Τρίτη, Ιουλίου 23, 2013

Μια περιδιάβαση

"Ήταν ωραία όλ' αυτά, μια περιδιάβαση...", γράφει σ' ένα στίχο ο Σεφέρης για την Κύπρο. Όμως και πού δεν θα ταίριαζε ο στίχος; Μια περιδιάβαση ήταν και η δική μας περιήγηση στην Κυανή Ακτή, στη νότια Γαλλία, αυτή την περιοχή που από το 19ο αι, προσήλκυσε πρώτα τη βρετανική αριστοκρατία κι ύστερα όλες τις διασημότητες του πλούτου και του πνεύματος. Περαστικοί, βιαστικοί τουρίστες εμείς, θελήσαμε να γνωρίσουμε, για λίγο έστω, τη μυθική αυτή περιοχή. Κάννες, Νίκαια, Μονακό και γυρίζοντας ύστερα μέσω Ιταλίας να ρίξουμε και μια βιαστική ματιά στο Μιλάνο.

Κάννες. Το όνομά τους οφείλουν στο λατινικό canna= καλάμι, από τα καλάμια που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ως τις αρχές του 19ου αι. ήταν ένα μικρό χωριό αγροτών και ψαράδων, μέχρι που το ανακάλυψαν οι Άγγλοι πρώτα κι έγινε σιγά-σιγά θέρετρο των πλούσιων και διάσημων.



Η Κρουαζέτ, γεμάτη φοίνικες, είναι ένας από τους διασημότερους δρόμους των Καννών

Στο λιμάνι των Καννών ιδιωτικά γιωτ και πλοιάρια προσθέτουν στη γοητεία της πόλης

Ένα μικρό μουσείο σημαδεύει το πέρασμα του μεγάλου ζωγράφου από τις Κάννες

Όχι άδικα οι Κάννες θεωρούνται ως η πόλη των φεστιβάλ

Πολυτελή καταστήματα και ξενοδοχεία πλαισιώνουν την Κρουαζέτ

Μια άλλη άποψη του μουσείου Πικάσο

Περίφημο και πασίγνωστο το φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών που διεξάγεται από το 1946

Βρεθήκαμε στις Κάννες τη 14η Ιουλίου, εθνική γιορτή των Γάλλων. Για ώρα ο ουρανός της πόλης γέμισε από εντυπωσιακά πυροτεχνήματα
Ένα από τα πολλά στενά δρομάκια των Καννών,  γεμάτα εστιατόρια. Στο βάθος το λιμάνι.
Διανύσαμε απόσταση 500 χμ. για να πάμε και να γυρίσουμε στην Αβινιόν την περίφημη μεσαιωνική πόλη. Γνωστή κυρίως ως έδρα των 7 παπών γαλλικής καταγωγής (1309-1377) που έκτισαν εδώ ένα μικρό Βατικανό.

Παλιά μεσαιωνική πόλη, περιβάλλεταιι από τείχη μήκους 4,5 χμ. που διακόπτονται από 39 πύργους και 7 πύλες.

Όμως και η σύγχρονη πόλη δεν στερείται ενδιαφέροντος, ειδικά τον Ιούλιο που διεξάγεται εδώ το φεστιβάλ της Αβινιόν με παραστάσεις θεάρου, παντομίμας κ.λπ.Εδώ το θέατρο της πόλης.

Το δημαρχείο της Αβινιόν

Παρ' όλη τη ζέστη μια βόλτα στην πόλη απαραίτητη.

Το μεγαλοπρεπές παπικό παλάτι. Ώρες χρειάζεται κάποιος για να το γυρίσει ολόκληρο, καθώς αποτελείται από ένα λαβύρινθο διαδρόμων και δωματίων. Χρειάστηκε 18 χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Ένας από τους πύργους των τειχών

Νεαρές διαφημίζουν την παράσταση που θα δώσουν το βράδυ
Νίκαια. Ελληνικό όνομα, γι' αυτή την ξακουστή πόλη, το μεγαλύτερο τουριστικό θέρετρο της Κυανής ακτής. Ιδρύθηκε περί το 350 π. Χ. από Φωκαείς αποίκους της Μασσαλίας.

Η υπαίθρια αγορά αποτελεί ένα από τα πολλά αξιοθέατα της Νίκαιας

Το δημαρχείο της πόλης

Με προσοχή ακούμε τον ξεναγό μας
Η πλατεία Μασένα. Τεράστια,  κεντρική πλατεία της Νίκαιας. Σημείο πολιτικών συγκεντρώσεων, διεξαγωγής φεστιβάλ κ.ά. Γύρω εστιατόρια και καφετέριες.

Στο κέντρο της πλατείας Μασένα ωραίο σιντριβάνι. (Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα μπροστά μας)

Το δικαστικό μέγαρο της πόλης

Λίγη ξεκούραση στα σκαλοπάτια δεν βλάφτει

Στοά των καταστημάτων Λαφαγιέτ, όπου οι κυρίες της παρέας πέρασαν αρκετές ώρες!

Κάποιοι προτίμησαν τη ξεκούραση σε μια ήσυχη καφετέρια



Η απέραντη παραλία της Νίκαιας γεμάτη παραθεριστές


Έργο του Μαρκ Σαγκάλ μας υποδέχεται στη ναρχή του ανηφορικού δρόμου που θα μας φέρει στο μεσαιωνικό χωριό, ένα από τα πιο όμορφα της Κυανής Ακτής, κέντρο καλλιτεχνών, διανοουμένων, γεμάτο από γκαλερύ. Είναι το St. Paul de Bence.

Το καστροχωριό, καθώς το αντικρίζουμε από μακριά.

Η είσοδος στο χωριό



Στενά, πλακόστρωτα δρομάκια, λουλουδιασμένες αυλές, μεσαιωνικές καμάρες



Έργα τέχνης ακόμα και στα δρομάκια, μπροστά από τις γκαλερύ


Σ' ένα πανέμορφο προάστειο της Νίκαιας, στο Σιμιέ, βρίσκεται το μουσείο Ματίς (1869-1954) του ζωγράφου που από τότε που ήρθε στη Νίκαια έμεινε μέχρι το θάνατό του.
Φέτος γιορτάζονται τα 50 χρόνια από την ίδρυση του μουσείου κι είμαστε τυχεροί που μπορούμε να θαυμάσουμε πλήθος έργα του μοντέρνου καλλιτέχνη, που υπήρξε φίλος, αλλά και ανταγωνιστής του Πικάσο.
Καταπληκτική θέα καθώς οδεύουμε προς το μεσαιωνικό χωριό Εζ και το Μονακό

Από τα περίφημα εργοστάσια αρωμάτων που βρίσκονται στο Εζ επισκεπτόμαστε το Fragonard

Η βάση όλων των πανάκριβων αρωμάτων των γνωστών οίκων εδώ κατασκευάζεται. Φυτά και λουλούδια απ' όλα τα μέρη του κόσμου συγκεντρώνονται για την παρασκευή αυτών των αρωμάτων.

Όμως εδώ πωλούνται και πολλά άλλα είδη, προσιτά στους "κοινούς θνητούς": αρωματικά σαπούνια, κρέμες χεριών και προσώπου κ.λπ. Ποια γυναίκα μπορεί ν' αντισταθεί στην αγορά έστω κι ενός μικρού ενθυμίου;

Ο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στο Μονακό. Εδώ βρίσκονται θαμμένοι επίσκοποι και πρίγκιπες.

Υπέροχη η θέα του κόλπου του Μονακό από ψηλά

Ο τάφος της αδικοχαμένης Γκρέις μέσα στον καθεδρικό ναό. Για λίγες στιγμές αναλογιζόμαστε την παραμυθένια ζωή της και τον πρόωρο θάνατό της το 1982. Στο πλάι παρόμοιος ο τάφος του Ρενιέ που πέθανε το 2005.

Το παλάτι του πριγκιπάτου. Το καλοκαίρι τμήματά του είναι ανοικτά για το κοινό και φυσικά τα επισκεπτόμαστε.

Ιδρυμένο από τον πρίγκιπα Αλβέρτο Α΄ το 1910, το Ωκεανογραφικό μουσείο είναι ένα από τα αξιοθέατα του Μονακό. Σπάνια θαλάσσια φυτά και ζώα φιλοξενούνται εδώ. Στη φωτογραφία ένα είδος καρχαρία.

Ο εξερευνητής των θαλασσών Ζακ Κουστώ ήταν διευθυντής του μουσείου για πάνω από τριάντα χρόνια, μέχρι το 1988. Εδώ ο σκελετός ενός φυσητήρα.
Σε μια βραχώδη χερσόνησο μεταξύ Νίκαιας και Μονακό, βρίσκεται η Βίλα Κέρυλος, εντυπωσιακό δείγμα αναπαράστασης αρχαιοελληνικής κατοικίας του 2ου π. Χ. αι. Κατασκευάστηκε από τον αρχαιολόγο Theodore Reinach στις αρχές του 20ου. αι. ως κατοικία του. Σήμερα επισκέψιμο μουσείο.

Η θέα από τα παράθυρα της βίλας μοναδική

Ακόμα μια άποψη της θάλασσας από τη βίλα

Η όμορφη κωμόπολη Beaulie-sur-Mer στην οποία βρίσκεται η Βίλα Κέρυλος

Το περίφημο Καζίνο του Μόντε Κάρλο

Στην είσοδο του Καζίνου πολυτελή αυτοκίνητα διαφημίζονται

Η είσοδος του Καζίνου



Έχει πια βραδιάσει. Φαντασμαγορική η φωτισμένη μεγάλη πλατεία με τα ξενοδοχεία και τις καφετέριες τριγύρω.
Πανέμορφη η διαδρομή από τις Κάννες στο Σαν Ρέμο

Κάποτε σου φαίνεται πως ο ουρανός σμίγει με τη θάλασσα

Ένας σύντομος σταθμός στο Σαν Ρέμο. Το δημαρχείο της πόλης.

Η "νεανική" συντροφιά απολαμβάνει τη βόλτα της στους δρόμους του Σαν Ρέμο.
Στο Μιλάνο το ταξίδι μας τελειώνει. Ο περίφημος καθεδρικός ναός, το Duomo, ασφαλώς δεν μπορούσε να λείπει από την περιήγησή μας.

Η μεγάλη πλατεία του Duomo, όπου τα πλήθη δεν σταματούν να πηγαινοέρχονται.

Η είσοδος της Galleria Vittorio Emmanuel II. Ιστορικό κτίσμα του 1865-1877, στεγάζει καταστήματα, καφετέριες, με το φως να πέφτει από τη γυάλινη οροφή.

Η πασίγνωστη Σκάλα του Μιλάνου. Πρώτη φορά ξεναγούμαστε στο εσωτερικό της. Δυστυχώς, όπως και σε πολλά άλλα μέρη που επισκεφθήκαμε, οι φωτογραφίες απαγορεύονται.



Περιδιαβάζοντας στη Γαλαρία
Το ωραίο ταξίδι τελειώνει με μια απογοήτευση. Το έργο που θεωρείται η πιο διάσημη τοιχογραφία στον κόσμο της Τέχνης, "Ο Μυστικός Δείπνος" του Λεονάρντο ντα Βίντσι, που κοσμεί την τραπεζαρία του μοναστηριού Santa Maria delle Grazie, στάθηκε αδύνατο να το επισκεφθούμε. Θα έπρεπε να είχαμε κλείσει ραντεβού μήνες πριν. Τόσα είναι τα πλήθη που συρρέουν καθημερινά απ' όλο τον κόσμο. Αρκεστήκαμε να δούμε το χώρο και να φωτογραφίσουμε την είσοδο. Ποιος ξέρει...Ίσως μια άλλη φορά...

Πέμπτη, Ιουλίου 04, 2013

Το ξεχασμένο βαλς

Ανν Ένραϊτ
Το ξεχασμένο βαλς
Καστανιώτης 2012
Μετ. Τώνια Κοβαλένκο

Είναι κάποτε κάποια βιβλία που σου δημιουργούν την επιθυμία να μπορούσες να τα διαβάσεις χωρίς διακοπή, σε μια μέρα, χωρίς να μιλήσεις με κανένα, χωρίς να ασχοληθείς με καμιά άλλη καθημερινή βιοτική μέριμνα. Όχι μόνο λόγω του μεγέθους τους (ναι, υπάρχουν καλά βιβλία χωρίς να είναι τα "τούβλα" που μας πλημμυρίζουν τα τελευταία χρόνια), ούτε και γιατί θέλεις να δεις "τι θα γίνει παρακάτω" (το ξέρεις ήδη από την αρχή), αλλά γιατί κάτι στο ύφος, στον τρόπο διατύπωσης των πρώτων ακόμα φράσεων σε ελκύει ακαταμάχητα. Αυτό το συναίσθημα ένιωσα για το βιβλίο της Ιρλανδής Ανν Ένραϊτ, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσα να ικανοποιήσω την επιθυμία μου. Το διάβασα με διακοπές μέσα σε δυο μέρες.
Θα 'λεγε κανείς πως μετά την "Άννα Καρένινα" και τη "Μαντάμ Μποβαρί" (για να θυμηθώ μόνο δυο κλασικές ηρωίδες με παράνομους έρωτες) το θέμα "μοιχεία" θα είχε εξαντληθεί. Όμως, η λογοτεχνική πραγματικότητα αποδεικνύει πως δεν πρόκειται να εκλείψει ποτέ αυτό το θέμα. Γιατί είναι ένα θέμα που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις κι όσο υπάρχουν άνθρωποι τόσο η πραγματική ζωή όσο και η μυθιστορηματική δεν θα πάψουν να ενδιαφέρονται και να ασχολούνται με τις σχέσεις αυτές.
Η ηρωίδα της Ένραϊτ, η Τζίνα, ζει στο Δουβλίνο, στην εποχή μας. Σ' ένα μακρύ μονόλογο που κρατάει όλο το βιβλίο (για τον εαυτό της πρώτα απ' όλα, όπως λέει η ίδια), θυμάται, αφηγείται, περιγράφει, αναπαριστά τη ζωή της. Βρισκόμαστε στο 2009 κι εκείνη πάει πίσω στο 2002, όταν σ' ένα πάρτι της αδελφής της συνάντησε για πρώτη φορά τον Σον. Θα περάσουν κάποια χρόνια ωσότου τον ξανασυναντήσει, ενώ η ίδια στο μεταξύ έχει παντρευτεί τον Κόνορ. Η μνήμη και η αφήγηση πηγαινοέρχονται, συχνά μιλάει συνειρμικά περιγράφοντας άλλοτε το γάμο της, άλλοτε το θάνατο της μητέρας της ή τον χαρακτήρα του πατέρα της που τον έχασε νωρίς, την αδελφή της και την οικογένειά της, τον Σον, τη γυναίκα του, τη μικρή του κόρη. Ανήκουν όλοι σε μια εύπορη τάξη, με τα εξοχικά και τα πάρτι τους, με επαγγέλματα κυρίως στον τομέα της πληροφορικής, του διαδικτύου ή των συμβούλων.
Η σχέση της με τον Σον θα αρχίσει σ' ένα συνέδριο στο Μοντρέ της Ελβετίας. Μυστικά ραντεβού σε πολυτελή ή φθηνά ξενοδοχεία, γεύματα και ωραίο κρασί περιβάλλουν την παράνομη σχέση. Μου άρεσε που η συγγραφέας  συνήθως αποφεύγει τις λεπτομέρειες των ερωτικών στιγμών. Μου θύμισε κάπως τον παλιό κινηματογράφο, όπου μετά το φιλί η κάμερα μετατοπιζόταν από το ζευγάρι και τα υπόλοιπα αφήνονταν στη φαντασία του θεατή.
Από την αρχή κιόλας του έργου προβάλλεται η παρουσία του παιδιού του Σον, ενός κοριτσιού που αφήνεται να νοηθεί ότι κάτι ασυνήθιστο υπάρχει σε ό, τι το αφορά, πράγμα που θα αποκαλυφθεί σταδιακά στο τέλος.
Αργά και μεθοδικά η συγγραφέας θα ξεδιπλώσει τις αναμνήσεις της, χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς ενοχές, συχνά με χιούμορ και κάποτε αυτοσαρκασμό. Οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής, η αρχόμενη οικονομική κρίση δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία.
Και μια ιδιαιτερότητα. Τα κεφάλαια καθορίζονται με αυτούσιους τίτλους αγγλόφωνων τραγουδιών, στοιχεία των οποίων, όπως για παράδειγμα ποιος το τραγούδησε και πότε, δίνονται στις υποσημειώσεις. Π.χ. There will be peace in thε valley, Secret love, Save the last dance for me κ.λπ. Κατέβασα και άκουσα αρκετά από τα τραγούδια. Κρίμα που δεν μπορώ να τα εντάξω στο ποστ.

Δευτέρα, Ιουλίου 01, 2013

Ουρανόπετρα

Γιάννης Καλπούζος
Ουρανόπετρα
Μεταίχμιο 2012 (ψηφιακή έκδ. 2013)

Παρουσιάζοντας το προηγούμενο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου "Άγιοι και δαίμονες" είχα εκφρασστεί με ενθουσιασμό, πράγμα που οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων γύρω από το ιστορικό μυθιστόρημα στην παρουσίασή του από τον Πατριάρχη Φώτιο στο Βιβλιοκαφέ.
Τελειώνοντας τώρα το μυθιστόρημα "Ουρανόπετρα" δεν διακατέχομαι από τον ίδιο ενθουσιασμό, παρ' όλο που το βιβλίο αναφέρεται στην Κύπρο και την ιστορία της. Πιθανόν γιατί ο τρόπος γραφής του Καλπούζου έγινε πια μανιέρα που κουράζει, ή γιατί το μυθιστορηματικό στοιχείο διαδραματίζει τώρα μικρότερο ρόλο από το ιστορικό.
Πολύ ορθά ο συγγραφέας τιτλοφορεί το πρώτο μέρος του βιβλίου "Το μικρό χρονικό" και το δεύτερο (και πολύ εκτενέστερο) "Το μεγάλο χρονικό". Αν το όλο έργο χαρακτηριζόταν χρονικό αντί μυθιστόρημα, θα ήταν ίσως πιο ακριβής όρος. Βρήκα το βιβλίο σημαντικό ως προς τη χρησιμότητά του όχι όμως και ως προς τη λογοτεχνική απόλαυση. Με άλλα λόγια διαβάζεις την ιστορία δυο πολύ σημαντικών περιόδων της Κύπρου, οι τύχες όμως των ηρώων ελάχιστα ενδιαφέρουν. Είναι απλώς το μέσον για να γραφτεί η ιστορία.
"Το μικρό χρονικό" τοποθετείται χρονικά στην ενετική εποχή, λίγο πριν το 1570, όταν οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το νησί. Τοπικά αρχίζει από ένα χωριό, τα Λεύκαρα, και την οικογένεια του Γερόλεμου, που θα ζήσει τις μάχες για κατάληψη της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου, οι οποίες και περιγράφονται με πολλές λεπτομέρειες. Είναι τα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας, οι κοινωνικές τάξεις αυστηρά διακριτές, η ορθοδοξία σε διωγμό, γι' αυτό και δεν ήταν λίγοι αυτοί που πίστεψαν ότι η έλευση των Τούρκων θα δημιουργούσε καλύτερες συνθήκες από την ενετική δουλοπαροικία, για να διαψευστούν βέβαια οικτρά. Δεν είναι χωρίς σημασία ο πανομοιότυπος τρόπος με τον οποίο αρχίζουν τα δυο μέρη του βιβλίου: "Άστραφτε στο σώσμα του Αυγούστου του 1569 (του 1892 στο δεύτερο μέρος) το αλάτι ωσάν το χιόνι στην αλυκή του Λάρνακα, αντιπαλεύοντας τον ήλιο που εκτόξευε την κάψη του αδιάφορος για τον τόπο και τον κάματο των ανθρώπων".
Αιώνες έχουν περάσει, ο τόπος είναι ο ίδιος, οι άνθρωποι το ίδιο παλεύουν για την επιβίωσή τους, τότε ήταν ο Γερόλεμος τώρα ο Αδάμος, μακρινός απόγονος της δωδέκατης γενιάς. Βρισκόμαστε στο 1892, τους Τούρκους έχουν διαδεχτεί οι Άγγλοι, οι ελπίδες των Κυπρίων για άλλη μια φορά αναπτερώθηκαν για να διαψευστούν και πάλι.
Η κυπριακή κοινωνία ζωγραφίζεται από τον συγγραφέα με  κάθε λεπτομέρεια. Τα επαγγέλματα, το ντύσιμο, ο τρόπος διασκέδασης, οι απόκριες και οι γιορτές του Κατακλυσμού, τα σπίτια, οι πληθυσμοί των πόλεων, οι δρόμοι, οι γειτονιές, οι ανθρώπινες σχέσεις, τα καφενεία, οι εφημερίδες, οι φόροι, η τοκογλυφία, ο αγώνας των απλών ανθρώπων για επιβίωση. Τοπικά η ιστορία επικεντρώνεται στη Λάρνακα (στο βιβλίο είναι γένους αρσενικού, ο Λάρνακας), την πιο κοντινή στα Λεύκαρα πόλη, αλλά δεν λείπουν οι αναφορές σε άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου.
Ο Αδάμος, ο βασικός ήρωας του έργου, θα πάρει μέρος ως εθελοντής μαζί με πολλούς άλλους Κυπρίους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κι έτσι η δράση μετατοπίζεται και στην Ελλάδα και στην περιγραφή της Αθήνας της εποχής. Θα ξαναπολεμήσει το 1912, θέλοντας να ξεπλύνει την ντροπή του '97.
Παράλληλα με τα ιστορικά στοιχεία ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι κοινωνικές αλλαγές, τόσο της Κύπρου όσο και της Αθήνας στην οποία μεταφέρεται η δράση, όπως π.χ. η κατασκευή του σιδηροδρόμου, το ιππήλατο τραμ στην Αθήνα και η αντικατάστασή του από το ηλεκτρικό, η άφιξη του πρώτου αυτοκινήτου στην Κύπρο, οι προϋποθέσεις εγγραφής στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και πλήθος άλλα στοιχεία, ενώ πλάι στους μυθιστορηματικούς ήρωες παρελαύνει πλήθος ιστορικών προσώπων.
Το έργο τελειώνει το 1917, με τον Αδάμο να έχει παντρευτεί την αγαπημένη του και να ονομάζει το γιο του Γερόλεμο. Οι γενιές συνεχίζονται. Ο τίτλος του έργου "Ουρανόπετρα" αναφέρεται σε ένα τυχερό μεταλλικό σβόλο που ο πρώτος Γερόλεμος (του 1570) είχε επεξεργαστεί σε κύκλο και είχε μοιράσει από ένα τέταρτο του κύκλου στα τέσσερα παιδιά του. Αυτά θα σκορπίσουν αλλά τα κομμάτια της ουρανόπετρας θα συναντηθούν στους απογόνους τρεισήμιση αιώνες μετά.
Αξίζει ιδιαίτερης μνείας η γλώσσα των διαλόγων που ακολουθεί το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής, που ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά.
Πολλή μελέτη, πολλή έρευνα αλλά και πολλή αγάπη για την Κύπρο και τον ελληνισμό γενικότερα οδήγησαν στη συγγραφή της "Ουρανόπετρας, που πιστεύω αξίζει περισσότερο ως ιστορικό βιβλί ο παρά ως λογοτεχνικό.



Παρασκευή, Ιουνίου 21, 2013

Τα έβδομά μου γενέθλια





Ακόμα μια επέτειος, ακόμα ένας χρόνος παρουσίας στη μπλογκόσφαιρα κλείνει. Κάθε χρόνος μου φαίνεται ότι περνάει γρηγορότερα από τον προηγούμενο, επαληθεύοντας για μια ακόμη φορά τη θεωρία της ψυχολογικής βίωσης του χρόνου.
Είμαι ευγνώμων στη ζωή για την αγάπη στο διάβασμα με την οποία με προίκισε, είμαι ευγνώμων γιατί μπορώ τώρα πια να έχω όσα βιβλία θέλω, τόσα, που ικανοποιώντας ίσως παλιό απωθημένο στερημένων παιδικών χρόνων, τα βιβλία να στοιβάζονται σε σωρούς που δεν προλαβαίνω να διαβάσω. Είμαι ευγνώμων για την ηλεκτρονική ανάγνωση που ευτύχησα να γνωρίσω, είμαι ευγνώμων για τις δεκάδες τους γνωστούς και άγνωστους φίλους με τους οποίους μας συνδέει η αγάπη του διαβάσματος.
Χρόνια πολλά και στο Βιβλιοκαφέ του Πατριάρχη Φώτιου, ένα από τα καλύτερα βιβλιοφιλικά blogs, που μαζί γιορτάζουμε τα γενέθλιά μας.

Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους

Έριχ Μαρία Ρεμάρκ
Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους
Πατάκης 2001 (α΄ έκδοση στα Αγγλικά 1961)
Μετ. Δημήτρης Μαράκας
Ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει διαβάσει κανένα από τα βιβλία του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (1898-1970), ακόμα κι αν δεν έχει δει καμιά από τις ταινίες που γυρίστηκαν με βάση τα έργα του, αποκλείεται να μην έχει ακούσει τον εμβληματικό τίτλο "Ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο". Ένα βιβλίο αντιπολεμικό, βγαλμένο από τις οδυνηρές εμπειρίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που συγκίνησε και συγκινεί εκατομμύρια αναγνώστες σ' όλο τον κόσμο, που έκανε γνωστό το συγγραφέα του, αλλά και διωκόμενο από το χιτλερικό καθεστώς.
Λιγότερο γνωστό, αν και γυρισμένο κι αυτό σε ταινία, το "Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους". Το είχα διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια. Μου είχε μείνει μια ανάμνηση θλίψης, διάχυτη μια ακόρεστη επιθυμία για ζωή και ταυτόχρονα η μελαγχολική ατμόσφαιρα του αναπόφευκτου του θανάτου. Το βρήκα τυχαία στη βιβλιοθήκη μου και το ξαναδιάβασα. (Κάποτε σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα να ξαναγυρίζουμε σε παλιά, δοκιμασμένα βιβλία παρά να αναζητούμε το βιβλίο που θα μας ενθουσιάσει μέσα στη σύγχρονη εκδοτική μετριότητα).
Κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι ο Κλέρφαϊτ, οδηγός αγώνων ταχύτητας και η Λίλλιαν, μια νεαρή φυματική, που τυχαία συναντώνται στα ελβετικά βουνά, όπου εκείνη νοσηλεύεται. Είναι δυο άνθρωποι παθιασμένοι για ζωή, που όμως ζουν κάτω από τη σκιά του θανάτου. Εκείνος λόγω του επικίνδυνου επαγγέλματός του, εκείνη λόγω της αρρώστιας της. Ίσως αυτό είναι που τους κάνει τόσο άπληστους για τη ζωή, τόσο παθιασμένους να χαρούν όσο μπορούν στο έπακρο την κάθε τους μέρα, την κάθε τους ώρα.
Η σχέση τους δεν ξεκινάει αμέσως ως έρωτας. Εκείνη, που σχεδόν καθημερινά βιώνει το θάνατο γνωστών και φίλων στο σανατόριο, που συχνά δραπετεύει κρυφά τις νύχτες για να διασκεδάσει, βρίσκει την ευκαιρία να φύγει οριστικά με τον Κλέρφαϊτ, αν και ξέρει ότι μακριά από το σανατόριο ο χρόνος που της μένει να ζήσει είναι ακόμα λιγότερος. Ξεκινούν με προορισμό το Παρίσι, αλλά σαν να γυρεύουν να ξεφύγουν από το θάνατο, τριγυρίζουν πότε μαζί και πότε χωριστά και σ' άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: στη Βέρνη, στη Ρώμη, στη Βενετία, στο Μόντε Κάρλο. Γευματίζουν σε ακριβά εστιατόρια, η σαμπάνια ρέει, το καζίνο προσθέτει τη συγκίνηση της ρουλέτας στις εμπειρίες τους.
Σε άκρα αντίθεση, το πνεύμα του ρεαλισμού ενσαρκώνει ο θείος της Λίλλιαν, διαχειριστής των χρημάτων της, που άδικα την προειδοποιεί να περιορίσει τις σπατάλες. Εκείνη παραγγέλλει συνεχώς φορέματα σε ακριβούς οίκους στο Παρίσι, αν και ξέρει πως ίσως να μην προλάβει να τα φορέσει ποτέ.
Οι εικόνες του βιβλίου εναλλάσσονται μεταξύ του θορύβου και της κίνησης των ράλλι και της γαλήνιας ηρεμίας. "Επικρατούσε πλήρης ησυχία. Ακουγόταν μόνο το κελάρυσμα ενός ρυακιού και οι σταγόνες της βροχής που έπεφταν σιγανά. Αυτή είναι η ευτυχία, ένιωσε η Λίλλιαν. Αυτή η στιγμή της ησυχίας που ήταν γεμάτη από μια σκοτεινή, υγρή και μόνιμη προσμονή. Δε θα τη ξεχνούσε ποτέ-τη νύχτα, το κελάρυσμα και τον υγρό δρόμο που λαμπύριζε".
Άλλοτε τρέχει μόνη στη Βενετία, μακριά από τον Κλέρφαϊτ, χωρίς να ξέρει καλά-καλά τι αναζητά, σαν "μεθυσμένη από τον ίδιο τον εαυτό της", όπως λέει. Η ζωή γι΄αυτήν έχει μια άλλη διάσταση. Πόσο διαφορετικά αντικρίζει το κάθε τι. Μπροστά στα σιντριβάνια της Πλας ντε λα Κονκόρτ σκέφτεται: "Ξέρω ότι πεθαίνω, σκέφτηκε εκείνη, ενώ ένιωθε να γλιστράει επάνω της το φως των φαναριών του δρόμου. Το ξέρω πιο πολύ από σένα, αυτό είναι όλο κι όλο, γι' αυτό νιώθω αυτό που για σένα είναι κάποιος θόρυβος σαν αναφιλητό και σαν κραυγή και σαν αλαλαγμό κι αυτό που για σένα αποτελεί καθημερινότητα είναι για μένα χάρη και δώρο".
Ο Κλέρφαϊτ δεν αντιμετωπίζει τόσο άμεσα το φάσμα του θανάτου, όπως η Λίλλιαν, αντίθετα ονειρεύεται μια ζωή μαζί της. Μα "Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους". Ο παράδεισος-θάνατος είναι κοινός για όλους και κανείς δεν ξέρει ποιος θα πάει πρώτος και ποιος δεύτερος.
Βιβλίο μελαγχολικό, αλλά που  μπορεί να κάνει τον αναγνώστη ν' αγαπήσει πιο πολύ τη ζωή.

Σημ. Πολύ κατατοπιστική η εισαγωγή της Σώτης Τριανταφύλλου για την κινηματογραφική μεταφορά των έργων του Ρεμάρκ.

Δευτέρα, Ιουνίου 10, 2013

Χαμένο παιδί

Ιαν ΜακΓιούαν
Χαμένο παιδί
Πατάκης 2013 (α΄ έκδοση στα Αγγλικά 1987)
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Ο Γιαν ΜακΓιούαν είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τα βιβλία του "Εξιλέωση" (Νεφέλη 2002), "Σάββατο" (Νεφέλη 2006), "Στην ακτή" (Πατάκης 2007), μου κράτησαν πολλές ώρες απολαυστικής αναγνωστικής συντροφιάς. Ο αργός ρυθμός, οι σκέψεις, η εσωτερικότητα, η ελάχιστη δράση που χαρακτηρίζουν τα έργα του, αποτελούν γνωρίσματα και των προηγούμενων και του πρόσφατα εκδοθέντος μυθιστορήματός του "Χαμένο παιδί" (αν και η έκδοση στα Αγγλικά είναι του 1987).
Το θέμα των χαμένων παιδιών, των παιδιών που εξαφανίζονται, που αναζητούνται, που κάποτε ξαναβρίσκονται αλλά τις πλείστες φορές μένουν για πάντα χαμένα, είναι από μόνο του συγκινητικό και ο κίνδυνος να περιπέσει ο χειριστής ενός τέτοιου θέματος στο μελό μεγάλος. Τον κίνδυνο αυτό απέφυγε ο ΜακΓιούαν και μας δίνει ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, με τη ζωή να προχωράει με τον κανονικό της ρυθμό και τις καθημερινές της συνήθειες, αν και ποτέ δεν παύει υποδόρια να υπάρχει ο πόνος και η θλίψη της απώλειας, την οποία ο αναγνώστης διαισθάνεται κάτω απ' όλες αυτές τις εξωτερικές δρααστηριότητες.
Ο Στίβεν Λιούις, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, πηγαίνει ένα σαββατιάτικο πρωινό με την τρίχρονη κορούλα του να ψωνίσει στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς του. Το κοριτσάκι τον ακολουθεί διαρκώς.. Μέσα σε δευτερόλεπτα όμως,  σε μια στιγμιαία απόσπασση της προσοχής του στο ταμείο, στρέφει το βλέμμα και η Κέιτ δεν είναι πια εκεί. Η αρχική σκέψη είναι ότι το παιδί κάπου τριγυρίζει στο κατάστημα. Σε μια σταδιακή κορύφωση αναζήτησης, που θα διαρκέσει μέρες, μήνες, χρόνια πρέπει εκείνος και η γυναίκα του να αποδεχτούν το αναπόφευκτο της εξαφάνισης.
Ολόκληρη η ζωή τους επηρεάζεται ανεπανόρθωτα. Εκείνη αποσύρεται και απομονώνεται στο εξοχικό της. Το όλο θέμα, οι επιδράσεις του, τα συναισθήματα, μας δίνονται από την πλευρά του πατέρα, ο οποίος συμμετέχει σε μια επιτροπή για τη συγγραφή "ενός εγκεκριμένου εγχειριδίου παιδικής αγωγής". Τις υπόλοιπες ώρες του τις περνάει με πλήρη αδράνεια, ξαπλωμένος στον καναπέ, πίνοντας και αφηρημένα παρακολουθώντας τηλεόραση.
Όμως η εξαφάνιση δεν είναι το μοναδικό ή ακόμα και το κύριο θέμα του μυθιστορήματος. Είναι η αφορμή για την έκλυση και άλλων θεμάτων, όπως η σχέση με ένα άλλο φιλικό ζευγάρι,  η θατσερική εποχή και οι στρατιές των ζητιάνων, είναι η σχεδόν μεταφυσική επιστροφή του ήρωα στη δική του παιδική ηλικία. "Μόνο όταν μεγαλώσεις, ίσως μόνο όταν αποκτήσεις ο ίδιος παιδιά, κατανοείς πλήρως ότι οι γονείς σου είχαν μια γεμάτη και πολύπλοκη ζωή πριν εσύ γεννηθείς", γράφει κάπου.
Βεβαίως η τραγική απώλεια του τρίχρονου κοριτσιού δεν παύει να σκιάζει τα πάντα. Σε μια παρηγορητική ψευδαίσθηση αγοράζει για την Κέιτ δώρο γενεθλίων, ενώ κάποια  στιγμή νομίζει πως αντικρίζει την κόρη του στο πρόσωπο ενός άλλου κοριτσιού και φτάνει στο σημείο να το διεκδικήσει από το σχολείο του.
Είναι ένα βιβλίο με παρακλάδια, που αν και βρίσκω ότι υστερεί σε σχέση με τα μεταγενέστερα βιβλία του συγγραφέα, δεν παύει να διατηρεί εκείνα τα χαρακτηριστικά ύφους και περιεχομένου που καθιστούν τα βιβλία του ΜακΓιούαν προσφιλή σε εκατομμύρια αναγνώστες.

Κυριακή, Ιουνίου 02, 2013

Η κυρία με τα μαύρα

Μίτση Πικραμένου
Η κυρία με τα μαύρα
Τετράγωνο, 2012
Με τα βιβλία της μεγαλώσαμε. Τα έργα της μας συντρόφεψαν μια ζωή. Μαζί της αγαπήσαμε την Πατρίδα, γνωρίσαμε τους αγώνες του Έθνους, τη φιλοπατρία μέχρι αυτοθυσίας, τον αγνό έρωτα, τη ζωή όπως ήταν σε εποχές περασμένες. Θυμάμαι πόσο ζήλευα στην παιδική μου ηλικία την ευτυχισμένη οικογένεια του "Τρελαντώνη", το μεγάλο σπιτικό με τον κήπο, τα παιδιά με τις γκουβερνάντες και τη γνωριμία με την ίδια τη βασίλισσα, εγώ που ζούσα σε μια μικροαστική οικογένεια, σε μια απομακρυσμένη τοπικά και κοινωνικά πόλη.
Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν, αλλά η αγάπη μου για τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα δεν άλλαξε ποτέ. Αγάπη όχι μόνο για τα βιβλία της αλλά και για την ίδια, γιατί η ίδια η ζωή της είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Έχοντας διαβάσει τόσα και τόσα, εκτός απ' τα βιβλία της, τα ημερολόγιά της, τις δικές της καταγραφές με τις αναμνήσεις της, δεν υπάρχει νομίζω πια πτυχή της ζωής της άγνωστη. Κι όμως, κάθε τι που βλέπει το φως της δημοσιότητας και την αφορά εξακολουθεί να με ενδιαφέρει.
Το βιβλίο της Μίτσης Πικραμένου "Η κυρία με τα μαύρα" δεν μου πρόσθεσε σχεδόν τίποτα σ' αυτά που ήξερα για τη Δέλτα. Όμως το διάβασα με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, σαν να τα μάθαινα για πρώτη φορά. Αγάπη, εκτίμηση, θαυμασμός, πλημμύρισαν για ακόμα μια φορά τη σκέψη μου γι' αυτή τη μυθιστορηματική γυναίκα.
 Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αλεξάνδρεια το 1874, σε μια πλούσια και αυστηρή οικογένεια, με δασκάλες στο σπίτι και ταξίδια στην Ευρώπη τότε που πιθανόν οι πλείστοι δεν είχαν βγει από τα σύνορα του χωριού ή της πόλης τους, πέρασε τη σύντομη, σχετικά, ζωή της θλιμμένη, με πόνους σωματικούς και ψυχικούς αλλά πάντα δημιουργική. Η γνωριμία και ο ανεκπλήρωτος έρωτας προς τον Ίωνα Δραγούμη θα κρατήσει μια ζωή. Αν δυο ιδέες τη διακατέχουν μονίμως, όπως τουλάχιστον φαίνεται στο βιβλίο, είναι η σκέψη του Ίωνα και η ιδέα του θανάτου. Πάνω από μια οι απόπειρες αυτοκτονίας της ως την τελευταία και επιτυχημένη το 1941.
Η βιογραφία της Δέλτα είναι ταυτόχρονα και μια ιστορία της Ελλάδας των αρχών του 20ου αι. με όλες τις αναταραχές και ανακατάξεις. Με το Μακεδονικό αγώνα, την εμφάνιση του Βενιζέλου, τους Βαλκανικούς, τον Α΄ Παγκόσμιο, το διχασμό, τη Μικρασιατική καταστροφή. Ζώντας σ' ένα  έντονα πολιτικοποιημένο περιβάλλον, με τον πατέρα της Εμμανουήλ Μπενάκη, πότε Δήμαρχο και πότε Υπουργό του Βενιζέλου, με επικοινωνία με τη βασιλική οικογένεια αλλά αργότερα φανατική Βενιζελική, διαμορφώνει η Δέλτα την προσωπικότητά της και εμπνέεται τη λογοτεχνική της δημιουργία.
Μήπως όμως υστερούσε ο πνευματικός της περίγυρος; Όλη η παρέα των δημοτικιστών, ο Γληνός, ο Βλαστός, ο Δελμούζος, ο Μανώλης Τριαταφυλλίδης (που είχε ενίοτε και τη γλωσσική επιμέλεια των βιβλίων της), αλληλογραφία με τον Ψυχάρη και τον Παλαμά, συνεργασία με το περιοδικό "Νουμάς" φαντάζουν στα μάτια μας σαν ένας πολύτιμος πνευματικός κύκλος που ανάμεσά του κινείται και η Δέλτα.
Κι όλα αυτά ενώ είναι άρρωστη, ψυχολογικά πρώτα και νοσηλεύεται σε κλινική στη Βιέννη, αργότερα και σωματικά, με αφόρητους πόνους στα κάτω άκρα που παραλύουν. Κι όμως η συνεισφορά της δεν τελειώνει εδώ. Γράφει η Μίτση Πικραμένου μιλώντας με το στόμα της Δέλτα: "Ήμουνα λοιπόν κάτι περισσότερο από μια συγγραφέας παιδικού μυθιστορήματος. Περισσότερο κι από ένας πνευματικός άνθρωπος με απόψεις. Παρόλο που ήμουνα γυναίκα, παρόλο που η υγεία μου ήταν εύθραυστη, παρόλο που οι εξωτερικές συνθήκες ήταν αντίξοες, άφησα το σπίτι μου, τη βολή μου, τη ζεστασιά μου και πήγα στην ανατολική Μακεδονία για να βοηθήσω τους Έλληνες που επέστρεφαν στον τόπο καταγωγής τους. Η ψυχική μου δύναμη ήταν μεγάλη".
Αν έχω κάποια επιφύλαξη για την"Κυρία με τα μαύρα", είναι η πρωτοπρόσωπη γραφή. Δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να μιλά η ίδια η Δέλτα, να χαρακτηρίζει η ίδια τα έργα της, να μιλά για τους μελλοντικούς της μελετητές, να περιγράφει ακόμα και το θάνατό της(!). Νομίζω μια τριτοπρόσωπη αφήγηση θα προσέδιδε μεγαλύτερη αξιοπιστία και κύρος στη βιογραφία που είναι προϊόν πολλής μελέτης  όλων των πηγών γύρω από τη ζωή και το έργο, αλλά και πολλής αγάπης για τη Δέλτα.