Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2020

Αδριανού απομνημονεύματα

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Αδριανού Απομνημονεύματα
2η Έκδοση, Χατζηνικολή, 1980
Μετάφρ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή
Για δυο περίπου βδομάδες βυθίστηκα στον ρωμαϊκό κόσμο του 2ου αι. μ.Χ. Μαζί με τον αυτοκράτορα Αδριανό (76-138 μ.Χ.) περιδιάβηκα στη Ρώμη, στην Ελλάδα, στην Ιουδαία, στην Αίγυπτο, σ' όλες τις χώρες όπου απλωνόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (1903-1987) μου είχε κρατήσει συντροφιά και πριν από σαράντα περίπου χρόνια όταν το πρωτοδιάβασα. Αφορμή να το αναζητήσω και να το ξαναδιαβάσω ήταν μια αναφορά σ' αυτό από την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Σε μια δήλωσή της, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, το ανέφερε σαν ένα από τα αγαπημένα της βιβλία. Στάθηκε μάλιστα σ' ένα από τα προσφιλή της αποσπάσματα: "Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία"
Βρήκα  και στη δική μου παλιά, φθαρμένη έκδοση υπογραμμισμένη όχι μόνο αυτή τη ρήση του Αδριανού, αλλά και πλήθος άλλων αποσπασμάτων καθώς και σημειώσεων στο περιθώριο. Ξαναδιάβασα το βιβλίο με άλλη ματιά και το απόλαυσα τώρα πολύ περισσότερο, φορτωμένη με την εμπειρία όχι μόνο πλήθους άλλων διαβασμάτων αλλά και  εμπειρία  ζωής.
Η ελληνολάτρισσα Γιουρσενάρ μας παρουσιάζει έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο, εξίσου ελληνολάτρη με την ίδια. Λίγο πριν πεθάνει, ο Αδριανός απευθύνεται στον διάδοχό του, τον Μάρκο Αυρήλιο. Αναπολεί και αφηγείται τη ζωή του από τη γέννησή του ως τώρα, παραμονές του θανάτου του, στον οποίο ξέρει ότι σύντομα οδηγείται, πάσχοντας από υδρωπικία της καρδιάς. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για μια μελέτη για τον άνθρωπο και προπάντων τον ηγέτη. Παράλληλα με  την εξιστόρηση της ζωής και των περιπετειών του βίου, ο Αδριανός φιλοσοφεί. Ύφος πυκνό που απαιτεί αμέριστη την προσοχή του αναγνώστη, κάποτε χρειάζεται δεύτερη και τρίτη ανάγνωση μιας παραγράφου. Η στρατιωτική του ζωή, τα ταξίδια του (πέρασε τα μισά από τα χρόνια της διακυβέρνησής του ταξιδεύοντας), περιγραφές της φύσης, των τοπίων, χαρακτηρισμοί προσώπων, σκέψεις, προβληματισμοί για τη διακυβέρνηση, τις καινοτομίες του, για την ψυχή, για τον θάνατο, για τον έρωτα, για την τέχνη, για όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής πλημμυρίζουν το βιβλίο.
Ο Αδριανός δεν κρύβει την έλξη που του ασκούν οι ωραίοι νέοι. Η γνωριμία με τον 18χρονο, πανέμορφο Αντίνοο υπήρξε συγκλονιστική. Γνώρισε τον νεαρό Έλληνα σ' ένα από τα ταξίδια του, σε μια φιλολογική βραδιά που είχε οργανωθεί προς τιμήν του. "Ένα νεαρό αγόρι, καθισμένο παράμερα, άκουγε αυτές τις στριφνές στροφές με μια προσοχή που φαινόταν ταυτόχρονα αφηρημένη και σκεπτική (...)Τον κράτησα, όταν αναχώρησαν οι άλλοι. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αγνοούσε σχεδόν τα πάντα, ήτανε σκεπτικός, ευκολόπιστος (...) Ξαφνικά κατάλαβε πως τον άκουγα, πως τον κοίταζα ίσως, ταράχτηκε, κοκκίνισε, ξανάπεσε σε μιαν από κείνες τις επίμονες σιωπές που γρήγορα θα συνήθιζα. Μια οικειότητα αναπτύχθηκε ανάμεσά μας. Στη συνέχεια, με συνόδευσε σ' όλα μου τα ταξίδια και άρχισαν μερικά θαυμάσια χρόνια".

Ο Αντίνοος πεθαίνει ξαφνικά και αναπάντεχα ενώ βρίσκονταν στην Αίγυπτο. Τον βρήκαν πνιγμένο στο ποτάμι. Δεν διευκρινίζεται αν ήταν ατύχημα, κάποια στοχεία όμως υπονοούν την αυτοκτονία. Ο Αδριανός από παντοδύναμος θεός γίνεται "ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας". Δεν συνήλθε ποτέ όσα κι αν έκανε προς τιμήν του νεαρού αγαπημένου. Τον ταρίχευσε, έκοψε νομίσματα με τη μορφή του, έκτισε ναούς, καθιέρωσε γιορτές, γέμισε τον κόσμο με αγάλματά του (ένα τέτοιο πανέμορφο άγαλμα θαύμασα κάποτε στο μουσείο των Δελφών), έκτισε ολόκληρη πόλη, την Αντινόη.
Ο Αδριανός υπήρξε ένας Ελληνολάτρης. Μεγάλωσε με ελληνική παιδεία. Γράφει: "Πραγματικός τόπος γέννησής μας είναι κείνος στον οποίο βλέπουμε  για πρώτη φορά με καθαρό μάτι τον εαυτό μας. Πρώτες μου πατρίδες ήτανε τα βιβλία". Κι αλλού πάλι: "Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει".
Γράφει για τα Ελληνικά: "Αγάπησα αυτή τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό της, που η κάθε λέξη του πιστοποιεί την άμεση και τη διαφορετική επαφή της με τις αλήθειες, και γιατί ό,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ' αυτή τη γλώσσα".
Πολλές φορές ταξίδεψε και έμεινε στην Ελλάδα, προπάντων στην Αθήνα. "Η Αθήνα έμενε ο αγαπημένος μου σταθμός. Θαύμαζα που η ομορφιά της εξαρτιόταν ελάχιστα από τις αναμνήσεις τις δικές μου ή κείνες της Ιστορίας. Αυτή η πόλη φαινόταν κάθε πρωί σαν καινούρια".
"Ναι, η Αθήνα παρέμενε όμορφη και δεν μετάνιωνα που είχα επιβάλει ελληνικές πειθαρχίες στη ζωή μου. Ό,τι έχουμε μέσα μας ανθρώπινο, ευθύ, καθαρό, μας έρχεται απ' αυτήν". 
Ό,τι  και να γράψει κανείς γι' αυτό το βιβλίο είναι σίγουρο ότι θα το αδικήσει. Μόνο η ανάγνωσή του μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη την απόλαυση ενός βιβλίου γεμάτου από σκέψεις, από τα όνειρα ενός ηγέτη που όχι μόνο ονειρεύτηκε, συλλογίστηκε, αλλά και προσπάθησε για ένα καλύτερο κόσμο. "Αισθανόμουνα υπεύθυνος για την ομορφιά του κόσμου", λέει σε κάποιο σημείο.
Τελειώνει αποχαιρετώντας με αυτά τα λόγια τη ζωή: "Μικρή ψυχή, ψυχή τρυφερή και μετέωρη, σύντροφε του κορμιού μου που σε φιλοξένησε, θα κατεβείς σ' αυτούς τους ωχρούς τόπους, τους σκληρούς και γυμνούς, όπου θα χρειαστεί ν' απαρνηθείς τα παιχνίδια του άλλοτε. Μια ακόμα στιγμή, ας κοιτάξουμε μαζί τις γνωστές μας ακτές, τα πράγματα που είναι βέβαιο πως δεν θα ξαναντικρίσουμε πια...Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στον θάνατο με ανοιχτά μάτια..."


Δευτέρα, Απριλίου 13, 2020

Χαμένος Ορίζων

Τζέημς Χίλτον
Χαμένος Ορίζων
Γαλαξίας, 1961
Μετ. Μάγδα Καϊναδά
Μπορεί να είναι η τρίτη, σίγουρα όμως είναι η δεύτερη φορά που αναζητώ στην ανάγνωση του πασίγνωστου αυτού βιβλίου (και ταινίας) την ονειρική ουτοπία του Σάγκρι-Λα. Ξεφεύγοντας από τον ζόφο των ημερών, μακριά από τις ανακοινώσεις των χιλιάδων νεκρών που ακούμε καθημερινά, θέλησα να ξαναγυρίσω, με τη φαντασία έστω, στην απόκοσμη ηρεμία του εξωπραγματικού μοναστηριού.
Εκδομένο για πρώτη φορά το 1933 το μυθιστόρημα του γνωστού Άγγλου μυθιστοριογράφου Τζέημς Χίλτον (1900-1954), γνώρισε πολλές μεταφράσεις και δυο κινημτογραφικές μεταφορές. Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Χένρι Κόνγουαιη που ο συνδυασμός πνευματικών και φυσικών προσόντων του χάριζε μια ιδιαίτερη γοητεία. Υπηρετώντας ως πρόξενος της Βρετανίας στο Μπασκούλ της Κίνας, φεύγει όταν εκεί ξεσπούν ταραχές. Μαζί με άλλους δυο άνδρες και μια γυναίκα-ιεραπόστολο επιβιβάζονται σ' ένα ιδιωτικό αεροπλάνο. Ταξιδεύουν για ώρες όταν ανακαλύπτουν ότι το αεροπλάνο οδεύει προς άγνωστο προορισμό, με πιλότο έναν Κινέζο ή Θιβετιανό, που τους προσγειώνει  σ' ένα απομονωμένο, άγριο τοπίο, τριγυρισμένο από πανύψηλα βουνά. Ενώ διερωτώνται τι συμβαίνει και τι μπορούν να κάνουν, εμφανίζεται μια ομάδα ντόπιων, που τους προσφέρει φιλοξενία σ' ένα βουδιστικό μοναστήρι, το Σάγκρι-Λα. "Πρώτος το είδε ο Κόνγουαιη. Και του φάνηκε σαν ένα όραμα, ένα δημιούργημα της φαντασίας του. Η έλλειψη οξυγόνου, σκέφτηκε, καταπονώντας τις δυνάμεις του, τον έκανε να έχει παραισθήσεις. Ήταν, αλήθεια, ένα αλλόκοτο και σχεδόν απίστευτο θέαμα. Μια σειρά πολύχρωμα κτίσματα ήταν γαντζωμένα στην πλαγιά του βουνού, όχι με τη βλοσυρή σοβαρότητα ενός πύργου της Ρηνανίας, αλλά με τη γοητευτική λεπτότητα ροδοπέταλων κρεμασμένων  πάνω σ' έναν απόκρημνο βράχο. Κάτι υπέροχο".
Σ' αυτή την απόμακρη, απομονωμένη γωνιά του κόσμου εκπλήξεις περιμένουν τους τέσσερις ταξιδιώτες. Το Σάγκρι-Λα δεν στερείται καμιά από τις σύγχρονες ανέσεις. Κεντρική θέρμανση, ευχάριστο μπάνιο, περιποίηση, γενικά ένα ωραίο και άνετο περιβάλλον. Αίθουσες με καταπληκτικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς, βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, αίθουσα μουσικής με πιάνο και άρπα, την οποία παίζει μια νεαρή κοπέλλα, η Λο-Τσεν. Οι μοναχοί Λάμα ζουν ήρεμα και αθόρυβα σ' αυτόν τον επίγειο παράδεισο. Μελετούν, γράφουν, ακούν ή παίζουν μουσική, σκέφτονται. Στις γεμάτες περιέργεια ερωτήσεις των ξένων (προπάντων πώς και πότε θα μπορέσουν να φύγουν) δίνει απαντήσεις ένας Λάμα, ο Τσαγκ, ο οποίος όμως πολύ συχνά απαντά μ' ένα "λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας δώσω αυτή την πληροφορία". Δεν αρνείται όμως να εξηγήσει τη φιλοσοφία του μοναστηριού: "Πάνω απ' όλα πιστεύουμε στη μετριοπάθεια. Η αποφυγή της υπερβολής, κάθε είδους υπερβολής- αυτή είναι η αρετή που καλλιεργούμε. Ακόμη, αν μου επιτρέπετε την παραδοξότητα της υπερβολής, και αυτής της ίδιας της αρετής".
Ο Κόνγουαιη γοητεύεται από την όλη ατμόσφαιρα. Μια μέρα γίνεται δεχτός από τον Μεγάλο Λάμα, τιμή που επιφυλάσσεται για πολύ λίγους. Ακολουθούν και άλλες συναντήσεις και ωραίες συζητήσεις. Ο Μέγας Λάμα του αφηγείται την ιστορία του μοναστηριού, του λέει ότι το τέλος του ίδιου είναι κοντά (είναι ήδη πάνω από 200 χρονών!) και του προτείνει να γίνει διάδοχός του. Του περιγράφει τι θα έχει να κερδίσει. Του υπόσχεται μακροζωία, ηρεμία, γαλήνη, ενασχόληση με ό,τι του αρέσει. "Τα χρόνια θα έρχονται και θα περνούν κι εσύ θα μεταπηδήσεις από τις σαρκικές απολαύσεις σε σφαίρες λιτότερες, αλλά όχι λιγότερο ευχάριστες. Μπορεί να χάσεις τη σωματική ρώμη και την όρεξη, θα κερδίσεις όμως πολλά για αντάλλαγμα: ψυχική γαλήνη και ωριμότητα, σύνεση και την άδολη χαρά των αναμνήσεων. Και το πολυτιμότερο απ' όλα, θα έχεις τον Χρόνο- το σπάνιο και υπέροχο τούτο δώρο που οι Δυτικές χώρες σας το έχασαν, προσπαθώντας να το αποκτήσουν".
Θα μείνει ή θα φύγει άραγε ο Κόνγουαιη; Το τέλος του μυθιστορήματος, παράδοξο όσο και η όλη υπόθεση, μας αφήνει με την ευχή να μπορούσε κάποτε ο κόσμος να γίνει ένα Σάγκρι-Λα. Ένα ουτοπικό όνειρο που για την ώρα μπορούμε μόνο να απολαμβάνουμε διαβάζοντας το μυθιστόρημα και ξεφεύγοντας για λίγο με τη φαντασία από την οδυνηρή πραγματικότητα.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2020

Μακάρι να πάνε όλα καλά

Carolina Setterwall
Μακάρι όλα να πάνε  καλά
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Γρηγόρης Κονδύλης
Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο επίκαιρη ευχή για την πρωτόγνωρη κατάσταση που γνωρίζει στις μέρες μας η ανθρωπότητα. Μια ευχή για έναν αγώνα,  έναν πόλεμο ενάντια στον αόρατο εχθρό. Όμως η ευχή αποτελεί απλώς τίτλο βιβλίου που δεν έχει καμιά σχέση με τη φοβερή πανδημία που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Η ευχή αναφέρεται σε προσωπική και όχι σε συλλογική ζωή.
Το βιβλίο, πρώτο της σουηδής συγγραφέως, διαφημίζεται αρκούντως, με τον χαρακτηρισμό μάλιστα του διεθνούς best seller. Σε αντίθεση με τη φήμη του, το βρήκα πολύ μέτριο και για άλλη μια φορά έκανα τη σκέψη πόσο η διαφήμιση και η προώθηση ευνοούν και τα πνευματικά και όχι μόνο τα υλικά δημιουργήματα. Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι ο ξαφνικός θάνατος ενός νέου ανθρώπου και οι επιπτώσεις στη σύζυγό του, θέμα που άλλοι συγγραφείς έχουν χειριστεί πολύ καλύτερα. Π.χ. "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" της Τζόαν Ντιντιόν ή το ακόμα καλύτερο "Όσο κρατάει ένας στεναγμός" της Ανν Φιλίπ, εξαντλημένο δυστυχώς.
Η Καρολίνα, μια νέα γυναίκα μ' ένα οχτάμηνο βρέφος, ξαφνικά, ένα πρωί βρίσκει τον άντρα της νεκρό. Με χρονικές εναλλαγές, καλύπτοντας τα χρόνια 2009-2017, η Καρολίνα αφηγείται τη ζωή της. Τη γνωριμία με τον άντρα της, τη γέννηση του παιδιού, τον ξαφνικό θάνατο εκείνου, τη ζωή της μετά. Ως θέμα φαίνεται ενδιαφέρον, όμως η αφήγηση παραμένει πολύ επιφανειακή. Κανένας προβληματισμός πάνω στο θέμα ζωή-θάνατος, καμιά βαθύτερη φιλοσοφική σκέψη. Είναι απλώς μια ιστορία που έχουν βιώσει και θα μπορούσαν να αφηγηθούν χιλιάδες γυναίκες.
Για λίγο αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη όταν, ενάμισυ χρόνο μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Καρολίνα αισθάνεται την ανάγκη για έναν καινούριο σύντροφο, έχει τους προβληματισμούς της, και τελικά ενδίδει στην επιθυμία να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Όμως γρήγορα και πάλι η αφήγηση ξεπέφτει στο συνηθισμένο και επίπεδο ύφος.
Αν κάτι βρήκα χρήσιμο σ' αυτό το βιβλίο, είναι η σύγκριση της δικής μας κοινωνίας με τη σουηδική, την οποία ασφαλώς ξέρουμε και από πολλά άλλα βιβλία, προπάντων την ανθηρή σουηδική αστυνομική λογοτεχνία. Π.χ. η έλλειψη συχνής επικοινωνίας με συγγενείς λόγω αποστάσεων, η δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας, η παροχή γονικής άδειας και στους δύο γονείς, η πρσφορά κρατικής ψυχοθεραπείας όταν χρειάζεται, ο τρόπος της κηδείας και του πένθους κ.λπ. Δεν μπορώ να μη σημειώσω κάτι που μου φάνηκε από παράξενο έως εξωφρενικό και αστείο. Για να πάρουν ένα γατάκι για το σπίτι έπρεπε να κάνουν κράτηση καιρό πριν και μάλιστα χρειάστηκε να μεταβούν κάπου αεροπορικώς για να το παραλάβουν!!
Γενικά είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο που όποιος δεν έχει διαβάσει άλλα ανάλογα, μπορεί να το βρει αρκετά καλό.

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2020

Η Πανούκλα


Αλμπέρ Καμύ
Η Πανούκλα
ΠΑΠΥΡΟΣ-ΒΙΠΕΡ, 1975
Μετ. Νάτα Κυριακοπούλου
Τούτες τις μέρες του εγκλεισμού, τώρα που η πανδημία μας περιορίζει στο σπίτι, η σκέψη μετεωρίζεται, αναπολεί, συγκρίνει. Δεν ξέρω αν αποτελεί μικρή παρηγοριά το να θυμηθούμε παρόμοιες καταστάσεις που βίωσε η ανθρωπότητα και μάλιστα κάτω από πολύ χειρότερες συνθήκες. Καταστάσεις που η δύναμη της λογοτεχνίας αποτύπωσε με τρόπο μοναδικό.
Στη σκέψη έρχεται πρώτα ο μεγάλος λοιμός του 5ου π.Χ. αιώνα, έτσι όπως γλαφυρότατα και λεπτομερέστατα τον περιγράφει στο Β΄ βιβλίο των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης. Έχοντας προσβληθεί και ο ίδιος, όπως ομολογεί, ξέρει ακριβώς τα συμπτώματα, το πώς εκδηλώνεται η αρρώστια, τις συνέπειές της. (Πυρετός, αιμορραγία από τα μάτια, εμετός, εξανθήματα, διάρροια, θάνατος). Αναφέρει το πώς η αρρώστια επηρέασε τους ανθρώπους όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά, κοινωνικά, ηθικά. Κυκλοφορούν φήμες ότι η αρρώστια ήρθε από την Αιθιοπία, ή ότι οι Σπαρτιάτες δηλητηρίασαν τα πηγάδια, θυμούνται προφητείες παλαιοτέρων (τι ομοιότητα με σήμερα! Προφητείες, συνωμοσίες κ.λπ.)
Η σκέψη μεταπηδά στον 19ο αι., στην ενδιαφέρουσα νουβέλα του Παπαδιαμάντη "Βαρδιάνος στα σπόρκα". Κι εκεί ένας λοιμός, μια χολέρα, περιορίζει σε καραντίνα τους χολεριασμένους. "Η γριά Σκεύω έμαθε την νέαν είδησιν, ότι ο υιός της έμελλε όταν έλθει (...) να διατρίψει είκοσιν μία ημέρας εις την Τσουγκριάν και άλλας ένδεκα εις τα Λαζαρέτα, σωστάς τριανταδύο ημέρας καραντίνα".
Για να φτάσουμε στο κλασικό αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ, "Η Πανούκλα". Το ξαναδιαβάζω σε μια παλιά έκδοση ΒΙΠΕΡ του 1975 και μένω "ενεή" με τις απίστευτες ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση του κορονοϊού.
Ο Καμύ τοποθετεί το έργο του στη δεκαετία του 1940, στην πόλη Οράν της Αλγερίας. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ενώ βγαίνει μια μέρα από το σπίτι του, σκοντάφτει πάνω σ' έν νεκρό ποντίκι. Το ένα θα γίνουν σε λίγο τρία, τα τρία χιλιάδες. Τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα μιας αρρώστιας που αναγνωρίζεται ως βουβωνική πανώλη εμφανίζονται. Οι νεκροί πληθαίνουν, χιλιάδες. Συμπτώματα: Πυρετός, λήθαργος, κόκκινα μάτια, σκασμένα χείλη, πρησμένοι βουβώνες, παραλήρημα, θάνατος. Οι αρχές κλείνουν τις πύλες εξόδου της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει. Οι συγγενείς των προσβεβλημένων απομονώνονται σ' ένα γήπεδο που γίνεται καταυλισμός-καραντίνα.
Μα οι ομοιότητες με το σήμερα δεν σταματούν εδώ. Η θρησκεία έρχεται να διαδραματίσει τον ρόλο της, οι εκκλησιαστικές αρχές της πόλη οργανώνουν "εβδομάδα ομαδικών προσευχών" κι ο ιερέας Πανελού φωνάζει στο κήρυγμά του: "Αδελφοί μου σας βρήκε δυστυχία. Αδελφοί μου, το αξίζατε". Και οι προφητείες, όπως στην εποχή του Θουκυδίδη ή όπως και σήμερα, διαδίδονταν ευρέως. "Μερικές από αυτές τις προφητείες δημοσιεύτηκαν μάλιστα σαν αναγνώσματα συνεχείας στις εφημερίδες και διαβάζονταν με την ίδια απληστία όπως και οι αισθηματικές ιστορίες που μπορούσε να βρει κανείς στον καιρό της υγείας".
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το κακό ο Καμύ μας προβάλλει κάποιους τύπους-υποδείγματα. Είναι ο  Ταρρού που οργανώνει εθελοντικές ομάδες, ο δημοσιογράφος Ραμπέρ που απεγνωσμένα, δωροδοκώντας τους φρουρούς, θέλει να φύγει από την πόλη, αλλά τελικά μπαίνει κι αυτός στον αγώνα εναντίον της αρρώστιας, είναι ο κατώτερος υπάλληλος του δήμου που καταγράφει τις στατιστικές, αλλά που θα προσβληθεί και θα πεθάνει και τέλος ο υπέροχος γιατρός Ριέ που, παραβλέποντας την κούραση, την αγρύπνια, τον κίνδυνο που διατρέχει, αφοσιώνεται στην περίθαλψη των αρρώστων.
Ο ήρωάς του Καμύ, ο γιατρός Ριέ,  ενσαρκώνει για μια ακόμη φορά "το παράλογο", το οποίο τόσο απασχόλησε τον Καμύ στα έργα του. Το παράλογο, η αντίφαση ανάμεσα στη θνητότητα , τον πόλεμο, την αρρώστια, την πείνα και τη δημιουργία, τον έρωτα, τη φιλία, την ελπίδα. Ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε ότι θα πεθάνουμε κι όμως ζούμε δημιουργώντας, ελπίζοντας...τι; Ο μύθος του Σισύφου πολύ απασχόλησε τον Καμύ. 
Ο Ριέ δεν πιστεύει στον Θεό. Όταν κάποια στιγμή ο Ταρρού τον ρωτάει: "Γιατί δείχνετε τόση αφοσίωση αφού δεν πιστεύετε στον Θεό;" του απαντά πως αν πίστευε σ' έναν παντοδύναμο Θεό θα σταματούσε να θεραπεύει τους ανθρώπους αφήνοντας σ' εκείνον τη φροντίδα αυτή!
Κάποτε η επιδημία, ξαφνικά όπως ήρθε, το ίδιο ξαφνικά τελειώνει. Ο κόσμος ξεχύνεται πασιχαρής έξω. "Ακούγοντας τις κραυγές της χαράς που ανέβαιναν από την πόλη, ο Ριέ αναλογιζόταν πως η χαρά αυτή δεν θα ήταν σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος και που μπορεί κανείς να το διαβάσει στα βιβλία, δηλαδή πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και στα ρούχα, πως περιμένει υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντήλια και στα χαρτιά και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που, για τη δυστυχία και τη γνώση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πόλη".

Είναι άραγε τα ποντίκια του Καμύ ο σημερινός ιός; Ποιος ξέρει...

