Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2020

Η Πανούκλα


Αλμπέρ Καμύ
Η Πανούκλα
ΠΑΠΥΡΟΣ-ΒΙΠΕΡ, 1975
Μετ. Νάτα Κυριακοπούλου
Τούτες τις μέρες του εγκλεισμού, τώρα που η πανδημία μας περιορίζει στο σπίτι, η σκέψη μετεωρίζεται, αναπολεί, συγκρίνει. Δεν ξέρω αν αποτελεί μικρή παρηγοριά το να θυμηθούμε παρόμοιες καταστάσεις που βίωσε η ανθρωπότητα και μάλιστα κάτω από πολύ χειρότερες συνθήκες. Καταστάσεις που η δύναμη της λογοτεχνίας αποτύπωσε με τρόπο μοναδικό.
Στη σκέψη έρχεται πρώτα ο μεγάλος λοιμός του 5ου π.Χ. αιώνα, έτσι όπως γλαφυρότατα και λεπτομερέστατα τον περιγράφει στο Β΄ βιβλίο των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης. Έχοντας προσβληθεί και ο ίδιος, όπως ομολογεί, ξέρει ακριβώς τα συμπτώματα, το πώς εκδηλώνεται η αρρώστια, τις συνέπειές της. (Πυρετός, αιμορραγία από τα μάτια, εμετός, εξανθήματα, διάρροια, θάνατος). Αναφέρει το πώς η αρρώστια επηρέασε τους ανθρώπους όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά, κοινωνικά, ηθικά. Κυκλοφορούν φήμες ότι η αρρώστια ήρθε από την Αιθιοπία, ή ότι οι Σπαρτιάτες δηλητηρίασαν τα πηγάδια, θυμούνται προφητείες παλαιοτέρων (τι ομοιότητα με σήμερα! Προφητείες, συνωμοσίες κ.λπ.)
Η σκέψη μεταπηδά στον 19ο αι., στην ενδιαφέρουσα νουβέλα του Παπαδιαμάντη "Βαρδιάνος στα σπόρκα". Κι εκεί ένας λοιμός, μια χολέρα, περιορίζει σε καραντίνα τους χολεριασμένους. "Η γριά Σκεύω έμαθε την νέαν είδησιν, ότι ο υιός της έμελλε όταν έλθει (...) να διατρίψει είκοσιν μία ημέρας εις την Τσουγκριάν και άλλας ένδεκα εις τα Λαζαρέτα, σωστάς τριανταδύο ημέρας καραντίνα".
Για να φτάσουμε στο κλασικό αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ, "Η Πανούκλα". Το ξαναδιαβάζω σε μια παλιά έκδοση ΒΙΠΕΡ του 1975 και μένω "ενεή" με τις απίστευτες ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση του κορονοϊού.
Ο Καμύ τοποθετεί το έργο του στη δεκαετία του 1940, στην πόλη Οράν της Αλγερίας. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ενώ βγαίνει μια μέρα από το σπίτι του, σκοντάφτει πάνω σ' έν νεκρό ποντίκι. Το ένα θα γίνουν σε λίγο τρία, τα τρία χιλιάδες. Τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα μιας αρρώστιας που αναγνωρίζεται ως βουβωνική πανώλη εμφανίζονται. Οι νεκροί πληθαίνουν, χιλιάδες. Συμπτώματα: Πυρετός, λήθαργος, κόκκινα μάτια, σκασμένα χείλη, πρησμένοι βουβώνες, παραλήρημα, θάνατος. Οι αρχές κλείνουν τις πύλες εξόδου της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει. Οι συγγενείς των προσβεβλημένων απομονώνονται σ' ένα γήπεδο που γίνεται καταυλισμός-καραντίνα.
