Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2019

Πατρίδα

Φερνάντο Αραμπούρου
Πατρίδα
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Πατάκης, 2017
Όταν είδα τον όγκο των 714 σελίδων το φοβήθηκα. Όταν άρχισα να το διαβάζω και προπάντων όταν προχώρησα στο διάβασμα, άρχισα να λυπάμαι γιατί κάποια στιγμή αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα θα έφτανε στο τέλος του. Καιρό είχα να διαβάσω (συχνά παραπονιέμαι γι' αυτό) ένα αξιόλογο έργο σύγχρονης λογοτεχνίας. Και όμως να που υπάρχουν ακόμη τέτοια έργα, για να μας  θυμίζουν τη δύναμη που έχει και την απόλαυση που μας χαρίζει η υψηλού επιπέδου λογοτεχνία.
Ο Ισπανός Φερνάντο Αραμπούρου μας εισάγει σ' έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο. Έναν κόσμο που οι περισσότεροι τουλάχιστον από μας γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις τρομοκρατικές ενέργειες της εθνικιστικής, αυτονομιστικής οργάνωσης των Βάσκων, την ΕΤΑ, που ανακοίνωσε κατάπαυση της δράσης της το 2011.
Μ' αυτή την είδηση και ταυτόχρονα με την πληροφορία ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ο Τσάτο, είναι ήδη νεκρός αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο. Κι όμως θα φτάσουμε στη σελίδα 470 για να μάθουμε λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα ζωής και τον τρόπο εκτέλεσης του Τσάτο. Ο Αραμπούρου χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, πρωτότυπη και συνάμα σαγηνευτική τεχνική. Στα 124 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου σαν να κάνει διαρκώς κύκλους. Τα εννιά βασικά πρόσωπα του έργου έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο, σαν ηθοποιοί που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή.
Δυο φιλικές, σχεδόν αδελφικές οικογένειες απαρτίζουν τα εννιά αυτά πρόσωπα. Η μια οικογένεια αποτελείται από τον πατέρα, τον Τσάτο, αρκετά ευκατάστατο, ιδιοκτήτη μιας μεταφορικής εταιρείας, τη μάνα Μπιττόρι, μια ωραία φυσιογνωμία, στοργική μητέρα, που σ' όλο το βιβλίο τη φανταζόμαστε καθισμένη στον τάφο του άντρα της να του αφηγείται ό,τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα απεγνωσμένα ζητά μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άντρα της. Δυο παιδιά συμπληρώνουν την πρώτη οικογένεια, ο Σαμπίερ, που γίνεται γιατρός και η Νερέα που σπούδασε νομικά.
Η δεύτερη οικογένεια είναι πενταμελής. Ο πατέρας Χοσίαν, στενός φίλος με τον δολοφονημένο,  σύντροφος στην αγαπημένη τους ποδηλασία, η μάνα Μίρεν, φανατική αυτονομίστρια και τρία παιδιά: Η Αράντσα, που ένα εγκεφαλικό την αφήνει παράλυτη με μόνο τρόπο επικοινωνίας τη γραφή με το μικρό δάχτυλο στο i-pad, ο Γκόρκα με την αγάπη του για το διάβασμα, που θα βρει τον δρόμο του στο γράψιμο και ο Χόσε Μάρι, ο νεαρός ο ενταγμένος στην ΕΤΑ, ο φανατικός πατριώτης, έτοιμος να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της Βασκικής πατρίδας.
Οι φιλικές σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπτονται όταν μπαίνει ανάμεσά τους η διαφορά αντιμετώπισης της αυτονομιστικής δράσης. Η υποψία ότι μπορεί ο νεαρός Χόσε Μάρι που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και το χωριό, που εκπαιδεύτηκε στις ένοπλες ομάδες της ΕΤΑ, μπορεί να έχει σχέση με τη δολοφονία του Τσάτο, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις. Σε ολόκληρο το βιβλίο η Μπεττόρι αγωνίζεται να επιτύχει μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άνδρα της. Θα το επιτύχει στο τέλος; "Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται παρισσότερη παλικαριά παρά για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, παρά να ενεργοποιήσεις μια βόμβα".
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Παρακολουθούμε τις καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές των προσώπων του έργου, τους έρωτες, τους γάμους, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τα όνειρα και τον τρόπο ζωής τους. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι, παιδιά, η αστυνομική βία (εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτήν της τρομοκρατίας), η περιγραφή του βασκικού περιβάλλοντος, η βροχή που θαρρείς πέφτει αδιάκοπα, αναπαριστούν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ενδιαφέρουσα τεχνική του συγγραφέα δεν εξαντλείται  στην κατάτμηση των 124 κεφαλαίων και στην κυκλική επανεμφάνιση των προσώπων. Ενώ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, ξαφνικά παρεμβάλλεται ένα πρωτοπρόσωπο ρήμα ή αντωνυμία, σαν να υποβάλλει ότι η αφήγηση δεν ανήκει στον αφηγητή αλλά στο πρόσωπο που αναφέρεται. Και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συχνά μια λέξη, ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαφορετικές εκδοχές. Π.χ. "κατ' επιθυμία/ικεσία/απαίτηση" ή "ανησύχησε/αγανάκτησε" ή "παρηγηρητικός/τρυφερός, στοργικός/ευγενικός" κ.λπ. λες και διστάζει ο συγγραφέας, δεν είναι βέβαιος τι ισχύει ή πάλι σαν να θέλει να πει ότι ισχύουν όλα ταυτόχρονα.
Συμπερασματικά. Και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2019

