KOHEN

Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2021

Καλημέρα θλίψη


 Φρανσουάζ Σαγκάν
Καλημέρα θλίψη
"Βιβλιοεμπορική¨, 1954
Μετ. Μαρσέλλα Πετρακοπούλου
Ένα βιβλίο που τάραξε τα ανήσυχα νερά υης εφηβείας μας, ένα βιβλίο γραμμένο από μια δεκαοχτάχρονη κοπελίτσα. "Καλημέρα θλίψη", "Bonzour Tristesse". Πώς το θυμήθηκα, γιατί θέλησα να το διαβάσω σήμερα; Για να θυμηθώ άραγε τα χρόνια της αθωότητας εκεί γύρω στο τέλος της δεκαετίας του '50 ή μήπως για να δω τι εντύπωση θα μου έκανε σήμερα ένα μυθιστόρημα που μας είχε γοητεύσει όταν ήμαστε νέοι; Ναι, και για όλα, αυτά αλλά και για κάτι άλλο. Θέλησα να το ξαναδιαβάσω και να γράψω γι' αυτό, σαν ένα είδος μνημοσύνου για τη συγγραφέα του. Για τη Φρανσουάζ Σαγκάν που έλαμψε ξαφνικά κι απροσδόκητα στο λογοτεχνικό στερέωμα, που το διέσχισε όλο λάμψη, για να σβήσει τόσο άδοξα, σαν ένας διάττων.
Ξαναδιάβασα λοιπόν το "Καλημέρα θλίψη". Μια παλιά, μισοδιαλυμένη και κιτρινισμένη απ' τον καιρό έκδοση, η πρώτη στα Ελληνικά. Η ιστορία είναι πολύ γνωστή: Ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, η Σεσίλ, μας μεταφέρει στην Κυανή Ακτή, όπου περνά ένα καλοκαίρι με τον χήρο πατέρα της Ραϋμόντ και τη φιλενάδα του Έλσα, σε μια βίλα που έχουν νοικιάσει εκεί. Ήλιος, θάλασσα, ένα πευκοδάσος, μια ανέμελη ζωή, με μόνο σκοπό την ευχαρίστηση και τη Σεσίλ να γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του 26χρονου Συρίλ. Την επιπόλαιη, ξέγνοιαστη ζωή διακόπτει η άφιξη μιας παλιάς, οικογενειακής φίλης, της Άννας. Το άκρο αντίθετο της Έλσας. Σοβαρή, υπεύθυνη, ωραία και ώριμη, γοητεύει τον Ραϋμόντ που της ζητά να τον παντρευτεί. Η Σεσίλ θεωρεί αδιανόητο ν' αλλάξει η ζωή τους. Αυτή η ανέμελη, χωρίς πρόγραμμα ζωή με τις ελαφρές παρέες, τη ξέγνοιαστη διασκέδαση. Να αναγκαστεί να σταματήσει να βλέπει τον Συρίλ, να στρωθεί στο διάβασμα για να τελειώσει τις σπουδές της. Καταστρώνει ένα σχέδιο για να κάνει τον πατέρα της να ξαναγυρίσει στην Έλσα. Ένα σχέδιο που θα' χει δυστυχώς τραγικές συνέπειες. Θα το μετανιώσει, αλλά θα είναι αργά. Και η Σεσίλ-Φρανσουά Σαγκάν καταλήγει με τον εξής επίλογο: "Μόνο σα βρίσκομαι στο κρεββάτι μου, την αυγή, κι ακούω αμυδρά τον ελαφρό, μακρυνό θόρυβο των αυτοκινήτων που αρχίζουν να κυλάνε στο Παρίσι, η μνήμη μου καμιά φορά με προδίνει. Το καλοκαίρι εκείνο γυρίζω πίσω, ξανάρχεται στο μυαλό μου μ' όλες του τις αναμνήσεις. Άννα, Άννα! Επαναλαμβάνω τ' όνομα τούτο χαμηλόφωνα, για πολλήν ώρα μέσα στο μισοσκόταδο. Τότε ξάφνου κάτι παράξενο ανεβαίνει από μέσα μου σιγά-σιγά, κάτι που το δέχομαι, με τα μάτια κλειστά, το νιώθω απ' τ' όνομά του: Καλημέρα θλίψη".

