, σε άλλες στιγμές της ζωής του Γκάντι, στον θάνατο της γυναίκας του και στην εμφάνιση άλλων προσώπων που θα διαδραματίσουν ρόλο στην ιστορική αυτή περίοδο της Ινδίας. Εμφανίζεται ο Νεχρού, επικεφαλής των ινδουιστών, που θα γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της Ινδίας και ο Τζινά, ο μουσουλμάνος που φανατικά και πεισματικά αγωνίστηκε για τη  δημιουργία του Πακιστάν. Το κήρυγμα του Γκάντι δεν βρήκε, δυστυχώς, απήχηση: «Δεν αισθάνομαι μόνο ινδουιστής. Όλοι οι Ινδοί, μουσουλμάνοι, ζωροαστρικοί, σιχ, γιαϊνιστές, χριστιανοί, εβραίοι, όλοι τους είναι παιδιά μου». Και εντέλει θα βρει τον θάνατο, στις 30 Ιανουαρίου 1948, από χέρι φανατικού ινδουιστή. Η περιγραφή του τρόπου ταφής (κάψιμο στην πυρά και διασκορπισμός της τέφρας του στον Γάγγη) είναι από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει το έτος 1947, το έτος ανακήρυξης της ανεξαρτησίας τόσο της Ινδίας όσο και του Πακιστάν. Πρωταγωνιστές εδώ είναι το ζεύγος Μαουμπάντεν, του τελευταίου αντιβασιλιά της Μ. Βρετανίας. Προπάντων η λαίδη Εντουίνα στην οποία, νομίζω, αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου «Για την αγάπη της Ινδίας». Την αγάπησε την Ινδία, ερωτεύτηκε τον Νεχρού, βοήθησε αρρώστους και πρόσφυγες που γέμιζαν τους καταυλισμούς, όταν αποφασίστηκε ο διαχωρισμός, αλλά και μετά τον διαχωρισμό.

 Όταν κλείνεις το βιβλίο, δεν θυμάσαι ασφαλώς όλες τις λεπτομέρειες. Σου μένουν όμως ανεξίτηλες πλήθος στιγμές και εικόνες. Τοπία της Ινδίας, χωριά και συνήθειες, φανατισμοί και διενέξεις, σφαγές και αγριότητες, πρόσωπα και ιδέες και αναλογίζεσαι τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν τα πρόσωπα στην Ιστορία. Τα πρόσωπα, αλλά και οι φανατισμοί, προπάντων οι θρησκευτικοί φανατισμοί που ακόμα διχάζουν και προκαλούν χιλιάδες θύματα και αφάνταστη δυστυχία σ’ όλο τον κόσμο. Σκέφτομαι τους στίχους του δολοφονημένου Τζον Λένον στο καταπληκτικό «Imagine» και πόσο απέχουμε ακόμα απ’ αυτόν τον φανταστικό, ειρηνικό κόσμο.

Δύσκολο βιβλίο ως προς τη δομή, αλλά γοητευτικό. Τελειώνοντάς το, με πληροφορίες για το τέλος όλων των πρωταγωνιστών, για άλλη μια φορά σκέφτομαι αν θα αλλάξει κάποτε ο κόσμος, αν θα αλλάξει ο άνθρωπος, αν θα μπορέσει κάποτε να ζήσει ειρηνικά σ’ αυτόν τον μικρό πλανήτη…

 

 

Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2021

Για το καλό του τόπου


Αντώνης Κωνσταντίνου
Για το καλό του τόπου
Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, 2021
 Με τίτλο "Για το καλό του τόπου" και υπότιτλο "Ύμνοι και παρατράγουδα 40 χρόνων στην υπηρεσία της Γλυκείας Χώρας", ο Αντώνης Κωνσταντίνου εξέδωσε πρόσφατα ένα βιβλίο μοναδικό ως προς την πρωτοτυπία του. Συνδυάζοντας την αντικειμενική καταγραφή γεγονότων με προσωπικές κρίσεις και ενίοτε συναισθήματα, χωρίς να αναφέρεται σε πρόσωπα με το πραγματικό τους όνομα, τα οποία όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμα (τουλάχιστον τα πλείστα από αυτά), χωρίς ούτε μια φορά να ακούγεται η λέξη "Κύπρος", κατορθώνει να δημιουργήσει ένα συγγραφικό "υβρίδιο", ιδιαίτερα ενδιαφέρον, προπάντων για όσους είχαν σχέση με τον κλάδο της γεωργίας στα χρόνια 1974-2005, αλλά εξίσου και για τον μη ειδικό αναγνώστη.
Ο Αντώνης Κωνσταντίνου γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Συλίκου της επαρχίας Λεμεσού. Σπούδασε γενική γεωπονία, ζωοτεχνία, γενετική και δημόσια διοίκηση στη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κύπρο και είναι διδάκτορας των γεωπονικών επιστημών. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Γεωργίας της Κύπρου ως επιτελικό στέλεχος και ως διευθυντής του τμήματος Γεωργίας. Τελείωσε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως Διευθυντής Αγροτικής Ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2005-2012).
Γράφοντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο, με κεντρικό αφηγητή τον (εύκολα αναγνωρίσιμο) Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο, καταγράφει όλη την προσωπική του επαγγελματική πορεία, που άμεσα συνδέεται με την πορεία του κλάδου της γεωργίας, τόσο της Κύπρου όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζοντας από το 1974 και όσα τραγικά συνέβησαν τότε στη Γλυκεία Χώρα και προχωρώντας κατά δεκαετίες, μετά από μια μακρά πορεία γεγονότων, τελειώνει στην 24η Ιανουαρίου 2013 με την επιτυχή κατάληξη της ανάληψης της προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Γλυκεία Χώρα το δεύτερο εξάμηνο του 2012.
Ήταν μια πορεία δύσκολη, γεμάτη σκοπέλους και υπεράνθρωπες προσπάθειες, στις οποίες πολύ σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Αντωνόπουλου. Αντιπαλότητες και αντιπαραθέσεις, πολιτικά και κομματικά κίνητρα αλλά και ειλικρινείς προσπάθειες "για το καλό του τόπου" πλημμυρίζουν το βιβλίο. Όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προσπάθειες για την Τελωνειακή Ένωση της Γλυκείας Χώρας και εν τέλει για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αμέτρητες συναντήσεις, συζητήσεις, αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, η σημασία των προσωπικών σχέσεων και πλήθος άλλα θέματα διαπερνούν την αφήγηση. Ακόμα και ένας μη ειδικός, όπως εγώ, δεν μπορεί παρά να συγκινηθεί παρακολουθώντας την τελευταία, κρίσιμη συνεδρία, στην οποία μετά από σκληρή διαπραγμάτευση και αγωνία εγκρίθηκε η ένταξη της Γλυκείας 
Χώρας στην ΕΕ.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου που το καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρον και ελκυστικό, είναι η ανάμιξη με τα θέματα γεωργίας πολλών προσωπικών στιγμών του αφηγητή. Είτε αυτές αφορούν ατυχή συμβάντα σε καίριες στιγμές, όπως η καθυστέρηση της άφιξης των αποσκευών του, το σπάσιμο μιας γέφυρας δοντιών, το οδυνηρότατο τσίμπιμα από μια μέδουσα ή ευχάριστα γεγονότα, όπως ένα κολύμπι, απρόσμενες συναντήσεις κ.ά.
Ο συγγραφέας αποδεικνύεται ως ένας ικανότατος αφηγητής και, θα μπορούσα να πω, και ως  συγγραφέας ταξιδιωτικών κειμένων. Στα πλείστα επαγγελματικά του ταξίδια δεν παραλείπει να εντάξει σύντομες μεν, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες περιγραφές και εντυπώσεις του τόπου. Στο Μαρόκο μας μεταφέρει όλη την αραβική ατμόσφαιρα, στη χώρα του Μαχάτμα Γκάντι περιγράφει τη "λυτρωτική αναβάπτιση" που ένιωσε, παρασύροντάς μας μαζί του σ' ένα αρχαίο ινδουιστικό ιερό, τον ακολουθούμε στη Σμύρνη, στην Κωσταντινούπολη, στη Βραζιλία, στην Ταορμίνα, στη Ρόδο, στα Κανάρια νησιά...
Αν κάποιος μου ζητούσε να κατατάξω αυτό το βιβλίο σε κάποιο συγγραφικό είδος, θα δυσκολευόμουν πολύ.  Δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι χρονικό, δεν είναι ταξιδιωτικό, δεν είναι ιστορικό. Κι όμως είναι όλα αυτά μαζί και προπάντων είναι ένα αξιοδιάβαστο βιβλίο.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2021