Φοβού τους Δαναούς

PHILIP KERR
Φοβού τους Δαναούς
Μετ. Γιώργος Μαραγκός
Κέδρος, 2018
Με το ίδιο ενδιαφέρον, όπως όλα τα προηγούμενά του βιβλία, αλλά με πολλή θλίψη διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Philip Kerr. Στο νου μου είχα διαρκώς πως αυτός ο χαρισματικός στο είδος του συγγραφέας δεν υπάρχει πια. Πως ο ήρωάς του, ο Μπέρνι Γκούντερ, που μας χάρισε τόσο ωραίες αναγνωστικές ώρες με τις συναρπαστικές περιπέτειές του, που μας βύθισε στη σκοτεινιά αλλά και στον αγώνα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, δεν θα είχε πια καμιά άλλη ιστορία να μας αφηγηθεί. Ο Σκωτσέζος δημιουργός του, τον οποίο με την πρωτοπρόσωπη, ολοζώντανη γραφή του συχνά ταυτίζαμε με τον ήρωά του, πέθανε τον Μάρτιο του 2018 σε ηλικία 62 χρονών.
Η προσωπικότητα του Μπέρνι Γκούντερ είχε αρκετά σκιαγραφηθεί και στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του, Η τριλογία του Βερολίνου, Μοιραία Πράγα, Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ, που είχα διαβάσει. Στο τελευταίο βιβλίο, το οποίο αναζήτησα και διάβασα σχεδόν αμέσως με την κυκλοφορία του, δεν με είλκυσε μόνο το γνώριμο μυθιστορηματικό περιβάλλον και ο ιδιότυπος κεντρικός του ήρωας. Ο τίτλος Φοβού τους Δαναούς με τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του ήταν αρκετός να με παρακινήσει στο διάβασμά του.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος, με τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες συνήθειες, αλλά το εξωτερικό περιβάλλον και οι συνθήκες της ζωής του έχουν τώρα αλλάξει. Βρισκόμαστε στο 1957, δεκατρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Ο Γκούντερ με το ψευδώνυμο Κρίστοφ Γκαντς εργάζεται στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου στο Μόναχο. Κάποιες συγκυρίες τον οδηγούν ως εμπειρογνώμονα σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τις Αντασφαλίσεις Μονάχου. Λίγο μετά την πρόσληψή του, του αναθέτουν μια αποστολή στην Ελλάδα. Ένα πλοίο που ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία παίρνει φωτιά και βυθίζεται κάπου στα νησιά του Αιγαίου. Ιδιοκτήτης του πλοίου ήταν ο Γερμανός Βίτσελ. Για να πληρωθεί όμως η ασφάλεια έπρεπε να αποδειχτεί ότι πράγματι η βύθιση του πλοίου οφειλόταν σε δυστύχημα. Και η περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ αρχίζει. Βεβαίως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Στην αρχή φαίνεται να πρόκειται για αρχαιοκαπηλία. Όμως στη συνέχεια θα αποδειχτεί ότι η υπόθεση πάει πολύ πιο πίσω, στους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και στις κλεμμένες από τους Ναζί περιουσίες τους, ειδικά το χρυσάφι, το οποίο και κυνηγούν πολλοί, ειδικά πρώην Ναζί που ήξεραν την υπόθεση. Ταυτόχρονα Έλληνες αστυνομικοί αναζητούν τους Ναζί για να τους δικάσουν και στη μέση όλων αυτών ο Μπέρνι Γκούντερ να αναζητεί δολοφόνους, να ψάχνει για τα πραγματικά αίτια του ναυαγίου, αλλά να θεωρείται από την αστυνομία και ο ίδιος ύποπτος, σε σημείο που να του κατάσχουν το διαβατήριο ωσότου αποδειχτεί η αθωότητα και ο ρόλος του. Βεβαίως δεν λείπουν οι άφθονοι διάλογοι, το κυνηγητό στους δρόμους της Αθήνας, οι δολοφονίες, το συνεχές κάπνισμα του ήρωα, τα ποτά στο "Μεγάλη Βρετανία" και η ωραία, μοιραία γυναίκα, στην περίπτωση αυτή μια δικηγορίνα, η Έλλη Παπακωνσταντίνου που συνοδεύει τον Μπέρνι στις έρευνές του.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η γνώση του συγγραφέα για την Ελλάδα, το αθηναϊκό περιβάλλον, την ελληνική νοοτροπία αλλά και την ιστορία και τη μυθολογία. Εκφραζόμενος άλλοτε ειρωνικά, όπως μια σατιρική περιγραφή των ευζώνων, ή επικριτικά όπως για τα "φακελάκια" και τη δωροδοκία χωρίς τα οποία δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου, δεν κρύβει το θαυμασμό του για τα ελληνικά δημιουργήματα στον τομέα της τέχνης, της φιλοσοφίας, της μυθολογίας. Ενδεικτικά σταματώ σε κάποιες από τις αναφορές του: αναφορά στις μοίρες, στον Οιδίποδα, τον Κέρβερο, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τον Κύκλωπα και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Πήγασο και πλήθος άλλα. Στο τέλος υπάρχει μια σύντομη περιδιάβαση αλλά και απεριόριστος θαυμασμός για τον Παρθενώνα.
Όπως και στα άλλα μυθιστορήματα του Philip Kerr τα ιστορικά πρόσωπα ή γεγονότα δεν λείπουν. Ο Αντενάουερ, ο "γέρος", όπως τον αποκαλούσαν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ναζί Μαξ Μέρτεν και άλλοι, προσδίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα. Η δημιουργία της ΕΟΚ, η προσπάθεια ένταξης σ΄αυτήν της Ελλάδας και άλλα ιστορικά στοιχεία μας μεταφέρουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη του 1957.
Ο Philip Kerr πέθανε. Ο Μπέρνι Γκούντερ όμως, όπως όλοι οι λογοτεχνικοί ήρωες, θα ζει για πάντα, συναρπάζοντας  τους αναγνώστες που θα τον συνοδεύουν στις περιπέτειές του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019

Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ

Λουίτζι Πιραντέλο
Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Πρόλογος: Δημήτρης Στεφανάκης
Μεταίχμιο, 2018
Νομίζω πως δεν είμαι η μόνη που αγνοούσα τον πεζογράφο, μυθιστοριογράφο Λουίτζι Πιραντέλο (1867-1936). Η ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα έχει επισκιάσει κάθε άλλη λογοτεχνική του έκφραση. Πασίγνωστα τα "Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)", "Η ηδονή της τιμιότητας", "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" και πλήθος άλλα, που τον καθιέρωσαν ως θεατρικό συγγραφέα και του χάρισαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Συχνά οι τίτλοι χρησιμοποιούνται συμβολικά ακόμα και από ανθρώπους που δεν έχουν δει παραστάσεις τους.
Το "Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ" το ήξερα ως τίτλο, το θεωρούσα όμως κι αυτό ακόμα ένα θεατρικό (!) Η καινούρια έκδοση από το Μεταίχμιο του γραμμένου το 1904 μυθιστορήματος, έρχεται να μας γνωρίσει τον μυθιστοριογράφο Πιραντέλο, αν και δεν λείπουν και απ' αυτό το έργο στοιχεία τόσο εξωτερικά (διάλογοι, σκηνοθεσία κ.λπ.) όσο και εσωτερικά-ιδεολογικά που θα βρουν την ολοκλήρωση και την πλήρη έκφρασή τους στα θεατρικά του.
Το βιβλίο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η ιστορία του Ματία Πασκάλ όπως την αφηγείται ο ίδιος. Ζούσε στο Μιράνιο της Ιταλίας, μεγαλωμένος σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει, ο διαχειριστής της περιουσίας αποδεικνύεται ένας απατεώνας κι έτσι η οικογένεια, η μητέρα, ένας αδελφός και ο Ματία ζουν με δυσκολίες και στερήσεις. Ο Ματία εργάζεται με πενιχρή αμοιβή στη δημοτική βιβλιοθήκη, στην οποία όμως θαμώνες είναι μάλλον μόνο οι ...αρουραίοι. Θλιβερή είναι και η κατάληξη του γάμου του με την άβουλη Ροζαλίντα Πεσκατόρε και αφόρητη η ζωή με την καταπιεστική πενθερά του. Η ζωή του καταντά τραγική όταν πεθαίνουν σε βρεφική ηλικία και τα δίδυμα κοριτσάκια του.
Θέλοντας να ξεφύγει από την αβάσταχτη φτώχεια και δυστυχία, φεύγει από το χωριό του, πάει στη Μασσαλία, με σκοπό να μεταναστεύσει στην Αμερική. Αντί αυτού, από μια συγκυρία και μια ενστικτώδη παρόρμηση, βρίσκεται στο Μόντε Κάρλο και στο Καζίνο. Ωραίες σκηνές διαδραματίζονται στο παιγνίδι της ρουλέτας, που μας θυμίζουν τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Ο Ματία κερδίζει ένα πολύ μεγάλο ποσό. Τριγυρίζει σε διάφορα μέρη και ενώ σκέφτεται να ξαναγυρίσει στο χωριό του, διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι η σύζυγος και η πενθερά του τον αναγνώρισαν ως το πτώμα που βρέθηκε "στο αυλάκι ενός μύλου σε κατάσταση προχωρημένης σήψης". Η πρώτη του σκέψη να διαψεύσει την είδηση και να δηλώσει ότι είναι ζωντανός, μετατρέπεται σε κραυγή ελευθερίας: "Ήμουν μόνος τώρα πια, πιο μόνος δεν θα μπορούσα να είμαι πάνω στη γη, απαλλαγμένος από κάθε δέσμευση και κάθε υποχρέωση, ελέυθερος, καινός, απόλυτος κύριος του εαυτού μου, χωρίς το βάρος του παρελθόντος μου και έχοντας ένα μέλλον μπροστά μου που θα μπορούσα να το πλάσω όπως ήθελα εγώ.
Αχ, ένα ζευγάρι φτερά! Πόσο ανάλαφρος ένιωθα!"
Θα είναι όμως άραγε τα πράγματα όπως τα φαντάστηκε; Θα ζήσει ευτυχής σε πλήρη ελευθερία; Επινοεί ένα καινούριο όνομα, Αντριάνο Μέις, πλάθει ένα παρελθόν, μια καταγωγή, μια πατρίδα εντελώς φανταστικά. Πάει στη Ρώμη και ζει σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο. Ερωτεύεται μια κοπέλα, την Αντριάνα, όμως κατά βάθος ξέρει ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα. συνεχώς πρέπει να δίνει ψεύτικα στοιχεία, όταν τον κλέβουν δεν μπορεί να καταγγείλει την κλοπή. Τι θα πει στην αστυνομία; Ποιος είναι; Η νέα, ψεύτικη προσωπικότητα, παρ' όλη τη χαρά της ελευθερίας που του χάρισε αρχικά, αποδεικνύεται μια πλάνη. Η καινούρια ζωή γίνεται ξανά αφόρητη. Μόνη λύση να "πεθάνει" για δεύτερη φορά και να γυρίσει στο χωριό του, στο σπίτι και τη γυναίκα του, να βρεί τον πραγματικό εαυτό του. Τι θα συμβεί όμως τελικά;
Ο Ματία Πασκάλ δημιουργεί πλήθος απορίες και προβληματισμό. Ποιοι είμαστε τελικά; Μόνο αυτό που ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του; Ή μήπως αυτό που είμαστε συνίσταται και από το παρελθόν και από τις ρίζες και το περιβάλλον μας; Υπάρχει αντικειμενικά η αλήθεια; Σαν να ακούμε την ηχώ των σοφιστών στην άποψη του Πιραντέλο, έτσι όπως παρατίθεται στο εξώφυλλο του βιβλίου: "Δεδομένη αλήθεια δεν υπάρχει. Η σημερινή αλήθεια δεν είναι και αυριανή. Τίποτα δεν είναι αληθινό, αλλά γι' αυτό ακριβώς καθετί μπορεί να είναι αλήθεια, τη στιγμή που έχει κανείς τη θέληση να το πιστέψει και τη δύναμη να το επιβάλει. Για φανταστείτε: αν υπήρχε μια δεδομένη, σταθερή αλήθεια, η ζωή θα ήταν σαν ένας βηματισμός επιτόπου, μια αποτελμάτωση-θάνατος".

