KOHEN

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2020

Η Πανούκλα


Αλμπέρ Καμύ
Η Πανούκλα
ΠΑΠΥΡΟΣ-ΒΙΠΕΡ, 1975
Μετ. Νάτα Κυριακοπούλου
Τούτες τις μέρες του εγκλεισμού, τώρα που η πανδημία μας περιορίζει στο σπίτι, η σκέψη μετεωρίζεται, αναπολεί, συγκρίνει. Δεν ξέρω αν αποτελεί μικρή παρηγοριά το να θυμηθούμε παρόμοιες καταστάσεις που βίωσε η ανθρωπότητα και μάλιστα κάτω από πολύ χειρότερες συνθήκες. Καταστάσεις που η δύναμη της λογοτεχνίας αποτύπωσε με τρόπο μοναδικό.
Στη σκέψη έρχεται πρώτα ο μεγάλος λοιμός του 5ου π.Χ. αιώνα, έτσι όπως γλαφυρότατα και λεπτομερέστατα τον περιγράφει στο Β΄ βιβλίο των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης. Έχοντας προσβληθεί και ο ίδιος, όπως ομολογεί, ξέρει ακριβώς τα συμπτώματα, το πώς εκδηλώνεται η αρρώστια, τις συνέπειές της. (Πυρετός, αιμορραγία από τα μάτια, εμετός, εξανθήματα, διάρροια, θάνατος). Αναφέρει το πώς η αρρώστια επηρέασε τους ανθρώπους όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά, κοινωνικά, ηθικά. Κυκλοφορούν φήμες ότι η αρρώστια ήρθε από την Αιθιοπία, ή ότι οι Σπαρτιάτες δηλητηρίασαν τα πηγάδια, θυμούνται προφητείες παλαιοτέρων (τι ομοιότητα με σήμερα! Προφητείες, συνωμοσίες κ.λπ.)
Η σκέψη μεταπηδά στον 19ο αι., στην ενδιαφέρουσα νουβέλα του Παπαδιαμάντη "Βαρδιάνος στα σπόρκα". Κι εκεί ένας λοιμός, μια χολέρα, περιορίζει σε καραντίνα τους χολεριασμένους. "Η γριά Σκεύω έμαθε την νέαν είδησιν, ότι ο υιός της έμελλε όταν έλθει (...) να διατρίψει είκοσιν μία ημέρας εις την Τσουγκριάν και άλλας ένδεκα εις τα Λαζαρέτα, σωστάς τριανταδύο ημέρας καραντίνα".
Για να φτάσουμε στο κλασικό αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ, "Η Πανούκλα". Το ξαναδιαβάζω σε μια παλιά έκδοση ΒΙΠΕΡ του 1975 και μένω "ενεή" με τις απίστευτες ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση του κορονοϊού.
Ο Καμύ τοποθετεί το έργο του στη δεκαετία του 1940, στην πόλη Οράν της Αλγερίας. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ενώ βγαίνει μια μέρα από το σπίτι του, σκοντάφτει πάνω σ' έν νεκρό ποντίκι. Το ένα θα γίνουν σε λίγο τρία, τα τρία χιλιάδες. Τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα μιας αρρώστιας που αναγνωρίζεται ως βουβωνική πανώλη εμφανίζονται. Οι νεκροί πληθαίνουν, χιλιάδες. Συμπτώματα: Πυρετός, λήθαργος, κόκκινα μάτια, σκασμένα χείλη, πρησμένοι βουβώνες, παραλήρημα, θάνατος. Οι αρχές κλείνουν τις πύλες εξόδου της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει. Οι συγγενείς των προσβεβλημένων απομονώνονται σ' ένα γήπεδο που γίνεται καταυλισμός-καραντίνα.
