Σάββατο, Ιουνίου 15, 2019

Το Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου

Χίρο Αρικάουα
Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου
Μετάφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Μίνωας, 2018
Αν εξαιρέσω τον "Παπουτσωμένο γάτο" που μας γοήτευε στο παιδικό παραμύθι, ποτέ δεν συμπάθησα τα βιβλία στα οποία αφηγητής είναι ένα ζώο. Κι αυτός ακόμα " Ο Μάγκας" της αγαπημένης μου Πηνελόπης Δέλτα, δεν ήταν από τα πιο προσφιλή μου έργα της. Έτσι, με κάποια επιφύλαξη άρχισα να διαβάζω "Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου" που μου δάνεισε φίλη, ενθουσιασμένη με την ανάγνωσή του.
Η επιφύλαξη σύντομα έδωσε τη θέση της στο ενδιαφέρον, στην περιέργεια για τη συνέχεια, εν τέλει στην απόλαυση ενός ωραίου, τρυφερού, γεμάτου ευγένεια και καλοσύνη έργου. Πολλοί, πιστεύω, ήταν οι λόγοι γι' αυτή τη μεταστροφή. Εν πρώτοις, δεν αποτελεί ολόκληρο το έργο αφήγηση του πρωταγωνιστή γάτου. Η δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όσα έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, οι διάλογοι, η άκφραση σκέψεων και συναισθημάτων κ.λπ. δίνονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναξάρτητη από τη "φωνή" του γάτου. Και όσα λέει ο γάτος είναι ακριβώς αυτά που παρατηρούμε όσοι αγαπάμε τα ζώα, ειδικά τους γάτους, και έχουμε μια επικοινωνία μαζί τους. Π.χ. ότι δεν τους αρέσει να τους αγγίζουμε την ουρά, ότι αγαπάνε τις ζεστές γωνιές, ότι δεν συμπαθούν το νερό, ότι έχουν μια έχθρα με τα σκυλιά, τι φαγητά προτιμούν κ.ο.κ. Ένας ακόμα λόγος που καθιστά ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο είναι ο χώρος όπου διαδραματίζεται. Η Ιαπωνία, η φύση της, οι συνήθειες των ανθρώπων, οι νόμοι στους οποίους με απόλυτη φυσικότητα οι άνθρωποι υπακούουν (π.χ. αν δεν επιτρέπονται κάπου τα ζώα, δεν τίθεται θέμα συζήτησης. Αν  ένας μαθητής μετακινούμενος από ένα σχολείο σε άλλο πρέπει να δώσει εξετάσεις, τελεία και παύλα. Δεν ξενίζει κανένα. Αναφέρεται απλώς ως στοιχείο της ιστορίας. Και πολλά άλλα παρόμοια δείγματα υπακοής στον νόμο, από την οποία υπακοή τόσο απέχουμε...).
Ο Σατόρου είναι ένας νέος που ζει και εργάζεται στο Τόκιο. Μια μέρα περιποιείται ένα πληγωμένο γατί κι εκείνο δέχεται, αναγκάζεται καλύτερα, να εγκαταλείψει την ελευθερία του δρόμου που απολάμβανε και να ζήσει στο διαμέρισμα με τον Σατόρου. Τον ονομάζει Νάνα, που στα Ιαπωνικά σημαίνει επτά, από το σχήμα της ουράς του. Σατόρου και Νάνα ζουν μαζί πέντε χρόνια, όμως για κάποιους λόγους που δεν μας διευκρινίζονται, ο Σατόρου πρέπει να στερηθεί τον αγαπημένο του γάτο. Ξεκινάει λοιπόν ένα ταξίδι στη χώρα αναζητώντας παλιούς γνωστούς με τους οποίους τον έδεναν φιλικοί δεσμοί, για να εμπιστευθεί τον γάτο του. Η κάθε συνάντηση γίνεται αφορμή μιας αναδρομής στο παρελθόν, μέσα από την οποία αναπλαθεται η ζωή του Σατόρου. Αναζητά πρόσωπα που ξέρει ότι αγαπούν τα ζώα κι ότι ο γάτος του θα βρει ένα φιλικό περιβάλλον, ότι θα έχει την αγάπη και τη φροντίδα που απολάμβανε και κοντά του. Όμως όλες οι προσπάθειες αποδεικνύονται ατελέσφορες, κυρίως γιατί ο πανέξυπνος Νάνα, μη θέλοντας να αποχωριστεί τον Σατόρου, βρίσκει τρόπο να γίνει ανεπιθύμητος στο νέο περιβάλλον.
Ένα βιβλίο που πλημμυρίζεει από αγάπη, τρυφερότητα, φιλικούς δεσμούς, ήρεμη αποδοχή των συμβάντων του βίου. Ένα βιβλίο που οι ζωόφιλοι οπωσδήποτε θα απολαύσουν, αλλά που θα 'πρεπε να διαβάσουν κι όσοι αντιπαθούν ή, ακόμα χειρότερα, συμπεριφέρονται άσπλαχνα και σκληρά στα ζώα. Αν και αμφιβάλλω αν υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία και εχθρεύονται ή βασανίζουν τα ζώα...

Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2019

Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα

Roberto Vecchioni
Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα
Μετάφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου
Κριτική, 2019
Αν είναι ποτέ δυνατό, να δω ένα βιβλίο που  απεικονίζει στο εξώφυλλό του έναν τοίχο γεμάτο βιβλία, μπροστά του έναν άσχημο, ηλικιωμένο άντρα ανεβασμένο σ' ένα σκαμπώ, να τακτοποιεί (;) να ψάχνει (;) να τοποθετεί (;) βιβλία και να μην το αγοράσω χωρίς δεύτερη σκέψη! Τίτλος του, "Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα". Είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, νουβέλα θα έλεγα, που μέσα στις 124 σελίδες του δίνει στον αναγνώστη πολλές αφορμές για προβληματισμό γύρω από το θέμα της γλώσσας, των εννοιών, της σκέψης, της λογοτεχνίας.
Σε μια πόλη που κάποτε ονομαζόταν Σελινούντας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τη σημασία των λέξεων. Χρησιμοποιούν μόνο ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο μόνο όσο να συνεννοούνται για απλές, καθημερινές ανάγκες. Η σκέψη τους δεν αναπλάθει το παρελθόν, δεν μπορεί να εκφράσει συναισθήματα. Σ' αυτή την πόλη εμφανίζεται μια μέρα ένας βιβλιοπώλης. Ο Νικολίνο, ο φίλος του συγγραφέα που του αφηγείται την ιστορία, περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον βιβλιοπώλη: "Μόνος, σ' ένα τραπεζάκι, με μια δυσθεώρητα μεγάλη στοίβα βιβλίων μπροστά του, καθόταν ο πιο άσχημος άντρας που είχα δει ποτέ". Μα το πιο παράξενο δεν ήταν η άσχημη εμφάνιση αυτού του ξένου, μοναχικού βιβλιοπώλη. Το παράξενο ήταν πως δεν πουλούσε βιβλία. Μόνο κάποιες αφίσες που κυκλοφορούν στην πόλη γράφουν: "Κάθε βράδυ στις 9, στην οδό Τρεμόντι, λογοτεχνικές αναγνώσεις, είσοδος δωρεάν". Κάποιοι πάνε από περιέργεια να τον ακούσουν. Είναι όμως οι πρώτοι και οι τελευταίοι. Ο μόνος που μαγεύεται από την ανάγνωση του παράξενου βιβλιοπώλη είναι ο δεκατριάχρονος Νικολίνο, που κάθε βράδυ το σκάει κρυφά από το σπίτι του και κρυμμένος ακούει τις παράδοξες αναγνώσεις. Τις ακούει μαγεμένος έστω κι αν δεν καταλαβαίνει το νόημά τους. "Ο βιβλιοπώλης ήταν καθισμένος και διάβαζε. Διάβαζε χωρίς κοινό. Η γλώσσα ήταν ακατάληπτη, ελληνικά, σκέφτηκα και μου ράγισε η καρδιά. Μα τι φωνή ήταν αυτή; Προκαλούσε ανατριχίλα, όμοιά της δεν είχα ξανακούσει. Έμοιαζε με νανούρισμα, λιτανεία, προσευχή, όχι όμως μονότονη, ούτε πάντα ίδια (...) σαν να τραγουδούσε με λόγια χωρίς μουσική".