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2019

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ

Ντ. Λώρενς
Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ
Μετ. Πότη Στρατίκη
Εκδόσεις Δαρεμά (χ.χ.)
Μια αναφορά σε τηλεοπτική εκπομπή στο παλιό αυτό βιβλίο και στην περιπετειώδη ιστορία της έκδοσής του, με παρακίνησε να το αναζητήσω ανάμεσα στα παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό, αλλά πάντα πολύτιμα για μένα βιβλία μου. Θέλησα να δω τι εντύπωση άραγε θα μου έκανε τώρα ένα βιβλίο που στην εποχή του θεωρήθηκε άσεμνο, ανήθικο, αισχρό, μετά από τόσα και τόσα σύγχρονα ανάλογα βιβλία.
Πέρα από το κέντρο του μύθου, δηλαδή τον έρωτα της Κωνστάνς, λαίδης Τσάτερλυ, με τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς δεν  θυμόμουνα τίποτε άλλο. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα στην εφηβεία μου, να μην είχα προσέξει και τίποτε άλλο. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, ώριμη πια, μπόρεσα να εκτιμήσω τις λογοτεχνικές του  αρετές, αυτές ακριβώς που το 1960 συνέβαλαν ώστε το έργο να θεωρηθεί λογοτέχνημα και όχι πορνογράφημα κι έτσι στη δίκη που έγινε να αθωωθεί και να επιτραπεί η κυκλοφορία του.
Ο Άγγλος συγγραφέας του, ο D. H. Lawrence, αν και πέθανε πολύ νέος (1885-1930) έχει δώσει πολύ σημαντικά λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα κ.λπ. όπως για παράδειγμα το εξαιρετικό "Γιοι και εραστές". Ο "Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1928 στην Αμερική, με λογοκριμένες και περικομμένες τις "ακατάλληλες" λέξεις. Μετά από 18 χρόνια κυκλοφόρησε και στην Αγγλία χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Όταν το 1960 κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Όμως αυτή ήταν και η αιτία που οδήγησε τους εκδότες στο δικαστήριο, με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Βάσει όμως ενός νόμου, που προέβλεπε ότι ένα βιβλίο μπορεί να αθωωθεί αν διαπιστωθεί η λογοτεχνική του αξία, αθωώθηκε και από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, μεταφράσεις, κινηματογραφική και θεατρική μεταφορά. Στην Ελλάδα γνώρισε επίσης διάφορες μεταφράσεις και εκδόσεις.
"Η Κωνστάνς ήταν μια δεμένη κοπέλλα με σκούρα μεταξένια μαλλιά και τα φωτεινά και μεγάλα της μάτια έμοιαζαν δυο κομμάτια βελούδο. Η φωνή της, με έναν γλυκό τόνο, ήταν το μεγαλύτερο από τα χαρίσματά της". Έτσι μας συστήνει την ηρωίδα του ο Λώρενς. Μεγαλωμένη σ' ένα αρκετά φιλελεύθερο περιβάλλον, παντρεύεται τον Κλίφορντ, λόρδο Τσάτερλυ. Η οικογένεια κατοικούσε κοντά στο Μίντλαντς κι είχε στην κατοχή της έναν πύργο, μια τεράστια περιουσία κι ένα ανθρακωρυχείο. Ο Κλίφορντ γυρίζει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάπηρος, παραπληγικός θα λέγαμε σήμερα, μόνιμα καθισμένος στο αναπηρικό του κάθισμα. Η Κωνστάνς αφοσιώνεται στη φροντίδα του, αλλά με τον καιρό νιώθει να ασφυκτιά, δεν αντέχει, είναι δυστυχισμένη. Στους περιπάτους της στο δάσος συναντά τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς, που ήταν στην υπηρεσία του συζύγου της. Η παράνομη σχέση μαζί του δεν τη βγάζει μόνο από τη δυστυχία που ζούσε κοντά στον Κλίφορντ, αλλά τη μυεί και στην ηδονή του σεξ, κάτι που δεν είχε γνωρίσει ούτε με τον άντρα της, ούτε με άλλους εραστές που είχε πριν παντρευτεί ούτε και με κάποιον φίλο του άντρα της με τον οποίο είχε μια σύντομη, εφήμερη σχέση. Αυτό κυρίως είναι που τη δένει με τον δασοφύλακα, το ότι εκείνος μπόρεσε να την κάνει να αισθανθεί την ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη.
Υπάρχει ασφαλώς περιγραφή πολλών σεξουαλικών σκηνών, αλλά ο συγγραφέας διατηρεί στις περιγραφές του μια λεπτότητα, μια πολύ προσεκτική χρήση λέξεων, που σήμερα τουλάχιστον δεν ενοχλούν. Το βιβλίο όμως δεν εξαντλείται στις σκηνές αυτές. Υπάρχουν θαυμάσιες περιγραφές της φύσης, ειδικά με τη βροχή που θα 'λεγες διαποτίζει όλο το βιβλίο: "Της άρεσε να κάθεται στο ανοιχτό παράθυρο και ν' αγναντεύει το απέραντο πέλαγος της βροχής στον απλωτό κάμπο. Και τα πρωτοβρόχια! Ω, τι μεγαλείο που κλείνει μέσα της τότε η βροχή με την ορμή της! Πόσο της άρεσε να βγαίνει έξω, να χοροπηδάει σαν τρελή, αφήνοντας ελεύθερο το ένστικτό της να χαρεί αυτή την άδολη, την χωρίς μέτρο χαρά που δίνει η φύση στους ανθρώπους, πότε με τη βροχή, πότε με το χιόνι, με τη θάλασσα ή με τον αέρα". Αποκορύφωμα της αγάπης για τη φύση είναι η περιγραφή μιας εξαιρετικής σκηνής όπου η Κωνστάνς σαν άλλη βακχίδα χορεύει γυμνή μέσα στη βροχή. Πιστεύω πως ο συγγραφέας με την έμφαση που δίνει στη φύση θέλει να υποβάλει  την άποψη πως και το σεξ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εντελώς φυσιολογική πράξη, μέρος της αιώνιας φύσης. Άλλωστε και ο εραστής είναι δασοφύλακας, κάποιος που ζει μέσα στη φύση την οποία  αγαπά και φροντίζει.
Το βιβλίο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Επικρατεί φυσικά η σεξουαλική πτυχή που μοιάζει να είναι μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του σεξουαλικού ενστίκτου. Μπορεί ακόμα να ιδωθεί σαν η ανάγκη συνδυασμού ύλης και πνεύματος για μια ολοκληρωμένη ζωή. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Προυστ συχνά αναφέρεται απαξιωτικά στο βιβλίο. Μπορεί κάποιος να το δει (όπως και το είδαν πολλοί) σαν μια καταγγελία του βιομηχανικού πολιτισμού και των ταξικών διακρίσεων. "Κι άρχισε πάλι να της μιλάει για τους ανθρακωρύχους, για τους εργάτες, για τη δύσκολη ζωή τους, για τα πολιτικά συστήματα, για τις αδικίες της κοινωνίας, για την κουταμάρα των ανθρώπων που δεν σκέφτονται παρά ένα σήμερα και το πολύ-πολύ ένα αύριο".
Όπως κι αν ιδωθεί το μυθιστόρημα, το βέβαιο είναι ότι σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα  εκατό καλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019