Μα οι ομοιότητες με το σήμερα δεν σταματούν εδώ. Η θρησκεία έρχεται να διαδραματίσει τον ρόλο της, οι εκκλησιαστικές αρχές της πόλη οργανώνουν "εβδομάδα ομαδικών προσευχών" κι ο ιερέας Πανελού φωνάζει στο κήρυγμά του: "Αδελφοί μου σας βρήκε δυστυχία. Αδελφοί μου, το αξίζατε". Και οι προφητείες, όπως στην εποχή του Θουκυδίδη ή όπως και σήμερα, διαδίδονταν ευρέως. "Μερικές από αυτές τις προφητείες δημοσιεύτηκαν μάλιστα σαν αναγνώσματα συνεχείας στις εφημερίδες και διαβάζονταν με την ίδια απληστία όπως και οι αισθηματικές ιστορίες που μπορούσε να βρει κανείς στον καιρό της υγείας".
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το κακό ο Καμύ μας προβάλλει κάποιους τύπους-υποδείγματα. Είναι ο  Ταρρού που οργανώνει εθελοντικές ομάδες, ο δημοσιογράφος Ραμπέρ που απεγνωσμένα, δωροδοκώντας τους φρουρούς, θέλει να φύγει από την πόλη, αλλά τελικά μπαίνει κι αυτός στον αγώνα εναντίον της αρρώστιας, είναι ο κατώτερος υπάλληλος του δήμου που καταγράφει τις στατιστικές, αλλά που θα προσβληθεί και θα πεθάνει και τέλος ο υπέροχος γιατρός Ριέ που, παραβλέποντας την κούραση, την αγρύπνια, τον κίνδυνο που διατρέχει, αφοσιώνεται στην περίθαλψη των αρρώστων.
Ο ήρωάς του Καμύ, ο γιατρός Ριέ,  ενσαρκώνει για μια ακόμη φορά "το παράλογο", το οποίο τόσο απασχόλησε τον Καμύ στα έργα του. Το παράλογο, η αντίφαση ανάμεσα στη θνητότητα , τον πόλεμο, την αρρώστια, την πείνα και τη δημιουργία, τον έρωτα, τη φιλία, την ελπίδα. Ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε ότι θα πεθάνουμε κι όμως ζούμε δημιουργώντας, ελπίζοντας...τι; Ο μύθος του Σισύφου πολύ απασχόλησε τον Καμύ. 
Ο Ριέ δεν πιστεύει στον Θεό. Όταν κάποια στιγμή ο Ταρρού τον ρωτάει: "Γιατί δείχνετε τόση αφοσίωση αφού δεν πιστεύετε στον Θεό;" του απαντά πως αν πίστευε σ' έναν παντοδύναμο Θεό θα σταματούσε να θεραπεύει τους ανθρώπους αφήνοντας σ' εκείνον τη φροντίδα αυτή!
Κάποτε η επιδημία, ξαφνικά όπως ήρθε, το ίδιο ξαφνικά τελειώνει. Ο κόσμος ξεχύνεται πασιχαρής έξω. "Ακούγοντας τις κραυγές της χαράς που ανέβαιναν από την πόλη, ο Ριέ αναλογιζόταν πως η χαρά αυτή δεν θα ήταν σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος και που μπορεί κανείς να το διαβάσει στα βιβλία, δηλαδή πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και στα ρούχα, πως περιμένει υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντήλια και στα χαρτιά και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που, για τη δυστυχία και τη γνώση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πόλη".

Είναι άραγε τα ποντίκια του Καμύ ο σημερινός ιός; Ποιος ξέρει...

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2020

Όσα παίρνει ο άνεμος

Margaret Mitchell
Όσα παίρνει ο άνεμος
Μετ. Γιάννης Λάμψας
"Οι φίλοι του βιβλίου", 1948
Το βρήκα σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Ίσως μια από τις πρώτες εκδόσεις του περίφημου, μοναδικού, ανεπανάληπτου μυθιστορήματος. Διερωτώμαι ποιος μπόρεσε να αποχωριστεί ένα τέτοιο θησαυρό! Η πρώτη μου κίνηση ήταν να γυρίσω στην τελευταία (1095η) σελίδα, για να διαβάσω την ιστορική φράση με την οποία κλείνει το μυθιστόρημα: "Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα". Κρίμα. Αν και μεταφραστής της παλιάς αυτής έκδοσης είναι ο εξαιρετικός Γιάννης Λάμψας (1921-2002), την είχε αποδώσει ως "Στο κάτω-κάτω κι αύριο μέρα είναι". Η ελαφρά απογοήτευση δεν με εμπόδισε να αποκτήσω τον πολύτιμο, συλλεκτικό ίσως, τόμο.
Πέρασα μαζί του απίθανες ώρες απολαυστικού διαβάσματος. Πλάι στη τζαμόπορτα, αντικρίζοντας την ανθισμένη φύση, με ηχητική υπόκρουση την ανοιξιάτικη βροχή (κι είχαμε πολλές τέτοιες βροχές φέτος) έζησα ώρες και μέρες πολλές με την καταπληκτική Σκάρλετ Ο' Χάρα, τον γοητευτικό, πολύπλευρο χαρακτήρα του Ρεττ Μπάτλερ, την ήρεμη δύναμη της Μελανίας, τον ονειροπόλο Άσλεϋ, το πλήθος τόσων άλλων προσώπων που πλημμυρίζουν το βιβλίο. Είχα ξεφύγει  από το θλιβερό περιβάλλον των ημερών, ο επικίνδυνος κορωνοϊός δεν με άγγιζε, ο εγκλεισμός στο σπίτι ήταν απόλαυση, όχι μελαγχολία.
Δεν ωφελεί, άλλωστε είναι δυσκολότατο έργο, να αποδώσω το περιεχόμενο του βιβλίου. Όλοι εμείς οι παλαιότεροι το ξέρουμε, αν όχι από το βιβλίο, τουλάχιστον από την εξαιρετική ταινία του 1939 με τα 8 Όσκαρ, μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου. Όμως το διάβασμα του βιβλίου είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Οι λεπτομερείς,
ολοζώντανες εικόνες της Margaret Mitchell μας μεταφέρουν από την πλούσια, ξένοιαστη, ευτυχισμένη ζωή του Νότου πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865) στον πόλεμο και στη φρίκη που τον συνοδεύει, πάντα βέβαια βλέποντάς τον από τη σκοπιά των Νοτίων. Οι ζωντανοί διάλογοι, η δύναμη της περιγραφής σκηνών που καρφώνονται στη μνήμη του αναγνώστη, άλλοτε ένας χορός, άλλοτε μια πόλη που φλέγεται, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτεχνικό έργο. Και πάνω απ' όλα βέβαια, με τη ζωή τους να συμβαδίζει και να επηρεάζεται από τις ιστορικές στιγμές της πατρίδας τους, οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές: Η Σκάρλετ και ο Ρεττ. Δυο πρόσωπα που τα συνδέει έλξη και απώθηση. Δυο όμοιοι χαρακτήρες που θα συναντηθούν στις πρώτες κιόλας σελίδες, αλλά θα ενώσουν τις ζωές τους, μετά από πλήθος περιπέτειες, μόνο κάπου στην 800η σελίδα.
Το δουλεμπόριο, το πώς έβλεπαν οι Νότιοι τους μαύρους και πώς οι Βόρειοι, το πως οι μαύροι βιώνουν την απελευθέρωσή τους, προβάλλει όχι ως θεωρία αλλά έμπρακτα, μέσα από τις σχέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων. 
Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορική γνώση με το ρομάντζο, τις μεγάλες πολυπληθείς σκηνές με τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων του, ένα βιβλίο που μπορεί να χαρίσει πάμπολλες ώρες βιβλιοφιλικής απόλαυσης.

Σημ.1. Η Margaret Mitchell (1900-1949) πέθανε πολύ νέα μετά από ένα ατύχημα.
2. Κυκλοφορούν πολλές ελληνικές εκδόσεις.Μερικές απεικονίζονται στα εξώφυλλα που ανάρτησα.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2020

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Λέων Τολστόη
Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς
Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989
Μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος
Άνοιξη και πάλι. Όργιο χρωμάτων, ήχων, αρωμάτων. Οι αμυγδαλιές ολάνθιστες πανηγυρίζουν, κίτρινες μαργαρίτες, κόκκινες παπαρούνες, τιτιβίσματα, χαρούμενα πετάγματα ξετρελαμένων πουλιών. Μέσα σ' αυτή την πανέμορφη φύση που με κάθε τρόπο και μέσο υμνεί τη ζωή, τι γυρεύει μια νουβέλα που πραγματεύεται τον θάνατο; Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίθεση, η αναγέννηση, η φύση που κάθε χρόνο πεθαίνει και πάλι ανασταίνεται, φέρνει στη σκέψη την αδυναμία του ανθρώπου για τον οποίο ο θάνατος σημαίνει το τέρμα, το οριστικό τέλος και μια μελαγχολία άθελα μας κυριεύει.
Αυτή η μελαγχολία οδήγησε τη σκέψη και την αναγνωστική μου διάθεση στην περίφημη νουβέλα του Τολστόη "Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς". Επανειλημμένες εκδόσεις από το 1886 που πρωτοκυκλοφόρησε, μέχρι σήμερα, μεταφορά στο θέατρο, κριτικές και μνημόνευσή της από πολλούς μελετητές, αποδεικνύει τη σημασία και τη διαχρονικότητά της. Την έχω σε μια αρκετά παλιά έκδοση (1989) που περιλαμβάνει άλλες τέσερις νουβέλες του Τολστόη: Πάτερ Σέργιος- Πολικούσκα-Ο διάβολος-Οικογενειακή ευτυχία. Τη ξαναδιαβάζω. Θαυμάζω όχι μόνο τον μεγάλο λογοτέχνη αλλά και τον αξεπέραστο γνώστη της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Αρχίζει με την είδηση του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς, όπως την πληροφορούνται στο δικαστικό μέγαρο τρεις δικαστικοί συνάδελφοί του. Οι σκέψεις τους; "Πέρα από τις μεταθέσεις, τις πιθανές προαγωγές και τις άλλες αλλαγές που μπορούσε να προκαλέσει στην υπηρεσία ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός φίλου προκάλεσε σ' όλους αυτούς που το έμαθαν, όπως συμβαίνει συχνά, κι ένα αίσθημα χαράς-πέθανε αυτός κι όχι εγώ. "Τι τυχερός που δεν είμαι εγώ στη θέση του", είπε μέσα του ή ένιωσε ο καθένας."
Με δυσφορία οι φίλοι του σκέφτονται πως πρέπει να εκτελέσουν θλιβερά καθήκοντα, να επισκεφθούν το σπίτι του νεκρού. Χαρακτηριστική η αντίδραση ενός απ' αυτούς καθώς φεύγει από την επίσκεψη: "Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς ανάπνεε τώρα ευχάριστα τον καθαρό αέρα ύστερα από το λιβάνι, την πτωμαΐνη, το φαινικό.
-Για πού πάμε, ρώτησε ο αμαξάς.
-Δεν είναι αργά. θα πάω στου Φιόντορ Βασίλιεβιτς.
Και πήγε. Τους βρήκε στο τέλος της πρώτης παρτίδας κι ευχαριστήθηκε που θα 'παιζε πέμπτος".
Στη συνέχεια ο συγγραφέας, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής (για να χρησιμοποιήσω έναν νεοφανή λογοτεχνικό όρο που, μαζί με άλλους ανάλογους, ταλαιπωρούν τους σημερινούς μαθητές χωρίς κατ' ανάγκη να τους κάνουν ν'αγαπήσουν περισσότερο τη λογοτεχνία), δηλαδή ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, μας παρουσιάζει την πορεία ζωής του Ιβάν Ιλίτς. Πώς δηλαδή κατόρθωσε με κατάλληλες ενέργειες να ανέλθει επαγγελματικά (ανώτερος δικαστικός), οικονομικά, κοινωνικά, να δημιουργήσει μια "αξιοπρεπή" οικογένεια. Και ξαφνικά, ύστερα από ένα χτύπημα στο πλευρό καθώς στερέωνε μια κουρτίνα, άρχισε να μη νιώθει καλά. "Παραπονιόταν πότε-πότε για μια παράξενη γεύση στο στόμα του και για κάτι που τον ενοχλούσε στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς του". Η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής, η καταφυγή σε δεύτερη και τρίτη γνωμάτευση σε τίποτε δεν ωφελεί. Η κατάστασή του ολοένα χειροτερεύει. Αναλογίζεται την περασμένη του ζωή. Φέρνει στη σκέψη του τις πιο ευχάριστες στιγμές του. "Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;" αναρωτιέται. Απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο και μένει απορώντας για τη σχέση ζωής-θανάτου. "Άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερά μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του θεού, για την απουσία του θεού".
Οι γύρω, η σύζυγος, η κόρη, ο γιος του συνεχίζουν τη ζωή τους. Σκέφτεται πως τους είναι ενόχληση κι ίσως εύχονται σύντομα να τους απαλλάξει από την παρουσία του. Μονάχα ένας νεαρός μουζίκος, ο Γεράσιμος, του παραστέκεται με γνήσιο ενδιαφέρον και τον βοηθά ακόμα και στις ταπεινωτικές φυσικές του ανάγκες.
Το τέλος αναπόφευκτα φτάνει. Ένα τόσο σύντομο έργο (μόλις 71 μικρού μεγέθους σελίδες) κι όμως τόσα βαθιά νοήματα, τόσες λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, τόση φιλοσοφική σκέψη αντλημένη από την ίδια τη ζωή. Πολλοί το θεωρούν ισοδύναμο με τα μεγάλα έργα του Τολστόη, την Άννα Καρένινα, το Πόλεμος και ειρήνη, την Ανάσταση και δεν έχουν άδικο νομίζω.