Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Κάτι κρυφό μυστήριο

Καρολίνα Μέρμηγκα
Κάτι κρυφό μυστήριο
Μελάνι, 2019
"Είσαι παντού και πουθενά. Σε ερειπωμένα κτίρια, μισογκρεμισμένα, που καμιά φορά όταν το απογευματινό φως γέρνει πάνω τους, αποκαλύπτουν μέσα από τους λίγους όρθιους αρμούς τους το απεγνωσμένο εγνωσμένο πείσμα σου. Σε πέτρες που κρατάνε ακόμα λίγο από τον ήλιο κάτω από τον οποίο πελεκήθηκαν, και κάποιαν ηχώ της φωνής και της θέλησής σου-αλλά μετά η ηχώ σβήνει και οι πέτρες έχουν κιόλας πέσει. Είσαι στη γέρικη ελιά της αυλής του σχολείου, στη μυρωδιά της κιμωλίας στην τάξη, στη λάμψη των άσπρων πουκάμισων της παιδικής ορχήστρας. Είσαι στις κουρασμένες προσόψεις καλυμμένες από γκράφιτι-αλλά κανένα γκράφιτι δεν διάλεξε να μη γραφτεί για να σωθεί η πρόσοψή σου".
Πάνε μέρες που τέλειωσα το "Κάτι κρυφό μυστήριο" κι όμως δεν μπορώ ακόμα να συνέλθω, δεν μπορώ να αποτραβήξω τη σκέψη μου απ' αυτή την ωραία μορφή που σαν διάττοντας πέρασε πάνω από την Ελλάδα, που έλαμψε για μια στιγμή, που φώτισε για λίγο με το πέρασμά της τον βασανισμένο τόπο κι έσβησε τόσο γρήγορα. 3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες επαναλαμβάνει η συγγραφέας. Τόσο κράτησε η διακυβέρνησή του. Τόσο τον άφησαν ν' αγωνιστεί σ' αυτόν τον ρημαγμένο τόπο, να στήσει κράτος, να δημιουργήσει από το μηδέν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, πολεμούμενος από εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς. Ο Καποδίστριας. Όταν έρχεται στην Ελλάδα, ένα μικρό τμήμα αυτού που ονομάζουμε Ελλάδα είχε ελευθερωθεί. Σύνορα δεν υπήρχαν, κράτος δεν υπήρχε, ο Ιμπραήμ ήταν ακόμα στηνΠελοπόννησο, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει.
3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες. Μέσα σ'αυτό το διάστημα έστησε κράτος, ίδρυσε σχολεία, μοίρασε γη στους ακτήμονες (κι ας διαμαρτύρονταν οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες), ίδρυσε την πρώτη Τράπεζα, έκοψε νομίσματα, φρόντισε τα ορφανά, οργάνωσε τον στρατό...
Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει το βιβλίο της η συγγραφέας. Κι όμως πιο πολύ, νομίζω, βαραίνει το δεύτερο συνθετικό της λέξης: Ιστόρημα και όχι μύθος. Δεν είναι βιογραφία παρ' όλα τα βιογραφικά στοιχεία που δίνονται, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά, πολλά μέσα από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις προσώπων που σχετίζονταν με τον Καποδίστρια ή μέσα από φανταστικούς διαλόγους, όπως θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Μιλάει ο πιστός γραμματέας του Νικόλαος Δραγούμης, μιλάει η τρυφερή, ερωτική του σχέση, η Ρωξάντρα, Κυρία επί των Τιμών της Τσαρίνας, μιλάνε άλλοι πολλοί.
Θαυμασμός και απεριόριστη αγάπη για τη μοναδική αυτή προσωπικότητα που ανέδειξε ο τόπος προβάλλουν μέσα από το βιβλίο καθώς σκιαγραφείται η πορεία της ζωής του. Παιδί στην Κέρκυρα, νέος με σπουδές στην Ιταλία, υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, σημαντικός παράγοντας στο Συνέδριο της Βιέννης που καθόρισε την τύχη της Ευρώπης μετά τον Ναπολέοντα, ιδρυτής του κράτους της Ελβετίας.
Εγκαταλείπει μια άνετη ζωή και μια λαμπρή καριέρα για να έρθει σ' αυτόν τον ερειπωμένο τόπο, να προσπαθήσει να τον ξαναστήσει όρθιο, να πεινάσει, να ξενυχτήσει, να αγαπηθεί και να μισηθεί. Ποτέ δεν πήρε μισθό κι όποια περιουσία είχε τη διέθεσε γι' αυτό το φτωχό, χρεωκοπημένο κράτος (Να το ξέρουν άραγε οι πολιτικοί μας; Να περνά καμιά φορά απ' το μυαλό τους;)
Με το βιβλίο της η Καρολίνα Μέμηγκα δεν νομίζω ότι μας δίνει κάτι καινούριο, κάτι που δεν ξέραμε γι' αυτή την ιστορική μορφή. Άλλωστε από το πρώτο κεφάλαιο ξέρουμε το τέλος. Ο ένας από τους δολοφόνους, αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, κείτεται νεκρός, λιντσαρισμένος από το πλήθος. Ο άλλος, ο γιος του Πετρόμπεη, καταφεύγει στο σπίτι του Γάλλου πρέσβυ, για να δικαστεί και να εκτελεστεί σε λίγες μέρες. Μονάχα ο απλός λαός, αυτός για τον οποίο πάλαιψε ο Καποδίστριας, ξεσπάει σε θρήνο. "Ήδη ο θρήνος απλώνεται. Όλη η χώρα, σε λίγες ώρες, θα θρηνεί".

ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του
πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν
και τον σκοτώνουν

αντιγράφει η Μέρμηγκα τον T.S.Eliot στην προμετωπίδα του βιβλίου της.
Ναύπλιο, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831, 06:00 π.μ. Η σφαίρα που τον σκότωσε βρίσκεται ακόμα εκεί, στη γυάλινη προθήκη. Μελαγχολούμε κι αναλογιζόμαστε. Τι θα γιόταν άραγε αν...

Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020

Άγρια φύση

Jane Harper
Άγρια φύση
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Αν κάποιος θέλει να ξεκουραστεί διαβάζοντας ένα βιβλίο με αστυνομικό ενδιαφέρον αλλά όχι καθαρά αστυνομικό, αν δεν έχει διάθεση για μεγάλα κλασικά έργα, αν θέλει απλώς να ξεκουραστεί περιπλανώμενος μέσα σε μια άγρια φύση, μακριά από την κοσμοσυρροή και τον θόρυβο των μεγαλουπόλεων, τότε ας βυθιστεί για λίγο στον μυθιστορηματικό κόσμο της Jane Harper. Είχα διαβάσει το πρώτο της βιβλίο, "Ξηρασία", είδα μια ενδιαφέρουσα γραφή από μια νέα Αυστραλο-Αγγλίδα συγγραφέα κι έτσι δεν δίστασα να πάρω και τη δεύτερη συγγραφική της δημιουργία.
Όπως και το πρώτο της βιβλίο (το οποίο έχει βραβευτεί, έχει πολυμεταφραστεί κι έχει γυριστεί σε ταινία) έτσι και το δεύτερο διαδραματίζεται στην Αυστραλία, με κεντρικό ήρωα τον ομοσπονδιακό πράκτορα Άρον Φαλκ. Μια μεγάλη εταιρεία, για να αναπτύξει τη συναδελφικότητα και το ομαδικό πνεύμα των υπαλλήλων της, οργανώνει ολιγοήμερες ομαδικές εκδρομές, κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες πρέπει να ζήσουν μέσα στη φύση με λιγοστά εφόδια, χωρίς επικοινωνία (απαγορεύονται τα κινητά τηλέφωνα), κουβαλώντας μέσα στα σακίδιά τους τα απαραίτητα, βρίσκοντας με χάρτες τη διαδρομή που πρέπει να κάνουν, κατασκηνώνοντας τα βράδια σε συγκεκριμένους χώρους.
Δυο ομάδες, μια ανδρών και μια γυναικών, αποτελούμενες κάθε μια από πέντε άτομα, παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δοκιμασία. Σε τρεις μέρες η ομάδα των ανδρών επιστρέφει επιτυχώς. Λίγο αργότερα και η ομάδα των γυναικών. Όχι όμως πέντε γυναίκες, όπως είχαν ξεκινήσει, αλλά μόνο τέσσερις. Τι συνέβη; Τι έχει γίνει η πέμπτη γυναίκα; Πού βρίσκεται; Ζει ή κάτι άλλο συνέβη; Η συγγραφέας κεφάλαιο με κεφάλαιο, πηγαινοερχόμενη στο χρόνο, μας μεταφέρει από το παρόν της διάσωσης στο παρελθόν, στο ξεκίνημα της πορείας. Με ένα πολύ αργό ρυθμό, όπως διασχίζει κανείς μια πυκνή, αδιαπέραστη βλάστηση με οδηγό μόνο χάρτες και πυξίδα, με εξαντλητικές λεπτομέρειες, βαδίζουμε με τις πέντε γυναίκες, που πέρα από τον κοινό χώρο εργασίας τους, συνδέονται με πολλούς άλλους δεσμούς. Παραμένουν όμως ίδιοι αυτοί οι δεσμοί, όταν μπροστά στον κίνδυνο ξυπνά το ένστικτο της επιβίωσης; Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή. Το ψυχογράφημα των ηρωίδων της κατέχει εξίσου σημαντική θέση.
Ο πράκτορας Φαλκ και η βοηθός του Κάρμεν, ερευνώντας για ύποπτες δραστηριότητες στις οποίες πιθανόν να εμπλέκεται η συγκεκριμένη εταιρεία, βοηθούν την αστυνομία στην ανεύρεση των γυναικών. Πέρα όμως απ' αυτό, πολλά είναι τα θέματα που η συγγραφέας εμπλέκει στο μυθιστόρημά της. Θέματα σχέσεων, θέμα ενός προ εικοσαετίας σίριαλ κίλλερ, θέμα νευρικής ανορεξίας ή διαπόμπευσης στο διαδίκτυο, που σχετίζονται μεν, αλλά κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να περιοριστούν. Εκείνο όμως που, τουλάχιστον σε μένα έμεινε, είναι αυτή ακριβώς η άγρια φύση. Το κρύο, η πείνα και η δίψα, η αγωνία όταν χάνεσαι σ' αυτό το απέραντο άγνωστο και δεν έχεις τρόπο διαφυγής, μόνο εύχεσαι να σε βρουν το συντομότερο οι διασώστες. Στα θετικά του μυθιστορήματος οι ωραίες περιγραφές της φύσης, άλλοτε τρομακτικές κι άλλοτε ειδυλλιακές. 
Γενική αποτίμηση: ένα αξιοπρεπές μυθιστόρημα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2019

