Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2020

Γεώργιος Βιζυηνός


 Δημήτρης Παπαχρήστος

Γεώργιος Βιζυηνός (Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ.Β.)
Σειρά: "Βίοι Αγίων-Υπόγειες διαδρομές.
Εκδ. Ηλέκτρα, 2005

 Όταν στο δημοτικό σχολείο απαγγέλλαμε

"Στου σπιτιού μας την αυλή
γάβου γάβου το σκυλί..."
 
ή διαβάζαμε  εκείνον τον τόσο συγκινητικό διάλογο του ναυτόπουλου με τη μάνα του, όπου εκείνη του 'λεγε "παιδί μου ώρα σου καλή" κι εκείνο τη διαβεβαίωνε "μάνα μην κλαις θα ξαναρθώ", ή όταν με βουρκωμένα μάτια διαβάζαμε τον "Παλαιολόγο" που, μαρμαρωμένος, δεν πέθανε αλλά κοιμάται, μαθαίναμε πως όλ' αυτά τα είχε γράψει κάποιος ποιητής με το παράξενο όνομα Βιζυηνός. Έπρεπε να μεγαλώσουμε, να διαβάσουμε ξανά και ξανά τα υπέροχα διηγήματά του, να συγκινηθούμε με τις περιπέτειες του βίου του, για να εκτιμήσουμε όσο έπρεπε τον Γεώργιο Βιζυηνό. Έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τον θάνατό του (1896). Κι όμως εξακολουθούν ακόμα να εκδίδονται τα έργα του, να γράφονται μελέτες γι' αυτά, να παρατίθενται καινούρια στοιχεία στη βιογραφία του.
Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου στη σειρά των εκδόσεων "Ηλέκτρα" που τιτλοφορείται "Βίοι Αγίων", έρχεται να ρίξει μια ακόμα ματιά στη ζωή και το έργο του Βιζυηνού. Δύσκολο να ενταχθεί σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Δεν είναι βιογραφία, δεν είναι κριτική μελέτη. Είναι ένας συνδυασμός βιογραφικών στοιχείων, αποσπασμάτων από έργα του, αναφορά σε κρίσεις γι' αυτόν, αλλά προπάντων είναι μια έκφραση αγάπης του συγγραφέα για τον ιδιόρρυθμο Γεώργιο Βιζυηνό, στον οποίο αναφέρεται ως τον "Τρυφερόκαρδο κύριο Γ.Β."
Γεννημένος στο μικρό, τουρκοκρατούμενο χωριό Βιζύη της Θράκης, ο Βιζυηνός γνώρισε από μικρός τον θάνατο. Του πατέρα του πρώτα, μετά ενός αδερφού του, μιας αδερφής σε βρεφική ηλικία ("Το αμάρτημα της μητρός μου"), αργότερα μιας υιοθετημένης αδερφής. Η φτώχεια τον φέρνει στην Κωσταντινούπολη ως μαθητευόμενο ραφτάκι. Η γνωριμία μ' έναν πλούσιο έμπορο από την Κύπρο, τον Γιάγκο Τσελεπή, οδηγεί τα βήματά του στο νησί, υπό την προστασία του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου. (Πού να το 'ξερα όταν μικρή έπαιζα στη γειτονιά του Τρυπιώτη, όπου και μεγάλωσα, ότι τους ίδιους δρόμους περπάτησε ο Βιζυηνός, εκεί έζησε για τέσσερα χρόνια, εκεί ερωτεύτηκε ένα νέο κορίτσι, την  Ελένη Φυσεντζίδου, γεγονός που οδήγησε το διώξιμό του από την Κύπρο!)
Ξανά στην Κωσταντινούπολη, από εκεί στη Χάλκη, αλλά η εκκλησιαστική ζωή δεν ήταν στη φύση του. Ένας άλλος πλούσιος ομογενής, ο Γεώργιος Ζαρίφης, θα γίνει ο μεγάλος προστάτης του, αυτός που θα χρηματοδοτήσει τις σπουδές που πάντα ονειρευόταν, στη Φιλοσοφική Αθηνών. "Η Αθήνα ήταν το κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας, η απτή πραγματικότητά της: σπασμένα μάρμαρα, μεγαλειώδη ερείπια ενός ένδοξου παρελθόντος, να αιωρούνται μέσα στην πλημμυρίδα ενός υπέρλαμπρου ήλιου, αλλά και βρώμα και φτώχεια, και χαμόσπιτα, πενιχρή κληρονομιά τεσσάρων αιώνων ανατολίτικης παρουσίας. Εξήντα χιλιάδες ψυχές που ονειρεύονταν την Πόλη, τη βασιλεύουσα, το "μέγα μοναστήρι".
Από εκεί θα βρεθεί στη Γερμανία, στη Γοτίγγη πρώτα, στο Βερολίνο μετά, εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή. Στην Αθήνα όμως άδικα προσπαθεί να εξασφαλίσει την υφηγεσία στο Πανεπιστήμιο. "Οι νεωτερικές απόψεις του για τη φιλοσοφία και την ψυχολογία απορρίπτονται από το πνευματικό κατεστημένο, που έχει εδραιωθεί στο πανεπιστήμιο, τις εφημερίδες και τα περιοδικά".
Δημοσιεύει ποίηση, βραβεύεται σε σχετικούς διαγωνισμούς, προωθεί τη συλλογή λαογραφικών στοιχείων, προσπαθεί να βρει συνεταίρους και χρηματοδότες για εκμετάλλευση μεταλλείων χρυσού που βρίσκονται στη Θράκη, όχι μακριά από το χωριό του. Αλλά οι ενδείξεις για την επερχόμενη τρέλα είναι ήδη παρούσες: "Η κατασπατάληση των δυνάμεών του, η βαθιά απογοήτευση, η καθημερινή ένδεια, ο παραγκωνισμός της προσωπικότητας και του έργου του, λειτούργησαν σαν θερμοκήπιο μέσα του, ένα θερμοκήπιο που θα βοηθούσε να ξεδιπλωθεί σε όλη της τη φρίκη η ασθένειά του. Μίλησε στον γιατρό για αϋπνίες, νευρικότητα, αστάθεια, διαρκή κόπωση και τσιμπιές βαθιά στα κόκαλά του, όμως εκείνος δεν μπόρεσε να βρει τι έχει..."
Το 1892 οι φίλοι του διαπιστώνουν ότι πρέπει πια να τύχει θεραπείας στο Δρομοκαΐτειο. Εκεί θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια, ενώ στα φωτεινά διαλείμματα της τρέλας του συζητά ή γράφει και πάλι ποίηση. Είναι πραγματικά εξαιρετικές οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Παπαχρήστου. Η αντίθεση ανάμεσα στην πανηγυρική ατμόσφαιρα της Αθήνας, που γιορτάζει την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, και του θανάτου του Βιζυηνού, καθιστά τον θάνατο ακόμα πιο τραγικό. Είναι η 16η Απριλίου 1896. Τον επικήδειο εκφωνεί ο Κωστής Παλαμάς. Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και στον απέριττο τάφο του χαράκτηκαν οι στίχοι του:
Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή
τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια.

