Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2018

Ο Στόουνερ

John Williams
Ο Στόουνερ
Μετ. Αθηνά Δημητριάδη
Gutenberg, 2017
Ίσως, αν διαβάσει κάποιος πρώτα το Επίμετρο του Άρη Μπερλή στο εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα, να μη χρειάζεται να πει τίποτε άλλο. Μέσα σε λίγες σελίδες δίνεται όλο το μυθιστόρημα, σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες, περιγράφεται με κάθε συντομία και αναλύεται η ζωή και η πορεία του Στόουνερ, αξιολογείται όλο το μυθιστόρημα. Αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει κανείς, προπάντων όταν αυτός αγάπησε τη λογοτεχνία και τη διδασκαλία, που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο και θα αντέξει να μην εκφράσει τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα.
Μια πρώτη απορία: Πώς γίνεται ένα μουντό, γκρίζο, μελαγχολικό μυθιστόρημα, του οποίου τον κύριο ήρωα, τον Γουίλιαμ Στόουνερ, που αν και δίδαξε σαράντα χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι ελάχιστοι θυμούνται, να προκαλεί τέτοια σαγήνη στον αναγνώστη; ("Οι συνάδελφοι του Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως. Στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή με τη σταδιοδρομία τους").
Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη και η γοητεία της λογοτεχνίας. Αυτή η γοητεία, ακαταμάχητη για όποιον ένιωσε "την αγάπη για τη γλώσσα, για το μυστήριο του νου και της καρδιάς, το πώς αποκαλύπτονται στους ασήμαντους, αλλόκοτους και αποσδόκητους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων, τα τυπωμένα γράμματα, τόσο μαύρα, τόσο ψυχρά", αυτή μας κρατάει αιχμάλωτους στην απόλαυσή της, έστω κι αν περιγράφει δεινά ή δυστυχίες ή καθόλου ιδανικούς χαρακτήρες. Αυτή η αγάπη  γεννιέται μυστηριωδώς, ευτυχία και απόλαυση για όποιον έχει τύχει της ευλογίας της.
Ο Γουίλιαμ Στόουνερ ήταν παιδί μιας φτωχής, αγροτικής οικογένειας. Από έξι χρονών εργάζεται στα χωράφια βοηθώντας τους αγρότες γονείς του. Όταν τελειώνει το σχολείο, ο πατέρας του, παρ' όλη τη φτώχεια τους, τον στέλλει στη Γεωπονική Σχολή που πρόσφατα άνοιξε στο Πανεπιστήμιο της Κολόμπια, πιστεύοντας ότι η σπουδή θα τον βοηθούσε να βελτιώσει τις αγροτικές τους καλλιέργειες. Με πολλές στερήσεις, δουλεύοντας ταυτόχρονα στο σπίτι που του παρέχει στέγη και τροφή, ο Γουίλιαμ τελειώνει το πρώτο έτος. Στο δεύτερο έτος, μεταξύ των μαθημάτων που πρέπει να παρακολουθήσει είναι και το μάθημα "Επισκόπηση της Αγγλικής Λογοτεχνίας". Και τότε γίνεται το θαύμα. Ακούγοντας μια μέρα τον καθηγητή του να απαγγέλλει το 73ο σονέτο του Σαίξπηρ, ένιωσε σαν να "μετεβλήθη εντός του ο ρυθμός του κόσμου". Ένα ωραίο, λυρικό σονέτο (παρατίθεται στο βιβλίο καθώς και η εξαιρετική μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου). Ένα μελαγχολικό σονέτο που μιλάει για τη φθορά και τον θάνατο και τελειώνει με τον στίχο "καθένας διπλά αγαπά ό,τι γοργά θα χάσει". Ο συγγραφέας δεν μας διαφωτίζει, δεν μας εξηγεί τι σκέψεις έκανε ο ήρωάς του, τι ένιωσε. Σημασία έχει ότι μετά απ' αυτό το σονέτο εγκαταλείπει τη Γεωπονική και παίρνει μαθήματα αγγλικής λογοτεχνίας. Τελειώνοντας, θα αναλάβει ως καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στο οποίο θα υπηρετήσει ως τον θάνατό του. Παθιασμένος ως το τέλος με την αγάπη του για τη μελέτη και τη διδασκαλία.
Η ζωή του, την οποία ο συγγραφέας μας εξιστορεί με ευθύγραμμη αφήγηση, κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη υπήρξε. Ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια κοπέλα, την Ήντιθ, την παντρεύεται, αλλά αυτή αποδεικνύεται ένας δύστροπος, ιδιόρυθμος, ανέραστος χαρακτήρας που του προκαλέι αφάνταστες δυσκολίες, που ο ερωτισμός της διαρκεί τόσο μόνο όσο να αποκτήσουν ένα παιδί, την Γκρέις, που κι αυτό ακόμα το παιδί το χρησιμοποιεί για να βασανίσει τον άντρα της.
Στο πανεπιστήμιο το ίδιο εχθρικό κλίμα. Με αφορμή τη διένεξη του Σνοόυτερ με τον διευθυντή του τμήματος, τον Λόμαξ, σχετικά με έναν φοιτητή, ο Σνοόυτερ καθηλώνεται για πάντα στη θέση του Επίκουρου. Ενοχλείται, φυσικά, αλλά αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει το πάθος του για τη μελέτη, την έρευνα, τη διδασκαλία. Ευτυχισμένες στιγμές του χαρίζουν δυο συμφοιτητές του, ο Μάστερς που θα σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Φιντς που θα γίνει κι αυτός καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο και θα παραμείνει πιστός και αφοσιωμένος φίλος ως το τέλος. 
Το πιο όμορφο όμως, ευτυχισμένο, φωτεινό διάλειμμα στη μουντή ζωή του Σνόουτερ θα γίνει η σχέση του με μια νεαρή καθηγήτρια, ακροάτρια των μαθημάτων του, την Κάθριν Ντρίσκολ. Ένα φωτεινό διάλειμμα, ένα ερωτικό ταίριασμα, μια κοινή αγάπη για τη μελέτη, ένας ήρεμος, γαλήνιος δεσμός που κρατάει ένα περίπου χρόνο. Το επαπειλούμενο για το πανεπιστήμιο σκάνδαλο διακόπτει αυτό τον δεσμό. Εκείνη θυσιάζεται, φεύγει, αλλά η ανάμνηση εκείνου του φωτεινού διαλείμματος θα κρατήσει και για τους δυο για πάντα.
 Άρρωστος με καρκίνο ο Σνοόυτερ παραιτείται από το πανεπιστήμιο. Στο αποχαιρετιστήριο δείπνο που του παραθέτουν, λέει: "Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους σας που μου επιτρέψατε να διδάξω". Κοινή εμπειρία, ταύτιση για όλους εμάς που αγαπήσαμε με πάθος τη λογοτεχνία και τη διδασκαλία. 
Και το τέλος έρχεται. Δεν έχω διαβάσει ποτέ ωραιότερες σελίδες που περιγράφουν το τέλος ενός ανθρώπου. "Τα δάχτυλα λασκάρησαν, το βιβλίο που κρατούσαν γλίστρησε, αργά στην αρχή, μετά πιο γρήγορα, πάνω στο ασάλευτο σώμα κι έπεσε στη σιωπή του δωματίου".