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό

Agatha Christie
Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό
Μετ. Χρήστος Καψάλης
Ψυχογιός, 2019 
 Έξω κρύο. Ψιλόβροχο. Μέσα η θαλπωρή του σπιτιού (αν υπάρχει και τζάκι ακόμα καλύτερα). Χριστουγεννιάτικη μουσική. Το ιδανικό σκηνικό για το διάβασμα μιας περιπέτειας του Ηρακλή Πουαρό που διαδραματίζεται κι αυτή χριστουγεννιάτικα. Κι ας ήταν ογδόντα χρόνια πριν...
Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Στο μεγάλο του σπίτι ο ηλικιωμένος και ιδιότροπος εκατομμυριούχος Σίμεον Λι, στο οποίο ζει με τον πρωτότοκο γιο του Άλφρεντ και τη σύζυγο του Άφρεντ Λίντια, καλεί και τα άλλα παιδιά του για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Τον Τζορτζ, βουλευτή, και τη σύζυγό του Μάγκταλεν, τον Ντέιβιντ, καλλιτέχνη, που είχε χρόνια να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, και τη σύζυγό του Χίλντα και τον Χάρι, "το μαύρο πρόβατο" της οικογένειας. Τέλος, προσκεκλημένη είναι και η Πιλάρ, εγγονή του Σίμεον, που τώρα θα την γνωρίσει μια και η μητέρα της, που τώρα έχει πεθάνει, παντρεύτηκε έναν Ισπανό και είχε φύγει από την Αγγλία. Στα πρόσωπα αυτά θα προστεθεί και ένα απρόσκλητο, ο Στίβεν, γιος ενός άλλοτε συνεταίρου του Σίμεον, που καταφθάνει από τη Νότιο Αφρική. Βεβαίως υπάρχει και πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Κι ενώ ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα, μια τρομερή κραυγή τους κάνει όλους να τρέξουν στο δωμάτιο του Σίμεον, όπου τον βρίσκουν νεκρό μέσα σε λίμνη αίματος. Καλείται η αστυνομία και μαζί έρχεται και ο Πουαρό, που έτυχε να φιλοξενείται από τον τοπικό διοικητή. Οι ανακρίσεις αρχίζουν. Ο καθένας από όσους βρίσκονταν στο σπίτι είχε λόγο, είχε κίνητρο να σκοτώσει τον γέρο Σίμεον. Κάποιος είχε οικονομικές δυσχέρειες και μια κληρονομιά θα ήταν ευπρόσδεκτη. Άλλος φοβάται  την αλλαγή της διαθήκης τώρα που εμφανίστηκε και άλλη κληρονόμος. Άλλος δεν μπορεί να ξεχάσει πόσο υπέφερε η μητέρα του (σύζυγος του Σίμεον Λι) από την κακή συμεριφορά του  πατέρα του. Άλλο ερώτημα. Θα μπορούσε ο φόνος να είχε διαπραχθεί από γυναίκα; Και ο Πουαρό, βοηθώντας την αστυνομία, να υποστηρίζει πως πέρα από όλα αυτά η αλήθεια θα βρεθεί προπάντων εξετάζοντας τον χαρακτήρα του θύματος. Βεβαίως ο ένοχος θα βρεθεί στο τέλος, δεν ξέρω όμως πόσοι από τους αναγνώστες θα το είχαν υποπτευθεί.
Πιστεύω ότι η αξία των μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι δεν βρίσκεται μόνο στην αστυνομική πλοκή. Με σκόρπιες  πινελιές διανθίζει τα έργα της με πολλά στοιχεία, σύντομες και εύστοχες παρατηρήσεις. Γράφει για παράδειγμα: "Τα Χριστούγεννα συναντάμε μια έντονη υποκρισία, μια υποκρισία με κίνητρο αγαθό, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν παύει να συνιστά υποκρισία". Άλλοτε χαρακτηρίζει υποτιμητικά τους Άγγλους (κι ας είναι η ίδια Αγγλίδα) κι άλλοτε εκφράζει φεμινιστικές απόψεις: "Ο κόσμος είναι πολύ άδικος απέναντι στις γυναίκες" γράφει κάπου. 
Ένα έργο του 1938 που έχει γίνει ταινία, διασκευάστηκε για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το θέατρο και διατηρεί  την ίδια φρεσκάδα ενός σύγχρονου έργου. Αθάνατη Άγκαθα Κρίστι!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2019

