Τετάρτη, Αυγούστου 21, 2019

Ο ξένος

Αλμπέρ Καμύ
Ο ξένος
Καστανιώτης, 1998
(L' Etranger, 1942)
μετ. Νίκη Καρακίτσου-Ντούζε
        Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν
Δεν υπάρχει, νομίζω, βιβλιόφιλος ή γενικά άνθρωπος που ασχολείται με τα Γράμματα και ειδικά τη φιλοσοφία, που δεν έχει διαβάσει το περίφημο αυτό βιβλίο. Πλείστες μελέτες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό, έχει αναλυθεί, έχει συζητηθεί. Θεωρείται ένα από τα κείμενα που έθεσαν τις βάσεις της θεωρίας του παραλόγου. Τελευταίως ακόμα μελετήθηκε από την άποψη της πάθησης του συνδρόμου του Asperger, καθώς θεωρήθηκε ότι ο βασικός του ήρωας, ο Μερσώ, πάσχει απ' αυτό το σύνδρομο.
Τι μπορώ εγώ λοιπόν να προσθέσω με την παρουσίασή μου σ' όλες αυτές τις αναγνώσεις και αναλύσεις; Τίποτα καινούριο ασφαλώς. Θέλησα απλώς να καταγράψω κάποιες σκέψεις, να καταθέσω τις δικές μου εντυπώσεις. Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που το διαβάζω. Και λυπάμαι που έχασα (ή δεν βρήκα μέσα στο χάος των βιβλίων μου) την παλιά έκδοση από την οποία το πρωτοδιάβασα κι έτσι το ξαναγόρασα.
Δεν θυμάμαι ακριβώς τις τότε μου σκέψεις. Σίγουρα μια μελαγχολία πρέπει να με είχε καταλάβει. Το ίδιο και τώρα, αλλά για άλλους νομίζω λόγους. Τότε ήταν μια μελαγχολία, μια απαισιοδοξία. Ένας άνθρωπος, ο Μερσώ, που ζει στο Αλγέρι (ο Καμύ, 1913-1960, είναι Γαλλο-Αργερινός) σκοτώνει χωρίς ουσιαστικό λόγο έναν Άραβα. Συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Γύρω από αυτό και μόνο το περιστατικό χτίζεται όλο το σύντομο μυθιστόρημα. Μέσα από ελάχιστα περιστατικά, τον θάνατο της μητέρας του με τον οποίο και αρχίζει το έργο, τη συνάντηση με το κορίτσι του, αργότερα με έναν γέρο συγκάτοικο που βγάζει περίπατο τον σκύλο του, μετά έναν φίλο του, τέλος μια εκδρομή με φίλους στη θάλασσα, τελικά τον φόνο. Το δεύτερο μισό του βιβλίου καταλαμβάνει η δίκη. Γύρω απ' αυτά τα βασικά περιστατικά πλέκονται οι αντιδράσεις και οι σκέψεις του που χαρακτηρίζονται από μια ακραία αδιαφορία. Καλά-καλά δεν ξέρει πότε πέθανε η μητέρα του ("σήμερα, μπορεί και χτες, δεν ξέρω"). Όταν ένας φίλος του  ζητάει μια βοήθεια, δεν αρνείται ("εμένα το ίδιο μου έκανε"), λέει. Όταν ο προϊστάμενός του του ανακοινώνει την μετάθεσή του στο Παρίσι "κατά βάθος το ίδιο μου έκανε", ομολογεί. Όταν η φιλενάδα του, η Μαρί, τον ρωτάει αν ήθελε να παντρευτούν, της απάντησε ότι το ίδιο του έκανε και πως θα μπορούσαν να παντρευτούν αν εκείνη το ήθελε. Όταν ο δικαστής τον ρωταέι γιατί έκανε το έγκλημα, λέει: "...το έκανα εξαιτίας του ήλιου". Καμιά συνειδητή πρσπάθεια δικαιολόγησης του εγκλήματος. Όταν ζητά ο ιερέας να τον επισκεφθεί στη φυλακή, τρεις φορές αρνείται, "δεν έχω όρεξη να μιλήσω". Αυτή η αδιαφορία κορυφώνεται στην αντιμετώπιση του θανάτου:"Τι σημασία έχει αν πεθάνω σήμερα ή ύστερα από τριάντα χρόνια;".
Δεν μου είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί η θλίψη (ίσως και κατάθλιψη) που ένιωσα διαβάζοντας τον ¨Ξένο" στα νιάτα μου, μετατράπηκε τώρα στην ώριμη (!) ηλικία σε μια εγκαρτέρηση, σε μια ήρεμη αποδοχή του αναπόφευκτου ζωής και θανάτου. Κι ίσως θα πρέπει, εκτός από όλες τις ερμηνείες και αναλύσεις που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια, να διαβάζουμε τον "Ξένο" έχοντας πρωτίστως υπ' όψιν τα λόγια του ίδιου του Καμύ: "...Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον Ξένο είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δίχως τίποτα ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί".