Η Ανάσταση

Λέοντος Τολστόη
Η Ανάσταση
Εκδ. Δαρεμά (χ.χ.)
Μετ. Αθηνά Σαραντίδη
Μια από τις μεγαλύτερές μου απολαύσεις ως βιβλιόφιλης είναι το τριγύρισμα στα παλαιοβιβλιοπωλεία (δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτα στην Κύπρο). Όχι τόσο γιατί εκεί μπορεί να βρει κανείς βιβλία εξαντλημένα από καιρό, ή βιβλία-θησαυρούς σε πολύ χαμηλές τιμές. Μ' αρέσουν κυρίως γι' αυτό το περιδιάβασμα σε ζωές περασμένες. Ζωές που υποδηλώνει μια αφιέρωση, σημειώσεις στο περιθώριο, κάποτε υπογραμμίσεις, όλα εκείνα τα μικρά σημάδια που άφησε στο βιβλίο ο πρώην κάτοχός του, προσπαθώντας με τη φαντασία μου να ανασυστήσω μια ζωή.
Σ' ένα τέτοιο βιβλίο σκόνταψα πριν από λίγο καιρό, την Ανάσταση του Τολστόη. Βιβλίο πασίγνωστο,  που από το 1899 που πρωτοεκδόθηκε σε συνέχειες μέχρι σήμερα, αριθμεί  πάμπολλες εκδόσεις, βιβλίο γα το οποίο έχουν άπειρα κείμενα γραφτεί, που έγινε κινηματογραφική ταινία. Αφιέρωση δεν έχει η παλιά αυτή έκδοση, ούτε χρονολογία έκδοσης, ούτε όνομα πρώην κατόχου. Οι περισσότερες από τις 468 σελίδες του ήταν άκοπες, ενώ και οι πρώτες είναι στραβοκομμένες, σαν να τις έκοψε κάποιος βιαστικά με το χέρι. Πώς τα λυπάμαι κάτι τέτοια βιβλία! Έκοψα τις υπόλοιπες προσεκτικά με τον χαρτοκόπτη, μια απόλαυση που έχουμε από καιρό στερηθεί, δεν βγαίνουν πια βιβλία με άκοπες σελίδες.
Ανάμεσα στις σελίδες βρήκα δυο μικρές φωτογραφίες, κατάλοιπο του ή των πρώην κατόχων. Στη μια τρία μικρά παιδιά φορώντας κουστούμια και υψώνοντας ξίφη φαίνεται να απαθανατίζονται με καρναβαλίστικη μεταμφίεση, ενώ στην άλλη φωτογραφία αρκετός κόσμος παρακολουθεί μια παρελαύνουσα μπάντα, όλα όμως θαμπά, δεν διακρίνεται για ποια εκδήλωση πρόκειται. Στιγμές από ένα ξεχασμένο παρελθόν, αφημένο στις σελίδες ενός μισοδιαβασμένου βιβλίου...
Το διάβασα αργά, προσεκτικά, ξαναζώντας την απόλαυση ενός κλασικού αριστουργήματος. Κεντρικός πυρήνας του μυθιστορήματος είναι η ιστορία της Κατερίνας Μάσλοβα και του πρίγκιπα Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς Ναχλιούντοφ. Η Κατερίνα, ψυχοκόρη σε κάποιες θείες του Ντιμίτρι, τον ερωτεύεται. Ενώ εκείνη μένει έγκυος (το παιδί που θα γεννήσει σύντομα θα πεθάνει), εκείνος αδιάφορος τραβάει τον δρόμο του. Τα χρόνια περνούν. Εκείνη για να επιβιώσει καταλήγει πόρνη. Όταν ένας από τους "πελάτες" πεθαίνει δηλητηριασμένος, η Κατερίνα κατηγορείται για φόνο. Από μια συγκυρία, στη δίκη της παρίσταται ως ένορκος ο Ναχλιούντοφ. Βλέποντάς την στη μνήμη του έρχεται η νεανική, εφήμερη εκείνη σχέση. Οι τύψεις τον πλημμυρίζουν. Αισθάνεται υπεύθυνος για τη θλιβερή πορεία της ζωής της Κατιούσας, προπάντων όταν εκείνη από μια αβλεψία στην απόφαση των ενόρκων, κρίνεται ένοχη και καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία. Ο Ναχλιούντοφ, αφού μάταια προσπαθεί να ανακινήσει τη δίκη ή να επιτύχει να της δοθεί χάρις, την επισκέπτεται στη φυλακή, τη βοηθάει όσο μπορεί, της προτείνει να την παντρευτεί και παρ' όλο ότι εκείνη αρνείται, την ακολουθεί στην εξορία.
Γύρω απ' αυτά τα δυο πρόσωπα κινείται ένας ολόκληρος κόσμος. Κινείται η ρωσική, τσαρική Ρωσία του 19ου αι. Δεκάδες πρόσωπα, φεουδάρχες, αριστοκράτες, φτωχοί αγρότες, δουλοπάροικοι, καχύποπτοι μουζίκοι, διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, πλημμυρίζουν το βιβλίο. Η κρατική εκμετάλλευση, η ανύπαρκτη δικαιοσύνη, η φτώχεια, η αδικία κάνουν αφόρητη τη ζωή. Παράλληλα αρχίζει να θαμποφέγγει το όραμα μιας άλλης ζωής με τους πολιτικούς κρατουμένους και την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ως παντογνώστης αφηγητής ο Τολστόη διεισδύει στην ψυχή και το πνεύμα των ηρώων του, περιγράφοντας, αναλύοντας, καταδικάζοντας και ευαγγελιζόμενος έναν καινούριο κόσμο αγάπης και δικαιοσύνης. Διαβάζοντας την Ανάσταση μπορεί να κατανοήσει κανείς γιατί έπρεπε και γιατί έγινε μετά από λίγα χρόνια η Ρωσική Επανάσταση (άσχετα με την μετέπειτα πορεία και κατάληξή της).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2018

Αναφορά στην Άγκαθα Κρίστι



Μια συνήθεια παλαιόθεν μ' έκανε αυτές τις μέρες των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς να βυθίζομαι στην απόλαυση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Έξω το κρύο και το βουητό του πολυάσχολου αυτές τις μέρες κόσμου και μέσα η θαλπωρή του σπιτιού και η απόλαυση του διαβάσματος. Διαβάσματος όχι κλασικής λογοτεχνίας ούτε του σοβαρού βιβλίου που δίνει γνώση και προβληματισμό, αυτά είναι για άλλες ώρες, αλλά διάβασμα για την απόλαυση του "άχρηστου", αυτού που μοιάζει με τη ματαιότητα του αφρού της σαμπάνιας ή των χριστουγεννιάτικων στολιδιών. Κι απ' όλα, βέβαια, τα αστυνομικά μυθιστορήματα κορυφαία ανάμεσα στα κορυφαία, τα μυθιστορήματα της αγαπημένης μου Άγκαθα Κρίστι. Κι όμως, αν και έχω διαβάσει τα περισσότερα από τα εξήντα τόσα μυθιστορήματά της, μόνο μια σύντομη ανάρτηση έκανα σ' αυτό εδώ το δωδεκάχρονο blog για το μυθιστόρημα "Αυλαία", στο οποίο ο περίφημος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει. Καιρός νομίζω, ως μικρή ανταπόδοση της ευχάριστης συντροφιάς που μου χάρισε από τα χρόνια της νεότητάς μου ως τώρα, να κάνω μια ανάρτηση. Προπάντων τώρα που οι καινούριες εκδόσεις από τον Ψυχογιό, που κυκλοφορούν ταυτόχρονα και ηλεκτρονικά, μας δίνουν την ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσουμε.
Αναρωτιέμαι πού να οφείλεται η τόσο μεγάλη απήχηση, η τόση αναγνωσιμότητα, η τόσο μεγάλη επιτυχία αυτών των μυθιστορημάτων που έχουν κάνει την Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) τη δημοφιλέστερη συγγραφέα όλων των εποχών, που τα βιβλία της έχουν πουλήσει ένα δισεκατομμύριο στην αγγλική γλώσσα και ένα δισεκατομμύριο στις άλλες γλώσσες! Μυθιστορήματα που διαδραματίζονται σε μια άλλη χώρα, σε μια εποχή περασμένη, με καθαρά αστυνομική πλοκή (έγκλημα-εξιχνίαση) χωρίς τα στοιχεία με τα οποία έχει περιβληθεί το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, κοινωνικά, ψυχολογικά, ιστορικά κ.λπ. Μια πιθανή εξήγηση νομίζω είναι το ότι το κάθε τι σ' αυτά τα μυθιστορήματα περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο. Τις ανθρώπινες σχέσεις, την ανθρώπινη ψυχολογία, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ανθρώπινα συναισθήματα κι αυτά φαίνεται πως δεν άλλαξαν ούτε θα αλλάξουν ποτέ. Και οι αγαπημένοι της ντετέκτιβ, αυτοί που δίνουν τη λύση, που βρίσκουν τον ένοχο, στον άνθρωπο εστιάζουν. Όχι στα δακτυλικά αποτυπώματα ή στα ίχνη που αφήνουν οι δολοφόνοι, στις πατημασιές ή στα ευρήματα, αλλά στην έρευνα γύρω  από τον χαρακτήρα, τις σχέσεις, την ψυχολογία τόσο του θύματος όσο και του πιθανού ενόχου. Χαρακτηριστικά ο μικρόσωμος Βέλγος (που θίγεται όταν τον περνούν για Γάλλο!), πασίγνωστος, κεντρικό πρόσωπο στα πλείστα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι Ηρακλής Πουαρό, λέει σε κάποιο σημείο στο μυθιστόρημα "Φόνοι με αλφαβητική σειρά": "Δεν είναι τα δεδομένα αυτά που αναλογίζομαι αλλά ο νους του δολοφόνου. Μόλις καταλάβω τι άνθρωπος είναι ο δολοφόνος, τότε θα μπορέσω να ανακαλύψω ποιος είναι". Κι αλλού πάλι ("Πέντε μικρά γουρουνάκια") λέει: "Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα αγριόχορτα. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ. Αυτό", είπε, χτυπώτας ελαφρά με τον δείχτη το κεφάλι του, που το σχήμα του θύμιζε αυγό, "αυτό είναι που λειτουργεί!" Ή, όπως αλλού λέει, αρκεί να βάλει σε λειτουργία τα φαιά κύτταρα του εγκεφάλου του.
Σε πολλά βέβαια μυθιστορήματα δεν υπάρχει ο Πουαρό, αλλά η περίφημη, πασίγνωστη ηλικιωμένη γεροντοκόρη, η αξιαγάπητη μις Τζέιν Μαρπλ, που όχι λίγες φορές συνέβαλε στον εντοπισμό του ενόχου. Αυτή, περισσότερο κι από τον Πουαρό ίσως στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. "Κανένας αστυνόμος στην Αγγλία δεν μπορεί να συναγωνιστεί μια γεροντοκόρη απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει τι να κάνει όλη μέρα", ακούγεται  στο μυθιστόρημα "Φόνος στο πρεσβυτέριο". Στο μικρό αγγγλικό (φανταστικό) χωριό της, το Σεντ Μέρι Μιντ, μελετά τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις και σ' αυτά στηρίζει τα συμπεράσματά της. Είχε την ικανότητα να συνδέει ασήμαντα συμβάντα του μικρού χωριού με σοβαρότερα προβλήματα, σε βαθμό που οι γύρω της συχνά έβρισκαν ακατανόητες τις σκέψεις της. Μπροστά σ' ένα πτώμα για παράδειγμα μπορούσε να πει "μου θυμίζει την κόρη της κυρίας Τάδε που έτρωγε τα νύχια της..." κ.λπ.
Κάτι που επίσης με ελκύει στα μυθιστορήματα της Κρίστι είναι η όλη ατμόσφαιρα. Τα σπίτια, που κατά την αγγλική συνήθεια έχουν όνομα, η αγγλική εξοχή, η βροχή, το απαραίτητο τσάι στην ώρα του, οι μπάτλερ και οι υπηρέτες, αφού πολλές από τις υποθέσεις τοποθετούνται σ΄ένα μεγαλοαστικό έως αριστοκρατικό περιβάλλον, κι ακόμα ένα σχεδόν παραμυθιακό στοιχείο σε σχέση με την πεζότητα της εποχής μας.
Φέτος στις χριστουγεννιάτικες διακοπές απόλαυσα τέσσερα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Δεν εξυπηρετεί να μιλήσω λεπτομερώς για το καθένα. Παραθέτω μόνο τα λίγα λόγια που τα εισάγουν, έτσι όπως δίνονται από τον εκδοτικό οίκο.


Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη
Στις επτά το πρωί, ο συνταγματάρχης Μπάντρι και η σύζυγός του έρχονται αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη έκπληξη: υπάρχει ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη τους. Είναι μια νέα ξανθιά γυναίκα, με βραδινό φόρεμα κι έντονο μακιγιάζ, που τώρα πια έχει ξεβάψει στα μάγουλά της. Ποια είναι; Πώς βρέθηκε εκεί μέσα; 
 Ο συνταγματάρχης Μπάντρι ειδοποιεί την αστυνομία. Η κυρία Μπάντρι ειδοποιεί… τη φίλη της, τη μις Μαρπλ. Η μις Μαρπλ είναι πολύ καλή σ’ αυτά, ίσως εξιχνιάσει πρώτη το μυστήριο. Αυτό, σκέπτεται η κυρία Μπάντρι, δε θα ήταν συναρπαστικό; 
Η μις Μαρπλ αναλαμβάνει δράση, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως δεν υπάρχει δολοφόνος ούτε ντετέκτιβ που να μπορεί να τα βάλει με μια γηραιά κυρία η οποία ξέρει όλα τα κουτσομπολιά της περιοχής…

Φόνοι με αλφαβητική σειρά   
Ένας δολοφόνος τρομοκρατεί τη χώρα. Διαλέγει το ποιον και πού θα δολοφονήσει με αλφαβητική σειρά: Πρώτα μια ηλικιωμένη καπνοπώλισσα, ύστερα μια σερβιτόρα που της άρεσε να φλερτάρει, κατόπιν έναν πλούσιο άνδρα... Το μόνο κοινό τους είναι ότι ότι τα αρχικά των ονομάτων τους είναι διαδοχικά γράμματα. 
Με κάθε φόνο δείχνει και πιο σίγουρος. Τόσο σίγουρος, που μπαίνει στον πειρασμό να περιπαίξει και να μπερδέψει τον μεγάλο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Αλλά αυτό ίσως να είναι το ένα –και το μοιραίο– λάθος του… 
Ένα εξαιρετικά δομημένο μυθιστόρημα, από τα πρώτα της αστυνομικής λογοτεχνίας που έχουν θέμα έναν serial killer, προτού καν καθιερωθεί ο όρος.

Φόνος στο πρσβυτέριο
"Αν κάποιος δολοφονούσε τον συνταγματάρχη Πρόδερο, θα έκανε μεγάλη χάρη στον κόσμο γενικότερα». 
Ο εφημέριος του Σεντ Μέρι Μιντ ξεστομίζει αστόχαστα αυτά τα λόγια στο τραπέζι, κραδαίνοντας ένα κουζινομάχαιρο. Λόγια που δεν ταιριάζουν σε ιερωμένο. Και θα τον φέρουν σε κάπως δύσκολη θέση όταν λίγο αργότερα ο συνταγματάρχης θα βρεθεί όντως δολοφονημένος μέσα στο πρεσβυτέριο! 
Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, όλο το φιλήσυχο, γραφικό χωριό θα ήθελε να έχει σκοτώσει αυτόν τον άνθρωπο. Ποιος θα μαντέψει τον δολοφόνο; Η μις Μαρπλ, ασπρομάλλα, γλυκομίλητη και πονηρή σαν αλεπού, κάνει σ’ αυτή την ιστορία την πρώτη της εμφάνιση, αποδεικνύοντας πως… ο καλύτερος ντετέκτιβ είναι αυτός που ξέρει όλα τα κουτσομπολιά! Στο εξής, κανένας εγκληματίας –αλλά και κανένας αστυνομικός! – δε θα μπορέσει να κάνει ανενόχλητος τη δουλειά του…

Πέντε μικρά γουρουνάκια
"Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα γρασίδια. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ». 
 Δεκαπέντε χρόνια πριν, η όμορφη Κάρολαϊν Κρέιλ καταδικάστηκε για τον φόνο του συζύγου της. Τώρα η κόρη της αναθέτει στον Πουαρό να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Υπήρχαν ακόμη πέντε ύποπτοι και όσο το σκέφτεται ο Πουαρό τόσο επανέρχεται στο μυαλό του εκείνο το παιδικό τραγουδάκι με τα πέντε γουρουνάκια – το ένα πήγε στην αγορά, το άλλο στο σπίτι κλείστηκε καλά, και πάει λέγοντας. Κάποιο από τα πέντε γουρουνάκια, όμως, ίσως έκανε έναν φόνο και μένει ακόμη ατιμώρητο. 
Αν είναι έτσι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, όσα αποδεικτικά στοιχεία κι αν έχουν καταστραφεί, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ θα το βρει, βάζοντας τη λογική του να δουλέψει…


Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2018

ΟΛΓΑ

Bernhard Schlink
Όλγα
Μετ. Απόστολος Στραγαλινός
Κριτική, 2018
Παρακολουθώ τον Bernhard Schlink από τότε που μαγεύτηκα με το εξαιρετικό Διαβάζοντας στη Χάννα. Το Σαββατοκύριακο, Ερωτικές αποδράσεις, Απόδοση δικαιοσύνης, Τα ίχνη του χρήματος, Ο γόρδιος φιόγκος, Ο γυρισμός, είναι μερικά από τα βιβλία του που μου κράτησαν ωραία αναγνωστική συντροφιά. Σε όλα σχεδόν, όποιο κι αν είναι το κύριο θέμα, πάντα παρεισφρέει, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, η αναφορά στο γερμανικό παρελθόν. Σαν να αισθάνεται να τον βαραίνει μια ενοχή για την οποία θέλει να εξιλεωθεί. Σαν να κουβαλάει τη συλλογική ευθύνη του έθνους του από την οποία θέλει να το απαλλάξει. Ίχνη αυτής της τάσης διακρίνουμε και σ' αυτό το βιβλίο. Ένα βιβλίο στο οποίο κάτω από την ερωτική ιστορία που δεσπόζει, υποβόσκει ένας αιώνας ιστορίας.
Κι εδώ, όπως και στη Χάννα, κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα, η Όλγα. Η ακριβής χρονολογία γέννησής της δεν αναφέρεται, εικάζουμε όμως ότι πρέπει να γεννήθηκε στο τέλος του 19ου αι. Από φτωχή οικογένεια, με πατέρα φορτοεκφορτωτή και μητέρα πλύστρα, μένοντας από μικρή ορφανή, μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά της με την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί. Μικρή η Όλγα κάνει παρέα με δυο αδέλφια, τη Βικτώρια και τον Χέρμπερτ, παιδιά ενός πλούσιου γαιοκτήμονα, από μια άλλη κοινωνική τάξη, πολύ διαφορετική από τη δική της. Καθώς μεγαλώνουν η αρχική συμπάθεια και φιλία Όλγας-Χέρμπερτ εξελίσσεται σ' ένα μεγάλο έρωτα. Η οικογένεια εκείνου βέβαια δεν μπορεί να εγκρίνει έναν τέτοιο δεσμό, πολύ περισσότερο έναν γάμο.
Καθώς τα χρόνια περνούν η Όλγα κατορθώνει να σπουδάσει, να γίνει δασκάλα, ενώ ο Χέρμπερτ κατατάσσεται στη φρουρά του πεζικού και εθελοντικά συμμετέχει στη "δύναμη προστασίας της Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής". Ουσιαστικά στην υπεράσπιση των Γερμανικών αποικιών. Της γράφει υπερασπιζόμενος την ιδέα της ανωτερότητας της Γερμανικής φυλής: "Οι μαύροι εξεγείρονται και προσπαθούν να καταλάβουν την εξουσία. Δεν πρέπει να το πετύχουν. Η νίκη μας θα είναι ευλογία και για κείνους και για εμάς. Αποτελούν μια φυλή που βρίσκεται ακόμα στη χαμηλότερη πολιτισμική στάθμη (...) ακόμα κι αν τους παρείχαμε μόρφωση, δεν θα έφτανε ποτέ στην ψυχή τους. Αν επικρατήσουν οι μαύροι, η εξέλιξη αυτή θα 'ναι τρομερό πλήγμα για ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο". 
Οι συναντήσεις των δυο ερωτευμένων είναι πια αραιές, σύντομες και με κάθε μυστικότητα. Ο Χέρμπερντ δεν διακρίνεται μόνο από το πνεύμα της υπεροχής. Είναι κι ένα ανήσυχο πνεύμα. Γυρίζει για λίγο μόνο στη Γερμανία (Πρωσία) για να ξαναφύγει άλλοτε για την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Σιβηρία και αλλού. Όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπά, εκείνος βρίσκεται στην Αρκτική επιδιώκοντας να φτάσει στον Βόρειο Πόλο. Με αδρές πινελιές ζωγραφίζεται η φρίκη του πολέμου, ενώ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος δηλώνει: "Ξανά ο στόχος ήταν να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ η Γερμανία, περισσότερο απ' όσο το ήθελε και το κατόρθωσε ο Μπίσμαρκ στα χρόνια του. Και για να επιτευχθεί τούτο, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έπρεπε να τον ακολουθήσει ένας δεύτερος".
Στο δεύτερο μέρος η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Έχουν περάει αρκετά χρόνια, έχει περάσει και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Αφηγητής τώρα είναι το παιδί μιας οικογένειας στην οποία η Όλγα, έχοντας απολυθεί από δασκάλα, δούλευε ως μοδίστρα. Εκείνη του αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της, για τον Χέρμπερτ που χάθηκε στη Αρκτική, για τους πολέμους...Καθώς ο αφηγητής μεγαλώνει, η σχέση του με την Όλγα εξελίσσεται σε μια ωραία φιλία. Κάνουν περιπάτους, επισκέπτονται μουσεία, συζητούν, ανταλλάσσουν σκέψεις, ως το θάνατό της.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου πιστεύω είναι το πιο ωραίο, το πιο ενδιαφέρον, το πιο συναισθηματικό. Αποτελείται ουσιαστικά από ανεπίδοτες επιστολές της Όλγας προς τον Χέρμπερτ που έστελλε σε ποστ ρεστάντ στο Τρόμσο της Νορβηγίας, σταθμό των αποστολών της Αρκτικής και τις οποίες ο αφηγητής (που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του) αξασφάλισε από ένα παλαιοπωλείο. Πρόκειται για 31 επιστολές που εκτείνονται χρονικά από το 1913 ως το 1915, ενώ υπάρχουν και δύο του 1936,  μία του 1939, μία του 1956 και μία του 1971. Η Όλγα εξακολούθησε να γράφει κι όταν, κατά πάσα πιθανότητα, εκείνος δεν ζούσε πια.
Μέσα από τις επιστολές όχι μόνο ξεδιπλώνεται μια μεγάλη αγάπη αλλά αποκαλύπτονται και πλήθος άλλα γεγονότα της προσωπικής και της συλλογικής ζωής. Ο καρός, οι εποχές, η φύση, συνήθειες, ο πολέμος, τα όνειρά της, οι αναμνήσεις της. Γράφει: "Πού να είσαι τώρα αγαπημένε; Ξεχειμωνιάζεις σε κάποια καλύβα; Ή επέστρεψες στο πλοίο για να βγάλεις εκεί τον χειμώνα; Μήπως ξεκίνησες κι εσύ για κάποιο κατοικημένο μέρος και τις επόμενες μέρες θα διαβάσω για σένα στην εφημερίδα, όπως διάβασα σήμερα για τον καπετάνιο; Ήταν σε άθλια κατάσταση και είχε κρυοπαγήματα". Αλλού πάλι, εκδηλώνοντας την αντίθεσή της στην επεκτατική πολιτική της Γερμανίας, του γράφει: "Δεν περνάει βδομάδα που να μη διαβάσω ότι το μέλλον της Γερμανίας βρίσκεται στις θάλασσες, την Αφρική και την Ασία, για τη σημασία των αποικιών μας, για την ισχύ του στόλου μας και του στρατεύματός μας, για το μέγεθος της Γερμανίας, λες και μεγάλωσε τόσο η χώρα μας, που επειδή δεν της κάνουν πια τα ρούχα χρειάζεται μεγαλύτερα".
Παρά τη συντομία του (291 σελίδες) το βιβλίο του Bernhard Schlink έχει μια σύνθετη μορφή. Δεν ακολουθεί ευθύγραμμη χρονολογική εξιστόρηση των γεγονότων, δεν  περιορίζεται σε ένα μόνο αφηγητή, δημιουργεί ανατροπές. Πάντα η καλή λογοτεχνία βρίσκει τρόπους να μας δώσει μ' έναν καινούριο τρόπο, να δει μ' έναν διαφορετικό φακό ακόμα και τα πιο γνωστά γεγονότα. Για άλλη μια φορά διαπιστώνουμε πως στη λογοτεχνία υπερέχει το "πώς" έναντι του "τι".