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2018

Χίλιες ανάσες

Ιωάννα Καρυστιάνη
Χίλιες ανάσες
Καστανιώτης, 2018
Συχνός ο θάνατος στα έργα της Καρυστιάνη. Ο θάνατος τριγυρίζει σ' όλο το "Κουστούμι στο χώμα" (το πιο αγαπημένο μου βιβλίο της), ο θάνατος δημιουργεί μια τρομερή σκηνή στο "Φαράγγι", μια σκηνή που ποτέ ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχάσει, που τον σημαδεύει για πάντα.   Με θάνατο αρχίζει και τελειώνει και το τελευταίο της μυθιστόρημα "Χίλιες  ανάσες". 
Τον Νιόβρη του 2015 ένα πτώμα μπλέκεται στα δίκτυα κάποιου ψαρά, κάπου κοντά στη Σύρο. Πρόκειται πιθανότατα για τον εξαφανισθέντα προ τριών  περίπου μηνών Στυλιανό Βογιατζή, κάτοικου του μικρού (φανταστικού) νησιού Κουκούτσι. Η χήρα του, Πηγή Βογιατζή, καλείται να αναγνωρίσει τον νεκρό. Ναι, είναι ο εξαφανισθείς σύζυγός της. Είναι όμως πράγματι, αφού ελάχιστα μέρη από τον νεκρό έχουν απομείνει, ή μήπως είναι κάποιος μετανάστης ή πρόσφυγας απ' όλους αυτούς που έχουν πνιγεί στο Αιγαίο; Η αμφιβολία την διακατέχει ως το τέλος. Το ίδιο και η απορία αν ο θάνατός του ήταν ατύχημα, έγκλημα ή αυτοκτονία. Η απορία θα μείνει και στον αναγνώστη, χωρίς όμως αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί γύρω από τον θάνατο ενυφαίνεται και η ζωή. Η σύγχρονη ζωή στην Ελλάδα (και στον κόσμο, θα έλεγα) όπως αυτή βιώνεται από τους κατοίκους ενός μικρού νησιού, ξεχασμένου από θεούς κι ανθρώπους, σε μια γωνιά του Αιγαίου.
Λιθάρι λεγόταν παλιά το νησάκι. Κουκούτσι το βάφτισε ένας δημοδιδάσκαλος "διαδίδοντας τη θεωρία πως οι φαταούλες κυβερνώντες ροκάνισαν τον καρπό του ιδρώτα γεωργών, κτηνοτρόφων και αλιέων και έφτυσαν στα μούτρα τους τα κουκούτσια".
Τρεις αχώριστες φίλες, η χήρα του "αλιευθέντος" νεκρού Πηγή, που ασκούσε το ασυνήθιστο για γυναίκα επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων, η Πόπη, μεταφράστρια που μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας και νησιού και η Πέπη, χήρα κι αυτή, φανατική κινηματογραφόφιλη κι ακόμα η  κόρη της Πηγής Αμαλία, είναι τα βασικά πρόσωπα γύρω από τα οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα. Γεγονότα απλά, της καθημερινότητας, γεγονότα που θα μπορούσαν να συμβούν σε κάθε απόμερη γωνιά της ελληνικής γης.
Ένας ξενομερίτης αστυνομικός, δυο άλλοι, ο Ηλίας κι ο Ισίδωρος που υπήρξαν αχώριστοι φίλοι με τον εξαφανισθέντα Στέλιο, μια ηλικιωμένη καθηγήτρια, αγγλίδες τουρίστριες που αποφάσισαν να ζήσουν εδώ τα χρόνια της συνταξιοδότησής τους κι άλλοι ακόμα άνθρωποι και ζώα, μια γαϊδουρίτσα, μια κατσίκα, ένα σκυλί, μια γάτα, διαδραμτίζουν κι αυτοί το ρόλο τους στο μικρό νησί. Κι ακόμα μια άλλη νεκρή, ένα όμορφο κορίτσι που χάθηκε σαράντα χρόνια πριν, απ' τον ίδιο βράχο που άφησε το τελευταίο του χνάρι ο πνιγμένος Στέλιος. Να έχουν άραγε σχέση τα δυο γεγονότα;
Μέσα σ' αυτό το περιορισμένο περιβάλλον η συγγραφέας κατορθώνει να εντάξει πλήθος θέματα. Θέματα εσωτερικά όπως η βίωση του πένθους, η φθορά της ηλικίας και η αναζήτηση της νεότητας, αλλά και θέματα εξωτερικά, όπως οι γιορτές του Πάσχα στο νησί, η χούντα, η εισβολή στην Κύπρο, η οικονομική κρίση και προπάντων το θέμα με τις στρατιές των προσφύγων που πλημμυρίζουν την Ελλάδα και η εθελοντική προσφορά γι' αυτούς.
Η γραφή της Καρυστιάνη συνειρμική, συχνά ελλειπτική, συμπυκνωμένη, υπαινικτική περισσότερο από κάθε άλλη φορά, κατορθώνει με το ελάχιστο το μέγιστο. Για παράδειγμα, μέσα σε  μια μόνο  παράγραφο μπορεί ειρωνικά να περιγράφει και ταυτόχρονα να  καταγγέλλει: "Το νησί, δίχως αρχαιότητες δεν προσέλκυε αρχαιοκάπηλους, δίχως εφοπλιστές δεν έφερε μεγαλοδιαρρήκτες, δίχως πεντάστερες τουριστικές μονάδες δεν είχε περιθώρια για μεγάλη φοροδιαφυγή και χοντρές κομπίνες, ο κόσμος ζούσε από τα ψάρια, τα κοτοκούνελα, τα τυράκια και τα μέλια και τσοντάριζε με όσους θέλανε διακοπές σε προσιτές τιμές, τοπικά πανηγύρια και ρομαντζάδα σε ήσυχες παραλίες".
Ο σύγχρονος κόσμος, η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2018