Κάθε βράδυ ο Νικολίνο ακούει τα αποσπάσματα που διαβάζει ο παράξενος βιβλιοπώλης. Αποσπάσματα, πολλών, ακόμα και χωρίς τις παραπομπές του τέλους, αναγνωρίζουμε την προέλευσή τους: Πεσσόα, Σοφοκλής, Τολστόη, Σαπφώ, Προυστ κ.ά. Ώσπου μια νύχτα μια πυρκαγιά καταστρέφει τα πάντα. Δεν μένει τίποτα από το παράξενο βιβλιοπωλείο κι ο βιβλιοπώλης εξαφανίζεται χωρίς ν' αφήσει ίχνος. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, τα βιβλία (αυτά ή άλλα;) δεν χάθηκαν. Το άλλο βράδυ "στον ουρανό πετούσανε βιβλία. Δεν έκανα λάθος, ήταν αληθινά βιβλία, όλα όμοια, με το ίδιο μπλε κάλυμμα που γνώριζα καλά (...) Από δεξιά, από αριστερά, από κοντά ή μακριά, τα βιβλία κατέφθαναν, άλλα αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αρκετά απ' αυτά περνούσαν ξυστά από το παράθυρό μου, έπαιρναν ύψος και γύρευαν να βρουν τα υπόλοιπα βιβλία που ήτανε συγκεντρωμένα στην πλατεία". Ένας μικρός αυλητής, σαν άλλος Πήτερ Παν εμφανίζεται και στο άκουσμα του αυλού του τα βιβλία τον ακολουθούν πέφτοντας στη θάλασσα.
Κι όμως τα βιβλία δεν θα πεθάνουν. Κάηκαν, πνίγηκαν, όμως ο Νικολίνο γεμάτος αισιοδοξία, τα περιμένει: "Το πατρικό μου θα 'ναι γεμάτο βιβλία, θα' ναι γεμάτο με τα συγκεκριμένα βιβλία με το μπλε εξώφυλλο. Θ' αντικρίσω ένα βουνό, έναν ωκεανό βιβλίων να έχει κατακλύσει το σαλόνι, το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα, το μπάνιο, το μπαλκόνι. Όπου κι αν στρέφω το βλέμμα θα υπάρχουν μόνο βιβλία, αραδιασμένα σε στοίβες, πεταμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κλειστά, ανοιχτά, στο πλάι ή μπροστά μου..."
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε ερμηνεία των αλληγοριών του βιβλίου, ούτε να παραθέσω το  πλήθος των σκέψεων που μου προκάλεσε. Μια τελευταία μόνο σκέψη: Πόσο ευγνώμων αισθάνομαι γι' αυτούς που με μύησαν στην απόλαυση της καλής λογοτεχνίας ( ή μήπως άραγε είναι κάτι που φέρουμε στο DNA μας;) και πόσο λυπάμαι γι' αυτούς που δεν μπόρεσαν να αισθανούν την απόλαυση που χαρίζει η καλή λογοτεχνία. Εύχομαι, στη διδακτική μου πορεία, να μπόρεσα να μεταδώσω αυτή τη δίψα και τη χαρά σε κάποιους έστω από τους μαθητές μου.