 

 

 

 


 


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020

Η αίθουσα του θρόνου

Τάσου Αθανασιάδη
Η αίθουσα του θρόνου
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
2008 (εικοστή έκδοση)
1969 (πρώτη έκδοση)
Ο Τάσος Αθανασιάδης, πιο γνωστός για τα βιβλία του τα μεταφερμένα σε σειρές στην τηλεόραση (Οι Πανθέοι, Οι φρουροί της Αχαΐας) παρά για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο, μπορούμε να πούμε πως ανήκει πια στους κλασικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και είναι πραγματικά κρίμα που ακόμα και για βιβλιόφιλους της νεότερης γενιάς παραμένουν άγνωστοι ή σε ελάχιστο βαθμό γνωστοί παλαιότεροι συγγραφείς όπως ο Κοσμάς Πολίτης, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Κονδυλάκης, ο Καρκαβίτσας, ο Ξενόπουλος, ο Νιρβάνας, ο Χατζόπουλος και πλήθος άλλοι. (Δεν αναφέρω τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο Παπαδιαμάντη ή τον Βιζυηνό, γιατί γι' αυτούς κάτι μπορεί να άκουσαν στο σχολείο!). Ενώ πολλοί (και ιδιως πολλές) σπαταλούν τον χρόνο τους διαβάζοντας "ευπώλητα" και "εύπεπτα" σύγχρονα βιβλία.
Αυτά σκεφτόμουν όσο διάβαζα ή μάλλον ξαναδιάβαζα, την "Αίθουσα του θρόνου". Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έκανε να το αναζητήσω και να το  ξαναδιαβάσω ύστερα από τόσα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση. Ίσως γιατί μου είχε μείνει στη μνήμη η εικόνα μιας χαρούμενης ατμόσφαιρας, έστω κι αν ο θάνατος και οι τραγικές στιγμές δεν λείπουν από το μυθιστόρημα, η εικόνα μιας νεολαίας γεμάτης αισιοδοξία και χαρά της ζωής, ένα ελληνικό νησί γεμάτο ήλιο και θάλασσα. Ή πάλι μπορεί ξαναδιαβάζοντάς το να αναζητούσα τον παλιό, νεανικό εαυτό μου του μακρινού εκείνου διαβάσματος...
Το νησί στο οποίο διαδραματίζεται το έργο δεν κατονομάζεται. Όμως πολλά εσωτερικά στοχεεία, όπως περιγραφή τοπίων ή το καθολικό στοιχείο του νησιού, οδηγούν τη σκέψη στη Σύρο. Θα μπορούσε όμως να είναι οποιοδήποτε νησί των Κυκλάδων. Εκεί συναντάμε μια συντροφιά νέων, αγοριών και κοριτσιών, που πλημμυρισμένοι από τη χαρά και την αισιοδοξία της νιότης διασκεδάζουν, οργανώνουν ολονύκτια πάρτυ, χορεύουν, μεθούν, συχνά πάνω στο πολυτελές γιωτ ενός μυστηριώδους, πάμπλουτου Σουηδού, του Γιαρλ Γιούναρσον.
Δεκάδες πρόσωπα διακινούνται στο μυθιστόρημα. Αδύνατο να γίνει αναφορά σε όλα. Κυρίαρχο ρόλο ανάμεσα στα πρόσωπα διαδραματίζουν οι παλιές οικογένειες του νησιού, όπως η οικογένεια του Δημάρχου και η αριστοκρατική οιογένεια των Δελόγγηδων, που οι ρίζες της βυθίζονται βαθιά στην ιστορία του νησιού. Γόνος της οικογένειας ο ξεχωριστός, σοβαρός, εσωστρεφής,  Λουκάς Δελόγγης, βασικό πρόσωπο του έργου. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα και στο Παρίσι, κατέφυγε στο Άγιον Όρος όπου έμεινε για πέντε χρόνια, προς μεγάλη θλίψη και απογοήτευση της μητέρας του. Το βιβλίο αρχίζει με την επάνοδό του στο νησί, με την αποβολή του ράσου, αλλά και την ταυτόχρονη αυτοκτονία της μητέρας του, που δεν είχε αποδεχτεί ποτέ τον μοναχισμό του. Τύπος κλειστός, σοβαρός, με πνευματικές ανησυχίες, ψάχνει να βρεί τη θέση και τον ρόλο του στη ζωή.