Ζωή στα όρια

Dorit Rabinyan
Ζωή στα όρια
Α.Α. Λιβάνη, 2017
Μετ. Χριστιάνα Σακελλαροπούλου
Ένα κύμα βαθιάς μελαγχολίας και απαισιοδοξίας με τύλιξε καθώς έκλεινα την τελευταία σελίδα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου της Εβραίας Ντορίτ Ραμπινιάν. Ένιωθα λυπημένη, όχι μόνο για το θλιβερό τέλος, το οποίο ήδη γνώριζα, αλλά και για την όλη κατάσταση που μοιάζει τόσο με τη δική μας εδώ στην Κύπρο. Ένας μεγάλος έρωτας ανάμεσα σε μια Εβραία κι έναν Παλαιστίνιο, καταδικασμένος εξαρχής. Σαν να διάβαζα για μια Ελληνίδα της Κύπρου ερωτευμένη μ' έναν Τουρκοκύπριο, εξίσου και περισσότερο καταδικαστέα και απορριπτέα κατάσταση. Ίσως με κάποια διαφοροποίηση ως προς το ποιος λαός είναι ο κατακτητής και ποιος ο κατακτημένος και διωγμένος από τα σπίτια και την πατρογονική γη.
Η εικοσιοχτάχρονη Εβραιοπούλα Λιάτ Μπενιαμίνι, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, με πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας και Γλωσσολογίας, βρίσκεται για ένα εξάμηνο στη Νέα Υόρκη με υποτροφία Φούλμπραϊτ. Ο Χιλμί Νάσερ, Παλαιστίνιος από τη Ραμάλα, ζωγράφος, με πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βαγδάτης, βρίσκεται ήδη εδώ και τέσσερα χρόνια με βίζα καλλιτέχνη. Μια ευτυχής (;) συγκυρία φέρνει κοντά τον ένα στον άλλο. Ένας έρωτας γεννιέται. Κι ας ξέρουν κι οι δυο, προπάντων εκείνη, πως ο έρωτας αυτός είναι καταδικασμένος.
Η όλη ιστορία δίνεται μέσα από τη ματιά και την πρωτοπρόσωπη γραφή της Λιάτ κι ας είναι η μορφή του Χιλμί που τελικά κυριαρχεί στο βιβλίο. Είναι ένας ωραίος νέος Παλαιστίνιος, με την ευαισθησία του καλλιτέχνη, χωρίς ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία ή τα έθιμα του τόπου του. Δεν αποφεύγει το ακλοόλ, ούτε το χοιρινό, ούτε προσεύχεται πέντε φορές την ημέρα, κατ' ακρίβεια ποτέ δεν προσεύχεται. Εκείνη φαίνεται πολύ πιο  δεμένη με τις παραδόσεις της φυλής της. Διατηρεί τακτικότατη επαφή με την οικογένειά της στο Τελ Αβίβ και η αναφορά στις εβραϊκές γιορτές, τα φαγητά ή άλλες συνήθειες είναι συχνότατη. Τρομοκρατείται στη σκέψη ότι οι δικοί της μπορεί να μάθουν τη σχέση της με τον Χιλμί.
Για λίγους μήνες το ζευγάρι θα ζήσει μια μεγάλη αγάπη. Με τις διαφωνίες ενίοτε, αλλά πάντα με την ευαισθησία και την τρυφερότητα των ερωτευμένων. "Ο Χιλμί, με τις χιμαιρικές φαντασιώσεις του περί διεθνικού κράτους, ενός ομοσπονδιακού κράτους με ισότιμες τις δύο εθνότητες, να κλείνει τ'αφτιά του και να κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο σαν παιδί-γι' αυτόν ήταν όλα ή τίποτα. Κι εγώ με την ξεπερασμένη, αναιμική συμβιβαστική πρόταση των δύο κρατών, την οποία επαναλάμβανα μέχρι αηδίας. Εκείνος με την αθεράπευτα ονειροπόλα φύση του Λένον, ένας ευαίσθητος ιδεολόγος που έλπιζε ακόμα με μάτια που έλαμπαν στη συμφιλίωση των δύο λαών (...) Εκείνος ήταν ο πεφωτισμένος, ο οραματιστής που πάλευε να διορθώσει τα κακώς κείμενα, ενώ εγώ έμενα με  τη ρετσινιά του εθνικισμού, του σιωνισμού, του αντιερωτικού συντηρητισμού. Εκείνος ήταν ο διεθνιστής, ο ειρηνιστής που αποποιούνταν έννοιες όπως κράτος και θρησκεία, που απέρριπτε φούμαρα όπως σημαίες και εθνικούς ύμνους, ενώ εγώ, όσο κι αν απεχθανόμουν να αναλαμβάνω αυτόν τον ρόλο, ήμουν η νηφάλια πραγματίστρια που αναλωνόταν σε ανούσιες τυπικότητες όπως οι συμφωνίες ειρήνης, τα σύνορα και η εθνική κυριαρχία".
Η γραφή της Ραμπίτ εξαντλείται στις λεπτομέρειες. Μας παίρνει μαζί της και μας ταξιδεύει στις λεωφόρους και στις οδούς της Νέας Υόρκης, στα μικρά διαμερίσματα, σε πλατείες και καφέ, μας κάνει να βλέπουμε τα χρώματα του φθινοπώρου ή να νιώθουμε το φοβερό κρύο του νεοϋορκέζικου χειμώνα. Με πιο αδρές πινελιές ζωγραφίζεται το Τελ Αβίβ, η Ραμάλα, η θάλασσα που τόσο λείπει στον Χιλμί.
Μα πάνω απ' όλα μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν θα' ρθει κάποτε ο καιρός που η ουτοπία του Λένον θα πάψει να είναι ουτοπία.
Imagine there's no countries
it isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people living life in peace