Μα οι ομοιότητες με το σήμερα δεν σταματούν εδώ. Η θρησκεία έρχεται να διαδραματίσει τον ρόλο της, οι εκκλησιαστικές αρχές της πόλη οργανώνουν "εβδομάδα ομαδικών προσευχών" κι ο ιερέας Πανελού φωνάζει στο κήρυγμά του: "Αδελφοί μου σας βρήκε δυστυχία. Αδελφοί μου, το αξίζατε". Και οι προφητείες, όπως στην εποχή του Θουκυδίδη ή όπως και σήμερα, διαδίδονταν ευρέως. "Μερικές από αυτές τις προφητείες δημοσιεύτηκαν μάλιστα σαν αναγνώσματα συνεχείας στις εφημερίδες και διαβάζονταν με την ίδια απληστία όπως και οι αισθηματικές ιστορίες που μπορούσε να βρει κανείς στον καιρό της υγείας".
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το κακό ο Καμύ μας προβάλλει κάποιους τύπους-υποδείγματα. Είναι ο  Ταρρού που οργανώνει εθελοντικές ομάδες, ο δημοσιογράφος Ραμπέρ που απεγνωσμένα, δωροδοκώντας τους φρουρούς, θέλει να φύγει από την πόλη, αλλά τελικά μπαίνει κι αυτός στον αγώνα εναντίον της αρρώστιας, είναι ο κατώτερος υπάλληλος του δήμου που καταγράφει τις στατιστικές, αλλά που θα προσβληθεί και θα πεθάνει και τέλος ο υπέροχος γιατρός Ριέ που, παραβλέποντας την κούραση, την αγρύπνια, τον κίνδυνο που διατρέχει, αφοσιώνεται στην περίθαλψη των αρρώστων.
Ο ήρωάς του Καμύ, ο γιατρός Ριέ,  ενσαρκώνει για μια ακόμη φορά "το παράλογο", το οποίο τόσο απασχόλησε τον Καμύ στα έργα του. Το παράλογο, η αντίφαση ανάμεσα στη θνητότητα , τον πόλεμο, την αρρώστια, την πείνα και τη δημιουργία, τον έρωτα, τη φιλία, την ελπίδα. Ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε ότι θα πεθάνουμε κι όμως ζούμε δημιουργώντας, ελπίζοντας...τι; Ο μύθος του Σισύφου πολύ απασχόλησε τον Καμύ. 
Ο Ριέ δεν πιστεύει στον Θεό. Όταν κάποια στιγμή ο Ταρρού τον ρωτάει: "Γιατί δείχνετε τόση αφοσίωση αφού δεν πιστεύετε στον Θεό;" του απαντά πως αν πίστευε σ' έναν παντοδύναμο Θεό θα σταματούσε να θεραπεύει τους ανθρώπους αφήνοντας σ' εκείνον τη φροντίδα αυτή!
Κάποτε η επιδημία, ξαφνικά όπως ήρθε, το ίδιο ξαφνικά τελειώνει. Ο κόσμος ξεχύνεται πασιχαρής έξω. "Ακούγοντας τις κραυγές της χαράς που ανέβαιναν από την πόλη, ο Ριέ αναλογιζόταν πως η χαρά αυτή δεν θα ήταν σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος και που μπορεί κανείς να το διαβάσει στα βιβλία, δηλαδή πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και στα ρούχα, πως περιμένει υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντήλια και στα χαρτιά και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που, για τη δυστυχία και τη γνώση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πόλη".