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2019

Καρκίνος

Περικλής Σφυρίδης
Καρκίνος
Εστία, 2018
Απορώ πώς στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, στην περιδιάβασή μου σε βιβλιοπωλεία, blogs, ηλεκτρονικές σελίδες κ.λπ. δεν έτυχε να συναντήσω τον Θεσσαλονικιώτη γιατρό-συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη, που έχει ένα πλουσιότατο λογοτεχνικό έργο: Ποίηση, διηγήματα, μυθιστορήματα, ανθολογίες, μελέτες, είναι είδη με τα οποία έχει ασχοληθεί. Ούτε τώρα θυμάμαι ποια σύμπτωση έφερε στα χέρια μου το τελευταίο του μυθιστόρημα "Καρκίνος", το οποίο λόγω του ολιγοσέλιδου διάβασα μέσα σε μια μέρα.
 Το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, όμως πιστεύω ότι τα περισσότερα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό είναι πραγματικά γεγονότα της προσωπικής του ζωής. Η όλη αφήγηση είναι δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο, σαν μια συνέντευξη που δίνεται σε κάποιον, πιθανότατα δημοσιογράφο, που την ηχογραφεί. Τα περιστατικά δεν έχουν μεγάλη ενότητα μεταξύ τους. Αρχίζει με την ανάμνηση της πρώτης εμπειρίας καρκίνου που είχε ως νεαρός, ειδεικευόμενος γιατρός και που αφορούσε μια πολύ ωραία, νέα κοπέλα. Συνεχίζει με πολλά άλλα ιατρικά περιστατικά που δεν αφορούν μόνο τον καρκίνο. Συγχρόνως παρεμβάλλει ποκίλες σκέψεις, αναφέρεται επικριτικά στις φαρμακοβιομηχανίες, σε γιατρούς που χρηματίζονται, σε διλήμματα όπως για παράδειγμα αν πρέπει ο γιατρός να λέει την αλήθεια στον άρρωστο, ποιος ο ρόλος του περιβάλλοντος του αρρώστου, συγκρίνει τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία και τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια κ.λπ. Συχνότατα αναφέρεται στο οικογενειακό του περιβάλλον, τη γυναίκα, τα παιδιά, τους φίλους και στη Σκύρο, όπου έχουν το εξοχικό τους. Πολύ φαίνεται να αγαπά το νησί, στο οποίο και μας ξεναγεί. Κι όταν η ξενάγηση αυτή γίνεται ακόμα κι όταν η γυναίκα του παλεύει με τον καρκίνο, αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί: "Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι αυτές οι βόλτες μου με τον ποιητή, τη γυναίκα του και την καθηγήτρια ήταν η ψυχική μου αποφόρτιση στο νησί από τον καρκίνο της γυναίκας μου; Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι στις ώρες αυτής της περιδιάβασής μας στα αξιοθέατα της Σκύρου ο καρκίνος της έφευγε από το μυαλό μου και επανερχόταν με την επιστροφή στο σπίτι;"
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αφορά αυτό ακριβώς, τον καρκίνο της γυναίκας του. Πώς άρχισε, πώς εξελίχθηκε, την πορεία της θεραπείας κι όσο πλησιάζει το τέλος, μήνα με τον μήνα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα όλη την εξέλιξη.
Μας εντυπωσιάζει το ότι η περιγραφή αυτή, ακόμα και το τέλος, γίνεται χωρίς συναισθηματισμό. Άραγε γιατί επικράτησε ο ορθολογισμός του γιατρού ή μήπως γιατί θεώρησε βεβήλωση την έκθεση των συναισθημάτων του μπροστά στα μάτια του κάθε αναγνώστη; Ποιος ξέρει...
Είναι ένα βιβλίο που μας εξοικειώνει (όσο αυτό είναι δυνατό) με την αρρώστια και τον θάνατο και μας κάνει να αναρωτηθούμε πάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Τρίτη, Αυγούστου 06, 2019

