Πέμπτη, Απριλίου 18, 2019

Βάναυση αγάπη

Έλενα Φερράντε
Βάναυση αγάπη
Μετ. Δήμητρα Βότση
Πατάκης, 2019
(L' amore molesto, 1999)
Έψαχνα αυτό το βιβλίο από τότε (2013)  που διάβασα το "Μέρες εγκατάλειψης". Ήταν όμως εξαντλημένο. Επομένως δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη όταν πρόσφατα το είδα να επανεκδίδεται από τις εκδόσεις "Πατάκη". Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι "Μέρες εγκατάλειψης". Είχε βέβαια μεσολαβήσει η "Τετραλογία της Νάπολης" που με ενθουσίασε, όπως και χιλιάδες άλλους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν είναι και αυτός ένας λόγος που η"Βάναυση αγάπη" τοποθετήθηκε χαμηλά στην αναγνωστική, αξιολογική μου κλίμακα. Είναι, νομίζω, το πρωτόλειο μιας συγγραφέως στο οποίο διακρίνονται όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της γραφής της που θα εξελιχθούν στη συνέχεια και θα δημιουργήσουν έργα πολύ ωριμότερα.
"Η μητέρα μου πνίγηκε τη νύχτα της 23ης Μαΐου, την ημέρα των γενεθλίων μου, στη θαλάσσια περιοχή απέναντι από εκείνο το μέρος που όλοι αποκαλούν Σπακκαβέντο, λίγα χιλιόμετρα από το Μιτούρνο". Είναι η εναρκήρια φράση του μυθιστορήματος που αυθόρμητα μου έφερε στη σκέψη το "Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω" , πασίγνωστη αρχή του "Ξένου" του Αλμπέρ Καμύ". Από κει και πέρα το παρόν σμίγει με το παρελθόν. Η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η προσπάθεια της Ντέλια, της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, να ανακαλύψει πώς πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της η μητέρα της, η Αμάλια, αν ο πνιγμός της ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή έγκλημα (πράγμα που ως το τέλος δεν εξηγείται σαφώς) εναλλάσσεται με τις αναμνήσεις. Η Ντέλια γυρίζει στη Νάπολη για την κηδεία της μητέρας της κι ύστερα επισκέπτεται το σπίτι της. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης όχι μόνο εδώ. Το ίδιο και στο σπίτι του πατέρα της που η βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του την είχε οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στον χωρισμό. Ακόμα κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο η ντέλια συναντάται μ' ένα παιδκό φίλο έχει την ίδια θλιβερή όψη. Η απόπειρα ερωτικής συνεύρεσης (που περιγράφεται με απωθητικές λεπτομέρειες) αποτυγχάνει. Ο αποτυχεμένος εραστής της ήταν γιος ενός μυστήριου προσώπου, του Καζέρτα, που υπήρξε εραστής της μητέρας της και τη συνόδεψε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Η Ντέλια νιώθει κάποτε να ταυτίζεται με τη μητέρα της. Μια βαλίτσα με καινούρια εσώρουχα και φόρεμα ανακαλύπτει τελικά ότι προορίζονταν για την ίδια. Λέει σε κάποιο σημείο: "Μα όση ώρα έτριβα δυνατά το πρόσωπό μου, ιδίως γύρω από τα μάτια, συνειδοτοποίησα με μια απρόσμενη τρυφερότητα πως εντέλει κουβαλούσα την Αμάλια μες το ίδιό μου το πετσί, σαν ένα ζεστό υγρό που ποιος ξέρει πότε μου είχαν ενσταλάξει". Και ο επίλογος ακόμα πιο σαφής: "Σκιτσάρισα μια ατίθαση μπούκλα πάνω από το δεξί μάτι, που συγκρατιούταν μετά βίας ανάμεσα στη γραμμή των μαλλιών και το φρύδι. Με κοίταξα, μου χαμογέλασα. Αυτό το ξεπερασμένο χτένισμα, της μόδας τη δεκαετία του '40 μα ήδη παρωχημένο στα τέλη του '50, μου πήγαινε. Η Αμάλια υπήρχε. Η Αμάλια ήμουν εγώ".

Σημ. Ο τίτλος του πρωτοτύπου στα ιταλικά είναι "L' amore molesto". Το "molesto" σημαίνει κατ'ακρίβεια "ενοχλητικός", εξού και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Troubling love". Δεν νομίζω ότι το "βάναυση" αποδίδει σωστά τον τίτλο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο.

Δευτέρα, Απριλίου 08, 2019

Η άλλη Γκρέις

Μάργκαρετ Άτγουντ
Η άλλη Γκρέις
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Ψυχογιός (πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2019)
[έκδοση πρωτοτύπου 1997]
ebook
Αν κάποιος βιβλιόφιλος βρίσκεται σε όχι και τόσο καλή ψυχολογική διάθεση (σε όλους μας συμβαίνει κάποτε αυτό) ας μην επιχειρήσει την ανάγνωση αυτού του αξιολογότατου κατά τα άλλα βιβλίου. Ας περιμένει καλύτερες μέρες ώστε όλη η μελγχολία, η τραγικότητα, οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες του 19ου αι. να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Ακόμα και το κατά κάποιο τρόπο "ευτυχές" τέλος του μυθιστορήματος δεν στάθηκε ικανό να διαλύσει τη δυσθυμία που μου άφησε για μέρες το διάβασμά του.
Αν και το πρωτότυπο κυκλοφόρησε ήδη από το 1997, έγινε πρόσφατα ευρύτατα γνωστό με τη μεταφορά του σε 6 επεισόδια για λογαριασμό του Netflix με τίτλο "Alias Grace". "Η άλλη Γκρέις" τιτλοφορείται το μυθιστόρημα στα ελληνικά και είναι έργο της πολύ γνωστής και πολυγραφότατης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιολογότατη λογοτεχνική δημιουργία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Αλλά γι' αυτό ακριβώς, νομίζω, ασκεί τόση επίδραση στον αναγνώστη.
Διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αι. στον Καναδά. Όπως χιλιάδες άλλοι Ιρλανδοί, έτσι και η πολυμελής (9 παιδιά), πάμπτωχη οικογένεια της Γκρέις Μαρκς, η οποία ήταν τότε 13 χρονών, μεταναστεύει στον Καναδά. Η περιγραφή του ταξιδιού, οι άθλιες συνθήκες στο πλοίο, ο θάνατος της μητέρας, στοίχειωναν τη σκέψη μου για μέρες.
ο έτος: 1851. Θα γίνω είκοσι τέσσερα στα επόμενα γενέθλιά μου. Είμαι κλεισμένη εδώ απ' τα δεκάξι μου χρόνια. Είμαι υπόδειγμα κρατούμενης και δεν προκαλώ μπελάδες". Έτσι μας πρωτοσυστήνεται η Γκρέις, που τη συναντάμε να υπηρετεί στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών. Έχουν ήδη περάσει οχτώ χρόνια από την καταδίκη της σε ισόβια λόγω της συνέργειάς της στον φόνο του αφεντικού της Τόμας Κινίαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με τον αυτουργό των φόνων Τζέημς ΜακΝτέρμοντ, ο οποίος και εκτελέστηκε δημόσια δι' απαγχονισμού. Η ποινή της Γκρέις μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Εντούτοις, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην αθωότητά της και αγωνίζονται για την αποφυλάκισή της. Τα οχτώ χρόνια τα έχει περάσει μετακινούμενη σε φυλακές και φρενοκομεία, γιατί θεωρήθηκε φρενοβλαβής. Τώρα, στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών όπου μεταφέρεται καθημερινά για να υπηρετεί, τη συναντά ένας νέος γιατρός, ο Σάιμον Τζόρταν, που ερευνά τις ασθένειες του μυαλού. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές ξεδιπλώνεται με κάθε λεπτομέρεια, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όλη η δυστυχισμένη ζωή της Γκρέις. Από την Ιρλανδία και τον μέθυσο και βίαιο πατέρα ως τη θέση της ως υπηρέτριας όταν φτάνουν στον Καναδά. Πλήθος τα κοινωνικά στοιχεία που αποκαλύπτονται μέσα από τις εκτενείς, λεπτομερείς αφηγήσεις της Γκρέις. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του γιατρού, με επιστολογραφία, με αποσπάσματα δημοσιευμάτων της εποχής ή καταθέσων από τη δίκη, με ποίηση. Η ψυχιατρική επιστήμη, ο υπνωτισμός, τα όνειρα χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής. Ο Σάιμον μέσα από τις συναντήσεις με την Γκρέις και τις λεπτομερέστατες αφηγήσεις της αγωνίζεται να καταλάβει γιατί, ενώ θυμάται τα πάντα, ακόμα και πολύ απομακρυσμένα γεγονότα με τόσες  λεπτομέρειες, όταν φτάνει στους φόνους δεν θυμάται τίποτα; Είναι πραγματική η αμνησία της ή προσποιείται ότι δεν θυμάται; Και πώς μπορεί να διαπιστωθεί μια αμνησία όταν δεν υπάρχει σωματική έκφανση;
Δεν θα αποκαλύψω το τέλος του μυθιστορήματος, εκτός από το ότι η Γκρέις θα μείνει πάρα πολλά ακόμα χρόνια στη φυλακή. Είναι σίγουρα ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Βασισμένο, όπως αναφέρει η συγγραφέας στο επίμετρρο, σε πραγματικά γεγονότα, μπορεί να διαβαστεί ως κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό αλλά και αστυνομικό μυθιστόρημα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε μια αμερικάνικη εφημερίδα, "έχει τον ρυθμό ενός εμπορικού μυθιστορήματος και τη βαρύτητα ενός κλασικού".

Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2019

Η ξηρασία

Jane Harper
Η ξηρασία
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Μεταίμιο, 2019
(ebook)
(τίτλος πρωτοτύπου, The dry, 2016)

"Η ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού τις είχε κάνει [τις μύγες] πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές, αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα σκελετωμένα ζωντανά τους. Έλλειψη βροχής σήμαινε έλλειψη τροφής. Και η έλλειψη τροφής οδηγούσε σε δύσκολες αποφάσεις στη μικρή πόλη που λαμπύριζε θαμπά κάτω από τον ανελέητα φλογερό γαλάζιο ουρανό".
Ένας σύντομος πρόλογος μας εισάγει ήδη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης Αυστραλής, γεννημένης στην Αγγλία, συγγραφέως, Jane Harper. Αστυνομικό, αλλά όχι μόνο. Μια συγγραφέας που έρχεται να διεισδύσει και να ανταγωνιστεί το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνωρίζει τόσο μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια παρασύροντάς μας στους αντίποδές του. Από την παγωνιά της Lackberk και του Nesbo περνάμε στη ζέστη και τη ξεραΐλα της Αυστραλίας. "Επισήμως οι αρχές μιλούσαν για τις χειρότερες συνθήκες εδώ κι έναν αιώνα". Συνθήκες που επηρεάζουν όχι μόνο την οικονομική διαβίωση των κατοίκων της μικρής κοινότητας Κινβάρα αλλά και τον ψυχισμό τους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα έρχεται να κάνει ακόμα πιο δύσκολη και ζοφερή ένας τριπλός φόνος. Σε μια απομονωμένη αγροικία βρίσκονται νεκροί μια νέα γυναίκα, το εξάχρονο αγοράκι της, ενώ πιο πέρα στο αγρόκτημα ο σύζυγός της, ο Λιουκ, που όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος τους σκότωσε και μετά αυτοκτόνησε. Γιατί όμως άφησε να ζήσει το δεκτριών μηνών κοριτσάκι που επίσης ήταν μέσα στο σπίτι;
Αναπάντητα ερωτήματα πλανώνται στη μικρή πολιτεία, όταν για την κηδεία των τριών θυμάτων έρχεται στην Κινβάρα ο Άρον Φαλκ που είχε εγκαταλείψει βιαστικά την πόλη πριν από είκοσι χρόνια και τώρα υπηρετεί στην αστυνομία της Μελβούρνης. Ο Φαλκ με τον Λιουκ και δυο ακόμα κοπέλες, την Έλι και την Γκρέτσεν, υπήρξαν στην εφηβεία τους αχώριστοι φίλοι. Μια από εκείνες τις νεαρές, η Έλι, ειχε βρεθεί τότε νεκρή, πνιγμένη, με πέτρες στις τσέπες της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τότε τον θάνατό της, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ, παρ' όλο που, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι υποψίες και τα κουτσομπολιά δεν έπαψαν να υπάρχουν. Παρ' όλο που ο Φαλκ ήρθε μόνο για την κηδεία, εντελώς ανεπίσημα και εν μέσω της αντιπάθειας και της απόρριψης από τους κατοίκους της μικρής πόλης που δεν έπαψαν με αόριστες και αναπόδεικτες φήμες να τον εμπλέκουν  στον παλιό εκείνο θάνατο της Έλι, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον τοπικό αρχιφύλακα Ράκο, για να μπορέσουν να λύσουν το μυστήριο των τριών θανάτων. Το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν. Η μνήμη όχι μόνο του Φαλκ αλλά και των  κατοίκων της Κινβάρα ανασύρει πρόσωπα, γεγονότα, σχέσεις από τον προ εικοσαετίας θάντο της Έλι. Αργά, μεθοδικά, οι υποψίες μετακινούνται στη σκέψη του αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Η ψυχολογία των ανθρώπων επηρεάζεται, χωρίς αμφιβολία, απ' αυτή τη αποπνικτική ατμόσφαιρα ξηρασίας. Οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Σε πολλούς αναγνώστες ξέρω ότι δεν αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Όμως "Η ξηρασία" είναι κάτι πέρα από το αστυνομικό. Γι' αυτό ίσως και η τόσο μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Πολυμεταφρασμένο, ήδη μεταφερμένο στον κινηματογράφο, συνδυάζει άριστα την αστυνομική πλοκή με το ψυχολογικό θρίλες.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2019

Ασυγχώρητο λάθος

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ασυγχώρητο λάθος
Ψυχογιός, 2019
Διηγήματα, χρονογραφήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους και κυρίως μυθιστορήματα αποτελούν τη λογοτεχνική δημιουργία της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο, σε βιβλία που αγάπησαν χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλία βγαλμένα από τη ζωή, συχνά εμπλουτισμένα με προσωπικές εμπειρίες, βιβλία με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Αν κάτι ξεχωρίζει τα βιβλία της Γιόλας είναι ακριβώς αυτή η πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Στηριγμένη σε πραγματικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα μια ανίατη αρρώστια από την οποία πάσχει η ηρωίδα της ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου"), ή από ένα δυστύχημα που την αφήνει τετραπληγική ("Η ζωή είναι αγάπη"), ή από την ενδοοικογενειακή βία την οποία υφίσταται ("Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ"), ή από τη δράση της Μπόκο Χαράμ ("Ηλέκτρα, το δάκρυ της Αφρικής") κ.ά. προεκτείνει την πραγματική ιστορία, της δίνει διαστάσεις ώστε ν' αποκτά καθολικότητα, ώστε κάθε γυναίκα να μπορεί να βάλει τον εαυτό της στη θέση της ηρωίδας.
Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο της  "Ασυγχώρητο λάθος". Όπως η ίδια η συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο του βιβλίου, "Για τη γυναίκα που παραστράτησε τη δεκαετία του '30 και κατάφερε να ανέβει τα σκαλιά της υψηλής κοινωνίας, και να γίνει η πιο πολυσυζητημένη γυναίκα στον χώρο της, άκουσα στα χρόνια της εφηβείας μου να λέγονται πολλά". Είχε ξεχάσει την παλιά αυτή ιστορία, όταν με έκπληξη διάβασε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που αναφερόταν στην πολυτάραχη ζωή της. "Το διάβασα με περιέργεια, και με τη ματιά του ενήλικα διαπίστωσα πως η ιστορία της έκρυβε μια γοητεία-η πάλη που έκανε μια ολόκληρη ζωή να ξορκίσει τη μοίρα και να ζήσει το όνειρό και τις φιλοδοξίες της ήταν μοναδική". Αυτό υπήρξε το έναυσμα ώστε η Γιόλα να μας δώσει ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ακόμα ένα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Πέρα από την πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να προκαλεί το ενδιαφέρον  από το εισαγωγικό κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης να αδημονεί για τη συνέχεια. Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάμε και στο   "Ασυγχώρητο λάθος". Παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο μια καλοντυμένη, ωραία κυρία, τη Μαργαρίτα, να αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, όπου θα την περίμενε ο σύζυγός της. Όμως αντί αυτού ένας άγνωστος την περιμένει, για να τη μεταφέρει, με οδηγίες του συζύγου της, σ' ένα ξενοδοχείο. Τι συνέβη; Ποια θα είναι η συνέχεια; Θα το μάθει και θα το μάθουμε κι εμείς, όταν την άλλη μέρα οδηγείται στο γραφείο του δικηγόρου του συζύγου της. Κι ύστερα θα πάμε πίσω αρκετές δεκαετίες.
Την  τριτοπρόσωπη γραφή του πρώτου κεφαλαίου θα διαδεχτεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ίδιας της Μαργαρίτας. Τα δύο αυτά είδη γραφής θα εναλλάσσονται διαρκώς στο βιβλίο, ανάλογα με τις ανάγκες του περιεχομένου. Γεννημένη το 1934 η Μαργαρίτα σ' ένα χωριό του Παγγαίου στη Μακεδονία από μια πάμπτωχη οικογένεια, δωδεκάχρονη ακόμα θα σταλεί ως υπηρέτρια  σε μια πλούσια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. (Δεν μπορώ σ' αυτό το σημείο να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου ανάλογες περιπτώσεις πριν από αρκετές δεκετίες στη Λευκωσία, όταν έφερναν από χωριά μικρά κορίτσια ως υπηρέτριες, "κοπελούδες" τις έλεγαν, που δεν είχαν πάντα και την καλύτερη μεταχείριση). Η Μαργαρίτα θα γνωρίσει την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, ακόμα και  τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η θέλησή της όμως να ξεφύγει απ' αυτή την κατάσταση θα την οδηγήσει στην κοινωνική άνοδο και την καταξίωση.
Το ιστορικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή σκιαγραφούνται με αδρές πινελιές. Η Μαργαρίτα θα κατορθώσει να ανέβει την κοινωνική κλίμακα. Θα κάνει δυο γάμους, θα ταξιδέψει σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, την ατμόσφαιρα των οποίων ρεαλιστικά αποδίδει η συγγραφέας, θα μπορέσει να βοηθήσει άλλους με τον πλούτο που θα της αφήσουν οι γάμοι της. Το αν γνώρισε όμως μέσα στον περιπετειώδη βίο της και την ευτυχία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, παρ' όλο ότι το βιβλίο τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα.
Ακόμα ένα ωραίο μυθιστόρημα, με το  οποίο, όπως η συγγραφέας υποσχέθηκε στον πρόλογό της, "μας ταξίδεψε σε ήπιους τόνους, αντάμα με μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!"

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Πατσίνκο

Min Jin Lee
Πατσίνκο
Μετ. Βάσια Τζανάκαρη
Ίκαρος 2018
(ebook)
Είναι απ' τα βιβλία που στοιχειώνουν τη σκέψη σου και σε ακολουθούν για καιρό.  Βιβλίο που διαδραματίζεται πολύ μακριά από τον δικό μας, οικείο, δυτικό πολιτισμό, αλλά που κατορθώνει να αποκτήσει παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα. Είναι βιβλίο με κέντρο προπάντων τον άνθρωπο, έστω κι αν δρα μέσα σε διαφορετικές τοπικές, ιστορικές, πολιτιστικές συνθήκες. Τι κοινό έχουμε με την ιστορία, τη φύση, τη γλώσσα, τις συνήθειες Κορεατών και Ιαπώνων; Κι όμως η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο και ισχύουν παντού και πάντα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, δυστυχεί, υποφέρει, ελπίζει, αγαπά τον τόπο του, αγωνιά για τα παιδιά του, αισιοδοξεί ή απογοητεύεται, θρηνεί στον θάνατο πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
Με ύφος απλό, σχεδόν κουβεντιαστό, με σύντομες προτάσεις, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας ύφους ή εντυπωσιασμού, η Νοτιοκορεάτισσα-Αμερικανίδα συγγραφέας μας παρασύρει σ' αυτή τη μακρά αφήγηση, της οποίας οι 700 σελίδες δεν μας φαίνονται καθόλου πολλές. Αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1989. Βασική πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας που υπάρχει από την αρχή ως το τέλος, είναι η Σάντζα, μοναδικό επιζήσαν παιδί ενός φτωχού ζευγαριού, του Χούνι και της Γιάνγκτσιν, που ζουν σ' ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Κορέας (προτού ακόμα χωριστεί), το Γιόνγκτο. Φτωχοί αλλά εργατικοί και αγαπημένοι, αγωνίζονται όπως όλοι γύρω τους. Σύντομα ο Χούνι πεθαίνει και μόνη της η Γιάνγκτσιν μεγαλώνει τη Σάντζα, νοικιάζοντας τα φτωχικά της δωμάτια σε ψαράδες. Τα χρόνια περνούν, με τη Σάντζα να δουλεύει από πολύ μικρή πλάι στη μάνα της. Δεκαεξάχρονη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν πλούσιο έμπορο ψαριών, τον Κο Χάνσου, ο οποίος της αποκρύπτει ότι είναι ήδη παντρεμένος στην Ιαπωνία. Όταν εκέινη μένει έγκυος, της προτείνει να τη βοηθήσει, να τη συντηρεί, ουσιαστικά να γίνει ερωμένη του, πράγμα που η Σάντζα απορρίπτει. Θα την παντρευτεί όμως ένας φιλάσθενος ιερέας, ο Ίσακ, που έτυχε να μείνει στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους και μαζί θα μεταναστεύσουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας, της οποίας τότε η Κορέα ήταν αποικία, όπου ζει ο παντρεμένος αδελφός του Ίσακ. Το παιδί που γεννιέται, ο Νόα (Νώε) αποδεικνύεται ένα πανέξυπνο, ταλαντούχο παιδί, που όνειρό του είναι να μπορέσει να σπουδάσει, να πάει στο πανεπιστήμο παρ' όλη τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στην οποία ζουν. Το φαγητό με δυσκολία εξασφαλίζεται, το να φάνε "άσπρο ρύζι" ήταν μια σπάνια πολυτέλεια, στη θέση του κρέατος αγοράζουν και βράζουν κόκαλα.
Καθώς τα χρόνια περνούν καινούρια πρόσωπα περιβάλλουν τα αρχικά. Καινούριες γενιές, γεννήσεις και θάνατοι, παιδιά κι εγγόνια, δεσμοί δημιουργούνται ή διαλύονται. Μέσα από την ιστορία των προσώπων παρακολουθούμε τις ιστορικές συνθήκες που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν. Οι Κορεάτες στην Ιαπωνία, όπου καταφεύγουν ως μετανάστες αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ζουν σε ένα είδος γκέτο, περιφρονούνται, περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμα και το όνομά τους. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ιθαγένεια. Ακόμα και οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, έστω κι αν έχουν γεννηθεί στην Ιαπωνία, έστω κι αν μιλούν τέλεια τα Ιαπωνικά, αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους στην Ιαπωνία.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουν οι γυνακείοι χαρακτήρες, προπάντων η Σάντζα που επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας. Έχει αποκτήσει κι ένα δεύτερο παιδί με τον γάμο της κι εκτός από τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού, επινοεί τρόπους να ενισχύσει το φτωχό εισόδημα της οικογένειας. Ωραίος τύπος είναι και η άτεκνη συνυφάδα της, η Κιάουνκιν, με την οποία συγκατοικούν και  πάντα αγαπημένες αντιμετωπίζουν μαζί  όλες τις αντιξοότητες. Αλλά και η μητέρα, η Γιάνγκτζιν, που κάποια στιγμή έρχεται κι αυτή στην Ιαπωνία, δεν είναι κατώτερη. Είναι πολύ χαρκτηριστική η σκηνή κατά την οποία ηλικιωμένη πια, είναι άρρωστη και  ετοιμοθάνατη: "Το απρόσμενο δώρο αυτής της ασθένειας ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, ίσως από τη στιγμή που περπάτησε και ήταν σε θέση να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, η Γιάνγκτζιν δεν ένιωθε την επιθυμία να μοχθήσει. Πλέον δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να πλύνει πιάτα, να σκουπίσει πατώματα, να ράψει ρούχα, να τρίψει τουαλέτες, να φροντίσει παιδιά, να φτιάξει φαγητό για να πουλήσει ή να κάνει ό,τι άλλο έπρεπε να γίνει. Δουλειά της ήταν να ξεκουραστεί πριν πεθάνει". Και η Σάντζα κάποια στιγμή θα πει: "Η μοίρα μιας γυναίκας είναι να υποφέρει".
Ασφαλώς δεν λείπουν και οι ανδρικοί χαρακτήρες, ίσως μάλιστα είναι περισσότεροι και με  πιο καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Καλοί και κακοί, τίμιοι και μαφιόζοι, εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που συναντάμε σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Το βιβλίο αποπνέει αγάπη για την πατρώα γη, την Κορέα, στην οποία όμως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν μετά τον χωρισμό της. Θυμήθηκα το ποντιακό τραγούδι του Καζαντζίδη: "Στα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος". Το δράμα του μετανάστη εκφρασμένο και σ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "Πατσίνκο"; Είναι το όνομα ενός ιαπωνικού  παιγνιδιού που μοιάζει με  το φλίπερ, αλλά που παίζεται με λεφτά. Περίπου το 80% των μαγαζιών Παντσίνκο που υπήρχαν στην Ιαπωνία ανήκαν σε Κορεάτες, αλλά συνήθως ελέγχονταν από την Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία. Δυο από τα μέλη της οικογένειας της Σάντζα θα πλουτίσουν απ' αυτά τα μαγαζιά. Ο Νόα θα μπορέσι να μπει στο πανεπιστήμιο, μεγάλο επίτευγμα για Κορεάτη. Ένας εγγονός θα μπορέσει να σπουδάσει ακόμα και στην Αμερική. Όμως η ζωή παραμένει δύσκολη, απρόβλεπτη, συχνά οι ήρωες συντρίβονται από μια αδυσώπητη μοίρα.
Βιβλίο με ιστορικές αναφορές, χωρίς να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα που πολύ έχει μελετήσει και αγαπήσει την εθνική της καταγωγή, προπάντων που έχει πολύ αγαπήσει τον Άνθρωπο.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2019

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά

Κώστας Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο, 2018
Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει: Μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, το επόμενο ανάγνωσμα αδικείται. Ενώ από μόνο του ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολύ καλό, όταν έρθει μετά από ένα εξαιρετικό, μειώνεται. Το ξέρω. Κάθε βιβλίο πρέπει να κρινεται από μόνο του, αλλά άθελά μας η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το διαπιστώνω ακόμα μια φορά όταν, μετά το "Πατρίδα" του Αραμπούρου, διάβασα το "Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" του Κατσουλάρη. Ένας φιλόλογος, εκπαιδευτικός που αγαπάει ιδιαίτερα τον Όμηρο κι ένας προικισμένος μαθητής με παρόμοια αγάπη, ήταν αδύνατο να μην ελκύσουν την προσοχή μου και να μην αναζητήσω το βιβλίο. Το οποίο δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα. 
Το όλο μυθιστόρημα, από τον τίτλο, που είναι ομηρικός στίχος, ως τη διαίρεση των κεφαλαίων, την αναφορά αποσπασμάτων, τη σύγκριση μεταφράσεων ή τα ονόματα που δίνονται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, κινούνται γύρω από το μεγάλο ηρωικό έπος. Ο νεαρός μαθητής Νάσος Γκέτσος, αλβανικής καταγωγής, ενώ στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις διακρίνεται για την επίδοσή του, ξαφνικά εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τι έχει απογίνει. Ο φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός που τον είχε μαθητή στη Β' Γυμνασίου, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του με emails, πάντα γύρω από τον Όμηρο και τις μεταφράσεις του κι όταν ο Νάσος έπαψε να είναι μαθητής του. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση παρερμηνεύεται, ο καθηγητής παραπέμπεται σε  Πειθαρχικό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία. Παράλληλα αρχίζει να αναζητεί τον εξαφανισμένο, χαρισματικό μαθητή του. Τριγυρίζει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, στον Κολωνό κυρίως, συναντά τις αντιμαχόμενες ομάδες, τους χρυσαυγίτες και τους αντιφάδες (αντιφασίστες), βλέπει το αίμα που άδικα χύνεται. Έχει άραγε ο Νάσος καταλήξει σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες;
Ο συγγραφέας μας δίνει με πειστικότητα μια εικόνα της Αθήνας του 2013. Η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, ο ρατσισμός, το bullying, η φανατισμένη νεολαία, τα κύματα των προσφύγων που κατακλύζουν ιδιαίτερα τα απέναντι της Τροίας νησιά, ο υποδόριος παραλληλισμός του Τρωικού με τον τωρινό "πόλεμο" (δεν βρίσκω άλλη σχέση μεταξύ της εμμονικής αναφοράς στο ιλιαδικό έπος και στη σύγχρονη Αθήνα) διαποτίζουν το μυθιστόρημα. Ένα έργο που μοιάζει να  είναι ρεαλιστική καταγραφή γεγονότων παρά μυθοπλασία. Την άποψη αυτή ενισχύουν και αυτούσια αποσπάσματα από εφημερίδες ή διαδικτυακές αναφορές, καθώς και τα πραγματικά ονόματα νέων που θυσιάστηκαν σ' ένα παράλογο φανατισμό και μίσος.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2019

Πατρίδα

Φερνάντο Αραμπούρου
Πατρίδα
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Πατάκης, 2017
Όταν είδα τον όγκο των 714 σελίδων το φοβήθηκα. Όταν άρχισα να το διαβάζω και προπάντων όταν προχώρησα στο διάβασμα, άρχισα να λυπάμαι γιατί κάποια στιγμή αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα θα έφτανε στο τέλος του. Καιρό είχα να διαβάσω (συχνά παραπονιέμαι γι' αυτό) ένα αξιόλογο έργο σύγχρονης λογοτεχνίας. Και όμως να που υπάρχουν ακόμη τέτοια έργα, για να μας  θυμίζουν τη δύναμη που έχει και την απόλαυση που μας χαρίζει η υψηλού επιπέδου λογοτεχνία.
Ο Ισπανός Φερνάντο Αραμπούρου μας εισάγει σ' έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο. Έναν κόσμο που οι περισσότεροι τουλάχιστον από μας γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις τρομοκρατικές ενέργειες της εθνικιστικής, αυτονομιστικής οργάνωσης των Βάσκων, την ΕΤΑ, που ανακοίνωσε κατάπαυση της δράσης της το 2011.
Μ' αυτή την είδηση και ταυτόχρονα με την πληροφορία ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ο Τσάτο, είναι ήδη νεκρός αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο. Κι όμως θα φτάσουμε στη σελίδα 470 για να μάθουμε λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα ζωής και τον τρόπο εκτέλεσης του Τσάτο. Ο Αραμπούρου χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, πρωτότυπη και συνάμα σαγηνευτική τεχνική. Στα 124 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου σαν να κάνει διαρκώς κύκλους. Τα εννιά βασικά πρόσωπα του έργου έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο, σαν ηθοποιοί που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή.
Δυο φιλικές, σχεδόν αδελφικές οικογένειες απαρτίζουν τα εννιά αυτά πρόσωπα. Η μια οικογένεια αποτελείται από τον πατέρα, τον Τσάτο, αρκετά ευκατάστατο, ιδιοκτήτη μιας μεταφορικής εταιρείας, τη μάνα Μπιττόρι, μια ωραία φυσιογνωμία, στοργική μητέρα, που σ' όλο το βιβλίο τη φανταζόμαστε καθισμένη στον τάφο του άντρα της να του αφηγείται ό,τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα απεγνωσμένα ζητά μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άντρα της. Δυο παιδιά συμπληρώνουν την πρώτη οικογένεια, ο Σαμπίερ, που γίνεται γιατρός και η Νερέα που σπούδασε νομικά.
Η δεύτερη οικογένεια είναι πενταμελής. Ο πατέρας Χοσίαν, στενός φίλος με τον δολοφονημένο,  σύντροφος στην αγαπημένη τους ποδηλασία, η μάνα Μίρεν, φανατική αυτονομίστρια και τρία παιδιά: Η Αράντσα, που ένα εγκεφαλικό την αφήνει παράλυτη με μόνο τρόπο επικοινωνίας τη γραφή με το μικρό δάχτυλο στο i-pad, ο Γκόρκα με την αγάπη του για το διάβασμα, που θα βρει τον δρόμο του στο γράψιμο και ο Χόσε Μάρι, ο νεαρός ο ενταγμένος στην ΕΤΑ, ο φανατικός πατριώτης, έτοιμος να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της Βασκικής πατρίδας.
Οι φιλικές σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπτονται όταν μπαίνει ανάμεσά τους η διαφορά αντιμετώπισης της αυτονομιστικής δράσης. Η υποψία ότι μπορεί ο νεαρός Χόσε Μάρι που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και το χωριό, που εκπαιδεύτηκε στις ένοπλες ομάδες της ΕΤΑ, μπορεί να έχει σχέση με τη δολοφονία του Τσάτο, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις. Σε ολόκληρο το βιβλίο η Μπεττόρι αγωνίζεται να επιτύχει μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άνδρα της. Θα το επιτύχει στο τέλος; "Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται παρισσότερη παλικαριά παρά για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, παρά να ενεργοποιήσεις μια βόμβα".
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Παρακολουθούμε τις καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές των προσώπων του έργου, τους έρωτες, τους γάμους, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τα όνειρα και τον τρόπο ζωής τους. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι, παιδιά, η αστυνομική βία (εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτήν της τρομοκρατίας), η περιγραφή του βασκικού περιβάλλοντος, η βροχή που θαρρείς πέφτει αδιάκοπα, αναπαριστούν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ενδιαφέρουσα τεχνική του συγγραφέα δεν εξαντλείται  στην κατάτμηση των 124 κεφαλαίων και στην κυκλική επανεμφάνιση των προσώπων. Ενώ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, ξαφνικά παρεμβάλλεται ένα πρωτοπρόσωπο ρήμα ή αντωνυμία, σαν να υποβάλλει ότι η αφήγηση δεν ανήκει στον αφηγητή αλλά στο πρόσωπο που αναφέρεται. Και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συχνά μια λέξη, ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαφορετικές εκδοχές. Π.χ. "κατ' επιθυμία/ικεσία/απαίτηση" ή "ανησύχησε/αγανάκτησε" ή "παρηγηρητικός/τρυφερός, στοργικός/ευγενικός" κ.λπ. λες και διστάζει ο συγγραφέας, δεν είναι βέβαιος τι ισχύει ή πάλι σαν να θέλει να πει ότι ισχύουν όλα ταυτόχρονα.
Συμπερασματικά. Και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, ένα εξαιρετικό βιβλίο.