 Το βιβλίο γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία. Κέρδισε το βραβείο των Γάλλων κριτικών, μεταφράστηκε, γυρίστηκε σε ταινία. Στην Ελλάδα γνώρισε και γνωρίζει ακόμα πολλές εκδόσεις. Μα η επιτυχία της Σαγκάν δεν σταμάτησε εδώ. Επιτυχία γνώρισαν και τα επόμενά της βιβλία, αρκετά έγιναν ταινίες, τα θεατρικά της παίζονταν από διάσημους ηθοποιούς. Κέρδισε δόξα και χρήμα, συναναστρεφόταν με διασημότητες αλλά...αλλά δυστυχώς χαράμισε τη ζωή της. Αλκοόλ, ναρκωτικά, γρήγορα αυτοκίνητα, μια άστατη ζωή. Το 1957, καθώς όπως συνήθως έτρεχε ιλιγγιωδώς, ένα δυστύχημα την άφησε για καιρό σε κώμα. Παντρεύτηκε δυο φορές, απέκτησε ένα γιο, αλλά δεν έκρυβε και τις ομοφυλοφιλικές της σχέσεις. Το 1973 πάσχει από κατάθλιψη και εισάγεται σε νευρολογική κλινική. Πέθανε άφραγκη το 2004 από πνευμονική εμβολή, σε ηλικία 69 χρονών.
Ας είναι το σημερινό post ένα μικρό μνημόσυνο σ' αυτή τη βασανισμένη ψυχή. Και μια ευκαιρία να γνωρίσουν τα έργα της νεότεροι βιβλιόφιλοι. Εμείς που την αγαπήσαμε στα νιάτα μας, εμείς που παρακολουθούσαμε όχι μόνο τα έργα της αλλά και τη ζωή και τις περιπέτειές της, τις σχέσεις της, όπως παρακολουθούνται σήμερα οι ζωές των στάρ σε όλους τους τομείς της ζωής (ποδοσφαιριστών, ηθοποιών, μοντέλων κ.λπ.) θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη, θαυμασμό αλλά και οίκτο. Ποιος ξέρει...Μπορεί η ίδια να ένιωθε ευτυχία μέσα στην άστατη ζωή της.


 

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2021

Οι Κόρες

 ALEX MICHAELIDES

Οι Κόρες
Διόπτρα, 2021
Μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Ο συνδυασμός campus novel και ψυχολογικού-αστυνομικού θρίλερ, δημιουργούν ένα καταπληκτικό συνδυασμό λογοτεχνικής γραφής. Αν προσθέσουμε σ' αυτά και την ελληνική μυθολογία, την αρχαία τραγωδία και την αγγλική ποίηση, το ενδιαφέρον κορυφώνεται.
Γεννημένος στην Κύπρο ο συγγραφέας, από Ελληνοκύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτς, έγινε ευρύτατα γνωστός με το πρώτο του μυθιστόρημα, "Η σιωπηλή ασθενής", που γνώρισε τεράστια επιτυχία, μεταφρασμένο σε πάνω από 40 γλώσσες. 
Δυο  χρόνια μετά μας δίνει το μυθιστόρημα "Οι Κόρες". Ο χώρος όπου διαδραματίζεται το έργο είναι το Κέμπριτς. Έχοντας σπουδάσει σ' αυτό ο συγγραφέας, μας μεταφέρει με τις περιγραφές του στο χώρο του διάσημου πανεπιστημίου: "Το Σεντ Κρίστοφερ ήταν ένα από τα παλαιότερα και ωραιότερα κολέγια του Κέμπριτς. Απαρτιζόταν από διάφορα προαύλια και κήπους που κατηφόριζαν ως το ποτάμι και ήταν χτισμένο σε έναν συνδυασμό από αρχιτεκτονικούς ρυθμούς-γοτθικό, νεοκλασικό, αναγεννησιακό- καθώς με το πέρασμα των αιώνων είχε ξανακτιστεί και επεκταθεί".
Βασική πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Μαριάννα. Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα από Αγγλίδα μητέρα,  πάει για σπουδές στην Αγγλία, ερωτεύεται έναν συμφοιτητή της, τον Σεμπάστιαν, και μένει εκεί. Είναι ψυχοθεραπεύτρια, ειδικευμένη κυρίως στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Σ' ένα ταξίδι για διακοπές στη Νάξο, ο Σεμπάστιαν πνίγεται. Η Μαριάννα βυθίζεται σ΄ένα ατέλειωτο πένθος με τις αναμνήσεις να την πλημμυρίζουν.
Σ' αυτή την κατάσταση την βρίσκει ένα τηλεφώνημα από την ανεψιά της Λιζ, που σπουδάζει στο Κέμπριτς και για την οποία η Μαριάννα είναι υπεύθυνη από τότε που οι γονείς της Λιζ σκοτώθηκαν σε δυστύχημα. Η Λιζ ανησυχεί γιατί η Τάρα, η καλύτερή της φίλη, έχει εξαφανιστεί. Η Μαριάννα σπεύδει στο Κέμπριτς, όπου σε λίγο η Τάρα θα βρεθεί νεκρή, ουσιαστικά σφαγμένη, με κομμένο το κεφάλι. Όταν η Μαριάννα γνωρίζει τον καθηγητή της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και κυρίως της τραγωδίας Έντουαρντ Φόσκα, είναι σίγουρη ότι αυτός είναι ο δολοφόνος. Χαρισματικός καθηγητής, με τις αίθουσες να γεμίζουν όταν αυτός διδάσκει, παριστοιχίζεται από μια ομάδα φοιτητριών που αποτελούν, όπως συχνά συμβαίνει στα Πανεπιστήμια, μια επίλεκτη ομάδα σπουδαστών. Την ομάδα του Φόσκα αποτελούν λευκοντυμένες φοιτήτριες, ονομαζόμενες Κόρες. Όνομα και διότητα ζωής-θανάτου, από την Περσεφόνη, την Κόρη της Δήμητρας που έμενε έξι μήνες στη γη κι έξι στον Άδη. Η Τάρα ήταν μια από τις Κόρες.
Σε λίγο, όταν μια δεύτερη Κόρη θα βρεθεί σφαγμένη, οι υποψίες της Μαριάννας για τη σχέση Φόσκα- δολοφόνου επιβεβαιώνονται. Προπάντων γιατί πριν από κάθε δολοφονία, τα θύματα παίρνουν μια καρτ-ποστάλ, στην οποία αναγράφεται ένα απόσπασμα. Άλλοτε από τους "Ηρακλείδες", άλλοτε από την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι", αποσπάσματα από τργωδίες του Ευριπίδη, που μιλούν για σφαγιασμό κόρης ως θυσία.
Στον κύκλο των υπόπτων όμως δεν υπάρχει μόνο ο Φόσκα. Ένας από τους νοσηλευόμενους της Μαριάννας την ακολουθεί σε κάθε της βήμα, ένας νεαρός τον οποίο γνωρίζει στο τρένο γίνεται σκιά της, ο θυρωρός του Κολλεγίου είναι επίσης ύποπτος κ.λπ. Η Μαριάννα επιμένει για τον Φόσκα. Θα είναι άραγε αυτός ή κάποιος από τα πρόσωπα που κανείς δεν υποψιάζεται;
Όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα δημιουργούν στον αναγνώστη την περιέργεια και την αδημονία να φτάσει στο τέλος, να δει ποιος είναι ο ένοχος και γιατί προέβη στο έγκλημα. Και ασφαλώς αισθάνεται μια ικανοποίηση αν τυχόν έχει μαντέψει τον δράστη. Στο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη το ενδιαφέρον κορυφώνεται καθώς στην υπόθεση εμπλέκονται ψυχοθεραπεία, αρχαίες τραγωδίες και Ελευσίνια Μυστήρια.

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2021

Αναπλάθοντας τον Παράδεισο


 Έντμουντ Κίλι
Αναπλάθοντας τον Παράδεισο
(Το ελληνικό ταξίδι, 1937-1947)
Εξάντας, 1999
Μετ. Χρύσα Τσαλικίδου
Ξεφεύγοντας μακριά από πανδημίες, πυρκαγιές, πολιτικές διαμάχες, την ταραχή του σύγχρονου κόσμου, ταξίδεψα για μέρες σε μια άλλη Ελλάδα, σε μια Ελλάδα-Παράδεισο, όπως τον ανάπλασε με το εξαιρετικό του βιβλίο ο παθιασμένος ελληνιστής, καθηγητής της ελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον συγγραφέας και μεταφραστής, Έντμουντ Κίλι (γεν.1928).
Ακολουθώντας το ταξίδι του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα Χένρι Μίλερ ((1891-1980) και του επίσης γνωστού Άγγλου Λόρενς Ντάρελ (2912-1990) στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1939, μας παρασύρει να ταξιδέψουμε μαζί τους και να δούμε την Ελλάδα με τη δική τους ματιά. Ο Ντάρελ ήταν ήδη από χρόνια εδώ (ζούσε κυρίως στην Κέρκυρα), όταν προσκαλεί τον φίλο του Μίλερ να έρθει για λίγο εδώ. Ο ενθουσιασμός και το πάθος του Μίλερ γεννούν μια μοναδική αγάπη, έναν υπέρμετρο ενθουσιασμό για κάθε γωνιά της Ελλάδας που γνώρισε. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά του εκφράζονται σ' ένα βιβλίο που έγραψε μετά την επιστροφή του στην Αμερική και εξεδόθη το 1941 με τίτλο "Ο κολοσσός του Μαρουσιού", το οποίο συνεχώς χρησιμοποιεί ο Κίλι.
Ο Μίλερ και ο Ντάρελ γνωρίζουν τον Σεφέρη, τον ζωγράφο Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον ποιητή Αντωνίου, τον Κατσίμπαλη (αυτόν τον οποίο ο Μίλερ αποκαλεί "Κολοσσό") και άλλους πνευματικούς ανθρώπους. Αποκαλούνται "συμμορία των φίλων". Σαν μεθυσμένοι από την ομορφιά της Ελλάδας τριγυρίζουν, θαυμάζουν, συζητούν. Στην Κέρκυρα κολυμπούν στο απίθανο γαλάζιο, στην Αθήνα σταματούν στο Κολωνάκι, στο Ζάππειο, στον Λυκαβητό. Γνωρίζουν την Ελευσίνα, πάνε στην Πελοπόννησο, γοητεύονται με τα νησιά, την Ύδρα, τον Πόρο, τις Σπέτσες, τον Πόρο και το Λεμονοδάσος, με την Κνωσσό, τους Δελφούς, την Επίδαυρο: Γράφει ο Κίλι: "Όποιος καθήσει σ' αυτό το επιβλητικό αμφιθέατρο, όταν είναι άδειο και σε ώρα που ο ήλιος έχει απομακρυνθεί από την καρδιά του μεσημεριού, θα βρει τη σιωπή συντριπτική και το φως όσο μυστηριακό χρειάζεται ώστε να βγάζει στην επιφάνεια τα φαντάσματα των ημιθέων και των ηρώων που είχαν κοσμήσει με την αγέρωχη παρουσία τους τη σκηνή".
Στο βιβλίο δεν αναβιώνει μόνο το φυσικό, το αρχαιολογικό και μυθικό περιβάλλον της Ελλάδας. Αναδεικνύεται και το πνευματικό και λογοτεχνικό περιβάλλον. Αναλύονται ποιήματα του Σεφέρη, του Σικελιανού, γίνεται αναφορά στον Ρίτσο, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τον ξεχωριστό ελληνολάτρη Περικλή Γιαννόπουλο. Γράφει ο Κίλι: "Σύμφωνα με τον Κολοσσό, ο Γιαννόπουλος ήταν τρελά ερωτευμένος με την ελληνική γλώσσα, την ελληνική φύση, τα ελληνικά νησιά, τα βουνά, ακόμα και με τα χορταρικά, τόσο τρελά ερωτευμένος που δεν άντεξε κι αυτοκτόνησε". Αυτοκτόνησε στεφανωμένος και μπαίνοντας στη θάλασσα καβάλλα στο άλογό του.
Συμπυκνώνοντας την αγάπη του Ντάρελ και Μίλερ με τη δική του για την Ελλάδα, γράφει ο Κίλι:
ο να γνωρίσεις πέρα ως πέρα την Ελλάδα είναι αδύνατο· για να την καταλάβεις, χρειάζεται να είσαι ιδιοφυΐα· το να την ερωτευτείς είναι το ευκολότερο πραγμα στον κόσμο. Είναι σαν να ερωτεύεσαι το δικό σου θεϊκό είδωλο, που αντικατοπτρίζεται σε χιλιάδες εκθαμβωτικές όψεις".
Τέλος του 1939 οι φίλοι χωρίζουν. Ο πόλεμος έχει αρχίσει. Ο Μίλερ δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στην Ελλάδα. Ο Έντομουν Κίλι θα συνεχίσει να καταγράφει την πορεία της Ελλάδας και μετά τη διάλυση της "συμμορίας των φίλων", μέχρι το 1947, που δεν είναι πια η Ελλάδα που γνώρισαν ο Ντάρελ και Μίλερ.
Είναι η πρώτη φορά  νιώθω πως η παρουσίασή μου είναι μόνο ένα χλωμό αντιφέγγισμα του βιβλίου. Για το οποίο δεν βρίσκω προσφυέστερο επίλογο από αυτό που γράφει η εξαίρετη κριτικός Ανθούλα Δανιήλ στην παρουσίασή της: "Όποιος δεν διάβασε το βιβλίο θα πρέπει να το διαβάσει και όποιος το διάβασε να το ξαναδιαβάσει. Μονορούφι, με λαχτάρα, αλλά και γουλιά, γουλιά για την απόλαυση της κάθε λέξης".
 
Σημ. από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί και καινούρια έκδοση του βιβλίου (2019).

 

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2021

Η αστυνομία της μνήμης


 Γιόκο Ογκάουα
Η αστυνομία της μνήμης
Πατάκης, 2020
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Τρεις βασικά λόγοι με παρακίνησαν στο διάβασμα του βιβλίου της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα (γεν. 1962) "Η αστυνομία της μνήμης": Πρώτο, γιατί πολύ μου είχε αρέσει ένα προηγούμενό της βιβλίο, "Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή". Δεύτερο, γιατί το παρουσίασε το blog Βιβλιοκαφέ που εμπιστεύομαι και τρίτο, γιατί μου αρέσουν τα έργα επιστημονικής φαντασίας.
Μου άρεσε το βιβλίο, όχι όμως τόσο όσο περίμενα. Εν πρώτοις είναι καταφανής η επίδραση του "1984" του Τζορτζ Όργουελ και του "Φαρενάιτ 451" του Ρέη Μπράντμπερι. Η Ογκάουα είχε μια πολύ καλή ιδέα αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν την εκμεταλλεύτηκε όσο και όπως θα μπορούσε. 
Το θέμα έχει ως εξής: Σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, όπου ζει η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, αρχίζουν να συμβαίνουν ανεξήγητα, παράδοξα γεγονότα. Αρχίζουν σιγά σιγά να εξαφανίζονται πράγματα. Εξαφανίζονται τα πουλιά, χάνονται τα τριαντάφυλλα, τα καπέλα, οι κορδέλες κ.λπ. Σταδιακά χάνονται πολλά είδη τροφίμων, ενώ το χιόνι πέφτει διαρκώς. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μαζί με τα πράγματα χάνονται και οι αναμνήσεις των πραγμάτων. Μια αόρατη, παντοδύναμη Αρχή, με όργανα αστυνομικούς της μνήμης, επιβλέπει τον πληθυσμό, συλλαμβάνει και εξοντώνει όποιον εξακολουθεί να θυμάται πράγματα που εξαφανίστηκαν.
Η αφηγήτρια είναι συγγραφέας κι έτσι έχουμε τη γραφή ενός μυθιστορήματος μέσα στο μυθιστόρημα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ο επιμελητής των βιβλίων της που αναφέρεται πάντα ως Ρ. εξακολουθεί να έχει αναμνήσεις και γι' αυτό κινδυνεύει, αποφασίζει να τον κρύψει. Με τη βοήθεια ενός γέρου φίλου της, δημιουργούν ένα μικρό, περίκλειστο δωμάτιο μεταξύ των δύο ορόφων του σπιτιού της, του οποίου η είσοδος, κρυμμένη κάτω από ένα χαλάκι, είναι αδύνατο να βρεθεί.
Την απώλεια των πραγμάτων ακολουθεί η απαγόρευση και το κάψιμο των μυθιστορημάτων. Φωτιές ανάβουν παντού και τα μυθιστορήματα ρίχνονται στην πυρά. Για να έρθει το αποκορύφωμα της απώλειας, με τους ανθρώπους να χάνουν μέλη του σώματός τους.
Στο βιβλίο, γραμμένο το 1994, θα μπορούσαν να δοθούν ποικίλες ερμηνείες και συμβολισμοί. Το χιόνι και η έλλειψη τροφίμων παραπέμπει στην αλλοίωση του περιβάλλοντος και τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Η αστυνομία της μνήμης παραπέμπει στον ολοκληρωτισμό που συμβαίνει στις μέρες μας, όχι πια με τον ναζισμό, τον φασισμό ή τον κομμουνισμό που μπορούν να καταπολεμηθούν, αλλά με την παντοδυναμία των μέσων που μας ελέγχουν και κατευθύνουν κάθε μας κίνηση και στα οποία οικειοθελώς υποτασσόμαστε. Και οι αναμνήσεις από συνήθειες και αντικείμενα περασμένων εποχών χάνονται σιγά σιγά.
Ενδιαφέρον το βιβλίο της Ογκάουα. Θα ήταν όμως νομίζω ακόμα πιο ενδιαφέρον αν η αφήγηση δεν ήταν τόσο επίπεδη, αν είχε περισσότερες κορυφώσεις και ανατροπές.


Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2021

Το blog μου έγινε 15 χρονών

21 Ιουνίου 2006-21 Ιουνίου 2021

 

Δεκαπέντε χρόνια...Δεκαπέντε χρόνια στις αναγνωστικές επάλξεις των blogs. Πόσα βιβλία...πόσα διαβάσματα...πόση ζωή σ'αυτά τα δεκαπέντε χρόνια! Συχνά ανατρέχω σ' αυτό το παρελθόν. Μαζί με τα διαβάσματα αναπολώ συνθήκες του βίου. Θυμάμαι γεγονότα της προσωπικής, της τοπικής, της οικουμενικής ζωής.
Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον του βιβλίου στα χρόνια που έρχονται. Μπορεί το βιβλίο με τη μορφή που το ξέρουμε να καταργηθεί. Μπορεί τα βιβλία να καταστραφούν, μπορεί όπως συνέβη στην πραγματικότητα (Ναζί) ή στη λογοτεχνική φαντασία (Φάρενάιτ 451) να καούν. Όμως θα εξακολουθήσουν να ζουν και να κυκλοφορούν στον αόρατο κόσμο του διαδικτύου.

Αγαπημένο μου blog, για άλλη μια χρονιά σε χαιρετώ και νιώθω χαρούμενη κι ευλογημένη που είσαι ακόμα μαζί μου.

Υ.Γ. Χρόνια πολλά για άλλη μια χρονιά και στο προσφιλές, συνομήλικο Βιβλιοκαφέ

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2021

Μια αυτοβιογραφία

 

Agatha Christie
Μια αυτοβιογραφία
Ψυχογιός, 2018
Μετ. Χρήστος Καψάλης
 Τόσο οι βιογραφίες όσο και οι αυτοβιογραφίες είναι ένα λογοτεχνικό είδος που ιδιαίτερα αγαπώ. Όσο κι αν ξέρω ότι σ' αυτές μπορεί να προβάλλεται μια εξωραϊσμένη άποψη της ζωής ή να παρουσιάζονται γεγονότα κατ' επιλογήν, εντούτοις είναι είδος που μου ασκεί ιδιαίτερη γοητεία. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη βιογραφία μιας τόσο αγαπημένης συγγραφέως, που τα βιβλία της μου κρατάνε απολαυστική συντροφιά εδώ και δεκαετίες, που οι βασικοί της ήρωες, ο Ηρακλής Πουαρό και η Μις Μαρπλ έπαψαν να είναι δημιουργήματα φαντασίας και έγιναν γνωστά, υπαρκτά πρόσωπα.
 Η Άγκαθα Κρίστι άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία της το 1950 και σταμάτησε το 1965. Ομολογώ ότι δεν ήταν αυτό που περίμενα. Ογκωδέστατη (πάνω από 700 σελίδες), δεν είναι μια τυπική βιογραφία. Δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ελάχιστες χρονολογίες αναφέρει, γράφει όπως της έρχονται οι αναμνήσεις. Το γράφει η ίδια στην εισαγωγή της: "Η λέξη αυτοβιογραφία παραείναι μεγαλόσχημη. Υπαινίσσεται μια συγκροτημένη μελέτη ολόκληρης της ζωής ενός ανθρώπου. Υπαινίσσεται ονόματα, ημερομηνίες και τόπους, αραδιασμένα σε τακτή, χρονολογικη σειρά. Αυτό που θέλω είναι να βουτήξω το χέρι μου στα τυφλά σε ένα βάζο και να τραβήξω από μέσα μια χούφτα ανάκατες αναμνήσεις".
Και αυτό πράγματι κάνει. Χρονολογίες δεν υπάρχουν, εκτός από ελάχιστες. Ούτε πότε γεννήθηκε αναφέρει, ούτε πότε παντρεύτηκε ούτε πότε εξεδόθη το πρώτο της βιβλίο. Περίμενα περισσότερες λεπτομέρειες για τα έργα της, πώς άρχισε να γράφει, πώς εμπνέεται τις ιστορίες της κ.λπ. Αναφέρεται βέβαια και σ' αυτά, αλλά πολύ περισσότερα γράφει για την οικογένειά της, τα παιδικά χρόνια, για τα πάμπολλα ταξίδια που έκανε, για την παρακολούθηση των ανασκαφών στην αρχαία Μεσοποταμία που αγάπησε ιδιαίτερα. Αναφέρεται ακόμα στον πρώτο της σύζυγο, τον Άρτσι Κρίστι, στρατιωτικό, υπαξιωματικό στην αεροπορία, στη γέννηση της κόρης της, στον κλονισμό της όταν ο Άρτσι της ανακοίνωσε ξαφνικά ότι ήταν ερωτευμένος με άλλη και ζητούσε διαζύγιο. Γράφει για τη γνωριμία με τον δεύτερο σύζυγό της, τον αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουαν που όλοι την απέτρεπαν να τον παντρευτεί επειδή ήταν νεότερός της, αλλά με τον οποίο έζησε μια ευτυχισμένη ζωή.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο βιβλίο. Η οικογένειά της, οι παιδικές φίλες, γκουβερνάντες, υπηρετικό προσωπικό, που περιγράφονται με τόσες λεπτομέρειες που απορείς πώς μπορεί να τα θυμάται όλα αυτά. Συνεχώς σχολιάζει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε τόσο η οικογένεια των γονιών της όσο και η ίδια πριν γίνει γνωστή, πράγμα που σε κάνει να απορείς πώς είχαν πάντοτε υπηρεσία (και  όχι μόνο ένα πρόσωπο), ή πώς μπόρεσε να διδαχτεί η ίδια κατ' οίκον και όχι σε τυπικό σχολείο. Διδάχτηκε Γαλλικά στο σπίτι με γκουβερνάντα, πιάνο, χορό, ήταν καλή παίκτρια του τέννις, του γκολφ και του μπρίτζ. Λάτρευε τα ταξίδια, ειδικά με τα τρένα και προπάντων το αγαπημένο της Οριάν Εξπρές (πώς μπορούμε να ξεχάσουμε ένα από τα καλύτερά της μυθιστορήματα, "Φόνος στο Οριάν Εξπρές ";). Αν και έζησε σε πολλά σπίτια, τα οποία περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, ποτέ δεν ξέχασε το πατρικό της, το Άνσφιλντ, στο Τορκί όπου είχε γεννηθεί.
Πέρα από τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής που φωτίζουν την προσωπικότητά της, εκείνο που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην "Αυτοβιογραφία" είναι ο φωτισμός μιας άλλης εποχής, ο τρόπος ζωής "εκείνα τα χρόνια", όπως συχνά αναφέρει η Κρίστι. Προπάντων βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις σκέψεις που, με αφορμή γεγονότα της ζωής της, ενσπείρει στη γραφή της. Γράφει για παράδειγμα: "Ένα από τα πιο τυχερά πράγματα που μπορούν να σου συμβούν στη ζωή είναι να έχεις μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Εγώ είχα μια πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Είχα ένα σπίτι κι έναν κήπο που λάτρευα, μια σοφή και υπομονετική Γιαγιά, ως πατέρα και μητέρα δυο ανθρώπους που αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλο και πέτυχαν στον γάμο τους και ως γονείς".
Αλλού σημειώνει: "Πάντοτε όταν ξυπνούσα, είχα εκείνη την αίσθηση που είμαι βέβαιη πως έρχεται φυσικά σε όλους μας, τη χαρά που ήμουν ζωντανή. Δεν εννοώ πως το αισθάνεσαι συνειδητά-δεν το αισθάνεσαι-, αλλά είσαι εκεί, είσαι ζωντανή, και ανοίγεις τα μάτια σου, και έχει ξημερώσει μια ακόμα μέρα, ένα ακόμα βήμα, ας πούμε, στο ταξίδι σου προς έναν άγνωστο τόπο. Εκείνου του πολύ συναρπαστικού ταξιδιού που είναι η ζωή σου. Όχι πως θα ήταν απαραίτητα συναρπαστική  ως ζωή, όμως θα είναι συναρπαστική για εσένα, επειδή είναι η δική σου ζωή. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία μυστικά της ύπαρξης, το να απολαμβάνεις το δώρο της ζωής που σου έχει δοθεί".
 Και η τελευταία σκέψη καθώς τελειώνει την αυτοβιογραφία της:
ι απομένει να πω στα εβδομήντα πέντε μου χρόνια; "Δόξα τω Θεώ για την καλή μου ζωή και για όλη την αγάπη που μου πρόσφερε".

Παρασκευή, Μαΐου 28, 2021

Αύγουστος


 JOHN WILLIAMS
Αύγουστος
Gutenberg, 2017
Μετ. Μαρία Αγγελίδου
Διερωτώμαι γιατί ένα τόσο σπουδαίο βιβλίο, πρωτοδημοσιευμένο (στα Αγγλικά) το 1973, άργησε τόσο πολύ να κυκλοφορήσει στην ελληνική του μετάφραση. Ένα  βιβλίο τρομερά ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που μιλά για το παρελθόν κι όμως είναι σαν να διαβάζουμε σύγχρονη ιστορία. Ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Βιργίλιος, ο Μάρκος Αντώνιος, η Κλεοπάτρα, ο Οράτιος, ο Βρούτος, ο Κάσσιος, ο Οβίδιος, ο Μαικήνας και πλήθος άλλοι, άνθρωποι που έζησαν είκοσι αιώνες πριν από την εποχή μας γίνονται πρόσωπα του παρόντος. Δραπετεύουν από τις ψυχρές σελίδες της Ιστορίας και γίνονται ,σύγχρονοι, άνθρωποι με συναισθήματα, σκέψεις, γίνονται πολιτικοί αντίπαλοι ή στοργικοί γονείς, ευαίσθητοι ή σκληροί, με πολιτικές επιδιώξεις και συνωμοσίες, αλλά και με απλά όνειρα, με την απόλαυση μιας συζήτησης, ενός γλεντιού ή τη χαρά από την ομορφιά της φύσης.
Πολύ διαφορετικό στην τεχνική από άλλα ιστορικά μυθιστορήματα, ακόμα και μυθιστορήματα που αντλούν από τη Ρωμαϊκή Ιστορία, το "Εγώ ο Καύδιος" του Ρόμπερτ Γκρέηβς ή το "Αδριανού απομνημονεύματα" της Γιουρσενάρ, ο "Αύγουστος" του Τζον Γουίλιαμς είναι γραμμένος με τρόπο που  του προσδίδει  διαχρονικότητα, το καθιστά σύγχρονο και οικείο, αν και απαιτεί κάποια προσπάθεια, κάποιο πνευματικό μόχθο από μέρους του αναγνώστη ωσότου κατανοήσει την τεχνική του και προσαρμοστεί στον ρυθμό του. Είναι η τεχνική της ποικίλης επιστολογραφίας, που δεν ακολουθεί όμως κατ' ανάγκη χρονολογική σειρά. Είναι καταγραφές συγχρόνων, άλλοτε επιστολές, άλλοτε αποσπάσματα απομνημονευμάτων ή ημερολογίων, κάποτε πρακτικά της Συγκλήτου. Μέσα από όλα αυτά τα ντοκουμέντα (φανταστικά να δεχτούμε την άποψη του συγγραφέα που μας προτρέπει: "Αν υπάρχουν αλήθειες σ' αυτό το έργο, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας. Θα είμαι ευγνώμων στους αναγνώστες που θα το διαβάσουν ακριβώς ως έργο φαντασίας") προβάλλει κυρίως η μορφή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου. Του χαρακτήρα του, των αγώνων του, της στερέωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της επικράτησης για δεκαετίες της περίφημης Pax Romana. Στα χρόνια του Αυγούστου (63 π.Χ.-14 μ.Χ.) οι εμφύλιες έριδες σταμάτησαν, οι βάρβαροι λαοί κρατήθηκαν μακριά από τα σύνορα της ρωμαϊκής επικράτειας, οι τέχνες και τα γράμματα άνθησαν.
Το έργο αρχίζει με μια επιστολή του Ιουλίου Καίσαρα προς την ανεψιά του Άτια, μητέρα του Οκτάβιου Αυγούστου, δίνοντας οδηγίες για την εκπαίδευση και τη μόρφωσή του. Ο Οκταβιανός είναι 18 χρονών, ένα παιδί, όπως συχνά τον αποκαλούν. Σ' αυτή την εκπαίδευση αχώριστοι φίλοι και σύντροφοι  ο Μαικήνας, ο Αγρίππας και ο Σαλβιδιηνός, που θα μείνουν φίλοι του ως το τέλος. Να ποια είναι η εντύπωση που έδινε όπως γράφει ο Μαικήνας, χρόνια αργότερα στον ιστορικό Τίτο Λίβιο: "Μου φάνηκε ευχάριστο και συμπαθητικό παιδί, τίποτα περισσότερο, με πρόσωπο λεπτεπίλεπτο, απ' αυτά που δείχνουν ανήμπορα ν' αντέξουν τα χτυπήματα της μοίρας. Με χαρακτήρα διστακτικό και ντροπαλό, σαν τους ανθρώπους που δεν  μπορούν να βάλουν στόχο και να τον φτάσουν. Με φωνή ευγενική, απ' αυτές που δεν μπορούν να ξεστομίσουν τα σκληρά λόγια τ' απαραίτητα σ' έναν ηγέτη. Σκέφτηκα πως θα γινόταν ίσως άνθρωπος των γραμμάτων, φυγόπονος φιλόσοφος, πως δεν είχε καν τη δύναμη ή την αποφασιστικότητα να γίνει συγκλητικός, όπως θα μπορούσε χάρη στο όνομα και στην περιουσία του". 
Κι έτσι συνεζίζεται το μυθιστόρημα. Γράφει ο Κικέρωνας στον Βρούτο, ο Μάρκος Αντώνιος στον Λέπιδο ή στην Κλεοπάτρα, ο Οράτιος στον Βιργίλιο κ.ο.κ. Έτσι προχωρεί το πρώτο μέρος του βιβλίου και μέσα από όλη αυτή την επιστολογραφία, τα απομνημονεύματα, τα πρακτικά, ανασυνθέτουμε την Ιστορία: Τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (το 44 π.Χ,) τη διαδοχή του από τον Αύγουστο, όπως ο Καίσαρας είχε ορίσει, τη σύναψη της τριανδρίας Αυγούστου-Μάρκου Αντώνιου-Λέπιδου, την εξόντωση του Πομπηίου, την ήττα των δολοφόνων του Καίσαρα στους Φιλίππους (το 42 π.Χ.), τη διαμάχη Αυγούστου-Μάρκου Αντώνιου και την ήττα του δεύτερου (μαζί με την Κλεοπάτρα) στο Άκτιο (το 31 π.Χ.) και την πλήρη επικράτηση του "ενός και μόνου", του Οκταβιανού Αυγούστου.
Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος έχει ως επίκεντρο την Ιουλία, αγαπημένη κόρη του Αυγούστου, εξορισμένη όμως από τον ίδιό της τον πατέρα σ' ένα μικρό νησί, την Παντατερία. Εκεί αναλογίζεται τη ζωή της, τους τρεις γάμους που της επέβαλε ο πατέρας της, τους έρωτες, αλλά και την έκλυτη ζωή της, πράγμα που οδήγησε στην εξορία της. Μιλάει προπάντων για τον ξεχωριστό έρωτα της ζωής της, τον Ίουλο Αντώνιο, που αυτοκτόνησε όταν ανακαλύφθηκε η συνωμοσία που εξύφαινε εναντίον του Αυγούστου. Πόσες αυτοκτονίες, πόσες δολοφονίες, πόσος θάνατος σ' αυτό το βιβλίο...
Στο τρίτο μέρος ακούμε επιτέλους και τη φωνή του ίδιου του Αυγούστου. Γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Είναι πια 76 χρονών, άρρωστος, ξέρει ότι το τέλος του είναι κοντά. Αναμνήσεις από όλη τη ζωή του, οι στόχοι, οι επιτυχίες, η επιθυμία του ν' αλλάξει τον κόσμο. Αναρωτιέται για το νόημα της ζωής, για τις δυνάμεις που κινούν την πορεία μας στον κόσμο. Γράφει: "Μεγαλώνοντας, κι ενώ ο κόσμος συνεχώς λιγοστεύει γύεω μου, συλλογίζομαι όλο και πιο συχνά αυτές τις δυνάμεις που μας σπρώχνουν μέσα στο χρόνο. Οι θεοί δεν νοιάζονται για τον δύστυχο άνθρωπο, που παλεύοντας προχωράει το δρόμο του πεπρωμένου του. Και του μιλούν τόσο λοξά και μπερδεμένα, που τελικά αναγκάζεται να ορίσει μόνος του τα νοήματα και τα μηνύματά τους".
Ίσως αυτές τις τελευταίες ώρες να θυμάται την τελευταία ομιλία που είχε με την κόρη του, όπως εκείνη την αναφέρει. "Πατέρα", ρώτησα, "άξιζε τον κόπο; Η εξουσία σου, η Ρώμη αυτή που έχτισες; Άξιζε όλους τους κόπους και τις θυσίες που αναγκάστηκες να κάνεις;" Ο πατέρας μου με κοίταξε ώρα πολλή πριν απαντήσει. Τέλος, απόστρεψε το βλέμμα του. "Πρέπει να πιστεύω ότι άξιζε", είπε. "Πρέπει κι οι δυο μας να το πιστεύουμε αυτό".
Το βιβλίο του Τζον Γουίλιαμς δεν προσφέρει μόνο ιστορική γνώση. Γίνεται για τον καθένα μας αφορμή να αναλογιστούμε πάνω στο νόημα της ζωής, στον αγώνα για δύναμη και εξουσία, στο τι θα έχουμε να αφήσουμε στον κόσμο με τον τελευταίο μας απολογισμό.