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια


Στράτη Μυριβήλη
Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(τριακοστή πρώτη έκδοση)
 Είχα ξεχάσει την ομορφιά, τη λυρικότητα, την ιδιαίτερη έλξη του λόγου του Μυριβήλη. Είχα ξεχάσει τις λεπτομέρειες των περιγραφών, την ολοζώντανη απεικόνιση του γεμάτου φως καλοκαιριού σ' ένα ελληνικό νησί. Είχα ξεχάσει την καταπληκτική επικαιρότητα που μπορεί να έχει ένα έργο γραμμένο ενενήντα χρόνια πριν. Τα ανακάλυψα ξαναδιαβάζοντας τη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" και τα απόλαυσα και τα εκτίμησα πολύ περισσότερο από προηγούμενα διαβάσματα.
 Γνωστό το έργο, πολυδιαβασμένο, μεταφερμένο στην τηλεόραση (ΕΡΤ 1979), στο θέατρο πιο πρόσφατα. Ο Λεωνής Δρίβας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, γυρίζει στο νησί του, τη Λέσβο, μετά τη συμμετοχή του στη Μικρασιατική Εκστρατεία, τον ελαφρύ τραυματισμό του και τη νοσηλεία του σε νοσοκομείο στο Εσκί Σεχίρ. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν κι ένας συντοπίτης του, ο στρατής Βρανάς, πολύ πιο βαριά τραυματισμένος. Ο Λεωνής του συμπαραστέκεται. Οι σελίδες με τον ωμό ρεαλισμό της περιγραφής των  πολεμικών σκηνών, των πληγωμένων, των ακρωτηριασμών, λειτουργούν σαν αντίστιξη στην ομορφιά της φύσης και της ειρηνικής ζωής που ο Λεωνής θα συναντήσει, όταν επιτέλους αποστρατεύεται και γυρίζει στο νησί του. 
Είναι καλοκαίρι. Ο Λεωνής μαζί με την αδερφή του, την Αδριανή, πηγαίνουν στο Μεγαλοχώρι όπου έχουν πατρογονικά κτήματα και όπου πάντα συνήθιζαν να περνούν τα καλοκαίρια τους. Συναντάμε όλη την κοινωνία του χωριού, τον δήμαρχο, τον πλούσιο εργοστασιάρχη, τον αστυνόμο, τον γιατρό, τους δασκάλους, τους αγρότες, τους ψαράδες αλλά και τους πρόσφυγες που αναζητούν μια καινούρια πατρίδα. Στο χωριό κατοικεί και η ωραία Σαπφώ, δασκάλα, χήρα του Βρανά. Όλοι την ποθούν και όλοι είναι έτοιμοι να την σχολιάσουν. Ο Λεωνής έχει να της επιστρέψει κάποια θυμητάρια, όπως του είχε αφήσει παραγγελιά ο νεκρός πια Βρανάς. Την ερωτεύεται, Όμως η θύμηση του φίλου του στέκεται εμπόδιο. Μια συνεχής πάλη γίνεται μέσα του. Παρ' όλο ότι μαζί με την αδερφή του, έναν από τους πιο ωραίους χαρακτήρες του βιβλίου, που γίνεται φίλη με τη δασκάλα, απολαμβάνουν το καλοκαίρι, τη θάλασσα, τα ώριμα φρούτα, τις εκδρομές, ο Λεωνής διστάζει, αισθάνεται πως πάει να εκμεταλλευτεί τον νεκρό συμπολεμιστή, δεν τολμά να εκφράσει τον έρωτά του.
Μέσα από τη δράση, τις συζητήσεις, τους χαρακτήρες του έργου, ο συγγραφέας διοχετεύει τις ιδέες του. Ιδέες εναντίον του πολέμου, αν και ο ήρωας του έργου και πολλοί άλλοι πίστεψαν και πολέμησαν για τη Μεγάλη Ιδέα. Απόψεις ακόμα εναντίον του κομμουνισμού όπως τις εκφράζει μια παρέα νέων φοιτητών, γιατί κι ο κομμουνισμός μέσω του πολέμου ζητά να επικρατήσει (να μη ξεχνάμε ότι το έργο γράφεται αρχές της δεκαετίας του '30). Συναντάμε σκηνές που θα' λεγε κανείς πως περιγράφουν σύγχρονα γεγονότα. Η εκμετάλλευση περιουσιών που άφησαν οι Τούρκοι, η διεκδίκησή τους από τους Εφέδρους που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο, η αντίδραση των εκμεταλλευτών προσφυγοπατέρων, θυμίζουν σημερινές καταστάσεις.
Μα πάνω απ' όλα σ' αυτό το εκπληκτικό έργο του Μυριβήλη απολαμβάνουμε τη γλώσσα, την αθάνατη ελληνική φύση, το φως, τη θάλασσα. Λέξεις ηχοποιημένες που ανακαλούν εικόνες και ήχους: Το κυματάκι σουσούριζε, τα φύλλα φουρφούρισαν χαρωπά και πλήθος άλλες. Και η θάλασσα παντού. Τριγυρίζει σε κάθε σελίδα όπως τριγυρίζει το νησί.
ράβηξε προς την αμμουδιά, ανάσανε με μεγάλες αναπνοές τον καθαρόν αγέρα. Ο ήλιος άγγιζε τη θάλασσα σαν πελώρια ασπίδα, κοκκινισμένη στη φωτιά. έλεγες πως τώραδα θ' ακούσεις το νερό να τσιτσιρίζει, να χουχλακίζει γύρω στο φλογισμένο χάλκωμα. Πάνω στα νερά παίζανε χρυσαφιές και ζουμπουλιές ανταύγειες, και τα βουνά της Ανατολής είχαν ένα τρυφερό χρώμα φράουλας, απαλό σαν παιδιάτική σάρκα".
 Κάποια στιγμή η Σαπφώ βρίσκει τον Λωνή να διαβάζει. Τον ρωτά τι διαβάζει. "Παπαδιαμάντη, λέει, και ρίχνει μια ματιά πίσω του, στο ανοιχτό βιβλίο. είναι κάτι παλιά πράματα. Τα διάβασα τόσες φορές και κάθε τόσο αιστάνομαι την ανάγκη να ξαναγυρίσω σ' αυτά όπως σε μια καθαρή πηγή".
Έτσι ακριβώς ένιωσα κι εγώ ξαναδιαβάζοντας τη "Δασκάλα".  

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2021

Η Λυγερή

 