Στη ζωή νωρίς νυχτώνει

Ελένη Πριοβόλου
Στη ζωή νωρίς νυχτώνει
Καστανιώτης, 2019
Τόσο κοντά και τόσο μακριά μας! Ο Λίβανος, η Βηρυτός, μισή ώρα πτήση από την Κύπρο, ένα ευχάριστο σαββατοκυρίακο αναψυχής υπήρξε συχνά για μας κι όμως ποτέ δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε την  ταραγμένη ιστορία αυτής της λωρίδας γης. Ακούγαμε πάντα για τον πόλεμο στον Λίβανο, δεχτήκαμε κατά καιρούς Λιβανέζους πρόσφυγες, οι πιο πολλοί από μας επισκεφθήκαμε τη γειτονική χώρα κι όμως εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο.
Λίγο φως σ' αυτό το μυστήριο προσπαθεί να ρίξει με το ενδιαφέρον μυθιστόρημά της η Ελένη Πριοβόλου, αλλά ούτε κι αυτή το κατορθώνει νομίζω. Ίσως, αν δεν επεκτεινόταν χρονικά από το 1963 ως το 2015, ούτε τοπικά από Αθήνα ως Καναδά, ως Βηρυτό, ούτε σε τόσο πλήθος προσώπων, αν έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορία του Λιβάνου, την οποία φαίνεται πολύ να μελέτησε, ίσως τότε να μας έδινε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα. Ίσως όμως πάλι ο στόχος της να μην ήταν αυτός, αλλά να θέλησε να μας δώσει την επίδραση και τις συνέπειες που έχουν οι εποχές και τα πολιτικά γεγονότα στις απλές, ανθρώπινες ζωές.
Το μυθιστόρημα αρχίζει αρχές της δεκαετίας του '60 στην Αθήνα. Ωραία δοσμένη η εποχή για όσους τη γνωρίσαμε. Η αυστηρότητα των ηθών, η πατριαρχική κοινωνία, αλλά και η αρχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα νέα πνευματικά κινήματα, η Αθήνα της αντιπαροχής, η νεολαία των Λαμπράκηδων, η δικτατορία που θα ακολουθήσει... Μέσα σ' αυτό το κλίμα μια συγκυρία φέρνει κοντά δυο νεαρές, την Άρια, γεννημένη στην Αθήνα και την Οριάνθη, από τον Λίβανο. Η φιλία θα διακοπεί απότομα, με την Οριάνθη να γυρίζει στη Βηρυτό. Και οι δυο θα κάνουν τις οικογένειές τους, δεκαετίες θα τις χωρίσουν, ώσπου πάλι, κάπου πενήντα χρόνια αργότερα, μέσα από συμπτώσεις που  η ζωή συχνά δημιουργεί, εκεί προς το τέλος της ζωής τους θα ξανασυναντηθούν. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα γεμίζει με τις αναμνήσεις πότε της μιας, πότε της άλλης, αφηγημένες από τη συγγραφέα σε τρίτο πρόσωπο.
Πολυπρόσωπο έργο, τόσο που δεν είναι εύκολο να θυμόμαστε όλα τα πρόσωπα που περνούν μέσα απ' αυτό. Εκτός απ' τις δυο βασικές ηρωίδες ξεχωρίζουν δυο ανδρικές μορφές. Ο Εμίλ, σύζυγος της Οριάνθης και ο Γεώργιος Αργυριάδης, πατέρας της. Ο Εμίλ είναι Φαλαγγίτης, Χριστιανός Μαρωνίτης, παθιασμένος με την πατρίδα του, τον Λίβανο, ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις που πολεμούν για την απελευθέρωση του Λιβάνου. Από ποιούς άραγε; Ένα συνονθύλευμα λαών πλημμυρίζει αυτή τη μικρή χώρα. Από αποικία των Άγγλων πέρασε στους Γάλλους, απέκτησε κάποτε την ανεξαρτησία της, αλλά ένα πλήθος λαών και θρησκευμάτων δεν την άφησε ποτέ να ησυχάσει. Χριστιανοί, Μαρωνίτες κυρίως, Μουσουλμάνοι Σουνίτες και Σιίτες, Δρούζοι, Αρμένιοι, Σύριοι, Παλαιστίνιοι πρόσφυγες...Και επιπλέον, Συρία από ανατολικά, Ισραήλ από νότια να εμπλέκονται στη διαμάχη. Ένα φρικτό τέλος περιμένει τον Εμίλ.
Η δεύτερη ανδρική μορφή που ξεχωρίζει είναι ο έλληνας διπλωμάτης Αργυριάδης. Μια ευγενκή μορφή, αγωνίζεται ματαιοπονώντας να φέρει τη διαλλαγή, τη συμφιλίωση, την ηρεμία σ' αυτή την παθιασμένη αντιπαλότητα.
Το μεγαλύτερο, νομίζω, πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρα την οποία η συγγραφέας κτορθώνει να αποδώσει. Πειστική και η όλη πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της Αθήνας, όμως δεν εντυπωσιάζει τον έλληνα αναγνώστη που τη γνωρίζει, είτε γιατί την έζησε ο ίδιος είτε από πλήθος άλλα διαβάσματα. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η ατμόσφαιρα του Λιβάνου. Τόσο η πολεμική με τις εχθροπραξίες, τους βομβαρδισμούς, τις σφαγές, την ερήμωση, όσο και οι εικόνες της ανοικοδόμησης, της ειρηνικής ζωής πριν τις συρράξεις και της προσπάθειας επανόδου σ' αυτήν.
Όταν οι δυο φίλες ξανασυναντώνται στην Αθήνα το 2015, λέει κάποια στιγμή η Οριάνθη στην Άρια: "Είπα πως κάποια στιγμή θα σε αναζητούσα, μα όλο το ανέβαλλα. Μπορεί και να πίστευα πως είχα άπλετο χρόνο. Τώρα συνειδητοποιώ πως στη ζωή νυχτώνει νωρίς".
Δυστυχώς, πρέπει όλοι μας να φτάσουμε στην τρίτη (ή και τέταρτη!) ηλικία για να συνειδητοποιήσουμε αυτή την τραγική αλήθεια.

