Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2021

Ελισάβετ της Αυστρίας


Νικόλ Αβρίλ
Ελισάβετ της Αυστρίας
Ωκεανίδα, 1993
Μετ. Αθηνά Ιακωβίδη
 Τι βιβλίο! Ιστορία και λογοτεχνία, πεζογραφία και ποίηση, ρεαλισμός και όνειρο! Η συγγραφέας Νικόλ Αβρίλ αφενός πρέπει να βυθίστηκε βαθιά στην Ιστορία και αφετέρου πολύ να αγάπησε την πρωταγωνίστρια, την Ελισάβετ, Αυτοκράτειρα της Αυστρίας. Εμείς οι παλαιότεροι γνωρίσαμε την κινηματογραφική εκδοχή αυτής της βγαλμένης από την Ιστορία και τον Μύθο προσωπικότητας, της Ελισάβετ, με το υποκοριστικό Σίσσυ (με πρωταγωνίστρια τη Ρόμι Σνάιντερ). Το βιβλίο της Αβρίλ έρχεται να μας παρουσιάσει την πραγματική Ελισάβετ και ταυτόχρονα να μας βυθίσει στον 19ο αιώνα, με τους πολέμους του, τους βασιλικούς του οίκους, να μας ταξιδέψει σε μια Ευρώπη που δεν υπάρχει πια.
Η Ελισάβετ γεννήθηκε το 1837 στη Βαυαρία. Κόρη της πριγίπισσας της Βαυαρίας Λουδοβίκας και του δούκα Μαξ. Δεκαέξι μόλις χρόνων συνοδεύει τη μητέρα της και τη μεγαλύτερη αδελφή της Ελένη, σ' ένα συνοικέσιο που αφορά την Ελένη με τον Φραγκίσκο Ιωσήφ, αυτοκράτορα της Αυστρίας, που είναι και ξάδερφός τους. Μα η μεγαλύτερη αδερφή παραμερίζεται, ο αυτοκράτορας ερωτεύεται την Ελισάβετ. Πώς να μην την ερωτευτεί; "Η Ελισάβετ είναι ένα και εβομήντα δύο, πανύψηλη δηλαδή για την εποχή της (...) έπειτα η ελαφράδα της. Όλη της τη ζωή δεν θα ξεπεράσει τα πενήντα κιλά και η επίβλεψη του βάρους της θα της γίνει μονομανία, τελικά και νευρική ανορεξία (,,,) Τέλος το μυστήριό της. Υπάρχει ολόγυρά της μια αχλή μελαγχολίας που αντισταθμίζει την αυθάδεια της ομορφιάς της, μια αίγλη απογοητεύσεων και θνησιγενών ελπίδων που γλυκαίνει τη λάμψη της νιότης της. Η θλίψη της δίνει κάτι το ηδυπαθές και το μοιραίο".
Κι έχει πολλές αφορμές για θλίψη η Ελισάβετ. Είναι η καταπίεση από την πενθερά της, την αρχιδούκισσα Σοφία, είναι ο θάνατος της πρωτότοκης, μικρής της κόρης, είναι οι αρρώστιες που την τριγυρίζουν, είναι το ασφυκτικό περιβάλλον με τα αυστηρά πρωτόκολλα, είναι πολλοί άλλοι θάνατοι προσφιλών, με αποκορύφωμα την αυτοκτονία του μοναχογιού της.
Παρ' όλα αυτά η Ελισάβετ είναι μια γυναίκα που προηγείται της εποχής της. Γυμνάζεται χρησιμοποιώντας κρίκους και σχοινιά, ιππεύει απίστευτες ώρες, διασχίζει χιλιόμετρα πεζοπορώντας. Και φυσικά αφιερώνει ώρες ατέλειωτες στην περιποίηση του εαυτού της, ειδικά των περίφημων μαλλιών της. (Μια χαρακτηριστική περιγραφή του λουσίματος των μαλλιών της μας δίνει ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος στο βιβλίο του "Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ", την οποία περιγραφή παραθέτει και η Αβρίλ).
Σε μια εποχή που τα ταξίδια είναι τόσο δύσκολα και σπάνια, η Ελισάβετ τριγυρίζει πότε με το αγαπημένο της τραίνο, πότε με πλοίο. Σ' ένα ταξίδι βλέπει την Κέρκυρα. Γοητεύεται. Εκεί θα κτίσει αργότερα σ' ένα ύψωμα απ' όπου βλέπει τη θάλασσα, το Αχίλλειο, ένα παλάτι αφιερωμένο στον ομηρικό ήρωα.