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2020

Όσα παίρνει ο άνεμος

Margaret Mitchell
Όσα παίρνει ο άνεμος
Μετ. Γιάννης Λάμψας
"Οι φίλοι του βιβλίου", 1948
Το βρήκα σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Ίσως μια από τις πρώτες εκδόσεις του περίφημου, μοναδικού, ανεπανάληπτου μυθιστορήματος. Διερωτώμαι ποιος μπόρεσε να αποχωριστεί ένα τέτοιο θησαυρό! Η πρώτη μου κίνηση ήταν να γυρίσω στην τελευταία (1095η) σελίδα, για να διαβάσω την ιστορική φράση με την οποία κλείνει το μυθιστόρημα: "Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα". Κρίμα. Αν και μεταφραστής της παλιάς αυτής έκδοσης είναι ο εξαιρετικός Γιάννης Λάμψας (1921-2002), την είχε αποδώσει ως "Στο κάτω-κάτω κι αύριο μέρα είναι". Η ελαφρά απογοήτευση δεν με εμπόδισε να αποκτήσω τον πολύτιμο, συλλεκτικό ίσως, τόμο.
Πέρασα μαζί του απίθανες ώρες απολαυστικού διαβάσματος. Πλάι στη τζαμόπορτα, αντικρίζοντας την ανθισμένη φύση, με ηχητική υπόκρουση την ανοιξιάτικη βροχή (κι είχαμε πολλές τέτοιες βροχές φέτος) έζησα ώρες και μέρες πολλές με την καταπληκτική Σκάρλετ Ο' Χάρα, τον γοητευτικό, πολύπλευρο χαρακτήρα του Ρεττ Μπάτλερ, την ήρεμη δύναμη της Μελανίας, τον ονειροπόλο Άσλεϋ, το πλήθος τόσων άλλων προσώπων που πλημμυρίζουν το βιβλίο. Είχα ξεφύγει  από το θλιβερό περιβάλλον των ημερών, ο επικίνδυνος κορωνοϊός δεν με άγγιζε, ο εγκλεισμός στο σπίτι ήταν απόλαυση, όχι μελαγχολία.
Δεν ωφελεί, άλλωστε είναι δυσκολότατο έργο, να αποδώσω το περιεχόμενο του βιβλίου. Όλοι εμείς οι παλαιότεροι το ξέρουμε, αν όχι από το βιβλίο, τουλάχιστον από την εξαιρετική ταινία του 1939 με τα 8 Όσκαρ, μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου. Όμως το διάβασμα του βιβλίου είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Οι λεπτομερείς,
ολοζώντανες εικόνες της Margaret Mitchell μας μεταφέρουν από την πλούσια, ξένοιαστη, ευτυχισμένη ζωή του Νότου πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865) στον πόλεμο και στη φρίκη που τον συνοδεύει, πάντα βέβαια βλέποντάς τον από τη σκοπιά των Νοτίων. Οι ζωντανοί διάλογοι, η δύναμη της περιγραφής σκηνών που καρφώνονται στη μνήμη του αναγνώστη, άλλοτε ένας χορός, άλλοτε μια πόλη που φλέγεται, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτεχνικό έργο. Και πάνω απ' όλα βέβαια, με τη ζωή τους να συμβαδίζει και να επηρεάζεται από τις ιστορικές στιγμές της πατρίδας τους, οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές: Η Σκάρλετ και ο Ρεττ. Δυο πρόσωπα που τα συνδέει έλξη και απώθηση. Δυο όμοιοι χαρακτήρες που θα συναντηθούν στις πρώτες κιόλας σελίδες, αλλά θα ενώσουν τις ζωές τους, μετά από πλήθος περιπέτειες, μόνο κάπου στην 800η σελίδα.
Το δουλεμπόριο, το πώς έβλεπαν οι Νότιοι τους μαύρους και πώς οι Βόρειοι, το πως οι μαύροι βιώνουν την απελευθέρωσή τους, προβάλλει όχι ως θεωρία αλλά έμπρακτα, μέσα από τις σχέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων. 
Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορική γνώση με το ρομάντζο, τις μεγάλες πολυπληθείς σκηνές με τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων του, ένα βιβλίο που μπορεί να χαρίσει πάμπολλες ώρες βιβλιοφιλικής απόλαυσης.

Σημ.1. Η Margaret Mitchell (1900-1949) πέθανε πολύ νέα μετά από ένα ατύχημα.
2. Κυκλοφορούν πολλές ελληνικές εκδόσεις.Μερικές απεικονίζονται στα εξώφυλλα που ανάρτησα.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2020

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Λέων Τολστόη
Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς
Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989
Μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος
Άνοιξη και πάλι. Όργιο χρωμάτων, ήχων, αρωμάτων. Οι αμυγδαλιές ολάνθιστες πανηγυρίζουν, κίτρινες μαργαρίτες, κόκκινες παπαρούνες, τιτιβίσματα, χαρούμενα πετάγματα ξετρελαμένων πουλιών. Μέσα σ' αυτή την πανέμορφη φύση που με κάθε τρόπο και μέσο υμνεί τη ζωή, τι γυρεύει μια νουβέλα που πραγματεύεται τον θάνατο; Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίθεση, η αναγέννηση, η φύση που κάθε χρόνο πεθαίνει και πάλι ανασταίνεται, φέρνει στη σκέψη την αδυναμία του ανθρώπου για τον οποίο ο θάνατος σημαίνει το τέρμα, το οριστικό τέλος και μια μελαγχολία άθελα μας κυριεύει.
Αυτή η μελαγχολία οδήγησε τη σκέψη και την αναγνωστική μου διάθεση στην περίφημη νουβέλα του Τολστόη "Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς". Επανειλημμένες εκδόσεις από το 1886 που πρωτοκυκλοφόρησε, μέχρι σήμερα, μεταφορά στο θέατρο, κριτικές και μνημόνευσή της από πολλούς μελετητές, αποδεικνύει τη σημασία και τη διαχρονικότητά της. Την έχω σε μια αρκετά παλιά έκδοση (1989) που περιλαμβάνει άλλες τέσερις νουβέλες του Τολστόη: Πάτερ Σέργιος- Πολικούσκα-Ο διάβολος-Οικογενειακή ευτυχία. Τη ξαναδιαβάζω. Θαυμάζω όχι μόνο τον μεγάλο λογοτέχνη αλλά και τον αξεπέραστο γνώστη της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Αρχίζει με την είδηση του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς, όπως την πληροφορούνται στο δικαστικό μέγαρο τρεις δικαστικοί συνάδελφοί του. Οι σκέψεις τους; "Πέρα από τις μεταθέσεις, τις πιθανές προαγωγές και τις άλλες αλλαγές που μπορούσε να προκαλέσει στην υπηρεσία ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός φίλου προκάλεσε σ' όλους αυτούς που το έμαθαν, όπως συμβαίνει συχνά, κι ένα αίσθημα χαράς-πέθανε αυτός κι όχι εγώ. "Τι τυχερός που δεν είμαι εγώ στη θέση του", είπε μέσα του ή ένιωσε ο καθένας."
Με δυσφορία οι φίλοι του σκέφτονται πως πρέπει να εκτελέσουν θλιβερά καθήκοντα, να επισκεφθούν το σπίτι του νεκρού. Χαρακτηριστική η αντίδραση ενός απ' αυτούς καθώς φεύγει από την επίσκεψη: "Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς ανάπνεε τώρα ευχάριστα τον καθαρό αέρα ύστερα από το λιβάνι, την πτωμαΐνη, το φαινικό.
-Για πού πάμε, ρώτησε ο αμαξάς.
-Δεν είναι αργά. θα πάω στου Φιόντορ Βασίλιεβιτς.
Και πήγε. Τους βρήκε στο τέλος της πρώτης παρτίδας κι ευχαριστήθηκε που θα 'παιζε πέμπτος".
Στη συνέχεια ο συγγραφέας, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής (για να χρησιμοποιήσω έναν νεοφανή λογοτεχνικό όρο που, μαζί με άλλους ανάλογους, ταλαιπωρούν τους σημερινούς μαθητές χωρίς κατ' ανάγκη να τους κάνουν ν'αγαπήσουν περισσότερο τη λογοτεχνία), δηλαδή ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, μας παρουσιάζει την πορεία ζωής του Ιβάν Ιλίτς. Πώς δηλαδή κατόρθωσε με κατάλληλες ενέργειες να ανέλθει επαγγελματικά (ανώτερος δικαστικός), οικονομικά, κοινωνικά, να δημιουργήσει μια "αξιοπρεπή" οικογένεια. Και ξαφνικά, ύστερα από ένα χτύπημα στο πλευρό καθώς στερέωνε μια κουρτίνα, άρχισε να μη νιώθει καλά. "Παραπονιόταν πότε-πότε για μια παράξενη γεύση στο στόμα του και για κάτι που τον ενοχλούσε στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς του". Η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής, η καταφυγή σε δεύτερη και τρίτη γνωμάτευση σε τίποτε δεν ωφελεί. Η κατάστασή του ολοένα χειροτερεύει. Αναλογίζεται την περασμένη του ζωή. Φέρνει στη σκέψη του τις πιο ευχάριστες στιγμές του. "Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;" αναρωτιέται. Απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο και μένει απορώντας για τη σχέση ζωής-θανάτου. "Άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερά μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του θεού, για την απουσία του θεού".
Οι γύρω, η σύζυγος, η κόρη, ο γιος του συνεχίζουν τη ζωή τους. Σκέφτεται πως τους είναι ενόχληση κι ίσως εύχονται σύντομα να τους απαλλάξει από την παρουσία του. Μονάχα ένας νεαρός μουζίκος, ο Γεράσιμος, του παραστέκεται με γνήσιο ενδιαφέρον και τον βοηθά ακόμα και στις ταπεινωτικές φυσικές του ανάγκες.
Το τέλος αναπόφευκτα φτάνει. Ένα τόσο σύντομο έργο (μόλις 71 μικρού μεγέθους σελίδες) κι όμως τόσα βαθιά νοήματα, τόσες λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, τόση φιλοσοφική σκέψη αντλημένη από την ίδια τη ζωή. Πολλοί το θεωρούν ισοδύναμο με τα μεγάλα έργα του Τολστόη, την Άννα Καρένινα, το Πόλεμος και ειρήνη, την Ανάσταση και δεν έχουν άδικο νομίζω.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2020

Ψηλά τις καρδιές

Μαξίμ Λέο
Ψηλά τις καρδιές
(Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία)
Μετ. Γιώτα Λαγουδάκου
Δώμα, 2019


Όσοι είμαστε κάποιας ηλικίας, όσοι ζήσαμε το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, όσοι έχουμε έστω και μια απόμακρη εικόνα των ιστορικών του γεγονότων, όλοι εμείς γνωρίζουμε το μοίρασμα της Γερμανίας σε δυο κράτη, Ανατολική και Δυτική Γερμανία (1949), βιώσαμε και την επανένωσή της (1989). Τα ζήσαμε όμως όλα αυτά κάπως απόμακρα, σαν κάτι που συνέβαινε σ' έναν άλλο κόσμο που δεν μας αφορούσε. Κι έτσι ήταν. Πώς τα έζησαν όμως οι ίδιοι οι Γερμανοί; Πώς τα έζησε προπάντων μια νεότερη γενιά Γερμανών που γεννήθηκε μέσα στην ΛΔΓ (Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας), που δεν γνώρισε τη Γερμανία πριν αυτή χωριστεί, που μεγάλωσε με την ιδέα "από κεί οι κακοί απ' εδώ οι καλοί";
Ο συγγραφέας, Μαξίμ Λέο, γεννημένος το 1970, προσπαθεί να καταλάβει. Προσπαθεί μέσα από την ιστορία της δικής του οικογένειας: "Πήγα σε αρχεία, έψαξα σε ντουλάπια και κιβώτια, βρήκα παλιές φωτογραφίες κι επιστολές, ένα ημερολόγιο προ πολλού ξεχασμένο, φακέλους κρυφούς. Έκανα ερωτήσεις στην οικογένειά μου, ρωτούσα τον ένα μετά τον άλλο, επί μέρες κι εβδομάδες". Ουσιαστικά το βιβλίο είναι μια πραγματική ιστορία, η ιστορία της οικογένειας του συγγραφέα, που αντιπροσωπεύει χιλιάδες γερμανικές οικογένειες. Ξεκινά από τους δυο του παππούδες, τον Γκέρχαρτ από την πλευρά της μητέρας του και τον Βέρνερ από την πλευρά του πατέρα του κι απλώνεται στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις αρχές του 21ου αι. Είναι η ιστορία ενός τόπου κι ενός λαού όχι όπως την εκθέτουν τα επίσημα βιβλία της Ιστορίας, αλλά μέσα από την καθημερινότητα απλών ανθρώπων. Που άλλοι απ' αυτούς πίστεψαν σ' αυτό το κράτος και με δάκρυα στα μάτια είδαν να χάνεται ένα όνειρο κι άλλοι να διαδηλώνουν πανηγυρίζοντας για το γκρέμισμα του Τείχους.
Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν ακολουθείται μια αυστηρά χρονολογική σειρά. Άλλωστε δεν είναι βιβλίο Ιστορίας, είναι μια βιωματική εξιστόρηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο και στα πρόσωπα.  Καλογραμμένη, διανθισμένη με οικογενειακές φωτογραφίες που ζωντανεύουν πρόσωπα και γεγονότα η ιστορία του Λέο αποκτά γενικότερο ενδιαφέρον. Γεγονότα όπως αυτό της εισβολής στη Τσεχοσλοβακία (1968), με τη διαφορετική ερμηνεία που δίνεται από το επίσημο κράτος, ακατανόητες απαγορεύσεις: "Όποιος φοράει μπλουτζίν και τσόκαρα είναι ταξικός εχθρός. Όποιος στέκεται μ' ένα φορητό ραδιόφωνο στην άκρη του δρόμου δέχεται απειλές από βοηθούς της Λαϊκής Αστυνομίας. Απαγορεύεται ν' ακούς δυτικό ραδιόφωνο και να συμμετέχεις σε συναθροίσεις. Όποιος έχει τα μαλιά του κοκοράκι, έπρεπε να στέκεται με τα πόδια ανοιχτά κολλημένος στον τοίχο όσο έλεγχαν την ταυτότητά του", η στενή παρακολούθηση των πάντων η γνώση της ελευθερίας την οποία απολαμβάνουν οι Δυτικογερμανοί, δημιουργούν ρωγμές στην πανίσχυρη διακυβέρνηση, ρωγμές που σιγά σιγά γίνονται ομιλίες διαμαρτυρίας, επαναστατικά φέιγ βολάν, διαδηλώσεις, ώσπου ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1989 θα γκρεμίσουν οριστικά το διαχωριστικό Τείχος.
Ψάχνοντας για ένα γενικό χαρακτηρισμό αυτού του ενδιαφέροντος βιβλίου δεν βρίσκω προσφυέστερο απ' αυτόν της γερμανικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung: "Μια μοναδική αποτύπωση της γερμανικής ψυχής στον 20ο αιώνα. Σχεδόν ποτέ προηγουμένως δεν μπόρεσε κάποιος να μας κάνει να καταλάβουμε πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι στην Ανατολική Γερμανία και γιατί φέρονταν όπως φέρονταν".

Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020

Άγρια φύση

Jane Harper
Άγρια φύση
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Αν κάποιος θέλει να ξεκουραστεί διαβάζοντας ένα βιβλίο με αστυνομικό ενδιαφέρον αλλά όχι καθαρά αστυνομικό, αν δεν έχει διάθεση για μεγάλα κλασικά έργα, αν θέλει απλώς να ξεκουραστεί περιπλανώμενος μέσα σε μια άγρια φύση, μακριά από την κοσμοσυρροή και τον θόρυβο των μεγαλουπόλεων, τότε ας βυθιστεί για λίγο στον μυθιστορηματικό κόσμο της Jane Harper. Είχα διαβάσει το πρώτο της βιβλίο, "Ξηρασία", είδα μια ενδιαφέρουσα γραφή από μια νέα Αυστραλο-Αγγλίδα συγγραφέα κι έτσι δεν δίστασα να πάρω και τη δεύτερη συγγραφική της δημιουργία.
Όπως και το πρώτο της βιβλίο (το οποίο έχει βραβευτεί, έχει πολυμεταφραστεί κι έχει γυριστεί σε ταινία) έτσι και το δεύτερο διαδραματίζεται στην Αυστραλία, με κεντρικό ήρωα τον ομοσπονδιακό πράκτορα Άρον Φαλκ. Μια μεγάλη εταιρεία, για να αναπτύξει τη συναδελφικότητα και το ομαδικό πνεύμα των υπαλλήλων της, οργανώνει ολιγοήμερες ομαδικές εκδρομές, κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες πρέπει να ζήσουν μέσα στη φύση με λιγοστά εφόδια, χωρίς επικοινωνία (απαγορεύονται τα κινητά τηλέφωνα), κουβαλώντας μέσα στα σακίδιά τους τα απαραίτητα, βρίσκοντας με χάρτες τη διαδρομή που πρέπει να κάνουν, κατασκηνώνοντας τα βράδια σε συγκεκριμένους χώρους.
Δυο ομάδες, μια ανδρών και μια γυναικών, αποτελούμενες κάθε μια από πέντε άτομα, παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δοκιμασία. Σε τρεις μέρες η ομάδα των ανδρών επιστρέφει επιτυχώς. Λίγο αργότερα και η ομάδα των γυναικών. Όχι όμως πέντε γυναίκες, όπως είχαν ξεκινήσει, αλλά μόνο τέσσερις. Τι συνέβη; Τι έχει γίνει η πέμπτη γυναίκα; Πού βρίσκεται; Ζει ή κάτι άλλο συνέβη; Η συγγραφέας κεφάλαιο με κεφάλαιο, πηγαινοερχόμενη στο χρόνο, μας μεταφέρει από το παρόν της διάσωσης στο παρελθόν, στο ξεκίνημα της πορείας. Με ένα πολύ αργό ρυθμό, όπως διασχίζει κανείς μια πυκνή, αδιαπέραστη βλάστηση με οδηγό μόνο χάρτες και πυξίδα, με εξαντλητικές λεπτομέρειες, βαδίζουμε με τις πέντε γυναίκες, που πέρα από τον κοινό χώρο εργασίας τους, συνδέονται με πολλούς άλλους δεσμούς. Παραμένουν όμως ίδιοι αυτοί οι δεσμοί, όταν μπροστά στον κίνδυνο ξυπνά το ένστικτο της επιβίωσης; Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή. Το ψυχογράφημα των ηρωίδων της κατέχει εξίσου σημαντική θέση.
Ο πράκτορας Φαλκ και η βοηθός του Κάρμεν, ερευνώντας για ύποπτες δραστηριότητες στις οποίες πιθανόν να εμπλέκεται η συγκεκριμένη εταιρεία, βοηθούν την αστυνομία στην ανεύρεση των γυναικών. Πέρα όμως απ' αυτό, πολλά είναι τα θέματα που η συγγραφέας εμπλέκει στο μυθιστόρημά της. Θέματα σχέσεων, θέμα ενός προ εικοσαετίας σίριαλ κίλλερ, θέμα νευρικής ανορεξίας ή διαπόμπευσης στο διαδίκτυο, που σχετίζονται μεν, αλλά κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να περιοριστούν. Εκείνο όμως που, τουλάχιστον σε μένα έμεινε, είναι αυτή ακριβώς η άγρια φύση. Το κρύο, η πείνα και η δίψα, η αγωνία όταν χάνεσαι σ' αυτό το απέραντο άγνωστο και δεν έχεις τρόπο διαφυγής, μόνο εύχεσαι να σε βρουν το συντομότερο οι διασώστες. Στα θετικά του μυθιστορήματος οι ωραίες περιγραφές της φύσης, άλλοτε τρομακτικές κι άλλοτε ειδυλλιακές. 
Γενική αποτίμηση: ένα αξιοπρεπές μυθιστόρημα.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Εξιλέωση

Ιαν Μακ Γιούαν
Εξιλέωση
Μετ. Γιάννης Σκαρπέλος
Νεφέλη, 2002
Θεωρείται το καλύτερο έργο του Μακ Γιούαν, έχει γίνει μια επιτυχημένη ταινία, βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Από την πρώτη ανάγνωση που είχα κάνει όταν πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά διατηρούσα μια αόριστη ανάμνηση: Ένα σιντριβάνι, δίπλα ένα ζευγάρι, μακριά ένα παράθυρο από όπου ένα κοριτσάκι κοιτάζει τη σκηνή, ύστερα μια επίπονη πορεία στρατιωτών που υποχωρούν, τέλος ένα νοσοκομείο με φριχτές σκηνές τραυματιών, ακρωτηριασμών, πόνου και θλίψης.
Πραγματικά άξιζε η δεύτερη ανάγνωση ύστερα από κάπου δεκαεφτά χρόνια. Ο χρόνος τώρα άπλετος (ένα από τα αγαθά των μεγάλων ηλικιών!) μου επέτρεψε το αργό διάβασμα, την απόλαυση της λεπτομέρειας, την παύση και τον συλλογισμό πάνω σ' αυτά που διάβαζα...
Το έργο αρχίζει το 1935, ένα καλοκαίρι, σ' ένα πλουσιόσπιτο στην αγγλική εξοχή. Ένοικοι η οικογένεια Τάλλις, αποτελούμενη από τον πατέρα (απόντα όταν αρχίζει το έργο), τη μητέρα Έμιλυ που οι ημικρανίες την κρατάνε για ώρες σε σκοτεινό δωμάτιο (πόσο καλά τα ξέρω αυτά τα συμπτώματα) και τα τρία παιδιά τους: Τον Λήον, που έρχεται για διακοπές με τον πλούσιο εργοστασιάρχη φίλο του, την Σεσίλια και τη δεκατριάχρονη Βρυώνη. Φιλοξενούνται ακόμη τρία ξαδέλφια τους, παιδιά της αδελφής της Έμιλυ. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει από την αρχή ως το τέλος, κεντρικός ήρωας θα λέγαμε, ο Ρόμπι, γιος της παραδουλεύτρας της οικογένειας, παιδικός φίλος των παιδιών και ερωτευμένος με τη Σεσίλια. Το καλοκαίρι κυλάει χαρούμενο, ο πόλεμος είναι ακόμα μακριά, αν και τα μαύρα σύννεφα έχουν αρχίσει να μαζεύονται.
Σε τρία μέρη χωρίζεται το μυθιστόρημα. Στο πρώτο, και πολύ εκτενέστερο από τα άλλα δύο, γνωρίζουμε τα πρόσωπα, τις σχέσεις τους, τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους. Κυρίως τη Βρυώνη που γράφει ένα θεατρικό, αλλά απότομα το εγκαταλείπει, γιατί θέλει να γίνει μυθιστοριογράφος. Αργός ρυθμός, εξαντλητικές λεπτομέρειες στην περιγραφή του εξωτεερικού περιβάλλοντος αλλά και της εσωτερικής ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων. Η Βρυώνη παρεξηγεί μια σκηνή που βλέπει, καταγγέλλει για βιασμό τον Ρόμπι, ο οποίος και φυλακίζεται.
Το δεύτερο μέρος του έργου, πέντε  χρόνια αργότερα, περιγράφει με δυνατές, εντυπωσιακές στο ρεαλισμό τους εικόνες, το επίπονο βάδισμα του διαλυμένου συμμαχικού στρατού που υποχωρεί, στην προσπάθειά του να φτάσει στη Δουνγκέρκη για να επιβιβαστεί στα πλοία. Ανάμεσά τους και ο Ρόμπι.
Στο τρίτο μέρος η Βρυώνη που έχει αναγνωρίσει το λάθος της και μετανιώνει για το κακό που προκάλεσε με το ψέμα της, εγκαταλείπει τα όνειρα για σπουδές, μπαίνει στο νοσοκομείο ως εκπαιδευόμενη νοσοκόμα και επισκέπτεται την αδελφή της ζητώντας συγγνώμη.
Σε λίγες σελίδες σ' ένα τέταρτο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η εβδομηνταεπτάχρονη πια Βρυώνη γιορτάζει ανάμεσα σε πλήθος συγγενών-απογόνων κυρίως των προσώπων του μκαρινού εκείνου καλοκαιριού τα γενέθλιά της στο παλιό αρχοντικό που έχει γίνει ξενοδοχείο. Πάσχει ήδη από την αρχή μιας ασθένειας, της αγγειακής άνοιας. Μπορεί όμως ακόμα να αναλογίζεται το παρελθόν, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τη ζωή της. Προβληματίζεται με τη σκέψη μήπως μπορούσε να δώσει ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία. Και μας αφήνει με την απορία: Μήπως όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν μια μυθιστορηματική δημιουργία της Βρυώνης;

Τετάρτη, Αυγούστου 21, 2019

Ο ξένος

Αλμπέρ Καμύ
Ο ξένος
Καστανιώτης, 1998
(L' Etranger, 1942)
μετ. Νίκη Καρακίτσου-Ντούζε
        Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν
Δεν υπάρχει, νομίζω, βιβλιόφιλος ή γενικά άνθρωπος που ασχολείται με τα Γράμματα και ειδικά τη φιλοσοφία, που δεν έχει διαβάσει το περίφημο αυτό βιβλίο. Πλείστες μελέτες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό, έχει αναλυθεί, έχει συζητηθεί. Θεωρείται ένα από τα κείμενα που έθεσαν τις βάσεις της θεωρίας του παραλόγου. Τελευταίως ακόμα μελετήθηκε από την άποψη της πάθησης του συνδρόμου του Asperger, καθώς θεωρήθηκε ότι ο βασικός του ήρωας, ο Μερσώ, πάσχει απ' αυτό το σύνδρομο.
Τι μπορώ εγώ λοιπόν να προσθέσω με την παρουσίασή μου σ' όλες αυτές τις αναγνώσεις και αναλύσεις; Τίποτα καινούριο ασφαλώς. Θέλησα απλώς να καταγράψω κάποιες σκέψεις, να καταθέσω τις δικές μου εντυπώσεις. Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που το διαβάζω. Και λυπάμαι που έχασα (ή δεν βρήκα μέσα στο χάος των βιβλίων μου) την παλιά έκδοση από την οποία το πρωτοδιάβασα κι έτσι το ξαναγόρασα.
Δεν θυμάμαι ακριβώς τις τότε μου σκέψεις. Σίγουρα μια μελαγχολία πρέπει να με είχε καταλάβει. Το ίδιο και τώρα, αλλά για άλλους νομίζω λόγους. Τότε ήταν μια μελαγχολία, μια απαισιοδοξία. Ένας άνθρωπος, ο Μερσώ, που ζει στο Αλγέρι (ο Καμύ, 1913-1960, είναι Γαλλο-Αργερινός) σκοτώνει χωρίς ουσιαστικό λόγο έναν Άραβα. Συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Γύρω από αυτό και μόνο το περιστατικό χτίζεται όλο το σύντομο μυθιστόρημα. Μέσα από ελάχιστα περιστατικά, τον θάνατο της μητέρας του με τον οποίο και αρχίζει το έργο, τη συνάντηση με το κορίτσι του, αργότερα με έναν γέρο συγκάτοικο που βγάζει περίπατο τον σκύλο του, μετά έναν φίλο του, τέλος μια εκδρομή με φίλους στη θάλασσα, τελικά τον φόνο. Το δεύτερο μισό του βιβλίου καταλαμβάνει η δίκη. Γύρω απ' αυτά τα βασικά περιστατικά πλέκονται οι αντιδράσεις και οι σκέψεις του που χαρακτηρίζονται από μια ακραία αδιαφορία. Καλά-καλά δεν ξέρει πότε πέθανε η μητέρα του ("σήμερα, μπορεί και χτες, δεν ξέρω"). Όταν ένας φίλος του  ζητάει μια βοήθεια, δεν αρνείται ("εμένα το ίδιο μου έκανε"), λέει. Όταν ο προϊστάμενός του του ανακοινώνει την μετάθεσή του στο Παρίσι "κατά βάθος το ίδιο μου έκανε", ομολογεί. Όταν η φιλενάδα του, η Μαρί, τον ρωτάει αν ήθελε να παντρευτούν, της απάντησε ότι το ίδιο του έκανε και πως θα μπορούσαν να παντρευτούν αν εκείνη το ήθελε. Όταν ο δικαστής τον ρωταέι γιατί έκανε το έγκλημα, λέει: "...το έκανα εξαιτίας του ήλιου". Καμιά συνειδητή πρσπάθεια δικαιολόγησης του εγκλήματος. Όταν ζητά ο ιερέας να τον επισκεφθεί στη φυλακή, τρεις φορές αρνείται, "δεν έχω όρεξη να μιλήσω". Αυτή η αδιαφορία κορυφώνεται στην αντιμετώπιση του θανάτου:"Τι σημασία έχει αν πεθάνω σήμερα ή ύστερα από τριάντα χρόνια;".
Δεν μου είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί η θλίψη (ίσως και κατάθλιψη) που ένιωσα διαβάζοντας τον ¨Ξένο" στα νιάτα μου, μετατράπηκε τώρα στην ώριμη (!) ηλικία σε μια εγκαρτέρηση, σε μια ήρεμη αποδοχή του αναπόφευκτου ζωής και θανάτου. Κι ίσως θα πρέπει, εκτός από όλες τις ερμηνείες και αναλύσεις που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια, να διαβάζουμε τον "Ξένο" έχοντας πρωτίστως υπ' όψιν τα λόγια του ίδιου του Καμύ: "...Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον Ξένο είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δίχως τίποτα ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί".

Πέμπτη, Ιουλίου 25, 2019

Το αηδόνι

KRISTIN HANNAH
Το αηδόνι
Κλειδάριθμος, 2016
Μετ. Χριστίνα Σωτηροπούλου
Έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ιστορία. βιογραφίες, έχουμε δει ταινίες για τον Β΄ Π΄ Πόλεμο, που πια ένα έργο με θέμα τη (σχετικά κοντινή) σκοτεινή αυτή περίοδο της ανθρωπότητας, πρέπει να 'ναι πολύ εξαιρετικό για να ελκύσει το ενδιαφέρον μας. Και "Το αηδόνι" της Αμερικανίδας Kristin Hannah δεν είναι. Διερωτώμαι γιατί (όπως διαφημίζεται τουλάχιστον) υπήρξε για 45 εβδομάδες στη λίστα best seller των New York Times και στα καλύτερα βιβλία της Amazon για το 2015!
Υπήρξαν στιγμές που ήθελα να διακόψω το διάβασμα, αλλά μη έχοντας άλλο βιβλίο, συνέχιζα, ίσως θέλοντας να του δώσω κι άλλη ευκαιρία. Δεν θα έλεγα ότι είναι κακογραμμένο. Όμως οι 630 σελίδες είναι πάρα πολλές για το θέμα του, που είναι η συμμετοχή δυο γυναικών-αδελφών στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία. Αναπόφευκτα υπάρχουν επαναλήψεις, ανιαρές πληροφορίες, περιττές αναφορές. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις ή ανατροπές που θα αναζωπύρωναν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχει επίσης μια τεχνική που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί. Πιο συγκεκριμένα. Το εισαγωγικό κεφάλαιο τοποθετείται χρονικά το 1995 στην Αμερική. Σε πρώτο πρόσωπο και επομένως ανώνυμα, μια γυναίκα εκθέτει τις σκέψεις της: "Τώρα τελευταία όμως, χωρίς να το θέλω, ο νους μου τρέχει στον πόλεμο, στους ανθρώπους που έχασα". Στη συνέχεια, σε τριτοπρόσωπη γραφή μεταφερόμαστε στο 1939, στην έναρξη του πολέμου, στην Κατοχή της Γαλλίας. Οι δυο βασικές πρωταγωνίστριες είναι η Βιαν, παντρεμένη με τον Αντουάν, με μια μικρή κόρη, τη Σοφί,, που ζει σ' ένα μικρό χωριό, το Καριβό. Ο Αντουάν φεύγει γγια το μέτωπο και μέσα από τις συνθήκες ζωής της Βιάν γνωρίζουμε (για άλλη μια φορά !) την Κατοχή, την πείνα, τις στερήσεις, την επίταξη των σπιτιών, τους θανάτους, τον εκτοπισμό των Εβραίων κ.λπ.
Η δεύτερη αδελφή είναι η Ιζαμπέλ. Διαφορετικός χαρακτήρας. Εντάσσεται στην Αντίσταση, οδηγεί τους  αεροπόρους των συμμάχων, Αμερικανούς, Καναδούς, Άγγλους, των οποίων τα αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, να σωθούν διασχίζοντας τα Πυρηναία από τη Γαλλία προς την Ισπανία, παίρνοντας το ψυδώνυμο Ροσινιόλ (Αηδόνι).
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρώτου κεφαλαίου επανέρχεται μερικές φορές πολύ αργότερα, χωρίς να ξέρουμε ποια από τις δυο αδελφές μιλά, παρά μόνο εντελώς στο τέλος, πράγμα που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί, αφού ώσπου να φτάσουμε από το πρώτο κεφάλαιο στο τέλος, σχεδόν το έχουμε ξεχάσει.
Δεν ξέρω αν από τις νεότερες γενιές αναγνωστών υπάρχουν κάποιοι  που ακόμα δεν έχουν κουραστεί να διαβάζουν για τον Β΄Π΄ Πόλεμο.Για τους μεγαλύτερους πολύ αμφιβάλλω.

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2019

Ισπανική Διαθήκη

Άρθουρ Καίστλερ
Ισπανική Διαθήκη
Κάκτος, 1975
Μετάφρ. Ανδρέας Ρικάκης
"Κανένα από τα πρόσωπα αυτής της διήγησης δεν είναι φανταστικό. Τα περισσότερα είναι σήμερα πεθαμένα. Ο συγγραφέας ήταν ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας "Νιους Κρόνικλ", στην Ισπανία. Κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες οι Εθνικιστές τον συνέλαβαν και τον κατεδίκασαν σε θάνατο μετά τη πτώση της Μάλαγκα. Για τέσσερις περίπου μήνες περίμενε την εκτέλεσή του και είδε πώς τουφέκιζαν τους συντρόφους του της αιχμαλωσίας. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αρχίζει σαν ρεπορτάζ, τελειώνει όμως τελείως διαφορετικά. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει "Παραλλαγές στο θέμα του θανάτου, ή  ακόμα καλύτερα: "στο θέμα του φόβου του θανάτου".
Έτσι αρχίζει τον πρόλογο αυτού του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας. Δεν φτάνει, βέβαια, το ύψος και τη φιλοσοφική σκέψη του "Το μηδέν και το άπειρο", όμως  οι σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο έχουν τη δική τους αξία. Τελικά σώζεται, απελευθερώνεται. Είναι ανταποκριτής εφημερίδας, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Λέγεται ότι οι Ισπανοί τον αντάλλαξαν μ' ένα δικό τους.
Δεν υπάρχει υπόθεση. Υπόθεση είναι η φυλακή, οι στερήσεις και πάνω απ' όλα ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Λίγα αποσπάσματα μπορούν να δείξουν το στυλ και το ύφος του βιβλίου:

-Στοχαζόμουν αυτό το παράδοξο, καθώς περπατούσα απ΄το κρεβάτι στη λεκάνη, εξίμισι βήματα, μισή στροφή, εξίμισι βήματα στην άλλη κατεύθυνση. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτές οι μέρες που, με την έλλειψη γεγονότων και με το κενό τους, έμοιαζαν ατέλειωτες, συστέλλονταν μες τη μνήμη ακριβώς εξαιτίας αυτού του κενού τους. Όταν τις εξέταζες αναδρομικά δεν είχαν ούτε επιφάνεια ούτε όγκο, ούτε καθαρό βάρος. Είχανε μεταβληθεί σε γεωμετρικό σημείο, σε τρύπα, σε τίποτα. Όσο περισσότερο μια μέρα είναι άδεια, τόσο λιγότερο ζυγίζει στη ζυγαριά της ανάμνησης. Όσο ο χρόνος, όταν είναι παρόν, περνάει αργά. Τόσο, όταν γίνεται παρελθόν, φαίνεται να έχει περάσει γρήγορα.
-Το νόστιμο της ιστορίας είναι ότι δεν είμαστε ποτέ απόλυτα πεισμένοι, κι εμείς οι ίδιοι ακόμα, ότι όλα αυτά είναι η πραγματικόττα κι όχι ένα αμφίβολο παιχνίδι. Ποιος πιστεύει σοβαρά σττον ίδιό του τον θάνατο;
..........................
Ο καθένας ξέρει, φυσικά, ότι θα πεθάνει μια μέρα. Όμως το να το ξέρεις είναι ένα πράγμα και να το πιστεύεις ένα άλλο.
Αν δεν ήταν έτσι, πώς, μα πώς, θα είχα την εντύπωση, γράφοντας αυτά, ότι πρόκειται για μια θεωρητική πραγματεία που δεν με αφορά άμεσα;

Άλλοτε με ψυχρότητα καταγράφει τις εκτελέσεις: Απ' την Τρίτη στην Τετάρτη, τουφέκισαν δεκαεπτά.
Απ΄την Πέμπτη στην Παρασκευή, τουφέκισαν οχτώ.
Απ' την Παρασκευή στο Σάββατο, τουφέκισαν εννιά.
Απ' το Σάββατο στην Κυριακή, τουφέκισαν δεκατρείς.
Κάποια στιγμή, από το "τυφλό", στενόχωρο, βρώμικο κελλί, τον μεταφέρουν σ'ένα δωμάτιο με παράθυρο. Γράφει:

-Όταν κύταξα για πρώτη φορά απ' το παράθυρο κι είδα παρτέρια με λουλούδια και δέντρα σκεπασμένα με φύλλα, νόμισα πως ζω σ' ένα παραμύθι. Τα λουλούδια και τα δέντρα δεν είναι βέβαια υπέροχα. Η "όμρφη αυλή" μοιάζει αρκετά με τα αναιμικά περιβολάκια των εργαατικών συνοικιών. Όμως το υπέροχο είναι πως τα δέντρα και τα λουλούδια έχουν χρώματα. Αντιλήφθηκα, ξαφνικά, ότι όλοι εδώ μέσα ζούμε σ' ένα κόσμο γκρίζο και μαύρο.

 Ξαναδιαβάζω τούτες τις σελίδες, γραμμένες πάνω από ογδόντα χρόνια πριν, με κείνον που τις έγραψε νεκρόν απ' το ίδιό του το χέρι εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν οπαδός της ευθανασίας.

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2019

Το Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου

Χίρο Αρικάουα
Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου
Μετάφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Μίνωας, 2018
Αν εξαιρέσω τον "Παπουτσωμένο γάτο" που μας γοήτευε στο παιδικό παραμύθι, ποτέ δεν συμπάθησα τα βιβλία στα οποία αφηγητής είναι ένα ζώο. Κι αυτός ακόμα " Ο Μάγκας" της αγαπημένης μου Πηνελόπης Δέλτα, δεν ήταν από τα πιο προσφιλή μου έργα της. Έτσι, με κάποια επιφύλαξη άρχισα να διαβάζω "Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου" που μου δάνεισε φίλη, ενθουσιασμένη με την ανάγνωσή του.
Η επιφύλαξη σύντομα έδωσε τη θέση της στο ενδιαφέρον, στην περιέργεια για τη συνέχεια, εν τέλει στην απόλαυση ενός ωραίου, τρυφερού, γεμάτου ευγένεια και καλοσύνη έργου. Πολλοί, πιστεύω, ήταν οι λόγοι γι' αυτή τη μεταστροφή. Εν πρώτοις, δεν αποτελεί ολόκληρο το έργο αφήγηση του πρωταγωνιστή γάτου. Η δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όσα έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, οι διάλογοι, η άκφραση σκέψεων και συναισθημάτων κ.λπ. δίνονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναξάρτητη από τη "φωνή" του γάτου. Και όσα λέει ο γάτος είναι ακριβώς αυτά που παρατηρούμε όσοι αγαπάμε τα ζώα, ειδικά τους γάτους, και έχουμε μια επικοινωνία μαζί τους. Π.χ. ότι δεν τους αρέσει να τους αγγίζουμε την ουρά, ότι αγαπάνε τις ζεστές γωνιές, ότι δεν συμπαθούν το νερό, ότι έχουν μια έχθρα με τα σκυλιά, τι φαγητά προτιμούν κ.ο.κ. Ένας ακόμα λόγος που καθιστά ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο είναι ο χώρος όπου διαδραματίζεται. Η Ιαπωνία, η φύση της, οι συνήθειες των ανθρώπων, οι νόμοι στους οποίους με απόλυτη φυσικότητα οι άνθρωποι υπακούουν (π.χ. αν δεν επιτρέπονται κάπου τα ζώα, δεν τίθεται θέμα συζήτησης. Αν  ένας μαθητής μετακινούμενος από ένα σχολείο σε άλλο πρέπει να δώσει εξετάσεις, τελεία και παύλα. Δεν ξενίζει κανένα. Αναφέρεται απλώς ως στοιχείο της ιστορίας. Και πολλά άλλα παρόμοια δείγματα υπακοής στον νόμο, από την οποία υπακοή τόσο απέχουμε...).
Ο Σατόρου είναι ένας νέος που ζει και εργάζεται στο Τόκιο. Μια μέρα περιποιείται ένα πληγωμένο γατί κι εκείνο δέχεται, αναγκάζεται καλύτερα, να εγκαταλείψει την ελευθερία του δρόμου που απολάμβανε και να ζήσει στο διαμέρισμα με τον Σατόρου. Τον ονομάζει Νάνα, που στα Ιαπωνικά σημαίνει επτά, από το σχήμα της ουράς του. Σατόρου και Νάνα ζουν μαζί πέντε χρόνια, όμως για κάποιους λόγους που δεν μας διευκρινίζονται, ο Σατόρου πρέπει να στερηθεί τον αγαπημένο του γάτο. Ξεκινάει λοιπόν ένα ταξίδι στη χώρα αναζητώντας παλιούς γνωστούς με τους οποίους τον έδεναν φιλικοί δεσμοί, για να εμπιστευθεί τον γάτο του. Η κάθε συνάντηση γίνεται αφορμή μιας αναδρομής στο παρελθόν, μέσα από την οποία αναπλαθεται η ζωή του Σατόρου. Αναζητά πρόσωπα που ξέρει ότι αγαπούν τα ζώα κι ότι ο γάτος του θα βρει ένα φιλικό περιβάλλον, ότι θα έχει την αγάπη και τη φροντίδα που απολάμβανε και κοντά του. Όμως όλες οι προσπάθειες αποδεικνύονται ατελέσφορες, κυρίως γιατί ο πανέξυπνος Νάνα, μη θέλοντας να αποχωριστεί τον Σατόρου, βρίσκει τρόπο να γίνει ανεπιθύμητος στο νέο περιβάλλον.
Ένα βιβλίο που πλημμυρίζεει από αγάπη, τρυφερότητα, φιλικούς δεσμούς, ήρεμη αποδοχή των συμβάντων του βίου. Ένα βιβλίο που οι ζωόφιλοι οπωσδήποτε θα απολαύσουν, αλλά που θα 'πρεπε να διαβάσουν κι όσοι αντιπαθούν ή, ακόμα χειρότερα, συμπεριφέρονται άσπλαχνα και σκληρά στα ζώα. Αν και αμφιβάλλω αν υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία και εχθρεύονται ή βασανίζουν τα ζώα...

Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2019

Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα

Roberto Vecchioni
Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα
Μετάφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου
Κριτική, 2019
Αν είναι ποτέ δυνατό, να δω ένα βιβλίο που  απεικονίζει στο εξώφυλλό του έναν τοίχο γεμάτο βιβλία, μπροστά του έναν άσχημο, ηλικιωμένο άντρα ανεβασμένο σ' ένα σκαμπώ, να τακτοποιεί (;) να ψάχνει (;) να τοποθετεί (;) βιβλία και να μην το αγοράσω χωρίς δεύτερη σκέψη! Τίτλος του, "Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα". Είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, νουβέλα θα έλεγα, που μέσα στις 124 σελίδες του δίνει στον αναγνώστη πολλές αφορμές για προβληματισμό γύρω από το θέμα της γλώσσας, των εννοιών, της σκέψης, της λογοτεχνίας.
Σε μια πόλη που κάποτε ονομαζόταν Σελινούντας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τη σημασία των λέξεων. Χρησιμοποιούν μόνο ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο μόνο όσο να συνεννοούνται για απλές, καθημερινές ανάγκες. Η σκέψη τους δεν αναπλάθει το παρελθόν, δεν μπορεί να εκφράσει συναισθήματα. Σ' αυτή την πόλη εμφανίζεται μια μέρα ένας βιβλιοπώλης. Ο Νικολίνο, ο φίλος του συγγραφέα που του αφηγείται την ιστορία, περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον βιβλιοπώλη: "Μόνος, σ' ένα τραπεζάκι, με μια δυσθεώρητα μεγάλη στοίβα βιβλίων μπροστά του, καθόταν ο πιο άσχημος άντρας που είχα δει ποτέ". Μα το πιο παράξενο δεν ήταν η άσχημη εμφάνιση αυτού του ξένου, μοναχικού βιβλιοπώλη. Το παράξενο ήταν πως δεν πουλούσε βιβλία. Μόνο κάποιες αφίσες που κυκλοφορούν στην πόλη γράφουν: "Κάθε βράδυ στις 9, στην οδό Τρεμόντι, λογοτεχνικές αναγνώσεις, είσοδος δωρεάν". Κάποιοι πάνε από περιέργεια να τον ακούσουν. Είναι όμως οι πρώτοι και οι τελευταίοι. Ο μόνος που μαγεύεται από την ανάγνωση του παράξενου βιβλιοπώλη είναι ο δεκατριάχρονος Νικολίνο, που κάθε βράδυ το σκάει κρυφά από το σπίτι του και κρυμμένος ακούει τις παράδοξες αναγνώσεις. Τις ακούει μαγεμένος έστω κι αν δεν καταλαβαίνει το νόημά τους. "Ο βιβλιοπώλης ήταν καθισμένος και διάβαζε. Διάβαζε χωρίς κοινό. Η γλώσσα ήταν ακατάληπτη, ελληνικά, σκέφτηκα και μου ράγισε η καρδιά. Μα τι φωνή ήταν αυτή; Προκαλούσε ανατριχίλα, όμοιά της δεν είχα ξανακούσει. Έμοιαζε με νανούρισμα, λιτανεία, προσευχή, όχι όμως μονότονη, ούτε πάντα ίδια (...) σαν να τραγουδούσε με λόγια χωρίς μουσική".
Κάθε βράδυ ο Νικολίνο ακούει τα αποσπάσματα που διαβάζει ο παράξενος βιβλιοπώλης. Αποσπάσματα, πολλών, ακόμα και χωρίς τις παραπομπές του τέλους, αναγνωρίζουμε την προέλευσή τους: Πεσσόα, Σοφοκλής, Τολστόη, Σαπφώ, Προυστ κ.ά. Ώσπου μια νύχτα μια πυρκαγιά καταστρέφει τα πάντα. Δεν μένει τίποτα από το παράξενο βιβλιοπωλείο κι ο βιβλιοπώλης εξαφανίζεται χωρίς ν' αφήσει ίχνος. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, τα βιβλία (αυτά ή άλλα;) δεν χάθηκαν. Το άλλο βράδυ "στον ουρανό πετούσανε βιβλία. Δεν έκανα λάθος, ήταν αληθινά βιβλία, όλα όμοια, με το ίδιο μπλε κάλυμμα που γνώριζα καλά (...) Από δεξιά, από αριστερά, από κοντά ή μακριά, τα βιβλία κατέφθαναν, άλλα αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αρκετά απ' αυτά περνούσαν ξυστά από το παράθυρό μου, έπαιρναν ύψος και γύρευαν να βρουν τα υπόλοιπα βιβλία που ήτανε συγκεντρωμένα στην πλατεία". Ένας μικρός αυλητής, σαν άλλος Πήτερ Παν εμφανίζεται και στο άκουσμα του αυλού του τα βιβλία τον ακολουθούν πέφτοντας στη θάλασσα.
Κι όμως τα βιβλία δεν θα πεθάνουν. Κάηκαν, πνίγηκαν, όμως ο Νικολίνο γεμάτος αισιοδοξία, τα περιμένει: "Το πατρικό μου θα 'ναι γεμάτο βιβλία, θα' ναι γεμάτο με τα συγκεκριμένα βιβλία με το μπλε εξώφυλλο. Θ' αντικρίσω ένα βουνό, έναν ωκεανό βιβλίων να έχει κατακλύσει το σαλόνι, το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα, το μπάνιο, το μπαλκόνι. Όπου κι αν στρέφω το βλέμμα θα υπάρχουν μόνο βιβλία, αραδιασμένα σε στοίβες, πεταμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κλειστά, ανοιχτά, στο πλάι ή μπροστά μου..."
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε ερμηνεία των αλληγοριών του βιβλίου, ούτε να παραθέσω το  πλήθος των σκέψεων που μου προκάλεσε. Μια τελευταία μόνο σκέψη: Πόσο ευγνώμων αισθάνομαι γι' αυτούς που με μύησαν στην απόλαυση της καλής λογοτεχνίας ( ή μήπως άραγε είναι κάτι που φέρουμε στο DNA μας;) και πόσο λυπάμαι γι' αυτούς που δεν μπόρεσαν να αισθανούν την απόλαυση που χαρίζει η καλή λογοτεχνία. Εύχομαι, στη διδακτική μου πορεία, να μπόρεσα να μεταδώσω αυτή τη δίψα και τη χαρά σε κάποιους έστω από τους μαθητές μου.

Παρασκευή, Μαΐου 24, 2019

Ο παίχτης

Φ. Ντοστογιέφσκη
Ο παίχτης
Εκδ. Δαρεμά, 1957
Μετάφρ. Τάσου Ζομπόλα
Πρόλογος, Μα. Βατάλα
Είναι γνωστή, νομίζω, η αγάπη μου για το ebook, το ηλεκτρονικό ή ψηφιακό βιβλίο και στο ipad μου διαθέτω δεκάδες τέτοια βιβλία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ το παραδοσιακό χάρτινο ή έντυπο βιβλίο. Προπάντων αισθάνομαι ιδιαίτερη αγάπη, στοργή και αφοσίωση, θα έλεγα, στα πολύ παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό βιβλία μου. Τα κοιτάζω και θλίβομαι στη σκέψη πως ίσως κάποτε θα κακοπέσουν, πως αυτοί που θα τα κληρονομήσουν ποτέ δεν θα μπορέσουν να νιώσουν την αγάπη που νιώθω εγώ γι' αυτά.
Τις σκέψεις αυτές μου προκάλεσε ακόμα μια φορά ένα τέτοιο παλιό βιβλίο που θέλησα να ξαναδιαβάσω, να το δω τώρα με τη ματιά της συσσωρευμένης με τα χρόνια εμπειρίας. Εμπειρίας διαβασμάτων αλλά και εμπειρία ζωής. Πρόκειται για τον "Παίχτη" του Ντοστογιέφσκι. Είναι πράγματι εκπληκτικό. Ένα βιβλίο γραμμένο πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια πριν, το 1866, να διαβάζεται άνετα και σήμερα και, τηρουμένων των αναλογιών, να συναντά σ' αυτό κανείς χαρακτήρες και καταστάσεις που άνετα μπορεί να συναντήσει και σήμερα.
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς, ένας νεαρός παιδαγωγός των παιδιών ενός απόστρατου Ρώσου στρατηγού, τον συνοδεύει στην (φανταστική) γερμανική πόλη Ρουλέττενμπουργκ. Ερωτευμένος με την Πολίνα, θετή κόρη του στρατηγού, υπακούει στην προτροπή της να παίξει στο καζίνο. Είναι γνωστό βέβαια το πάθος του ίδιου του Ντοστογιέφσκι για τον τζόγο και τη ρουλέτα (Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφεται το πάθος αυτό στο βιβλίο του Λεονίντ Τσίπκιν "Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν). Βουτηγμένος στα χρέη ο Ντοστογιέφσκι, απειλούμενος από τον εκδότη του ότι θα του αφαιρούσε τα πνευματικά δικαιώματα από προηγούμενα βιβλία του, αν δεν παρέδινε μέσα σ' ένα μήνα καινούριο βιβλίο, γράφει μέσα σ' ένα μήνα το σχεδόν αυτοβιογραφικό "Ο παίχτης". Κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, συγκρίσεις του χαρακτήρα των Γάλλων, Άγγλων, Γερμανών, Ρώσων, όλου του πολυποίκιλου πλήθους που ενδημεί στη γερμανική πόλη, αλλά προπάντων παρατηρήσεις των παθιασμένων παιχτών, άνετα θα μπορούσαν να αφορούν τους σημερινούς παίχτες. Ο παίχτης συχνά γίνεται προληπτικός, άλλοτε παρατηρεί και καταγράφει τη σειρά με την οποία βγαίνουν οι αριθμοί, για να ανακαλύψει τελικά ότι τίποτε δεν ισχύει. Όταν χάνει επιμένει ποντάροντας ξανά και ξανά, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα κερδίσει κι όταν κερδίζει, ξαναποντάρει ελπίζοντας ότι θα κερδίσει περισσότερα. Βάζει ενέχυρα ή δανείζεται για να συνεχίσει.
Ο στρατηγός, στον οποίο δουλεύει ο Αλεξέι, χρωστάει πολλά. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην πλούσια, γριά θεία του που βρίσκεται στη Ρωσία και την οποία περιμένει να κληρονομήσει. Αντί όμως της είδησης του θανάτου της, καταφθάνει πάνω στην αναπηρική της καρέκλα η ίδια η ηλικιωμένη θεία που κι αυτή παρασύρεται από τη ρουλέτα. Χάνει, κερδίζει και πάλι χάνει αλλά δεν σταματά να παίζει. "Εγώ απόρησα που μπόρεσε να κρατηθεί έτσι εφτά οχτώ ώρες στην πολυθρόνα της, σχεδόν χωρίς ν' αφήσει καθόλου τη θέση της. Είχε πραγματικά τρεις φορές κερδίσει μεγάλα ποσά. Τότε ο εαυτός της παραδίνονταν σε μια καινούρια ελπίδα, που δεν την άφηνε να φύγει από το παιχνίδι. Άλλωστε οι παίχτες ξέρουν καλά ότι μπορεί κανείς να καθίσει σχεδόν για εικοσιτέσσερις ώρες στην ίδια θέση, με τα χαρτιά στα χέρια, χωρίς να στρέψει τα μάτια του δεξιά ή αριστερά."
Το έργο μεταφέρθηκε τόσο  στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, δείγμα και αυτό της διαχρονικότητάς του.

Κυριακή, Μαΐου 05, 2019

Η σιωπηλή ασθενής

Alex Michaelides
Η σιωπηλή ασθενής
μετάφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Διόπτρα, 2019
Ευρηματικό, ευφάνταστο, ελκυστικό, ένα καλογραμμένο θρίλερ που, τουλάχιστον από  ένα σημείο και μετά, μπορεί να σε κάνει να ξενυχτήσεις για να δεις το τέλος. Αν είναι λογοτεχνία; Δεν ξέρω, το θέμα, που αφορά  γενικότερα και το αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι συζητήσιμο. Όμως "Η σιωπηλή ασθενής" εκτός από το ενδιαφέρον που δημιουργεί γύρω από την ψυχοθεραπεία, εκτός από το ότι αποτελεί κίνητρο για τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει την τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστη", είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τα καθημερινά του προβλήματα και έγνοιες, βυθιζόμενος στην ανάγνωση ενός "τραβηχτικού" βιβλίου!
Αρκετά όμως γύρω από το βιβλίο. Ας δούμε και το ίδιο το βιβλίο. Η Αλίσια Μπέρενσον ζει στο Λονδίνο και είναι μια επιτυχημένη ζωγράφος. Ο άντρας της, ο Γκάμπριελ, είναι επίσης πασίγνωστος φωτογράφος μόδας. Αγαπημένο ζευγάρι, τίποτα δεν προμήνυε το ότι ένα βράδυ η Αλίσια θα πάρει ένα όπλο, θα φυτέψει πέντε σφαίρες στο κεφάλι του συζύγου της και θα τον αφήσει νεκρό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Αλίσια κλείνει το στόμα της και δεν εκστομίζει λέξη. Το δικαστήριο τη χαρακτηρίζει διαταραγμένη προσωπικότητα, με άλλα λόγια τρελή και την κλείνουν σε μια υψηλού επιπέδου ψυχιατρική μονάδα, το Γκρόουβ. Καμιά θεραπεία δεν κατορθώνει να την κάνει να πει έστω μια λέξη. Ο τελευταίος πίνακας που ζωγραφίζει είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Τίτλος της "Άλκηστη". Ποια ήταν η Άλκηστη; Σύμφωνα με τον μύθο του Ευριπίδη, η Άλκηστη, σύζυγος του βαασιλιά Άδμητου, ήταν η μόνη που δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της, όταν οι θεοί τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά θα του χάριζαν τη ζωή αν βρισκόταν κάποιος να πεθάνει στη θέση του. Ο Ηρακλής την επαναφέρει στη ζωή, ορίζει όμως ότι για τρεις μέρες η Άλκηστη δεν πρέπει να μιλήσει για να καθαρθεί. Η τραγωδία τελειώνει χωρίς ν' ακούσουμε ξανά την Άλκηστη.
Ένας νέος ψυχοθεραπευτής, ο Θίο Φέιμπερ, επιδιώκει και πετυχαίνει την πρόσληψή του στο Γκρόουβ. Στόχος του να αναλάβει την Αλίσια, που ακόμα δεν έχει αρθρώσει λέξη, να την κάνει να μιλήσει, να εκφραστεί, να εξηγήσει γιατί σκότωσε τον άντρα της.
Παράλληλα με την ψυχοθεραπεία που επιχειρεί ο Θίο, παρακολουθούμε και την προσωπική του ζωή. Υπήρξε στο παρελθόν και ο ίδιος ψυχοθεραπευόμενος, παντρεύτηκε από κεραυνοβόλο έρωτα μια ηθοποιό, την Κάθι, αλλά τώρα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο του. Παρ' όλα αυτά η προσπάθειά του με την Αλίσια συνεχίζεται. Θα τα καταφέρει; Θα μιλήσει η Αλίσια; Τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή της; Ο αναγνώστης προχωρεί με αυξανόμενη περιέργεια. Και ξαφνικά, λίγο πριν το τέλος, μια εντελώς απρόσμενη ανατροπή σε αφήνει ενεό. Ξαναγυρίζεις πίσω τις σελίδες να δεις αν υπήρχαν κάποια σημάδια που δεν είχες προσέξει, ξαναφέρνεις στη σκέψη το όλο μυθιστόρημα προσπαθώντας να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα.
Δικαιολογημένα, πιστεύω, το βιβλίο μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες και ετοιμάζεται να γίνει ταινία.

Σημ. Ο Alex Michaelides γεννήθηκε στην Κύπρο από Κύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα. Μετανάστευσε στην Αγγλία με τους γονείς του, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Κέιμπριτζ και σεναριογραφία στο Λος Άντζελες. Παρακολούθησε  επίσης μαθήματα Ψυχοθεραπείας. Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το πρώτο του, γράφτηκε στα αγγλικά και μετά μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Σάββατο, Απριλίου 27, 2019

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε

Άντονυ Ντορ
Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε
μετάφ. Νίνα Μπούρη
Πατάκης, 2016
Ένα ωραίο βιβλίο που όμως χρειάζεται πολλή υπομονή, πολλή προσπάθεια, στην αρχή τουλάχιστον, ώσπου ο αναγνώστης να μπει στο πνεύμα του, να κατανοήσει την τεχνική του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που η τεχνική αυτή δημιουργεί αρχικά. Από κει και πέρα σε συνεπαίρνει η μαγεία του. Η μαγεία την οποία δημιουργεί η ωραία γραφή, το συναίθημα που εκλύεται, η ποιητικότητα, κι ας είναι αυτή η ποιητικότητα αναμεμειγμένη με τη σκοτεινιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακόμα ένα βιβλίο γι' αυτόν τον πόλεμο; Φτάνει πια, ίσως σκεφτεί κάποιος. Μπουχτίσαμε. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που δεν αναφέρεται ούτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε στους διωγμούς των Εβραίων, ούτε σ' όλα εκείνα που μας συνήθισαν ανάλογα βιβλία.
Το "Όλο το φως..." προβάλλει τον πόλεμο μέσα από τις ζωές δυο νέων παιδιών. Μιας Γαλλιδούλας κι ενός Γερμανού, που θα συναντηθούν μόνο για λίγο προς το τέλος του βιβλίου. Μέσα από μια εντελώς ανθρώπινη πλευρά, μέσα από το ατομικό, που ασφαλώς δεν μπορεί να μην επηρεαστεί από το συλλογικό, θα παρακολουθήσουμε τη σκοτεινή τετραετία και θα φτάσουμε στο τέλος των 636 σελίδων με δυο από τα ωραιότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαια του βιβλίου, τα σύντομα κεφάλαια που τιτλοφορούνται 1974 και 2014.
Όλο το βιβλίο, γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα που δημιουργεί έτσι τη ζωντάνια του παρόντος, μετατοπίζεται στο χρόνο. Κάποια κεφάλαια αναφέρονται στο 1934, άλλα, τα περισσότερα, μετακινούνται μεταξύ 1940 και 1944. Η ίδια εναλλακτική κίνηση αφορά και τους δυο βασικούς πρωταγωνιστές. Την οχτάχρονη Γαλλίδα Μαρί Λορ και τον λίγο μεγαλύτερο Γερμανό Βέρνερ (όταν τους πρωτοσυναντάμε). Η Μαρί Λορ ζει με τον πατέρα της στο Παρίσι, πολύ κοντά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ο πατέρας της εργάζεται ως κλειθροποιός. Όταν το κοριτσάκι τυφλώνεται, ο πατέρας της της κατασκευάζει μια μακέτα της γειτονιάς τους ώστε εκείνη να μάθει να κυκλοφορεί.
Ο Βέρνερ είναι ένα ορφανό παιδί που μαζί με την αδερφή του Γιούττα, με την οποία είναι πολύ συνδεδεμένος, ζει σ' ένα ορφανοτροφείο κάπου κοντά στο Έσσεν. Προορισμός του είναι να εργαστεί στο κοντινό ανθρακωρυχείο, όπου είχε πεθάνει και ο πατέρας του. Όμως το ιδιαίτερο ταλέντο του στη μηχανική που εκδηλώνεται πολύ νωρίς καθορίζει αλλιώς το μέλλον του. Κατορθώνει από ένα χαλασμένο ραδιόφωνο που βρίσκει να φτιάξει ένα ραδιοπομπό, πράγμα που θα γίνει αιτία να γίνει δεχτός σε μια από τις καλύτερες στρατιωτικές σχολές της Γερμανίας. Είναι αφάνταστη η αυστηρότητα και η σκληρότητα με την οποία εκπαιδεύονται οι νεαροί Γερμανοί. "Θα γίνετε καταρράχτης, καταιγισμός από σφαίρες-θα ορμάτε προς την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο ρυθμό, προς τον ίδιο στόχο. Θα παραιτηθείτε από τις ανέσεις, θα ζείτε μόνο για το καθήκον. Θα τρώτε χώρα και θα αναπνέετε έθνος", είναι η βασική εντολή. Ή, όπως το θέτει ο Φρίντριχ, ένα παιδί που θα βγει σακατεμένο από την εκπαίδευση, "Το πρόβλημά σου Βέρνερ είναι ότι πιστεύεις ακόμα ότι η ζωή σου σου ανήκει".
Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, η Μαρί Λορ και ο πατέρας της εγκαταλείπουν το Παρίσι και καταφεύγουν στο Σαιν Μαλό, μια παραλιακή πόλη της Βρετάνης, όπου ζει ο ηλικιωμένος θείος Ετιέν. Ο νεαρός Βέρνερ, δεκαεξάχρονος ακόμη, επιστρατεύεται για να εντοπίζει παράνομες εκπομπές. Θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα ωσότου οι δυο ήρωες να συναντηθούν. Ο πόλεμος θα φτάσει στο τέλος, το Σαιν Μαλό θα βομβαρδιστεί από τους προελαύνοντες Αμερικανούς, λίγα από τα πρόσωπα του βιβλίου θα επιζήσουν. Ανάμεσά τους η αδελφή του Βέρνερ, η Γιούττα, που επιζεί μέχρι το 2014, συνδέοντας μας με το επώδυνο εκείνο παρελθόν.
Και ο τίτλος; Ποιο είναι άραγε "το φως που δεν μπορούμε να δούμε"; Να είναι μήπως το φως των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που στέλλονται άλλοτε από τον Βέρνερ και άλλοτε από τον αντιστασιακό Ετιέν; Ή μήπως είναι το φως της καλοσύνης που οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους έστω κι αν γύρω τους μαίνεται ο πόλεμος; Ποιος ξέρει...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2019

Βάναυση αγάπη

Έλενα Φερράντε
Βάναυση αγάπη
Μετ. Δήμητρα Βότση
Πατάκης, 2019
(L' amore molesto, 1999)
Έψαχνα αυτό το βιβλίο από τότε (2013)  που διάβασα το "Μέρες εγκατάλειψης". Ήταν όμως εξαντλημένο. Επομένως δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη όταν πρόσφατα το είδα να επανεκδίδεται από τις εκδόσεις "Πατάκη". Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι "Μέρες εγκατάλειψης". Είχε βέβαια μεσολαβήσει η "Τετραλογία της Νάπολης" που με ενθουσίασε, όπως και χιλιάδες άλλους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν είναι και αυτός ένας λόγος που η"Βάναυση αγάπη" τοποθετήθηκε χαμηλά στην αναγνωστική, αξιολογική μου κλίμακα. Είναι, νομίζω, το πρωτόλειο μιας συγγραφέως στο οποίο διακρίνονται όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της γραφής της που θα εξελιχθούν στη συνέχεια και θα δημιουργήσουν έργα πολύ ωριμότερα.
"Η μητέρα μου πνίγηκε τη νύχτα της 23ης Μαΐου, την ημέρα των γενεθλίων μου, στη θαλάσσια περιοχή απέναντι από εκείνο το μέρος που όλοι αποκαλούν Σπακκαβέντο, λίγα χιλιόμετρα από το Μιτούρνο". Είναι η εναρκήρια φράση του μυθιστορήματος που αυθόρμητα μου έφερε στη σκέψη το "Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω" , πασίγνωστη αρχή του "Ξένου" του Αλμπέρ Καμύ". Από κει και πέρα το παρόν σμίγει με το παρελθόν. Η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η προσπάθεια της Ντέλια, της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, να ανακαλύψει πώς πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της η μητέρα της, η Αμάλια, αν ο πνιγμός της ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή έγκλημα (πράγμα που ως το τέλος δεν εξηγείται σαφώς) εναλλάσσεται με τις αναμνήσεις. Η Ντέλια γυρίζει στη Νάπολη για την κηδεία της μητέρας της κι ύστερα επισκέπτεται το σπίτι της. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης όχι μόνο εδώ. Το ίδιο και στο σπίτι του πατέρα της που η βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του την είχε οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στον χωρισμό. Ακόμα κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο η ντέλια συναντάται μ' ένα παιδκό φίλο έχει την ίδια θλιβερή όψη. Η απόπειρα ερωτικής συνεύρεσης (που περιγράφεται με απωθητικές λεπτομέρειες) αποτυγχάνει. Ο αποτυχεμένος εραστής της ήταν γιος ενός μυστήριου προσώπου, του Καζέρτα, που υπήρξε εραστής της μητέρας της και τη συνόδεψε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Η Ντέλια νιώθει κάποτε να ταυτίζεται με τη μητέρα της. Μια βαλίτσα με καινούρια εσώρουχα και φόρεμα ανακαλύπτει τελικά ότι προορίζονταν για την ίδια. Λέει σε κάποιο σημείο: "Μα όση ώρα έτριβα δυνατά το πρόσωπό μου, ιδίως γύρω από τα μάτια, συνειδοτοποίησα με μια απρόσμενη τρυφερότητα πως εντέλει κουβαλούσα την Αμάλια μες το ίδιό μου το πετσί, σαν ένα ζεστό υγρό που ποιος ξέρει πότε μου είχαν ενσταλάξει". Και ο επίλογος ακόμα πιο σαφής: "Σκιτσάρισα μια ατίθαση μπούκλα πάνω από το δεξί μάτι, που συγκρατιούταν μετά βίας ανάμεσα στη γραμμή των μαλλιών και το φρύδι. Με κοίταξα, μου χαμογέλασα. Αυτό το ξεπερασμένο χτένισμα, της μόδας τη δεκαετία του '40 μα ήδη παρωχημένο στα τέλη του '50, μου πήγαινε. Η Αμάλια υπήρχε. Η Αμάλια ήμουν εγώ".

Σημ. Ο τίτλος του πρωτοτύπου στα ιταλικά είναι "L' amore molesto". Το "molesto" σημαίνει κατ'ακρίβεια "ενοχλητικός", εξού και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Troubling love". Δεν νομίζω ότι το "βάναυση" αποδίδει σωστά τον τίτλο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο.

Δευτέρα, Απριλίου 08, 2019

Η άλλη Γκρέις

Μάργκαρετ Άτγουντ
Η άλλη Γκρέις
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Ψυχογιός (πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2019)
[έκδοση πρωτοτύπου 1997]
ebook
Αν κάποιος βιβλιόφιλος βρίσκεται σε όχι και τόσο καλή ψυχολογική διάθεση (σε όλους μας συμβαίνει κάποτε αυτό) ας μην επιχειρήσει την ανάγνωση αυτού του αξιολογότατου κατά τα άλλα βιβλίου. Ας περιμένει καλύτερες μέρες ώστε όλη η μελγχολία, η τραγικότητα, οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες του 19ου αι. να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Ακόμα και το κατά κάποιο τρόπο "ευτυχές" τέλος του μυθιστορήματος δεν στάθηκε ικανό να διαλύσει τη δυσθυμία που μου άφησε για μέρες το διάβασμά του.
Αν και το πρωτότυπο κυκλοφόρησε ήδη από το 1997, έγινε πρόσφατα ευρύτατα γνωστό με τη μεταφορά του σε 6 επεισόδια για λογαριασμό του Netflix με τίτλο "Alias Grace". "Η άλλη Γκρέις" τιτλοφορείται το μυθιστόρημα στα ελληνικά και είναι έργο της πολύ γνωστής και πολυγραφότατης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιολογότατη λογοτεχνική δημιουργία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Αλλά γι' αυτό ακριβώς, νομίζω, ασκεί τόση επίδραση στον αναγνώστη.
Διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αι. στον Καναδά. Όπως χιλιάδες άλλοι Ιρλανδοί, έτσι και η πολυμελής (9 παιδιά), πάμπτωχη οικογένεια της Γκρέις Μαρκς, η οποία ήταν τότε 13 χρονών, μεταναστεύει στον Καναδά. Η περιγραφή του ταξιδιού, οι άθλιες συνθήκες στο πλοίο, ο θάνατος της μητέρας, στοίχειωναν τη σκέψη μου για μέρες.
ο έτος: 1851. Θα γίνω είκοσι τέσσερα στα επόμενα γενέθλιά μου. Είμαι κλεισμένη εδώ απ' τα δεκάξι μου χρόνια. Είμαι υπόδειγμα κρατούμενης και δεν προκαλώ μπελάδες". Έτσι μας πρωτοσυστήνεται η Γκρέις, που τη συναντάμε να υπηρετεί στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών. Έχουν ήδη περάσει οχτώ χρόνια από την καταδίκη της σε ισόβια λόγω της συνέργειάς της στον φόνο του αφεντικού της Τόμας Κινίαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με τον αυτουργό των φόνων Τζέημς ΜακΝτέρμοντ, ο οποίος και εκτελέστηκε δημόσια δι' απαγχονισμού. Η ποινή της Γκρέις μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Εντούτοις, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην αθωότητά της και αγωνίζονται για την αποφυλάκισή της. Τα οχτώ χρόνια τα έχει περάσει μετακινούμενη σε φυλακές και φρενοκομεία, γιατί θεωρήθηκε φρενοβλαβής. Τώρα, στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών όπου μεταφέρεται καθημερινά για να υπηρετεί, τη συναντά ένας νέος γιατρός, ο Σάιμον Τζόρταν, που ερευνά τις ασθένειες του μυαλού. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές ξεδιπλώνεται με κάθε λεπτομέρεια, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όλη η δυστυχισμένη ζωή της Γκρέις. Από την Ιρλανδία και τον μέθυσο και βίαιο πατέρα ως τη θέση της ως υπηρέτριας όταν φτάνουν στον Καναδά. Πλήθος τα κοινωνικά στοιχεία που αποκαλύπτονται μέσα από τις εκτενείς, λεπτομερείς αφηγήσεις της Γκρέις. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του γιατρού, με επιστολογραφία, με αποσπάσματα δημοσιευμάτων της εποχής ή καταθέσων από τη δίκη, με ποίηση. Η ψυχιατρική επιστήμη, ο υπνωτισμός, τα όνειρα χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής. Ο Σάιμον μέσα από τις συναντήσεις με την Γκρέις και τις λεπτομερέστατες αφηγήσεις της αγωνίζεται να καταλάβει γιατί, ενώ θυμάται τα πάντα, ακόμα και πολύ απομακρυσμένα γεγονότα με τόσες  λεπτομέρειες, όταν φτάνει στους φόνους δεν θυμάται τίποτα; Είναι πραγματική η αμνησία της ή προσποιείται ότι δεν θυμάται; Και πώς μπορεί να διαπιστωθεί μια αμνησία όταν δεν υπάρχει σωματική έκφανση;
Δεν θα αποκαλύψω το τέλος του μυθιστορήματος, εκτός από το ότι η Γκρέις θα μείνει πάρα πολλά ακόμα χρόνια στη φυλακή. Είναι σίγουρα ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Βασισμένο, όπως αναφέρει η συγγραφέας στο επίμετρρο, σε πραγματικά γεγονότα, μπορεί να διαβαστεί ως κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό αλλά και αστυνομικό μυθιστόρημα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε μια αμερικάνικη εφημερίδα, "έχει τον ρυθμό ενός εμπορικού μυθιστορήματος και τη βαρύτητα ενός κλασικού".

Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2019

Η ξηρασία

Jane Harper
Η ξηρασία
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Μεταίμιο, 2019
(ebook)
(τίτλος πρωτοτύπου, The dry, 2016)

"Η ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού τις είχε κάνει [τις μύγες] πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές, αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα σκελετωμένα ζωντανά τους. Έλλειψη βροχής σήμαινε έλλειψη τροφής. Και η έλλειψη τροφής οδηγούσε σε δύσκολες αποφάσεις στη μικρή πόλη που λαμπύριζε θαμπά κάτω από τον ανελέητα φλογερό γαλάζιο ουρανό".
Ένας σύντομος πρόλογος μας εισάγει ήδη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης Αυστραλής, γεννημένης στην Αγγλία, συγγραφέως, Jane Harper. Αστυνομικό, αλλά όχι μόνο. Μια συγγραφέας που έρχεται να διεισδύσει και να ανταγωνιστεί το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνωρίζει τόσο μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια παρασύροντάς μας στους αντίποδές του. Από την παγωνιά της Lackberk και του Nesbo περνάμε στη ζέστη και τη ξεραΐλα της Αυστραλίας. "Επισήμως οι αρχές μιλούσαν για τις χειρότερες συνθήκες εδώ κι έναν αιώνα". Συνθήκες που επηρεάζουν όχι μόνο την οικονομική διαβίωση των κατοίκων της μικρής κοινότητας Κινβάρα αλλά και τον ψυχισμό τους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα έρχεται να κάνει ακόμα πιο δύσκολη και ζοφερή ένας τριπλός φόνος. Σε μια απομονωμένη αγροικία βρίσκονται νεκροί μια νέα γυναίκα, το εξάχρονο αγοράκι της, ενώ πιο πέρα στο αγρόκτημα ο σύζυγός της, ο Λιουκ, που όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος τους σκότωσε και μετά αυτοκτόνησε. Γιατί όμως άφησε να ζήσει το δεκτριών μηνών κοριτσάκι που επίσης ήταν μέσα στο σπίτι;
Αναπάντητα ερωτήματα πλανώνται στη μικρή πολιτεία, όταν για την κηδεία των τριών θυμάτων έρχεται στην Κινβάρα ο Άρον Φαλκ που είχε εγκαταλείψει βιαστικά την πόλη πριν από είκοσι χρόνια και τώρα υπηρετεί στην αστυνομία της Μελβούρνης. Ο Φαλκ με τον Λιουκ και δυο ακόμα κοπέλες, την Έλι και την Γκρέτσεν, υπήρξαν στην εφηβεία τους αχώριστοι φίλοι. Μια από εκείνες τις νεαρές, η Έλι, ειχε βρεθεί τότε νεκρή, πνιγμένη, με πέτρες στις τσέπες της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τότε τον θάνατό της, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ, παρ' όλο που, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι υποψίες και τα κουτσομπολιά δεν έπαψαν να υπάρχουν. Παρ' όλο που ο Φαλκ ήρθε μόνο για την κηδεία, εντελώς ανεπίσημα και εν μέσω της αντιπάθειας και της απόρριψης από τους κατοίκους της μικρής πόλης που δεν έπαψαν με αόριστες και αναπόδεικτες φήμες να τον εμπλέκουν  στον παλιό εκείνο θάνατο της Έλι, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον τοπικό αρχιφύλακα Ράκο, για να μπορέσουν να λύσουν το μυστήριο των τριών θανάτων. Το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν. Η μνήμη όχι μόνο του Φαλκ αλλά και των  κατοίκων της Κινβάρα ανασύρει πρόσωπα, γεγονότα, σχέσεις από τον προ εικοσαετίας θάντο της Έλι. Αργά, μεθοδικά, οι υποψίες μετακινούνται στη σκέψη του αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Η ψυχολογία των ανθρώπων επηρεάζεται, χωρίς αμφιβολία, απ' αυτή τη αποπνικτική ατμόσφαιρα ξηρασίας. Οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Σε πολλούς αναγνώστες ξέρω ότι δεν αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Όμως "Η ξηρασία" είναι κάτι πέρα από το αστυνομικό. Γι' αυτό ίσως και η τόσο μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Πολυμεταφρασμένο, ήδη μεταφερμένο στον κινηματογράφο, συνδυάζει άριστα την αστυνομική πλοκή με το ψυχολογικό θρίλες.