Παρασκευή, Μαΐου 24, 2019

Ο παίχτης

Φ. Ντοστογιέφσκη
Ο παίχτης
Εκδ. Δαρεμά, 1957
Μετάφρ. Τάσου Ζομπόλα
Πρόλογος, Μα. Βατάλα
Είναι γνωστή, νομίζω, η αγάπη μου για το ebook, το ηλεκτρονικό ή ψηφιακό βιβλίο και στο ipad μου διαθέτω δεκάδες τέτοια βιβλία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ το παραδοσιακό χάρτινο ή έντυπο βιβλίο. Προπάντων αισθάνομαι ιδιαίτερη αγάπη, στοργή και αφοσίωση, θα έλεγα, στα πολύ παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό βιβλία μου. Τα κοιτάζω και θλίβομαι στη σκέψη πως ίσως κάποτε θα κακοπέσουν, πως αυτοί που θα τα κληρονομήσουν ποτέ δεν θα μπορέσουν να νιώσουν την αγάπη που νιώθω εγώ γι' αυτά.
Τις σκέψεις αυτές μου προκάλεσε ακόμα μια φορά ένα τέτοιο παλιό βιβλίο που θέλησα να ξαναδιαβάσω, να το δω τώρα με τη ματιά της συσσωρευμένης με τα χρόνια εμπειρίας. Εμπειρίας διαβασμάτων αλλά και εμπειρία ζωής. Πρόκειται για τον "Παίχτη" του Ντοστογιέφσκι. Είναι πράγματι εκπληκτικό. Ένα βιβλίο γραμμένο πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια πριν, το 1866, να διαβάζεται άνετα και σήμερα και, τηρουμένων των αναλογιών, να συναντά σ' αυτό κανείς χαρακτήρες και καταστάσεις που άνετα μπορεί να συναντήσει και σήμερα.
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς, ένας νεαρός παιδαγωγός των παιδιών ενός απόστρατου Ρώσου στρατηγού, τον συνοδεύει στην (φανταστική) γερμανική πόλη Ρουλέττενμπουργκ. Ερωτευμένος με την Πολίνα, θετή κόρη του στρατηγού, υπακούει στην προτροπή της να παίξει στο καζίνο. Είναι γνωστό βέβαια το πάθος του ίδιου του Ντοστογιέφσκι για τον τζόγο και τη ρουλέτα (Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφεται το πάθος αυτό στο βιβλίο του Λεονίντ Τσίπκιν "Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν). Βουτηγμένος στα χρέη ο Ντοστογιέφσκι, απειλούμενος από τον εκδότη του ότι θα του αφαιρούσε τα πνευματικά δικαιώματα από προηγούμενα βιβλία του, αν δεν παρέδινε μέσα σ' ένα μήνα καινούριο βιβλίο, γράφει μέσα σ' ένα μήνα το σχεδόν αυτοβιογραφικό "Ο παίχτης". Κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, συγκρίσεις του χαρακτήρα των Γάλλων, Άγγλων, Γερμανών, Ρώσων, όλου του πολυποίκιλου πλήθους που ενδημεί στη γερμανική πόλη, αλλά προπάντων παρατηρήσεις των παθιασμένων παιχτών, άνετα θα μπορούσαν να αφορούν τους σημερινούς παίχτες. Ο παίχτης συχνά γίνεται προληπτικός, άλλοτε παρατηρεί και καταγράφει τη σειρά με την οποία βγαίνουν οι αριθμοί, για να ανακαλύψει τελικά ότι τίποτε δεν ισχύει. Όταν χάνει επιμένει ποντάροντας ξανά και ξανά, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα κερδίσει κι όταν κερδίζει, ξαναποντάρει ελπίζοντας ότι θα κερδίσει περισσότερα. Βάζει ενέχυρα ή δανείζεται για να συνεχίσει.
Ο στρατηγός, στον οποίο δουλεύει ο Αλεξέι, χρωστάει πολλά. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην πλούσια, γριά θεία του που βρίσκεται στη Ρωσία και την οποία περιμένει να κληρονομήσει. Αντί όμως της είδησης του θανάτου της, καταφθάνει πάνω στην αναπηρική της καρέκλα η ίδια η ηλικιωμένη θεία που κι αυτή παρασύρεται από τη ρουλέτα. Χάνει, κερδίζει και πάλι χάνει αλλά δεν σταματά να παίζει. "Εγώ απόρησα που μπόρεσε να κρατηθεί έτσι εφτά οχτώ ώρες στην πολυθρόνα της, σχεδόν χωρίς ν' αφήσει καθόλου τη θέση της. Είχε πραγματικά τρεις φορές κερδίσει μεγάλα ποσά. Τότε ο εαυτός της παραδίνονταν σε μια καινούρια ελπίδα, που δεν την άφηνε να φύγει από το παιχνίδι. Άλλωστε οι παίχτες ξέρουν καλά ότι μπορεί κανείς να καθίσει σχεδόν για εικοσιτέσσερις ώρες στην ίδια θέση, με τα χαρτιά στα χέρια, χωρίς να στρέψει τα μάτια του δεξιά ή αριστερά."
Το έργο μεταφέρθηκε τόσο  στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, δείγμα και αυτό της διαχρονικότητάς του.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Τα τάπερ της Αλίκης