Η Ελισάβετ αγαπά το διάβασμα. Αγαπημένος ποιητής ο Χάινε και δραματουργός ο Σαίξπηρ. Γράφει η ίδια ποίηση, αρκετά δείγματα της οποίας αναφέρει η συγγραφέας. Με δάσκαλο τον Χρηστομάνο, νεαρό φοιτητή στη Βιέννη, προσπαθεί να μάθει Ελληνικά. Μα η αγαπημένη της γλώσσα και χώρα θα παραμείνει η Ουγγρική και η Ουγγαρία. Η Ουγγαρία είναι κατά κάποιο τρόπο υποτελής στην Αυστρία. Οι Ούγγροι επαναστατούν, ζητούν την ανεξαρτησία τους. Η συμβολή της Ελισάβετ στην παροχή ελευθεριών στην Ουγγαρία δεν είναι ασήμαντη. Στη Βούδα θα στεφθεί αυτοκράτειρα, οι Ούγγροι τη λατρεύουν, πολύ συχνά χρησιμοποιεί την ουγγρική εκδοχή του ονόματός της, Έρζεμπετ. Λέγεται, χωρίς να έχει αποδειχτεί αλλά με ισχυρές ενδείξεις, ότι ένας ιδιαίτερος δεσμός υπήρξε μεταξύ της Ελισάβετ και του ισχυρού άνδρα της Ουγγαρίας, του κόμη Άντρασι, που υπήρξε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας καθώς και υπουργός εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας.
Ο άντρας της, ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ, την υπεραγαπά. Είναι όμως τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες. Εργασιομανής εκείνος, ξυπνά από τις πέντε το πρωί για να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα της ημέρας με την Ελισάβετ να ασχολείται με τόσο διαφορετικά πράγματα. Όταν όμως  χρειαστεί, εκείνη θα είναι παρούσα. Όπως βοήθησε και συνέτρεξε  όσους την χρειάζονταν στις δυο πολύνεκρες μάχες στις οποίες ενεπλάκη η Αυστρία, στο Σολφερίνο και στη Σάντοβα. 
Όμως η Ελισάβετ δεν υπήρξε ευτυχισμένη: "Αναγκάστηκε να παλέψει ενεντίον της πεθεράς της, εναντίον της Αυλής και της εθιμοτυπίας, εναντίον του συντηρητισμού και της θρησκοληψίας, και δεν βρήκε τη δύναμη να ελευθερώσει το ίδιό της το σώμα. Το εξάντλησε με σωματικές ασκήσεις, το δόξασε μέσα σε μια ναρκισσιστική ενατένιση, αλλά δεν το άφησε ποτέ να εκφραστεί κι ακόμα λιγότερο να χορτάσει".
Το αποκορύφωμα της δυστυχίας και του πένθους θα έρθει την Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 1889. Ο μοναχογιός της και διάδοχος της Αυτοκρατορίας, ο Ροδόλφος, βρίσκεται νεκρός στο κυνηγετικό περίπτερο στο Μάγιερλιγκ, λίγο έξω από τη Βιέννη. Αν και παντρεμένος και με ένα παιδί, αυτοκτονεί με την ερωμένη του Μαρία Βετσέρα. Η Ελισάβετ δεν θα βγάλει ποτέ πια τα μαύρα.
Στις 10 Αυγούστου του 1898, στην Ελβετία, στις όχθες της λίμνης Λεμάν, η Ελισάβετ θα βρει τον θάνατο, χτυπημένη από έναν αναρχικό νεαρό, τον Λουίτζι Λουκένι. Ήταν 61 χρονών.
Ο Φραγκίσκος Ιωσήφ επιζεί 19 χρόνια της αγαπημένης του Ελισάβετ. Πεθαίνει το 1916, μετά την κήρυξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, πριν προλάβει να δει τη διάλυση της Αυτοκρατορίας του. 
Κλείνεις το βιβλίο και αναλογίζεσαι. Σπάνια Ιστορία και Λογοτεχνία συναντούν τόσο αρμονική σύζευξη. Ένας αιώνας (ο 19ος) γεμάτος από πολέμους, κατακερματισμένα κράτη, αιματοχυσίες. Μια Ευρώπη πολύ διαφορετική απ' αυτήν που γνωρίζουμε σήμερα, που όμως ίσως να μην γινότανε αυτό που είναι χωρίς την Ευρώπη που προηγήθηκε. Και μια πριγκίπισσα, μια Αυτοκράτειρα, που προβάλλει μ' όλη την ομορφιά και τη δυστυχία της. Ένα υπέροχο βιβλίο.
 


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2021

Ευχές και κατάρες

Π


Παύλου Φ. Ιωαννίδη, Ευχές και κατάρες

Εκδόσεις, Εν τύποις

Ο πολύ γνωστός, ακάματος εργάτης της Παιδείας της Κύπρου, πολυγραφότατος συγγραφέας Παύλος Ιωαννίδης, ποτέ δεν σταμάτησε να μελετά, να συγγράφει, να εκδίδει. Στη συγγραφική του δουλειά περιλαμβάνονται Βοηθητικά βιβλία για τους μαθητές δημοτικών σχολείων, Ιστορικά βιβλία, Βιογραφίες, Άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά.

Αξιολογότατο, πιστεύω, είναι και το λαογραφικό του έργο. Γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του τελευταίου του βιβλίου: «Στα πέντε χρόνια (1969-1974) της υπηρεσίας μου ως επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης στην επαρχία Πάφου επισκεπτόμουν τα χωριά της εκπαιδευτικής μου περιφέρειας τρεις και τέσσερις φορές τον χρόνο για να επιθεωρήσω τα σχολεία. Χαιρόμουν να αγναντεύω τις μικρές αυτές κοινότητες, άλλες σκαρφαλωμένες σε βουνοπλαγιές, άλλες ριγμένες σε κοιλάδες ή δίπλα στο κύμα και να βρίσκομαι ανάμεσα στους μαθητές, αγόρια και κορίτσια, με ένα, δυο το πολύ τέσσερις δασκάλους».

Ζώντας σ’ αυτό το περιβάλλον, ακούγοντας τα παιδιά στην τάξη ή στα διαλείμματα, διαπίστωνε την ύπαρξη ενός πλούτου της λαϊκής μας παράδοσης.  Φοβούμενος μήπως αυτός ο μοναδικός, πνευματικός, λαϊκός πολιτισμός λόγω των ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών και άλλων αλλαγών χαθεί, αποφάσισε να συγκεντρώσει έστω ένα μέρος του λαϊκού αυτού πλούτου που άκουε από τα παιδιά. Έτσι, προέκυψε το 1979 η μελέτη «Πασχαλινά παιγνίδια στην Επαρχία Πάφου», το 2019 η «Παιδική Λαϊκή Ποίηση Μέσα από τα Παιδικά Παιγνίδια» και πολύ πρόσφατα (2021) το «Ευχές και κατάρες».

Γράφει ο Παύλος Ιωαννίδης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Από τα παλιά χρόνια ο άνθρωπος εκφράζει τα συναισθήματά του σε κάποιον άλλον, σε στιγμές ευχαρίστησης, ενθουσιασμού, ευγνωμοσύνης και γενικά ψυχικής ικανοποίησης, με ευχές. Άλλοτε σε στιγμές καταπίεσης, εξευτελισμού, αγανάκτησης, θυμού και εκδίκησης, εκδηλώνεται με τις κατάρες».

Το βιβλίο του Παύλου Ιωαννίδη δεν είναι μια απλή καταγραφή ευχών και καταρών. Πέρα από την καταγραφή και ταξινόμηση όσων κατέγραψε από την επαρχία Πάφου, επεκτείνει τη μελέτη του τόσο σε άλλες πηγές όσο και σε άλλες εποχές. Π.χ. ευχές στην προχριστιανική εποχή, στη Βυζαντινή περίοδο, στη σύγχρονη εποχή, στην ποίηση, στα δημοτικά τραγούδια, ευχές για τον γάμο, τη ξενιτειά κ.λπ. Ακολουθεί το τμήμα για τις κατάρες που επίσης ταξινομούνται κατά κατηγορίες. Κατάρες για σωματικά παθήματα, παθήματα από τη φύση, με επίκληση του Θεού, κατάρες για τα ζώα κ.λπ.

Χρησιμότατο το «Γλωσσάρι», όπου ερμηνεύεται πλήθος κυπριακών λέξεων που συναντώνται στις Ευχές και στις Κατάρες, καθώς και η πλουσιότατη σχετική βιβλιογραφία.

Με την έρευνα που έγινε σε 74 κοινότητες, συγκεντρώθηκαν 534 ευχές, 1873 κατάρες και 290 για τα ζώα, πράγμα που προκαλεί εντύπωση. Γιατί άραγε οι κατάρες υπερτερούν τόσο των ευχών; Άραγε γιατί ο άνθρωπος κρύβει μέσα του περισσότερη κακία παρά καλοσύνη ή γιατί πιστεύει πιο πολύ στη δύναμη του Κακού παρά του Καλού; Ποιος ξέρει…

 

 


 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 08, 2021

Περικλής Γιαννόπουλος


 Κώστας Γιαννόπουλος

Περικλής Γιαννόπουλος

[Πορτραίτο που κάηκε στο φως]

Εκδ. Ηλέκτρα, 2007

Σ΄αυτό το βιβλιοφιλικό blog κατά κανόνα παρουσιάζω βιβλία. Και σήμερα από ένα βιβλίο ξεκινώ. Όμως όχι τόσο για να μιλήσω για το βιβλίο, όσο για να προβάλω το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, χρησιμοποιώντας και στοιχεία από αλλού (κυρίως από το βιβλίο του Πέτρου Χαρτοκόλλη, «Ιδανικοί αυτόχειρες»). 

Περικλής Γιαννόπουλος. Το μόνο που ήξερα (και το μόνο που ίσως οι πλείστοι γνωρίζουν γι’ αυτόν) είναι ο τρόπος του θανάτου του, ο τρόπος της αυτοκτονίας του: […] ο Γιαννόπουλος έφθασεν εφ’ αμάξης υπό ραγδαίαν βροχήν. Παρά τι μικρόν φυλακείον εκεί εκάθισεν έπιεν μπύραν και εζήτησεν από τον αμαξάν να αποζεύξη ένα άλογο […] μετά τούτο, ίππευσε στεφανωμένος με αγριολούλουδα, και, αφού ανήρτησεν επάνω του ένα κομψόν σάκκον πλήρης βαρών κ’ επλύθη με αρώματα, όρμησε προς τα μαινόμενα κύματα και την ανοιξιάτικην μπόραν με απερίγραπτον τραγικήν ορμήν. Όταν έφθασε, καβάλλα εις το άλογο που εκολυμβούσεν, εις τα βαθειά, τότε επυροβόλησε κατά της κεφαλής του και εχάθη, ενώ το άλογο αγριεμένο και ρουθουνίζον, επανήλθε εις την ακτήν». 

Έτσι αυτοκτόνησε στις 8 Απριλίου 1910 ο Περικλής Γιαννόπουλος στην ακτή του Σκαραμαγκά. Μπήκε στη θάλασσα ανθοστεφανωμένος, προχώρησε ως εκεί που μπορούσε να κολυμπήσει  το άλογο και αυτοπυροβολήθηκε. Το πτώμα του ξεβράσθηκε δυο βδομάδες αργότερα. Ήταν μόλις 38 χρονών.

Ποιος ήταν λοιπόν ο Περικλής Γιαννόπουλος; Για ποιο πράγμα ξεχωρίζει; Γιατί μέχρι σήμερα, όπως γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος, ανατυπώνονται τα «Άπαντά» του, του αφιερώνονται τεύχη περιοδικών, συναντάμε αναφορές γι’ αυτόν σε ιστορίες της λογοτεχνίας, σεμινάρια, συνέδρια κ.λπ.; Αυτά βέβαια για τους ειδικούς, κυρίως για τους μελετητές της λογοτεχνίας.  Εμείς τίποτα δεν είχαμε ακούσει γι’ αυτόν, ούτε στο Πανεπιστήμιο, ούτε μια γραμμή δεν συναντήσαμε στα λογοτεχνικά κείμενα του Γυμνασίου. Να έφταιγε άραγε ο τρόπος θανάτου ή οι ιδέες του;

Το βιβλίο του Κώστα Γιαννόπουλου δεν είναι μια κλασική βιογραφία. Υπάρχουν, βέβαια, σύντομες βιογραφικές αναφορές. Γεννήθηκε το 1871 (;) στην Πάτρα. Φοίτησε για ένα χρόνο στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, για δύο χρόνια στο Παρίσι, έζησε για μικρό διάστημα κοντά στον αδελφό του στο Λονδίνο, γύρισε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, στην οποία όμως δεν πάτησε ποτέ. Ερωτεύτηκε τη ζωγράφο Σοφία Λασκαρίδου, την πρώτη γυναίκα που έγινε δεχτή στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ασχολήθηκε κυρίως με μεταφράσεις, έγραψε κάποια πεζοτράγουδα, προπάντων όμως έγραφε άρθρα και δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Εξέδωσε δυο μόνο βιβλία: «Το νέον πνεύμα» και «Έκκλησις εις το Πανελλήνιον κοινόν».

Πέρα όμως από τα σύντομα αυτά βιογραφικά, μέσα από το ευσύνοπτο βιβλίο γίνεται προσπάθεια να αναδειχτεί η προσωπικότητα του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου είτε μέσα από κρίσεις συγχρόνων του, είτε από σκέψεις του ιδίου. Παλαμάς, Σουρής, Ξενόπουλος, Μαλακάσης, Σικελιανός, Μελάς, Δραγούμης… όλοι οι σύγχρονοι λογοτέχνες ασχολήθηκαν με τον Περικλή Γιαννόπουλο. Κάποιοι τον επέκριναν ή τον σατίρισαν, κάποιοι όχι μόνο συμφώνησαν αλλά και επηρεάστηκαν απ’ αυτόν. «Ανεκδοτολογικές αναφορές, κουτσομπολιά, σχόλια ειρωνικά και χλευαστικά, αλλά και περιγραφές που τον παρουσιάζουν όπως ήταν-όμορφος, ευγενικός, γόης, κοινωνικός, χαμηλών τόνων, με υποβλητική φωνή, κομψός, ψηλός, ξανθός, με ανοιχτόχρωμα μάτια. Σωστός Απόλλωνας!»

Τι ήταν λοιπόν αυτό που τον ξεχωρίζει; Γιατί μια τόσο σύντομη ζωή κι ένα τόσο σύντομο έργο άσκησε τόση επίδραση; Επηρέασε καθοριστικά τον Ίωνα Δραγούμη, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός του αφιέρωσαν ποιήματα, οι ιδέες του μπόλιασαν την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη λαϊκή τέχνη. Για ένα και μόνο πράγμα αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή. Για ένα και μόνο πράγμα έζησε, μίλησε, έγραψε και ίσως πέθανε:

 Όλα τα κείμενά του, όλες οι ιδέες του μπορούν να συνοψιστούν σε μια και μόνο: Ελληνολάτρης. Η Ελλάδα, το «Ελληνικόν φως», η «Ελληνική Γραμμή» γίνεται το πάθος του. «Το γεγονός πως πρέπει να βρούμε τον δικό μας δρόμο, να διαμορφώσουμε τη δική μας παράδοση, να φτιάξουμε εμείς τους θεσμούς μας, τις τέχνες, τα γράμματα, κόντρα σ’ ό,τι μας ήρθε από τη δυτική παράδοση του ορθολογισμού».

Το πάθος του για ό,τι ελληνικό δεν ήταν μόνο ιδέα. Ήταν πράξη ζωής. «Έβαζε λευκά γάντια και φορτωμένος από άνθη ανήρχετο εις την ακρόπολιν δια να προσευχηθή εις τον ναόν του υπάτου κάλλους».

Στο πτώμα του βρέθηκε ένα νόμισμα, ένα δεκάλεπτο. Κατά πάσα πιθανότητα το πήρε μαζί του για να πληρώσει τον Χάρωνα που θα τον μετέφερε δια της Αχερουσίας στα Ηλύσια πεδία.

Από τα ποιητικά κείμενα που γράφτηκαν για τον Περικλή Γιαννόπουλο σταματώ στους πρώτους στίχους του μακροσκελούς ποιήματος του Άγγελου Σικελιανού, που με τίτλο «Απολλώνιος θρήνος» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημ. «Ακρόπολις», στις 15 Απριλίου 1910.

 

Κλάψτε τον ώριον Ιππόλυτον! Ω νιάτα,

Που κρατάτε καθάρια μιαν Ελλάδα σκαλισμένη

Στα μάρμαρα, ή της Πάρου

Ή της Πεντέλης, στης γυμνής Αθήνας

Το φως, ή μες της πλούσιας Ολυμπίας

Τα νερά και τα δέντρα, εδώ ζυγώστε.

Σάββατο, Αυγούστου 28, 2021

Το Σανατόριο

 

Σάρα Πιρς
Το σανατόριο
Ψυχογιός, 2021
Μετ. Νεκτάριος Καλαϊτζής
Πρωταγωνιστής σ' αυτό το πολύ ενδιαφέρον θρίλερ δεν είναι πρόσωπο.  Είναι ένα κτίριο, ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο. Χτισμένο ψηλά, σε ύψος 2.200 μ., σε μια ελβετική βουνοκορφή, κοντά στο Κραν-Μοντανά, αποπνέει κάτι μυστηριώδες, κάτι τρομακτικό.
Το πεντάστερο ξενοδοχείο Λε Σομέ είναι ένα πλήρως ανακαινισμένο, παλιό σανατόριο. ένας χώρος που προοριζόταν για απομόνωση των φυματικών, σε μια εποχή που βασική θεραπεία για τη μεταδοτική αυτή ασθένεια ήταν ο καθαρός αέρας του βουνού (Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε το υπέροχο "Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν!). Κτισμένο από τον παππού του  τωρινού ιδιοκτήτη Λουκά Καρόν, έχει μετατραπεί  σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο. Εκεί καταφθάνει η Ελίν με τον φίλο της Γουίλ, για να γιορτάσουν τους αρραβώνες του αδελφού της Άιτζακ, που εργάζεται εκεί, με την Λορ. Οι πρώτες εντυπώσεις καθώς αντικρίζουν το ξενοδοχείο προϊδεάζουν για κάτι μυστηριώδες: "Όπως στέκεται εκεί, μπροστά από το ξενοδοχείο, αισθάνεται κάτι πολύ παράξενο-μια αναστάτωση στην ατμόσφαιρα, μια παράξενη αναταραχή που δεν έχει καμιά σχέση με το χιόνι που πέφτει (...) Υπάρχει κάτι βάναυσα απρόσωπο στην αρχιτεκτονική του: οι αυστηρές γραμμές του, τα απόλυτα ορθογώνια επίπεδα και οι επιφάνειες, οι μοντερνιστικές επίπεδες στέγες αποπνέουν μια ατμόσφαιρα ιδρύματος. Το γυαλί κυριαρχεί παντού-εκτυφλωτικό, τοίχοι ολόκληροι, επιτρέποντάς σου να βλέπεις ανεμπόδιστα μέσα".
Οι αρραβώνες όμως δεν  θα προφθάσουν να γίνουν. Την επομένη της άφιξης της Ελίν και του Γουίλ, η Λορ εξαφανίζεται. Σε λίγο μια καθαρίστρια θα βρεθεί νεκρή, δεμένη, στο βυθό της πισίνας. Δεν θα είναι το μοναδικό πτώμα. Κάπου μέσα στο βαθύ χιόνι θα βρεθεί νεκρός και ο αρχιτέκτονας του ξενοδοχείου που είχε εξαφανιστεί πριν πολύ καιρό. Βαριά χιονόπτωση αποκλείει το ξενοδοχείο από κάθε επικοινωνία, ενώ η απειλή χιονοστιβάδας οδηγεί στην εκκένωσή του. Την ταυτόχρονη έρευνα αφενός για ανεύρεση της Λορ και αφετέρου για εξιχνίαση των φόνων αναλαμβάνει η Ελίν,  που υπήρξε αρχιφύλακας του εγκληματολογικού, αλλά λόγω ενός ατυχούς επεισοδίου βρίσκεται σε διαθεσιμότητα. Όμως και η ίδια βασανίζεται από τους "δαίμονές" της. Και λόγω του επεισοδίου αυτού, αλλά και για κάτι άλλο   που σχετίζεται με τον Άιτζακ και τον θάνατο, πριν από χρόνια, του μικρότερου αδελφού τους.
Η προσπάθεια γίνεται μέσα στη ζοφερή ατμόσφαιρα του αποκλεισμένου ξενοδοχείου. Απέραντοι διάδρομοι, υπόγεια τούνελ, πόρτες που τρίζουν, κλειδωμένα δωμάτια που κρύβουν μυστικά, φθαρμένα αντικείμενα από το παλιό σανατόριο, αγωνία για το πρόσωπο που λείπει και χιόνι, χιόνι, χιόνι παντού. Τι θα γίνει άραγε στο τέλος; Ποιος είναι ο δολοφόνος; Και θα βρεθεί ζωντανή η Λορ ή θα είναι ακόμα ένα θύμα; Η λύση θα δοθεί βεβαίως στις τελευταίες σελίδες. Αλλά νομίζω εκείνο που θα απολαύσει πιο πολύ ο αναγνώστης, ειδικά εκείνος που αγαπά τα θρίλερ, είναι η όλη ατμόσφαιρα: Το αποκλεισμένο ξενοδοχείο, το μυστήριο που το περιβάλλει, οι παγωμένες βουνοκορφές, ο φόβος και η αγωνία που καραδοκεί σε κάθε βήμα. Με άλλα λόγια, ένας λογοτεχνικός Χίτσκοκ!