Γυναικείο αντίστοιχο αποτελεί η Γλαύκη. Μια νέα Κυπρία που έρχεται στο νησί για να παραστεί στα εγκαίνια του μνημείου που στήθηκε για τους αγωνιστές της Αντίστασης, ανάμεσα στους οποίους υπήρξε και ο πατέρας της. Ποιήτρια, ευαίσθητη, αταίριαστη με την ελαφρότητα και τον ερωτισμό που συναντά στο νησί, είναι δοσμένη συνεχώς στη μνήμη του πατέρα της και στο μαρτύριό του.
Ωραίος τύπος του νησιού, φίλος του Λουκά, ο αρχαιολόγος Ανδρουλής που ανασκάπτει τη νησιώτικη γη, με συγκίνηση αναζητώντας το παρελθόν της.
Ξεχωριστή μορφή αποτελεί και ο Καθολικός ιερέας και καθηγητής, ο περ Γκρεκουάρ. Έτοιμος να συμβουλέψει, να καθοδηγήσει, να κατανοήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, να συγχωρέσει. Και θα χρειαστεί αυτή η συγχώρεση, όταν θα αποδειχτεί ότι ο πάμπλουτος Σουηδός που ήρθε με πρόθεση να ευεργετήσει το νησί υπήρξε ένας άλλος στο παρελθόν.
Στον αντίποδα του Λουκά Δελόγγη συναντούμε τον ξάδερφό του, τον Παντιά Φλέρη. Έναν χαρακτήρα αμοραλιστή, εγωιστή, κυνικό, δοσμένο στις ηδονές, που θα φτάσει στο σημείο να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο του πατέρα του.
Η αξία όμως του μυθιστορήματος δεν έγκειται μόνο στις θαυμάσιες περιγραφές, ούτε στους χαρακτήρες. Τα πρόσωπα είναι φορείς ιδεών. Συζητήσεις με  πνευματικό περιεχόμενο, το θέμα της αμαρτίας και της μετάνοιας, το θέμα του πεπρωμένου είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται στο βιβλίο. Χαρακτηριστικός είναι και ο τίτλος, παρμένος από μια ρήση του περ Γκρεκουάρ, φράση που επαναλαμβάνει και ο Λουκάς: "Έρχεται μια μέρα όπου η μεγαλειότητά μας, ο εαυτός μας, είναι ανάγκη να περάσει στην αίθουσα του θρόνου με τους αυλικούς του, το νου και την καρδιά, για ν' αποφασίσει πάνω στον καταστατικό χάρτη της ζωής του, δηλαδή ν' ασχοληθεί με το μέλλον του..."
Ανάμεσα  στη δράση, τις συζητήσεις, τους προβληματισμούς, προβάλλουν συνεχώς εικόνες μοναδικής ομορφιάς του πανέμορφου νησιώτικου τοπίου."Η θάλασσα ούτε ακουότανε. Κάποιες άχνες σμίγανε να γίνουνε σύννεφα. Ένα σμάρι φιλαρίδες έφευγε για το Λιβυκό. Τα τζττζίκια στα γύρω φτενά λιόδεντρα είχανε γανιάσει να συρίζουν "καλοκαίρι...καλοκαίρι...καλοκαίρι...". Ξαφνικά, ένα άσπρο καράβι πρόβαλε ανάμεσα πελάγου κι ουρανού. Το συνοδέψανε με τις ματιές τους σα γλάροι".
 Οι χαρακτήρες, η δράση, οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί μαζί με την πλούσια, ενίοτε ποιητική γλώσσα, συνδυασμένα με τη γοητεία του κυκλαδίτικου νησιού, καθιστούν το βιβλίο ένα ξεχωριστό ανάγνωσμα.

Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2020

Όταν η ανάσα γίνεται αέρας

PAUL KALANITHI
Όταν η ανάσα γίνεται αέρας
Πατάκης, 2017
Μετ. Άννα Παπασταύρου
"Κοίταξα μία προς μία τις αξονικές τομογραφίες, η διάγνωση προφανής: οι πνεύμονες είχαν προσβληθεί από αμέτρητους όγκους, η σπονδυλική στήλη είχε παραμορφωθεί, ένας ολόκληρος λοβός του ήπατος είχε καταστραφεί. Καρκίνος ευρύτατα διεσπαρμένος. Ήμουν ειδικευόμενος νευροχειρουργός στο τελευταίο έτος της ειδικότητας. Τα τελευταία έξι χρόνια είχα εξετάσει πλήθος τέτοιες τομογραφίες, με την απώτερη ελπίδα πως κάποια αγωγή μπορεί να ωφελούσε τον ασθενή. Όμως αυτή η τομογραφία ήταν διαφορετική: ήταν η δική μου".
Έτσι αρχίζει το βιβλίο του Πωλ Καλανίθι, του νευροχειρουργού που πέθανε τον Μάρτιο του 2015 από καρκίνο των πνευμόνων, στα τριανταέξι του χρόνια. Ένα βιβλίο το οποίο άρχισε να γράφει αφού διαγνώστηκε με καρκίνο στο τέταρτο στάδιο και στο οποίο καταγράφει τη ζωή, αλλά και την πορεία του προς τον θάνατο, παρεμβάλλοντας ταυτόχρονα σκέψεις και εμπειρίες.
 Η μητέρα του από μικρό τον είχε μυήσει στη λογοτεχνία. Τα διαβάσματά του πολλά και ποικίλα: Από τον Κόμη Μοντεχρίστο, στον Ροβινσώνα Κρούσο, στον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, στον Ντίκενς, στον Δον Κιχότη, Σαρτρ, Καμύ... Φυσικό να στραφεί προς τη λογοτεχνία με πρώτο πτυχίο στις αντίστοιχες σπουδές. Όμως τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής δεν έπαψαν να τον απασχολούν. Αυτά τα ερωτήματα τον στρέφουν προς την ιατρική: "Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος, σκέφτηκα, που η γλώσσα της ζωής βιώνεται-η γλώσσα του πάθους, της πείνας, της αγάπης-να έχει κάποια σχέση, οπωσδήποτε περίπλοκη, με τη γλώσσα των νευρώνων, των πεπτικών οδών και των χτύπων της καρδιάς". Αλλού πάλι θα πει: "Σπούδαζα ιατρική για να γίνω μάρτυρας του διττού μυστηρίου του θανάτου, να γνωρίσω τις εμπειρικές και τις βιολογικές εκφάνσεις του: βαθιά προσωπικές και ταυτόχρονα υπέρτατα απρόσωπες". Έτσι τον κερδίζει η νευροχειρουργική και οι βιοεπιστήμες.
Το βιβλίο δεν ακολουθεί μια χρονολογική ή νοηματική σειρά. Παρεμβάλλοντας γεγονότα της ζωής του, αναφέρεται στην πορεία της αρρώστιας. Τα πρώτα συμπτώματα, απώλεια βάρους και πόνοι στην πλάτη, αποδίδονται αρχικά στην κούραση. Όμως σύντομα έρχεται η διάγνωση: Καρκίνος. Οι χημειοθεραπείες αρχίζουν. Μάταια ζητά από την γιατρό του να του πει μια πρόβλεψη: Πόσος καιρός του μένει; Ξέρει καλά πως τέτοια πρόβλεψη ούτε μπορεί ούτε είναι σωστό να γίνει. Έχει όμως διαλείμματα που αισθάνεται καλύτερα. Τότε ξαναμπαίνει στο χειρουργείο. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος περιγραφής συγκεκριμένων περιπτώσεων. Για παράδειγμα, η πρώτη φορά που διενήργησε τοκετό κατά την εκπαίδευσή του ή η λεπτομερής περιγραφή νεκροψίας δεν ξεχνιούνται. Και ενδιάμεσα στα γεγονότα σκέψεις, σκέψεις και προβληματισμοί.  Για τη ζωή και τον θάνατο, για τον Θεό, για το νόημα της ζωής, αλλά κυρίως γύρω από το ιατρικό επάγγγελμα. Γράφει αλλού: "Το καθήκον του γιατρού δεν είναι να αποσοβεί τον κίνδυνο του θανάτου ή να επαναφέρει τους ασθενείς στην πρότερη ζωή τους, αλλά να παίρνει στα χέρια του έναν ασθενή και την οικογένειά του, των οποίων η ζωή έχει διαλυθεί και να δρα ωσότου αυτοί μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους, να αντιμετωπίσουν και να κατανοήσουν βαθιά, την ίδιά τους την ύπαρξη".
Οι τελευταίες 25 περίπου σελίδες του βιβλίου όπου περιγράφονται οι τελευταίες του στιγμές, είναι γραμμένες από τη σύζυγό του, επίσης γιατρό. Γράφει: "Είπε καθαρά, με φωνή σιγανή αλλά σταθερή: Είμαι έτοιμος". Με το "έτοιμος" εννοούσε να του αφαιρέσουμε το αναπνευστικό βοήθημα, να του αρχίσουμε μορφίνες, να πεθάνει." Πράγμα που έγινε εννιά ώρες μετά.
Παρ' όλο ότι είναι ένα βιβλίο περιγραφής της πορείας προς τον θάνατο, δεν είναι  καταθλιπτικό βιβλίο. Είναι περισότερο ένα βιβλίο προβληματισμού. Ποιο το νόημα της ζωής, ποια η σχέση του εγκεφάλου με τη συνείδηση ή το συναίσθημα ή όλες τις άλλες  ψυχικές λειτουργίες. Απαντήσεις βέβαια δεν δίνονται ούτε είναι δυνατό να δοθούν. Δίνει όμως την ευκαρία στον αναγνώστη να ξεφύγει από τα καθημερινά και επιφανειακά και για λίγο έστω να προβληματιστεί γύρω από την ουσία της ύπαρξής του.