Έλενα Ακρίτα
Τα τάπερ της Αλίκης
Διόπτρα, 2019
"Ο χρόνος εκδικείται τις αναμνήσεις μας. Τις συμπιέζει και τις καταχωνιάζει όλο και πιο βαθιά στις εσοχές της μνήμης. Παλιές φωτογραφίες κιτρινίζουν και θαμπώνουν μέχρι που δεν μπορείς πια να διακρίνεις πρόσωπα. Μέχρι που δεν σε νοιάζει πια να διακρίνεις πρόσωπα. Κι είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή που οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά. Όταν δεν ζουν στην καρδιά μας, όταν κανένας δεν τους θυμάται πια. Ο χρόνος εκδικείται".
Σαν να θέλει να αντιπαλαίψει την εκδίκηση του χρόνου, σαν να επιδιώκει να πάει κόντρα και να εκδικηθεί αυτή τον χρόνο, η Έλενα Ακρίτα γράφει αυτό το μυθιστόρημα. Μια εικοσετία, 1980-2000, περνάει και καταγράφεται μνημειώνοντας πρόσωπα και γεγονότα. Πρόσωπα φανταστικά που θα μπορούσαν όμως να είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που όλοι γνωρίζουμε, πρόσωπα που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας.
Τρεις γενιές γυναικών περνούν μέσα από το βιβλίο. Είναι η Κοραλία που, εγκαταλελειμμένη από τον μετανάστη-εξαφανισμένο σύζυγό της, έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα μ' ένα μικρό κοριτσάκι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι το κοριτσάκι της, η Ελένη, που μεγαλώνοντας εργάζεται ως πωλήτρια στο πρώτο γνωστό πολυκατάστημα της Αθήνας, το Μινιόν, που πολλοί από μας της...κάποιας ηλικίας γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, ενώ παράλληλα κάνει κι επιδείξεις τάπερ (ήταν τόσο διαδεδομένες αυτές οι επιδείξεις κάποτε, δεν ξέρω, υπάρχουν ακόμα;). Είναι η μικρή Αλίκη, εξώγαμο παιδί της Ελένης, με όνομα δοσμένο από την άλλη Αλίκη, τη λατρεμένη ηθοποιό, που στο θέατρό της δούλευε ως ταξιθέτρια η γιαγιά Κοραλία.
Τι και τι δεν περνάει από την ελκυστική, μοναδική γραφή της Ακρίτα! Έρωτες και γάμοι, χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, φιλίες κι έχθρες, bullying (που τότε βέβαια δεν το λέγαμε έτσι), ένας ομοφυλόφιλος έρωτας, ταινίες και τραγούδια, ηθοποιοί και θεατρικά έργα, γεγονότα που σημάδεψαν την εικοσετία. Η πυρκαγιά που όχι μόνο αποτέφρωσε το Μινιόν στις 18 Οκτωβρίου του 1980, αλλά έβαλε τέλος σε ολόκληρη εποχή, ο μεγάλος σεισμός της Καλαμάτας στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986, η εκλογή του Σημίτη το 1997, η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1991, η Κυψέλη και ο Βύρωνας, τα "σπίτια" της οδού Φυλής, τα θερινά σινεμά, το ουζερί του Απότσου...Όλα συνδεδεμένα με τους ήρωές της. Και πάνω απ' όλα η Αλίκη. Η μια και μοναδική Αλίκη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη που έδωσε τ' όνομα στη βαφτιστήρα της, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές του έργου σαν για να προσδώσει λίγη από τη λάμψη της. Κι ο θάνατός της. Εκεί η εύθυμη, σατιρική γραφή της Ακρίτα δίνει τη θέση της σε μια λιτή, θλιμμένη, απέριττη γραφή που άθελά σου σε κάνει να βουρκώνεις. Ένα καταπληκτικό requiem της συγγραφέως για την αγαπημένη της φίλη.
 Την πολύ γνωστή έναρξη του μυθιστορήματος του Τσαρλ Ντίκενς βάζει η Έλενα Ακρίτα ως προμετωπίδα του μυθιστορήματος της. Και με μια παραλλαγή της κλείνει το έργο: "Ήταν οι μέρες από φως, ήταν οι μέρες από σκοτάδι. Ήταν οι μέρες του γλεντιού κι ήταν οι μέρες του θρήνου. Ήταν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που τρεις γυναίκες, η Κοραλία, η Ελένη και η Αλίκη, βαδίσανε μαζί σ' αυτό τον κόσμο κρατώντας σφιχτά η μια το χέρι της άλλης".