Είναι άραγε τα ποντίκια του Καμύ ο σημερινός ιός; Ποιος ξέρει...

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2020

Όσα παίρνει ο άνεμος

Margaret Mitchell
Όσα παίρνει ο άνεμος
Μετ. Γιάννης Λάμψας
"Οι φίλοι του βιβλίου", 1948
Το βρήκα σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Ίσως μια από τις πρώτες εκδόσεις του περίφημου, μοναδικού, ανεπανάληπτου μυθιστορήματος. Διερωτώμαι ποιος μπόρεσε να αποχωριστεί ένα τέτοιο θησαυρό! Η πρώτη μου κίνηση ήταν να γυρίσω στην τελευταία (1095η) σελίδα, για να διαβάσω την ιστορική φράση με την οποία κλείνει το μυθιστόρημα: "Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα". Κρίμα. Αν και μεταφραστής της παλιάς αυτής έκδοσης είναι ο εξαιρετικός Γιάννης Λάμψας (1921-2002), την είχε αποδώσει ως "Στο κάτω-κάτω κι αύριο μέρα είναι". Η ελαφρά απογοήτευση δεν με εμπόδισε να αποκτήσω τον πολύτιμο, συλλεκτικό ίσως, τόμο.
Πέρασα μαζί του απίθανες ώρες απολαυστικού διαβάσματος. Πλάι στη τζαμόπορτα, αντικρίζοντας την ανθισμένη φύση, με ηχητική υπόκρουση την ανοιξιάτικη βροχή (κι είχαμε πολλές τέτοιες βροχές φέτος) έζησα ώρες και μέρες πολλές με την καταπληκτική Σκάρλετ Ο' Χάρα, τον γοητευτικό, πολύπλευρο χαρακτήρα του Ρεττ Μπάτλερ, την ήρεμη δύναμη της Μελανίας, τον ονειροπόλο Άσλεϋ, το πλήθος τόσων άλλων προσώπων που πλημμυρίζουν το βιβλίο. Είχα ξεφύγει  από το θλιβερό περιβάλλον των ημερών, ο επικίνδυνος κορωνοϊός δεν με άγγιζε, ο εγκλεισμός στο σπίτι ήταν απόλαυση, όχι μελαγχολία.
Δεν ωφελεί, άλλωστε είναι δυσκολότατο έργο, να αποδώσω το περιεχόμενο του βιβλίου. Όλοι εμείς οι παλαιότεροι το ξέρουμε, αν όχι από το βιβλίο, τουλάχιστον από την εξαιρετική ταινία του 1939 με τα 8 Όσκαρ, μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου. Όμως το διάβασμα του βιβλίου είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Οι λεπτομερείς,
ολοζώντανες εικόνες της Margaret Mitchell μας μεταφέρουν από την πλούσια, ξένοιαστη, ευτυχισμένη ζωή του Νότου πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865) στον πόλεμο και στη φρίκη που τον συνοδεύει, πάντα βέβαια βλέποντάς τον από τη σκοπιά των Νοτίων. Οι ζωντανοί διάλογοι, η δύναμη της περιγραφής σκηνών που καρφώνονται στη μνήμη του αναγνώστη, άλλοτε ένας χορός, άλλοτε μια πόλη που φλέγεται, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτεχνικό έργο. Και πάνω απ' όλα βέβαια, με τη ζωή τους να συμβαδίζει και να επηρεάζεται από τις ιστορικές στιγμές της πατρίδας τους, οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές: Η Σκάρλετ και ο Ρεττ. Δυο πρόσωπα που τα συνδέει έλξη και απώθηση. Δυο όμοιοι χαρακτήρες που θα συναντηθούν στις πρώτες κιόλας σελίδες, αλλά θα ενώσουν τις ζωές τους, μετά από πλήθος περιπέτειες, μόνο κάπου στην 800η σελίδα.
Το δουλεμπόριο, το πώς έβλεπαν οι Νότιοι τους μαύρους και πώς οι Βόρειοι, το πως οι μαύροι βιώνουν την απελευθέρωσή τους, προβάλλει όχι ως θεωρία αλλά έμπρακτα, μέσα από τις σχέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων. 
Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορική γνώση με το ρομάντζο, τις μεγάλες πολυπληθείς σκηνές με τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων του, ένα βιβλίο που μπορεί να χαρίσει πάμπολλες ώρες βιβλιοφιλικής απόλαυσης.