Ανδρέας Καρκαβίτσας
Η ΛΥΓΕΡΗ
Schooltime
Ψηφιακά εκπαιδευτικά βοηθήματα
[Το ψηφιακό βιβλίο διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο]
Απρίλιος 2013
Η συγκυρία του εγκλεισμού, της ψηφιακής (δωρεάν) διάθεσης του βιβλίου και μια νοσταλγική διάθεση αναδρομής σε παλαιότερα λογοτεχνικά αναγνώσματα, με οδήγησε στο ξανα-διάβασμα  της "Λυγερής". Και, ομολογώ, δεν περίμενα ότι θα μου προκαλούσε τόσο ενδιαφέρον και τόση απόλαυση.
Δημιουργός του ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Γεννημένος το 1865 στα Λεχαινά της Ηλείας, υπήρξε στρατιωτικός γιατρός, όμως πολύ πιο γνωστός είναι ως συγγραφέας, από τους πρωτοπόρους της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Διηγήματα, Μυθιστορήματα, παιδικά αναγνώσματα, πληθώρα άλλων κειμένων του εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εκδίδονται. Από τα γνωστότερα έργα του "Ο ζητιάνος", "Τα λόγια της πλώρης" (εξαιρετικά θαλασσινά διηγήματα), "Ο αρχαιολόγος", "Η λυγερή", υπήρξαν θεμέλιο της πνευματικής συγκρότησης πολλών παλαιότερων γενιών και κατατάσσουν τον Καρκαβίτσα ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες πεζογράφους του 19ου-αρχές του 2ου αι.
"Η Λυγερή", νουβέλα μάλλον παρά μυθιστόρημα, μια και δεν ξεπερνά τις 200 σελίδες, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο περιοδικό "Εστία" το 1890, σε βιβλίο το 1896 από την "Εστία" και πολλές φορές αργότερα. Γραμμένη σε μια ωραία, απλή καθαρεύουσα, με αρκετά τοπικά γλωσσικά στοιχεία, αναπαριστά με ζωντάνια ήθη, έθιμα, συνήθειες, προλήψεις, τρόπο σκέψης, λαϊκή ιατρική, μια ολόκληρη κοινωνία, όπως υπήρξε  τον 19ο αι. ειδικά στην περιοχή της γενέτειρας του συγγραφέα. Κι ανάμεσα σ' όλα κυριαρχεί η γυναίκα, η ψυχολογία της, η θέση της σ' αυτή την κοινωνία.
Κεντρική ηρωίδα η Ανθή, η Λυγερή του χωριού: "Η Ανθή ήτο ο εντελέστατος και πιστότατος τύπος μιας λυγερής του χωρίου. Είχεν υψηλόν και ανδρικόν κάπως το ανάστημα, το στήθος εύρωστον και προπετές, την μέσην περισφιγμένην και λυγηράν. Η κεφαλή της ωραία, καλλιτεχνική, με ηνωμένα μαύρα φρύδια, κάτωθεν των οποίων μάτια κατάμαυρα, γεμάτα από λάμψιν και μυστήριον εκρύπτοντο οπίσω από μακράς βλεφαρίδας, ως εμφωλεύοντες μαγνήται".
Κόρη του πλούσιου παντοπώλου Παναγιώτη Στριμμένου, αγαπά τον Γιώργη Βρανά, ένα εξίσου ωραίο παλικάρι, αλλά συνάμα θαρραλέο και ικανότατο γυρολόγο. Ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετά στην περιγραφή αυτού του επαγγέλματος, σε εποχή που οι γυρολόγοι διαδραμάτιζαν σημαίνοντα ρόλο στις μεταφορές, προπάντων της σταφίδας, βασικού προϊόντος της περιοχής.
Ο πατέρας όμως της Ανθής θέλει να την παντρέψει με τον παραγιό του, τον Νικολό Πικόπουλο, τον οποίο θεωρεί ικανότατον όχι μόνο για να μεγαλώσει το εμπορικό του, αλλά και να τον διαδεχθεί. Η Λυγερή βεβαίως ούτε να ακούσει  δεν θέλει. "Ήξευρε τον Νικολόν, από πολλών ετών υπηρέτην του πατρός της, ρυπαρόν, άθλιον, απόζοντα πάντοτε πετρελαίου και σαρδέλας, φορτωμένον τα εμπορεύματα. Ένα ζώον τέλος που έχει μόνον μορφήν ανθρώπου και είναι προωρισμένον διά τίποτε άλλο, παρά διά να δουλεύει την οικογένειάν της".
Ο Βρανάς προτείνει στην Ανθή να κλεφτούν, πράγμα που εκείνη, παρ' όλο τον έρωτά της αρνείται. Θα ήταν μια πράξη που θα την ατίμαζε στα μάτια όλης της κοινωνίας. Αναγκάζεται να παντρευτεί τον Νικολό. Ο πρώτος χρόνος του γάμου κοντά στον άξεστο και αγροίκο Νικολό είναι μαρτυρικός, προπάντων όταν η Λυγερή βλέπει τον αγαπημένο της Γιώργη να παντρεύεται μιαν άλλη κοπέλα. Όλα όμως θ' αλλάξουν, όταν στο τέλος του πρώτου χρόνου του γάμου, η Ανθή αποκτά το πρώτο της παιδί. Ένας καινούριος δεσμός αναπτύσσεται με τον άντρα της, μια ήρεμη ευτυχία εγκαθίσταται στο σπιτικό της.
Είναι εντυπωσιακό πώς, μέσα σ' ένα τόσο σύντομο έργο, ο συγγραφέας αναπτύσσει τόσα θέματα. Αφενός εξωτερικά, τον ρόλο της λαϊκής γιάτραινας-ξορκήστρας-προξενήτρας, των γυρολόγων, της παραγωγής σταφίδας, των λαϊκών γιορτών κ.λπ. και ταυτόχρονα την εσωτερικότητα, τις σκέψεις, την ανάλυση της ψυχολογικής κατάστασης των προσώπων του έργου.
Η τηλεοπτική μεταφορά του έργου το 1995 από την ΕΤ1 καθώς και οι ποικίλες εκδόσεις και αναλύσεις του εμφαίνουν τη διαχρονικότητά του και τη σημασία του για τη νεοελληνική λογοτεχνία.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2021

Ζωή μέχρι χθες


 Γιάννης Ξανθούλης
Ζωή μέχρι χθες
Διόπτρα, 2020
 Από τους γνωστότερους και πολυγραφότερους νεοέλληνες συγγραφείς (γεν. 1947), ο Γιάννης Ξανθούλης δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη παρουσίαση. Δεκάδες τα μυθιστορήματά του, το θέατρο, τα παιδικά βιβλία, μεγάλη η δημοσιογραφική του συμβολή.
Το τελευταίο του μυθιστόρημα, "Ζωή μέχρι χθες", είναι μια περιδιάβαση στην Αθήνα της δεκαετίας του '60, αλλά εν μέρει και της σύγχρονης. Περσόνα του συγγραφέα καθίσταται ένας γυναικείος χαρακτήρας, η Αμφιτρίτη-Ρίτα Βράνη, μια επαναστατημένη έφηβη του '60. Τη συναντάμε, εβδομηντάρα πια, να κάθεται στο κεφενείο ενός Πακιστανού, στην οδό Αχαρνών, να βλέπει απέναντι το παλιό της σπίτι, το νεοκλασικό της οικογένειάς της, που τώρα έχει γίνει οίκος ανοχής και να θυμάται: "Να λοιπόν που τα βγάζω όλα από μέσα μου ύστερα από μισό αιώνα και ανακαλώ το ΤΟΤΕ. Τότε, που όλοι μοιάζαμε ευτυχισμένοι. Πόσο κράτησε η ευτυχία και τα θεατρικής ευδαιμονίας γλέντια στο σπίτι; Θα πρέπει αρκετά ή ίσως και ελάχιστα. Μόνο που τότε ο χρόνος επιμηκυνόταν τεμπέλικα κι όλα τα γεγονότα, ακόμη και τα πλέον ασήμαντα, έπαιρναν καιρό να ξεχαστούν. Μέσα σε καταιγισμό ευχών, γέλιων και δακρύων κυλούσε η ζωή μας, ασφαλής και αρωματισμένη από τα αντισηπτικά που καθόριζαν το ιαματικό κύρος του μπαμπά".
Προσφέρει ένα σημαντικό ποσό στη γυναίκα που χειρίζεται τώρα το σπίτι για να μείνει μόνη της εκεί ένα βράδυ, να αναπολήσει, να ξαναζήσει τη ζωή της εφηβείας της. Και θυμάται. Τον πατέρα της, που υπήρξε γιατρός αφροδισιολόγος, τη μητέρα, τη μεγαλύτερη αδελφή Μπούκη και τον γάμο της, τον έφηβο αδελφό της Βάκη, τις θείες, αδελφές της μητέρας της που επισκέπτονταν καθημερινά το σπίτι, τη Μαρκετούση, ένα είδος φύλακα- αγγέλου, μια κοπέλα που την είχαν από μικρή στο σπίτι για όλες τις δουλειές, μια νοσοκόμα-βοηθό του γιατρού κι άλλες ακόμα θείες, αλλά και πλήθος γνωστών και επισκεπτών που γέμιζε το σπίτι στις "βαγγέρες" ή τις γιορτές.
Στις αναμνήσεις της Αμφιτρίτης μπλέκονται γογονότα, τοποθεσίες, πολιτιστικά συμβάντα της εποχής της εφηβείας της. Το θέατρο "Παλλάς" και οι παραστάσεις που είδαν εκεί, οι σοκολατίνες του Φλόκα, το μεσουράνημα της Φρασουάνζ Σαγκάν και το "Καλημέρα θλίψη" ( που το είχε μάθει απέξω, όπως λέει), η Γκρέης Κέλλυ, η Κάλλας, οι Πορείες Ειρήνης, η Έλλη Λαμπέτη, ο Χίτσκοκ, η βύθιση του "Φαλκονέρα" και πλήθος άλλα πολιτιστικά, κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα με αποκορύφωμα την επιβολή της δικτατορίας. Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες του Ξανθούλη όλα αυτά γίνονται ένα προσκλητήριο μνήμης.
Κυρίαρχο όμως στοιχείο στις αναμνήσεις της Αμφιτρίτης παραμένουν οι δικές της αναζητήσεις, προπάντων η αναζήτηση του έρωτα. Πιο πολύ μάλλον η ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου παρά του έρωτα. Απέναντι από το νεοκλασικό των Βράνηδων ζούσε μια εργατική, πολυμελής οικογένεια. Ερωτευμένη η Ρίτα με έναν από τους γιους της οικογένειας, τον Άγγελο, ικανοποιεί την ερωτική της δίψα όχι μόνο μ' αυτόν, αλλά και με τον δίδυμο αδελφό του, από τον οποίο ο Άγγελος δηλώνει ότι δεν χωρίζεται ποτέ. Δεν ξέρω γιατί ο συγγραφέας δημιουργεί μια τόσο ερωτοπαθή, ή μάλλον σεξοπαθή, ηρωίδα ώστε να την παρουσιάζει να καταφεύγει ακόμα και σ' έναν άγνωστο ταξιτζή για να ικανοποιήσει αυτή τη δίψα.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει την 21η  Απριλίου του 1967, μ' ένα δραματικό συμβάν για την Αμφιτρίτη. Στο δεύτερο μέρος θα τη συναντήσουμε πενήντα χρόνια αργότερα. Έχει παντρευτεί έναν αρκετά μεγαλύτερό της κοσμοπολίτη, τον Φοίβο, έχει τριγυρίσει μαζί του για πενήντα χρόνια στον κόσμο και μετά τον θάνατό του θα επιστρέψει, μόνη πια, στηνΑθήνα.
Βρήκα το δεύτερο αυτό μέρος του βιβλίου πολύ κατώτερο, με λιγότερο ενδιαφέρον από το πρώτο μέρος. Οι αναμνήσεις συνεχίζονται, αλλά η προσπάθεια της ηρωίδας να δημιουργήσει μια καινούρια ζωή στα εβδομήντα δύο της, σκοντάφτοντας σε απίθανες συμπτώσεις, έχει κάτι το κατθλιπτικό.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2021

Ελληνική Μυθολογία


Νίκος Τσιφόρος 
Ελληνική Μυθολογία
Ερμής, 1991
 Τσιφόρος; Πού τον θυμήθηκα; Ναι, τον θυμήθηκα και τον νοστάλγησα. Λίγο χαμόγελο μέσα στην καταχνιά της πανδημίας και του εγκλεισμού. Τον ξαναβρήκα, τον ξαναδιάβασα, τον απόλαυσα, κέρδισα επιτέλους λίγη αισιοδοξία μέσα στη σκυθρωπότηταα των ημερών. Ξαναδιάβασα για τη ζωή του, ξαναμέτρησα τα δεκάδες έργα του, θυμήθηκα τις καταπληκτικές κωμωδίες, θεατρικές και κινηματογραφικές της νιότης του και της νιότης μας.
Αλήθεια, πώς μπόρεσε μέσα στα λίγα (σχετικά) χρόνια ζωής που έζησε (1909-1970) να μας αφήσει δεκάδες βιβλία,  δημοσιογραφικά κείμενα, σκηνοθετικές δημιουργίες; Έργα που δεν στηρίζονται μόνο στη φαντασία, αλλά και στη μελέτη; Εμείς και οι Φράγκοι, Ιστορία της Αθήνας, Σταυροφορίες, Διηγήματα, Ιστορία της Αγγλίας και πλήθος άλλα.
Η Ελληνική Μυθολογία, γραμμένη για πρώτη φορά ως ανεξάρτητα κεφάλαια δημοσιευμένα στο περιοδικό "Ταχυδρόμος" το 1964, εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1970, αλλά και σε νεότερες εκδόσεις.
Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μάθει κάποιος την πλουσιότατη ελληνική μυθολογία (την οποία συχνά οι ξένοι γνωρίζουν καλύτερα από μας) παρά απολαμβάνοντας τη Μυθολογία του Τσιφόρου. Χωρίς να παρεκκλίνει καθόλου από τη μυθολογία όπως την ξέρουμε, τη διανθίζει με χιούμορ, περιγραφές, διαλόγους και γλώσσα της εποχής μας. Ένα  μικρό δείγμα από το πολυσέλιδο βιβλίο: "Στα πάθη της η Ήρα είναι ασυγκράτητη. Κυνηγάει όχι μόνο τις ερωμένες του Δία, αλλά και τα παιδιά τους. Του δόλιου του Ηρακλή, μωρό στην κούνια, του έστειλε δυο τεράστια φίδια να τον φάνε. Έβαλε τις φωνές ο μικρός, έτρεξε η μάνα του, έτρεξε ο Αμφιτρύωνας με το σπαθί, αλλά ο πιτσιρίκος τα 'χε χουφτιάσει τα φίδια και τα' πνιξε...Από τότε φάνηκε η δύναμή του. Της τη σκάσανε όμως και της Ήρας...Ο Ζευς που είχε αδυναμία στον ήρωα γιό του, παρατήρησε πότε κοιμάται η γυναίκα του κι έστειλε τον Ερμή.
-Πήγαινε φέρε τον μικρό...
-Τον Ηρακλή;
-Ναι, ρε μπούφο...Τώρα που κοιμάται η Ήρα να τον βάλουμε να τη βυζάξει κι έτσι να' χει πιει θεϊκό γάλα και να μη φοβάται τίποτα.
Ο Ερμής, που ήτανε ο "μεσάζων" του Διός, πήγε κι έφερε τον μικρό και τον κόλλησε στο μαστό της Ήρας...άρχισε ρούφαγε ο πιτσιρής, ξύπνησε η Ήρα και τον έκανε πέρα...Το γάλα τινάχτηκε κι έτσι γίνηκε ο ...Γαλαξίας στον ουρανό." 
Χωρισμένο σε αυτόνομα κεφάλαια, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και επιλεκτικά. Να μερικοί τίτλοι κεφαλαίων: Η πρώτη κυρία του Ολύμπου, Δεσποινίς καλής ανατροφής, Ο Απόλλων στα σοβαρά, Αφροδίτες όλου του κόσμου ενωθείτε, Ελενάρα η κουκλάρα... κ.ο.κ
Ο Τσιφόρος δεν αρκείται απλώς στο να γράφει τους γνωστούς μας μύθους με το εύθυμο, προσωπικό του ύφος, διακωμωδώντας τους. Προχωρεί στη διερεύνηση της προέλευσής τους, συγκρίνει με ινδοευρωπαϊκούς και άλλους μύθους, εντοπίζει ακόμα στοιχεία που έχουν κληροδοτηθεί στη χριστιανική παράδοση.
Και τελειώνοντας ο Τσιφόρος γράφει, ανάμεσα σ' άλλα, στον επίλογο του βιβλίου: "Πρέπει να πούμε κάτι αληθινό. Πολύ λίγοι επό εμάς, τους Έλληνες, ξέρουνε καλά την Ελληνική Μυθολογία (...)Μας τη διδάσκουνε τόσο επιπόλαια  και τόσο επιδερμικά στα σχολεία. Κι όμως πρέπει να τη ξέρουμε, έστω και όχι τέλεια. Η μυθολογία μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, το χθες μας, το σήμερά μας, το αύριο."

 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2021

Ο λιμός


 Πάνος Αμυράς
Ο λιμός
Διόπτρα, 2018
 Ένας πρωτότυπος συνδυασμός αστυνομικής πλοκής και ιστορικών γεγονότων, μυθιστορηματικών και ιστορικών προσώπων, ιστορίας και λογοτεχνίας, συνθέτουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Πάνου Αμυρά.
Το έργο αρχίζει στις 5 Δεκεμβρίου 1941 στην Αθήνα και τελειώνει τον Φεβρουάριο του 1942. Κατοχή, πείνα, κρύο, θάνατοι, ο πιο μαύρος χειμώνας που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Η δολοφονία ενός Γερμανού αξιωματικού, του Χάιντριχτ Κράους, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, ειδικού απεσταλμένου του Γκαίμπελς, είναι η εναρκτήρια σκηνή που θέτει σε κίνηση το έργο. Την εξιχνίαση της δολοφονίας αναλαμβάνουν τόσο οι Γερμανοί όσο και η Ελληνική Αστυνομία. Ένας ικανότατος Έλληνας υπαστυνόμος, ο Νίκος Αγραφιώτης, αν και βρισκόταν σε διαθεσιμότητα λόγω μη εξιχνίασης της υπόθεσης κλοπής της σβάστικα από την Ακρόπολη, καλείται να συνεργαστεί με τους Γερμανούς, ώστε να βρεθεί ο δολοφόνος του Κράους, καθώς και ο σκοπός της δολοφονίας. Έτσι αρχίζει μια περιδιάβαση σε χώρους, πρόσωπα, καταστάσεις της κατεχόμενης Αθήνας. Τριγυρνάμε μαζί με τον  Αγραφιώτη σε δρόμους, κτίρια, πλατείες, γνώριμα κι αγαπημένα μέρη: Σύνταγμα, Ομόνοια, Πανεπιστημίου, Σταδίου, Πατησίων, Εξάρχεια, Κολωνάκι και πλήθος άλλα. Ο συγγραφέας μας περιγράφει και μας γνωρίζει κτίρια και στέκια που πια δεν υπάρχουν, τα γραφεία της Βέρμαχτ, το κολαστήριο της οδού Μέρλιν, τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού, τη Ριζάρειο Σχολή που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο για παιδιά... Με την ολοζώντανη αφήγηση μπαίνουμε σε καφενεία, μπαρ, ζαχαροπλαστεία, στο Καζίνο της οδού Πατησίων (πόσοι άραγε ξέρουν ότι υπήρξε ένα τέτοιο μέρος;).
Με κεντρικό άξονα τη δολοφονία του Γερμανού αξιωματικού και την εξαφάνιση ενός χαρτοφύλακα που είχε μαζί του, γνωρίζουμε πλήθος πτυχές της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, ιστορικής ζωής της λιμοκτονούσας Αθήνας. Παιδιά με πρησμένες από την πείνα κοιλιές, πτώματα που κάθε πρωί μαζεύονται με τα κάρα και ρίχνονται σε ομαδικούς τάφους, μαυραγορίτες που εκμεταλλεύονται την κατάσταση  και αγοράζουν σπίτια και περιουσίες για ένα ντενεκέ λάδι ή ένα σακκί αλεύρι. Ο πληθωρισμός στα ύψη, όσπρια 1.800 δραχμές η οκά, αλεύρι 2.200 κ.λπ. Η διεθνής πολιτική, σκληρή και αδιάφορη για τα ανθρώπινα δράματα, επιβάλλει τον αγγλικό ναυτικό  αποκλεισμό για να στερήσουν από τους Γερμανούς τον ανεφοδιασμό, παραβλέποντας ότι έτσι καταδικάζουν ένα ολόκληρο λαό στον θάνατο από πείνα.
Κι όμως μέσα σ' όλο αυτό το ζοφερό σκηνικό κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να παραμένουν έντιμοι, αγνοί αγωνιστές. Μια τέτοια ομάδα, με την οποία λόγω της έρευνάς του έρχεται σε επαφή ο Νίκος Αγραφιώτης, προσπαθεί να συγκεντρώσει φωτογραφίες από όλη αυτή τη φοβερή κατάσταση της πείνας, του θανάτου, της απελπισίας, και να βρει τρόπο, παρακάμπτοντας τη γερμανική απαγόρευση, να τις στείλει στο εξωτερικό. Να κάνει γνωστή την κατάσταση της Ελλάδας, να εξασφαλίσει βοήθεια.
Το εντυπωσιακό με το μυθιστόρημα του Αμυρά είναι η απόλυτα φυσική ανάμειξη ιστορικών και μυθιστορηματικών προσώπων. Συναντάμε πολύ φυσιολογικά ενταγμένα στο έργο την Ιωάννα Τσάτσου, τον Άγγελο Σικελιανό, τον  πρωθυπουργό της πρώτης δωσίλογης κυβέρνησης Τσολάκογλου, τη Λιλίκα Νάκου που υπηρετεί στη Ριζάρειο και γράφει την "Κόλαση των παιδιών", τη Μαρία Ιορδανίδου που εργάζεται στον Ερυθρό Σταυρό, τον Τσώρτσιλ, τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα, τον Σπύρο Σκούρα και πληθώρα άλλων. Δεκάδες ιστορικά πρόσωπα που άλλοτε διαδραματίζουν ενεργό ρόλο και άλλοτε απλώς αναφέρονται. Είναι πραγματικό συγγραφικό επίτευγμα το να μη σε κουράζουν, να μη σε συγχίζουν όλα αυτά τα πρόσωπα, αλλά αντίθετα, να μπορείς να τα συγκρατείς στη μνήμη σου και να αγωνιάς για τη συνέχεια. Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά μια τρυφερή, ερωτική σχέση, μόλις διακριτή κι ευγενική, χωρίς τον έντονο σεξουαλισμό άλλων μυθιστορημάτων.
Αυτός ο συνδυασμός ιστορικών γεγονότων με το αστυνομικό στοιχείο και την περιπέτεια, συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, αξιοδιάβαστο μυθιστόρημα, που ξεχωρίζει ανάμεσα στην πληθώρα της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας
 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2021

Τρεις σκάλες ιστορία


 
Σταύρος Χριστοδούλου
Τρεις σκάλες ιστορία
Καστανιώτης, 2020
 "...Μια γυναίκα χαμένη, στην αίθουσα αφίξεων του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Στριμωγμένη στο κενό που δημιουργεί η ραγισματιά του χρόνου (...) Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2017  και η Χλόη Αρτεμίου ένα εικοσιτετράωρο πριν είχε κλείσει τα εξήντα ένα της χρόνια. Μια διαλυμένη γυναίκα που στεκόταν αναποφάσιστη στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου της Αθήνας, γνωρίζοντας πως ένα βήμα της θα σηματοδοτούσε την προσωπική της ενηλικίωση. Τη λύτρωσή της. Γιατί επιτέλους θα δραπέτευε από κείνο το δεκαοχτάχρονο κορίτσι που τρεφόταν ακόμα από το μαράζι. Έσκυψε και ανασήκωσε τη μικρή βαλίτσα από το πάτωμα..."
 "Τρεις σκάλες ιστορία". Σε ενα πανέμορφο κομμάτι γης στη Λάπηθο, τριγυρισμένο από τις μυρωδιές των λεμονανθών, το γαλάζιο της θάλασσας, τον ήχο του Κεφαλόβρυσου, στο εξοχικό της οικογένειας Αρτεμίου, ζει το καλοκαίρι του 1974 η δεκαοχτάχρονη Χλόη με τη μητέρα της Θεοδοσία, Ελλαδίτισσα από τον Πύργο Ηλείας και τον πατέρα της Σωτήρη, αξιωματικό της Εθνικής Φρουράς.
"Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά". Ο σεφερικός στίχος διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Αυτή τη μνήμη θέλει η δεκαοχτάχρονη τότε Χλόη Αρτεμίου να σβήσει, σαραντατρία χρόνια μετά, δοκιμάζοντας να συναντήσει τον βιαστή της στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμα όμως διστάζει, ακόμα δεν είναι έτοιμη. Στέκεται δίβουλη στην αίθουσα τράνζιτ του αεροδρομίου Αθηνών. Να αποτολμήσει την αναχώρηση, να πάει να συναντήσει τους εφιάλτες της με την ελπίδα να τους ξορκίσει ή να γυρίσει πίσω, να βυθιστεί και πάλι στο μαύρο πηγάδι των αναμνήσεων;
Η επιφύλαξη με την οποία άρχισα να διαβάζω το μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου ("πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε", σκεφτόμουν, καθώς έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα για την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας) μετατράπηκε από την πρώτη κιόλας σελίδα σε ενδιαφέρον και περιέργεια για τη συνέχεια. Δεκαετίες έχουν περάσει, η Ιστορία προχωρεί, ο κόσμος αλλάζει, το παρελθόν δεν ξανάρχεται κι όμως υπάρχουν ακόμη πληγές που αιμορραγούν, σαρανταέξι σχεδόν χρόνια μετά. Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, παρ' όλο που τα ιστορικά γεγονότα το διατρέχουν από την αρχή ως το τέλος. Είναι περισσότερο το ψυχολογικό δράμα που βιώνουν οι ήρωες του έργου και προπάντων η κεντρική ηρωίδα, η Χλόη. Έχοντας υποστεί επανειλημμένα βιασμό από έναν νεαρό Τούρκο εισβολέα, μένει έγκυος και παρ' όλες τις προτροπές αρνείται να κάνει έκτρωση. Γεννά το παιδί, το δίνει για υιοθεσία, αλλά το δράμα που έζησε δεν την εγκαταλείπει. Αυτή την πληγή θέλει να επουλώσει, τους δαίμονες που την κυνηγούν μια ζωή θέλει να ξορκίσει. Θα τα καταφέρει άραγε;
Με φορείς δεκάδες μυθιστορηματικά πρόσωπα παρακολουθούμε τα ιστορικά γεγονότα και πώς αυτά επέδρασαν στη ζωή τους. Τα παρακολουθούμε όχι σαν ψυχρή, ιστορική καταγραφή, αλλά μέσα από τις επιπτώσεις  στη ζωή τους. Μαζί με τους ήρωες τριγυρνούμε στους δρόμους της Λευκωσίας, από την οδό Κλήμεντος, όπου βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Αρτεμίου, στην οδό Λήδρας, στη λεωφόρο Στασίνου, στην Ακτή του Κυβερνήτη, στα κατεχόμενα μέρη όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, στην Κωνσταντινούπολη όπου η Χλόη αναζητά τη λύτρωση από τους εφιάλτες της.
Η περιγραφή, η αφήγηση, οι διάλογοι, εναλλάσσονται με την ψυχολογική εμβάθυνση. Στην ομορφιά του τοπίου παρεμβάλλονται αναμνήσεις της εισβολής και σκέψεις για το πώς ο αδυσώπητος χρόνος επιδρά αλλοιώνοντας έννοιες που μας φαίνονταν μόνιμες και σταθερές. Τι είναι τελικά η πατρίδα; Για τους πρόσφυγες, τους ξεριζωμένους, πατρίδα είναι  τα χωριά και τα σπίτια τους στα οποία γεννήθηκαν, μεγάλωσαν διατηρούν άσβηστη την ανάμνησή τους. Τι γίνεται όμως όταν στα ίδια σπίτια, στα ίδια χωριά, κάποιες άλλες αναμνήσεις έχουν πια δημιουργηθεί; Έντεχνα, υποδόρια, ο συγγραφέας μας υποβάλλει τον προβληματισμό.
Οι σκόρπιες τουρκικές λέξεις και η σποραδική χρήση της κυπριακής διαλέκτου (που ερμηνεύονται σε "Γλωσσάρι" στο τέλος) συμβάλλουν στη δημιουργία πιο ρεαλιστικής ατμόσφαιρας. Που δεν παύει να δονείται από μια ποιητική αύρα καθώς πλήθος στίχοι ενσπείρονται και ενσωματώνονται στο κείμενο.
Ο Σταύρος Χριστοδούλου τολμά να αναμετρηθεί με ένα θέμα που πολύ λίγο έχει θιγεί στην ιστορική ή λογοτεχνική αποτύπωσή του. Ένα επιμέρους θέμα που το εντάσσει στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, το πραξικόπημα, την εισβολή, τα ατομικά και συλλογικά δράματα, τον προβληματισμό.
 "Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί".  Έτσι τελειώνει το βιβλίο. Λογοτεχνία, όπως αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα, ίσως συμβάλλει στο να πονά κάπως λιγότερο.