Κυριακή, Μαΐου 05, 2019

Η σιωπηλή ασθενής

Alex Michaelides
Η σιωπηλή ασθενής
μετάφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Διόπτρα, 2019
Ευρηματικό, ευφάνταστο, ελκυστικό, ένα καλογραμμένο θρίλερ που, τουλάχιστον από  ένα σημείο και μετά, μπορεί να σε κάνει να ξενυχτήσεις για να δεις το τέλος. Αν είναι λογοτεχνία; Δεν ξέρω, το θέμα, που αφορά  γενικότερα και το αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι συζητήσιμο. Όμως "Η σιωπηλή ασθενής" εκτός από το ενδιαφέρον που δημιουργεί γύρω από την ψυχοθεραπεία, εκτός από το ότι αποτελεί κίνητρο για τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει την τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστη", είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τα καθημερινά του προβλήματα και έγνοιες, βυθιζόμενος στην ανάγνωση ενός "τραβηχτικού" βιβλίου!
Αρκετά όμως γύρω από το βιβλίο. Ας δούμε και το ίδιο το βιβλίο. Η Αλίσια Μπέρενσον ζει στο Λονδίνο και είναι μια επιτυχημένη ζωγράφος. Ο άντρας της, ο Γκάμπριελ, είναι επίσης πασίγνωστος φωτογράφος μόδας. Αγαπημένο ζευγάρι, τίποτα δεν προμήνυε το ότι ένα βράδυ η Αλίσια θα πάρει ένα όπλο, θα φυτέψει πέντε σφαίρες στο κεφάλι του συζύγου της και θα τον αφήσει νεκρό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Αλίσια κλείνει το στόμα της και δεν εκστομίζει λέξη. Το δικαστήριο τη χαρακτηρίζει διαταραγμένη προσωπικότητα, με άλλα λόγια τρελή και την κλείνουν σε μια υψηλού επιπέδου ψυχιατρική μονάδα, το Γκρόουβ. Καμιά θεραπεία δεν κατορθώνει να την κάνει να πει έστω μια λέξη. Ο τελευταίος πίνακας που ζωγραφίζει είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Τίτλος της "Άλκηστη". Ποια ήταν η Άλκηστη; Σύμφωνα με τον μύθο του Ευριπίδη, η Άλκηστη, σύζυγος του βαασιλιά Άδμητου, ήταν η μόνη που δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της, όταν οι θεοί τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά θα του χάριζαν τη ζωή αν βρισκόταν κάποιος να πεθάνει στη θέση του. Ο Ηρακλής την επαναφέρει στη ζωή, ορίζει όμως ότι για τρεις μέρες η Άλκηστη δεν πρέπει να μιλήσει για να καθαρθεί. Η τραγωδία τελειώνει χωρίς ν' ακούσουμε ξανά την Άλκηστη.
Ένας νέος ψυχοθεραπευτής, ο Θίο Φέιμπερ, επιδιώκει και πετυχαίνει την πρόσληψή του στο Γκρόουβ. Στόχος του να αναλάβει την Αλίσια, που ακόμα δεν έχει αρθρώσει λέξη, να την κάνει να μιλήσει, να εκφραστεί, να εξηγήσει γιατί σκότωσε τον άντρα της.
Παράλληλα με την ψυχοθεραπεία που επιχειρεί ο Θίο, παρακολουθούμε και την προσωπική του ζωή. Υπήρξε στο παρελθόν και ο ίδιος ψυχοθεραπευόμενος, παντρεύτηκε από κεραυνοβόλο έρωτα μια ηθοποιό, την Κάθι, αλλά τώρα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο του. Παρ' όλα αυτά η προσπάθειά του με την Αλίσια συνεχίζεται. Θα τα καταφέρει; Θα μιλήσει η Αλίσια; Τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή της; Ο αναγνώστης προχωρεί με αυξανόμενη περιέργεια. Και ξαφνικά, λίγο πριν το τέλος, μια εντελώς απρόσμενη ανατροπή σε αφήνει ενεό. Ξαναγυρίζεις πίσω τις σελίδες να δεις αν υπήρχαν κάποια σημάδια που δεν είχες προσέξει, ξαναφέρνεις στη σκέψη το όλο μυθιστόρημα προσπαθώντας να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα.
Δικαιολογημένα, πιστεύω, το βιβλίο μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες και ετοιμάζεται να γίνει ταινία.

Σημ. Ο Alex Michaelides γεννήθηκε στην Κύπρο από Κύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα. Μετανάστευσε στην Αγγλία με τους γονείς του, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Κέιμπριτζ και σεναριογραφία στο Λος Άντζελες. Παρακολούθησε  επίσης μαθήματα Ψυχοθεραπείας. Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το πρώτο του, γράφτηκε στα αγγλικά και μετά μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Σάββατο, Απριλίου 27, 2019

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε

Άντονυ Ντορ
Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε
μετάφ. Νίνα Μπούρη
Πατάκης, 2016
Ένα ωραίο βιβλίο που όμως χρειάζεται πολλή υπομονή, πολλή προσπάθεια, στην αρχή τουλάχιστον, ώσπου ο αναγνώστης να μπει στο πνεύμα του, να κατανοήσει την τεχνική του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που η τεχνική αυτή δημιουργεί αρχικά. Από κει και πέρα σε συνεπαίρνει η μαγεία του. Η μαγεία την οποία δημιουργεί η ωραία γραφή, το συναίθημα που εκλύεται, η ποιητικότητα, κι ας είναι αυτή η ποιητικότητα αναμεμειγμένη με τη σκοτεινιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακόμα ένα βιβλίο γι' αυτόν τον πόλεμο; Φτάνει πια, ίσως σκεφτεί κάποιος. Μπουχτίσαμε. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που δεν αναφέρεται ούτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε στους διωγμούς των Εβραίων, ούτε σ' όλα εκείνα που μας συνήθισαν ανάλογα βιβλία.
Το "Όλο το φως..." προβάλλει τον πόλεμο μέσα από τις ζωές δυο νέων παιδιών. Μιας Γαλλιδούλας κι ενός Γερμανού, που θα συναντηθούν μόνο για λίγο προς το τέλος του βιβλίου. Μέσα από μια εντελώς ανθρώπινη πλευρά, μέσα από το ατομικό, που ασφαλώς δεν μπορεί να μην επηρεαστεί από το συλλογικό, θα παρακολουθήσουμε τη σκοτεινή τετραετία και θα φτάσουμε στο τέλος των 636 σελίδων με δυο από τα ωραιότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαια του βιβλίου, τα σύντομα κεφάλαια που τιτλοφορούνται 1974 και 2014.
Όλο το βιβλίο, γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα που δημιουργεί έτσι τη ζωντάνια του παρόντος, μετατοπίζεται στο χρόνο. Κάποια κεφάλαια αναφέρονται στο 1934, άλλα, τα περισσότερα, μετακινούνται μεταξύ 1940 και 1944. Η ίδια εναλλακτική κίνηση αφορά και τους δυο βασικούς πρωταγωνιστές. Την οχτάχρονη Γαλλίδα Μαρί Λορ και τον λίγο μεγαλύτερο Γερμανό Βέρνερ (όταν τους πρωτοσυναντάμε). Η Μαρί Λορ ζει με τον πατέρα της στο Παρίσι, πολύ κοντά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ο πατέρας της εργάζεται ως κλειθροποιός. Όταν το κοριτσάκι τυφλώνεται, ο πατέρας της της κατασκευάζει μια μακέτα της γειτονιάς τους ώστε εκείνη να μάθει να κυκλοφορεί.
Ο Βέρνερ είναι ένα ορφανό παιδί που μαζί με την αδερφή του Γιούττα, με την οποία είναι πολύ συνδεδεμένος, ζει σ' ένα ορφανοτροφείο κάπου κοντά στο Έσσεν. Προορισμός του είναι να εργαστεί στο κοντινό ανθρακωρυχείο, όπου είχε πεθάνει και ο πατέρας του. Όμως το ιδιαίτερο ταλέντο του στη μηχανική που εκδηλώνεται πολύ νωρίς καθορίζει αλλιώς το μέλλον του. Κατορθώνει από ένα χαλασμένο ραδιόφωνο που βρίσκει να φτιάξει ένα ραδιοπομπό, πράγμα που θα γίνει αιτία να γίνει δεχτός σε μια από τις καλύτερες στρατιωτικές σχολές της Γερμανίας. Είναι αφάνταστη η αυστηρότητα και η σκληρότητα με την οποία εκπαιδεύονται οι νεαροί Γερμανοί. "Θα γίνετε καταρράχτης, καταιγισμός από σφαίρες-θα ορμάτε προς την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο ρυθμό, προς τον ίδιο στόχο. Θα παραιτηθείτε από τις ανέσεις, θα ζείτε μόνο για το καθήκον. Θα τρώτε χώρα και θα αναπνέετε έθνος", είναι η βασική εντολή. Ή, όπως το θέτει ο Φρίντριχ, ένα παιδί που θα βγει σακατεμένο από την εκπαίδευση, "Το πρόβλημά σου Βέρνερ είναι ότι πιστεύεις ακόμα ότι η ζωή σου σου ανήκει".
Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, η Μαρί Λορ και ο πατέρας της εγκαταλείπουν το Παρίσι και καταφεύγουν στο Σαιν Μαλό, μια παραλιακή πόλη της Βρετάνης, όπου ζει ο ηλικιωμένος θείος Ετιέν. Ο νεαρός Βέρνερ, δεκαεξάχρονος ακόμη, επιστρατεύεται για να εντοπίζει παράνομες εκπομπές. Θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα ωσότου οι δυο ήρωες να συναντηθούν. Ο πόλεμος θα φτάσει στο τέλος, το Σαιν Μαλό θα βομβαρδιστεί από τους προελαύνοντες Αμερικανούς, λίγα από τα πρόσωπα του βιβλίου θα επιζήσουν. Ανάμεσά τους η αδελφή του Βέρνερ, η Γιούττα, που επιζεί μέχρι το 2014, συνδέοντας μας με το επώδυνο εκείνο παρελθόν.
Και ο τίτλος; Ποιο είναι άραγε "το φως που δεν μπορούμε να δούμε"; Να είναι μήπως το φως των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που στέλλονται άλλοτε από τον Βέρνερ και άλλοτε από τον αντιστασιακό Ετιέν; Ή μήπως είναι το φως της καλοσύνης που οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους έστω κι αν γύρω τους μαίνεται ο πόλεμος; Ποιος ξέρει...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2019

Βάναυση αγάπη

Έλενα Φερράντε
Βάναυση αγάπη
Μετ. Δήμητρα Βότση
Πατάκης, 2019
(L' amore molesto, 1999)
Έψαχνα αυτό το βιβλίο από τότε (2013)  που διάβασα το "Μέρες εγκατάλειψης". Ήταν όμως εξαντλημένο. Επομένως δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη όταν πρόσφατα το είδα να επανεκδίδεται από τις εκδόσεις "Πατάκη". Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι "Μέρες εγκατάλειψης". Είχε βέβαια μεσολαβήσει η "Τετραλογία της Νάπολης" που με ενθουσίασε, όπως και χιλιάδες άλλους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν είναι και αυτός ένας λόγος που η"Βάναυση αγάπη" τοποθετήθηκε χαμηλά στην αναγνωστική, αξιολογική μου κλίμακα. Είναι, νομίζω, το πρωτόλειο μιας συγγραφέως στο οποίο διακρίνονται όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της γραφής της που θα εξελιχθούν στη συνέχεια και θα δημιουργήσουν έργα πολύ ωριμότερα.
"Η μητέρα μου πνίγηκε τη νύχτα της 23ης Μαΐου, την ημέρα των γενεθλίων μου, στη θαλάσσια περιοχή απέναντι από εκείνο το μέρος που όλοι αποκαλούν Σπακκαβέντο, λίγα χιλιόμετρα από το Μιτούρνο". Είναι η εναρκήρια φράση του μυθιστορήματος που αυθόρμητα μου έφερε στη σκέψη το "Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω" , πασίγνωστη αρχή του "Ξένου" του Αλμπέρ Καμύ". Από κει και πέρα το παρόν σμίγει με το παρελθόν. Η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η προσπάθεια της Ντέλια, της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, να ανακαλύψει πώς πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της η μητέρα της, η Αμάλια, αν ο πνιγμός της ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή έγκλημα (πράγμα που ως το τέλος δεν εξηγείται σαφώς) εναλλάσσεται με τις αναμνήσεις. Η Ντέλια γυρίζει στη Νάπολη για την κηδεία της μητέρας της κι ύστερα επισκέπτεται το σπίτι της. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης όχι μόνο εδώ. Το ίδιο και στο σπίτι του πατέρα της που η βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του την είχε οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στον χωρισμό. Ακόμα κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο η ντέλια συναντάται μ' ένα παιδκό φίλο έχει την ίδια θλιβερή όψη. Η απόπειρα ερωτικής συνεύρεσης (που περιγράφεται με απωθητικές λεπτομέρειες) αποτυγχάνει. Ο αποτυχεμένος εραστής της ήταν γιος ενός μυστήριου προσώπου, του Καζέρτα, που υπήρξε εραστής της μητέρας της και τη συνόδεψε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Η Ντέλια νιώθει κάποτε να ταυτίζεται με τη μητέρα της. Μια βαλίτσα με καινούρια εσώρουχα και φόρεμα ανακαλύπτει τελικά ότι προορίζονταν για την ίδια. Λέει σε κάποιο σημείο: "Μα όση ώρα έτριβα δυνατά το πρόσωπό μου, ιδίως γύρω από τα μάτια, συνειδοτοποίησα με μια απρόσμενη τρυφερότητα πως εντέλει κουβαλούσα την Αμάλια μες το ίδιό μου το πετσί, σαν ένα ζεστό υγρό που ποιος ξέρει πότε μου είχαν ενσταλάξει". Και ο επίλογος ακόμα πιο σαφής: "Σκιτσάρισα μια ατίθαση μπούκλα πάνω από το δεξί μάτι, που συγκρατιούταν μετά βίας ανάμεσα στη γραμμή των μαλλιών και το φρύδι. Με κοίταξα, μου χαμογέλασα. Αυτό το ξεπερασμένο χτένισμα, της μόδας τη δεκαετία του '40 μα ήδη παρωχημένο στα τέλη του '50, μου πήγαινε. Η Αμάλια υπήρχε. Η Αμάλια ήμουν εγώ".

Σημ. Ο τίτλος του πρωτοτύπου στα ιταλικά είναι "L' amore molesto". Το "molesto" σημαίνει κατ'ακρίβεια "ενοχλητικός", εξού και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Troubling love". Δεν νομίζω ότι το "βάναυση" αποδίδει σωστά τον τίτλο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο.