Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020

Η αίθουσα του θρόνου

Τάσου Αθανασιάδη
Η αίθουσα του θρόνου
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
2008 (εικοστή έκδοση)
1969 (πρώτη έκδοση)
Ο Τάσος Αθανασιάδης, πιο γνωστός για τα βιβλία του τα μεταφερμένα σε σειρές στην τηλεόραση (Οι Πανθέοι, Οι φρουροί της Αχαΐας) παρά για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο, μπορούμε να πούμε πως ανήκει πια στους κλασικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και είναι πραγματικά κρίμα που ακόμα και για βιβλιόφιλους της νεότερης γενιάς παραμένουν άγνωστοι ή σε ελάχιστο βαθμό γνωστοί παλαιότεροι συγγραφείς όπως ο Κοσμάς Πολίτης, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Κονδυλάκης, ο Καρκαβίτσας, ο Ξενόπουλος, ο Νιρβάνας, ο Χατζόπουλος και πλήθος άλλοι. (Δεν αναφέρω τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο Παπαδιαμάντη ή τον Βιζυηνό, γιατί γι' αυτούς κάτι μπορεί να άκουσαν στο σχολείο!). Ενώ πολλοί (και ιδιως πολλές) σπαταλούν τον χρόνο τους διαβάζοντας "ευπώλητα" και "εύπεπτα" σύγχρονα βιβλία.
Αυτά σκεφτόμουν όσο διάβαζα ή μάλλον ξαναδιάβαζα, την "Αίθουσα του θρόνου". Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έκανε να το αναζητήσω και να το  ξαναδιαβάσω ύστερα από τόσα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση. Ίσως γιατί μου είχε μείνει στη μνήμη η εικόνα μιας χαρούμενης ατμόσφαιρας, έστω κι αν ο θάνατος και οι τραγικές στιγμές δεν λείπουν από το μυθιστόρημα, η εικόνα μιας νεολαίας γεμάτης αισιοδοξία και χαρά της ζωής, ένα ελληνικό νησί γεμάτο ήλιο και θάλασσα. Ή πάλι μπορεί ξαναδιαβάζοντάς το να αναζητούσα τον παλιό, νεανικό εαυτό μου του μακρινού εκείνου διαβάσματος...
Το νησί στο οποίο διαδραματίζεται το έργο δεν κατονομάζεται. Όμως πολλά εσωτερικά στοχεεία, όπως περιγραφή τοπίων ή το καθολικό στοιχείο του νησιού, οδηγούν τη σκέψη στη Σύρο. Θα μπορούσε όμως να είναι οποιοδήποτε νησί των Κυκλάδων. Εκεί συναντάμε μια συντροφιά νέων, αγοριών και κοριτσιών, που πλημμυρισμένοι από τη χαρά και την αισιοδοξία της νιότης διασκεδάζουν, οργανώνουν ολονύκτια πάρτυ, χορεύουν, μεθούν, συχνά πάνω στο πολυτελές γιωτ ενός μυστηριώδους, πάμπλουτου Σουηδού, του Γιαρλ Γιούναρσον.
Δεκάδες πρόσωπα διακινούνται στο μυθιστόρημα. Αδύνατο να γίνει αναφορά σε όλα. Κυρίαρχο ρόλο ανάμεσα στα πρόσωπα διαδραματίζουν οι παλιές οικογένειες του νησιού, όπως η οικογένεια του Δημάρχου και η αριστοκρατική οιογένεια των Δελόγγηδων, που οι ρίζες της βυθίζονται βαθιά στην ιστορία του νησιού. Γόνος της οικογένειας ο ξεχωριστός, σοβαρός, εσωστρεφής,  Λουκάς Δελόγγης, βασικό πρόσωπο του έργου. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα και στο Παρίσι, κατέφυγε στο Άγιον Όρος όπου έμεινε για πέντε χρόνια, προς μεγάλη θλίψη και απογοήτευση της μητέρας του. Το βιβλίο αρχίζει με την επάνοδό του στο νησί, με την αποβολή του ράσου, αλλά και την ταυτόχρονη αυτοκτονία της μητέρας του, που δεν είχε αποδεχτεί ποτέ τον μοναχισμό του. Τύπος κλειστός, σοβαρός, με πνευματικές ανησυχίες, ψάχνει να βρεί τη θέση και τον ρόλο του στη ζωή.
Γυναικείο αντίστοιχο αποτελεί η Γλαύκη. Μια νέα Κυπρία που έρχεται στο νησί για να παραστεί στα εγκαίνια του μνημείου που στήθηκε για τους αγωνιστές της Αντίστασης, ανάμεσα στους οποίους υπήρξε και ο πατέρας της. Ποιήτρια, ευαίσθητη, αταίριαστη με την ελαφρότητα και τον ερωτισμό που συναντά στο νησί, είναι δοσμένη συνεχώς στη μνήμη του πατέρα της και στο μαρτύριό του.
Ωραίος τύπος του νησιού, φίλος του Λουκά, ο αρχαιολόγος Ανδρουλής που ανασκάπτει τη νησιώτικη γη, με συγκίνηση αναζητώντας το παρελθόν της.
Ξεχωριστή μορφή αποτελεί και ο Καθολικός ιερέας και καθηγητής, ο περ Γκρεκουάρ. Έτοιμος να συμβουλέψει, να καθοδηγήσει, να κατανοήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, να συγχωρέσει. Και θα χρειαστεί αυτή η συγχώρεση, όταν θα αποδειχτεί ότι ο πάμπλουτος Σουηδός που ήρθε με πρόθεση να ευεργετήσει το νησί υπήρξε ένας άλλος στο παρελθόν.
Στον αντίποδα του Λουκά Δελόγγη συναντούμε τον ξάδερφό του, τον Παντιά Φλέρη. Έναν χαρακτήρα αμοραλιστή, εγωιστή, κυνικό, δοσμένο στις ηδονές, που θα φτάσει στο σημείο να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο του πατέρα του.
Η αξία όμως του μυθιστορήματος δεν έγκειται μόνο στις θαυμάσιες περιγραφές, ούτε στους χαρακτήρες. Τα πρόσωπα είναι φορείς ιδεών. Συζητήσεις με  πνευματικό περιεχόμενο, το θέμα της αμαρτίας και της μετάνοιας, το θέμα του πεπρωμένου είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται στο βιβλίο. Χαρακτηριστικός είναι και ο τίτλος, παρμένος από μια ρήση του περ Γκρεκουάρ, φράση που επαναλαμβάνει και ο Λουκάς: "Έρχεται μια μέρα όπου η μεγαλειότητά μας, ο εαυτός μας, είναι ανάγκη να περάσει στην αίθουσα του θρόνου με τους αυλικούς του, το νου και την καρδιά, για ν' αποφασίσει πάνω στον καταστατικό χάρτη της ζωής του, δηλαδή ν' ασχοληθεί με το μέλλον του..."
Ανάμεσα  στη δράση, τις συζητήσεις, τους προβληματισμούς, προβάλλουν συνεχώς εικόνες μοναδικής ομορφιάς του πανέμορφου νησιώτικου τοπίου."Η θάλασσα ούτε ακουότανε. Κάποιες άχνες σμίγανε να γίνουνε σύννεφα. Ένα σμάρι φιλαρίδες έφευγε για το Λιβυκό. Τα τζττζίκια στα γύρω φτενά λιόδεντρα είχανε γανιάσει να συρίζουν "καλοκαίρι...καλοκαίρι...καλοκαίρι...". Ξαφνικά, ένα άσπρο καράβι πρόβαλε ανάμεσα πελάγου κι ουρανού. Το συνοδέψανε με τις ματιές τους σα γλάροι".
 Οι χαρακτήρες, η δράση, οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί μαζί με την πλούσια, ενίοτε ποιητική γλώσσα, συνδυασμένα με τη γοητεία του κυκλαδίτικου νησιού, καθιστούν το βιβλίο ένα ξεχωριστό ανάγνωσμα.

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2020

Θέα Ακρόπολη

Λουκία Δέρβη
Θέα Ακρόπολη
Μεταίχμιο, 2019
"Hotel Excelsior" ή "Ξενοδοχείο πολυτελείας" θα μπορούσε να είχε τιτλοφορηθεί το "συμπαθητικό" (δεν βρίσκω προσφυέστερο χαρακτηρισμό), ευσύνοπτο (μόνο 168 σελίδες) μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη. Η δημιουργός του προτίμησε τον τίτλο "Θέα Ακρόπολη", με τον οποίο συνοψίζει και υπονοεί τόσο την τοποθεσία όσο και την απαίτηση των πελατών να έχουν τα δωμάτιά τους θέα προς την Ακρόπολη, όπωςς και πράγματι έχουν τα πολυτελέστερα και ακριβότερα δωμάτια των ξενοδοχείων που βρίσκονται στον περίγυρο του Ιερού Βράχου.
Εκεί, στην Πλατεία Συντάγματος, βρίσκεται το ξενοδοχείο-πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα. Όσοι έτυχε να ζήσουν έστω και για λίγες μέρες σ' ένα παρόμοιο ξενοδοχείο εύκολα αναγνωρίζουν τους χώρους, την επίπλωση, τη διακόσμηση, την όλη ατμόσφαιρα καθώς και τα πρόσωπα που το ζωντανεύουν: Από τον ακοίμητο φρουρό της εισόδου, τον σοβαρό θυρωρό, ως τη ρεσεψιόν με τους χαμογελαστούς υπαλλήλους κι από το παιδί που θα μεταφέρει τις αποσκευές ως τις καμαριέρες, τους σερβιτόρους και όλο το υπόλοιπο προσωπικό που δίνει ζωή στο άψυχο κτίριο.
Χρονικά το μυθιστόρημα τοποθετείται στο καλοκαίρι του 1992, αρχίζοντας με μια έκρηξη προερχόμενη από δράση της 17 Νοέμβρη. Με παρόμοιες, σύντομες νύξεις η συγγραφέας μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής, μιας εποχής ζωντάνιας και ευμάρειας. Η περιγραφική δύναμη της συγγραφέως είναι εξαιρετική: "Στη σκιά του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης, τα δαιδαλώδη δρομάκια της Πλάκας γέμιζαν σαν μελίσσια με το βουητό των γκρουπ, οι ξεναγοί περπατούσαν κρατώντας ψηλά τα αναγνωριστικά σημαιάκια και πληροφορούσαν τους τουρίστες για τα αρχαία μνημεία, οι κράχτες τους καλούσαν επίμονα να γευματίσουν στις ταβέρνες, οι καταστηματάρχες των τουριστικών και των δερμάτινων ειδών ξεφυσούσαν παριστάνοντας πως δεν δέχονταν παζάρια στις τιμές, ενώ ο νεαρός στο περίπτερο με τη διαφημιστική γκρίζα τέντα δεν προλάβαινε να παγώνει μπουκαλάκια νερού στο ψυγείο".
Με την ίδια λεπτολόγα περιγραφή μεταφερόμαστε σ' όλους τους χώρους του ξενοδοχείου. Από την είσοδο ως το lobby, από τα πολυτελή δωμάτια του έβδομου ορόφου στα σαλόνια και την τραπεζαρία, κι από τα μαγειρεία και τα υπόγεια ως την πισίνα και τις δεξιώσεις. Παρ' όλο που πολλά από τα πρόσωπα του ξενοδοχείου αναφέρονται ονομαστικά με τα χαρακτηριστικά και τον ρόλο που διαδραματίζουν, εντούτοις η ιστορία επικεντρώνεται σε τέσσερα κυρίως πρόσωπα. Είναι η  Θέκλα, μια πολύ όμορφη και ικανή καμαριέρα, γι' αυτό και είναι τοποθετημένη στον 7ο executive όροφο με θέα την Ακρόπολη. Από καιρού εις καιρόν προσφέρει και άλλου είδους "υπηρεσίες" σ΄έναν πλούσιο, τακτικό πελάτη του ξενοδοχείου. Έχει ένα παιδί από τον σύντομο γάμο της με τον Παρμενίωνα, μέλος του προσωπικού ασφαλείας του ξενοδοχείου, από τον οποίο χώρισε λόγω του βίαιου χαρακτήρα του, αλλά που δεν έπαψε να την ελκύει και να ξαναδοκιμάζει τη συμβίωση μαζί του. Με την Θέκλα είναι ερωτευμένος ο Μάκης, υπεύθυνος της ρεσεψιόν, ένας ωραίος, εσωστρεφής τύπος με μόνο ελάττωμα να σέρνει, λόγω ατυχήματος, το αριστερό του πόδι. Ερωτευμένη μ' αυτόν μια άλλη υπάλληλος, η Χαρούλα, υπεύθυνη πωλήσεων,
Πλήθος βεβαίως και οι υψηλού οικονομικού στάτους πελάτες του ξενοδοχείου, με τις ιδιορρυθμίες και τις απαιτήσεις τους. Η συγγραφέας μας αποκαλύπτει πολλά από όσα συμβαίνουν πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, προβάλλοντας αντιθετικά από τη μια τη ζωή και τις ιδιοτροπίες των επιφανών του πλούτου κι από την άλλη όλη την κούραση, τον αγώνα της βιοπάλης και τα προσωπικά δράματα των εργαζομένων.
Σε μια συνέτευξή της η συγγραφέας δήλωσε: "Στο Θέα Ακρόπολη θέλησα να στήσω μια παράσταση για να αποκαλύψω στα μάτια του αναγνώστη τον αόρατο κόσμο των παρασκηνίων του θεάτρου μου".
Πράγματι, η σκηνοθετική της ικανότητα είναι εξαιρετική κι αυτό, πιστεύω, είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μυθιστορήματος. Πέρα όμως από τη σκηνοθεσία θα ήθελα να είχε δοθεί μεγαλύτερος ρόλος και στο ίδιο το έργο. Περισσότερη δράση, μεγαλύτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Π.χ. στο ξενοδοχείο μια πελάτισσα αυτοκτονεί. Το θέμα όμως μένει ως εκεί, δεν αναπτύσσεται περισσότερο, το γεγονός απλώς αναφέρεται χωρίς να συνδέεται ή να επηρεάζει τη ζωή των προσώπων.
Γενικά όμως το μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον και μπορεί να θεωρηθεί ως ευοίωνη αρχή για τη συγγραφική πορεία της συγγραφέως. 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 20, 2020

Είμαι όσα έχω ξεχάσει

Ηλίας Μαγκλίνης
Είμαι όσα έχω ξεχάσει
Μεταίχμιο, 2019
Ήταν άραγε μια τυχαία αναγνωστική σύμπτωση ή μήπως μια σύγχρονη τάση συγγραφής που με οδήγησε στο διάβασμα δυο όμοιων βιβλίων; Όμοιων όχι ως προς το περιεχόμενο αλλά ως προς το κίνητρο των συγγραφέων τους να θυμηθούν, να αναζητήσουν την ιστορία της χώρας τους μέσα από την αληθινή ιστορία της οικογένειάς τους και με επιβεβαίωση αδιάψευστα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Ο ένας Γερμανός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, ο άλλος Έλληνας. Στην αναγνωστική μου πορεία μετά το "Ψηλά τις καρδιές"  ακολούθησε, εντελώς τυχαία, το "Είμαι όσα έχω ξεχάσει".
"Μονάχα θραύσματα θυμόμαστε είτε από έναν εμφύλιο πόλεμο είτε από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα. Νησιά μνήμης η ζωή μας".  Αυτά τα θραύσματα προσπαθεί να σώσει ο Μαγκλίνης, είτε πρόκειται για θραύσματα της δικής του μνήμης είτε της μνήμης μελών της οικογένειάς του. Προπάντων μιας ηλικιωμένης θείας που μπορεί να οδηγήσει τα βήματα των αναμνήσεων και σε γεγονότα που συνέβησαν πριν ο ίδιος γεννηθεί, και ειδικά στο γεγονός που σημάδεψε για πάντα την οικογένεια. Στις 24 Ιανουαρίου 1944, σ' ένα δρόμο του Αγρινίου, ο παππούς του συγγραφέα Νίκος Μαγκλίνης πέφτει νεκρός από μια σφαίρα της ΟΠΛΑ, πριν ακόμα αρχίσει ο καθαυτό εμφύλιος. Τον φέρνουν στο σπίτι νεκρό πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, σκηνή που επαναλαμβάνεται στο βιβλίο, μέσα στην αναζήτηση των γεγονότων και του κλίματος της εποχής.
Ο συγγραφέας αναζητεί, ψάχνει. Επιστρέφει μετά από χρόνια στο Αγρίνιο, αναζητεί το σκοτεινό δρόμο όπου ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο παππούς του έπεφτε νεκρός. Γυρεύει το σπίτι όπου έζησε ο πατέρας του, ψάχνει σε αρχεία, εφημερίδες, στις αναμνήσεις όσων έζησαν τα γεγονότα, σε παλιές φωτογραφίες. Ανασυνθέτει τη ζωή μιας οικογένειας και ταυτόχρονα γεγονότα της Ιστορίας του 20ου αι. Μικρασιατική Εκστρατεία, Γερμανοί, Κατοχή, βασανιστήρια, εκτελέσεις, Εμφύλιος. Χωρίς χρονολογική σειρά αλλά έτσι όπως τα ιστορικά γεγονότα αγγίζουν την οικογένειά του, ο συγγραφέας μας θυμίζει "οικεία κακά".
Τι είναι ένας θάνατος μέσα στο σφαγείο των εκατομμυρίων; Μια αμελητέα ανθυπολεπτομέρεια. Αλλά γι' αυτούς που υπέστησαν τις συνέπειες αυτός είναι όλος ο κόσμος τους, αυτό καθόρισε και στοιχειώνει τη ζωή τους γενιές μετά.
Την αφήγηση διακόπτουν πρωτοπρόσωπες ποιητικές εκφορές σκέψεων, συναισθημάτων και βιωμάτων του συγγραφέα. Κλείνεις το βιβλίο κι αναλογίζεσαι τη δική σου ζωή, τα δικά σου "νησιά μνήμης". "Και αν τελικά η μνήμη δεν είναι άλλο παρά διάσπαρτα νησιά μέσα σε μιαν απέραντη θάλασσα μνήμης; Με άλλα λόγια, μήπως είμαστε όσα έχουμε ξεχάσει;"

Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Κάτι κρυφό μυστήριο

Καρολίνα Μέρμηγκα
Κάτι κρυφό μυστήριο
Μελάνι, 2019
"Είσαι παντού και πουθενά. Σε ερειπωμένα κτίρια, μισογκρεμισμένα, που καμιά φορά όταν το απογευματινό φως γέρνει πάνω τους, αποκαλύπτουν μέσα από τους λίγους όρθιους αρμούς τους το απεγνωσμένο εγνωσμένο πείσμα σου. Σε πέτρες που κρατάνε ακόμα λίγο από τον ήλιο κάτω από τον οποίο πελεκήθηκαν, και κάποιαν ηχώ της φωνής και της θέλησής σου-αλλά μετά η ηχώ σβήνει και οι πέτρες έχουν κιόλας πέσει. Είσαι στη γέρικη ελιά της αυλής του σχολείου, στη μυρωδιά της κιμωλίας στην τάξη, στη λάμψη των άσπρων πουκάμισων της παιδικής ορχήστρας. Είσαι στις κουρασμένες προσόψεις καλυμμένες από γκράφιτι-αλλά κανένα γκράφιτι δεν διάλεξε να μη γραφτεί για να σωθεί η πρόσοψή σου".
Πάνε μέρες που τέλειωσα το "Κάτι κρυφό μυστήριο" κι όμως δεν μπορώ ακόμα να συνέλθω, δεν μπορώ να αποτραβήξω τη σκέψη μου απ' αυτή την ωραία μορφή που σαν διάττοντας πέρασε πάνω από την Ελλάδα, που έλαμψε για μια στιγμή, που φώτισε για λίγο με το πέρασμά της τον βασανισμένο τόπο κι έσβησε τόσο γρήγορα. 3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες επαναλαμβάνει η συγγραφέας. Τόσο κράτησε η διακυβέρνησή του. Τόσο τον άφησαν ν' αγωνιστεί σ' αυτόν τον ρημαγμένο τόπο, να στήσει κράτος, να δημιουργήσει από το μηδέν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, πολεμούμενος από εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς. Ο Καποδίστριας. Όταν έρχεται στην Ελλάδα, ένα μικρό τμήμα αυτού που ονομάζουμε Ελλάδα είχε ελευθερωθεί. Σύνορα δεν υπήρχαν, κράτος δεν υπήρχε, ο Ιμπραήμ ήταν ακόμα στηνΠελοπόννησο, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει.
3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες. Μέσα σ'αυτό το διάστημα έστησε κράτος, ίδρυσε σχολεία, μοίρασε γη στους ακτήμονες (κι ας διαμαρτύρονταν οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες), ίδρυσε την πρώτη Τράπεζα, έκοψε νομίσματα, φρόντισε τα ορφανά, οργάνωσε τον στρατό...
Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει το βιβλίο της η συγγραφέας. Κι όμως πιο πολύ, νομίζω, βαραίνει το δεύτερο συνθετικό της λέξης: Ιστόρημα και όχι μύθος. Δεν είναι βιογραφία παρ' όλα τα βιογραφικά στοιχεία που δίνονται, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά, πολλά μέσα από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις προσώπων που σχετίζονταν με τον Καποδίστρια ή μέσα από φανταστικούς διαλόγους, όπως θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Μιλάει ο πιστός γραμματέας του Νικόλαος Δραγούμης, μιλάει η τρυφερή, ερωτική του σχέση, η Ρωξάντρα, Κυρία επί των Τιμών της Τσαρίνας, μιλάνε άλλοι πολλοί.
Θαυμασμός και απεριόριστη αγάπη για τη μοναδική αυτή προσωπικότητα που ανέδειξε ο τόπος προβάλλουν μέσα από το βιβλίο καθώς σκιαγραφείται η πορεία της ζωής του. Παιδί στην Κέρκυρα, νέος με σπουδές στην Ιταλία, υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, σημαντικός παράγοντας στο Συνέδριο της Βιέννης που καθόρισε την τύχη της Ευρώπης μετά τον Ναπολέοντα, ιδρυτής του κράτους της Ελβετίας.
Εγκαταλείπει μια άνετη ζωή και μια λαμπρή καριέρα για να έρθει σ' αυτόν τον ερειπωμένο τόπο, να προσπαθήσει να τον ξαναστήσει όρθιο, να πεινάσει, να ξενυχτήσει, να αγαπηθεί και να μισηθεί. Ποτέ δεν πήρε μισθό κι όποια περιουσία είχε τη διέθεσε γι' αυτό το φτωχό, χρεωκοπημένο κράτος (Να το ξέρουν άραγε οι πολιτικοί μας; Να περνά καμιά φορά απ' το μυαλό τους;)
Με το βιβλίο της η Καρολίνα Μέμηγκα δεν νομίζω ότι μας δίνει κάτι καινούριο, κάτι που δεν ξέραμε γι' αυτή την ιστορική μορφή. Άλλωστε από το πρώτο κεφάλαιο ξέρουμε το τέλος. Ο ένας από τους δολοφόνους, αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, κείτεται νεκρός, λιντσαρισμένος από το πλήθος. Ο άλλος, ο γιος του Πετρόμπεη, καταφεύγει στο σπίτι του Γάλλου πρέσβυ, για να δικαστεί και να εκτελεστεί σε λίγες μέρες. Μονάχα ο απλός λαός, αυτός για τον οποίο πάλαιψε ο Καποδίστριας, ξεσπάει σε θρήνο. "Ήδη ο θρήνος απλώνεται. Όλη η χώρα, σε λίγες ώρες, θα θρηνεί".

ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του
πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν
και τον σκοτώνουν

αντιγράφει η Μέρμηγκα τον T.S.Eliot στην προμετωπίδα του βιβλίου της.
Ναύπλιο, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831, 06:00 π.μ. Η σφαίρα που τον σκότωσε βρίσκεται ακόμα εκεί, στη γυάλινη προθήκη. Μελαγχολούμε κι αναλογιζόμαστε. Τι θα γιόταν άραγε αν...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2019

Οι ρετσίνες του βασιλιά

Ισίδωρος Ζουργός
Οι ρετσίνες του βασιλιά
Πατάκης, 2019
Από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα (Η σκιά της πεταλούδας), ο Ισίδωρος Ζουργός με γοήτευσε και τον παρακολουθώ σε κάθε καινούρια του συγγραφική δημιουργία. Έτσι, παρ' όλες τις επιφυλάξεις μου λόγω του αινιγματικού, περίεργου τίτλου, διάβασα και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, Οι ρετσίνες του βασιλιά. Δεν φτάνει βέβαια ούτε ως περιεχόμενο ούτε ως λογοτεχνική γραφή το Λίγες και μια νύχτες, ούτε το Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, δεν παύει όμως να ελκύει και να διαβάζεται με ενδιαφέρον.
Έχει γραφτεί και είναι φανερό τόσο από τα αποσπάσματα που προτάσσει ο συγγραφέας όσο και από την ανάγνωση του μυθιστορήματος ότι αυτό αποτελεί μια αναγνώριση των οφειλών του συγγραφέα αφενός προς τον Σαίξπηρ και ειδικά τον Βασιλιά Ληρ και αφετέρου προς τον αναγεννησιακό Γάλλο γιατρό και συγγραφέα Φρανσουά Ραμπελαί. Δεν θα αναφερθώ στη σχέση αυτή. Το αφήνω για ειδικότερους κριτικούς.
Σ' ένα ελληνικό χωριό που δεν κατονομάζεται καταφθάνει ο ηλικιωμένος Λεόντιος Έξαρχος. Αποτραβηγμένος από την επαγγελματική του δραστηριότητα (υπήρξε επιτυχημένος επιχειρηματίας πολιτικός μηχανικός) έρχεται να περάσει τα τελευταία του χρόνια στον Πύργο του πενθερού του, όπως  ονομάζουν οι κάτοικοι του χωριού το χτισμένο σ' ένα ύψωμα σπίτι του πεθαμένου πια Γαβριήλ Ζαμάνη. Ο Ζαμάνης υπήρξε γιατρός, βουλευτής, αλλά  και με πολιτική ισχύ του παρασκηνίου. Πεθαμένη από χρόνια είναι και η Ουρανία, κόρη του Ζαμάνη και σύζυγος του Έξαρχου. Οι τρεις κόρες του Λεόντιου ζουν η μια στο Λονδίνο, η άλλη στις Βρυξέλλες, η τρίτη στην Αθήνα. Τίποτα δεν τον συνδέει μαζί τους. Τους γράφει μόνο ανεπίδοτα γράμματα όπως γράφει και στη νεκρή πια γυναίκα του, εκφράζοντας σε πρωτοπρόσωπη γραφή σκέψεις, συναισθήματα, αναφορές σε γεγονότα του παρόντος και του παρελθόντος. 
Στο υπόλοιπο βιβλίο παρακολουθούμε σε τριτοπρόσωπη γραφή τη ζωή του Έξαρχου στο χωριό κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Πολλά είναι τα πρόσωπα που διακινούνται: Ο ιερέας του χωριού, ο Φώτης ο καφετζής, βασικό πρόσωπο, το καφενείο του οποίου αποτελεί χώρο συνάντησης και κέντρο ζωής του χωριού και πλήθος άλλοι, γνωστοί με τα παρωνύμιά τους, συχνά προερχόμενα από το επάγγελμά τους. Ξεχωρίζει ο Ζαχαρίας ή Μασούρης, ο τρελός του χωριού, που προσκολλάται και αφοσιώνεται στον Λεόντιο Έξαρχο, ως ένα είδος υπηρέτη ή ακολούθου.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα τμήματα που ακολουθούν τις εποχές: Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι. Ωραίες περιγραφές της φύσης, συγκεντρώσεις στο καφενείο και οινοποσία με αναφορά στη ρετσίνα όπως ωρίμαζε παλιά, σε βαρέλια και όχι η σύγχρονη βιομηχανοποιημένη. Πλήθος θέματα αναδεικνύονται. Παλιά μυστικά που ξεθάβονται, εξώγαμα παιδιά, εγκλήματα που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν, η ερήμωση των χωριών, τα προβλήματα των γηρατειών, οι οικογενειακές σχέσεις. Πάνω απ' όλα ωραίες, χαρακτηριστικές εικόνες της φύσης με τις αλλαγές των εποχών που μόνο στην ύπαιθρο μπορούμε να δούμε.
Ένα απροσδόκητο τέλος επισφραγίζει το ενδιαφέρον μυθιστόρημα κι ο αναγνώστης απομένει να αναπολεί όλο αυτόν τον κόσμο με τον οποίο έζησε όσο διάβαζε το μυθιστόρημα. Τόσο φανταστικό αλλά και τόσο πραγματικό.

Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2019

Τι χορούς να χορέψω


Αθηνά Τσάκαλου
Τι χορούς να χορέψω
Εκδ. Τόπος, 2019
Τέλειωνα την παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου της Αθηνάς Τσάκαλου «Οι λεηλάτες του μεσημεριού» με την εξής σκέψη: «Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;»
Και να τώρα, σαν να έρχεται με το καινούριο της βιβλίο η συγγραφέας να δώσει απάντηση στο ερώτημά μου: Ναι, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Κεντρική ηρωίδα κι εδώ μια μάνα: (Στη μάνα της άλλωστε είναι αφιερωμένο το βιβλίο και η ωραία, ποιητική εισαγωγή). Η Ήρα. Βυθισμένη στη θλίψη, με τη σκέψη στραμμένη διαρκώς στον εξαφανισμένο, καταζητούμενο γιο της, ταυτίζεται μ’ όλους αυτούς που αναζητούν παντού τα παιδιά τους. «Στους σταθμούς των τρένων, στις αποβάθρες των λιμανιών, στις αίθουσες των αεροδρομίων». Να τα δουν έστω από μακριά, ν’ ακούσουν μ’ ένα τηλεφώνημα τη φωνή τους, να ξέρουν ότι είναι καλά κι ας μην είναι κοντά τους. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, υποφέρει κι αυτός, αλλά αντιμετωπίζει το θέμα πιο ρεαλιστικά, αποδεχόμενος τους λόγους για τους οποίους εξαφανίστηκε ο γιος τους: «Δεν εξαφανίστηκε από μια κακοτυχία, εξαφανίστηκε από δική του επιλογή, όπως δική του επιλογή ήταν και οι δρόμοι που ακολούθησε, δεν γίνεται ο καθένας μέλος μιας αναρχικής ένοπλης ομάδας έτσι απλά. Ήταν μια  απόφαση ζωής και ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Ήταν μια απόφαση που δεν είχε θέση για εμάς τους γονείς του στη ζωή που διάλεξε. Τα βρίσκω όλα αδιέξοδα, αλλά βαθιά μέσα μου σέβομαι την απόφασή του για τη δική του ζωή και με πόνο λέω, αφού αυτό ήθελε, ας είναι καλά». Η σχέση του ζεύγους διασαλεύεται. Θα ξανάρθουν όμως και πάλι κοντά, όταν κάποιες πληροφορίες για τον γιο τους φτάνουν. Ένα ονειρώδες, υπερφυσικό στοιχείο διαπνέει το έργο. Άραγε για να δώσει η συγγραφέας και έμπρακτα τον ιδεατό, ονειρικό κόσμο για τον οποίο οι ομάδες στις οποίες ο γιος τους ανήκει αγωνίζονται;
Συναντήσεις με τη μάνα της Ήρας, ιστορίες από τα παλιά, θρύλοι, αναμνήσεις, αγάπη για τη φύση διαπνέουν το βιβλίο. Μια μυστηριώδης γυναικεία μορφή οδηγεί τον Μιχάλη και την Ήρα σ’ ένα απόκοσμο τοπίο, όπου ομάδες ανθρώπων εργάζονται μυστικά για τη δημιουργία ενός καινούριου κόσμου. Είναι ένας κόσμος όπου πρυτανεύει η αγάπη, η ηρεμία, η καλοσύνη, τα φυτά, η φύση, οι ήρεμες συζητήσεις, οι χοροί της χαράς. Η Ήρα αποδέχεται αυτό τον κόσμο, αποδέχεται τις επιλογές του γιου της, έστω κι αν ξέρει πως εκείνος, προετοιμαζόμενος γι’ αυτό τον καινούριο κόσμο, θα ζει μακριά της.
Παρ’ όλο που ο κόσμος για τον οποίο οι ήρωες της Τσάκαλου εργάζονται είναι ο ιδεατός, ειρηνικός, καινούριος κόσμος τον οποίο ο καθένας μας ονειρεύεται, δεν μας πείθει ότι ο κόσμος αυτός μπορεί να πραγματωθεί. Θυμίζει κάπως τον κόσμο που το κομμουνιστικό ή το χριστιανικό ιδεώδες αποπειράθηκε να δημιουργήσει και ξέρουμε τα αποτελέσματα. Ο Θουκυδίδης, αθάνατος πάντα, μας το φωνάζει από τα βάθη των αιώνων: «Τα ίδια γίνονται και θα γίνονται όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια».