Σημ.1. Η Margaret Mitchell (1900-1949) πέθανε πολύ νέα μετά από ένα ατύχημα.
2. Κυκλοφορούν πολλές ελληνικές εκδόσεις.Μερικές απεικονίζονται στα εξώφυλλα που ανάρτησα.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2020

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Λέων Τολστόη
Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς
Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989
Μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος
Άνοιξη και πάλι. Όργιο χρωμάτων, ήχων, αρωμάτων. Οι αμυγδαλιές ολάνθιστες πανηγυρίζουν, κίτρινες μαργαρίτες, κόκκινες παπαρούνες, τιτιβίσματα, χαρούμενα πετάγματα ξετρελαμένων πουλιών. Μέσα σ' αυτή την πανέμορφη φύση που με κάθε τρόπο και μέσο υμνεί τη ζωή, τι γυρεύει μια νουβέλα που πραγματεύεται τον θάνατο; Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίθεση, η αναγέννηση, η φύση που κάθε χρόνο πεθαίνει και πάλι ανασταίνεται, φέρνει στη σκέψη την αδυναμία του ανθρώπου για τον οποίο ο θάνατος σημαίνει το τέρμα, το οριστικό τέλος και μια μελαγχολία άθελα μας κυριεύει.
Αυτή η μελαγχολία οδήγησε τη σκέψη και την αναγνωστική μου διάθεση στην περίφημη νουβέλα του Τολστόη "Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς". Επανειλημμένες εκδόσεις από το 1886 που πρωτοκυκλοφόρησε, μέχρι σήμερα, μεταφορά στο θέατρο, κριτικές και μνημόνευσή της από πολλούς μελετητές, αποδεικνύει τη σημασία και τη διαχρονικότητά της. Την έχω σε μια αρκετά παλιά έκδοση (1989) που περιλαμβάνει άλλες τέσερις νουβέλες του Τολστόη: Πάτερ Σέργιος- Πολικούσκα-Ο διάβολος-Οικογενειακή ευτυχία. Τη ξαναδιαβάζω. Θαυμάζω όχι μόνο τον μεγάλο λογοτέχνη αλλά και τον αξεπέραστο γνώστη της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Αρχίζει με την είδηση του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς, όπως την πληροφορούνται στο δικαστικό μέγαρο τρεις δικαστικοί συνάδελφοί του. Οι σκέψεις τους; "Πέρα από τις μεταθέσεις, τις πιθανές προαγωγές και τις άλλες αλλαγές που μπορούσε να προκαλέσει στην υπηρεσία ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός φίλου προκάλεσε σ' όλους αυτούς που το έμαθαν, όπως συμβαίνει συχνά, κι ένα αίσθημα χαράς-πέθανε αυτός κι όχι εγώ. "Τι τυχερός που δεν είμαι εγώ στη θέση του", είπε μέσα του ή ένιωσε ο καθένας."
Με δυσφορία οι φίλοι του σκέφτονται πως πρέπει να εκτελέσουν θλιβερά καθήκοντα, να επισκεφθούν το σπίτι του νεκρού. Χαρακτηριστική η αντίδραση ενός απ' αυτούς καθώς φεύγει από την επίσκεψη: "Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς ανάπνεε τώρα ευχάριστα τον καθαρό αέρα ύστερα από το λιβάνι, την πτωμαΐνη, το φαινικό.
-Για πού πάμε, ρώτησε ο αμαξάς.
-Δεν είναι αργά. θα πάω στου Φιόντορ Βασίλιεβιτς.
Και πήγε. Τους βρήκε στο τέλος της πρώτης παρτίδας κι ευχαριστήθηκε που θα 'παιζε πέμπτος".
Στη συνέχεια ο συγγραφέας, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής (για να χρησιμοποιήσω έναν νεοφανή λογοτεχνικό όρο που, μαζί με άλλους ανάλογους, ταλαιπωρούν τους σημερινούς μαθητές χωρίς κατ' ανάγκη να τους κάνουν ν'αγαπήσουν περισσότερο τη λογοτεχνία), δηλαδή ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, μας παρουσιάζει την πορεία ζωής του Ιβάν Ιλίτς. Πώς δηλαδή κατόρθωσε με κατάλληλες ενέργειες να ανέλθει επαγγελματικά (ανώτερος δικαστικός), οικονομικά, κοινωνικά, να δημιουργήσει μια "αξιοπρεπή" οικογένεια. Και ξαφνικά, ύστερα από ένα χτύπημα στο πλευρό καθώς στερέωνε μια κουρτίνα, άρχισε να μη νιώθει καλά. "Παραπονιόταν πότε-πότε για μια παράξενη γεύση στο στόμα του και για κάτι που τον ενοχλούσε στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς του". Η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής, η καταφυγή σε δεύτερη και τρίτη γνωμάτευση σε τίποτε δεν ωφελεί. Η κατάστασή του ολοένα χειροτερεύει. Αναλογίζεται την περασμένη του ζωή. Φέρνει στη σκέψη του τις πιο ευχάριστες στιγμές του. "Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;" αναρωτιέται. Απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο και μένει απορώντας για τη σχέση ζωής-θανάτου. "Άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερά μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του θεού, για την απουσία του θεού".
Οι γύρω, η σύζυγος, η κόρη, ο γιος του συνεχίζουν τη ζωή τους. Σκέφτεται πως τους είναι ενόχληση κι ίσως εύχονται σύντομα να τους απαλλάξει από την παρουσία του. Μονάχα ένας νεαρός μουζίκος, ο Γεράσιμος, του παραστέκεται με γνήσιο ενδιαφέρον και τον βοηθά ακόμα και στις ταπεινωτικές φυσικές του ανάγκες.
Το τέλος αναπόφευκτα φτάνει. Ένα τόσο σύντομο έργο (μόλις 71 μικρού μεγέθους σελίδες) κι όμως τόσα βαθιά νοήματα, τόσες λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, τόση φιλοσοφική σκέψη αντλημένη από την ίδια τη ζωή. Πολλοί το θεωρούν ισοδύναμο με τα μεγάλα έργα του Τολστόη, την Άννα Καρένινα, το Πόλεμος και ειρήνη, την Ανάσταση και δεν έχουν άδικο νομίζω.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 20, 2020

Είμαι όσα έχω ξεχάσει

Ηλίας Μαγκλίνης
Είμαι όσα έχω ξεχάσει
Μεταίχμιο, 2019
Ήταν άραγε μια τυχαία αναγνωστική σύμπτωση ή μήπως μια σύγχρονη τάση συγγραφής που με οδήγησε στο διάβασμα δυο όμοιων βιβλίων; Όμοιων όχι ως προς το περιεχόμενο αλλά ως προς το κίνητρο των συγγραφέων τους να θυμηθούν, να αναζητήσουν την ιστορία της χώρας τους μέσα από την αληθινή ιστορία της οικογένειάς τους και με επιβεβαίωση αδιάψευστα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Ο ένας Γερμανός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, ο άλλος Έλληνας. Στην αναγνωστική μου πορεία μετά το "Ψηλά τις καρδιές"  ακολούθησε, εντελώς τυχαία, το "Είμαι όσα έχω ξεχάσει".
"Μονάχα θραύσματα θυμόμαστε είτε από έναν εμφύλιο πόλεμο είτε από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα. Νησιά μνήμης η ζωή μας".  Αυτά τα θραύσματα προσπαθεί να σώσει ο Μαγκλίνης, είτε πρόκειται για θραύσματα της δικής του μνήμης είτε της μνήμης μελών της οικογένειάς του. Προπάντων μιας ηλικιωμένης θείας που μπορεί να οδηγήσει τα βήματα των αναμνήσεων και σε γεγονότα που συνέβησαν πριν ο ίδιος γεννηθεί, και ειδικά στο γεγονός που σημάδεψε για πάντα την οικογένεια. Στις 24 Ιανουαρίου 1944, σ' ένα δρόμο του Αγρινίου, ο παππούς του συγγραφέα Νίκος Μαγκλίνης πέφτει νεκρός από μια σφαίρα της ΟΠΛΑ, πριν ακόμα αρχίσει ο καθαυτό εμφύλιος. Τον φέρνουν στο σπίτι νεκρό πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, σκηνή που επαναλαμβάνεται στο βιβλίο, μέσα στην αναζήτηση των γεγονότων και του κλίματος της εποχής.
Ο συγγραφέας αναζητεί, ψάχνει. Επιστρέφει μετά από χρόνια στο Αγρίνιο, αναζητεί το σκοτεινό δρόμο όπου ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο παππούς του έπεφτε νεκρός. Γυρεύει το σπίτι όπου έζησε ο πατέρας του, ψάχνει σε αρχεία, εφημερίδες, στις αναμνήσεις όσων έζησαν τα γεγονότα, σε παλιές φωτογραφίες. Ανασυνθέτει τη ζωή μιας οικογένειας και ταυτόχρονα γεγονότα της Ιστορίας του 20ου αι. Μικρασιατική Εκστρατεία, Γερμανοί, Κατοχή, βασανιστήρια, εκτελέσεις, Εμφύλιος. Χωρίς χρονολογική σειρά αλλά έτσι όπως τα ιστορικά γεγονότα αγγίζουν την οικογένειά του, ο συγγραφέας μας θυμίζει "οικεία κακά".
Τι είναι ένας θάνατος μέσα στο σφαγείο των εκατομμυρίων; Μια αμελητέα ανθυπολεπτομέρεια. Αλλά γι' αυτούς που υπέστησαν τις συνέπειες αυτός είναι όλος ο κόσμος τους, αυτό καθόρισε και στοιχειώνει τη ζωή τους γενιές μετά.
Την αφήγηση διακόπτουν πρωτοπρόσωπες ποιητικές εκφορές σκέψεων, συναισθημάτων και βιωμάτων του συγγραφέα. Κλείνεις το βιβλίο κι αναλογίζεσαι τη δική σου ζωή, τα δικά σου "νησιά μνήμης". "Και αν τελικά η μνήμη δεν είναι άλλο παρά διάσπαρτα νησιά μέσα σε μιαν απέραντη θάλασσα μνήμης; Με άλλα λόγια, μήπως είμαστε όσα έχουμε ξεχάσει;"

Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2020

Ψηλά τις καρδιές

Μαξίμ Λέο
Ψηλά τις καρδιές
(Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία)
Μετ. Γιώτα Λαγουδάκου
Δώμα, 2019


Όσοι είμαστε κάποιας ηλικίας, όσοι ζήσαμε το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, όσοι έχουμε έστω και μια απόμακρη εικόνα των ιστορικών του γεγονότων, όλοι εμείς γνωρίζουμε το μοίρασμα της Γερμανίας σε δυο κράτη, Ανατολική και Δυτική Γερμανία (1949), βιώσαμε και την επανένωσή της (1989). Τα ζήσαμε όμως όλα αυτά κάπως απόμακρα, σαν κάτι που συνέβαινε σ' έναν άλλο κόσμο που δεν μας αφορούσε. Κι έτσι ήταν. Πώς τα έζησαν όμως οι ίδιοι οι Γερμανοί; Πώς τα έζησε προπάντων μια νεότερη γενιά Γερμανών που γεννήθηκε μέσα στην ΛΔΓ (Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας), που δεν γνώρισε τη Γερμανία πριν αυτή χωριστεί, που μεγάλωσε με την ιδέα "από κεί οι κακοί απ' εδώ οι καλοί";
Ο συγγραφέας, Μαξίμ Λέο, γεννημένος το 1970, προσπαθεί να καταλάβει. Προσπαθεί μέσα από την ιστορία της δικής του οικογένειας: "Πήγα σε αρχεία, έψαξα σε ντουλάπια και κιβώτια, βρήκα παλιές φωτογραφίες κι επιστολές, ένα ημερολόγιο προ πολλού ξεχασμένο, φακέλους κρυφούς. Έκανα ερωτήσεις στην οικογένειά μου, ρωτούσα τον ένα μετά τον άλλο, επί μέρες κι εβδομάδες". Ουσιαστικά το βιβλίο είναι μια πραγματική ιστορία, η ιστορία της οικογένειας του συγγραφέα, που αντιπροσωπεύει χιλιάδες γερμανικές οικογένειες. Ξεκινά από τους δυο του παππούδες, τον Γκέρχαρτ από την πλευρά της μητέρας του και τον Βέρνερ από την πλευρά του πατέρα του κι απλώνεται στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις αρχές του 21ου αι. Είναι η ιστορία ενός τόπου κι ενός λαού όχι όπως την εκθέτουν τα επίσημα βιβλία της Ιστορίας, αλλά μέσα από την καθημερινότητα απλών ανθρώπων. Που άλλοι απ' αυτούς πίστεψαν σ' αυτό το κράτος και με δάκρυα στα μάτια είδαν να χάνεται ένα όνειρο κι άλλοι να διαδηλώνουν πανηγυρίζοντας για το γκρέμισμα του Τείχους.
Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν ακολουθείται μια αυστηρά χρονολογική σειρά. Άλλωστε δεν είναι βιβλίο Ιστορίας, είναι μια βιωματική εξιστόρηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο και στα πρόσωπα.  Καλογραμμένη, διανθισμένη με οικογενειακές φωτογραφίες που ζωντανεύουν πρόσωπα και γεγονότα η ιστορία του Λέο αποκτά γενικότερο ενδιαφέρον. Γεγονότα όπως αυτό της εισβολής στη Τσεχοσλοβακία (1968), με τη διαφορετική ερμηνεία που δίνεται από το επίσημο κράτος, ακατανόητες απαγορεύσεις: "Όποιος φοράει μπλουτζίν και τσόκαρα είναι ταξικός εχθρός. Όποιος στέκεται μ' ένα φορητό ραδιόφωνο στην άκρη του δρόμου δέχεται απειλές από βοηθούς της Λαϊκής Αστυνομίας. Απαγορεύεται ν' ακούς δυτικό ραδιόφωνο και να συμμετέχεις σε συναθροίσεις. Όποιος έχει τα μαλιά του κοκοράκι, έπρεπε να στέκεται με τα πόδια ανοιχτά κολλημένος στον τοίχο όσο έλεγχαν την ταυτότητά του", η στενή παρακολούθηση των πάντων η γνώση της ελευθερίας την οποία απολαμβάνουν οι Δυτικογερμανοί, δημιουργούν ρωγμές στην πανίσχυρη διακυβέρνηση, ρωγμές που σιγά σιγά γίνονται ομιλίες διαμαρτυρίας, επαναστατικά φέιγ βολάν, διαδηλώσεις, ώσπου ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1989 θα γκρεμίσουν οριστικά το διαχωριστικό Τείχος.
Ψάχνοντας για ένα γενικό χαρακτηρισμό αυτού του ενδιαφέροντος βιβλίου δεν βρίσκω προσφυέστερο απ' αυτόν της γερμανικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung: "Μια μοναδική αποτύπωση της γερμανικής ψυχής στον 20ο αιώνα. Σχεδόν ποτέ προηγουμένως δεν μπόρεσε κάποιος να μας κάνει να καταλάβουμε πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι στην Ανατολική Γερμανία και γιατί φέρονταν όπως φέρονταν".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Κάτι κρυφό μυστήριο

Καρολίνα Μέρμηγκα
Κάτι κρυφό μυστήριο
Μελάνι, 2019
"Είσαι παντού και πουθενά. Σε ερειπωμένα κτίρια, μισογκρεμισμένα, που καμιά φορά όταν το απογευματινό φως γέρνει πάνω τους, αποκαλύπτουν μέσα από τους λίγους όρθιους αρμούς τους το απεγνωσμένο εγνωσμένο πείσμα σου. Σε πέτρες που κρατάνε ακόμα λίγο από τον ήλιο κάτω από τον οποίο πελεκήθηκαν, και κάποιαν ηχώ της φωνής και της θέλησής σου-αλλά μετά η ηχώ σβήνει και οι πέτρες έχουν κιόλας πέσει. Είσαι στη γέρικη ελιά της αυλής του σχολείου, στη μυρωδιά της κιμωλίας στην τάξη, στη λάμψη των άσπρων πουκάμισων της παιδικής ορχήστρας. Είσαι στις κουρασμένες προσόψεις καλυμμένες από γκράφιτι-αλλά κανένα γκράφιτι δεν διάλεξε να μη γραφτεί για να σωθεί η πρόσοψή σου".
Πάνε μέρες που τέλειωσα το "Κάτι κρυφό μυστήριο" κι όμως δεν μπορώ ακόμα να συνέλθω, δεν μπορώ να αποτραβήξω τη σκέψη μου απ' αυτή την ωραία μορφή που σαν διάττοντας πέρασε πάνω από την Ελλάδα, που έλαμψε για μια στιγμή, που φώτισε για λίγο με το πέρασμά της τον βασανισμένο τόπο κι έσβησε τόσο γρήγορα. 3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες επαναλαμβάνει η συγγραφέας. Τόσο κράτησε η διακυβέρνησή του. Τόσο τον άφησαν ν' αγωνιστεί σ' αυτόν τον ρημαγμένο τόπο, να στήσει κράτος, να δημιουργήσει από το μηδέν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, πολεμούμενος από εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς. Ο Καποδίστριας. Όταν έρχεται στην Ελλάδα, ένα μικρό τμήμα αυτού που ονομάζουμε Ελλάδα είχε ελευθερωθεί. Σύνορα δεν υπήρχαν, κράτος δεν υπήρχε, ο Ιμπραήμ ήταν ακόμα στηνΠελοπόννησο, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει.
3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες. Μέσα σ'αυτό το διάστημα έστησε κράτος, ίδρυσε σχολεία, μοίρασε γη στους ακτήμονες (κι ας διαμαρτύρονταν οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες), ίδρυσε την πρώτη Τράπεζα, έκοψε νομίσματα, φρόντισε τα ορφανά, οργάνωσε τον στρατό...
Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει το βιβλίο της η συγγραφέας. Κι όμως πιο πολύ, νομίζω, βαραίνει το δεύτερο συνθετικό της λέξης: Ιστόρημα και όχι μύθος. Δεν είναι βιογραφία παρ' όλα τα βιογραφικά στοιχεία που δίνονται, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά, πολλά μέσα από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις προσώπων που σχετίζονταν με τον Καποδίστρια ή μέσα από φανταστικούς διαλόγους, όπως θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Μιλάει ο πιστός γραμματέας του Νικόλαος Δραγούμης, μιλάει η τρυφερή, ερωτική του σχέση, η Ρωξάντρα, Κυρία επί των Τιμών της Τσαρίνας, μιλάνε άλλοι πολλοί.
Θαυμασμός και απεριόριστη αγάπη για τη μοναδική αυτή προσωπικότητα που ανέδειξε ο τόπος προβάλλουν μέσα από το βιβλίο καθώς σκιαγραφείται η πορεία της ζωής του. Παιδί στην Κέρκυρα, νέος με σπουδές στην Ιταλία, υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, σημαντικός παράγοντας στο Συνέδριο της Βιέννης που καθόρισε την τύχη της Ευρώπης μετά τον Ναπολέοντα, ιδρυτής του κράτους της Ελβετίας.
Εγκαταλείπει μια άνετη ζωή και μια λαμπρή καριέρα για να έρθει σ' αυτόν τον ερειπωμένο τόπο, να προσπαθήσει να τον ξαναστήσει όρθιο, να πεινάσει, να ξενυχτήσει, να αγαπηθεί και να μισηθεί. Ποτέ δεν πήρε μισθό κι όποια περιουσία είχε τη διέθεσε γι' αυτό το φτωχό, χρεωκοπημένο κράτος (Να το ξέρουν άραγε οι πολιτικοί μας; Να περνά καμιά φορά απ' το μυαλό τους;)
Με το βιβλίο της η Καρολίνα Μέμηγκα δεν νομίζω ότι μας δίνει κάτι καινούριο, κάτι που δεν ξέραμε γι' αυτή την ιστορική μορφή. Άλλωστε από το πρώτο κεφάλαιο ξέρουμε το τέλος. Ο ένας από τους δολοφόνους, αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, κείτεται νεκρός, λιντσαρισμένος από το πλήθος. Ο άλλος, ο γιος του Πετρόμπεη, καταφεύγει στο σπίτι του Γάλλου πρέσβυ, για να δικαστεί και να εκτελεστεί σε λίγες μέρες. Μονάχα ο απλός λαός, αυτός για τον οποίο πάλαιψε ο Καποδίστριας, ξεσπάει σε θρήνο. "Ήδη ο θρήνος απλώνεται. Όλη η χώρα, σε λίγες ώρες, θα θρηνεί".

ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του
πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν
και τον σκοτώνουν

αντιγράφει η Μέρμηγκα τον T.S.Eliot στην προμετωπίδα του βιβλίου της.
Ναύπλιο, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831, 06:00 π.μ. Η σφαίρα που τον σκότωσε βρίσκεται ακόμα εκεί, στη γυάλινη προθήκη. Μελαγχολούμε κι αναλογιζόμαστε. Τι θα γιόταν άραγε αν...

Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020

Άγρια φύση

Jane Harper
Άγρια φύση
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Αν κάποιος θέλει να ξεκουραστεί διαβάζοντας ένα βιβλίο με αστυνομικό ενδιαφέρον αλλά όχι καθαρά αστυνομικό, αν δεν έχει διάθεση για μεγάλα κλασικά έργα, αν θέλει απλώς να ξεκουραστεί περιπλανώμενος μέσα σε μια άγρια φύση, μακριά από την κοσμοσυρροή και τον θόρυβο των μεγαλουπόλεων, τότε ας βυθιστεί για λίγο στον μυθιστορηματικό κόσμο της Jane Harper. Είχα διαβάσει το πρώτο της βιβλίο, "Ξηρασία", είδα μια ενδιαφέρουσα γραφή από μια νέα Αυστραλο-Αγγλίδα συγγραφέα κι έτσι δεν δίστασα να πάρω και τη δεύτερη συγγραφική της δημιουργία.
Όπως και το πρώτο της βιβλίο (το οποίο έχει βραβευτεί, έχει πολυμεταφραστεί κι έχει γυριστεί σε ταινία) έτσι και το δεύτερο διαδραματίζεται στην Αυστραλία, με κεντρικό ήρωα τον ομοσπονδιακό πράκτορα Άρον Φαλκ. Μια μεγάλη εταιρεία, για να αναπτύξει τη συναδελφικότητα και το ομαδικό πνεύμα των υπαλλήλων της, οργανώνει ολιγοήμερες ομαδικές εκδρομές, κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες πρέπει να ζήσουν μέσα στη φύση με λιγοστά εφόδια, χωρίς επικοινωνία (απαγορεύονται τα κινητά τηλέφωνα), κουβαλώντας μέσα στα σακίδιά τους τα απαραίτητα, βρίσκοντας με χάρτες τη διαδρομή που πρέπει να κάνουν, κατασκηνώνοντας τα βράδια σε συγκεκριμένους χώρους.
Δυο ομάδες, μια ανδρών και μια γυναικών, αποτελούμενες κάθε μια από πέντε άτομα, παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δοκιμασία. Σε τρεις μέρες η ομάδα των ανδρών επιστρέφει επιτυχώς. Λίγο αργότερα και η ομάδα των γυναικών. Όχι όμως πέντε γυναίκες, όπως είχαν ξεκινήσει, αλλά μόνο τέσσερις. Τι συνέβη; Τι έχει γίνει η πέμπτη γυναίκα; Πού βρίσκεται; Ζει ή κάτι άλλο συνέβη; Η συγγραφέας κεφάλαιο με κεφάλαιο, πηγαινοερχόμενη στο χρόνο, μας μεταφέρει από το παρόν της διάσωσης στο παρελθόν, στο ξεκίνημα της πορείας. Με ένα πολύ αργό ρυθμό, όπως διασχίζει κανείς μια πυκνή, αδιαπέραστη βλάστηση με οδηγό μόνο χάρτες και πυξίδα, με εξαντλητικές λεπτομέρειες, βαδίζουμε με τις πέντε γυναίκες, που πέρα από τον κοινό χώρο εργασίας τους, συνδέονται με πολλούς άλλους δεσμούς. Παραμένουν όμως ίδιοι αυτοί οι δεσμοί, όταν μπροστά στον κίνδυνο ξυπνά το ένστικτο της επιβίωσης; Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή. Το ψυχογράφημα των ηρωίδων της κατέχει εξίσου σημαντική θέση.
Ο πράκτορας Φαλκ και η βοηθός του Κάρμεν, ερευνώντας για ύποπτες δραστηριότητες στις οποίες πιθανόν να εμπλέκεται η συγκεκριμένη εταιρεία, βοηθούν την αστυνομία στην ανεύρεση των γυναικών. Πέρα όμως απ' αυτό, πολλά είναι τα θέματα που η συγγραφέας εμπλέκει στο μυθιστόρημά της. Θέματα σχέσεων, θέμα ενός προ εικοσαετίας σίριαλ κίλλερ, θέμα νευρικής ανορεξίας ή διαπόμπευσης στο διαδίκτυο, που σχετίζονται μεν, αλλά κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να περιοριστούν. Εκείνο όμως που, τουλάχιστον σε μένα έμεινε, είναι αυτή ακριβώς η άγρια φύση. Το κρύο, η πείνα και η δίψα, η αγωνία όταν χάνεσαι σ' αυτό το απέραντο άγνωστο και δεν έχεις τρόπο διαφυγής, μόνο εύχεσαι να σε βρουν το συντομότερο οι διασώστες. Στα θετικά του μυθιστορήματος οι ωραίες περιγραφές της φύσης, άλλοτε τρομακτικές κι άλλοτε ειδυλλιακές. 
Γενική αποτίμηση: ένα αξιοπρεπές μυθιστόρημα.