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2018

1984

Τζωρτζ Όργουελ
1984
Ο Μεγάλος Αδελφός
Κάκτος, 1999 (α΄έκδ. 1978)
Μετ. Νίνα Μπάρτη
Υπάρχει άραγε βιβλιόφιλος που δεν έχει διαβάσει το πασίγνωστο, πολυσυζητημένο, εμβληματικό αυτό βιβλίο; Κι αν δεν το έχει διαβάσει κάποιος, σίγουρα θα έχει δει την κινηματογραφική του εκδοχή. Κι αν ακόμα τίποτε από τα δυο δεν συμβαίνει, ανεπίγνωστα, όροι, στοιχεία, ιδέες, έχουν εισχωρήσει και  διανθίζουν όχι μόνο τον καθημερινό γραπτό και προφορικό λόγο, αλλά και την ίδια τη ζωή μας. Ο Μεγάλος Αδελφός (Big Brother), το έγκλημα της σκέψης, η διπλή σκέψη κ.λπ.
Για ποιον τότε γράφω αυτή την ανάρτηση; Πρωτίστως για τον εαυτό μου, προσπαθώντας να ξορκίσω τη μελαγχολία που μου δημιούργησε για ακόμα μια φορά (δεν είναι η πρώτη που το διαβάζω) το σκοτεινό και τόσο απαισιόδοξο αυτό βιβλίο. Κάθε φορά που το διαβάζω νιώθω ολοένα και περισσότερο να πλησιάζουμε στην πραγμάτωση των απαισιόδοξων αλλά τόσο προφητικών ιδεών του Όργουελ.
 Γραμμένο τη δεκαετία του '40, αναφέρεται στον μακρινό, για τότε, κόσμο του 1984. Εκείνος ο κόσμος αποτελείται από τρία μόνο μεγάλα κράτη: την Ωκεανία, την Ευρασία και την Ανατολασία. Οι ήρωες του Όργουελ  ζουν στην Ωκεανία, ταυτισμένη περίπου με την Ευρώπη και μέρος της Αμερικής. Η Ωκεανία είναι ένα κράτος με απόλυτο έλεγχο των πολιτών της από την ανωτάτη αρχή, τον Μεγάλο Αδελφό, που είναι το ίδιο το κόμμα. Τεράστιες γιγαντοοθόνες λειτουργούν αμφίδρομα, εκπέμποντας αλλά και παρακολουθώντας κάθε στιγμή των πολιτών, όπου κι αν βρίσκονται, ό,τι κι αν κάνουν (πόσο απέχει άραγε η εποχή μας απ' αυτή τη φανταστική για τη δεκαετία του '40 εποχή;). Η κοινωνία αποτελείται από τρεις τάξεις: Το Εσωτερικό Κόμμα που το αποτελεί μόνο το 1% του πληθυσμού. Σ' αυτό ανήκουν οι κυβερνώντες, συγκεντρώνουν όλες τις εξουσίες και απολαμβάνουν όλα τα αγαθά. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το Εξωτερικό Κόμμα, περίπου το 20% κι αυτοί μέλη του κόμματος αλλά κατώτεροι, κάνουν περίπου  τις εργασίες των σημερινών δημοσίων υπαλλήλων. Τέλος είναι οι Προλετάριοι, περίπου το 80%. Ζουν σε άθλιες συνθήκες, μέσα στη φτώχεια και την άγνοια. (Έπαψε άραγε ο κόσμος να αποτελείται από τις τρεις αυτές τάξεις;)
Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Ουίνστον Σμιθ. Ανήκει στο Εξωτερικό Κόμμα και εργάζεται στο τμήμα Αρχείων του Υπουργείου Αλήθειας. Έχει την ευθύνη να προσαρμόζει τα γεγονότα, ακόμα και τα παρελθόντα, στην εκάστοτε παρούσα στιγμή. Άλλωστε, ένα από τα εμβλήματα του κράτους είναι: "όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν-όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον". Έτσι, για παράδειγμα, αν μια πρόβλεψη του Μεγάλου Αδελφού, για την παραγωγή π.χ. δεν επαληθευόταν, τότε η παλιά ομολία που είχε δημοσιευτεί στους Τάιμς, ξαναγραφόταν για να προσαρμοστεί στο παρόν. Η εφημερίδα ξανατυπωνόταν, τα παλιά φύλλα καταστρέφονταν, δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Αυτό γινόταν διαρκώς, κείμενα και λεξικά γράφονταν και ξαναγράφονταν. Αυτό οδηγούσε στη "διπλή σκέψη". Να ξέρεις την αλήθεια και συγχρόνως τη μη-αλήθεια. " Το μυαλό του (του Ουίνστον) γλίστρησε στο λαβύρινθο της διπλής σκέψης. Να ξέρεις και να μη ξέρεις, να έχεις συνείδηση της αλήθειας και παράλληλα να λες έντεχνα κατασκευασμένα ψέματα, να έχεις ταυτόχρονα δύο γνώμες που η μία αναιρούσε την άλλη, πιστεύοντας και τις δύο. Να χρησιμοποιείς τη λογική ενάντια στη λογική, να αρνείσαι την ηθική ενώ την αξιώνεις, να πιστεύεις ότι η δημοκρατία είναι αδύνατη και ταυτόχρονα ότι το Κόμμα ήταν ο φύλακας της δημοκρατίας. Να ξεχνάς ό,τι είναι αναγκαίο να ξεχαστεί, και να το ξαναφέρνεις στη μνήμη σου τη στιγμή που το χρειάζεσαι, και αμέσως μετά να το ξεχνάς πάλι (...) ακόμα και η κατανόηση του όρου "διπλή σκέψη" προϋπέθετε τη χρησιμοποίηση της διπλής σκέψης."
Η σκέψη όμως είναι ταυτόσημη με τη γλώσσα. Γι' αυτό επινοείται η Νέα Γλώσσα. Ολόκληρο παράρτημα στο τέλος του βιβλίου εξηγεί τη νέα αυτή γλώσσα. Αφαιρούνται πολλές λέξεις, π.χ. οι λέξεις τιμή, δικαιοσύνη, ηθική, διεθνισμός, δημοκρατία, επιστήμη, θρησκεία έπαψαν να υπάρχουν, επομένως δεν υπάρχουν και ως έννοιες. Το λεξιλόγιο απλουστεύεται. Για παράδειγμα το αντίθετο του "καλός" γίνεται "μήκαλος", το συνώνυμο του "φωτεινός" μπορεί να είναι "ασκότεινος", το "πολύ κρύος" μπορεί να λεχθεί "δίσκρυος" κ.ο.κ. Ακόμα η ίδια λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο κ.λπ. (Πόσο διαφέρουμε άραγε σήμερα με όλα αυτά τα αρκτικόλεξα, π.χ. "Καλό ΣΚ=καλό Σαββατοκύριακο, ή γράφουμε 4U και εννοούμε for you! ή με  τα συντομευμένα, χρησιμοποιούμενα από τη νεολαία, που τόσο φτωχαίνουν τη γλώσσα;)
Παρ' όλα αυτά ο Ουίνστον πιστεύει πως μπορεί να αντισταθεί, μπορεί να επαναστατήσει. Προπάντων όταν γνωρίζει, ερωτεύεται και συναντιέται κρυφά (ο έρωτας απαγορεύεται) με τη Τζούλια, που κι εκείνη σκέφτεται όπως ο ίδιος. Θα επιτύχουν άραγε;  Θα μπορέσουν να επαναστατήσουν ενάντια σ' αυτό το τρομακτικό καθεστώς; Δεν θα γράψω το τέλος. Ίσως κάποιοι κι απ΄αυτούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο να το έχουν ξεχάσει και να θελήσουν να το ξαναδιαβάσουν. Αρκεί να πω πως η επινοητικότητα του καθεστώτος (και του συγγραφέα) ξεπερνά κάθε φαντασία αφήνοντάς μας μια πικρή γεύση.
{Χρήσιμη πληροφορία:Το βιβλίο διατίθεται από τον Κάκτο ψηφιακά δωρεάν}

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2018

Σερενάτα

Ζουλφί Λιβανελί
Σερενάτα
Μετ. Θάνος Ζαράγκαλης
Πατάκης, 2012
Ένα παλιό, άγνωστο επεισόδιο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας μεγάλος έρωτας και μια απεικόνιση πτυχών της σύγχρονης Τουρκίας, συνθέτουν το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του γνωστού (κυρίως ως μουσικού) Τούρκου συγγραφέα. Στην αρχή μου φάνηκε κάπως απλοϊκό, χωρίς ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Μια νεαρή Τουρκάλα, η Μάγια Ντουράν, ταξιδεύει αεροπορικώς από την Ισταμπούλ (που εμείς δεν μπορούμε να τη λέμε παρά μόνο Κωνσταντινούπολη) στη Βοστόνη. Κατά τη διάρκεια της υπερπόντιας πτήσης γράφει την ιστορία που σχετίζεται με το ταξίδι της. Μια ιστορία που, ξεκινώντας από το παρόν, ανατρέχει σ' ένα τραγικό επεισόδιο του 1941. Σιγά σιγά η ιστορία με απορρόφησε. Η απλοϊκότητα του ύφους έπαψε να με ενοχλεί. Άλλωστε η Μάγια δηλώνει ότι δεν είναι συγγραφέας, πως δεν ξέρει να εκφραστεί λογοτεχνικά, προσδίνοντας έτσι μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία της.
Η Μάγια, διαζευγμένη, μ' ένα δεκατετράχρονο γιο που δεν ξεκολλάει από το κομπιούτερ, είναι βοηθός του πρύτανι του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ. Ως υπεύθυνη επί των δημοσίων σχέσεων, μια μέρα παραλαμβάνει από το αεροδρόμιο τον Μαξιμίλιαν Βάγκνερ, έναν 87χρονο Γερμανό, που είχε ζήσει και διδάξει στο Πανεπιστήμιο το 1939-1942. Αυτοεξόριστος, όπως και άλλοι Εβραίοι, αλλά και Γερμανοί καθηγητές, είχαν καταφύγει στην Τουρκία για να αποφύγουν τις διώξεις και την καταπίεση του ναζισμού. Μια ιδιαίτερη συμπάθεια αναπτύσσεται μεταξύ της Μάγια και του ηλικιωμένου καθηγητή καθώς τον ξεναγεί, του μιλά για τη σύγχρονη Τουρκία και ικανποιεί κάποιες παράξενες επιθυμίες του, όπως όταν της ζητά να μεταβούν μέσα στο καταχείμωνο στην παραλιακή πόλη Σίλε. Ταυτόχρονα η Μάγια αντιλαμβάνεται πως συνεχώς τους παρακολουθεί η μυστική αστυνομία. Γιατί άραγε; Με τη βοήθεια του γιου της που ερευνά στο διαδίκτυο και με αναδίφηση αρχείων η Μάγια προσπαθεί να ερευνήσει το παρελθόν του καθηγητή. Η ιστορία όμως που στοιχειώνει ακόμα τον Βάγκνερ θα μας αποκαλυφθεί σε μια παρένθετη, ανεξάρτητη αφήγηση, χαρακτηριστική, όπως λέει η Μάγια, των ιστοριών της Ανατολής. Σχετίζεται με την περιπέτεια ενός πλοίου, του πλοίου Στρούμα, που το 1941 είχε αποπλεύσει από τη Ρουμανία μεταφέροντας 768 Εβραίους στην Παλαιστίνη. Αλλά ούτε η Τουρκία το δεχόταν, ούτε οι Άγγλοι επέτρεπαν τη μετάβασή του στην Παλαιστίνη. Τελικά το πλοίο, αφού λόγω βλάβης  έμεινε ακυβέρνητο στη Μαύρη Θάλασσα, βυθίστηκε από Ρωσικό υποβρύχιο παρασύροντας τους ταλαιπωρημένους του επιβάτες στον θάνατο. Ανάμεσά τους και την Νάντια, την Εβραία, πολυαγαπημένη σύζυγο του Βάγκνερ που απελπισμένος έβλεπε από την ακτή το καράβι να βουλιάζει. Τέσσερις χώρες, Ρουμανία, Τουρκία, Αγγλία, Ρωσία υπήρξαν  ένοχες γι' αυτό το έγκλημα, αλλά καμιά δεν  θέλει να αποκαλυφθεί η δική της ευθύνη. Και η πικρή διαπίστωση του καθηγητή: "Η ευτυχία των ανθρώπων γινόταν (και γίνεται) παιχνιδάκι στα χέρια αυτών που έπαιζαν παιχνίδια εξουσίας".
Όμως, πέρα από το άγνωστο, τραγικό αυτό επεισόδιο του πολέμου, το βιβλίο του Λιβανελί έχει ενδιαφέρον και για την εικόνα της σύγχρονης Τουρκίας που παρουσιάζει. Οι δρόμοι της Ισταμπούλ, η πολυκοσμία της,  η θέση της γυναίκας, η δύναμη και αυστηρή πειθαρχία του στρατού, του έκτου μεγαλύτερου στον κόσμο, όπως λέει (ο αδελφός της Μάγια είναι στρατιωτικός), η ζωή της διαζευγμένης γυναίκας, οικογενειακές στιγμές, έθιμα και άλλες ακόμα πτυχές της σύγχρονης Τουρκίας μας αποκαλύπτονται. Ο συγγραφέας δεν διστάζει, με επίγνωση της ιστορίας, να κατακρίνει την Τουρκία, αναλογιζόμενος το πώς δημιουργήθηκε αυτό το κράτος. "Η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα τουρκικό έθνος, όπου όλοι θα μοιάζουν μεταξύ τους κι ας προέρχονται από μια κοινωνία πολλών πολιτισμών, θρησκειών, γλωσσών, όπως υπήξε η οθωμανική, έφερνε μαζί της και τέτοιου είδους εξαναγκασμούς. Γι΄αυτόν τον λόγο το κράτος ήταν τόσο ευαίσθητο στο θέμα της τουρκικής  ταυτότητας. Διότι, και πάλι όπως λέει ο αδελφός μου, εμείς δεν μπορέσαμε να σχηματίσουμε ένα κράτος όπως τα άλλα έθνη. Με άλλα λόγια, αυτό που ιδρύθηκε δεν ήταν ένα έθνος-κράτος:το κράτος έφτιαξε ένα έθνος για τον εαυτό του. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη νέα δημοκρατία μας ώς κράτος-έθνος. Ως εκ τούτου η κριτική προς το κράτος σήμαινε χτύπημα προς το έθνος και γι΄αυτό θεωρούνταν ασυγχώρητη".
Μια αδυναμία του βιβλίου είναι η παρεμβολή από μέρους της αφηγήτριας σκέψεων, συναισθημάτων, λεπτομερειών που δεν είναι πάντα απαραίτητες. Όμως οι αρετές του βιβλίου υπερκαλύπτουν τις μικρές αδυναμίες, δημιουργώντας ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018

Κόκκινος Σταυρός

Μαρία Γαβαλά
Κόκκινος Σταυρός
Πόλις, 2018
"Ο κόκκινος σταυρός σήμαινε θάνατο, η γαλάζια παύλα συνέχιση της ζωής".
Μου πήρε κάποιο χρόνο και αρκετές σελίδες ωσότου μπω στο πνεύμα, στο κλίμα, στην ατμόσφαιρα, την τεχνική της Μαρίας Γαβαλά. Από κει και πέρα όμως το βιβλίο απέκτησε μια γοητεία, μια σαγήνη που μου στοίχειωνε ύπνο και ξύπνιο. Κι ας είναι ένα βιβλίο ζοφερό που διεκτραγωδεί ανθρώπινα πάθη και τραγωδίες. Όμως οι αναλαμπές της καλοσύνης, η ομορφιά της Τέχνης, η καταβύθιση στα άδυτα της ψυχής, οι σύγχρονες τραγωδίες που ανανεώνουν "πάθια και καημούς" περασμένους, με μια άλλη μορφή τώρα, το παρελθόν και το παρόν, συνθέτουν ένα πίνακα πολύμορφο, πολυδιάστατο,  αναγνωστικά ακαταμάχητο.
Το βασικό νήμα που ενώνει, άλλοτε πιο χαλαρά κι άλλοτε πιο στέρεα τα μέρη του βιβλίου είναι η κεντρική, πρωτοπρόσωπη ηρωίδα Αριάδνη Χόπε. Παρ' όλο που η ίδια κάποια στιγμή δηλώνει πως το όνομά της δεν κρύβει κανένα συμβολισμό, εντούτοις με τη μεταπτυχιακή της εργασία στην Ιστορία της Τέχνης στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης, ανασκαλεύει τα σκοτεινά μονοπάτια του λαβύρινθου της ψυχής. Θέμα του μεταπτυχιακού της είναι η σχέση της Τέχνης με τον τρόπο έκφρασης των ψυχικά πασχόντων μέσω της Τέχνης. Κεντρικό πρόσωπο της έρευνάς της γίνεται η Μπέρτα-Γκέρτρουντ Φλεκ (1870-1944) που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της έγκλειστη σε ψυχιατρικά ιδρύματα και που στο τέλος έπεσε θύμα της "ευθανασίας" που οι Ναζί επεφύλασσαν στους ψυχικά πάσχοντες. Γύρω απ' αυτό το κεντρικό θέμα συνωστίζονται πλήθος πρόσωπα, ποικίλες εποχές, ιστορία και μυθοπλασία. Το παρελθόν, ο Α΄ Παγκόσμιος, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο Β΄ Παγκόσμιος, σύγχρονα προβλήματα όπως η μετανάστευση, οι πρόσφυγες, η ανεργία, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, όλα αυτά που λες και αποτελούν μια επανάληψη του παρελθόντος, βρίσκουν τη θέση τους στο βιβλίο.
Εκτός από την Αριάδνη, ακούμε τη φωνή της έγκλειστης Μπέρτα-Γκέρτρουντ, της νοσοκόμας Έρικα Μπέντιεν, του αδερφού της Έρικα Μάρτιν, που με τα κομμένα του χέρια μας μεταφέρει όλη τη φρίκη του Μεγάλου Πολέμου, της επιληπτικής Κορνέλια, του έρωτα της Αριάδνης Μανουέλ, των γονιών της Αριάδνης, του Κούρδου πρόσφυγα, Καθηγητών της Τέχνης και πολλών άλλων. Η διπλή καταγωγή της Αριάδνης Χόπε (Ελληνίδα μητέρα-Γερμανός πατέρας) επιτρέπει τη μετακίνησή της στο χώρο, Αθήνα, Αίγινα, Δρέσδη, Βερολίνο, αλλά και τον διαφορετικό τρόπο που βλέπει τα πράγματα.
Θέματα Τέχνης, Ιστορίας, Πολιτικής, Ψυχολογίας, ο έρωτας, οι οικογενειακές σχέσεις, τα ψυχιατρικά άσυλα, ο ναζισμός, η ευθανασία, με φυσικότητα εμφιλοχωρούν σ' ένα τεράστιας εμβέλειας χώρο και χρόνο. Εν ολίγοις, ένα έργο γνώσης και προβληματισμού, ένα σπάνιο για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία επίτευγμα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2018

Το βαλς των δέντρων και του ουρανού

Jean-Michel Guenassia
Το βαλς των δέντρων και του ουρανού
Πόλις, 2017
Μετ. Ειρήνη Αποστολάκη
Σε μια επίσκεψη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης πριν από μερικά χρόνια, θυμάμαι ότι σταθήκαμε περίπου μισή ώρα μπροστά από τον πίνακα του Βαν Γκογκ "Έναστη νύχτα", ακούγοντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση της ξεναγού. Έργο πασίγνωστο, θεωρούμενο ως το καλύτερο του μεγάλου ζωγράφου, κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του Guenassia, "Το βαλς των δέντρων και του ουρανού". 
"Η σοφίτα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν βυθισμένη στο μισοσκόταδο, έλαμψε ξαφνικά. Μια ακτίνα φωτός, που μπήκε ως δια μαγείας, φώτισε το καβαλέτο. Αυτό που είδα μπροστά μου με άφησε άφωνη. Ένας πίνακας που αναπαριστούσε τα σπίτια των χωρικών, με τις αχυροσκεπές τους να μπλέκονται μέσα στα πράσινα λιβάδια, και στο βάθος δέντρα σε βαθυπράσινη απόχρωση, να παραδίνονται σε ένα ξέφρενο βαλς, ένα βαλς γεμάτο ζωή, σε πλήρη αρμονία με τον ουρανό, που ήταν γεμάτος γαλάζια σύννεφα. Ο πίνακας, που μου είχε φανεί σκοτεινός και γκρίζος όταν μπήκα στο δωμάτιο, έμοιαζε τώρα ολοζώντανος, με τα δέντρα και τον ουρανό να χορεύουν στους ρυθμούς μιας ζωηρής σαραμπάντ. Έμεινα να τον χαζεύω κι εγώ δεν ξέρω για πόση ώρα".
Έτσι περιγράφει η Μαργκερίτ, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια του βιβλίου του Guenassia, τις εντυπώσεις από έναν πίνακα του Βαν Γκογκ, πολύ πιθανόν της "Έναστρης νύχτας". Ο συγγραφέας σε μια ενδιαφέρουσα, ευρηματική υπόθεση, σμίγει το φανταστικό με το ρεαλιστικό σε μια καθόλου απίθανη σύζευξη. Η Μαργκερίτ Γκασέ, σε μεγάλη πια ηλικία, το 1949, εξιστορεί τις τελευταίες 70 μέρες της ζωής του Βαν Γκογκ, όπως τις έζησε η ίδια το 1890, ως τη μοιραία μέρα του θανάτου του. Τόσο η Μαργκερίτ όσο και ο πατέρας της, ο γιατρός Πωλ Γκασέ, υπήρξαν ιστορικά πρόσωπα. Ζώντας στο μικρό χωριό Ωβέρ-συρ-Ουάζ γνωρίζουν τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ, που εγκαθίσταται εκεί μετά από παρότρυνση του φίλου του ζωγράφου Πισαρό, για να παρακολουθείται από τον γιατρό Γκασέ, για κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Η μυθιστορηματική εκδοχή παρουσιάζει τη δεκαεννιάχρονη Μαργκερίτ, που ζωγράφιζε και η ίδια, να ερωτεύεται με πάθος τον Βίνσεντ και να έχει συνάψει μαζί του ερωτικό δεσμό. Τον ακολουθεί στα χωράφια και στη φύση όπου εκείνος ασταμάτητα ζωγραφίζει, φεύγει κρυφά τα βράδια από το σπίτι και τον συναντά στο πανδοχείο όπου εκείνος μένει. Όταν ο πατέρας της το ανακαλύπτει, την κλειδώνει στο δωμάτιό της, οργισμένος την χτυπά και της απαγορεύει να συναντήσει ξανά αυτόν τον αξιοθρήνητο στην όλη εμφάνιση και οικονομική κατάσταση ξένο.
Αυτή η ιστορία όμως (που μπορεί να συνέβη ή και όχι) δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου. Εναι μονάχα ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζεται το πάθος του Βαν Γκογκ για τη ζωγραφική, η πυρετώδης δημιουργία των τελευταίων ημερών. "Ο Βίνσεντ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό, όσο φως κι αν είχε, μέρα νύχτα. Κατά τη διάρκεια της δίμηνης διαμονής του στην Ωβέρ ζωγράφισε παραπάνω από εβδομήντα πίνακες. Στο μικρό του δωμάτιο υπήρχαν έργα παντού, διπλωμένα το ένα μέσα στο άλλο, και ο χώρος για να κινηθεί κανείς ήταν ελάχιστος".
Πολύ έντεχνα ο συγγραφέας ενσπείρει στο μυθιστόρημά του στοιχεία και αποσπάσματα από δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά, από ειδήσεις, επιστολές κ.λπ. που φωτίζουν και τεκμηριώνουν την κοινωνική, οικονομική, ιδεολογική, πολιτιστική, κοινωνική και κάθε άλλη πτυχή της εποχής (1889-1890), αλλά και στοιχεία της ζωής και του χαρακτήρα του ζωγράφου.
Το τέλος βέβαια είναι πασίγνωστο. Στις 27 Ιουλίου 1890 ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ βρέθηκε σ' ένα σταροχώραφο πυροβολημένος στην κοιλιά. Πέθανε δυο μέρες αργότερα. Ήταν μόνο 37 χρονών. Πολλά έχουν γραφτεί για το τέλος του. Ήταν αυτοκτονία όπως είναι η επικρατέστερη εκδοχή; Ήταν ατύχημα όπως άλλοι υποστηρίζουν; Ο Guenassia επινοεί μια πιο ρομαντική εκδοχή με παρούσα τη Μαργκερίτ.
Κλείνω το βιβλίο και μένω για πολλή ώρα να αναλογίζομαι τη σύντομη ζωή και το μεγάλο έργο του Βαν Γκογκ. Γιατί και πώς υπάρχει αυτό που ονομάζουμε ιδιοφυΐα είτε στη Τέχνη είτε στην επιστήμη ή όπου αλλού; Μήπως ακόμα έχουμε πολλά να μάθουμε για τον αόρατο κόσμο του πνεύματος; Μήπως ακόμα ως πνευματικό ον ο άνθρωπος κάνει τα πρώτα του βήματα; Ποιος ξέρει...