Οι ρετσίνες του βασιλιά

Ισίδωρος Ζουργός
Οι ρετσίνες του βασιλιά
Πατάκης, 2019
Από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα (Η σκιά της πεταλούδας), ο Ισίδωρος Ζουργός με γοήτευσε και τον παρακολουθώ σε κάθε καινούρια του συγγραφική δημιουργία. Έτσι, παρ' όλες τις επιφυλάξεις μου λόγω του αινιγματικού, περίεργου τίτλου, διάβασα και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, Οι ρετσίνες του βασιλιά. Δεν φτάνει βέβαια ούτε ως περιεχόμενο ούτε ως λογοτεχνική γραφή το Λίγες και μια νύχτες, ούτε το Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, δεν παύει όμως να ελκύει και να διαβάζεται με ενδιαφέρον.
Έχει γραφτεί και είναι φανερό τόσο από τα αποσπάσματα που προτάσσει ο συγγραφέας όσο και από την ανάγνωση του μυθιστορήματος ότι αυτό αποτελεί μια αναγνώριση των οφειλών του συγγραφέα αφενός προς τον Σαίξπηρ και ειδικά τον Βασιλιά Ληρ και αφετέρου προς τον αναγεννησιακό Γάλλο γιατρό και συγγραφέα Φρανσουά Ραμπελαί. Δεν θα αναφερθώ στη σχέση αυτή. Το αφήνω για ειδικότερους κριτικούς.
Σ' ένα ελληνικό χωριό που δεν κατονομάζεται καταφθάνει ο ηλικιωμένος Λεόντιος Έξαρχος. Αποτραβηγμένος από την επαγγελματική του δραστηριότητα (υπήρξε επιτυχημένος επιχειρηματίας πολιτικός μηχανικός) έρχεται να περάσει τα τελευταία του χρόνια στον Πύργο του πενθερού του, όπως  ονομάζουν οι κάτοικοι του χωριού το χτισμένο σ' ένα ύψωμα σπίτι του πεθαμένου πια Γαβριήλ Ζαμάνη. Ο Ζαμάνης υπήρξε γιατρός, βουλευτής, αλλά  και με πολιτική ισχύ του παρασκηνίου. Πεθαμένη από χρόνια είναι και η Ουρανία, κόρη του Ζαμάνη και σύζυγος του Έξαρχου. Οι τρεις κόρες του Λεόντιου ζουν η μια στο Λονδίνο, η άλλη στις Βρυξέλλες, η τρίτη στην Αθήνα. Τίποτα δεν τον συνδέει μαζί τους. Τους γράφει μόνο ανεπίδοτα γράμματα όπως γράφει και στη νεκρή πια γυναίκα του, εκφράζοντας σε πρωτοπρόσωπη γραφή σκέψεις, συναισθήματα, αναφορές σε γεγονότα του παρόντος και του παρελθόντος. 
Στο υπόλοιπο βιβλίο παρακολουθούμε σε τριτοπρόσωπη γραφή τη ζωή του Έξαρχου στο χωριό κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Πολλά είναι τα πρόσωπα που διακινούνται: Ο ιερέας του χωριού, ο Φώτης ο καφετζής, βασικό πρόσωπο, το καφενείο του οποίου αποτελεί χώρο συνάντησης και κέντρο ζωής του χωριού και πλήθος άλλοι, γνωστοί με τα παρωνύμιά τους, συχνά προερχόμενα από το επάγγελμά τους. Ξεχωρίζει ο Ζαχαρίας ή Μασούρης, ο τρελός του χωριού, που προσκολλάται και αφοσιώνεται στον Λεόντιο Έξαρχο, ως ένα είδος υπηρέτη ή ακολούθου.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα τμήματα που ακολουθούν τις εποχές: Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι. Ωραίες περιγραφές της φύσης, συγκεντρώσεις στο καφενείο και οινοποσία με αναφορά στη ρετσίνα όπως ωρίμαζε παλιά, σε βαρέλια και όχι η σύγχρονη βιομηχανοποιημένη. Πλήθος θέματα αναδεικνύονται. Παλιά μυστικά που ξεθάβονται, εξώγαμα παιδιά, εγκλήματα που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν, η ερήμωση των χωριών, τα προβλήματα των γηρατειών, οι οικογενειακές σχέσεις. Πάνω απ' όλα ωραίες, χαρακτηριστικές εικόνες της φύσης με τις αλλαγές των εποχών που μόνο στην ύπαιθρο μπορούμε να δούμε.
Ένα απροσδόκητο τέλος επισφραγίζει το ενδιαφέρον μυθιστόρημα κι ο αναγνώστης απομένει να αναπολεί όλο αυτόν τον κόσμο με τον οποίο έζησε όσο διάβαζε το μυθιστόρημα. Τόσο φανταστικό αλλά και τόσο πραγματικό.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 07, 2019

Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία

Τεύκρος Μιχαηλίδης
Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία
Πόλις, 2019
Αστυνομικό μυθιστόρημα; Ιστορικό; Μαθηματικό; Όλα αυτά μαζί. Αυτά που κάνουν το καινούριο μυθιστόρημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη ένα γοητευτικό ανάγνωσμα και τον αναγνώστη να μην το αφήνει από τα χέρια του  (κι ας ξενυχτήσει) πρά μόνο όταν φτάσει στην τελευταία σελίδα.
Για τους λάτρεις βέβαια των μαθηματικών ή/και των αστυνομικών μυθιστορημάτων ο Τεύκρος Μιχαηλίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Καθηγητής Μαθηματικών ο ίδιος, αφιερωμένος στον κλάδο αυτόν της γνώσης και της φιλοσοφίας, έχει γράψει πλήθος βιβλία, άρθρα, μεταφράσεις, συνδυάζοντας επιστήμη και λογοτεχνία.
Αρχίζοντας από τα "Μαθηματικά Επίκαιρα" που μου χάρισε η αείμνηστη θεία του Μαρίκα Ρώσου (ο Τεύκρος είναι κυπριακής καταγωγής) τον παρακολουθώ ανελλιπώς και ανυπομονώ για κάθε καινούριο του βιβλίο. Πιστεύω το "Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία" είναι από τα καλύτερα. Συνδυάζοντας ιστορικά και μυθοπλαστικά πρόσωπα, ιστορία και φαντασία, δημιουργεί ένα ολοζώντανο περιβάλλον. Διαβάζοντάς το δεν έχεις την αίσθηση ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά ενός ολοζώντανου παρόντος του οποίου είσαι μέρος.
Αρχίζει στις 27 Δεκεμβρίου 537 μ.Χ. όταν η Κωνσταντινούπολη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Θυρανοίξια της Εκκλησίας της του Θεού Σοφίας, που χτίστηκε στη θέση εκείνης που λίγα χρόνια πριν είχε καταστραφεί στη Στάση του Νίκα. Το αυτοκρατορικό ζεύγος, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, παρόντες. Παρούσα όλη η αριστοκρατία της Πόλης, παρόντες οι συντελεστές της δημιουργίας αυτού του θαύματος, παρόντα και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, όπως η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Θεανώ. Μια ωραία νέα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, παθιασμένη με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία, με δίδυμη την εντελώς διαφορετική αδελφή της, Αναστασία. Κραυγαλέα όμως η απουσία του Ιωάννη, σημαντικού βοηθού του αρχιτέκτονα Ισίδωρου. Σε λίγο ο Ιωάννης θα βρεθεί νεκρός στο σπίτι της Θεανώς. Όμως δεν θα πάμε αμέσως στη λύση του μυστηρίου. Ο συγγραφέας μας πάει πρώτα αρκετά πίσω. Μας παρουσιάζει την αγάπη της Θεανώς για τα Μαθηματικά, τη σφοδρή επιθυμία της να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνος στην Αθήνα, τη μετάβασή της εκεί, τη φιλία της με μια άλλη αξιόλογη νέα, τη Σωσάννα, τη γνωριμία και τον δεσμό της με ένα νέο συμπατριώτη της, τον Ερμόδωρο. Βέβαια, τα Μαθηματικά πάντα παρόντα, με σχήματα και προβλήματα που και ο πιο άσχετος με τα Μαθηματικά μπορεί να κατανοήσει και να απολαύσει. Θα ακολουθήσουν πολλά επεισόδια, πολλές περιπέτειες, πολλά γεγονότα, θα φτάσουμε σχεδόν στο τέλος του μυθιστορήματος για να ξανασυνδεθούμε με την αρχή και να βρούμε τη λύση του μυστηρίου του φόνου του Ιωάννη που συναντήσαμε στις πρώτες σελίδες.
Ένας ολόκληρος κόσμος ζωντανεύει στο βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Τόσο διαφορετικός αλλά και τόσο όμοιος ο κόσμος του 6ου μ.Χ. αιώνα με τον κόσμο του 21ου! Οι φιλομαθείς και οι αρριβίστες, οι αφοσιωμένοι στην επιστήμη κι αυτοί που πλουτίζουν με τις απάτες, ο έρωτας και η συκοφαντία, ο αιώνιος άνθρωπος με τις αρετές και τις κακίες του. 
Ένα βιβλίο που προσφέρει όχι μόνο απόλαυση αλλά και γνώση. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην τάξη από τους διδάσκοντες Ιστορία. Να διαβάσουν, για παράδειγμα, μια ωραία περιγραφή του τρούλου της Αγίας Σοφίας, ή της Στάσης του Νίκα ή να γνωρίσουν μια πλευρά της προσωπικότητας της Θεοδώρας που (πέρα από όσα συκοφαντικά της αποδίδονται) δεν είναι και τόσο γνωστή. Όπως το ότι φρόντισε για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, ότι οι νόμοι του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών έφεραν τη δική της σφραγίδα.
Οι σημειώσεις και η βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου όχι μόνο τεκμηριώνουν τα γεγονότα, αλλά πλουτίζουν τις γνώσεις μας και καθίστανται κίνητρα για περαιτέρω μελέτη. Εν ολίγοις: ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Εξιλέωση

Ιαν Μακ Γιούαν
Εξιλέωση
Μετ. Γιάννης Σκαρπέλος
Νεφέλη, 2002
Θεωρείται το καλύτερο έργο του Μακ Γιούαν, έχει γίνει μια επιτυχημένη ταινία, βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Από την πρώτη ανάγνωση που είχα κάνει όταν πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά διατηρούσα μια αόριστη ανάμνηση: Ένα σιντριβάνι, δίπλα ένα ζευγάρι, μακριά ένα παράθυρο από όπου ένα κοριτσάκι κοιτάζει τη σκηνή, ύστερα μια επίπονη πορεία στρατιωτών που υποχωρούν, τέλος ένα νοσοκομείο με φριχτές σκηνές τραυματιών, ακρωτηριασμών, πόνου και θλίψης.
Πραγματικά άξιζε η δεύτερη ανάγνωση ύστερα από κάπου δεκαεφτά χρόνια. Ο χρόνος τώρα άπλετος (ένα από τα αγαθά των μεγάλων ηλικιών!) μου επέτρεψε το αργό διάβασμα, την απόλαυση της λεπτομέρειας, την παύση και τον συλλογισμό πάνω σ' αυτά που διάβαζα...
Το έργο αρχίζει το 1935, ένα καλοκαίρι, σ' ένα πλουσιόσπιτο στην αγγλική εξοχή. Ένοικοι η οικογένεια Τάλλις, αποτελούμενη από τον πατέρα (απόντα όταν αρχίζει το έργο), τη μητέρα Έμιλυ που οι ημικρανίες την κρατάνε για ώρες σε σκοτεινό δωμάτιο (πόσο καλά τα ξέρω αυτά τα συμπτώματα) και τα τρία παιδιά τους: Τον Λήον, που έρχεται για διακοπές με τον πλούσιο εργοστασιάρχη φίλο του, την Σεσίλια και τη δεκατριάχρονη Βρυώνη. Φιλοξενούνται ακόμη τρία ξαδέλφια τους, παιδιά της αδελφής της Έμιλυ. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει από την αρχή ως το τέλος, κεντρικός ήρωας θα λέγαμε, ο Ρόμπι, γιος της παραδουλεύτρας της οικογένειας, παιδικός φίλος των παιδιών και ερωτευμένος με τη Σεσίλια. Το καλοκαίρι κυλάει χαρούμενο, ο πόλεμος είναι ακόμα μακριά, αν και τα μαύρα σύννεφα έχουν αρχίσει να μαζεύονται.
Σε τρία μέρη χωρίζεται το μυθιστόρημα. Στο πρώτο, και πολύ εκτενέστερο από τα άλλα δύο, γνωρίζουμε τα πρόσωπα, τις σχέσεις τους, τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους. Κυρίως τη Βρυώνη που γράφει ένα θεατρικό, αλλά απότομα το εγκαταλείπει, γιατί θέλει να γίνει μυθιστοριογράφος. Αργός ρυθμός, εξαντλητικές λεπτομέρειες στην περιγραφή του εξωτεερικού περιβάλλοντος αλλά και της εσωτερικής ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων. Η Βρυώνη παρεξηγεί μια σκηνή που βλέπει, καταγγέλλει για βιασμό τον Ρόμπι, ο οποίος και φυλακίζεται.
Το δεύτερο μέρος του έργου, πέντε  χρόνια αργότερα, περιγράφει με δυνατές, εντυπωσιακές στο ρεαλισμό τους εικόνες, το επίπονο βάδισμα του διαλυμένου συμμαχικού στρατού που υποχωρεί, στην προσπάθειά του να φτάσει στη Δουνγκέρκη για να επιβιβαστεί στα πλοία. Ανάμεσά τους και ο Ρόμπι.
Στο τρίτο μέρος η Βρυώνη που έχει αναγνωρίσει το λάθος της και μετανιώνει για το κακό που προκάλεσε με το ψέμα της, εγκαταλείπει τα όνειρα για σπουδές, μπαίνει στο νοσοκομείο ως εκπαιδευόμενη νοσοκόμα και επισκέπτεται την αδελφή της ζητώντας συγγνώμη.
Σε λίγες σελίδες σ' ένα τέταρτο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η εβδομηνταεπτάχρονη πια Βρυώνη γιορτάζει ανάμεσα σε πλήθος συγγενών-απογόνων κυρίως των προσώπων του μκαρινού εκείνου καλοκαιριού τα γενέθλιά της στο παλιό αρχοντικό που έχει γίνει ξενοδοχείο. Πάσχει ήδη από την αρχή μιας ασθένειας, της αγγειακής άνοιας. Μπορεί όμως ακόμα να αναλογίζεται το παρελθόν, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τη ζωή της. Προβληματίζεται με τη σκέψη μήπως μπορούσε να δώσει ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία. Και μας αφήνει με την απορία: Μήπως όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν μια μυθιστορηματική δημιουργία της Βρυώνης;

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2019

Βοτσαλωτή

Κώστας Λυμπουρής
Βοτσαλωτή
εκδ.Το Ροδακιό, 2019
Παρακολουθώ τη λογοτεχνική πορεία του Κώστα Λυμπουρή από το πρώτο του βιβλίο μέχρι σήμερα. Τις συλλογές διηγημάτων "Προσωρινά κλειστό", "Για μια μικρή παύλα", "Των ημετέρων άλλων" (Κρατικό βραβείο), το μυθιστόρημα "Επιβάτες φορτηγών" και τώρα ακόμα μια συλλογή διηγημάτων, "Βοτσαλωτή". Ελκυστικό ήδη από το ωραίο, πρωτότυπο εξώφυλλο και μ' ένα πρώτο ξεφύλλισμα από την εξαιρετική έκδοση, τέτοια που δεν συναντάμε συχνά.
Βοτσαλωτή. Ένας τίτλος που παραπέμπει σε πολλές εκδοχές. Συναντάμε τη λέξη ως επίθετο: βοτσαλωτή παραλία, παραλία γεμάτη βότσαλα, όμορφα, πολύχρωμα χαλίκια. Στη συλλογή του Λυμπουρή τη συναντάμε και ώς ουσιαστικό, όνομα χωριού που έχει οπωσδήποτε σχέση με τη θάλασσα και το δέσιμο των ανθρώπων μ' αυτή ("Η Σταυρούλα"). Ως τίτλος της συλλογής των διηγημάτων ανταποκρίνεται αφενός στην ποικιλία της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε, στην ποικιλία των θεμάτων, των χαρακτήρων, των εμπειριών που υποκίνησαν τη δημιουργικότητα και την έμπνευση του συγγραφέα, αλλά και την πολυμορφία των συναισθημάτων που κατακλύζουν τον αναγνώστη.
Όταν, εδώ και μερικές δεκαετίες, δίδασκα Νεοελληνική Λογοτεχνία, θυμάμαι τον ορισμό του διηγήματος που απαιτούσαμε να ξέρουν οι μαθητές: "Διήγημα είναι η εξιστόρηση ενός κομματιού ζωής, πραγματικής ή φανταστικής, με αρχή, μέση και τέλος...". Αυτό  τον ορισμό μου θύμισαν και τα 27 διηγήματα της "Βοτσαλωτής". Κομμάτια ζωής, άλλοτε πιο σύντομα, άλλοτε εκτενέστερα. Άλλοτε καταγραμμένα σε 5-6 γραμμές (διηγήματα "μπονζάι") που "σαν πρόκες" σου καρφώνονται στη σκέψη, άλλοτε σαν "facebook διήγημα- ("Μπιρίτσα στα σύννεφα"), άλλοτε πάλι σαν ταξιδιωτικό διήγημα, ένα συγκινητικό προσκύνημα στην κατεχόμενη γη μας, ("Τ' Αϊ-Συμιού τ' αέρι"). Κάποτε σαν χρονογραφικό διήγημα, ("Σε-Βιμ-Σε-Βιμ") κι άλλοτε πάλι σαν επιστολικό διήγημα ("Γράμμα στον Κυριάκο Μάτση").
Συντομότερα ή εκτενέστερα, μια στιγμιαία εικόνα σαν φωτογραφική απεικόνιση, ή κλασική αφήγηση μιας ιστορίας, τα διηγήματα του Λυμπουρή, σαν πολύχρωμα βότσαλα μιας ήρεμης παραλίας, διαβάζονται με ενδιαφέρον, ευχαρίστηση, συχνά με σγκίνηση. Έμπνευση αντλημένη από τη γύρω σύγχρονη ζωή, πλημμυρισμένη από αγάπη για τον τόπο, από κατανόηση για τα ανθρώπινα, τρυφερότητα. Παράδοση και πρωτοτυπία, συναίσθημα και ρεαλισμός συναντιούνται για να συνθέσουν αυτή την όμορφη,"βοτσαλωτή" λογοτεχνική παραλία.