Τρίτη, Αυγούστου 06, 2019

Στη ζωή νωρίς νυχτώνει

Ελένη Πριοβόλου
Στη ζωή νωρίς νυχτώνει
Καστανιώτης, 2019
Τόσο κοντά και τόσο μακριά μας! Ο Λίβανος, η Βηρυτός, μισή ώρα πτήση από την Κύπρο, ένα ευχάριστο σαββατοκυρίακο αναψυχής υπήρξε συχνά για μας κι όμως ποτέ δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε την  ταραγμένη ιστορία αυτής της λωρίδας γης. Ακούγαμε πάντα για τον πόλεμο στον Λίβανο, δεχτήκαμε κατά καιρούς Λιβανέζους πρόσφυγες, οι πιο πολλοί από μας επισκεφθήκαμε τη γειτονική χώρα κι όμως εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο.
Λίγο φως σ' αυτό το μυστήριο προσπαθεί να ρίξει με το ενδιαφέρον μυθιστόρημά της η Ελένη Πριοβόλου, αλλά ούτε κι αυτή το κατορθώνει νομίζω. Ίσως, αν δεν επεκτεινόταν χρονικά από το 1963 ως το 2015, ούτε τοπικά από Αθήνα ως Καναδά, ως Βηρυτό, ούτε σε τόσο πλήθος προσώπων, αν έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορία του Λιβάνου, την οποία φαίνεται πολύ να μελέτησε, ίσως τότε να μας έδινε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα. Ίσως όμως πάλι ο στόχος της να μην ήταν αυτός, αλλά να θέλησε να μας δώσει την επίδραση και τις συνέπειες που έχουν οι εποχές και τα πολιτικά γεγονότα στις απλές, ανθρώπινες ζωές.
Το μυθιστόρημα αρχίζει αρχές της δεκαετίας του '60 στην Αθήνα. Ωραία δοσμένη η εποχή για όσους τη γνωρίσαμε. Η αυστηρότητα των ηθών, η πατριαρχική κοινωνία, αλλά και η αρχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα νέα πνευματικά κινήματα, η Αθήνα της αντιπαροχής, η νεολαία των Λαμπράκηδων, η δικτατορία που θα ακολουθήσει... Μέσα σ' αυτό το κλίμα μια συγκυρία φέρνει κοντά δυο νεαρές, την Άρια, γεννημένη στην Αθήνα και την Οριάνθη, από τον Λίβανο. Η φιλία θα διακοπεί απότομα, με την Οριάνθη να γυρίζει στη Βηρυτό. Και οι δυο θα κάνουν τις οικογένειές τους, δεκαετίες θα τις χωρίσουν, ώσπου πάλι, κάπου πενήντα χρόνια αργότερα, μέσα από συμπτώσεις που  η ζωή συχνά δημιουργεί, εκεί προς το τέλος της ζωής τους θα ξανασυναντηθούν. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα γεμίζει με τις αναμνήσεις πότε της μιας, πότε της άλλης, αφηγημένες από τη συγγραφέα σε τρίτο πρόσωπο.
Πολυπρόσωπο έργο, τόσο που δεν είναι εύκολο να θυμόμαστε όλα τα πρόσωπα που περνούν μέσα απ' αυτό. Εκτός απ' τις δυο βασικές ηρωίδες ξεχωρίζουν δυο ανδρικές μορφές. Ο Εμίλ, σύζυγος της Οριάνθης και ο Γεώργιος Αργυριάδης, πατέρας της. Ο Εμίλ είναι Φαλαγγίτης, Χριστιανός Μαρωνίτης, παθιασμένος με την πατρίδα του, τον Λίβανο, ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις που πολεμούν για την απελευθέρωση του Λιβάνου. Από ποιούς άραγε; Ένα συνονθύλευμα λαών πλημμυρίζει αυτή τη μικρή χώρα. Από αποικία των Άγγλων πέρασε στους Γάλλους, απέκτησε κάποτε την ανεξαρτησία της, αλλά ένα πλήθος λαών και θρησκευμάτων δεν την άφησε ποτέ να ησυχάσει. Χριστιανοί, Μαρωνίτες κυρίως, Μουσουλμάνοι Σουνίτες και Σιίτες, Δρούζοι, Αρμένιοι, Σύριοι, Παλαιστίνιοι πρόσφυγες...Και επιπλέον, Συρία από ανατολικά, Ισραήλ από νότια να εμπλέκονται στη διαμάχη. Ένα φρικτό τέλος περιμένει τον Εμίλ.
Η δεύτερη ανδρική μορφή που ξεχωρίζει είναι ο έλληνας διπλωμάτης Αργυριάδης. Μια ευγενκή μορφή, αγωνίζεται ματαιοπονώντας να φέρει τη διαλλαγή, τη συμφιλίωση, την ηρεμία σ' αυτή την παθιασμένη αντιπαλότητα.
Το μεγαλύτερο, νομίζω, πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρα την οποία η συγγραφέας κτορθώνει να αποδώσει. Πειστική και η όλη πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της Αθήνας, όμως δεν εντυπωσιάζει τον έλληνα αναγνώστη που τη γνωρίζει, είτε γιατί την έζησε ο ίδιος είτε από πλήθος άλλα διαβάσματα. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η ατμόσφαιρα του Λιβάνου. Τόσο η πολεμική με τις εχθροπραξίες, τους βομβαρδισμούς, τις σφαγές, την ερήμωση, όσο και οι εικόνες της ανοικοδόμησης, της ειρηνικής ζωής πριν τις συρράξεις και της προσπάθειας επανόδου σ' αυτήν.
Όταν οι δυο φίλες ξανασυναντώνται στην Αθήνα το 2015, λέει κάποια στιγμή η Οριάνθη στην Άρια: "Είπα πως κάποια στιγμή θα σε αναζητούσα, μα όλο το ανέβαλλα. Μπορεί και να πίστευα πως είχα άπλετο χρόνο. Τώρα συνειδητοποιώ πως στη ζωή νυχτώνει νωρίς".
Δυστυχώς, πρέπει όλοι μας να φτάσουμε στην τρίτη (ή και τέταρτη!) ηλικία για να συνειδητοποιήσουμε αυτή την τραγική αλήθεια.

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

Εκεί που ζούμε

Χρίστος Κυθρεώτης
Εκεί που ζούμε
Πατάκης, 2019
"Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια  ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν, όπως επίσης-και ακόμα καλύτερα-τι ήτανε η Σχολή του Αμμωνίου Σακκά. Να μας πει όμως για ποιο λόγο συνιστά ποίηση "της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι" και, από το άλλο άκρο, το "μια κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν", ποτέ. Ούτε θα ήταν δυνατό".
Αυτή η σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη από το δοκίμιό του "Η μέθοδος του "ΑΡΑ" με κυνηγούσε καθώς διάβαζα και προπάντων όταν τέλειωσα το μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη "Εκεί που ζούμε". Γιατί μου  άρεσε αυτό το βιβλίο; Γιατί το διάβαζα με τόση απόλαυση και ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που δεν έχει συγκλονιστικά γεγονότα, ούτε ιστορικές πληροφορίες, ούτε πρωτότυπη πλοκή, ένα βιβλίο που καταγράφει απλώς μια μέρα από τη ζωή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, του νέου δικηγόρου Αντώνη Σπετσιώτη; Εκτός από τον "Οδυσσέα" του Τζόυς, πολύ λίγα βιβλία ξέρω που η διάρκειά τους είναι μόνο ένα εικοσιτετράωρο. Θυμάμαι τώρα το "Στην ακτή" του ΜακΓιούαν, ή την "Κυρία Νταλλογουαίη", της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Μακριδάκη, αλλά, αν εξαιρέσουμε τον "Οδυσσέα", τα υπόλοιπα είναι ολιγοσέλιδα. Όμως το βιβλίο του Κυθρεώτη αριθμεί 440 σελίδες κι ούτε στιγμή βαριέσαι κι ούτε θέλεις να διακόψεις την ανάγνωση πριν φτάσεις στο τέλος.
Τέσσερις μόνο υποχρεώσεις προγραμματίζει για μια Παρασκευή του 2014 ο Αντώνης: Να παραστεί στο δικαστήριο ως συνήγορος μιας κυρίας που εξαπατήθηκε από ένα Ινστιτούτο Αισθητικής και έφτασε να χρωστάει 75 χιλιάδες ευρώ, τα οποία βέβαια αδυνατεί να πληρώσει, να συναντήσει ύστερα σε μια καφετέρια τη Στέλλα, ένα παλιό του δεσμό, τον οποίο είχε από καιρό διακόψει, ακολούθως να συνοδέψει τον πατέρα του που έπρεπε να παραδώσει το γεωτρύπανό του στον Ορχομενό για να τον μεταφέρει πίσω και, τέλος, αν προλάβει, να περάσει αργά το βράδυ από ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα είχε μαζέψει κάποιους φίλους η Άννα που, όπως λέει ο ίδιος, "είναι ό,τι πιο κοντινό σε "δική μου γυναίκα είχα ποτέ".
Πώς γύρω απ' αυτά τα τέσσερα γεγονότα εμπλέκονται ενέργειες, σκέψεις, συναισθήματα, αναπολήσεις που κρατούν αιχμάλωτο τον αναγνώστη, είναι ένα μυστήριο παράλληλο με την ανερμήνευτη μαγεία της ποίησης, εξού και η συσχέτιση με τη σκέψη του Ελύτη. Έχουμε εδώ τη μαγεία της πεζογραφίας, που αν γνωρίζαμε τα συστατικά της στοιχεία, θα μπορούσαμε όλοι να γράφουμε καλή πεζογραφία. Θα προσπαθήσω να επισημάνω κάποια στοιχεία που αναλογίζομαι (εκ των υστέρων, βέβαια) ότι δημιούργησαν αυτό το γοητευτικό, λογοτεχνικό παράδοξο.
Η αφηγηματική και περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα πρώτα απ' όλα. Με απλό, θα έλεγα κουβεντιαστό, ύφος αποδίδεται η ατμόσφαιρα των αθηναϊκών δικαστηρίων, η περιγραφή της διαδρομής από τον Ορωπό στον Ορχομενό, οι δρόμοι της Αθήνας, η ατμόσφαιρα του νυχτερινού μπαρ κ.λπ. Έπειτα οι ανατροπές. Όσο λίγα και συνήθη είναι τα τέσσερα γεγονότα, δεν λείπουν οι ανατροπές, αυτά που συμβαίνουν χωρίς να το περιμένει ούτε ο αφηγητής ούτε, ασφαλώς, ο αναγνώστης. Αυτές οι ανατροπές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: "Για να δούμε τι θα γίνει μετά από αυτό;" σκέφτεται και προχωρεί. Είναι ύστερα οι αναδρομές στο παρρελθόν. Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, γεγονότα και πρόσωπα της περασμένης του ζωής κ.λπ. Και τέλος κυρίως, σκέψεις. Σκέψεις που λειτουργούν σαν σταθμός, που θέτουν σε λειτουργία και του αναγνώστη τη σκέψη. Για παράδειγμα: "Αν αυτά που κάναμε συμφωνούσαν πάντα με αυτά που πιστεύαμε η ζωή θα ήταν πολύ απλούστερη απ' όσο ξέρουμε ότι είναι". Ή, "Η χρονολογική σειρά είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας συνήθως για να συνδέει τα γεγονότα, όμως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, μέσα στους οποίους έννοιες όπως πριν ή μετά ή παλιά χάνουν τη σημασία τους-και τότε μπορεί να βρεθείς σε μια κατάσταση όπου δεν αναπολείς απλώς το παρελθόν, αλλά είσαι στο παρελθόν".
Και ο τίτλος; Ανέτρεξα στους στίχους  του ομότιτλου ραπ τραγουδιού."Εκεί που ζούμε". Τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω προσπαθώντας να τους συνδέσω με το μυθιστόρημα. Είναι άραγε μια άρνηση όχι μόνο όσων συμβαίνουν στη ζωή του ήρωα εκείνη τη μέρα, προπάντων υπό τη σκιά της απόφασής του να εγκαταλείψει τα πάντα και να φύγει για το Λουξεμβούργο; Ή μήπως άρνηση της ζωής γενικότερα όπως την έχουμε καταντήσει, αλλά ταυτόχρονα και μια πίστη στη δύναμη του ανθρώπου, αν δεχτούμε τους στίχους του τραγουδιού:
.........................................................................................................................
Ό,τι κι αν γίνει όμως δεν παύουμε να ελπίζουμε
Μέσα στη χώρα των θαυμάτων εκεί ζούμε 
Και με αυτά τα θαύματα θα σε διαλύσουμε.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Τα τάπερ της Αλίκης

Έλενα Ακρίτα
Τα τάπερ της Αλίκης
Διόπτρα, 2019
"Ο χρόνος εκδικείται τις αναμνήσεις μας. Τις συμπιέζει και τις καταχωνιάζει όλο και πιο βαθιά στις εσοχές της μνήμης. Παλιές φωτογραφίες κιτρινίζουν και θαμπώνουν μέχρι που δεν μπορείς πια να διακρίνεις πρόσωπα. Μέχρι που δεν σε νοιάζει πια να διακρίνεις πρόσωπα. Κι είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή που οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά. Όταν δεν ζουν στην καρδιά μας, όταν κανένας δεν τους θυμάται πια. Ο χρόνος εκδικείται".
Σαν να θέλει να αντιπαλαίψει την εκδίκηση του χρόνου, σαν να επιδιώκει να πάει κόντρα και να εκδικηθεί αυτή τον χρόνο, η Έλενα Ακρίτα γράφει αυτό το μυθιστόρημα. Μια εικοσετία, 1980-2000, περνάει και καταγράφεται μνημειώνοντας πρόσωπα και γεγονότα. Πρόσωπα φανταστικά που θα μπορούσαν όμως να είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που όλοι γνωρίζουμε, πρόσωπα που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας.
Τρεις γενιές γυναικών περνούν μέσα από το βιβλίο. Είναι η Κοραλία που, εγκαταλελειμμένη από τον μετανάστη-εξαφανισμένο σύζυγό της, έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα μ' ένα μικρό κοριτσάκι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι το κοριτσάκι της, η Ελένη, που μεγαλώνοντας εργάζεται ως πωλήτρια στο πρώτο γνωστό πολυκατάστημα της Αθήνας, το Μινιόν, που πολλοί από μας της...κάποιας ηλικίας γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, ενώ παράλληλα κάνει κι επιδείξεις τάπερ (ήταν τόσο διαδεδομένες αυτές οι επιδείξεις κάποτε, δεν ξέρω, υπάρχουν ακόμα;). Είναι η μικρή Αλίκη, εξώγαμο παιδί της Ελένης, με όνομα δοσμένο από την άλλη Αλίκη, τη λατρεμένη ηθοποιό, που στο θέατρό της δούλευε ως ταξιθέτρια η γιαγιά Κοραλία.
Τι και τι δεν περνάει από την ελκυστική, μοναδική γραφή της Ακρίτα! Έρωτες και γάμοι, χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, φιλίες κι έχθρες, bullying (που τότε βέβαια δεν το λέγαμε έτσι), ένας ομοφυλόφιλος έρωτας, ταινίες και τραγούδια, ηθοποιοί και θεατρικά έργα, γεγονότα που σημάδεψαν την εικοσετία. Η πυρκαγιά που όχι μόνο αποτέφρωσε το Μινιόν στις 18 Οκτωβρίου του 1980, αλλά έβαλε τέλος σε ολόκληρη εποχή, ο μεγάλος σεισμός της Καλαμάτας στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986, η εκλογή του Σημίτη το 1997, η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1991, η Κυψέλη και ο Βύρωνας, τα "σπίτια" της οδού Φυλής, τα θερινά σινεμά, το ουζερί του Απότσου...Όλα συνδεδεμένα με τους ήρωές της. Και πάνω απ' όλα η Αλίκη. Η μια και μοναδική Αλίκη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη που έδωσε τ' όνομα στη βαφτιστήρα της, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές του έργου σαν για να προσδώσει λίγη από τη λάμψη της. Κι ο θάνατός της. Εκεί η εύθυμη, σατιρική γραφή της Ακρίτα δίνει τη θέση της σε μια λιτή, θλιμμένη, απέριττη γραφή που άθελά σου σε κάνει να βουρκώνεις. Ένα καταπληκτικό requiem της συγγραφέως για την αγαπημένη της φίλη.
 Την πολύ γνωστή έναρξη του μυθιστορήματος του Τσαρλ Ντίκενς βάζει η Έλενα Ακρίτα ως προμετωπίδα του μυθιστορήματος της. Και με μια παραλλαγή της κλείνει το έργο: "Ήταν οι μέρες από φως, ήταν οι μέρες από σκοτάδι. Ήταν οι μέρες του γλεντιού κι ήταν οι μέρες του θρήνου. Ήταν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που τρεις γυναίκες, η Κοραλία, η Ελένη και η Αλίκη, βαδίσανε μαζί σ' αυτό τον κόσμο κρατώντας σφιχτά η μια το χέρι της άλλης".

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2018

Οι λεηλάτες του μεσημεριού

Αθηνά Τσάκαλου
Οι λεηλάτες του μεσημεριού
Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2018
Είναι κάποια βιβλία που από την πρώτη σελίδα είναι σαν να σε αρπάζουν από τον λαιμό. Δεν  μπορείς να τους ξεφύγεις, δεν μπορείς να αναβάλεις το διάβασμά τους. Η πρώτη σελίδα οδηγεί αναπόφευκτα στη δεύτερη, γυρίζεις βιαστικά τη μια μετά την άλλη, αχόρταγα προχωρείς και ολοένα θέλεις κι άλλο κι άλλο...
Αυτό μου συνέβη και με το βιβλίο "Οι λεηλάτες του μεσημεριού" της άγνωστής μου συγγραφέως Αθηνάς Τσάκαλου, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει. Ευτυχώς. Ποιος ξέρει αν θα το συναντούσα ποτέ κι αν το συναντούσα αν θα του έδινα την οποιαδήποτε σημασία.
Η Λένη -προσωπείο, υποθέτω της συγγραφέως- θυμάται. Θυμάται και γράφει. Είναι σαν ένα requiem, ένα μεταθανάτιο αφιέρωμα στον αδελφό της. Συνομιλίες και όνειρα, αναπολήσεις και οράματα, ανάπλαση μιας περασμένης ζωής και οραματισμοί για το μέλλον. Η ζωή στο φτωχό, ορεινό χωριό αναπλάθεται μ΄ολη την αγάπη, τη νοσταλγία, τον καημό για μια εποχή περασμένη. Έθιμα, πρόσωπα του χωριού και οι τραγικές τους ιστορίες, η δύσκολη ζωή, η φτώχεια, το κρύο. Το χιόνι πλημμυρίζει κάθε σελίδα του βιβλίου. Κι ανάμεσα μια οικογένεια. Η Λένη, ο αδελφός της Σταύρος, δυο χρόνια μεγαλύτερος, η μάνα, μια υπέροχη μορφή μάνας. Καρτερική, γεμάτη καλοσύνη, αγάπη, στοργή, κατανόηση, έτοιμη να στερηθεί για να δώσει. Δουλεύει τη γη, γίνεται μητέρα και πατέρας ταυτόχρονα για τα δυο ανήλικα παιδιά της, όταν ο άντρας της χάνεται για δέκα χρόνια μετανάστης στη Γερμανία. Κι όταν εκείνος ξαφνικά γυρίζει, τα δυο παιδιά δυσκολεύονται να τον αναγνωρίσουν. Μια πονεμένη κραυγή, κραυγή διαμαρτυρίας ακούγεται από τη Λένη για το τέρας της μετανάστευσης.
Τα χρόνια περνούν. Η ζωή τους μετά την άφιξη του πατέρα κάπως βελτιώνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν, πάνε στην Αθήνα για σπουδές. Οι σκέψεις της Λένης ξεδιπλώνονται συνειρμικά. Η ανάμνηση εθίμων του χωριού, εκδηλώσεων που διάνθιζαν με λίγες στιγμές χαράς τη δύσκολη ζωή, το καθιερωμένο πριν τα Χριστούγεννα σφάξιμο του γουρουνιού, οι γιορτές του Πάσχα εναλλάσσονται με τις συζητήσεις με τον αδελφό της που πιστεύει σ' ένα όραμα, σ' έναν καλύτερο κόσμο για τον οποίο και αγωνίζεται. Πολλά πράγματα βέβαια πέρα από την ιδεολογία και τους οραματισμούς του δεν αποκαλύπτει στην αδελφή του. Αλλά ένα απόγευμα η μορφή του αδελφού της γεμίζει την οθόνη της τηλεόρασης. Η ανακοίνωση ότι πρόκειται για αναρχικό που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με την αστυνομία, την αφήνει κεραυνόπληκτη. Η κηδεία του στο χωριό, η βίωση του πένθους, τα ταφικά έθιμα και πάνω απ' όλα ο πόνος της μάνας, χαράσσουν ανεξίτηλες εικόνες στη σκέψη του αναγνώστη.
Η συγγραφέας είχε να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο. Να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιδεολογία και τους οραματισμούς του αδελφού της στους οποίους και η ίδια πιστεύει και στον τρόπο επίτευξής τους. (Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι η ίδια η συγγραφέας, κατά δική της ομολογία, έχει δυο παιδιά στη φυλακή, που καταδικάσστηκαν για συμμετοχή στην αναρχική οργάνωση Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς). Νομίζω πως πέτυχε το σκοπό της. Αφενός ξεδιπλώνει την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο και την ομάδα του κι από την άλλη διατηρεί τη δική της ουδέτερη στάση ή και αντίθεση απένατι στις επαναστατικές, παράνομες δράσεις που αποσκοπούν στην υλοποίηση αυτής της ιδεολογίας. "Πώς θα ήθελα να υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος πολέμου. Όχι ο δρόμος της φωτιάς σαν μόνος δρόμος αλλαγής, αλλά να πολεμήσουμε το κακό και την απελπισία με τη δοξολογία του καλού, του καλού που υπάρχει", σκέφτεται πως θα' πρεπε να είχε πει στον αδελφό της.
Την ίδια δυσκολία αισθάνομαι κι εγώ στην προσπάθειά μου να αποδώσω τον τρόπο σκέψης, την ιδεολογία που κινεί τον Σταύρο στη δράση, όπως αυτή αποτυπώνεται στους πολύ ενδιαφέροντες διαλόγους με την αδελφή του ή όπως διεξάγονται μετά τον θάνατό του μεταξύ της κοπέλας του και της Λένης. Νομίζω πως δεν κατάφερα να αποδώσω όπως το ένιωσα και όπως θα ήθελα αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018

Τα χειροποίητα

Έλενα Ακρίτα
Τα χειροποίητα
Διόπτρα, 2018
"Αυτοαναφορικό κείμενο σήμερα-επιτρέψτε μου τη συγκίνηση. Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο "Τα χειροποίητα". Ένα βιβλίο που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί αποτυπώνει μια πορεία στα "ΝΕΑ" σχεδόν είκοσι χρόνων, από το 2000 μέχρι σήμερα. Σύντομα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα. Κείμενα παλιά ή καινούρια, γελαστά ή μελαγχολικά, θυμωμένα ή χαρούμενα, κείμενα βιωματικά-όλα αφιερωμένα στους συγκάτοικούς μου στην τρέλα. Τους αναγνώστες μου".
Γνωστή, αγαπημένη, πολυγραφότατη και πολυδιαβασμένη η (κατά ένα μέρος) συμπατριώτισσά μας Έλενα Ακρίτα αυτοπαρουσιάζεται στο σύντομο αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στα "ΝΕΑ" στις 25 Μαΐου 2018. Ίσως να μη χρειαζόταν να προσθέσω εγώ τίποτε άλλο στην παρουσίαση του βιβλίου. Όμως δεν αντέχω να μην εκφράσω την ευχαρίστηση, τη συγκίνηση, το χαμόγελο, την απόλαυση που μου χάρισε άλλο ένα βιβλίο της Ακρίτα.
Αρχίζεις να διαβάζεις και παθαίνεις (συγχωρέστε μου την υλιστική παρομοίωση) όπως όταν αρχίζεις να τρως...ξηρούς καρπούς. Δεν μπορείς να σταματήσεις!
Το γνωστό της οξύ χιούμορ, η υπερβολή της σάτιρας, πάντα μέσα στην επικαιρότητα που παρ' όλα αυτά δεν χάνει τη διαχρονικότητά της. Άλλοτε (πιο σπάνια) θέματα με συγκίνηση όπως τα δικά της παιδικά Χριστούγεννα και η Αθήνα μιας άλλης εποχής ή μνήμες προσώπων που "έφυγαν", ιδαίτερα του πατέρα της. Συνήθως όμως καυτηριάζει, θίγει, τσιγκλάει ειρωνευόμενη. Πότε την απαξιωτική συμπεριφορά προς τον ντελιβερά, άλλοτε την υποτιμητική συμπεριφορά προς τον σερβιτόρο, προς τους μετανάστες, προς τον κάθε διαφορετικό. Δεν μπορείς να μη γελάσεις και να μη διασκεδάσεις με κείμενα που γράφονται ως εκθέσεις μαθητών: Για την Πρωτοχρονιά, την 28η Οκτωβρίου, τις Απόκριες. Μέσα από το χιούμορ παίρνει θέση. Για το σύμφωνο συμβίωσης, για τον μη εμβολιασμό των παιδιών, για τις Πανελλήνιες, για την οικονομική κρίση, για τη γραφειοκρατία, γενικά για όλα όσα αποτελούν τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Προσπάθησα να δώσω ένα δείγμα των κειμένων. Αδύνατο όμως να απομονώσω ένα απόσπασμα χωρίς να προδώσω το σύνολο. Διαβάζοντας τα κείμενα της Ακρίτα χαμογελάς, συγκινείσαι, προβληματίζεσαι. Και η μόνη απογοήτευση όταν διαβάζεις το τελευταίο (χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο). Γυρίζεις τη σελίδα κι αναφωνείς: "Μα δεν έχει άλλο;".

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2018

Ο κύκλος του χώματος

Κώστας Χατζηαντωνίου
Ο κύκλος του χώματος
Καστανιώτης, 2017
Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα, πότε το αρχικό κεφάλαιο, πότε ενδιάμεσα αποσπάσματα, καθώς προσπαθούσα να βάλω σε μια γενεαλογική σειρά την πληθώρα των προσώπων του μυθιστορήματος, διερωτώμουν συνεχώς: γιατί πρέπει η λογοτεχνία να είναι γρίφος; Γιατί ο αναγνώστης να αγωνίζεται να καταλάβει; Μια απλούστερη και διαυγέστερη γραφή θα έδινε μικρότερη λογοτεχνική αξία στο έργο; Με δυσκόλεψε το έργο αυτό  (που το βρίσκω κατώτερο από το Ακριτζέντο), κυρίως με την αοριστία του τόσο ως προς τα πρόσωπα όσο και ως προς τα γεγονότα.
Θέμα του έργου είναι, με την εξιστόρηση του βίου μιας οικογένειας, της οικογένεια των Γαβαλάδων, που ποερχόμενη από τον Μικρασιατικό Ελληνισμό καταλήγει σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται (πιθανολογείται η Ρόδος) και με τα διάφορα παρακλάδια της να διανύσει 150 περίπου χρόνια ιστορίας, με σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του Έθνους.
Γενάρχης ο Αλέξανδρος Γαβαλάς. Τα τρία του παιδιά, ο Βασίλης (γιατρός), ο Σπύρος (ναυτικός) και ο Ιάκωβος (υφαντουργός) έχουν το καθένα τις δικές του περιπέτειες βίου, τα δικά του παρακλάδια στη ζωή. Αυτά βεβαίως δεν τα λέει με αυτή τη σειρά ο συγγραφέας. Τα συνάγει ο αναγνώστης με πολύ κόπο, πολλή προσοχή και κρατώντας σημειώσεις αν θέλει να  κατανοήσει τις σχέσεις των προσώπων και τη δράση καθενός.
Κεντρικό πρόσωπο, αλλά απόν στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, ο Αλέξανδρος, εγγονός του γενάρχη πρώτου Αλέξανδρου, που αφού φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, πολεμά στην Κύπρο το 1974 και είναι τώρα αγνοούμενος (Εδώ μια παρένθεση και μια απορία: Πώς εξηγείται η χρονική απόσταση μεταξύ παππού που υπήρξε Ιερολοχίτης στη Μολδοβλαχία και του εγγονού που πολεμά στην Κύπρο το 1974; Ή μεταξύ του πρώτου Αλέξανδρου και του γιου Ιάκωβου που πολέμησε στην Αλβανία το '40; Μήπως έχασα επεισόδια ή μήπως "μυθιστορηματική αδεία" πρέπει να παραβλέψουμε τον χρόνο;) Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο Μιχαήλ, ξάδερφος του αγνοούμενου Αλέξανδρου, που τον αναζητεί ακόμα και στηνΤουρκία.
Δεν αρνούμαι ότι ο Χτζηαντωνίου έχει πολύ καλές σελίδες, περιγραφές, ενίοτε ποιητικές, σκέψεις και συναισθήματα. Υπάρχουν όμως κεφάλαια τόσο χαλαρά συνδεδεμένα με το σύνολο που θα μπορούσαν  να σταθούν σαν ανεξάρτητα διηγήματα. Π. χ. βρήκα πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο "Το βιβλιοπωλείο", όπου η συνάντηση του Μιχαήλ με τον ιδιόρυθμο βιβλιοπώλη κι έναν ζωγράφο, δίνει αφορμή για σκέψεις γύρω από την Τέχνη. Επίσης το κεφάλαιο "Σε μια παμπ του Κορκ" είναι μια πολύ πειστική περιγραφή της ατμόσφαιρας μιας ιρλανδέζικης μπιραρίας. Όμως υπάρχουν και πιο άσχετα και ελάχιστα συνδεδεμένα με το υπόλοιπο μυθιστόρημα κεφάλαια, όπως το "Ένα κεφάλαιο οικονομικής ιστορίας" που αποτελεί πανεπιστημιακή διάλεξη του Παύλου Γαβαλά.
Ωραίος ο επίλογος του έργου. Γενιές ανθρώπων ήρθαν και πέρασαν. Και τώρα μια καινούρια ζωή έρχεται στο φως, ένας άλλος Αλέξανδρος, ο γιος του Μιχαήλ. Ο αέναος κύκλος του χώματος. "Μια μέρα ο μικρός Αλέξανδρος θ' ανοίξει τη ντουλάπα, θα ξελύσει το σακουλάκι με το χώμα που έφεραν από το χωράφι εκείνο, έξι μίλια από την Κερύνεια, όπου βρήκαν τα οστά του ανθυπολοχαγού-τη μορφή του, το παιδί αυτό θα τη γνωρίσει μόνο από φωτογραφίες και διηγήσεις. Μια μέρα, παίζοντας,  θα πάρει στο χέρι το χώμα και θα το τινάξει σημαδεύοντας τον καθρέφτη. Θα δει τότε μια μορφή να του χαμογελά με σιγουριά πριν, λίγες στιγμές μετά, μια ριπή αέρα τη σβήσει. Γιατί ο Καιρός-πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;-πάντα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ' ανοίγει".

Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Όλα για καλό

Γιάννης Μακριδάκης
Όλα για καλό
Εστία, 2017
Πέμπτο βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα που διαβάζω. Προηγήθηκαν τα: Η δεξιά τσέπη του ράσου, Ήλιος με δόντια, Η άλωση της Κωνσταντίας, Πρώτη φλέβα. Και η απορία δεν λέει να με αφήσει. Πού βρίσκεται το μυστικό της γοητευτικής αυτής γραφής όταν όλα τα υλικά κατασκευής των βιβλίων είναι σχεδόν τα ίδια; Τόπος η Χίος (ακόμα κι αν δεν δηλώνεται, εννοείται), γλώσσα απλή, καθημερινή, εμπλουτισμένη με τοπικά διαλεκτικά στοχεία, χαρακτήρες συνήθεις άνθρωποι του νησιού, γεγονότα κοινά σε κάθε μικρή κοινωνία, μέγεθος των ιστοριών ευσύνοπτο. Κι όμως με κάποιο μαγικό τρόπο τα ίδια υλικά αναμειγνύονται και μας δίνουν ιστορίες μοναδικές, μας γεννούν σκέψεις που κρατάνε καιρό.
Στο τελευταίο βιβλίο κέντρο βάρους είναι οι πρόσφυγες που καταφθάνουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, οι άνθρωποι που τους συντρέχουν, αλλά και οι προσωπικές ιστορίες του καθενός που συχνά συμπλέκονται. Απ' το παρόν πάνε χρόνια πίσω, θαμμένα μυστικά αποκαλύπτονται, παράξενες συμπτώσεις συνδέουν τα πρόσωπα, ενώ η φράση "όλα για καλό" επαναλαμβάνεται συχνά στο βιβλίο.
Ένας θάνατος είναι η εναρκτήρια σκηνή. Ένας θάνατος-ατύχημα, όταν ο Μιχάλης, μοναχικός ερημίτης, ενώ στεκόταν "προς νερού του" στην άκρη του γκρεμού, πέφτει και σκοτώνεται. Την ιστορία της ζωής του θα τη μάθουμε πολύ αργότερα. 
Θα ακολουθήσει ακόμα ένας θάνατος. Ο πρωτοπρόσωπος κεντρικός αφηγητής, ο Δημοσθένης, δοσμένος στην περίθαλψη και τη φροντίδα των κατατρεγμένων προσφύγων που φτάνουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, περιπολώντας ένα βράδυ στις ακτές του νησιού μαζί με μια εθελόντρια, την Κατρίν, που έχει έρθει από τη Γερμανία στο νησί για να βοηθήσει (αργότερα θα αποδειχτεί πως δεν ήταν ο μόνος λόγος) βρίσκουν ένα νεκρό πρόσφυγα. Ψάχνοντάς τον ανακαλύπτουν ότι κουβαλούσε μαζί του 15 χιλιάδες δολάρια. Αποφασίζουν να τα χρησιμοποιήσουν "για καλό", να βελτιώσουν δηλαδή τις συνθήκες περίθαλψης των προσφύγων ανακαινίζοντας, όσο είναι δυνατό, ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο λεπροκομείο.
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων περιβάλλει και βοηθά τον Δημοσθένη. Εκτός από την εθελόντρια Κατρίν, είναι ένας παλιός καπετάνιος, ωραίος τύπος, που με το καΐκι του συμβάλλει στη διάσωση των προσφύγων και με τις αφηγήσεις του διασκεδάζει τις βραδινές συνάξεις της ομάδας. Είναι ακόμα η γλυκιά γυναίκα του, η μαία του χωριού με τον άντρα της, που οι υπηρεσίες της θα φανούν και τώρα χρήσιμες όταν καταφθάνει ένα νεαρό ζευγάρι προσφύγων με ετοιμόγεννη τη γυναίκα. Μια καινούρια ζωή έρχεται στον κόσμο. Πλάι στο θάνατο η ζωή...
Ωραίες οι βραδινές συγκεντρώσεις της ομάδας, όπου ζεσταινόμενοι με μια νόστιμη ψαρόσουπα θυμούνται ιστορίες από τα παλιά. Ξανάρχονται στη μνήμη πρόσωπα και γεγονότα, ανακαλύπτονται απρόσμενες σχέσεις, ξαναζούν πρόσωπα  του παρελθόντος "όλα για καλό".
Ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο του Μακριδάκη. Ένα κομμάτι εφήμερης ζωής  που η τέχνη του λόγου το μνημειώνει για πάντα.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 22, 2018

Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη
Πόλις, 2017
Ωχ, βαρυστομάχιασα! Μπορεί κανείς να βαρυστομαχιάσει πνευματικά; Απ' ό,τι φαίνεται μπορεί. Διαβάζοντας απνευστί το βιβλίο του Γιαννακόπουλου ένιωσα (με πολλή ευχαρίστηση, ομολογώ) αυτή την πνευματική βαρυστομαχιά. Με πλήθος τίτλους, με δεκάδες αναφορές σε βιβλία, με τις αναμνήσεις και τις σκέψεις που πολλές απ' αυτές τις αναφορές μου προκαλούσαν, άλλοτε συμφωνώντας και άλλοτε έχοντας διαφορετική άποψη, απολαμβάνοντας όμως κάθε σελίδα, διάβασα σε μια μέρα "Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη". Με τόση βουλιμία, τόσο βιαστικά, που τελειώνοντάς το ένιωσα την ανάγκη να το ξαναρχίσω ή τουλάχιστον να διαβάσω ξανά κάποια κεφάλαιά του.
Σ' όλους, νομίζω, τους βιβλιόφιλους αρέσει όχι μόνο να διαβάζουν βιβλία αλλά και να διαβάζουν ΓΙΑ βιβλία. Το βιβλίο του Γιαννακόπουλου είναι ό,τι πρέπει γι' αυτό το σκοπό. Κατ' ακρίβεια το περιεχόμενο δεν ανταποκρίνεται πλήρως στον τίτλο, εκτός από ένα μόνο κεφάλαιο. Περιγράφονται, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος, "Ηδονές και πάθη της ανάγνωσης". Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης; Πώς αναγνωρίζουμε έναν αληθινό βιβλιόφιλο; Ποιο είναι το καλύτερο μέρος για διάβασμα; Αφήνει ο βιβλιόφιλος μισοδιαβασμένα βιβλία; Ποια προβλήματα ανακύπτουν από τη συσσώρευση βιβλίων σε μια (ιδιωτική) βιβλιοθήκη; Άραγε μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία; Ποιοι συγγραφείς μπορούν να χαρακτηριστούν κλασικοί; Ποιο είναι το ιδανικό βιβλιοπωλείο; Ποια η συμπεριφορά του βιβλιόφιλου προς το σώμα του βιβλίου; Είναι μόνο ελάχιστο δείγμα από τα ερωτήματα που απασχολούν τον συγγραφέα στα τριανταπέντε κεφάλαια του βιβλίου. Οι προσωπικές του εμπειρίες, πάντοτε παρούσες, υποκινούν και ζωντανεύουν και τις εμπειρίες του αναγνώστη. Όταν, για παράδειγμα, αναφέρεται στο κεφάλαιο "Βιβλία ταξιδιού" στα βιβλία που αγόρασε στα ταξίδια του, π. χ. τι αγόρασε στην Τήνο, στη Ρόδο, στη Μύκονο, στην Ισπανία, στα Χανιά κ.λπ. ο πειρασμός ήταν μεγάλος για να θυμηθώ ανάλογες εμπειρίες (Από την Κεφαλλονιά αγόρασα το "Ιδού ο άνθρωπος" του Λασκαράτου, από τη Σαμοθράκη το ομώνυμο βιβλίο του Ίωνα Δραγούμη, από το Δουβλίνο ένα βιβλιαράκι τσέπης για τον Τζόυς, από την Οξφόρδη ένα βιβλίο με σύγχρονους διαλόγους στα Λατινικά, από την Πάτμο τη μετάφραση της Αποκάλυψης του Ελύτη κ.ο.κ.). Άλλοτε πάλι στρέφει την προσοχή μας σε θέματα που ποτέ δεν είχαμε προσέξει. Π.χ. τι διαβάζουν οι μυθιστορηματικοί ήρωες; Τι διάβαζε η Άννα Καρένινα και τι ο Καρένιν;
Βιβλία που διαβάσαμε και βιβλία που σκοπεύουμε να διαβάσουμε, αγαπημένοι ή λιγότερο αγαπημένοι συγγραφείς, αναγνωστικές συνήθειες όμοιες ή διαφορετικές από τις δικές μας πλημμυρίζουν το βιβλίο. Για παράδειγμα, εγώ ποτέ δεν θα ακουμπούσα το βιβλίο σε μια βρεγμένη επιφάνεια, ποτέ δεν θα τσάκιζα για σημάδι μια σελίδα, ποτέ δεν θα έκοβα με ό, τι εύρισκα πρόχειρο ή άτσαλα με το χέρι τις άκοπες σελίδες ενός βιβλίου όπως  κάνει ο συγγραφέας στη βιασύνη του να το διαβάσει.
Γενικά απολαυστικό το βιβλίο του Γιαννακόπουλου. Όμως γιατί ούτε μια απλή αναφορά στα ψηφιακά βιβλία; Που σε βγάζουν και από το δίλημμα τι να πάρεις μαζί σου σ' ένα ταξίδι ή τι να προτιμήσεις περιμένοντας στην αίθουσα αναμονής του οδοντογιατρού. Προσωπικά, στο κινητό μου τηλέφωνο  έχω αυτή τη στιγμή 43 διηγήματα του Παπαδιαμάντη, 11 διηγήματα και 4 μονόπρακτα του Τσέχοφ και τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Στο δε ipad έχω δεκάδες μυθιστορήματα, άλλα αγορασμένα και άλλα κατεβασμένα δωρεάν. Αν σκοπός και απόλαυση της ανάγνωσης είναι κυρίως το περιεχόμενο και όχι το σώμα του βιβλίου (το οποίο ασφαλώς δεν υποτιμώ), τότε γιατί τόση παράλειψη;
Χρησιμότατο και διασκεδαστικό το "Ερωτηματολόγιο αναγνωστικής συμπεριφοράς" που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Δεκαπέντε ερωτήματα στα οποία καλείται ο αναγνώστης να απαντήσει μ' ένα "ναι" ή ένα "όχι" και ανάλογα να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως "βιβλιόφιλο", "βιβλιοφάγο" ή "βιβλιομανή". Έκανα το τεστ. Ασυζητητί ανήκω στους βιβλιομανείς!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2018

Ιστορία χωρίς όνομα

Στέφανος Δάνδολος
Ιστορία χωρίς όνομα
(Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα)
Ψυχογιός, 2017
(ebook)
Το ήξερα πριν διαβάσω το βιβλίο πως τίποτα καινούριο δεν θα είχα να μάθω για την Πηνελόπη Δέλτα. Όταν έχεις διαβάσει ό,τι έχει κυκλοφορήσει για τη σπουδαία αυτή γυναίκα, από το συγγραφικό της έργο που έθρεψε τη νεότητά μας, ως τα ημερολόγια, τις "ενθυμήσεις", τις "Αναμνήσεις", ό,τι έγραψε εκείνη και ό,τι γράφτηκε γι' αυτήν, ξέρεις πως τίποτα καινούριο δεν έχεις να μάθεις. Κι όμως σαν μαγνήτης πάντα με τραβάει ό,τι έχει σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα και το μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου.
Το χαρακτηρίζει ο ίδιος μυθιστόρημα, αλλά λίγα, πιστεύω, είναι τα μυθιστορηματικά στοιχεία, όπως μας διευκρινίζει ο ίδιος στο επίμετρο του έργου. Γράφει: "Το βιβλίο αυτό είναι μυθιστόρημα και πρέπει να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα, όχι σαν ιστορική βιογραφία. είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, αλλά έχει διανθιστεί από μυθιστορηματικές πινελιές όπως συμβαίνει σε κάθε ιστορία που γίνεται μυθιστόρημα". Ωραίο το εύρημα του συγγραφέα να εναλλάσσει το παρόν με  το παρελθόν. Το παρόν είναι η 26η και 27η Απριλίου 1941, όταν οι Γερμανοί πλησιάζουν και εν τέλει μπαίνουν στην Αθήνα, ενώ η "Κυρία Δέλτα" (όπως τιτλοφορούνται τα σχετικά κεφάλαια) καθισμένη στην αναπηρική καρέκλα, θυμάται και προετοιμάζεται για το προαποφασισμένο τέλος. Τα υπόλοιπα παρεμβαλλόμενα εναλλάξ κεφάλαια αναφέρονται σ' ένα τριήμερο του 1908, όταν η Δέλτα, νοσηλευόμενη στην κλινική του δρος Φρίντμαν στο Γκάινφραν, κοντά στη Βιέννη, συναντά τον Ίωνα Δραγούμη, έτοιμη να εγκαταλείψει την οικογένειά της και να τον ακολουθήσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκείνος υπηρετεί στο διπλωματικό σώμα. 
Όλη η πάλη που διαδραματίζεται στην ψυχή της Δέλτα περιγράφεται με εξαιρετικό τρόπο από τον συγγραφέα. από τη μια οι μοναδικές αυτές τρεις μέρες που περνούν οι δυο ερωτευμένοι στο ωραίο περιβάλλον της Βιέννης, δείγμα της ευτυχίας που τους αναμένει και από την άλλη η συναίσθηση της ευθύνης της Πηνελόπης απέναντι στον σύζυγο, τα παιδιά, τους γονείς της, την κοινωνία. Ξέρουν πως αν χωρίσουν τώρα, ο χωρισμός αυτός θα είναι οριστικός. 
Και πάλι ερχόμαστε στο παρόν του 1941, 33 χρόνια μετά. Χίλιες δυο σκέψεις "μυθιστορηματική αδεία" περνούν από το μυαλό της. Ο γάμος της, τα τρία της κορίτσια, η γνωριμία με τον Ίωνα, ο Παύλος Μελάς, του οποίου η σύζυγος Ναταλία ήταν αδελφή του Δραγούμη, ο μακεδονικός αγώνας, ο δεσμός του Ίωνα με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ο θάνατος-δολοφονία του Δραγούμη και η πιθανή εμπλοκή του πατέρα της, σταθμοί της περασμένης της ζωής ξανάρχονται στη μνήμη τώρα που ετοιμάζεται να πεθάνει.
Οι Γερμανοί πλησιάζουν, μπαίνουν στην Αθήνα, ο φρουρός της γαλανόλευκης στην ακρόπολη, τυλίγεται τη σημαία και πέφτει στο γκρεμό. Η Δέλτα παίρνει το δηλητήριο. Παλιές απόπειρες αυτοκτονίας είχαν αποτύχει. Όχι όμως αυτή. Πέντε μέρες βασανίζεται πριν πεθάνει. Αφήνει τις τελευταίες της οδηγίες. Θάβεται στην αυλή του σπιτιού της στην Κηφισιά.
Αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά της, από επιστολές, ημερολόγια, συνομιλίες, επιστολές του Ίωνα και άλλα αυθεντικά κείμενα διανθίζουν το μυθιστόρημα. Και ξανακάνω τη σκέψη που πολλές φορές με απασχόλησε. Πώς μπόρεσε αυτή η γυναίκα, άρρωστη για χρόνια πολλά, βασανισμένη από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα, με απόπειρες αυτοκτονίας, παντρεμένη με ένα σύζυγο που εκτιμούσε μεν αλλά ποτέ δεν αγάπησε, με τρία παιδιά, να μας αφήσει ένα τέτοιο έργο, μεγάλο σε ποσότητα και ποιότητα; Ή μήπως ακριβώς εξαιτίας όλων αυτών που την συνέθεσαν;

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2017

Ο Έλληνας γιατρός

Καρολίνα Μέρμηγκα
Ο Έλληνας γιατρός
Μελάνι, 2016
"Το παρελθόν δεν υπάρχει. Το παρελθόν είναι αυτό που θέλει το παρόν. Η ιστορία δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η ματιά πάνω σ' αυτήν, ο τρόπος μας να την κοιτάμε και να την ερμηνεύουμε".
Πάνε  μέρες που τέλειωσα τον "Έλληνα γιατρό" (με θλίψη, μπορώ να πω, θα 'θελα να συνεχιζόταν ακόμα) κι όμως διστάζω ν' αρχίσω να γράφω. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για ένα τέτοιο έργο χωρίς να το προδώσεις. Κι όμως πρέπει. Αν όχι για τους άλλους, για τον εαυτό μου τουλάχιστον, για να θυμάμαι, όσο μπορούμε να θυμόμαστε, όταν τα χρόνια περάσουν.
Τι είναι λοιπόν "Ο Έλληνας γιατρός" που με ενθουσίασε; Βιογραφία; Ιστορικό μυθιστόρημα; Μυθιστορηματική βιογραφία; Τίποτα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Είναι η ζωή ενός ανθρώπου, ενός Έλληνα γιατρού που γεννήθηκε το 1874 σ΄ ένα χωριό της Μάνης και πέθανε στην Αθήνα το 1941. Είναι ταυτόχρονα η ιστορία της Ελλάδας όλων αυτών των χρόνων. Η ταραγμένη ιστορία. Η γεμάτη πολέμους, ήττες, νίκες, καταστροφές και μεγαλείο. Γνωστά τα γεγονότα από την Ιστορία, από πλήθος άλλα κείμενα και ιστορικά μυθιστορήματα. Κι όμως να που υπάρχει τρόπος να τα δούμε, ή μάλλον να τα ζήσουμε ξανά, μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Ο λόγος, πιστεύω, είναι γιατί μας δίνονται μέσα από την προσωπική ματιά και εμπλοκή του κεντρικού ήρωα.
Ο γιατρός Κωνσταντίνος Μ. (έτσι μας δίνεται σε όλο το βιβλίο) γίνεται στρατιωτικός γιατρός, μετεκπαιδεύεται στη Γερμανία, την οποία πολύ αγάπησε, υφηγητής, καθηγητής πανεπιστημίου, χρηματίζει για ένα διάστημα βουλευτής του Βενιζέλου, Δήμαρχος στην Κατοχική Αθήνα, πράγμα για το οποίο επικρίθηκε, αλλά που ο ίδιος δήλωνε ότι το έκανε για να βοηθήσει όσο μπορούσε την κατακτημένη πόλη.
Χαρακτήρας κλειστός, αυστηρός, ορθολογιστής, παντρεύεται σ' ένα συμβατικό γάμο τη Μίτσα, αν και ερωτευμένος με την παντρεμένη Μαργαρίτα. Πρωτοπόρος στον τομέα της ιατρικής, αλλά και ανθρωπιστής, με αγάπη για τη λογοτεχνία. Μεταφράζει Φάουστ, αλλά δεν λείπει από τα πεδία των μαχών. Και δεν έγιναν και λίγες στη διάρκεια της ζωής του: Πόλεμος του 1897, Βαλκανικοί, ο φοβερός διχασμός Βενιζέλου-βασιλιά Κωνσταντίνου, Μικρασιατική εκστρατεία και Καταστροφή, Γερμανική Κατοχή. Πόσα αξιοσημείωτα γεγονότα! Οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες στην Αθήνα, το ανάθεμα κατά του Βενιζέλου, δολοφονίες, της αυτοκράτειρας Ελισάβετ (Σίσσυ), του βασιλιά Γεωργίου, του Δηλιγιάννη, του Δραγούμη, η απόπειρα κατά του Βενιζέλου, η δραματική περιγραφή της εκτέλεσης των έξι, πόσο πυκνή ύλη ιστορίας...
Το μεγάλο επίτευγμα της συγγραφέως (εγγονής του γιατρού) είναι, πιστεύω, η εύστοχη πρόσμειξη και η διασταύρωση της προσωπικής ζωής με τη δημόσια. Συναντάμε τον γιατρό στον πόλεμο, στα χειρουργεία στα πεδία των μαχών, αλλά τον βρίσκουμε και στα σαλόνια της αστικής Αθήνας σε συζητήσεις πολιτικές, φιλοσοφικές ή περί Τέχνης. Συνομιλεί με τον Παλαμά, την Πηνελόπη Δέλτα, είναι γιατρός του βασιλιά Κωνσταντίνου και αργότερα του νεαρού, αδικοχαμένου βασιλιά Αλέξανδρου (πέθανε, ως γνωστό, από δάγκωμα πιθήκου) στις τελευταίες στιγμές του οποίου παρίσταται, χωρίς εντούτοις να γίνει δεχτή η εισήγησή του περί ακρωτηριασμού. Τραγική ειρωνεία! Ο γιατρός πέθανε το 1941 από σηψαιμία (όπως και ο Αλέξανδρος), λόγω ενός επιπόλαιου τραυματισμού, ενώ προσπαθούσε να επιβιβαστεί στο τραμ!
Σπάνια συναντάμε τόσο επιτυχημένο συνδυασμό της ιστορικής πραγματικότητας, την οποία επιβεβαιώνουν οι πλούσιες υποσημειώσεις και οι ακριβείς χρονολογίες, με την τόσο ενδιαφέρουσα λογοτεχνική αφήγηση, με τους διαλόγους, με την απόδοση των ενδιάθετων σκέψεων των προσώπων. Δεν έχει σημασία αν ο γιατρός σκέφτηκε ή ένιωσε έτσι ούτε αν στη συνάντηση με την Πηνελόπη Δέλτα είπαν ακριβώς αυτά. Σημασία έχει ότι αυτά, εναρμονισμένα με το ήθος των προσώπων και την ιστορική πραγματικότητα, θα μπορούσαν πράγματι να είχαν συμβεί.
Γράφει η συγγραφέας στον σύντομο, εξαιρετικό επίλογο του βιβλίου: "Το παρελθόν δεν υπάρχει, κι αυτό ισχύει για την ιστορία των ανθρώπων και για τις ιστορίες των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τις ζωές των άλλων-"βιογραφία" είναι ένας άλλος τρόπος να τις επινοούμε. Ακούμπησα ονόματα, ακούμπησα ζωές, γιατί εκμεταλλεύτηκα τα "απερίγραπτα δικαιώματα επί της τέχνης". Γι' αυτό παρακαλώ τον αγαπητό αναγνώστη να μην ξεχάσει ούτε λεπτό ότι αυτό που κράτησε στα χέρια του είναι, μόνο, ένα μυθιστόρημα".

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Λίγες και μια νύχτες

Ισίδωρος Ζουργός
Λίγες και μια νύχτες
Πατάκης, 2017
(ebook)
Ιστορία μιας ζωής, ιστορία μιας πόλης και ιστορία του 20ου αι. θα μπορούσε συνοπτικά  να χαρακτηριστεί το καινούριο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού. Πόλη η Θεσσαλονίκη και σε μικρότερο βαθμό  ο Πειραιάς, η Οδησσός, η Μασσαλία, η Αμβέρσα, οι χώροι όπου κινείται ο ήρωάς του, ο Λευτέρης Ζεύγος ή Ευγένιος Ζιρντό.
Για  άλλη μια φορά ο γνωστός συγγραφέας μας ταξιδεύει στο παρελθόν, αρκετά πιο κοντά μας από τον αιώνα στον οποίο έζησε ο Ματίας Αλμοσίνο. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αι., συγκεκριμένα στο 1909, όταν ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ εγκαθίσταται σε μια έπαυλη στη Θεσσαλονίκη, την έπαυλη Αλλατίνι, στη συνοικία των Εξοχών, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας. Ήταν μια συνοικία με ωραίες επαύλεις που αντίκρυζαν τη θάλασσα, με εύπορους κατοίκους, κατά το πλείστον Εβραίους. Ανάμεσά τους και ο Αλπερέν Μπέης, σύμβουλος του σουλτάνου, εμφανιζόμενος ως μουσουλμάνος αλλά με εβραϊκές ρίζες.
Η νεαρή κόρη του Αλπερέν, η Μιρζά, επισκέπτεται τα βράδια τον σουλτάνο και ακούει τις αφηγήσεις του, σε μια αντιστροφή, θα λέγαμε, του ρόλου της Σεχραζάτ. Ο εντεκάχρονος γιος του κηπουρού της έπαυλης, ο Λευτέρης Ζεύγος, που κρυφακούει  τις βραδινές αφηγήσεις, ερωτεύεται τη νεαρή κόρη του Αλπερέν, τη Μιρζά. Είναι απ' εκείνους τους έρωτες που όσες γυναίκες κι αν γνωρίσει (και θα γνωρίσει πολλές) θα στοιχειώνει  ως το τέλος τη ζωή του.
Ο μικρός Λευτέηρης μεγαλώνει, η Μιρζά ανταποκρίνεται στον έρωτά του, αλλά ο πατέρας της και η ζωή θα τους χωρίσει για δεκαετίες ωσότου ξανασυναντηθούν. Η ζωή του Λευτέρη θα ακολουθήσει τις ιστορικές περιπέτειες του αιώνα. Τον διχασμό Βασιλιά-Βενιζέλου, την επιστράτευση, την αποστολή στην Ουκρανία στο πλάι του Λευκού στρατού, την αυτομόληση, τη φυγή μέσα από τη χιονισμένη στέπα, την άφιξη, με άλλο όνομα πια, στη Μασσαλία. Ο Λευτέρης λέγεται τώρα Ευγένιος Ζιρντό. Με τις κατάλληλες γνωριμίες, με τη βοήθεια της τύχης, των συμπτώσεων, των  ικανοτήτων του και των Γαλλικών που είχε μάθει από τη Γαλλίδα μητέρα του, θα γίνει ένας πλούσιος τυχοδιώκτης. Η ζωή και η δράση του τις επόμενες έξι περίπου δεκαετίες του 20ου αι. διεξάγεται αναπόφευκτα στο αντίστοιχο ιστορικό περιβάλλον, δίνοντας αφορμή στον συγγραφέα να αναφερθεί στα σχετικά ιστορικά γεγονότα. Από τον ελληνικό διχασμό στη Ρωσική Επανάσταση, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την προσφυγιά στον Πειραιά στον Μεταξά, τον Χίτλερ και το Άουσβιτς, στο διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, στα Σεπτεμβριανά του '55 στην Κωνσταντινούπολη και πλήθος άλλα. Από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917 ως το γκρέμισμα των ωραίων σπιτιών και την αντιπαροχή παρακολουθούμε τη σταδιακή μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης.
Ένα ωραίο, πρωτότυπο εύρημα του συγγραφέα είναι τα κεφάλαια που τιτλοφορεί "Στάσιμα". Σ' αυτά μαθαίνουμε ότι αυτό που διαβάζουμε είναι η μυθιστορηματική εκδοχή της πραγματικής ζωής του Ζιρντό. Γέρος πια και μισότυφλος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου προσλαμβάνει ως αναγνώστη τον νεαρό Ορέστη. Του αφηγήθηκε τη ζωή του κι εκείνος τη μετουσίωσε σε μυθιστόρημα που τώρα, στη "μια" νύχτα του τίτλου, του διαβάζει. Είναι ένα πολύ ωραίο εύρημα. Όχι μόνο γιατί προσδίνει αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα, αφού αυτό που διαβάζουμε, μας λέει, είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός υπαρκτού προσώπου, αλλά και γιατί δίνεται η ευκαιρία στους διαλόγους Ζιρντό-Ορέστη να θιγούν θέματα λογοτεχνίας. "Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα", σχολιάζει συχνά ο Ζιρντό, ή, "δεν απέδωσες σωστά τη ζωή μου". Και ο Ορέστης να απαντά: "Αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα". Το επιβεβαιώνει στην πράξη ο Ζουργός εμφανίζοντας τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση ως ένα υπαρκτό πρόσωπο που μπαίνει στη ζωή του Ζιρντό, που συνεταιρεύει μάλιστα μαζί του σε μια κλωστοϋφαντουργία.
Το "Λϊγες και μια νύχτες" είναι ένα πολυσέλιδο, πολυπρόσωπο βιβλίο που μέσα από την ιστορία μιας πολυκύμαντης ζωής καταγράφει λογοτεχνικά την ιστορία του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αι. Η Θεσσαλονίκη ως χώρος, με την ιστορία και τις μεταμορφώσεις της, που υπήρξε προσφιλής λογοτεχνικός χώρος για πολλούς λογοτέχνες (θυμάμαι για παράδειγμα τα εξαίσια διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου) δεν παύει να εμπνέει τους συγγραφείς και να γοητεύει τους αναγνώστες.