Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 08, 2021

Περικλής Γιαννόπουλος


 Κώστας Γιαννόπουλος

Περικλής Γιαννόπουλος

[Πορτραίτο που κάηκε στο φως]

Εκδ. Ηλέκτρα, 2007

Σ΄αυτό το βιβλιοφιλικό blog κατά κανόνα παρουσιάζω βιβλία. Και σήμερα από ένα βιβλίο ξεκινώ. Όμως όχι τόσο για να μιλήσω για το βιβλίο, όσο για να προβάλω το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, χρησιμοποιώντας και στοιχεία από αλλού (κυρίως από το βιβλίο του Πέτρου Χαρτοκόλλη, «Ιδανικοί αυτόχειρες»). 

Περικλής Γιαννόπουλος. Το μόνο που ήξερα (και το μόνο που ίσως οι πλείστοι γνωρίζουν γι’ αυτόν) είναι ο τρόπος του θανάτου του, ο τρόπος της αυτοκτονίας του: […] ο Γιαννόπουλος έφθασεν εφ’ αμάξης υπό ραγδαίαν βροχήν. Παρά τι μικρόν φυλακείον εκεί εκάθισεν έπιεν μπύραν και εζήτησεν από τον αμαξάν να αποζεύξη ένα άλογο […] μετά τούτο, ίππευσε στεφανωμένος με αγριολούλουδα, και, αφού ανήρτησεν επάνω του ένα κομψόν σάκκον πλήρης βαρών κ’ επλύθη με αρώματα, όρμησε προς τα μαινόμενα κύματα και την ανοιξιάτικην μπόραν με απερίγραπτον τραγικήν ορμήν. Όταν έφθασε, καβάλλα εις το άλογο που εκολυμβούσεν, εις τα βαθειά, τότε επυροβόλησε κατά της κεφαλής του και εχάθη, ενώ το άλογο αγριεμένο και ρουθουνίζον, επανήλθε εις την ακτήν». 

Έτσι αυτοκτόνησε στις 8 Απριλίου 1910 ο Περικλής Γιαννόπουλος στην ακτή του Σκαραμαγκά. Μπήκε στη θάλασσα ανθοστεφανωμένος, προχώρησε ως εκεί που μπορούσε να κολυμπήσει  το άλογο και αυτοπυροβολήθηκε. Το πτώμα του ξεβράσθηκε δυο βδομάδες αργότερα. Ήταν μόλις 38 χρονών.

Ποιος ήταν λοιπόν ο Περικλής Γιαννόπουλος; Για ποιο πράγμα ξεχωρίζει; Γιατί μέχρι σήμερα, όπως γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος, ανατυπώνονται τα «Άπαντά» του, του αφιερώνονται τεύχη περιοδικών, συναντάμε αναφορές γι’ αυτόν σε ιστορίες της λογοτεχνίας, σεμινάρια, συνέδρια κ.λπ.; Αυτά βέβαια για τους ειδικούς, κυρίως για τους μελετητές της λογοτεχνίας.  Εμείς τίποτα δεν είχαμε ακούσει γι’ αυτόν, ούτε στο Πανεπιστήμιο, ούτε μια γραμμή δεν συναντήσαμε στα λογοτεχνικά κείμενα του Γυμνασίου. Να έφταιγε άραγε ο τρόπος θανάτου ή οι ιδέες του;

Το βιβλίο του Κώστα Γιαννόπουλου δεν είναι μια κλασική βιογραφία. Υπάρχουν, βέβαια, σύντομες βιογραφικές αναφορές. Γεννήθηκε το 1871 (;) στην Πάτρα. Φοίτησε για ένα χρόνο στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, για δύο χρόνια στο Παρίσι, έζησε για μικρό διάστημα κοντά στον αδελφό του στο Λονδίνο, γύρισε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, στην οποία όμως δεν πάτησε ποτέ. Ερωτεύτηκε τη ζωγράφο Σοφία Λασκαρίδου, την πρώτη γυναίκα που έγινε δεχτή στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ασχολήθηκε κυρίως με μεταφράσεις, έγραψε κάποια πεζοτράγουδα, προπάντων όμως έγραφε άρθρα και δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Εξέδωσε δυο μόνο βιβλία: «Το νέον πνεύμα» και «Έκκλησις εις το Πανελλήνιον κοινόν».

Πέρα όμως από τα σύντομα αυτά βιογραφικά, μέσα από το ευσύνοπτο βιβλίο γίνεται προσπάθεια να αναδειχτεί η προσωπικότητα του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου είτε μέσα από κρίσεις συγχρόνων του, είτε από σκέψεις του ιδίου. Παλαμάς, Σουρής, Ξενόπουλος, Μαλακάσης, Σικελιανός, Μελάς, Δραγούμης… όλοι οι σύγχρονοι λογοτέχνες ασχολήθηκαν με τον Περικλή Γιαννόπουλο. Κάποιοι τον επέκριναν ή τον σατίρισαν, κάποιοι όχι μόνο συμφώνησαν αλλά και επηρεάστηκαν απ’ αυτόν. «Ανεκδοτολογικές αναφορές, κουτσομπολιά, σχόλια ειρωνικά και χλευαστικά, αλλά και περιγραφές που τον παρουσιάζουν όπως ήταν-όμορφος, ευγενικός, γόης, κοινωνικός, χαμηλών τόνων, με υποβλητική φωνή, κομψός, ψηλός, ξανθός, με ανοιχτόχρωμα μάτια. Σωστός Απόλλωνας!»

Τι ήταν λοιπόν αυτό που τον ξεχωρίζει; Γιατί μια τόσο σύντομη ζωή κι ένα τόσο σύντομο έργο άσκησε τόση επίδραση; Επηρέασε καθοριστικά τον Ίωνα Δραγούμη, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός του αφιέρωσαν ποιήματα, οι ιδέες του μπόλιασαν την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη λαϊκή τέχνη. Για ένα και μόνο πράγμα αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή. Για ένα και μόνο πράγμα έζησε, μίλησε, έγραψε και ίσως πέθανε:

 Όλα τα κείμενά του, όλες οι ιδέες του μπορούν να συνοψιστούν σε μια και μόνο: Ελληνολάτρης. Η Ελλάδα, το «Ελληνικόν φως», η «Ελληνική Γραμμή» γίνεται το πάθος του. «Το γεγονός πως πρέπει να βρούμε τον δικό μας δρόμο, να διαμορφώσουμε τη δική μας παράδοση, να φτιάξουμε εμείς τους θεσμούς μας, τις τέχνες, τα γράμματα, κόντρα σ’ ό,τι μας ήρθε από τη δυτική παράδοση του ορθολογισμού».

Το πάθος του για ό,τι ελληνικό δεν ήταν μόνο ιδέα. Ήταν πράξη ζωής. «Έβαζε λευκά γάντια και φορτωμένος από άνθη ανήρχετο εις την ακρόπολιν δια να προσευχηθή εις τον ναόν του υπάτου κάλλους».

Στο πτώμα του βρέθηκε ένα νόμισμα, ένα δεκάλεπτο. Κατά πάσα πιθανότητα το πήρε μαζί του για να πληρώσει τον Χάρωνα που θα τον μετέφερε δια της Αχερουσίας στα Ηλύσια πεδία.

Από τα ποιητικά κείμενα που γράφτηκαν για τον Περικλή Γιαννόπουλο σταματώ στους πρώτους στίχους του μακροσκελούς ποιήματος του Άγγελου Σικελιανού, που με τίτλο «Απολλώνιος θρήνος» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημ. «Ακρόπολις», στις 15 Απριλίου 1910.

 

Κλάψτε τον ώριον Ιππόλυτον! Ω νιάτα,

Που κρατάτε καθάρια μιαν Ελλάδα σκαλισμένη

Στα μάρμαρα, ή της Πάρου

Ή της Πεντέλης, στης γυμνής Αθήνας

Το φως, ή μες της πλούσιας Ολυμπίας

Τα νερά και τα δέντρα, εδώ ζυγώστε.

Σάββατο, Αυγούστου 28, 2021

Το Σανατόριο

 

Σάρα Πιρς
Το σανατόριο
Ψυχογιός, 2021
Μετ. Νεκτάριος Καλαϊτζής
Πρωταγωνιστής σ' αυτό το πολύ ενδιαφέρον θρίλερ δεν είναι πρόσωπο.  Είναι ένα κτίριο, ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο. Χτισμένο ψηλά, σε ύψος 2.200 μ., σε μια ελβετική βουνοκορφή, κοντά στο Κραν-Μοντανά, αποπνέει κάτι μυστηριώδες, κάτι τρομακτικό.
Το πεντάστερο ξενοδοχείο Λε Σομέ είναι ένα πλήρως ανακαινισμένο, παλιό σανατόριο. ένας χώρος που προοριζόταν για απομόνωση των φυματικών, σε μια εποχή που βασική θεραπεία για τη μεταδοτική αυτή ασθένεια ήταν ο καθαρός αέρας του βουνού (Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε το υπέροχο "Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν!). Κτισμένο από τον παππού του  τωρινού ιδιοκτήτη Λουκά Καρόν, έχει μετατραπεί  σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο. Εκεί καταφθάνει η Ελίν με τον φίλο της Γουίλ, για να γιορτάσουν τους αρραβώνες του αδελφού της Άιτζακ, που εργάζεται εκεί, με την Λορ. Οι πρώτες εντυπώσεις καθώς αντικρίζουν το ξενοδοχείο προϊδεάζουν για κάτι μυστηριώδες: "Όπως στέκεται εκεί, μπροστά από το ξενοδοχείο, αισθάνεται κάτι πολύ παράξενο-μια αναστάτωση στην ατμόσφαιρα, μια παράξενη αναταραχή που δεν έχει καμιά σχέση με το χιόνι που πέφτει (...) Υπάρχει κάτι βάναυσα απρόσωπο στην αρχιτεκτονική του: οι αυστηρές γραμμές του, τα απόλυτα ορθογώνια επίπεδα και οι επιφάνειες, οι μοντερνιστικές επίπεδες στέγες αποπνέουν μια ατμόσφαιρα ιδρύματος. Το γυαλί κυριαρχεί παντού-εκτυφλωτικό, τοίχοι ολόκληροι, επιτρέποντάς σου να βλέπεις ανεμπόδιστα μέσα".
Οι αρραβώνες όμως δεν  θα προφθάσουν να γίνουν. Την επομένη της άφιξης της Ελίν και του Γουίλ, η Λορ εξαφανίζεται. Σε λίγο μια καθαρίστρια θα βρεθεί νεκρή, δεμένη, στο βυθό της πισίνας. Δεν θα είναι το μοναδικό πτώμα. Κάπου μέσα στο βαθύ χιόνι θα βρεθεί νεκρός και ο αρχιτέκτονας του ξενοδοχείου που είχε εξαφανιστεί πριν πολύ καιρό. Βαριά χιονόπτωση αποκλείει το ξενοδοχείο από κάθε επικοινωνία, ενώ η απειλή χιονοστιβάδας οδηγεί στην εκκένωσή του. Την ταυτόχρονη έρευνα αφενός για ανεύρεση της Λορ και αφετέρου για εξιχνίαση των φόνων αναλαμβάνει η Ελίν,  που υπήρξε αρχιφύλακας του εγκληματολογικού, αλλά λόγω ενός ατυχούς επεισοδίου βρίσκεται σε διαθεσιμότητα. Όμως και η ίδια βασανίζεται από τους "δαίμονές" της. Και λόγω του επεισοδίου αυτού, αλλά και για κάτι άλλο   που σχετίζεται με τον Άιτζακ και τον θάνατο, πριν από χρόνια, του μικρότερου αδελφού τους.
Η προσπάθεια γίνεται μέσα στη ζοφερή ατμόσφαιρα του αποκλεισμένου ξενοδοχείου. Απέραντοι διάδρομοι, υπόγεια τούνελ, πόρτες που τρίζουν, κλειδωμένα δωμάτια που κρύβουν μυστικά, φθαρμένα αντικείμενα από το παλιό σανατόριο, αγωνία για το πρόσωπο που λείπει και χιόνι, χιόνι, χιόνι παντού. Τι θα γίνει άραγε στο τέλος; Ποιος είναι ο δολοφόνος; Και θα βρεθεί ζωντανή η Λορ ή θα είναι ακόμα ένα θύμα; Η λύση θα δοθεί βεβαίως στις τελευταίες σελίδες. Αλλά νομίζω εκείνο που θα απολαύσει πιο πολύ ο αναγνώστης, ειδικά εκείνος που αγαπά τα θρίλερ, είναι η όλη ατμόσφαιρα: Το αποκλεισμένο ξενοδοχείο, το μυστήριο που το περιβάλλει, οι παγωμένες βουνοκορφές, ο φόβος και η αγωνία που καραδοκεί σε κάθε βήμα. Με άλλα λόγια, ένας λογοτεχνικός Χίτσκοκ!


Παρασκευή, Αυγούστου 20, 2021

ΑΘΑΛΆΣΣΑ

 


Κώστας Λυμπουρής

Αθαλάσσα
Το ροδακιό, 2021

 Λογοτεχνία και Ιστορία. Ιστορία και Λογοτεχνία. Ο αρμονικός συνδυασμός των δύο δημιούργησε το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Κώστα Λυμπουρή, «Αθαλάσσα». Η ιστορία καλύπτει τους κυριότερους σταθμούς της δεκαετίας 1964-1974. Μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους στην ιστορία της Κύπρου, που οι τραγικές συνέπειές της φτάνουν ως σήμερα. Και η λογοτεχνία; Η λογοτεχνία έγκειται στον τρόπο που τα ιστορικά γεγονότα εμπλέκονται στη ζωή των ηρώων του έργου, γεγονότα που ο συγγραφέας βλέπει μέσα από τον περίκλειστο χώρο ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας.

Αφορμή για την έμπνευσή του υπήρξε η απόφαση της Κυπριακής Κυβέρνησης, μισό αιώνα σχεδόν μετά την τουρκική εισβολή και τον βομβαρδισμό, μεταξύ άλλων, και του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, να ταυτοποιήσει τα οστά όσων ασθενών είχαν σκοτωθεί τότε και τάφηκαν βιαστικά σε ομαδικό τάφο.
Η είδηση θέτει σε κίνηση την έμπνευση του συγγραφέα. Μας μεταφέρει στον χώρο του Ψυχιατρείου. Γνωρίζουμε τους ασθενείς που δεν ήταν πάντα ψυχικά πάσχοντες. Εκεί παρέπεμπαν κάθε είδους εκτροπή από την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά. Εκεί «νοσηλεύονταν» άνθρωποι με γεροντική άνοια, επιληπτικοί, αλκοολικοί, ναρκομανείς, πνευματικά καθυστερημένοι, ακόμα και παιδιά, όπως στο μυθιστόρημα ο συμπαθέστατος, δεκατριάχρονος Σωτηράκης.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο Ισίδωρος. Γιος ιερέα, δάσκαλος, ακέραιος χαρακτήρας, μετεκπαιδευμένος στην Αγγλία, έτοιμος να προσφέρει στα παιδιά που θα του εμπιστεύονταν. Τα σχέδιά του όμως ανατρέπονται όταν η Ανθούλα, η κοπέλα  την οποία είχε βαθιά ερωτευτεί, κλείνεται στο Ψυχιατρείο, λόγω της παράξενης συμπεριφοράς της, να φορεί κίτρινα παπούτσια. Ο Ισίδωρος δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Με τη δική του ανορθόδοξη συμπεριφορά, να απαγγέλλει διαρκώς ποιήματα για τον θάνατο, κλείνεται κι αυτός στο Ψυχιατρείο. Γνωρίζει τους ασθενείς. Επικοινωνεί με όσους απ’ αυτούς μπορούν, βοηθάει, οργανώνει ομάδα συζητήσεων, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί όσα συμβαίνουν έξω. Τα κύρια γεγονότα της δεκαετίας παρεμβάλλονται πολύ φυσιολογικά.  Η αποχώρηση των Τούρκων από την Κυβέρνηση στο τέλος του ΄63, η τουρκανταρσία, οι βομβαρδισμοί της Τηλλυρίας το καλοκαίρι του 1964, τα γεγονότα της Κοφίνου, η επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα, η ΕΟΚΑ Β΄, ο Γρίβας, οι απόπειρες δολοφονίας του Μακαρίου, το εκκλησιαστικό σχίσμα, το Πολυτεχνείο…
Η μικρή κοινωνία των ψυχικώς πασχόντων αποτελεί απείκασμα της ευρύτερης κοινωνίας. Υπάρχουν χαρακτήρες έντιμοι, υπεύθυνοι, με πραγματική αγάπη και ενδιαφέρον για τους πάσχοντες, όπως ο Δαμιανός, υπεύθυνος του ιδρύματος. Αλλά υπάρχουν και χαρακτήρες αδιάφοροι, σκληροί, ακόμα και κάποιοι που εκμεταλλεύονται τους πάσχοντες, όπως ο νοσηλευτής Αναστάσης. Οι ιδεολογικές διαφορές που δίχασαν  την κυπριακή κοινωνία τη δεκαετία ’64-’74 περνούν και στους έγκλειστους του ψυχιατρείου. Και είναι εις πίστη του συγγραφέα το ότι ο κεντρικός ήρωάς του, ο Ισίδωρος, απηχώντας προφανώς τις ιδέες και τα συναισθήματα του ιδίου του συγγραφέα, κατορθώνει να μένει αμέτοχος, παραθέτοντας απλώς τα γεγονότα. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που δίνει όταν σε μια έντονη διαφωνία σε πολιτικό θέμα του ζητούν να πάρει θέση. Αρνείται. «Δεν έχω υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα», λέει. Ο Ισίδωρος είναι γεμάτος αγάπη, γνήσιο ενδιαφέρον για όλους, κατανόηση, έτοιμος να προσφέρει τη βοήθειά του όπου χρειαστεί.
Μια από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτή στην οποία η ματιά του συγγραφέα απλώνεται έξω και πέρα από τα σύνορα του ψυχιατρείου, έξω από τα σύνορα της Κύπρου. Σαν σ’ ένα όνειρο ο Ισίδωρος βλέπει τα γεγονότα που σημάδεψαν το 1968. Τις δικτατορίες, τις δολοφονίες, τις ανισότητες του κόσμου, αλλά και τους αγώνες για ελευθερία.

«Ξυπνά ταραγμένος. Η χρονιά αυτή ήταν, όντως, η πιο σημαντική στον 20ο αιώνα παγκοσμίως, μετά τους δυο παγκοσμίους πολέμους. Τα βλέφαρά του βαραίνουν ακόμα. Νιώθει ξαφνικά σαν να βρίσκεται μέσα σε ένα ποτάμι από αίμα. Κολυμπά, μα κινδυνεύει να πνιγεί. Το ποτάμι φουσκώνει από καινούριο αίμα, καθώς πλήθος ρυάκια το φέρνουν από παντού. Από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τους δυο Παγκοσμίους, τον Εμφύλιο της Ισπανίας, τον Πόλεμο της Κορέας, το Βιετνάμ. Το ποτάμι φουσκώνει, νιώθει να πνίγεται. Ξυπνά μούσκεμα στον ιδρώτα». 

 Το βιβλίο τελειώνει με τον βομβαρδισμό του Ψυχιατρείου και τον θάνατο πολλών από τους πάσχοντες. Στη σκέψη όμως του αναγνώστη δεν τελειώνει εδώ. Για καιρό μας κάνει να σκεφτόμαστε όλα τα δεινά που πέρασε και περνά όχι μόνο ο τόπος μας, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα. Με την ευχή και την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου.

 

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2021

Η άλλη άκρη του νήματος

 

Αντρέα Καμιλλέρι
Η άλλη άκρη του νήματος
(Μια υπόθεση για τον επιθεωρητή 
Μονταλμπάνο)
Πατάκης, 2019
Μετ. Φωτεινή Ζερβού
Αστυνομική πλοκή. Επίκαιρο. Διανθισμένο με χιούμορ και την τέλεια ατμόσφαιρα μιας ιταλικής (φανταστικής) πόλης, με κεντρικό πρόσωπο τον ικανότατο επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο, το μυθιστόρημα του πολύ γνωστού συγγραφέα Αντρέα Καμιλλέρι (1925-2019) είναι ό,τι πρέπει για ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Χωρίς μεγάλες απαιτήσεις, αλλά "δροσιστικό", θα έλεγα, μέσα στον αφόρητο καύσωνα των 44ο βαθμών που μας κάνει δώρο το φετινό καλοκαίρι.
Ο μόνιμος ήρωας του Καμιλλέρι, ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο, έχει να αντιμετωπίσει τις καραβιές των προσφύγων που καταφθάνουν μέσα από τη θάλασσα στην πόλη του, τη Βιγκάτα. Πρέπει να συντονίσει το έργο της αστυνομίας για την περίθαλψη και τη φιλοξενία αυτών που κάθε βράδυ φθάνουν καταταλαιπωρημένοι, να αντιμετωπίσει πιθανά εγκλήματα που έγιναν μεταξύ τους, για παράδειγμα ένα βιασμό, να περισυλλέξει πτώματα από τη θάλασσα.
Ομολογώ ότι είχα αρχίσει να βαριέμαι όλη αυτή την ενασχόληση με τους πρόσφυγες, κάτι που ζούμε καθημερινά σχεδόν, όχι απλώς στη μυθιστορηματική εκδοχή αλλά στην ωμή πραγματικότητα, όταν ξαφνικά μια δολοφονία λειτουργεί ως σπινθήρας και το ενδιαφέρον του αναγνώστη απογειώνεται. Είναι μια δολοφονία που πολύ χαλαρά μπορεί να συνδεθεί με τους πρόσφυγες, αλλά είναι αρκετή για να ξυπνήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενδιαφέρον που θα κρατήσει ως το τέλος, ως την ανακάλυψη του/της δολοφόνου και των αιτίων της δολοφονίας.
Έχω βέβαια διαβάσει και πολύ καλύτερα αστυνομικά. Όμως σ' αυτό μου άρεσε η όλη ατμόσφαιρα. Οι (λαθρο)μετανάστες όπως τους ζούμε καθημερινά, η παραλιακή πόλη, τα ιταλικά φαγητά, ψαρικά κυρίως, τα οποία ο Μονταλμπάνο τιμά ιδιαιτέρως, συνήθως στο εστιατόριο του Έντσο, οι χαρακτήρες των υπαστυνόμων Αουτζέλλο και Φάτσιο, του ιατροδικαστή και του εισαγγελέα, ο αφοσιωμένος στον Μονταλμπάνο αλλά αφελής τηλεφωνητής Καταρέλλα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "η άλλη άκρη του νήματος"; Στο μυθιστόρημα κυκλοφορεί  ένας άσπρος γάτος. Ανήκει στο θύμα. 
"Μπήκε ο Φάτσιο κρατώντας ένα κουβάρι μπλε νήμα που άφησε μπροστά στο γάτο. Όλοι κράτησαν την ανάσα τους περιμένοντας ότι θα συμβεί κάτι ξεχωριστό, αντίθετα ο γάτος Ρινάλντο άρχισε να παίζει με το κουβάρι, το κύλησε μέχρι την άκρη του τραπεζιού, χωρίς να το αφήσει να πέσει κάτω.
Κάποια στιγμή έπιασε με το στόμα την άκρη του κουβαριού και πήδηξε στο πάτωμα. Έπειτα άρχισε να προχωρά προς την πόρτα που οδηγούσε έξω από το δωμάτιο και εξαφανίστηκε από τα μάτια τους. Όλοι κατάλαβαν ότι συνέχιζε να παίζει στον διάδρομο, επειδή έβλεπαν το κουβάρι πάνω στον πάγκο να ξετυλίγεται και να γίνεται όλο και πιο λεπτό. Έπειτα από λίγο είχε μείνει μόνο η άλλη άκρη του νήματος".
Δεν κατάλαβα αν "η άλλη άκρη του νήματος" βοήθησε στον εντοπισμό του/της δολοφόνου. Σημασία έχει ότι πέρασα ευχάριστα ψάχνοντας αυτή την άκρη!

Σάββατο, Ιουλίου 31, 2021

Αιολική γη


 Ηλίας Βενέζης
Αιολική γη
36η έκδοση
(1η έκδοση 1943)
Βιβλιοπωλείον της "Εστίας")
"Ω, οι ευτυχισμένες μέρες!". Καμιά σχέση βέβαια η "Αιολική γη" με το θεατρικό του Σάμιουελ Μπέκετ. Όμως αυτή η φράση μου ερχόταν συνεχώς στο μυαλό καθώς διάβαζα (όχι βέβαια για πρώτη φορά) την υπέροχη αυτή λογοτεχνική δημιουργία του Ηλία Βενέζη. "Ω, οι ευτυχισμένες μέρες!" Οι ευτυχισμένες μέρες των παιδικών χρόνων του μικρού Πέτρου και των τεσσάρων αδελφάδων του, οι ευτυχισμένες μέρες των παιδικών χρόνων της δικής μου, αλλά και κάθε γενιάς. Τότε που μας πλημμυρίζει η αθωότητα, που δεν μας έχει ακόμα αγγίξει η κακία του κόσμου. Τότε που παίζαμε ξέγνοιαστα ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μας, τότε που μαγεμένοι ακούγαμε τα παραμύθια της γιαγιάς, τότε που φοβόμαστε τα φαντάσματα, αλλά νιώθαμε να μας σκέπει και να μας προστατεύει η αγάπη κι η παντοδυναμία των γονιών μας...
Αιολική γη...Η γη της Μικρασίας, ελληνική αιώνες πριν φανούν οι κατακτητές της. Το 1943, μέσα στο μαύρο σκοτάδι της γερμανικής Κατοχής, ο Ηλίας Βενέζης γυρίζει με τη μνήμη πίσω, εκεί στις αρχές του αιώνα και αναπλάθει τα ευτυχισμένα παιδικά του χρόνια. Τότε που κάθε καλοκαίρι το περνούσε με την οικογένειά του στο κτήμα του παππού, του Γιαννακού Μπιμπέλα. Κάτω από την άγρια οροσειρά, τα Κιμιντένια. Εκεί όπου τα παιδιά τριγύριζαν ανέμελα, κυνηγούσαν τσαλαπετεινούς, ανακάλυπταν τη μυστική σπηλιά όπου πάνε τα αγριογούρουνα για να πεθάνουν και θαύουν εκεί μια χελώνα, μια σαλαμάντρα, μια νυχτερίδα, περιμένοντας να πάρουν τα κόκκαλά της να τα 'χουν φυλαχτό για να τους αγαπούν όλοι! Ακούνε ιστορίες από τη γιαγιά και τον παππού, ιστορίες για σκληροτράχηλους ληστές και γενναίους κοντραμπατζήδες, ιστορίες αίματος και γενναιότητας. Ακούνε για χιμαιροκυνηγούς, για τον καμηλιέρη που γυρίζει τον κόσμο αναζητώντας το καμήλι με το άσπρο κεφάλι ή τον σαμαρά που ψάχνει να βρει το αεικίνητο, ένα ρολόι που θα παίζει μουσική χωρίς να σταματά. Τα πάντα είναι εμψυχωμένα. Οι καρυδιές μιλούν μεταξύ τους, τα χέλια συνεννοούνται, οι αρκούδες, τα τσακάλια...
Όσα χρόνια κι αν περάσουν από τότε που πρωτοδιαβάζει κάποιος το  μυθιστόρημα, είναι πρόσωπα και σκηνές που ποτέ δεν μπορεί να ξεχάσει. Δεν ξεχνά τον Λαζό-εφέντη ή τον Αντώνη Παγίδα, σκληροτράχηλους άντρες που μαλακώνουν στο άκουσμα πως η γυναίκα του Γιαννακού Μπιμπέλα έχει νεογέννητο βρέφος ή είναι έγκυος. Δεν ξεχνά τον μικρό Πέτρο που κόντεψε να σκοτωθεί προσπαθώντας να πάρει από τη φωλιά του το μικρό αϊτόπουλο για χάρη της Ντόρις, της κοπέλας που ήρθε από τη μακρινή, ομιχλώδη Σκωτία. Δεν ξεχνά τον "κυνηγό με τα κίτρινα άστρα" που σκοτώνεται καθώς ψάχνει να πάρει από τη φωλιά του το μαύρο αρκούδι. Κανείς δεν ξεχνά τον γέρο Ιωσήφ που ξεκίνησε από το νησί του, τη Λήμνο, να δουλέψει, ν' αγοράσει μια τράτα και να γυρίσει να παντρευτεί το κορίτσι του. Αλλά, τι κρίμα, έμεινε για πάντα στα Κιμιντένια να μπολιάζει δέντρα.
Κι ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε την Άρτεμη, την αγαπημένη μικρή αδερφή του Πέτρου, το τολμηρό και φιλοπερίεργο κορίτσι που, με πείραμα τον εαυτό της, θέλησε να μάθει αν ισχύει η παράδοση που έλεγε πως, αν φυτέψει κανείς καρυδιά, θα πεθάνει όταν το δέντρο κάνει τους πρώτους του καρπούς.
Το μυθιστόρημα δεν έχει την αυστηρή ενότητα του είδους. ΄Εχει όμως ωραίους τύπους ανθρώπων, εικόνες από μια εμψυχωμένη φύση, μύθους και θρύλους και μας μεταφέρει την ωραία ειδυλλιακή ζωή στηνΑιολική γη πριν από τη φοβερή καταστροφή και τον ξεριζωμό των ανθρώπων της. Κι όσες φορές κι αν  διαβάσει κανείς το μαγικό αυτό βιβλίο,  δεν  μπορεί παρά να βουρκώσει διαβάζοντας την τελευταία σκηνή:
"Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι τη μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία. Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.
-Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους κτύπους της καρδιάς του.
-Τι είναι;
-Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
-Χώμα!
Ναι, λίγο χώμα από τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν εκεί μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους δακρυσμένα στέκουν εκεί.
Δεν είναι τίποτα λέω, λίγο χώμα"