Πέμπτη, Ιουλίου 25, 2019

Το αηδόνι

KRISTIN HANNAH
Το αηδόνι
Κλειδάριθμος, 2016
Μετ. Χριστίνα Σωτηροπούλου
Έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ιστορία. βιογραφίες, έχουμε δει ταινίες για τον Β΄ Π΄ Πόλεμο, που πια ένα έργο με θέμα τη (σχετικά κοντινή) σκοτεινή αυτή περίοδο της ανθρωπότητας, πρέπει να 'ναι πολύ εξαιρετικό για να ελκύσει το ενδιαφέρον μας. Και "Το αηδόνι" της Αμερικανίδας Kristin Hannah δεν είναι. Διερωτώμαι γιατί (όπως διαφημίζεται τουλάχιστον) υπήρξε για 45 εβδομάδες στη λίστα best seller των New York Times και στα καλύτερα βιβλία της Amazon για το 2015!
Υπήρξαν στιγμές που ήθελα να διακόψω το διάβασμα, αλλά μη έχοντας άλλο βιβλίο, συνέχιζα, ίσως θέλοντας να του δώσω κι άλλη ευκαιρία. Δεν θα έλεγα ότι είναι κακογραμμένο. Όμως οι 630 σελίδες είναι πάρα πολλές για το θέμα του, που είναι η συμμετοχή δυο γυναικών-αδελφών στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία. Αναπόφευκτα υπάρχουν επαναλήψεις, ανιαρές πληροφορίες, περιττές αναφορές. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις ή ανατροπές που θα αναζωπύρωναν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχει επίσης μια τεχνική που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί. Πιο συγκεκριμένα. Το εισαγωγικό κεφάλαιο τοποθετείται χρονικά το 1995 στην Αμερική. Σε πρώτο πρόσωπο και επομένως ανώνυμα, μια γυναίκα εκθέτει τις σκέψεις της: "Τώρα τελευταία όμως, χωρίς να το θέλω, ο νους μου τρέχει στον πόλεμο, στους ανθρώπους που έχασα". Στη συνέχεια, σε τριτοπρόσωπη γραφή μεταφερόμαστε στο 1939, στην έναρξη του πολέμου, στην Κατοχή της Γαλλίας. Οι δυο βασικές πρωταγωνίστριες είναι η Βιαν, παντρεμένη με τον Αντουάν, με μια μικρή κόρη, τη Σοφί,, που ζει σ' ένα μικρό χωριό, το Καριβό. Ο Αντουάν φεύγει γγια το μέτωπο και μέσα από τις συνθήκες ζωής της Βιάν γνωρίζουμε (για άλλη μια φορά !) την Κατοχή, την πείνα, τις στερήσεις, την επίταξη των σπιτιών, τους θανάτους, τον εκτοπισμό των Εβραίων κ.λπ.
Η δεύτερη αδελφή είναι η Ιζαμπέλ. Διαφορετικός χαρακτήρας. Εντάσσεται στην Αντίσταση, οδηγεί τους  αεροπόρους των συμμάχων, Αμερικανούς, Καναδούς, Άγγλους, των οποίων τα αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, να σωθούν διασχίζοντας τα Πυρηναία από τη Γαλλία προς την Ισπανία, παίρνοντας το ψυδώνυμο Ροσινιόλ (Αηδόνι).
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρώτου κεφαλαίου επανέρχεται μερικές φορές πολύ αργότερα, χωρίς να ξέρουμε ποια από τις δυο αδελφές μιλά, παρά μόνο εντελώς στο τέλος, πράγμα που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί, αφού ώσπου να φτάσουμε από το πρώτο κεφάλαιο στο τέλος, σχεδόν το έχουμε ξεχάσει.
Δεν ξέρω αν από τις νεότερες γενιές αναγνωστών υπάρχουν κάποιοι  που ακόμα δεν έχουν κουραστεί να διαβάζουν για τον Β΄Π΄ Πόλεμο.Για τους μεγαλύτερους πολύ αμφιβάλλω.

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2019

Ισπανική Διαθήκη

Άρθουρ Καίστλερ
Ισπανική Διαθήκη
Κάκτος, 1975
Μετάφρ. Ανδρέας Ρικάκης
"Κανένα από τα πρόσωπα αυτής της διήγησης δεν είναι φανταστικό. Τα περισσότερα είναι σήμερα πεθαμένα. Ο συγγραφέας ήταν ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας "Νιους Κρόνικλ", στην Ισπανία. Κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες οι Εθνικιστές τον συνέλαβαν και τον κατεδίκασαν σε θάνατο μετά τη πτώση της Μάλαγκα. Για τέσσερις περίπου μήνες περίμενε την εκτέλεσή του και είδε πώς τουφέκιζαν τους συντρόφους του της αιχμαλωσίας. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αρχίζει σαν ρεπορτάζ, τελειώνει όμως τελείως διαφορετικά. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει "Παραλλαγές στο θέμα του θανάτου, ή  ακόμα καλύτερα: "στο θέμα του φόβου του θανάτου".
Έτσι αρχίζει τον πρόλογο αυτού του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας. Δεν φτάνει, βέβαια, το ύψος και τη φιλοσοφική σκέψη του "Το μηδέν και το άπειρο", όμως  οι σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο έχουν τη δική τους αξία. Τελικά σώζεται, απελευθερώνεται. Είναι ανταποκριτής εφημερίδας, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Λέγεται ότι οι Ισπανοί τον αντάλλαξαν μ' ένα δικό τους.
Δεν υπάρχει υπόθεση. Υπόθεση είναι η φυλακή, οι στερήσεις και πάνω απ' όλα ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Λίγα αποσπάσματα μπορούν να δείξουν το στυλ και το ύφος του βιβλίου:

-Στοχαζόμουν αυτό το παράδοξο, καθώς περπατούσα απ΄το κρεβάτι στη λεκάνη, εξίμισι βήματα, μισή στροφή, εξίμισι βήματα στην άλλη κατεύθυνση. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτές οι μέρες που, με την έλλειψη γεγονότων και με το κενό τους, έμοιαζαν ατέλειωτες, συστέλλονταν μες τη μνήμη ακριβώς εξαιτίας αυτού του κενού τους. Όταν τις εξέταζες αναδρομικά δεν είχαν ούτε επιφάνεια ούτε όγκο, ούτε καθαρό βάρος. Είχανε μεταβληθεί σε γεωμετρικό σημείο, σε τρύπα, σε τίποτα. Όσο περισσότερο μια μέρα είναι άδεια, τόσο λιγότερο ζυγίζει στη ζυγαριά της ανάμνησης. Όσο ο χρόνος, όταν είναι παρόν, περνάει αργά. Τόσο, όταν γίνεται παρελθόν, φαίνεται να έχει περάσει γρήγορα.
-Το νόστιμο της ιστορίας είναι ότι δεν είμαστε ποτέ απόλυτα πεισμένοι, κι εμείς οι ίδιοι ακόμα, ότι όλα αυτά είναι η πραγματικόττα κι όχι ένα αμφίβολο παιχνίδι. Ποιος πιστεύει σοβαρά σττον ίδιό του τον θάνατο;
..........................
Ο καθένας ξέρει, φυσικά, ότι θα πεθάνει μια μέρα. Όμως το να το ξέρεις είναι ένα πράγμα και να το πιστεύεις ένα άλλο.
Αν δεν ήταν έτσι, πώς, μα πώς, θα είχα την εντύπωση, γράφοντας αυτά, ότι πρόκειται για μια θεωρητική πραγματεία που δεν με αφορά άμεσα;

Άλλοτε με ψυχρότητα καταγράφει τις εκτελέσεις: Απ' την Τρίτη στην Τετάρτη, τουφέκισαν δεκαεπτά.
Απ΄την Πέμπτη στην Παρασκευή, τουφέκισαν οχτώ.
Απ' την Παρασκευή στο Σάββατο, τουφέκισαν εννιά.
Απ' το Σάββατο στην Κυριακή, τουφέκισαν δεκατρείς.
Κάποια στιγμή, από το "τυφλό", στενόχωρο, βρώμικο κελλί, τον μεταφέρουν σ'ένα δωμάτιο με παράθυρο. Γράφει:

-Όταν κύταξα για πρώτη φορά απ' το παράθυρο κι είδα παρτέρια με λουλούδια και δέντρα σκεπασμένα με φύλλα, νόμισα πως ζω σ' ένα παραμύθι. Τα λουλούδια και τα δέντρα δεν είναι βέβαια υπέροχα. Η "όμρφη αυλή" μοιάζει αρκετά με τα αναιμικά περιβολάκια των εργαατικών συνοικιών. Όμως το υπέροχο είναι πως τα δέντρα και τα λουλούδια έχουν χρώματα. Αντιλήφθηκα, ξαφνικά, ότι όλοι εδώ μέσα ζούμε σ' ένα κόσμο γκρίζο και μαύρο.

 Ξαναδιαβάζω τούτες τις σελίδες, γραμμένες πάνω από ογδόντα χρόνια πριν, με κείνον που τις έγραψε νεκρόν απ' το ίδιό του το χέρι εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν οπαδός της ευθανασίας.
 

Δευτέρα, Ιουλίου 01, 2019

Εκεί που δεν με σπέρνουν

Στέφανος Παντελίδης
Εκεί που δεν με σπέρνουν
Εκδόσεις Βακχικόν, 2019
Στην τρίτη του ποιητική συλλογή ο Στέφανος Παντελίδης εξακολουθεί να στοχάζεται: "Εκτός νόρμας", συνεχίζει να  "πηγαίνει γυρεύοντας" ψάχνοντας "πάνω σε βράχους και γκρεμούς" με την ίδια απελπισμένη αναζήτηση. Με ποίηση ολιγόστιχη, μ' ένα πικρό χαμόγελου σαρκασμού, συχνά αυτοσαρκασμού, με την αγωνία αυτού που δεν έχει βρει (ακόμα) το νόημα της ζωής (και ποιος το βρήκε άραγε;).
Αυτό το νόημα εξακολουθεί να ψάχνει. Άλλοτε καταφάσκοντας και άλλοτε αρνούμενος τη ζωή. Γι' αυτό κλαίνε τα νεογέννητα, ξέρουν σε ποιο σκληρό κόσμο έρχονται (Εκ γενετής σοφία). Όμως τι υπέροχη αντίφαση όταν λίγο παρακάτω γράφει:

Προς τον βαρκάρη για τον άλλο κόσμο
Εμένα αλέ ρετούρ
παρακαλώ

Υμνεί την αληθινή ζωή σε αντίθεση με τη θεωρία: Τα όμορφα κορίτσια κι η άνοιξη ακυρώνουν τη θεωρία της ποίησης (Λύκειο 1989) κι οι δυο ερωτευμένοι νέοι, με τη φλόγα του έρωτα έτοιμη να λαμπαδιάσει τα κορμιά τους, εκμηδενίζουν και τους πιο σπουδαίους ερωτικούς ποιητές (Οι πιο ερωτικοί ποιητές).
Εξακολουθεί να αναζητά το Θείο. Το αναζητά εκλογικεύοντάς το - μα το ξέρει κι ό ίδιος, η λογική δεν συνδυάζεται με την πίστη (Δύσκολη η ζωή των θνητών). Κάποτε φαίνεται να αρνείται τη θρησκεία (τι Δίας, τι Ιησούς). Πώς όμως είναι δυνατό να απευθύνεται στον Θεό παρακαλώντας τον να τον βοηθήσει στην απιστία (Πικρόν ποτήριον: Θεέ μου/δώσε μου/ σοφία ν' αντιληφθώ πως δεν υπάρχεις/και δύναμη να ζήσω/με τούτη την επίγνωση) ή να ζητά από τον Ιησού να μεσολαβήσει στον Πατέρα ( Παράκληση);
Φανερή η απογοήτευσή του για την εκλογίκευση και την απομυθοποίηση των πάντων στην εποχή μας, στην οποία όχι λίγο συμβάλλει ο τεχνολογικός μας πολιτισμός (Έρωτας εν έτει 2018 Ι, ΙΙ).
Το ολιγόστιχο, η ανέκκλητη συμπύκνωση "το να μη χρησιμοποιείς δυο λέξεις όταν στη θέση τους μπορείς μια", κατά μία ωραία ρήση του Σεφέρη, ο φιλοσοφικός στοχασμός, η αγωνία για το "Εδώ" και το "Επέκεινα" είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Στέφανου, που κατορθώνει να διατυπώσει με άκρα συντομία σκέψεις και συναισθήματα κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Και πάνω απ' όλα η προμετωπίδα που συμπυκνώνει το νόημα όλης της συλλογής" : Δεν είναι όλα μια μάχη με τη θνητότητα;

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

Εκεί που ζούμε

Χρίστος Κυθρεώτης
Εκεί που ζούμε
Πατάκης, 2019
"Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια  ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν, όπως επίσης-και ακόμα καλύτερα-τι ήτανε η Σχολή του Αμμωνίου Σακκά. Να μας πει όμως για ποιο λόγο συνιστά ποίηση "της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι" και, από το άλλο άκρο, το "μια κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν", ποτέ. Ούτε θα ήταν δυνατό".
Αυτή η σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη από το δοκίμιό του "Η μέθοδος του "ΑΡΑ" με κυνηγούσε καθώς διάβαζα και προπάντων όταν τέλειωσα το μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη "Εκεί που ζούμε". Γιατί μου  άρεσε αυτό το βιβλίο; Γιατί το διάβαζα με τόση απόλαυση και ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που δεν έχει συγκλονιστικά γεγονότα, ούτε ιστορικές πληροφορίες, ούτε πρωτότυπη πλοκή, ένα βιβλίο που καταγράφει απλώς μια μέρα από τη ζωή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, του νέου δικηγόρου Αντώνη Σπετσιώτη; Εκτός από τον "Οδυσσέα" του Τζόυς, πολύ λίγα βιβλία ξέρω που η διάρκειά τους είναι μόνο ένα εικοσιτετράωρο. Θυμάμαι τώρα το "Στην ακτή" του ΜακΓιούαν, ή την "Κυρία Νταλλογουαίη", της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Μακριδάκη, αλλά, αν εξαιρέσουμε τον "Οδυσσέα", τα υπόλοιπα είναι ολιγοσέλιδα. Όμως το βιβλίο του Κυθρεώτη αριθμεί 440 σελίδες κι ούτε στιγμή βαριέσαι κι ούτε θέλεις να διακόψεις την ανάγνωση πριν φτάσεις στο τέλος.
Τέσσερις μόνο υποχρεώσεις προγραμματίζει για μια Παρασκευή του 2014 ο Αντώνης: Να παραστεί στο δικαστήριο ως συνήγορος μιας κυρίας που εξαπατήθηκε από ένα Ινστιτούτο Αισθητικής και έφτασε να χρωστάει 75 χιλιάδες ευρώ, τα οποία βέβαια αδυνατεί να πληρώσει, να συναντήσει ύστερα σε μια καφετέρια τη Στέλλα, ένα παλιό του δεσμό, τον οποίο είχε από καιρό διακόψει, ακολούθως να συνοδέψει τον πατέρα του που έπρεπε να παραδώσει το γεωτρύπανό του στον Ορχομενό για να τον μεταφέρει πίσω και, τέλος, αν προλάβει, να περάσει αργά το βράδυ από ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα είχε μαζέψει κάποιους φίλους η Άννα που, όπως λέει ο ίδιος, "είναι ό,τι πιο κοντινό σε "δική μου γυναίκα είχα ποτέ".
Πώς γύρω απ' αυτά τα τέσσερα γεγονότα εμπλέκονται ενέργειες, σκέψεις, συναισθήματα, αναπολήσεις που κρατούν αιχμάλωτο τον αναγνώστη, είναι ένα μυστήριο παράλληλο με την ανερμήνευτη μαγεία της ποίησης, εξού και η συσχέτιση με τη σκέψη του Ελύτη. Έχουμε εδώ τη μαγεία της πεζογραφίας, που αν γνωρίζαμε τα συστατικά της στοιχεία, θα μπορούσαμε όλοι να γράφουμε καλή πεζογραφία. Θα προσπαθήσω να επισημάνω κάποια στοιχεία που αναλογίζομαι (εκ των υστέρων, βέβαια) ότι δημιούργησαν αυτό το γοητευτικό, λογοτεχνικό παράδοξο.
Η αφηγηματική και περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα πρώτα απ' όλα. Με απλό, θα έλεγα κουβεντιαστό, ύφος αποδίδεται η ατμόσφαιρα των αθηναϊκών δικαστηρίων, η περιγραφή της διαδρομής από τον Ορωπό στον Ορχομενό, οι δρόμοι της Αθήνας, η ατμόσφαιρα του νυχτερινού μπαρ κ.λπ. Έπειτα οι ανατροπές. Όσο λίγα και συνήθη είναι τα τέσσερα γεγονότα, δεν λείπουν οι ανατροπές, αυτά που συμβαίνουν χωρίς να το περιμένει ούτε ο αφηγητής ούτε, ασφαλώς, ο αναγνώστης. Αυτές οι ανατροπές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: "Για να δούμε τι θα γίνει μετά από αυτό;" σκέφτεται και προχωρεί. Είναι ύστερα οι αναδρομές στο παρρελθόν. Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, γεγονότα και πρόσωπα της περασμένης του ζωής κ.λπ. Και τέλος κυρίως, σκέψεις. Σκέψεις που λειτουργούν σαν σταθμός, που θέτουν σε λειτουργία και του αναγνώστη τη σκέψη. Για παράδειγμα: "Αν αυτά που κάναμε συμφωνούσαν πάντα με αυτά που πιστεύαμε η ζωή θα ήταν πολύ απλούστερη απ' όσο ξέρουμε ότι είναι". Ή, "Η χρονολογική σειρά είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας συνήθως για να συνδέει τα γεγονότα, όμως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, μέσα στους οποίους έννοιες όπως πριν ή μετά ή παλιά χάνουν τη σημασία τους-και τότε μπορεί να βρεθείς σε μια κατάσταση όπου δεν αναπολείς απλώς το παρελθόν, αλλά είσαι στο παρελθόν".
Και ο τίτλος; Ανέτρεξα στους στίχους  του ομότιτλου ραπ τραγουδιού."Εκεί που ζούμε". Τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω προσπαθώντας να τους συνδέσω με το μυθιστόρημα. Είναι άραγε μια άρνηση όχι μόνο όσων συμβαίνουν στη ζωή του ήρωα εκείνη τη μέρα, προπάντων υπό τη σκιά της απόφασής του να εγκαταλείψει τα πάντα και να φύγει για το Λουξεμβούργο; Ή μήπως άρνηση της ζωής γενικότερα όπως την έχουμε καταντήσει, αλλά ταυτόχρονα και μια πίστη στη δύναμη του ανθρώπου, αν δεχτούμε τους στίχους του τραγουδιού:
.........................................................................................................................
Ό,τι κι αν γίνει όμως δεν παύουμε να ελπίζουμε
Μέσα στη χώρα των θαυμάτων εκεί ζούμε 
Και με αυτά τα θαύματα θα σε διαλύσουμε.