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2020

Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα

George Simenon
Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα
Άγρα, 2019
Μετ. Αργυρώ Μακάρωφ
Για τους λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος ασφαλώς ο Ζωρζ Σιμενόν (1903-1989) και ο πρωταγωνιστής των αστυνομικών του ιστοριών επιθεωρητής Μαιγκρέ είναι πρόσωπα γνωστά και οικεία. Και σ' αυτό εδώ το blog αρκετές είναι οι σχετικές αναρτήσεις: Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, 
Απορεί και θαυμάζει κανείς αυτή την πληθωρική συγγραφική δημιουργία. Δεκάδες τα μυθιστορήματα (και όχι μόνο αστυνομικά), διηγήματα, άρθρα. Αλλά εκτός από την ποσότητα, δυο άλλα στοιχεία εντυπωσιάζουν στα μυθιστορήματα του Σιμενόν. Πρώτο, το ότι παρ' όλο τον τεράστιο αριθμό τους, ο συγγραφέας κατορθώνει να προσδίδει μια ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία στο καθένα, ούτως ώστε ο αναγνώστης δεν βαριέται, δεν κουράζεται από την επανάληψη παρόμοιων τεχνικών και υποθέσεων, όπως συχνά συμβαίνει με σύγχρονους συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, που μετά από την ανάγνωση 2-3 βιβλίων τους είναι τόσο επαναλαμβανόμενοι ώστε δεν έχεις διάθεση ή επιθυμία να διαβάσεις άλλα. Και δεύτερο, αν και τοποθετούνται κατά κανόνα σε περασμένες εποχές (όπως το παρόν που διαδραματίζεται το 1955), έχουν τη φρεσκάδα και την επικαιρότητα σημερινών γεγονότων. Έτσι και στο "Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα" είναι, ειδικά για μας εδώ στην Κύπρο, σαν να  διαβάζουμε μια ιστορία του δικού μας serial killer, που δεν πάει πολύς καιρός που σκότωσε και πέταξε σε πηγάδια και λίμνες επτά γυναίκες, μια από αυτές μικρό κορίτσι. 
Στην ιστορία του Σιμενόν, πέντε νέες γυναίκες δολοφονούνται σε διάστημα έξι μηνών. Ο Μαιγκρέ και οι συνεργάτες του προσπαθούν να εντοπίσουν τον δολοφόνο μελετώντας τα κοινά χαρακτηριστικά των δολοφονιών. Και οι πέντε φόνοι διαπράττονται βράδυ, όχι πολύ αργά αλλά οπωσδήποτε στο σκοτάδι, γίνονται στην ίδια γειτονιά του Παρισιού, στο 18ο διαμέρισμα, στην περιοχή της Μονμάρτης, αφορούν νέες γυναίκες που επέστρεφαν μόνες στο σπίτι. Ακόμα, διαπράττονται με μαχαίρι, με το οποίο ξεσχίζονται και τα ρούχα των θυμάτων, αλλά χωρίς σεξουαλική κακοποίηση.
Την ιδέα για τον τρόπο που πρέπει να δράσει ο Μαιγκρέ του τη δίνει μια συζήτηση που γίνεται ένα βράδυ στο σπίτι ενός φίλου του, γιατρού, στο οποίο είναι καλεσμένος και κάποιος διάσημος Καθηγητής Ψυχιατρικής, διευθυντής φρενοκομείου. Το μέρος αυτό του μυθιστορήματος είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον, καθώς η συνομιλία περιστρέφεται γύρω από την ψυχολογία των δολοφόνων. Η συζήτηση δίνει στον Μαιγκρέ την έμπνευση να εφαρόσει μια μέθοδο που στηρίζεται κυρίως στην ψυχολογία των εγκληματιών αυτού του τύπου, μέθοδος που αποδεικνύεται επιτυχής.
Οι σύντομοι χαρακτηρισμοί των προσώπων, η επίσης σύντομη αναφορά στο εξωτερικό περιβάλλον, σταγόνες βροχής ή ζέστη, προσφιλείς συνήθειες όπως η κατανάλωση μπίρας, οι διάλογοι που αφθονούν στο βιβλίο, όλα συμβάλλουν στο να καθιστούν τα ευσύνοπτα μυθιστορήματα του Σιμενόν ένα ευχάριστο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα.
Σημ. Το βιβλίο μεταφέρθηκε δυο φορές στον κινηματογράφο. Το 1958 με τον Zean Gabin στον ρόλο του επιθεωρητή Μαιγκρέ και το 2016 με πρωταγωνιστή τον Rowan Atkinson (τον γνωστό μας Mr.Bean).

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2020

Θέα Ακρόπολη

Λουκία Δέρβη
Θέα Ακρόπολη
Μεταίχμιο, 2019
"Hotel Excelsior" ή "Ξενοδοχείο πολυτελείας" θα μπορούσε να είχε τιτλοφορηθεί το "συμπαθητικό" (δεν βρίσκω προσφυέστερο χαρακτηρισμό), ευσύνοπτο (μόνο 168 σελίδες) μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη. Η δημιουργός του προτίμησε τον τίτλο "Θέα Ακρόπολη", με τον οποίο συνοψίζει και υπονοεί τόσο την τοποθεσία όσο και την απαίτηση των πελατών να έχουν τα δωμάτιά τους θέα προς την Ακρόπολη, όπωςς και πράγματι έχουν τα πολυτελέστερα και ακριβότερα δωμάτια των ξενοδοχείων που βρίσκονται στον περίγυρο του Ιερού Βράχου.
Εκεί, στην Πλατεία Συντάγματος, βρίσκεται το ξενοδοχείο-πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα. Όσοι έτυχε να ζήσουν έστω και για λίγες μέρες σ' ένα παρόμοιο ξενοδοχείο εύκολα αναγνωρίζουν τους χώρους, την επίπλωση, τη διακόσμηση, την όλη ατμόσφαιρα καθώς και τα πρόσωπα που το ζωντανεύουν: Από τον ακοίμητο φρουρό της εισόδου, τον σοβαρό θυρωρό, ως τη ρεσεψιόν με τους χαμογελαστούς υπαλλήλους κι από το παιδί που θα μεταφέρει τις αποσκευές ως τις καμαριέρες, τους σερβιτόρους και όλο το υπόλοιπο προσωπικό που δίνει ζωή στο άψυχο κτίριο.
Χρονικά το μυθιστόρημα τοποθετείται στο καλοκαίρι του 1992, αρχίζοντας με μια έκρηξη προερχόμενη από δράση της 17 Νοέμβρη. Με παρόμοιες, σύντομες νύξεις η συγγραφέας μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής, μιας εποχής ζωντάνιας και ευμάρειας. Η περιγραφική δύναμη της συγγραφέως είναι εξαιρετική: "Στη σκιά του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης, τα δαιδαλώδη δρομάκια της Πλάκας γέμιζαν σαν μελίσσια με το βουητό των γκρουπ, οι ξεναγοί περπατούσαν κρατώντας ψηλά τα αναγνωριστικά σημαιάκια και πληροφορούσαν τους τουρίστες για τα αρχαία μνημεία, οι κράχτες τους καλούσαν επίμονα να γευματίσουν στις ταβέρνες, οι καταστηματάρχες των τουριστικών και των δερμάτινων ειδών ξεφυσούσαν παριστάνοντας πως δεν δέχονταν παζάρια στις τιμές, ενώ ο νεαρός στο περίπτερο με τη διαφημιστική γκρίζα τέντα δεν προλάβαινε να παγώνει μπουκαλάκια νερού στο ψυγείο".
Με την ίδια λεπτολόγα περιγραφή μεταφερόμαστε σ' όλους τους χώρους του ξενοδοχείου. Από την είσοδο ως το lobby, από τα πολυτελή δωμάτια του έβδομου ορόφου στα σαλόνια και την τραπεζαρία, κι από τα μαγειρεία και τα υπόγεια ως την πισίνα και τις δεξιώσεις. Παρ' όλο που πολλά από τα πρόσωπα του ξενοδοχείου αναφέρονται ονομαστικά με τα χαρακτηριστικά και τον ρόλο που διαδραματίζουν, εντούτοις η ιστορία επικεντρώνεται σε τέσσερα κυρίως πρόσωπα. Είναι η  Θέκλα, μια πολύ όμορφη και ικανή καμαριέρα, γι' αυτό και είναι τοποθετημένη στον 7ο executive όροφο με θέα την Ακρόπολη. Από καιρού εις καιρόν προσφέρει και άλλου είδους "υπηρεσίες" σ΄έναν πλούσιο, τακτικό πελάτη του ξενοδοχείου. Έχει ένα παιδί από τον σύντομο γάμο της με τον Παρμενίωνα, μέλος του προσωπικού ασφαλείας του ξενοδοχείου, από τον οποίο χώρισε λόγω του βίαιου χαρακτήρα του, αλλά που δεν έπαψε να την ελκύει και να ξαναδοκιμάζει τη συμβίωση μαζί του. Με την Θέκλα είναι ερωτευμένος ο Μάκης, υπεύθυνος της ρεσεψιόν, ένας ωραίος, εσωστρεφής τύπος με μόνο ελάττωμα να σέρνει, λόγω ατυχήματος, το αριστερό του πόδι. Ερωτευμένη μ' αυτόν μια άλλη υπάλληλος, η Χαρούλα, υπεύθυνη πωλήσεων,
Πλήθος βεβαίως και οι υψηλού οικονομικού στάτους πελάτες του ξενοδοχείου, με τις ιδιορρυθμίες και τις απαιτήσεις τους. Η συγγραφέας μας αποκαλύπτει πολλά από όσα συμβαίνουν πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, προβάλλοντας αντιθετικά από τη μια τη ζωή και τις ιδιοτροπίες των επιφανών του πλούτου κι από την άλλη όλη την κούραση, τον αγώνα της βιοπάλης και τα προσωπικά δράματα των εργαζομένων.
Σε μια συνέτευξή της η συγγραφέας δήλωσε: "Στο Θέα Ακρόπολη θέλησα να στήσω μια παράσταση για να αποκαλύψω στα μάτια του αναγνώστη τον αόρατο κόσμο των παρασκηνίων του θεάτρου μου".
Πράγματι, η σκηνοθετική της ικανότητα είναι εξαιρετική κι αυτό, πιστεύω, είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μυθιστορήματος. Πέρα όμως από τη σκηνοθεσία θα ήθελα να είχε δοθεί μεγαλύτερος ρόλος και στο ίδιο το έργο. Περισσότερη δράση, μεγαλύτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Π.χ. στο ξενοδοχείο μια πελάτισσα αυτοκτονεί. Το θέμα όμως μένει ως εκεί, δεν αναπτύσσεται περισσότερο, το γεγονός απλώς αναφέρεται χωρίς να συνδέεται ή να επηρεάζει τη ζωή των προσώπων.
Γενικά όμως το μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον και μπορεί να θεωρηθεί ως ευοίωνη αρχή για τη συγγραφική πορεία της συγγραφέως. 

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2020

Το βιβλίο στην εποχή του διαδικτύου



Η ιστορία της γραφής και της αποτύπωσής της σε κάποιο υλικό χάνεται μέσα στους αιώνες. Από τη σφηνοειδή γραφή των Σουμερίων και τη χάραξή της σε πλίνθινες πλάκες, ως τα ιερογλυφικά της Αιγύπτου, τις σκαλισμένες σε πέτρα ή αγάλματα επιγραφές της αρχαίας Ελλάδας και αργότερα  τα χειρόγραφα σε παπύρους και περγαμηνές, φτάσαμε στη μεγάλη επανάσταση του Γκούτενμπεργκ με την τυπογραφία. Πέντε αιώνες περίπου αργότερα συναντάμε στην εποχή μας μια εντελώς καινούρια μορφή γραφής. Την άυλη ηλεκτρονική γραφή και την όλο και ολένα συχνότερη χρήση της στην αποτύπωση του γραπτού λόγου. Εφημερίδες και περιοδικά, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, άρθρα, ειδήσεις κατακλύζουν τον κυβερνοχώρο, σε σημείο που αρκετά μέσα έχουν πάψει πια να εκδίδονται με την παραδοσιακή μορφή που ξέραμε ως τώρα, ή παράλληλα  κυκλοφορούν και σε ψηφιακή μορφή, όπως συμβαίνει με όλες σχεδόν τις  εφημερίδες.
Τι γίνεται όμως με το βιβλίο; Πριν από περίπου οχτώ χρόνια, το 2012,  έγραφα στο blog μου:
"Χτες είχα τη μεγάλη χαρά να αποκτήσω τον πρώτο μου e-reader, την πρώτη μου συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης, που από καιρό ήθελα. Πέρασα την ημέρα εξερευνώντας τον, προσπαθώντας να κατανοήσω τη λειτουργία του, να κατεβάζω και να αποθηκεύω βιβλία (...)
 Ω, τι απόλαυση! Να κρατάς μια σελίδα που περιέχει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη! Μ' ένα άγγιγμα να ξεφυλλίζεις βιβλία, ν' αφήνεις το ένα να πιάνεις το άλλο. Να ταξιδεύεις και να μην έχεις την έγνοια αν θα σε φτάσει το βιβλίο που πήρες μαζί σου. Να πηγαίνεις διακοπές και να μη χρειάζεται να βαρυφορτώνεις τις αποσκευές σου".
Πόσο παιδαριώδης μου φαίνεται σήμερα εκείνη η έκρηξη χαράς. Αν εξαιρέσουμε το kindle, τη συσκευή ανάγνωσης της Amazon, σήμερα συσκευές ανάγνωσης μπορούν να είναι όλα τα ηλεκτρονικά μέσα: Υπολογιστές, τηλέφωνα, tablet...Πράγματι. Η πρώτη εκείνη συσκευή ανάγνωσης που με τόση χαρά είχα αγοράσει αχρηστεύθηκε, χάθηκε, δεν  υπάρχει πια. Τώρα δεκάδες βιβλία έχω "κατεβασμένα", άλλα αγορασμένα και άλλα που βρήκα δωρεάν, στο κινητό ή το i-pad μου.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσαν απόψεις φίλων που συχνά ακούω:"Δεν μου αρέσει το ηλεκτρονικό διάβασμα (κι ας είναι όλη μέρα στο fb!), ή "άλλο πράγμα το ξεφύλλισμα του βιβλίου, η μυρωδιά του χαρτιού..." Έχω την άποψη πως όσοι εκφράζονται μ' αυτό τον τρόπο είναι γιατί, είτε δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ το ηλεκτρονικό διάβασμα ή  διαβάζουν μόνο 1-2 βιβλία τον χρόνο. Όσοι όμως βλέπουν το σπίτι τους να πλημμυρίζει σιγά-σιγά από βιβλία που δεν ξέρουν πια πού να τα βάλουν, όσοι πάνε διακοπές ή ταξίδι και χρειάζονται περισσότερα από ένα βιβλία, όσοι θέλουν να έχουν ανά πάσα στιγμή μαζί τους όλο τον Καβάφη, για παράδειγμα, γιατί μπορεί ξαφνικά να θέλουν να θυμηθούν ένα ποίημά του, όσοι θέλουν να περιηγηθούν σ΄ένα βιβλιοπωλείο ή ν' αγοράσουν κάποιο βιβλίο χωρίς να μετακινηθούν από το σπίτι τους (η περίπτωση του πρόσφατου lockdown δεν εμπόδισε εμάς του ηλεκτρονικού διαβάσματος ν' αγοράσουμε καινούρια βιβλία), όσοι λόγω προβλημάτων όρασης θέλουν να μεγαλώνουν τα τυπογραφικά στοιχεία, όσοι δεν  θέλουν να ενοχλούν όποιον κοιμάται δίπλα τους έχοντας αναμμένο το φως, όλοι αυτοί αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα του e-book. 
Αλλά τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής ανάγνωσης δεν σταματούν εδώ. Μπορείς να σημειώνεις, να υπογραμμίζεις, να ξαναβρίσκεις εύκολα τις αντίστοιχες σελίδες, να κάνεις αναζήτηση και να εντοπίζεις αμέσως πού αναφέρεται ένα όνομα ή κάτι άλλο που θέλεις, να κλείνεις το βιβλίο κι εκείνο, όταν το συνεχίζεις, να ανοίγει στο σημείο που το άφησες...
Προλαμβάνω ένα ερώτημα: Δηλαδή προτιμάς τα e-books από τα χάρτινα βιβλία; Ψυεδοδίλημμα μου φαίνεται. Τα χάρτινα βιβλία έχουν περισσότερο συναισθηματική αξία. Μας θυμίζουν πού και πότε  αγοράσαμε ένα βιβλίο, ποιος πιθανόν μας το χάρισε, μπορεί να βρούμε ανάμεσα στις σελίδες του ένα εισιτήριο θεάτρου ή ένα ξεραμένο λουλούδι. Μπορεί να είναι μια πανέμορφη έκδοση, τέτοια που ποτέ δεν θα γίνει η ηλεκτρονική, ναι, ακόμα και η μυρωδιά του χαρτιού μπορεί να μας συγκινεί. Οι δύο μορφές βιβλίου  συνυπάρχουν για την ώρα, και πιστεύω, για πολλά ακόμα χρόνια. Θα έρθει άραγε η ώρα που, όπως η τυπογραφία εξαφάνισε τα χειρόγραφα βιβλία, το ηλεκτρονικό θα εξαφανίσει το χάρτινο; Κανείς δεν  μπορεί να προβλέψει το απώτερο μέλλον.

Σημ. Μια χρησιμότατη ιστοσελίδα, στην οποία ο δημιουργός της Μιχάλης Καλαμάρας δημοσιεύει οτιδήποτε έχει σχέση με τα e-books, άρθρα, διευθύνσεις, ενημέρωση για σχετικά συνέδρια κ.λπ. είναι η σελίδα http://www.eanagnostis.gr/ στην οποία μπορεί να βρει κάποιος άλλες ιστοσελίδες που αφορούν το ηλεκτρονικό βιβλίο, πολλά από τα οποία διατίθενται δωρεάν.

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2020

Φαρενάιτ 451

Ρέη Μπράντμπερη
Φαρενάιτ 451
Εκδ. Γρηγόρη, χ.χ.
Μετ. Τζένη Βαγιάνου
Παλιό, γνωστό, πολυμεταφρασμένο (μόνο στα ελληνικά κυκλοφορούν τέσσερις εκδόσεις σε διαφορετικές μεταφράσεις), μεταφερμένο στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τρυφό (1966), το βιβλίο του Μπράντμπερη αποτελεί εμβληματικό έργο επιστημονικής φαντασίας. Γραμμένο το 1953 διαβάζεται σήμερα όχι σαν φαντασία πια, αλλά σαν μια σημερινή πραγματικότητα, αφού πολλά από όσα ο Μράντμπερη φαντάστηκε αποτελούν τώρα υλοποιημένο παρόν: Η κυριαρχία της εικόνας, η μουσική που σε ξεκουφαίνει, η καταφυγή στα ηρεμιστικά, η αποξένωση, η απομάκρυνση από τη φύση, η ταχύτητα, η τεχνολογία, η υποβάθμιση του βιβλίου...
Στο σπίτι του μέλλοντος, όπως προφητικά το περιγράφει ο συγγραφέας, οι τοίχοι του σαλονιού είναι τεράστιες τηλεοράσεις από όπου διαρκώς ακούγονται ήχοι (πόσο απέχουμε σήμερα αναζητώντας ολοένα και μεγαλύτερες τηλεοράσεις;) Οι άνθρωποι έχουν διαρκώς στ' αυτιά τους την "αχηβάδα" ή "σκώρο", όπως μεταφράζεται, μικροσυσκευές από τις οποίες και πάλι διαρκώς εκπέμπονται ήχοι Άραγε δεν είναι μια γνώριμη σημερινή εικόνα της νεολαίας μας; Και πόσο τα χάπια που κατανάλωναν οι άνθρωποι του Μπράντμπερη για να ηρεμήσουν από την ένταση που δημιουργούσε ο τεχνολογικός πολιτισμός, σε σημείο που χρειάζονταν πλύση στομάχου, διαφέρουν από τα ηρεμηστικά, τα αγχολυτικά και τα υπνωτικά χάπια που σήμερα καταναλώνονται;
Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα είναι ο πυροσβέστης Γκάη Μόνταγκ. Ένας πυροσβέστης που όπως και οι υπόλοιποι πυροσβέστες, δεν σβήνει αλλά ανάβει φωτιές για να κάψει βιβλία. Σ' αυτό τον μελλοντικό κόσμο τα βιβλία έχουν απαγορευτεί, γιατί δημιουργούν προβληματισμό, αμφισβήτηση, δυστυχία, σε μια κοινωνία που το μόνο που θέλει και επιδιώκει είναι να είναι ευτυχισμένη. Δέκα χρόνια ο Μόνταγκ ασκεί αυτό το επάγγελμα. Η αμφιβολία όμως αρχίζει να τον κυριεύει και  προβληματίζεται, όταν μια γυναίκα της οποίας έκαιγαν το σπίτι γιατί βρέθηκαν σ' αυτό βιβλία, αρνείται να φύγει και καίγεται μαζί με τα βιβλία της. Ο προβληματισμός του Μόνταγκ θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο όταν συναντάει ένα κορίτσι, την Κλάρις, να περπατά στη γειτονιά, πράγμα πολύ ανυνήθιστο μια και όλοι εποχούνται και μάλιστα τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, που του μιλάει για την ομορφιά της φύσης και για περασμένες εποχές, τότε που οι άνθρωποι είχαν χρόνο, κάθονταν στις βεράντες τους, συνομιλούσαν μεταξύ τους, είχαν κάτι να πουν. Ο Μόνταγκ μπαίνει στον πειρασμό να κλέψει μερικά βιβλία. Τώρα κινδυνεύει και ο ίδιος.
Αργότερα  θα συναντήσει τον Φάμπερ, έναν πρώην καθηγητή λογοτεχνίας που θα του αποκαλύψει πως μέσα σ' αυτόν τον ζοφερό κόσμο υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας. Μια μυστική κοινότητα έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους-βιβλία. Καθένας αναλαμβάνει να απομνημονεύσει ένα βιβλίο. Κάποιος είναι η  "Πολιτεία" του Πλάτωνα, άλλος  ο Άινσταϊν, ο Αριστοφάνης, ο Λίνκολ κ.λπ. (Βεβαίως σήμερα με τη διαδικτυακή μεταφορά και γραφή των βιβλίων, τίποτα δεν χάνεται, αλλά αυτό βέβαια δεν μπόρεσε να το φανταστεί ο Μπάντμπερη).  Το μυθιστόρημα τελειώνει αισιόδοξα: Το βιβλίο, με τη μια ή την άλλη μορφή, δεν θα χαθεί.

Σημ. 1. Ο τίτλος αναφέρεται στη θερμοκρασία στην οποία μπορεί να δημιουργηθεί αυτανάφλεξη. Δηλ. κάποια υλικά, όπως το χαρτί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, όταν φτάσουν σ' αυτή τη θερμοκρασία αναφλέγονται από μόνα τους.
2. Προτιμήστε να διαβάσετε μια διαφορετική έκδοση απ' αυτήν του "Γρηγόρη". Είναι και κακή έκδοση και κακή μετάφραση.