Παρασκευή, Αυγούστου 20, 2021

ΑΘΑΛΆΣΣΑ

 


Κώστας Λυμπουρής

Αθαλάσσα
Το ροδακιό, 2021

 Λογοτεχνία και Ιστορία. Ιστορία και Λογοτεχνία. Ο αρμονικός συνδυασμός των δύο δημιούργησε το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Κώστα Λυμπουρή, «Αθαλάσσα». Η ιστορία καλύπτει τους κυριότερους σταθμούς της δεκαετίας 1964-1974. Μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους στην ιστορία της Κύπρου, που οι τραγικές συνέπειές της φτάνουν ως σήμερα. Και η λογοτεχνία; Η λογοτεχνία έγκειται στον τρόπο που τα ιστορικά γεγονότα εμπλέκονται στη ζωή των ηρώων του έργου, γεγονότα που ο συγγραφέας βλέπει μέσα από τον περίκλειστο χώρο ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας.

Αφορμή για την έμπνευσή του υπήρξε η απόφαση της Κυπριακής Κυβέρνησης, μισό αιώνα σχεδόν μετά την τουρκική εισβολή και τον βομβαρδισμό, μεταξύ άλλων, και του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, να ταυτοποιήσει τα οστά όσων ασθενών είχαν σκοτωθεί τότε και τάφηκαν βιαστικά σε ομαδικό τάφο.
Η είδηση θέτει σε κίνηση την έμπνευση του συγγραφέα. Μας μεταφέρει στον χώρο του Ψυχιατρείου. Γνωρίζουμε τους ασθενείς που δεν ήταν πάντα ψυχικά πάσχοντες. Εκεί παρέπεμπαν κάθε είδους εκτροπή από την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά. Εκεί «νοσηλεύονταν» άνθρωποι με γεροντική άνοια, επιληπτικοί, αλκοολικοί, ναρκομανείς, πνευματικά καθυστερημένοι, ακόμα και παιδιά, όπως στο μυθιστόρημα ο συμπαθέστατος, δεκατριάχρονος Σωτηράκης.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο Ισίδωρος. Γιος ιερέα, δάσκαλος, ακέραιος χαρακτήρας, μετεκπαιδευμένος στην Αγγλία, έτοιμος να προσφέρει στα παιδιά που θα του εμπιστεύονταν. Τα σχέδιά του όμως ανατρέπονται όταν η Ανθούλα, η κοπέλα  την οποία είχε βαθιά ερωτευτεί, κλείνεται στο Ψυχιατρείο, λόγω της παράξενης συμπεριφοράς της, να φορεί κίτρινα παπούτσια. Ο Ισίδωρος δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Με τη δική του ανορθόδοξη συμπεριφορά, να απαγγέλλει διαρκώς ποιήματα για τον θάνατο, κλείνεται κι αυτός στο Ψυχιατρείο. Γνωρίζει τους ασθενείς. Επικοινωνεί με όσους απ’ αυτούς μπορούν, βοηθάει, οργανώνει ομάδα συζητήσεων, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί όσα συμβαίνουν έξω. Τα κύρια γεγονότα της δεκαετίας παρεμβάλλονται πολύ φυσιολογικά.  Η αποχώρηση των Τούρκων από την Κυβέρνηση στο τέλος του ΄63, η τουρκανταρσία, οι βομβαρδισμοί της Τηλλυρίας το καλοκαίρι του 1964, τα γεγονότα της Κοφίνου, η επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα, η ΕΟΚΑ Β΄, ο Γρίβας, οι απόπειρες δολοφονίας του Μακαρίου, το εκκλησιαστικό σχίσμα, το Πολυτεχνείο…
Η μικρή κοινωνία των ψυχικώς πασχόντων αποτελεί απείκασμα της ευρύτερης κοινωνίας. Υπάρχουν χαρακτήρες έντιμοι, υπεύθυνοι, με πραγματική αγάπη και ενδιαφέρον για τους πάσχοντες, όπως ο Δαμιανός, υπεύθυνος του ιδρύματος. Αλλά υπάρχουν και χαρακτήρες αδιάφοροι, σκληροί, ακόμα και κάποιοι που εκμεταλλεύονται τους πάσχοντες, όπως ο νοσηλευτής Αναστάσης. Οι ιδεολογικές διαφορές που δίχασαν  την κυπριακή κοινωνία τη δεκαετία ’64-’74 περνούν και στους έγκλειστους του ψυχιατρείου. Και είναι εις πίστη του συγγραφέα το ότι ο κεντρικός ήρωάς του, ο Ισίδωρος, απηχώντας προφανώς τις ιδέες και τα συναισθήματα του ιδίου του συγγραφέα, κατορθώνει να μένει αμέτοχος, παραθέτοντας απλώς τα γεγονότα. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που δίνει όταν σε μια έντονη διαφωνία σε πολιτικό θέμα του ζητούν να πάρει θέση. Αρνείται. «Δεν έχω υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα», λέει. Ο Ισίδωρος είναι γεμάτος αγάπη, γνήσιο ενδιαφέρον για όλους, κατανόηση, έτοιμος να προσφέρει τη βοήθειά του όπου χρειαστεί.
Μια από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτή στην οποία η ματιά του συγγραφέα απλώνεται έξω και πέρα από τα σύνορα του ψυχιατρείου, έξω από τα σύνορα της Κύπρου. Σαν σ’ ένα όνειρο ο Ισίδωρος βλέπει τα γεγονότα που σημάδεψαν το 1968. Τις δικτατορίες, τις δολοφονίες, τις ανισότητες του κόσμου, αλλά και τους αγώνες για ελευθερία.

«Ξυπνά ταραγμένος. Η χρονιά αυτή ήταν, όντως, η πιο σημαντική στον 20ο αιώνα παγκοσμίως, μετά τους δυο παγκοσμίους πολέμους. Τα βλέφαρά του βαραίνουν ακόμα. Νιώθει ξαφνικά σαν να βρίσκεται μέσα σε ένα ποτάμι από αίμα. Κολυμπά, μα κινδυνεύει να πνιγεί. Το ποτάμι φουσκώνει από καινούριο αίμα, καθώς πλήθος ρυάκια το φέρνουν από παντού. Από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τους δυο Παγκοσμίους, τον Εμφύλιο της Ισπανίας, τον Πόλεμο της Κορέας, το Βιετνάμ. Το ποτάμι φουσκώνει, νιώθει να πνίγεται. Ξυπνά μούσκεμα στον ιδρώτα». 

 Το βιβλίο τελειώνει με τον βομβαρδισμό του Ψυχιατρείου και τον θάνατο πολλών από τους πάσχοντες. Στη σκέψη όμως του αναγνώστη δεν τελειώνει εδώ. Για καιρό μας κάνει να σκεφτόμαστε όλα τα δεινά που πέρασε και περνά όχι μόνο ο τόπος μας, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα. Με την ευχή και την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου.