Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενετία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενετία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020

Θάνατος στη Βενετία

Τόμας Μαν
Θάνατος στη Βενετία
γράμματα, 1990
Μετ. Κλαίρη Τρικεριώτη
Νομίζω δεν υπάρχει άλλο λογοτεχνικό έργο τόσο σύντομο, ουσιαστικά μια νουβέλα, που να έχει γνωρίσει τόσες πολλές εκδόσεις και διαφορετικές μεταφράσεις, ακόμα και στα ελληνικά, που έχει τόσο πολύ αναλυθεί, που έχει γίνει κινηματογραφική ταινία (Λουκίνο Βισκόντι, 1971) όσο ο "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν (1875-1955). Κι ας είναι ένα έργο που στο γερμανικό πρωτότυπο πρωτοκυκλοφόρησε το 1912.
Το διακρίνει περισσότερο σκέψη παρά δράση, ελάχιστοι είναι οι διάλογοι, επικρατεί κυρίως ο ενδιάθετος λόγος και η σκέψη του πρωταγωνιστή Γουσταύου φον Άσενμπαχ, όπως μας τα αποκαλύπτει ο τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής. Ο Άσενμπαχ είναι ένας μεσήλικας, καταξιωμένος, διάσημος συγγραφέας, αφοσιωμένος στην Τέχνη. Μια μέρα, κουρασμένος από τη συγγραφή, ξεκινάει για έναν περίπατο στους δρόμους του Μονάχου. Κάποια στιγμή, έξω από ένα νεκροταφείο (προϊδεασμός άραγε;) συναντά έναν άγνωστο. "Η ταξιδιωτική εμφάνιση του ξένου ερέθισε τη φαντασία του, είτε βρέθηκε κάτω από κάποια άλλη φυσική ή ψυχική επιρροή, ένιωσε σαστισμένος ένα παράξενο άνοιγμα μέσα του, κάτι σαν διάχυτη αναστάτωση, μια νεανική δίψα και λαχτάρα για τόπους μακρινούς". Μια σφοδρή επιθυμία για ταξίδια τον κατέλαβε. Πηγαίνει πρώτα σ' ένα νησί της Αδριατικής. Πολύ σύντομα νιώθει ότι ο προορισμός αυτός δεν τον ικανοποιεί και φεύγει για τη Βενετία. "Αχ, η Βενετία! Υπέροχη πόλη! Μια πόλη με ακαταμάχητη γοητεία για τους μορφωμένους ανθρώπους, και για την ιστορία της και για τα σημερινά της θέλγητρα!"
Η Βενετία συμπρωταγωνιστεί, θα λέγαμε, σ' όλο το βιβλίο με τον Άσενμπαχ. Τόπος ομορφιάς με τα παλαιικά, μυστηριώδη κτίρια και τους νερένιους δρόμους, αλλά και τόπος που αποπνέει μια δυσωδία και κρύβει ένα μυστήριο. Πολλές οι αναφορές στο βιβλίο για την αινιγματική πόλη. Έτσι την αντίκρισε ο Άσενμπαχ με την άφιξή του: "Έτσι, είδε πάλι την πιο καταπληκτική προκυμαία, εκείνη την εκθαμβωτική σύνθεση από υπέροχα οικοδομήματα που παράταξε η Δημοκρατία στα γεμάτα δέος και σεβασμό βλέμματα των ναυτικών που πλησίαζαν την πόλη, την ανάλαφρη μεγαλοπρέπεια του Παλατιού και τη Γέφυρα των Στεναγμών, τους κίονες με το λιοντάρι και τον άγιο στο μόλο, τον παραμυθένιο ναό που πρόβαλλε επιδεικτικά τη μία του πλευρά, τη θέα στον Πύργο του Ρολογιού, και σηκώνοντας τα μάτια του, σκέφτηκε πως το να φτάνεις απ' τη στεριά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βενετίας είναι σαν να μπαίνεις σ' ένα παλάτι από την πίσω πόρτα κι ότι δε θα 'πρεπε κανείς να έρχεται στην πιο απίθανη απ' τις πόλεις αλλιώτικα, παρά μόνο όπως αυτός τώρα, απ' την ανοιχτή θάλασσα".
Κι αλλού πάλι θα πει: "Αυτή ήταν η Βενετία, η κολακευτική και ύποπτη καλλονή-αυτή η πόλη μισή παραμύθι μισή παγίδα για τους ξένους, που μέσα στον πνιγηρό και υγρό αέρα της η τέχνη θέριεψε κάποτε οργιαστική κι ενέπνευσε στους μουσικούς μελωδίες λικνιστικές κι ερωτικά νανουρίσματα".
Το πρώτο βράδυ της παραμονής του στο ξενοδοχείο, ανάμεσα σε ποικίλους άλλους ξένους, διακρίνει μια οικογένεια Πολωνών και ειδκά τα τρία κορίτσια και το αγόρι της οικογένειας. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του δεκατετράχρονου αγοριού τον συναρπάζει. "Το πρόσωπό του χλομό, με μια γλυκιά εσωστρέφεια, πλαισιωμένο από μαλλιά στο χρώμα του μελιού, ίσια μύτη, ένα χαριτωμένο στόμα, με μια έκφραση γλυκιάς και θεϊκής σοβαρότητας, θύμιζε ελληνικά αγάλματα της χρυσής εποχής, και με την ολοκάθαρη τελειότητα της μορφής είχε μια τόσο σπάνια προσωπική γοητεία, που ο παρατηρητής νόμιζε πως δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο ούτε στη φύση μα ούτε και στην τέχνη".
Μια αλλαγή του καιρού δημιουργεί στον Άσενμπαχ την επιθυμία να εγκαταλείψει τη Βενετία. Όμως οι αποσκευές του φορτώνονται κατά λάθος σε τραίνο για άλλο προορισμό και, ερμηνεύοντάς το σαν επέμβαση της μοίρας, αποφασίζει να μείνει περιμένοντας την επιστροφή των αποσκευών του. Η παρακολούθηση του ωραίου αγοριού είναι συνεχής. Με λεπτομέρειες περιγράφει το ντύσιμό του, τις κινήσεις του, τη συμπεριφπρά του με άλλους συνομίληκους, τα παιγνίδια στη θάλασσα. Μαθαίνει το όνομά του: Τάτζιο. Τα συναισθήματά του φτάνουν στον συγκλονισμό όταν αναπάντεχα ένα βράδυ ο Τάτζιο αυθόρμητα του χαμογελά. "...χαμογελούσε σ' αυτόν ανοίγοντας αργά τα χείλη του, σαν να του μιλούσε, εμπιστευτικά, θελκτικά κι ανυπόκριτα. Ήταν το χαμόγελο του Νάρκισσου που σκύβει πάνω από τον καθρέφτη του νερού, εκείνο το μαγεμένο, βαθύ και παρατεταμένο χαμόγελο καθώς απλώνει τα χέρια στο είδωλο της ομορφιάς του..."
Βλέπει τον εαυτό του και τον νεαρό σαν τον Σωκράτη και τον Φαίδρο στον ομώνυμο διάλογο. Φαντάζεται το ειδυλλιακό τοπίο της Αττικής στο οποίο ο Πλάτωνας τοποθετεί το έργο, στη σκέψη του επαναλαμβάνει τα λόγια του Σωκράτη για τη σχέση της ομορφιάς με τις ιδέες.
Ακολουθούν γεγονότα που θα 'λεγε κανείς ότι περιγράφουν σημερινές καταστάσεις. Η Βενετία απολυμαίνεται. Στις ερωτήσεις του Άσενμπαχ απαντούν πως πρόκειται απλώς για ένα προληπτικό μέτρο. Στην πραγματικότητα έχει ενσκήψει  η Ινδική χολέρα, αλλά οι αρχές το αποκρύπτουν φοβούμενες τις οικονομικές καταστάσεις. Πολλοί φεύγουν, αλλά ο Άσενμπαχ, παρ' όλες τις προτροπές, δεν φεύγε. Για να τον βρει ξαφνικά ο θάνατος χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν από την επιδημία ή για άλλο λόγο.
Ο "Θάνατος στη Βενετία" είναι ένα βιβλίο που απαιτεί αργό διάβασμα, που η φιλοσοφική σκέψη επισκιάζει τη δράση, που επιδέχεται πολλές ερμηνείες και συμβολισμούς. Όπως για παράδειγμα η γόνδολα που περιγράφεται ως φέρετρο, ή μια δυσοίωνη γενικά ατμόσφαιρα ή η πιθανότητα το όλο έργο να συμβολίζει τον θάνατο της Ευρώπης, που από τον Διαφωτισμό εξέπεσε σταδιακά στην παρακμή και στον Α΄και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ότι και να συμβαίνει, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το σύντομο αυτό έργο δίκαια αξίζει την προσοχή και τη σημασία που του αποδίδεται.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2012

Γιατί όχι στη Βενετία;

Τις πιο πολλές φορές, για όλους εμάς που η αγάπη του διαβάσματος γίνεται αδηφάγος μανία, απ' τα τόσα βιβλία που διαβάζουμε, όταν περάσει καιρός, εκείνο που μένει στη μνήμη δεν είναι πια οι λεπτομέρειες. Είναι η γενική εικόνα, το άρωμα του βιβλίου, η ανάμνηση της γενικής ατμόσφαιράς του.
Νομίζω πως από το βιβλίο της Γαλλίδας δημοσιογράφου και συγγραφέως Μισέλ Μανσό "Γιατί όχι στη Βενετία; (Καλέντης 2002, μετ. Λήδα Παλλάντιου), όταν θα το αναπολώ μετά από καιρό, εκείνο που θα μείνει θα είναι μια κατάσταση θλίψης, φθοράς, η ατμόσφαιρα της Βενετίας όπως η λογοτεχνία την έχει αποτυπώσει, αλλά ταυτόχρονα και η φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης, η ζωή που φεύγει. 
Την υπόθεση του μυθιστορήματος αυτού θα μπορούσε να την αποδώσει κάποιος σε δύο μόνο γραμμές: ένα ερωτευμένο ζευγάρι, μια Γαλλίδα συγγραφέας που δεν βρίσκεται πια στην πρώτη νεότητα κι ένας νεαρός φοιτητής επισκέπτονται για λίγες μέρες τη Βενετία. Αυτό. Τίποτ' άλλο. Όμως η αξία και το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν βρίσκονται στην πολυπλοκότητα του μύθου, ούτε ανταποκρίνονται στη συνήθη επιθυμία του αναγνώστη "να δούμε τι θα γίνει παρακάτω". Εδώ απολαμβάνεις την αργή περιδιάβαση σ΄αυτή την πόλη του νερού, στα κανάλια, στις πλατείες, στις εκκλησιές, στην όπερα, στις γειτονιές, στα μουσεία με τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς. Και συνάμα σκέψεις για την τέχνη, τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη συγγραφή. Σύντομοι διάλογοι, μια εμφανής πνευματική διαφορά μεταξύ των δύο εραστών, που δεν οφείλεται μόνο στη διαφορά της ηλικίας, τα πάντα ιδωμένα μέσα από τη διανοητική επεξεργασία εκείνης, συνθέτουν το ύφος του βιβλίου.
Και συνεχώς στο φόντο η Βενετία με κρίσεις και χαρακτηρισμούς που συνεχώς αναφύονται:
-"Ολόκληρη αυτή η πόλη είναι ένα θέατρο. Αέναα διασκεδαστική. Διασκεδαστική και θανάσιμη".
-"Η Βενετία ήταν υγρή, ανοιχτή σε όλα τα καπρίτσια, ίδια μήτρα, και συνάμα κλειστή, αναδιπλωμένη στο εύθραυστο στοιχείο της, περιμένοντας την παρακμή της".
-"...προφέροντας το όνομα Βενετία, ξέρει ήδη κανείς ότι αυτή η πόλη φέρει τη σφραγίδα της μοναδικότητας".
Ακόμα όμως και σ' αυτή την ονειρική πόλη η ηλικιωμένη συγγραφέας "περιέφερε τη μοναξιά της". Κι ας είναι μ' ένα νεαρό ερωτικό σύντροφο. Εκείνη αναλογίζεται την περασμένη της ζωή, ένα μεγάλο έρωτα, χαμένο τώρα πια, τα χρόνια που τη βαραίνουν.
-"Τι τερατώδες! Θα γεράσει. Όχι αργότερα. Τώρα, αύριο, αμέσως, κιόλας. Λένε ότι η ηλικία του καθενός εξαρτάται από το πώς αισθάνεται, ότι γερνάει όταν το θέλει. Τι ψέμα! Είναι κανείς γέρος όταν το σώμα του δεν είναι πια ποθητό".
-"Τα γηρατειά τρυπώνουν τόσο ύπουλα που δεν γνωρίζει κανείς την αρχή τους. Μια μέρα, κάποιος σας λέει: "Είστε ίδιος", και αυτό είναι το σημάδι ότι έχετε κιόλας γεράσει".
-" Γερνώ σημαίνει επίσης: οι φαντασιώσεις μου πετούν και χάνονται".
Η ποιητικότητα που χαρακτηρίζει επίσης το βιβλίο είναι τέτοια, που σε κάνει ενώ απολαμβάνεις την ανάγνωση και στη μετάφραση, να εύχεσαι να μπορούσες να το διαβάσεις και στο πρωτότυπο.

Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2011

Ψεύτρα γλώσσα

Τελειώνοντας το μυθιστόρημα του Άντριου Γουίλσον "Ψεύτρα γλώσσα" (Μεταίχμιο 2008, μετ. Νίκη Προδρομίδου) προβληματίστηκα σε ποια από τις ετικέτες του ιστολογίου μου θα το ενέτασσα. Να το έβαζα στην ομάδα "Βενετία" μια και μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στην ονειρική αυτή πόλη; Ή μήπως στα "αστυνομικά" αφού έχει και τέτοια πλοκή; Άραγε δεν θα ταίριαζε και σε μια ομάδα "βιβλιοβιβλίων", δηλ. βιβλίων που έχουν στο επίκεντρο της υπόθεσής τους το βιβλίο (αν και δεν έχω δημιουργήσει ακόμα μια τέτοια κατηγορία); Τελικά προτίμησα να το εντάξω στην κατηγορία "Βενετία", παρ' όλο που το μυθιστόρημα συγκεντρώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ακαταμάχητα γοητευτικό και ενδιαφέρον.
"Δεν είναι αυτό το βιβλίο που ήθελα να γράψω. Δεν έγινε τίποτα όπως είχα φανταστεί". Και μόνο οι δυο αυτές φράσεις ως μότο του βιβλίου είναι αρκετές για να κινήσουν την περιέργεια του αναγνώστη και να τον κάνουν ν' αρχίσει την ανάγνωση, την οποία και δεν θα εγκαταλείψει παρά μόνο φτάνοντας στην τελευταία σελίδα!
Ο νεαρός Άνταμ Γουντς, τελειόφοιτος του Πανεπιστημίου του Λονδίνου στην ιστορία της τέχνης, ονειρευόμενος να γίνει συγγραφέας και να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα, φτάνει στη Βενετία, για να γράψει ήσυχος, μακριά από τους περισπασμούς του Λονδίνου. Εξασφαλίζει διαμονή και μισθό φροντίζοντας έναν ηλικιωμένο, εκκεντρικό Άγγλο, τον Γκόρτον Κρέις, ο οποίος ζει εντελώς απομονωμένος σ' ένα παλάτσο. Ο Κρέις είναι ένας συγγραφέας που είχε γίνει διάσημος για το ένα και μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε, το οποίο είχε γίνει παγκόσμιο μπεστ-σέλερ. Από τότε όμως αποτραβήχτηκε από τον κόσμο και δεν έγραψε τίποτα πια. Ζώντας κοντά του ο Γουντς και τακτοποιώντας τα χαρτιά του συλλαμβάνει την ιδέα, αντί του δικού του μυθιστορήματος που δεν προχωρεί και πολύ, να γράψει τη βιογραφία του ιδιόρρυθμου συγγραφέα, πάντα βέβαια εν αγνοία του, ονειρευόμενος να αποκτήσει φήμη και δόξα. Για την έρευνά του γυρίζει για λίγες μέρες στο Λονδίνο και ανατρέχει στα αρχεία του σχολείου στο οποίο υπήρξε καθηγητής ο Κρέις. Τα θαμμένα μυστικά αρχίζουν να έρχονται ένα-ένα στο φως. Για να κρατήσει μυστικό το σχέδιό του μηχανεύεται τα πάντα, χρησιμοποιεί θεμιτά και αθέμιτα μέσα, με το ψέμα να είναι διαρκώς στο στόμα του. Η δράση προχωρεί γοργά, οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη ως το απρόοπτο, αναπάντεχο τέλος που έρχεται μόνο στην τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Η Βενετία με τα αδιέξοδα δρομάκια, τα κανάλια, το σκοτεινό παλάτσο δημιουργούν το τέλειο σκηνικό γι' αυτό το έργο που εξελίσσεται σε θρίλερ. Αλλά το βιβλίο δεν είναι μόνο αυτό. Προβλήματα συγγραφής, όπως η αγωνία του συγγραφέα, η επιδίωξη της φήμης με οποιοδήποτε μέσο, η λογοκλοπή, οι πηγές έμπνευσης είναι θέματα που ανακύπτουν και προβληματίζουν.
Καιρό είχα να διαβάσω βιβλίο που να με συνεπάρει τόσο ώστε να το τελειώσω σε δυο μέρες. Ατμοσφαιρικό, ευρηματικό σε παρασύρει σε μια χωρίς διακοπή ανάγνωση ως το απρόσμενο τέλος.

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Ο κλέφτης των ονείρων

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν εκείνο που με ώθησε να αγοράσω το μυθιστόρημα του Μισέλ Ζουβέ "Ο κλέφτης των ονείρων" (Ηλέκτρα, 2005, μετ. Μαρία Βώττα). Να ήταν το ότι διαδραματίζεται στη Βενετία ή γιατί έχει να κάνει με τα όνειρα, θέματα που και τα δύο πολύ με ενδιαφέρουν; Η λογοτεχνική Βενετία, η Βενετία ως λογοτεχνικός τόπος, μπορώ να πω ότι με ελκύει περισσότερο από την πραγματική Βενετία, την οποία επισκέφθηκα δυο φορές. Οι συγγραφείς (και δεν είναι λίγοι), εξιδανικεύοντάς την, κατορθώνουν να της προσδώσουν μια μυστηριακή εικόνα που δημιουργούν τα κανάλια, τα στενά δρομάκια, τα παλιά αρχοντικά, η ομιχλώδης ατμόσφαιρα, η ιστορία που τη συνοδεύει, πράγματα που ο επισκέπτης της πεζής πραγματικότητας δεν μπορεί πάντα να διακρίνει.
Κι από την άλλη τα όνειρα. Αυτή η εξίσου μυστηριακή διαδικασία του ύπνου που και αυτή απασχόλησε όχι λίγο τόσο τη λογοτεχνία όσο και την ψυχιατρική, με θεμελιωτή βέβαια τον Φρόιντ, αλλά ακόμη και τη λαϊκή παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες. Τι είναι το όνειρο, ποια η λειτουργία του, τι μπορούν να αποκαλύψουν για την προσωπικότητα και το υποσυνείδητο τα όνειρά μας; Υπάρχουν προφητικά όνειρα;
Παρ' όλο που το βιβλίο του Ζουβέ συνδυάζει και τα δυο αυτά αγαπημένα μου θέματα, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Αφενός βρίσκω ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη θεωρία του ίδιου του συγγραφέα όσον αφορά τα όνειρα, με όρους ενίοτε δυσνόητους και αφετέρου για το απίθανο της όλης υπόθεσης όπως εξελίσσεται στο τέλος.
Ας γίνω πιο σαφής. Ο Μισέλ Ζουβέ, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Λυών, ασχολήθηκε συστηματικά με το "μυστήριο" που περιβάλλει τον ύπνο και τα όνειρα. Ο ήρωας του μυθιστορήματός του δεν χρησιμοποιείται μόνο ως η persona του, αλλά  ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ίδιος είναι ο αφηγητής. Δηλαδή ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος επιστήμονας, με ιδιαίτερες έρευνες και ανακαλύψεις γύρω από τα όνειρα,  τον οποίο εξακολουθούν να καλούν σε συνέδρια ή να του ζητούν άρθρα για περιοδικά και που δεν τον αφήνει ασυγκίνητο το ωραίο φύλο. Ο Μισέλ Ζουβέ είναι ο εισηγητής της θεωρίας του παράδοξου ύπνου, δηλαδή μιας περιόδου του ύπνου μας όπου η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι ταχύτατη. Αν ξυπνήσουμε κάποιον την ώρα που βρίσκεται στο στάδιο του παράδοξου ύπνου, συνήθως μπορεί να αφηγηθεί τα όνειρά του με πολλές λεπτομέρειες. Επιπλέον ο Ζουβέ με πειράματα σε ποντίκια έδειξε ότι με τη χορήγηση ενός φαρμάκου μπορεί να επέμβει στα όνειρα και να αλλοιώσει την ίδια την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο Ζουβέ, υποφέροντας από πόνους στη μέση, έρχεται κάθε χρόνο στο Μοντεγκρότο, στα νότια της Πάντοβας, πολύ κοντά στη Βενετία, σ' ένα ξενοδοχείο με θερμά λουτρά και λασπόλουτρα (fango στα ιταλικά). Από εκεί επισκέπτεται καθημερινά τη Βενετία, ενώ παράλληλα προσπαθεί να γράψει ένα άρθρο, πάντα γύρω από τις έρευνές του. Σιγά-σιγά όμως παράξενα και ανεξήγητα γεγονότα αρχίζουν να του συμβαίνουν. Νομίζει πως βλέπει μια ωραία κοπέλα να εμφανίζεται ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικά μέρη. Ο ίδιος, με την παρέμβασή του σ' ένα συνέδριο ανατρέπει την ίδια τη θεωρία του. Η όλη προσωπικότητά του φαίνεται να έχει αλλοιωθεί. Τι να συμβαίνει; Το μυθιστόρημα παίρνει χροιά αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Η λύση που θα δοθεί άραγε θα επιβεβαιώσει ή θα ανατρέψει τη θεωρία του για τον παράδοξο ύπνο και τα όνειρα;
Ενδιαφέρον βέβαια ως θέμα, ωραία και ρεαλιστική η ατμόσφαιρα της λουτρόπολης και της Βενετίας, αλλά η υπερβολή στην επιστημονική πλευρά αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Αφρισμένα νερά

Το ονειρικό, ομιχλώδες, πλημμυρισμένο τοπίο της μυθικής αυτής πόλης, της Βενετίας, αποτελεί το σκηνικό για όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ντόνα Λεόν, πάντα με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Γκουΐντο Μπρουνέτι.
Πολλά έχουν γραφτεί για το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα που έπαψε πια να θεωρείται παραλογοτεχνικό είδος. Η κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, ψυχολογική ή άλλη διάσταση, του προσδίδει σήμερα πολύ διαφορρετικό χαρακτήρα από τα μυθιστορήματα τύπου Κόναν Ντόυλ ή Άγκαθα Κρίστι. Η αστυνομική πλοκή στο σύγχρονο μυθιστόρημα είναι το μέσο για να προβληθούν άλλοι, σοβαρότεροι προβληματισμοί από το να βρεθεί απλώς ο ένοχος ενός εγκλήματος. Κάποτε μάλιστα η αστυνομική διάσταση εμπλέκεται σε τέτοιο βαθμό σε μυθιστορήματα που δεν χαρακτηρίζονται ως αστυνομικά (π.χ. "Ο Φρόιντ στο Μανχάταν" ή "Το όνομα του ρόδου") ώστε αμφιταλαντευόμαστε αν θα τα κατατάξουμε στα αστυνομικά ή όχι.
Η αρχαιοκαπηλία, τα γνήσια και πλαστά έργα τέχνης, το εμπόριό τους, είναι το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται το μυθιστόρημα "Αφρισμένα νερά" (Σύγχρονοι ορίζοντες, 2008, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος). Στο παλάτσο μιας διάσημης σοπράνο, της Φλάβιας Πετρέλλι, στο οποίο μένει και η φίλη της, η πολύ γνωστή αρχαιολόγος Μπρετ Λιντς, εισβάλλουν δυο άγνωστοι που κακοποιούν βάναυσα την αρχαιολόγο. Κι ενώ εκείνη νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο διευθυντής του Μουσείου του Παλατιού του Δόγη βρίσκεται δολοφονημένος. Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στα δυο εγκλήματα; Ο επιθεωρητής Μπρουνέτι αναλαμβάνει την υπόθεση. Ερευνώντας την μας παρασύρει μαζί του στον κόσμο της τέχνης, ιδιαίτερα της κινεζικής, πότε σε μια αντικερί, άλλοτε στις πληροφορίες που αφορούν τη διάκριση ενός πλαστού από ένα αυθεντικό έργο τέχνης. Απόηχοι δράσης της Μαφίας εμπλέκονται επίσης στην υπόθεση. Ανάλαφρη, χαριτωμένη ειρωνεία διακρίνει τις παρατηρήσεις της Ντόνα Λεόν για την ιταλική γραφειοκρατία (πόσο όμοια παντού!), για τις ιταλικές διαλέκτους, για τις συχνά ανορθόδοξες μεθόδους της αστυνομίας. Πολλές επίσης μουσικές αναφορές διανθίζουν το βιβλίο, δικαιολογημένα, αφού η Λεόν θεωρείται ειδική στην όπερα, παράλληλα με την κριτική του αστυνομικού μυθιστορήματος που γράφει στη Sunday Times.
Αμερικανίδα, γεννημένη το 1942, η Ντόνα Λεόν δίδαξε αγγλική λογοτεχνία σε πολλές χώρες και έζησε για μια εικοσαετία στη Βενετία. Γι' αυτό και οι εικόνες από την πλημμυρισμένη Βενετία, τα ερειπωμένα ή ανακαινισμένα παλάτσο, τα στενά, αδιέξοδα δρομάκια, το νερό που βρίσκεται παντού, που ανεβαίνει με την παλίρροια και μέσα του τσαλαβουτούν για ώρες οι ήρωες, ακόμα και το φινάλε που δίνεται ουσιαστικά μέσα στο νερό, συνθέτουν το σκηνικό που μας γοητεύει και μας συναρπάζει αυτό πιο πολύ κι από την ίδια την υπόθεση του έργου. Το οποίο, φυσικά, όπως όλα τα αστυνομικά, θα τελειώσει με την αποκάλυψη του ενόχου και την αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης πραγμάτων, "δι' ελέου και φόβου" μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2009

Μετά τα μεσάνυχτα



Στον αγαπητό Librofilo οφείλω πολλά από τα ωραία βιβλία που έχω διαβάσει. Το πιο πρόσφατο, μια ευσύνοπτη νουβέλα μόλις 128 σελίδων. Τίτλος, "Μετά τα μεσάνυχτα" (Μελάνι, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη, τίτλος πρωτοτύπου Don't Look Now). Συγγραφέας η αγαπημένη μου Δάφνη Ντι Μωριέ (Στα χρόνια της εφηβείας μου τη "Ρεβέκκα" της τη ξαναδιάβαζα κάθε καλοκαίρι, την είχα μάθει σχεδόν απ' έξω).
Η Βενετία υπήρξε (και είναι ακόμη) προσφιλής λογοτεχνικός τόπος. "Ο έμπορος της Βενετίας", του Σέξπηρ, "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν, "Γιατί όχι στη Βενετία;" της Μισέλ Μανσό, "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του δικού μας Μαμαλούκα, είναι λίγα μόνο από τα έργα που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Φαίνεται ότι η σκοτεινή γοητεία των καναλιών της, τα ερειπωμένα αρχοντικά της, τα αδιέξοδα δρομάκια της, η όλη ατμόσφαιρα που έχει κάτι το ρομαντικό και μυστηριώδες ταυτόχρονα, εμπνέουν πολλούς λογοτέχνες (κι ας μη ξεχνάμε ότι κάποτε εθεωρείτο must για μήνα του μέλιτος!).
Σ' αυτή την ατμόσφαιρα μας σεριανάει η Δάφνη ντι Μωριέ με την καταπληκτική αυτή νουβέλα, της οποίας η κινηματογραφική μεταφορά το 1973 θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικόυ κινηματογράφου (Να αναφέρω εδώ ότι ο Librofilo, εκτός από την ωραία παρουσίαση του βιβλίου κάνει και μια πολύ κατατοπιστική σύγκριση βιβλίου-ταινίας).
"Μην κοιτάξεις" είπε ο Τζον στη γυναίκα του, "αλλά δυο τραπέζια πιο πέρα κάθονται δύο γεροντοκόρες που προσπαθούν να με υπνωτίσουν". Και μόνο αυτή η εναρκτήρια πρόταση είναι αρκετή για να κάνει τον αναγνώστη να θέλει να προχωρήσει. (Έχουν λεχθεί πολλά για τις εναρκτήριες φράσεις διάσημων λογοτεχνικών έργων. Κάτι που πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς νομίζω θα 'πρεπε να μελετήσουν).
Ένα νεαρό ζευγάρι, ο Τζον και η Λόρα έρχονται για διακοπές στη Βενετία, στην προσπάθειά τους να συνέλθουν από το πένθος στο οποίο τους βύθισε ο θάνατος της μικρής τους κόρης. Το ζευγάρι έχει ακόμη ένα γιο, που τον έχουν αφήσει στο οικοτροφείο του σχολείου του. Καθώς τριγυρίζουν στη Βενετία, κάνουν τον περίπατό τους ή τρώνε σε ρομαντικά ταβερνάκια, συναντούν σε κάθε τους βήμα αυτό το παράξενο ζευγάρι των ηλικιωμένων δίδυμων αδελφών. Η μια απ' αυτές, παρ' όλο που είναι τυφλή, ισχυρίζεται ότι βλέπει κοντά στο ζευγάρι τη μικρή, νεκρή τους κόρη. Η Λόρα νιώθει μια χαρά, μια παρηγοριά μέσα στο πένθος της, ενώ ο άντρας της, σκεπτικιστής, δεν πιστεύει σ' αυτά. Όταν η τυφλή προειδοποιεί το ζευγάρι για μια επικείμενη συμφορά, τότε η μεταφυσική συγκρούεται άμεσα με τη λογική. Ποια θα υπερισχύσει; Δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Η νουβέλα κρατάει αιχμάλωτο τον αναγνώστη ως το απρόσμενο τέλος, που έρχεται στην τελευταία σελίδα.
Όσοι αναγνώστες πιστεύουν στα μεταφυσικά φαινόμενα θα ενθουσιαστούν. Όσοι είναι ορθολογιστές και λογικοκρατούμενοι (αναμεσά τους κι εγώ) θα απολαύσουν ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο.