Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008

Ο ήχος της σιωπής

"Αυτοί πού έχουν την ακοή τους", είπε η Φράι, "όποτε μας συναντούν ρωτούν πάντα το ίδιο:"Σου λείπει η μουσική;", "Σου λείπει το τραγούδι των πουλιών;" Σαν να μην υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' αυτό".
μουσική και τα πουλιά έιναι σημαντικά γι' αυτούς που ακούν".
"Όταν είμαι στις κακές μου λέω:Πώς είναι δυνατό να μου λείπει κάτι που δεν γνωρίζω;"
Η Γκράνια δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να εξηγήσει στη Φράι πως πίστευε ή φανταζόταν ότι πίστευε ότι η μουσική και το τραγούδι υπήρχαν παντού. Όχι μόνο στα σύννεφα αλλά και στο πέταγμα των πουλιών, στα φύλλα της βελανιδιάς που χτυπούσαν απαλά στο παράθυρο του κοιτώνα, στα πόδια των παιδιών καθώς έτρεχαν πάνω στο γρασίδι".
Όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα (559η) του μυθιστορήματος της Καναδής συγγραφέως Φράνσες Ιτάνι (Λιβάνης, 2007), έκλεισα το βιβλίο μ' ένα αίσθημα ηρεμίας, απαλότητας και αθωότητας κι ας ήταν το μισό σχεδόν βιβλίο γεμάτο από πολεμικές σκηνές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως κι αυτές ακόμα οι σκηνές, οι θάνατοι, οι ακρωτηριασμοί, η φρίκη του πολέμου, δίνονται μ' ένα τρόπο που δεν ενοχλεί, με μια ήρεμη θλίψη για το αναπόφευκτο της συμφοράς.
Το κύριο όμως θέμα του βιβλίου δεν είναι ο πόλεμος, αν και καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του, τόσο από την πρώτη γραμμή του μετώπου στη Γαλλία και στο Βέλγιο, όσο και στα μετόπισθεν, στο πώς βιώνουν τον πόλεμο στον Καναδά. Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η κωφότητα, κι έτσι είναι ο αγγλικός τίτλος (Deafening) που μεταφράστηκε στα ελληνικά (επί το εμπορικότερον υποθέτω) ως "Ο ήχος της σιωπής".
Αρχίζει το 1902 σε μια μικρή πόλη του Καναδά. Εκεί ζει η Γκράνια, ένα κωφό, λόγω οστρακιάς, κοριτσάκι, μαζί με τους γονείς, μια αδελφή και δυο αδελφούς. Στενά συνδεδεμένη μαζί της η γιαγιά, η νόνα, προσπαθεί να τη μάθει να διαβάζει τα χείλη αυτών που μιλούν και να μιλά και η ίδια, έστω κι αν δεν ακούει. Στα εννιά της χρόνια η Γκράνια μπαίνει σε ειδική σχολή κωφών για να πάρει πιο συστηματική μόρφωση. Εκεί διδάσκεται τόσο τη νοηματική όσο και την ομιλία. Αποφοιτώντας γίνεται νοσοκόμα και εργάζεται στο σχολικό νοσοκομείο. Τότε γνωρίζει ένα νέο, τον Τζιμ, που δεν είναι κωφός, αλλά την ερωτεύεται και παντρεύονται. Όμως η ευτυχία τους κράτησε πολύ λίγο. Κηρύσσεται ο πόλεμος και ο Τζιμ πρέπει να καταταγεί. Από κει και πέρα παρακολουθούμε τη χωριστή ζωή τους, τη ζωή του Τζιμ στον πόλεμο και τη ζωή της Γκράνια που τον περιμένει πίσω στην πατρίδα. Η αγάπη τους δεν σβήνει με το χωρισμό που κράτησε πάνω από τρία χρόνια. Την κρατάνε ζωντανή τα αραιά γράμματα και η σκέψη του ενός για τον άλλο.
Είναι ένα βιβλίο πολύ αργού ρυθμού, ίσως γιατί έτσι ήταν ο ρυθμός της ίδιας της ζωής τότε. Δεν έχει εντάσεις, ούτε κορυφώσεις, δεν είναι βιβλίο που θέλεις με αγωνία να δεις τι θα γίνει παρακάτω.
Ο φανομενικά αντιφατικός τίτλος αποδίδει με πειστικότητα το περιεχόμενο. Είναι ένα βιβλίο για την κωφότητα κι όμως είναι γεμάτο από ήχους όπως τους αντιλαμβάνονται ή τους φαντάζονται αυτοί που δεν τους γνώρισαν ποτέ. Η Ιτάνι έχει μια ευγένεια και μια λεπτότηα στη γραφή της. Στη μνήμη μου μένει μια σκηνή όπου η Γκράνια και ο Τζιμ (πριν εκείνος πάει στον πόλεμο) βρίσκονται σ' ένα πάρτι. Εκείνος κάποια στιγμή της δείχνει με νοηματική γλώσσα ότι θέλει να φύγουν, όχι απλώς για το σπίτι αλλά και...για το κρεβάτι. Κανένας άλλος δεν καταλαβαίνει βέβαια το νόημα της χειρονομίας του. Κι όμως εκείνη έγινε κατακόκκινη από ντροπή. Πόση απόσταση το λεπτό αυτό υπονοούμενο από την περιγραφή των σεξουαλικών σκηνών στη σύγχρονη λογοτεχνία...



Σάββατο, Απριλίου 19, 2008

Με τη φλόγα στην καρδιά

Λίγες μέρες προτού πέσει τυχαία στα χέρια μου το εκδομένο από το 2002 στα ελληνικά βιβλίο "Με τη φλόγα στην καρδιά" (Ωκεανίδα), προσπέρασα χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία μια είδηση που μιλούσε για κάποια Μπετανκούρ, η οποία κρατείται αιχμάλωτη από το 2002, από ένοπλες ομάδες της χώρας της, της Κολομβίας, και ότι καταβάλλονται διεθνώς πολλές προσπάθειες για απελευθέρωσή της, καθώς μάλιστα η υγεία της έχει κλονιστεί. Όταν όμως διάβασα το βιβλίο, τότε η κρατούμενη έπαψε να είναι "κάποια Μπετανκούρ". Ήταν πια για μένα ένα αληθινό πρόσωπο, μια αγωνίστρια που έπεσε θύμα του αγώνα της ενάντια στη διαφθορά και τα καρτέλ των ναρκωτικών στην Κολομβία και για επικράτηση της πραγματικής δημοκρατίας στη μακρινή και άγνωστή μας αυτή χώρα.
Το βιβλίο της, που εκδόθηκε λίγο προτού εκείνη απαχθεί, είναι πραγματικά γραμμένο "με τη φλόγα στην καρδιά". Με πάθος, με αγάπη για την πατρίδα της, με αφοσίωση σ' ένα αγώνα που ξέρει ότι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της και τη ζωή της οικογένειάς της. Γεννημένη το 1961 στην Μποκοτά, ακολουθεί μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια τον πατέρα της στη Γαλλία, όπου εκέινος στέλλεται ως πρέσβυς της Ουνέσκο. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον πολιτικών και διανοουμένων (ο πατέρας της θα γίνει αργότερα υπουργός και η μητέρα της γερουσιαστής), παίρνει γαλλική παιδεία, παντρεύεεται ένα Γάλλο διπλωμάτη και αποκτά δυο παιδιά. Δεν διαστάζει όμως να τα διακινδυνέψει όλα και ν' αρχίσει να αγωνίζεται για την εξυγίανση της πολιτικής ζωής της χώρας της. Βάζει πρώτα υποψηφιότητα για βουλευτής. Είναι εντυπωσιακή η προσπάθειά της που ξεκινά από το μηδέν, χωρίς κόμμα, χωρίς οικονομικούς πόρους, χωρίς πολιτικό γραφείο. Στην προεκλογική της εκστρατεία στέκεται στους δρόμους και μοιράζει...προφυλακτικά. "Η διαφθορά είναι το AIDS των Κολομβιανών", ο κόσμος θα κάνει αμέσως τη σύγκριση και θα πάρει το μήνυμα.
Η καμπάνια πετυχαίνει. Εκλέγεται. Καινούριος αγώνας μέσα στη βουλή, όπου η πλειοψηφία των βουλευτών είναι αγορασμένοι από τους εμπόρους ναρκωτικών. Την απειλούν, φοβάται για τα παιδιά της, τα φυγαδεύει στη Ν. Ζηλανδία, όπου ζει ο άντρας της (έχει στο μεταξύ χωρίσει) και συνεχίζει. Αργότερα θα εκλεγεί γερουσιαστής, για τις ιδέες και τα πιστεύω της θα κηρύξει κάποια στιγμή και απεργία πείνας, θα εκθέσει όχι μόνο με τις αγορεύσεις της, αλλά και με το πρώτο της βιβλίο ("Ναι, γνώριζε") τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, τον Ερνέστο Σαμπέρ. Δυο φορές η μαφία προσπάθησε να τη σκοτώσει, όμως εκέινη εξακολούθησε τον αγώνα, για να απαχθεί τελικά, όταν έβαλε υποψηφιότητα για την προεδρία της χώρας.
Το "Με τη φλόγα στην καρδιά" δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα συναρπαστικό αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο, γραμμένο με ύφος λογοτεχνικό, με ζωντάνια και με το πάθος μιας γυναίκας που έβαλε πάνω από τον εαυτό της την πατρίδα της, πάνω από το άτομο το σύνολο.


Παρασκευή, Απριλίου 11, 2008

Μέρες Αλεξάνδρειας

"Η πόλη της Αλεξάνδρειας είναι Παρίσι, Βιέννη, Λονδίνο και Ρώμη μαζί. Δύσκολο να σ' το περιγράψω. Πρέπει να το ζήσεις".

"...η διπροσωπία αυτής της πόλης με το ευρωπαϊκό πρόσωπο από τη μια και τη μυθολογία των μιναρέδων και της κελεμπίας από την άλλη".

"Μεγάλη ξελογιάστρα η Αλεξάνδρεια! Ουρανός, θάλασσα και έρημος-ένα κινηματογραφικό σκηνικό με την ευρωπαϊκή πρόσοψη της Κορνίς, σαν φλούδα εξωτικού φρούτου που η σάρκα του είχε τη γεύση του Ισλάμ".

"...καταραμένη πόλη, που υπνώτιζε τους πάροικούς της και έτρεφε τις ψευδαισθήσεις τους με το φιλόξενο προσωπείο της".

Είναι μερικές μόνο από τις απόψεις για την Αλεξάνδρεια, την πρωταγωνίστρια, θα μπορούσαμε να πούμε, του ογκώδους (652 σελίδες) μυθιστορήματος του Δημήτρη Στεφανάκη (Πατάκης, 2007). Ένα μυθιστόρημα που σε περιφέρει σε χρόνους και τόπους, που ξεκινά από την Αλεξάνδρεια τον Αύγουστο του 1914, τη μέρα που η Αγγλία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και τελειώνει το 1950 με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ. Αλλά στο μεταξύ μας έχει ταξιδέψει, μεταφέροντας εκεί τη δράση κάποιων από τους ήρωές του, στην Κωνσταντινούπολη, στο Βερολίνο, στο Μόναχο, στο Παρίσι, στη Βιέννη, στην Ιταλία, στην Αθήνα και αλλού, ζωντνεύοντας με τρόπο πειστικό και ελκυστικό την ατμόσφαιρά τους.
Κεντρικά πρόσωπα του έργου είναι τα μέλη της οικογένειας ενός πλούσιου καπνοβιομήχανου, του Αντώνη Χάραμη, που ζει με τη σύζυγό του, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, και τους δυο γιους του, στην αριστοκρατική συνοικία Καρτιέ Γκρεκ. Πλάι σ' αυτούς, δυο άλλα πρόσωπα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και είναι από τα λίγα που θα διασχίσουν όλο αυτό το χρονικό διάστημα των 40 περίπου χρόνων και θα φτάσουν ως το τέλος του μυθιστορήματος, ενώ πολλά από τα άλλα πρόσωπα θα έχουν πεθάνει ή χαθεί. Είναι ο Ελιάς Χούρι, Γάλλος υπήκοος από λιβανέζικη οικογένεια, γεννημένος στη Βηρυτό, μαρωνίτης στο θρήσκευμα. Με ύποπτες διασυνδέσεις, τον βρίσκουμε αναμεμιγμένο παντού, αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς κάνει για να διατηρεί ένα κομψό διαμέρισμα, μια εξαιρετικά φροντισμένη εμφάνιση και σχέσεις με τους πάντες στην Αλεξάνδρεια. Το άλλο πρόσωπο είναι η Υβέτ Σαντόν, μια ωραία Γαλλο-ελβετίδα, που γίνεται ερωμένη του Χάραμη, διατηρεί μια ιδιότυπη σχέση με τον Χούρι, θα δημιουργήσει και θα διευθύνει μαζί του ένα πολυτελή οίκο ανοχής, αλλά οι ερωτικές της προτιμήσεις δεν θα αποκλείσουν τις γυναίκες.
Τα κεντρικά αυτά πρόσωπα πλαισιώνουν δεκάδες άλλα, συγγενείς, συνεργάτες, φίλοι, υπηρετικό προσωπικό, άλλα με μικρότερο και άλλα με μεγαλύτερο ρόλο στο μυθιστόρημα, τόσα που ο αναγνώστης δεν μπορεί να τα θυμάται, ακόμα και ενώ διαβάζει το μυθιστόρημα. Πλάι στα φανταστικά υπάρχουν και τα ιστορικά πρόσωπα, ο Βενιζέλος, ο Ρούντολφ Ες, ο Χίτλερ, ο Τσουδερός, ο Φαρούκ και άλλοι, όχι ως απλές αναφορές, αλλά ως χαρακτήρες του έργου.
Οι περιγραφές του Στεφανάκη, κινηματογραφικές σχεδόν, μας μεταφέρουν πότε στα πολυτελή σπίτια της παροικίας, πότε στις φτωχογειτονιές, κάποτε στα αριστοκρατικά μέγαρα της Βαυαρίας κι άλλοτε στις φοιτητικές γειτονιές του Παρισιού ή στα χρώματα κι αρώματα μιας λαϊκής αγοράς του Καΐρου.
Είναι αδύνατο να αποδώσει κανείς την "υπόθεση" του βιβλίου, γιατί η υπόθεση ακολουθεί τις τύχες δεκάδων προσώπων που πορεύονται μέσα στον τόπο και το χρόνο. Παρακολουθούμε τη ζωή τους καθώς αυτή εκτυλίσσεται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα, επηρεαζόμενη από αυτά. Εμπορικές δοσοληψίες και αντιζηλίες, βενιζελικοί και βασιλικοί, ο ανερχόμενος ναζισμός και οι θιασώτες του, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο ισπανικός εμφύλιος, η γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, η έναρξη δημιουργίας του κράτους του Ισραήλ, η βρετανοκρατούμενη Αίγυπτος, οι εθνικοποιήσεις είναι μερικά μόνο από τα ιστορικά σημεία του βιβλίου. Και ασφαλώς έρωτες, έρωτες, έρωτες. Έρωτες νόμιμοι και παράνομοι, ορθόδοξοι και ανορθόδοξοι, εφηβικοί και της ώριμης ηλικίας, έρωτες που δημιουργούν ή διαλύουν σχέσεις.
Η πολυδιαφημιζόμενη στην εποχή μας πολυπολιτισμικότητα υπήρξε στην Αλεξάνδρεια δεκαετίες πριν. Έμπρακτα την αποτυπώνει ο συγγραφέας με τη γλώσσα. Αγγλικές και Γαλλικές, πολύ λιγότερες Αραβικές φράσεις (ευτυχώς δεν επεξηγούνται στις υποσημειώσεις) αποδίδουν όλη αυτή την πανσπερμία λαών στην Αλεξάνδρεια.
Είναι στιγμές που το πληθωρικό αυτό μυθιστόρημα μου θύμισε τις "Ακυβέρνητες πολιτείες" του Τσίρκα. Αν και το βρίσκω ένα πολύ αξιόλογο μυθιστόρημα, για το οποίο ο συγραφέας του πρέπει πολύ να μελέτησε, βρίσκω ότι σε σχέση με αυτό του Τσίρκα υστερεί σε βάθος, στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις, στην ανάλυση σκέψεων και συναισθημάτων. Είναι πιο "επιδερμικό", αν και δεν παύει να προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον.


Παρασκευή, Απριλίου 04, 2008

Ο χορός των μυστικών

Ποια οικογένεια δεν έχει τους δικούς της "σκελετούς στη ντουλάπα", ποιο σπίτι δεν κρύβει τα δικά του μυστικά που ποτέ δεν αποκαλύπτονται, που κάποτε οι κάτοχοί τους τα παίρνουν μαζί τους στον τάφο;
Τα μυστικά τεσσάρων γενιών γυναικών μας αποκαλύπτει στο καινούριο της μυθιστόρημα (τρίτο κατά σειρά) η Ελένη Τσαμαδού. Σ' ένα "Χορό των μυστικών" (Ψυχογιός, 2008) η Τσαμαδού εξιστορεί τη ζωή τεσσάρων γενιών, επικεντρώνοντας το θέμα της κυρίως στους γυνακείους χαρακτήρες. Ξεκινώντας από το 1880 φτάνει ως το 1943, ενώ το σύντομο προλογικό και επιλογικό κεφάλαιο τοποθετούνται στο σήμερα του 2000.
Ασφαλώς οι ήρωες και οι ηρωίδες της δεν κινούνται στο κενό. Ζουν και επηρεάζονται από τις ιστορικές περιπέτειες του συνόλου, του τόπου και του καιρού τους. Ο πόλεμος του '97, Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική καταστροφή, Β΄ Παγκόσμιος, εμφύλιος, που για ένα σχεδόν αιώνα ταλανίζουν την κατακαημένη Ελλάδα, είναι ο ιστορικός περίγυρος, που όμως δεν καθιστά το μυθιστόρημα ιστορικό, απλώς "είναι ο κήπος όπου ανθίζει η ζωή και ξετυλίγονται τα έργα των ηρώων", όπως λέει η ίδια η συγγραφέας.
Αυτός είναι ο χρόνος. Ο χώρος είναι κυρίως μια κωμόπολη στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, η Αμερική, και για λίγο η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Κέντρο βάρους η γυναίκα. Η γυναίκα και η μοίρα της. Υποβαθμισμένη, υποταγμένη στη θέληση του άντρα, είτε αυτός είναι ο πατέρας είτε ο σύζυγος κι όμως αναγκασμένη να φορτωθεί όλα τα βάρη και να μεγαλώσει μόνη τα παιδιά της, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, όταν τύχει ο άντρας να λείψει. Πώς να μην αναγκαστεί να αναπτύξει όλες εκέινες τις ιδιότητες του χαρακτήρα για τον οποίο συχνά κατηγορείται, την πονηριά, τη δολιότητα, τα μυστικά που κρύβει...
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες ξεκινάει τη ζωή της η πρώτη της γενιάς των μυστικών, η Ανέζω, κόρη μιας παμπόνηρης και δυναμικής μαμής, της Βούλας, που ο άντρας της την άφησε χήρα με τέσσερα κορίτσια. Η Ανέζω εξαναγκάζεται να παντρευτεί τον Γιάννη τον Μπούρμπουλη, τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της, δυο φορές χήρο, κακό, άσχημο αλλά πλούσιο! Η ζωή πλάι του ήταν ένα μαρτύριο και η ατεκνία του ζεύγους, όπως άλλωστε κατά κανόνα συνέβαινε τότε, αποδιδόταν σε ευθύνη της γυναίκας. "Τι μπορεί να κάνει, τι μέσα πρέπει να μεταχειριστεί μια γυναίκα για να βγάλει από πάνω της το στίγμα της ατεκνίας;" αναρωτιέται η συγγραφέας. Και παρακάτω θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: Και τι πρέπει να κάνει μια γυναίκα όταν νόμος περί κληρονομικής διαδοχής που θεσπίστηκε επί Ιουστινιανού και ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1920, της στερούσε το δικαίωμα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου; Και δικαιολογούμε ή όχι τις πονηριές της Ανέζως και κάθε Ανέζως για να εξασφαλίσει αυτό το δικαίωμα;
Η Ανέζω αποκτά ένα γιο, τον Γιώργη (το πώς είναι μια άλλη ιστορία, από τις πιο ωραίες σκηνές του βιβλίου, σ.38-40). Ο Γιώργης μεγαλώνοντας φεύγει μετανάστης στην Αμερική και μας ανοίγεται έτσι μια άλλη πληγή της Ελλάδας και της φτώχιας της, αυτή της μετανάστευσης. Παντρεύεται μια κοπέλα από τον τόπο του που από καιρό αγαπούσε, την πανέμορφη Σοφούλα, στη ζωή της οποίας άλλες πτυχές της μοίρας της γυναίκας μας αποκαλύπτονται. Η ιστορία της οικογένειας συνεχίζεται με την κόρη της Σοφούλας, την Ανέζω ή Τζούλη, που έρχεται στην Ελλάδα. Ένας καινούριος έρωτας, ένας δυστυχισμένος γάμος, μια μοίρα που σφραγίζεται μέσα στα πάθη του εμφύλιου και μια νέα γενιά γυναικών εκπροσωπείται στο πρόσωπο της κόρης της Τζούλης, της Αναστασίας-Στείσι και τελειώνει με πολύ σύντομη αναφορά στην κόρη της Αναστασίας-Στέισι, όπου ξανασυναντάμε το όνομα Ανέζω-Ανεζίνα.
Γενιές και γενιές γυναικών, βασανισμένες, καταπιεσμένες αλλά και καταπιεστικές, φορτωμένες μ' όλα τα βάρη και τον πόνο που έδινε η υποβαθμισμένη θέση, η φτώχια, ο πόλεμος, πιο τραγικός γι' αυτήν που είναι προορισμένη να δίνει τη ζωή, παρά για τον άντρα. Και να σκεφτεί κανείς πως σε πολλά μέρη του κόσμου η μοίρα της γυναίκας δεν έχει αλλάξει...
Ένα ωραίο ελληνικό μυθιστόρημα μας έδωσε η Τσαμαδού. Έρωτες, πάθη, βάσανα, πόλεμοι, φτώχια, λίγη χαρά και πολύς πόνος, η μοίρα της Ελλάδας και η μοίρα της γυναίκας και μια ευτυχισμένη κατάληξη στο τέλος, σαν για να "καθάρει" τα έντονα συναισθήματα που είχαμε νιώσει.


Τρίτη, Μαρτίου 18, 2008

Άουστερλιτς

Νομίζω ότι κάποτε η βιβλιομανία καταντάει εθισμός, στον οποίο, κατ' αναλογία των ναρκομανών, ο βιβλιομανής προχωρεί σιγά-σιγά από τα ελαφρότερα στα βαρύτερα, από την εισπνοή στις ενδοφλέβιες ενέσεις και έρχεται ώρα που δύσκολα πια ικανοποιείται και δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο νά βρει τη "δόση" που θα τον ευχαριστήσει.
Αυτές τις σκέψεις έκανα διαβάζοντας το "Άουστερλιτς" του W. G. Sebald (μετ. Ιωάννα Μεϊτανή, Άγρα, 2006), ενθουσιασμένη που η "δόση" μου ήταν πολύ ικανοποιητική, αλλά και με τη σκέψη ότι ίσως αυτό το βιβλίο να μη μπορέσει να το διαβάσει ή να μην αρέσει σε κάποιον που έχει συνηθίσει σε πιο ανάλαφρα διαβάσματα. Ένα βιβλίο που διαρκώς μετατοπίζεται σε τόπο και χρόνο. Που ξεκινά από το Βέλγιο για να πάει στην Αγγλία, τη Γερμανία, την Πράγα, τη Νυρεμβέργη, το Παρίσι και αλλού. Που αρχίζει μια μέρα του 1967, για να μεταφερθεί άλλοτε πιο πίσω, στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να ξαναγυρίσει σ' ένα μεταγενέστερο παρόν, και να τελειώσει στο σήμερα με τον αφηγητή να διαβάζει από ένα βιβλίο γεγονότα που αναφέρονται στο 1944. Και χρειάζεται πολλή προσοχή για να μη μπερδεύουμε τον αφηγητή. Όλο σχεδόν το βιβλίο είναι σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά δεν είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο που μιλά. Ας γίνω λίγο περισσότερο διευκρινιστική.
Ο αφηγητής-συγγραφέας μια μέρα του 1967 συναντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αμβέρσας έναν άγνωστο που του τραβά την προσοχή. Είναι ο Άουστερλιτς. Τον πλησιάζει, κάτι τον ρωτά και αρχίζει μεταξύ τους μια μακροχρόνια επικοινωνία που φτάνει με διαλείμματα ως το 1996. Σ' όλο αυτό το διάστημα και στις περιστασιακές συναντήσεις τους, ακούμε τις αφηγήσεις του Άουστερλιτς και μέσα από αυτές και άλλων προσώπων. Ο συγγραφέας σιγά-σιγά εξαφανίζεται. Η φράση "είπε ο Άουστερλιτς" που επαναλαμβάνεται συνεχώς, μας βοηθά να μη χάσουμε το νήμα της αφήγησης,όπως επίσης και η φράση "είπε η Βιέρα (ή άλλο πρόσωπο), είπε ο Άουστερλιτς", όταν δηλαδή ο Άουστερλιτς επαναλαμβάνει την αφήγηση άλλου προσώπου (κι έτσι έχουμε αφήγηση της αφήγησης της αφήγησης). Μέσα απ' όλες αυτές τις διηγήσεις ολοκληρώνουμε σταδιακά, και όχι πάντα με ευθεία χρονολογική σειρά, την εικόνα της ζωής του Άουστερλιτς. Υπήρξε ένα παιδί του πολέμου. Εβραιόπουλο, στέλλεται στην ηλικία των 5 περίπου χρόνων, λίγο πριν από τον πόλεμο, μαζί με άλλα παιδιά, από την Πράγα στο Λονδίνο. Είχε προηγηθεί η αναχώρηση του πατέρα του στο Παρίσι, η μητέρα του που λογάριαζε να ακολουθήσει το παιδί δεν τα κατάφερε. Ο μικρός Άουστερλιτς μεγαλώνει στο σπίτι ενός αυστηρού Καλβινιστή ιερέα ως Ντάβιδ Ελίας και μόνο στα 15 του χρόνια πληροφορείται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Ζακ Άουστερλιτς. Παράξενο όνομα που ως τότε το ήξερε μόνο ως τοποθεσία μιας ναπολεόντειας μάχης.
Τελειώνει το σχολείο, σπουδάζει ιστορία της αρχιτεκτονικής, αλλά το συναίσθημα της αποξένωσης κυριαρχεί πάντα στη ζωή του. Ψάχνει για το παρελθόν του. Θολές μνήμες ξυπνάνε μέσα του καθώς ακούει μια συνομιλία σε μια εκπομπή. Το ασυνήθιστο όνομα τον οδηγεί στην Πράγα, όπου συναντά μια παλιά φοιτήτρια τότε, γειτόνισσα και δική του νταντά. Οι αφηγήσεις της, κάποιες περιγραφές, μερικές φωτογραφίες, τον παρακινούν να ανασκαλεύει ολοένα και περισσότερο τη μνήμη του, να προσπαθεί να αναπλάσει τη μορφή της μητέρας του, να πάει στο Τερεζίν, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του οποίου εκείνη είχε κλειστεί, να διασχίσει την Ευρώπη με τρένο, απεγνωσμένα προσπαθώντας να διαπιστώσει αν αυτή τη διαδρομή είδε στα 5 του χρόνια. Το ίδιο ψάξιμο θα κάνει για τον πατέρα του στο Παρίσι, παντού νιώθοντας ξένος, ανέστιος, ένας πλάνητας, ξεκομμένος από τις ρίζες του, ένα από τους χιλιάδες πρόσφυγες και ανέστιους του κόσμου μας.
Ο χρόνος, η μνήμη, η γλώσσα, επανέρχονται στη γραφή του Sebald. Λεπτομέρειες που αποτυπώθηκαν στη μνήμη, η ομίχλη που σηκώνεται από την κοιλάδα, μια γυναίκα σ' ένα παλαιοπωλείο, μια επιγραφή ή μια παλιά πόρτα σ΄ενα χωριό, σπαράγματα μνήμης διαποτίζουν την ιστορία του Άουστερλιτς. Οι ναζί, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν τη θέση τους, δεν είναι όμως το κυρίαρχο θέμα, ούτε μια ακόμα προσπάθεια προβολής του ολοκαυτώματος. Μοιάζουν όλα πολύ μακρινά, χωρίς συναισθηματική φόρτιση, με έντονη την προσπάθεια όχι να τα αναδείξει, αλλά μέσα από αυτά να αναπλάσει τους γονείς του και να βρει τον εαυτό του.
Ιδιομορφία του βιβλίου οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν (ο Άουστερλιτς άλλωστε είχε ιδιαίτερη κλίση και διαρκώς φωτογράφιζε, συμβολική ίσως προσπάθεια να ακινητήσει το χρόνο), απτά τεκμήρια, πιστοποίηση της αυθεντικότητας του κειμένου.
Το βιβλίο, χωρίς κεφάλαια ή παραγράφους, με σελίδες ολόκληρες χωρίς μια τελεία, απαιτεί την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη, αλλά ανεπιφύλακτα του ανταποδίδει την ευχαρίστηση της υψηλής λογοτεχνικής απόλαυσης.
Για το ίδιο βιβλίο:


Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Θαλερότης της ψυχής στα βαθιά γεράματα

Κλέβω τον τίτλο του ποστ μου από το επίμετρο της Ελένης Τζαβάρα στο ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι της Ζακλίν ντε Ρομιγί Τα ρόδα της μοναξιάς (μετ. Άννα Σπυράκου, συνάψεις, 2007), γιατί είναι ό,τι πιο κατάλληλο για να περιγράψει το περιεχόμενο αυτού του μικρού βιβλίου, που η ενενηντάχρονη Ρομιγί μας χάρισε. Η πολιτογραφημένη ως Ελληνίδα Γαλλίδα ελληνίστρια, που τα βιβλία της, προπάντων για τον Όμηρο και τον Θουκυδίδη υπήρξαν για μένα πολύτιμη συντροφιά και βοήθεια στην εκπαιδευτική μου πορεία, συνεχίζει ακόμα στα 95 της χρόνια να μελετά και να γράφει!
Έξι μικρά δοκίμια αποτελούν το τελευταίο αυτό μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο της. Έξι μικρά διαμαντάκια, που η κάθε σελίδα, η κάθε παράγραφος, σε σταματά, σε προκαλεί να τη ξαναδιαβάσεις, που οδηγεί τη σκέψη σου σε καινούριους, δικούς σου συνειρμούς. "Είναι ένα βιβλίο με ρεμβασμούς και αναπολήσεις", όπως λέει η ίδια. " Θέλησα να συγκεντρώσω εδώ εμπειρίες καθημερινές, απ' αυτές που διαμορφώνουν λίγο-λίγο τη ζωή, δίχως πάταγο και δίχως δράματα. Θέλησα επίσης να δείξω πτυχές της ύπαρξής μας, που μας αποκαλύπτονται όταν η ηλικία προχωρήσει, διαμηνύοντάς μας όχι τον τρόμο, την άρνηση και την απελπισία, αλλά την ηρεμία και την ελπίδα."
Ξεκινώντας από αντικείμενα της καθημερινότητας που βρίσκονται γύρω της, βυθίζεται όχι μόνο στις αναμνήσεις και τα συναισθήματα που της δημιουργούν, αλλά και σε σκέψεις που πάνε πέρα απ' αυτά. Κοιτάζοντας δυο μπρούντζινα αλογάκια που της είχαν χαρίσει κάποτε στη Θεσσαλονίκη, στο τέλος μιας ομιλίας της που είχε θέμα "ένα άλογο που μιλά" και αναφερόταν στα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, αναπολεί τη μετάβασή της στον Όλυμπο, αλλά και τη θαυμάσια όσο και τραγική ομηρική σκηνή, όταν τα άλογα του Αχιλλέα κλαίνε για τον επικείμενο θάνατό του. (Εδώ οφείλω να ομολογήσω ότι το κείμενο αυτό της Ρομιγί με παρακίνησε και μένα να ανατρέξω και να ξαναδιαβάσω τη σκηνή αυτή της Ιλιάδας, καθώς και το θαυμάσιο, μελαγχολικό ποίημα του Καβάφη "Τα άλογα του Αχιλλέως").
Σ' ένα δεύτερο κείμενο, βλέποντας μια κορνίζα φωτογραφίας, θυμάται αυτόν που της την είχε χαρίσει, αλλά ταυτόχρονα και σημαντικά άλλα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή της. Το "Κέντημα στον καμβά" είναι, θα λέγαμε, ένα αφιέρωμα στη μνήμη της μητέρας της, που φαίνεται να υπήρξε μια εξαιρετική γυναίκα της εποχής της. Το "Λεκέδες πάνω σ' ένα παλαιό έπιπλο" είναι μια μικρή πραγματεία πάνω στα γηρατειά, πάνω στη φθορά πραγμάτων κι ανθρώπων, κάπου και μια μεταμέλεια γιατί, δοσμένη όλη της τη ζωή στη μελέτη, παραμέλησε την πλευρά της "νοικοκυράς". Γράφει:" Έχω περάσει τα ενενήντα, σχεδόν δεν βλέπω πια, δεν ακούω καλά, κυκλοφορώ μ' ένα λευκό μπαστούνι και είμαι αναγκασμένη να ζητώ βοήθεια για να διασχίσω το δρόμο". Για να συνεχίσει λίγο πιο κάτω:" Ήμουν στη δύση της ζωής μου, έτοιμη να πω absolvo te, και τώρα αντηχούσαν μέσα μου δυο άλλες λέξεις, που κουβαλούσαν την αέναα επαναλαμβανόμενη ειδοποίηση memento mori, θυμήσου το θάνατο που μέλλεται. Και λοιπόν; Τι ήταν να γίνει τότε; Ποια μοίρα με περίμενε εκεί; Δεν το ήξερα:προς το παρόν ήμουν ακόμη ζωντανή. Ήμουν ζωντανή και μπορούσα ακόμη, αν και με μεγάλο κόπο, να δουλεύω, να προχωρώ, να θαυμάζω και να προσπαθώ για το καλύτερο".
Στο "Οι καινούριες κουρτίνες" με τρόπο χαριτωμένο κι ανάλαφρο μας αφηγείται το δίλημμα στο οποίο βρέθηκε όταν, σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία, χρειάστηκε να φτιάξει καινούριες κουρτίνες κι αναρωτήθηκε αν αξίζε τον κόπο, αλλά τελικά εκφράζει τη σχεδόν παιδική και άδολη χαρά της όταν τις έφτιαξε. Ενώ ταυτόχρονα η σκέψη της τριγυρίζει, όπως σε όλα σχεδόν τα κείμενα, στο θάνατο: "Δεν μιλώ για το θάνατο, δεν τον σκέφτομαι καν, όχι τουλάχιστον με τρόπο συνειδητό. Είναι όμως ολοφάνερο πως κάθε στιγμή, φευγαλέα ή βαθιά, η βεβαιότητα του ερχομού του κάνει τα πράγματα πιο εφήμερα και ταυτόχρονα πιο πολύτιμα".
Στο δοκίμιο "Η μέρα της Βερενίκης" ακούει μαγνητοφωνημένο το έργο του Ρακίνα, το σχολιάζει κι εκφράζει την άφατη ηδονή που της χάρισε σ' όλη της τη ζωή η λογοτεχνία. Μαζί της επαναλαμβάνω κι εγώ: "Πόσο τυχερή ήμουν πράγματι που πέραασα όλη μου τη ζωή σ' επαφή με τη λογοτεχνία, πόσο μ' ευνόησε η τύχη παρέχοντάς μου τη δυνατότητα να τη σχολιάζω τόσο συχνά και να κατορθώνω, στο τέλος της ζωής μου, να γεύομαι την ακατανόητη ηδονή της!".




Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008

Ζυλιέν Γκρακ, Μπαλκόνι στο δάσος

Υπάκουη πάντα στις "μπλοκοϊδέες", μετά από την εισήγηση του "Πατριάρχη Φώτιου" να διαβάσουμε όλοι και να ανταλλάξουμε απόψεις για το βιβλίο του Ζυλιέν Γκρακ "Μπαλκόνι στο δάσος" (Ίνδικτος, 2007) το αγόρασα αμέσως και...το τελείωσα με κόπο και μόχθο σε μια βδομάδα περίπου, ενδιάμεσα εγκαταλείποντάς το για άλλα αναγνώσματα. Διάβασα ως τώρα τις απόψεις του Πατριάρχη και του Ναυτίλου και τείνω να συμφωνήσω με τον πρώτο. Στο βιβλίο παρακολουθούμε αργά, ανιαρά, ράθυμα, τη ζωή τεσσάρων Γάλλων, με επικεφαλής τον υπολοχαγό Γκρανζ, σ' ένα οχυρό στα σύνορα Γαλλίας-Βελγίου, στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τίποτα δεν συμβαίνει, παρά μόνο αναμονή. Αν στόχος του συγγραφέα ήταν να δημιουργήσει αυτό το συναίσθημα και στον αναγνώστη, σίγουρα το έχει πετύχει. Βρήκα μόνο δυο στιγμές κορύφωσης του ενδιαφέροντος, στην περιγραφή του κοριτσιού που περπατάει μπροστά από τον Γκρανζ (σ. 49-51) και στη σκηνή του τέλους (σ.218 κ.ε.), όταν ο Γκρανζ με ένα από τους συντρόφους του σώζονται από τον γερμανικό βομβαρδισμό, αλλά ο Γκρανζ τραυματισμένος εγκαταλείπεται μόνος. Το τέλος είναι ανοιχτό. Δεν ξέρουμε αν θα πεθάνει ή θα ζήσει.
Αναμφισβήτητη η ποιητικότητα του βιβλίου, οι ωραίες εικόνες του χιονισμένου δάσους, οι συχνές και πρωτότυπες παρομοιώσεις, αλλά αυτά και μόνο δεν μπορούν να κάνουν ένα βιβλίο ενδιαφέρον όση κι αν είναι η λογοτεχνική του αξία.
Με δυσκόλεψε επίσης η άγνοια των τοποθεσιών που έχουν ρόλο στο μυθιστόρημα, για παράδειγμα η γεωγραφική σχέση Αρδεννών-Μόζα-Μοριαρμέ-Φαλίζ κ.λπ. και ίσως ένα σχεδιάγραμμα στα σχόλια δεν θα ήταν άσκοπο. Μια τελευταία παρατήρηση για τη μετάφραση, συμπληρωματικά σε όσα γράφει ο "Πατριάρχης". Δεν είναι μόνο το ότι η μετάφραση "λεξιθηρούσε ασύστολα". Είναι και το ότι χρησιμοποιούσε λέξεις δυσνόητες ή και ανύπαρκτες. Για παράδειγμα: Τι σημαίνει "φελιασμένο" (μονοπάτι), "γλινερό" (δέντρο), "σέριγγες", κ.λπ.;
Γενική εντύπωση: Αξιόλογο δείγμα της γαλλικής λογοτεχνίας που ίσως μπορεί να εκτιμηθεί πιο πολύ από τον Γάλλο παρά τον Έλληνα αναγνώστη.


Τρίτη, Μαρτίου 04, 2008

Κώστας Μόντης, η ποιητική συνείδηση της Κύπρου

Με αφορμή την αναφορά του αγαπητού ναυτίλου στον αγαπημένο μας ποιητή Κώστα Μόντη και τις απόψεις που εκφράστηκαν στο μπλογκ του, αναρτώ (παρά την αντίθεσή μου για τα μακροσκελή ποστ) ένα αρκετά εκτενές κείμενό μου για τον μεγάλο αυτό ποιητή, για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(Και μια αναφορά στο ποίημα «Νύχτες»)

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.
(ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, Β, 456)
Αν το πικρό παράπονο του ποιητή για την έλλειψη αναγνώρισης, που όμως δυναμικά αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την περηφάνια της ελληνικής μας ταυτότητας, ισχύει για όλους τους Έλληνες ποιητές, πολύ περισσότερο ισχύει «γι’ αυτή τη μακρινή γωνιά» του Ελληνισμού που είναι η Κύπρος. Κάποιες πτυχές της ποιητικής συνείδησης αυτής της μακρινής γωνιάς θα προσπαθήσω να φωτίσω, γιατί σύμφωνα με την κρίση του εξοχότερου από τους δοκιμιογράφους μας, του πρόωρα χαμένου Ανδρέα Χριστοφίδη, «Αν πρόκειται να κριθούμε έξω από τα σύνορα του νησιού με ό,τι καλύτερο έχουμε να δείξουμε στην ποίηση, αναπόφευκτα και άφοβα ακόμα, θα παρουσιάσουμε το έργο του Μόντη». (1)
Τόσο η ζωή όσο και το έργο του είναι στενά συνυφασμένα με την Κύπρο, που επανέρχεται διαρκώς στους τίτλους των συλλογών του: Εξ ιμερτής Κύπρου…, Εν Λευκωσία τη…, Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω, Κύπρος εν Αυλίδι, Κύπρια ειδώλια.
Ο Μόντης έχει τεράστιο ποσοτικά έργο, πεζό και ποιητικό. Έγραψε διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, ποιήματα για παιδιά, στην Πανελλήνια δημοτική αλλά και «στη γλώσσα που πρωτομίλησε», σε παραδοσιακή και σύγχρονη τεχνοτροπία, πολύστιχα και ολιγόστιχα ποιήματα. Θα περιοριστώ κατ’ ανάγκην σε μια παρουσίαση πτυχών μόνο του ποιητικού του έργου, θα σταθώ κάπως περισσότερο στα «Γράμματα στη Μητέρα» που θεωρείται η κορύφωση αυτού του έργου και θα κάνω μια αναφορά στο ποίημα «Νύχτες», το μοναδικό που ανθολογείται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄ Λυκείου.
Γεννημένος το 1914, ξεκίνησε το λογοτεχνικό του έργο αρχικά ως πεζογράφος. Είχε ήδη εκδώσει και δυο ποιητικές συλλογές, όταν στα 1958 εκδίδει την ποιητική συλλογή που θα αποτελέσει όχι μόνο σταθμό για την ποιητική πορεία του ιδίου, αλλά θα επηρεάσει καθοριστικά την ποίηση πολλών νεοτέρων. Με την ποιητική συλλογή Στιγμές εγκαινιάζει ένα καινούργιο, εντελώς πρωτότυπο τρόπο έκφρασης, που εν σπέρματι υπήρχε και στις προηγούμενες συλλογές, αλλά που από τώρα και στο εξής θα πολλαπλασιάζεται ολοένα σ’ όλες τις συλλογές που θ’ ακολουθήσουν. Είναι το ακαριαίο, το στιγμιαίο ποίημα, το ποίημα του ενός, δύο, τριών στίχων, κάποτε άτιτλων, συχνά έντιτλων, ενίοτε με τον τίτλο μεγαλύτερο σε έκταση από το ίδιο το ποίημα. Δεν πρόκειται για σπαράγματα στίχων από μεγαλύτερες συνθέσεις, δεν μοιάζουν με τα ημιτελή του Σολωμού, επιζήσαντα θύματα της μάχης για την επίτευξη του ιδανικού. Είναι αυτούσια, ολοκληρωμένα ποιήματα, στα οποία έχει αφαιρεθεί όλο το περίβλημα, όλος ο περίγυρος κι έχει μείνει ο πυρήνας. Μοιάζουν με τη «στιγμιαία λάμψη του φωτογραφικού φλας», κατά ένα πολύ προσφυή χαρακτηρισμό του Ανδρέα Παστελλά, ή, όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής, «προσπάθησα να δίνω τον πυρήνα του ποιήματος και να αφήνω τον αναγνώστη να βρίσκει τα σκαλιά που οδηγούν στον πυρήνα και τα σκαλιά που οδηγούν πέρα από τον πυρήνα. Κι όπως καταλαβαίνετε, τα σκαλιά είναι διαφορετικά για τον κάθε αναγνώστη». (2)



ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ
Παρήκοα παιδιά που ξεμακρύνατε απερίσκεπτα
Και το πληρώσατε ακριβά (Β,843)
*
Στις κοιλάδες επωάζεται η άνοιξη
στα μάτια σου επωάζεται η ζωή μου.(Β,458)
*
Σε περιμέναμε η Κυριακή κι εγώ
κρατούσαμε χέρια και σε περιμέναμε (Α, 79)
*
ΤΑ ΜΑΤΙΑ
Τι δύσκολα που ελέγχονται (Aνθ . 124)
*
ΤΩΡΑ ΠΙΑ
Τι φοβερό εκείνο το «πια»
τι δεν κρύβει εκείνο το μονοσύλλαβο «πια».( Ανθ. 123)
*
ΑΘΕΟΣ (ΠΡΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΕΛΟΥΣ)
Έχει γούστο να υπάρχει! (Β, 723)

Η τύχη του νησιού σημαδεύει και τη δική του πορεία. Σπουδάζει στην Αθήνα νομικά, σε μια εποχή που οι Άγγλοι δεν επέτρεπαν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος για όσους είχαν σπουδάσει στην Ελλάδα. Ο Μόντης πήγε γιατί πίστευε πως, ώσπου να τελειώσει, θα γινόταν η Ένωση και δεν θα αντιμετώπιζε πρόβλημα εργοδότησης. Η διάψευση των προσδοκιών και των ονείρων κρατάει ακόμα εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά κι εκφράζεται με πικρούς στίχους στην ποίησή του:
Και τι θα γίνει τώρα,
θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια
που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση»,
θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια
που ‘ ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και
λεμονανθούς και μαργαρίτες,
θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας
με τις ελληνικές σημαίες,
θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου
με την «Ένωση» στο γείσο,
θα πετάξουμε το χάρακά τους
και την τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο
που ‘γραφαν «Ένωση»;
Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;
(ΚΥΠΡΟΣ 1974-1976, Β,605)
Μα δεν είναι μόνο η διάψευση των εθνικών πόθων που διαποτίζει με απαισιοδοξία την ποίησή του. Ο θάνατος τον σφράγισε οριστικά από την πιο τρυφερή ηλικία. Χάνει σε σύντομο διάστημα δυο αδελφούς 18 και 21 χρόνων, στα 11 του χρόνια χάνει τη μητέρα του, στα 16 τον πατέρα. Ο θάνατος ειδικά της μητέρας θα παραμείνει για πάντα μια ανεπούλωτη πληγή κι ο Μόντης, όχι αδικαιολόγητα, θα κάνει την ποίησή του (αλλά σε μεγάλο μέρος και τα πεζά του) σπουδή θανάτου. Διαμαρτύρεται ιδιαίτερα για τους άδικους θανάτους, για το θάνατο στον πόλεμο, για το θάνατο των μικρών παιδιών.
Όχι εργένηδες Χάρους, Κύριε,
Να ‘ χουν παιδιά κι εγγόνια (Ανθ. 74)
*
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Τι μακρά κι άχρηστη προετοιμασία,
Τι μάταιος κόπος! (Β,672)
*
Η μόνη λύση, Κύριε,
Είναι να κάνεις τα βόλια να μη σκοτώνουν
Γιατί εμείς οπωσδήποτε θα εξακολουθούμε να πυροβολούμε(Ανθ.128)
*
ΜΝΗΜΕΙΑ ΗΡΩΩΝ
Φοβάμαι την πραγματική πρόθεση
Φοβάμαι πως είν’ απλώς
Για να ενθαρρύνουμε κι άλλους να σκοτωθούν(Β, 639)
*
ΠΡΟΣ ΧΑΡΟ
Δε γίνεται όταν θα ‘ρθεις
ναν’ έτσι όπως τώρα που σου γράφω
Κυριακή πρωί
και να ξανακοιτάζω ήσυχα τους στίχους μου;
Για ρώτηξε. Για εξήγησέ Τους, σε παρακαλώ.(Β, 649)

Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του Μόντη είναι η ποίηση των ταπεινών πραγμάτων. Minima άλλωστε και Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής ονομάζονται οι πρώτες του συλλογές. Ένα δέντρο, μια σειρά «σκουλήκια του Μαρτιού», ένας γρύλος, τ’ αγριόχορτα, ένα γατάκι σκοτωμένο στην άσφαλτο, τα παιδιά, προπάντων τα παιδιά και τα εγγόνια.
Καταργήστε τις γωνιές
να μην αποσύρονται τα παιδιά να κλαιν(Α, 187)
*
ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ
Λοιπόν νομίζω πως αν ο Ιησούς δεν ήταν Γιος του
μα εγγονός Του
δεν θα μας άφηνε να Τον σταυρώσουμε
κι ας γινόμαστε ό,τι θέλαμε.(Ανθ. 87)

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Κύπρου του 1955-59 στον οποίο πήρε μέρος και ο Μόντης καταγράφεται με τρόπο μοναδικό κι ανεπανάληπτο στη νουβέλα του Κλειστές πόρτες. Εξίσου όμως τον απασχολεί και στην ποίησή του.
ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ
Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδυ είχα πυρετό (Β,424)
*
Ή το υπέροχο
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ ΜΑΣ
Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος.(Β,424)

Σπαρακτικός γίνεται ο λόγος του ποιητή το 1974 με την Τουρκική εισβολή:

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
*
Πικρή θάλασσα της Κερύνειας
που πρέπει ν’ αποσύρουμε πια
τους στίχους που σου γράψαμε (Α, 229)
*
Ο πόνος κορυφώνεται όταν αναφέρεται στους αγνοούμενους:

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ-ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ
Αυτές οι φωτογραφιούλες ήταν απλώς
για να βγει το διαβατήριό τους
τότε που θα ‘φευγαν για σπουδές.
Πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της μάνας τους,
πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της αρραβωνιαστικιάς τους,
τα χέρια της γυναίκας τους,
νάν’ στις σχολικές τσάντες των παιδιών τους;
Πού να φανταζόντουσαν να μην έβαζαν τουλάχιστο
έτσι στραβά το σκουφί να επιτείνει,
να μη χαμογελούσαν αυτό το χαμόγελο
να επιτείνει;(Ανθ. 101)
Τα ποιήματα ποιητικής, ο προβληματισμός του γύρω από το θέμα «ποίηση» και την ιδιαίτερη σχέση του μαζί της, είναι διαρκώς παρόντα. Οι στίχοι αποκτούν δική τους υπόσταση, του ξεφεύγουν, στέκεται απέναντί τους και συνδιαλέγεται μαζί τους, κάποτε αντιδικεί, άλλοτε παραπονείται, αλλά πάντα γι’ αυτόν αποτελούν τη δικαίωση της ύπαρξής του, την απολογία του «ενώπιον του φοβερού βήματος».

Κάθισε πλάι μου ένας στίχος
και κάτι μου λέει στ’ αυτί και δεν καταλαβαίνω,
κάτι μου λέει (Α, 42)
*
ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ
Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί,
λαχταριστό άσπρο χαρτί. (Β, 595)

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα μας λογαριαστεί.
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας. (Γ, 1288)

Οι ποιητές κατά τον Μόντη είναι « το διαμπερές τραύμα της γης», «δεν σκάφτουν χαρακώματα οι ποιητές/αυτοί βγαίνουν ακάλυπτοι στα τρίστρατα του κόσμου/κι όσους πάρει ο χάρος».
Εκφραστικός τρόπος του Μόντη είναι και η ειρωνεία. Μια άκακη, άδολη, σαν δοσμένη με χαμόγελο ειρωνεία, απ’ την οποία δεν γλιτώνει ούτε ο ίδιος, ούτε οι άλλοι ποιητές:

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
«Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν; (Γ, 1025)
*
ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ
Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
Γιατί τις ηνώχλησες; (Β, 513)
*
ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟ ΜΕΛΕΤΗΤΗ ΠΟΙΗΣΗΣ
Αν πραγματικά βρήκες είκοσι λάμδα στο ποίημα
Με προβληματίζεις,
Αν πραγματικά βρήκες είκοσι δέλτα
Με προβληματίζεις πολύ σοβαρά. (Β,755)

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ
Είναι, όπως έχει επισημανθεί, το κορυφαίο ποιητικό επίτευγμα του Μόντη. Στην έκδοση των Απάντων του (1987) ο Μόντης τοποθετεί ως μια ενότητα τα τρία Γράμματα στη Μητέρα, παρόλο που γράφτηκαν μέσα σε μια χρονική απόσταση 7 και 8 χρόνων το ένα από το άλλο. Η φετινή Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του αρχίζει πάλι με τα Γράμματα, ένδειξη, αν όχι απόδειξη, της σημασίας που αποδίδει σ’ αυτά ο ποιητής. Πρόκειται για τρεις εκτενέστατες ποιητικές συνθέσεις που απευθύνονται ως επιστολές στο συμβολικό πρόσωπο της Μητέρας. Σε στιγμές καθοριστικές για τον τόπο (1965, μόλις έχει προηγηθεί η Τουρκική ανταρσία, ο βομβαρδισμός της Τηλλυρίας και η πρώτη απειλή της Τουρκίας για εισβολή, 1972, μέσα στη δίνη του αδελφοκτόνου σπαραγμού που προοιωνιζόταν τα δεινά που θα επακολουθούσαν, 1980, με την Κύπρο υπό κατοχή), όταν ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να εκμυστηρευτεί όλα όσα πλημμυρίζουν και δονούν την ψυχή του, στρέφεται προς τη Μητέρα, γιατί μόνο αυτή μπορεί να τον καταλάβει.. Σκέψεις, συναισθήματα, φόβοι, αγωνίες για τους κινδύνους που διατρέχει το νησί, αναμνήσεις, προβληματισμοί, διάψευση, διαμαρτυρία, θλίψη για τα πανανθρώπινα δεινά, υπαρξιακές ανησυχίες για τη μοίρα του ανθρώπου, όλα «συμμείγνυνται» κατά την έκφραση του ιδίου του ποιητή.
Στο τριπλό αυτό γράμμα που μπορεί (και πρέπει ίσως) να αντιμετωπίζεται ως ενιαία ποιητική σύνθεση, διακρίνουμε τρεις άξονες: Τον προσωπικό-αυτοβιογραφικό, όπου κυριαρχούν οι δεσμοί με το γενέθλιο χώρο, οι οικογενειακές τραγωδίες και τα προσωπικά αδιέξοδα, τον φυλετικό με τις ιστορικές περιπέτειες και το δράμα του τόπου, και τέλος τον οικουμενικό, όπου ανιχνεύεται το δράμα και η αγωνία της σύνολης ανθρωπότητας. Όλα αυτά διοχετεύονται με ασθμαίνοντα ρυθμό σε πάνω από 2000 στίχους, λαχανιαστά θα έλεγε κανείς, με επαναλήψεις που μοιάζουν με το κοπιαστικό ανέβασμα μιας απότομης βουνοκορφής, με ζοφερά χρώματα που ζωγραφίζουν κάποτε σουρεαλιστικές εικόνες, με κάποιες σπάνιες πινελιές χαράς. Ο ποιητής απλώνει τη ματιά του από τον εαυτό του στην Κύπρο, από τις ατομικές και φυλετικές περιπέτειες, ως τη Σομαλία, τη Τσεχοσλοβακία, το Βιετνάμ. Είναι πραγματικά εκπληκτική η ενορατική και διαισθητική δύναμη του ποιητή που όχι μόνο επισημαίνει αλλά και προλέγει. Κατά τον Γ. Π. Σαββίδη « αποτελεί μιαν από τις πιο αποκαλυπτικές και συνάμα νικηφόρες μαρτυρίες που διαθέτει η νεότερη Ευρωπαϊκή τέχνη, μετά τη μουσική του Μπαχ, για τον καθημερινό αγώνα του συνειδητού τεχνίτη να δώσει θετικό νόημα και νέα μορφή στη διασπαστική, ασυνάρτητη εποχή μας».(3)
Δίνω στη συνέχεια ένα δείγμα από τα Γράμματα. Είναι από το τρίτο γράμμα και περιγράφει τα συναισθήματα με τα οποία η Κύπρος περίμενε το 1974 τη βοήθεια της Ελλάδας, όταν έγινε η εισβολή και την πικρή διάψευση.
Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.


ΝΥΧΤΕΣ
Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρο ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα,
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν
και πουν οι φίλοι καληνύχτα
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότε θα λογαριαστείτε,
θες ή δεν θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε.
Θα ‘ σαι μονάχος.
Κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα
κι απ’ τη δουλειά σου και άλλες φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό και σε περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.



Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής, εκδομένα το 1954. Στην έκδοση των Απάντων του το 1987, ο ποιητής το κατατάσσει στα «Προδρομικά». Στην πολύ πρόσφατη όμως έκδοση (Φεβρουάριος 2003) Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του, ο Μόντης ανθολογεί και τις Νύχτες, πράγμα που σημαίνει πως, έστω και προδρομικό, ο ποιητής δεν το αποκηρύσσει, ούτε το υποτιμά.
Το ποίημα εμφανίζεται σαν η συνέχεια μιας από πριν αρχινισμένης συνομιλίας. Η λέξη «καλά» με την οποία ανοίγει το ποίημα, θα μπορούσε να είναι μια συγκαταβατική απάντηση σ’ ένα φανταστικό συνομιλητή: «Καλά, έστω, δέχομαι ότι…», για να έρθει στον 5ο στίχο η αντίρρηση του ποιητικού υποκειμένου με την έντονη αντίθεση: «Όμως…»
Ο ποιητής απευθύνεται σ’ ένα υπονοούμενο «εσύ», σ’ ένα δεύτερο πρόσωπο. Τεχνική πολυχρησιμοποιημένη από τον Καβάφη (την επίδραση του οποίου κατά δική του ομολογία έχει υποστεί σε μεγάλο βαθμό ο Μόντης) προσδίδει στο ποίημα καθολικότητα και δραματικότητα.. Μια δραματικότητα που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη ένταση επειδή απευθύνεται «εις εαυτόν», στο διχασμένο ποιητικό υποκείμενο.
Από τον πρώτο κιόλας στίχο ρίχνεται η λέξη έγνοια, η λέξη στην οποία πέφτει όλο το βάρος του ποιήματος. Θα επαναληφθεί στο 10ο στίχο, ο οποίος αυτούσιος θα επανέλθει ως 17ος . Το ασύνδετο σχήμα της εισαγωγής (μέρα, κίνηση, δουλειά, φίλοι) φανερώνει το βιαστικό, γρήγορο, αγχώδες πέρασμα της μέρας, ενώ τα δύο διαζευκτικά του 4ου στίχου επιβραδύνουν το ρυθμό, δείχνοντας την προσπάθεια του υποκειμένου να επιβραδύνει όσο είναι δυνατό την επιστροφή στο σπίτι, απασχολούμενο και σε δραστηριότητες που του είναι λίγο ως πολύ αδιάφορες. Γιατί ξέρει τι τον περιμένει στο σπίτι: Σε περιμένει η έγνοια. Ένας Ενεστώτας διαρκείας με το «περιμένει» να επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές, τις τρεις μάλιστα αλλεπάλληλα στος τρεις τελευταίους στίχους, σαν μια επικρεμάμενη απειλή που ολοένα δυναμώνει και σε γεμίζει τρόμο καθώς αναπόφευκτα την πλησιάζεις.
Ποια είναι όμως αυτή η έγνοια; Τι είναι τόσο βασανιστικό, επώδυνο και φοβερό που να αφαιρεί τον ύπνο, που σε κάνει σχεδόν να μη θέλεις να γυρίσεις στο σπίτι, να περισπάσαι δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να αναβάλεις να την αντιμετωπίσεις; Φροϋδικοί αντίλαλοι αντηχούν μέσα στο ποίημα. Το υποσυνείδητο καταπιεσμένο όλη μέρα, σκεπασμένο απ’ την επιφάνεια της συνείδησης, ξυπνά κυρίαρχο κι απαιτητικό τη νύχτα. Ακόμα κι αν ο ύπνος σε κάνει να απολησμονήσεις για λίγο, εκείνο ξεπετάγεται ακόμα και στα όνειρα:
Κάθε βράδυ στα όνειρά μας
εχτίθεται ανεπανόρθωτα το μυαλουδάκι μας
κάθε βράδυ τα όνειρά μας
μας αποκαλύπτουν πλήρως τη μικρότητά του.
Όμως εμείς αγρόν ηγοράσαμεν,
όμως εμείς του επιτρέπουμε την άλλη μέρα
να υποτιμήσει τα όνειρα
όμως εμείς του επιτρέπουμε την άλλη μέρα
να υποσκάψει τη λυδία λίθο,
να γελοιοποιήσει τις αποκαλύψεις (Η ΛΥΔΙΑ ΛΙΘΟΣ, Β,537)
Η βιοτική μέριμνα, η εξασφάλιση της υλικής επιβίωσης δεν φαίνεται πιθανή. Το ποιητικό υποκείμενο είναι επαγγελματικά αποκαταστημένο, έχει μια οικονομική άνεση που του επιτρέπει να ψυχαγωγείται σε θέατρο, κέντρα και αλλού. Το ίδιο αποκλείεται και η έλλειψη επικοινωνίας. Έχει φίλους που τον συνοδεύουν μάλιστα στη διασκέδασή του. Αλλά η έγνοια ακοίμητη, εκεί, καιροφυλακτεί.
Το ποίημα, γραμμένο στα 1954, παραμονές της εθνικής εξέγερσης της Κύπρου, θα μπορούσε να υποβάλλει και την ιδέα κάποιας άλλης έγνοιας. Της έγνοιας της σκλαβιάς, της έγνοιας του ότι τελοσπάντων κάτι πρέπει να κάνουμε, κάτι πρέπει να γίνει μ’ αυτό το θέμα. Ίσως κιόλας τα προμηνύματα να είχαν φτάσει στον ποιητή κι η έγνοια για το ποια πρέπει να είναι η δική του συμμετοχή να τον βασανίζει.
Καθόλου όμως δεν αποκλείεται και μια άλλη έγνοια. Είναι η βασανιστική λαχτάρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το να θέλεις να εκφραστείς, το να ψάχνεις να βρεις τον προσφορότερο τρόπο. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες για το μαρτύριο αυτό των καλλιτεχνών, ούτε και του ίδιου του Μόντη.
ΠΟΙΗΣΗ
Γιατί πρέπει απαραιτήτως να συμπληρώσω απόψε αυτούς τους στίχους,
γατί πρέπει απαραιτήτως να τους συμπληρώσω
μες στην αγρύπνια και την κούρασή μου,
δε γίνεται αύριο,
δε μου’ χουν εμπιστοσύνη αύριο; (Β, 561)

Πιθανότατα όμως η έγνοια να έχει ένα γενικότερο, καθολικότερο νόημα, να είναι μια έγνοια υπαρξιακή, μεταφυσική. Η Καφκική, αναίτια ενοχή της υπάρξεως που βαραίνει πιο πολύ το θύμα παρά το θύτη, η ένοχη συνείδηση, οι τύψεις που καταπνίγεις και καταπιέζεις μέσα στην τύρβη της ημέρας, ξυπνούν απειλητικές τη νύχτα. Το «λογαριαστείτε» που εκτοξεύεται απειλητικά δυο φορές μάλιστα, προαναγγέλλει το φόβο μιας πιθανής τιμωρίας. Να’ ναι άραγε αυτή η μια και κυρίαρχη έγνοια, όταν τέσσερα χρόνια αργότερα θα γράψει:
ΕΓΝΟΙΕΣ
Άλλες ήρθαν πρώτα και σ’ απασχόλησαν,
κι όταν έπειτα ανέβηκε εκείνη
σα δευτερεύουσα, σαν ταπεινή, παρεμπιπτόντως,
και σου’ κανε τους πρώτους ακροβολισμούς,
τις πρώτες νύξεις,
καθόλου δεν υποψιάστηκες
πως θα κυριαρχούσε τόσο γρήγορα,
πως οι άλλες έγνοιες δεν ήταν
παρά ασήμαντοι πρόδρομοι και προφάσεις της,
πως αυτή ήταν
που θα σε κρατούσε άγρυπνο ως το πρωί.(Β,419)
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Είδαμε ήδη τη χρήση του δευτέρου προσώπου. Η γλώσσα είναι λιτή, γλώσσα της καθημερινότητας. Απογυμνωμένη από κάθε στολίδι επαυξάνει την ένταση της αγωνίας. Τα επίθετα μετρημένα, αποκτούν ουσιαστικό βάρος χαρακτηρίζοντας τους δυο αντιπάλους: Εσένα και την έγνοια. Εκείνη: Σκληρή, αδυσώπητη και σίγουρη (ότι θα ‘ρθεις). Εσύ: Μονάχος (που επαναλαμβάνεται) και ανυπεράσπιστος. Το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο.
Ανάλογη αντίθεση παρατηρείται ανάμεσα στους χρόνους των ρημάτων. Σε στιγμιαίο Μέλλοντα όσα αφορούν εσένα: Θ’ απορροφήσουν, θα ‘ρθεις κλπ. Ένας Ενεστώτας διαρκείας για την έγνοια: Σε περιμένει.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησης του Μόντη είναι η προσωποποίηση. Προσωποποιεί τα πάντα. Σαν να ζει μέσα σε μια εμψυχωμένη φύση απευθύνεται και κουβεντιάζει με τα δέντρα, με τα βουνά, με τη γη, τον ήλιο, τη θάλασσα. Προσωποποιεί ακόμα και αφηρημένες έννοιες, όπως η ζωή, ο θάνατος, η ελπίδα, η ελευθερία. Κι εδώ η έγνοια προσωποποιημένη σαν ένας επίβουλος και ύπουλος εχθρός σε περιμένει, σίγουρη ότι θα ‘ρθεις, για να λογαριαστεί μαζί σου.
Ένα ακόμα γνώρισμα της ποίησής του που θα γίνει μόνιμο και ολοένα αυξανόμενο στοιχείο είναι τα ερωτήματα. Εδώ υπάρχει μόνο στον 8ο στίχο σε μια πρώιμη μορφή (τι θα γίνει;) ως αφορμή για την απάντηση που δίνει ο άλλος. Στην εξέλιξη όμως της ποιητικής του πορείας τα ερωτήματα, προπάντων τα αναπάντητα ερωτήματα, θα πληθαίνουν ολοένα. Ερωτήματα που έχουν σκοπό να αναταράξουν τη συνείδησή μας, να μας κάνουν να σταθούμε, να διερωτηθούμε μαζί με τον ποιητή και να ψάξουμε να βρούμε την απάντηση. Συχνά ρωτάει με την αφέλεια, την αθωότητα, την απορία ενός παιδιού. Κι εμείς στεκόμαστε αμήχανοι, όπως αμήχανοι μένουμε άλλες φορές, όταν μας ρωτάει ένα παιδί. Πολλά ερωτήματά του απευθύνονται στο Θεό, με τον οποίο συνομιλεί ως ίσος άλλες ίσο:

Είμαι εντάξει, Κύριε,
Που αυτοί προσεύχονται κι εγώ γράφω στίχους;(Α, 182)
*
Περιπολείς, Κύριε, στις συνοικίες;(Α,192)
*
Φαίνεται κι η Αφρική απ’ εκεί πάνω, Κύριε;
Φαίνεται κι η Αιθιοπία κι η Σομαλία;
Μπορεί κανείς να διακρίνει;(Ανθ., 130)
Και τέλος οι παραλλαγές. Πάλι και πάλι, ξανά και ξανά επανέρχεται στα ίδια θέματα σαν σε κάποιους βασικούς άξονες, επαναλαμβάνοντας με μια μικρή διαφοροποίηση, μια ανεπαίσθητη προσθήκη, μια κάπως διαφορετική ματιά. Η ζωή, ο θάνατος, ο άνθρωπος, οι στίχοι του, το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, η καρδιά και το μυαλό, η νοσταλγία της νιότης, ο έρωτας, τα γηρατειά, τα εγγόνια του, η Κύπρος, η Ελλάδα, η ελληνική γλώσσα, η φύση, η Ακρόπολη, οι Καρυάτιδες, ο Θεός κι όλα τα άλλα θέματα της ποίησής του δεν τον απασχολούν μονάχα μια φορά. Έτσι κι οι νύχτες, οι φόβοι και τα αδιέξοδά τους ανακυκλούνται αδιάκοπα στην ποίηση του Μόντη.
Κι οι νύχτες σκυμμένες απάνω μας,
κι οι νύχτες σκυμμένες στα ίχνη μας. (Α, 169)
*
Φοβάμαι τις νύχτες
που μας μιμούνται και όλα γδύνονται (Α, 193)
*
Τις νύχτες που αρχίζει ο έλεγχος
κι η καταμέτρηση…(Α,232)
Ο ποιητής δεν μας λέει πώς θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τον κίνδυνο που ελλοχεύει εκεί, κάθε βράδυ. Ίσα-ίσα που κάποτε ανησυχεί μήπως εφησυχάσουμε.

Ανησυχούμε που αρχίσαμε να μην ανησυχούμε,
ανησυχούμε που αρχίσαμε
να μη μένουμε πια άγρυπνοι τις νύχτες. (Α, 295)
*
Δυστυχώς δε θέμε και πολύ για να μένουμε άγρυπνοι,
ευτυχώς δε θέμε και πολύ για να μένουμε άγρυπνοι (Α, 308)

Ο ποιητής επισημαίνει, καταγράφει, προειδοποιεί. Τα παραπέρα είναι δουλειά του καθενός μας.
Σημειώσεις
1. Ανδρέας Χριστοφίδης, «Ο Κώστας Μόντης, σαρανταπέντε χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου του», 12 Κείμενα για τον Κ. Μόντη, Ερμής, 1984, σ. 103
2. Κώστας Μόντης, «Στους λογοτέχνες ο πόνος είναι έμπνευση», περ. η λέξη, τευχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος ’99, σ. 405
3. Γ. Π. Σαββίδης, «Πολυχρόνιο για το Μόντη», 12 Κείμενα…ό.π., σ.97

Οι παραπομπές γίνονται είτε στους τόμους των Απάντων (Λευκωσία,1987), είτε στη Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του (Λευκωσία, 2003)

Ενδεικτική βιβλιογραφία
1. 12 Κείμενα για τον Κ. Μόντη. Επιμέλεια Γιώργος Κεχαγιόγλου-Μιχάλης Πιερής, Ερμής, Αθήνα 1984.
2. Κιτρομηλίδης Γιώργος , Κώστας Μόντης. Προσεγγίσεις στο λογοτέχνη και το έργο του, Λευκωσία 1997
3. Μαυρής Χρήστος, Κώστας Μόντης ο Μείζων (Συνομιλίες με τον ποιητή), Λευκωσία 1996
4. Πιερής Μιχάλης, «Καρυωτάκης και Μόντης». Από το μερτικόν της Κύπρου, Καστανιώτης, Αθήνα 1991.
5. Πιερής Μιχάλης, «Ζητήματα κριτικής των «Γραμμάτων» του Κώστα Μόντη: Φιλολογική ανίχνευση του εδάφους». Από το μερτικόν, ό. π.
6. Περιοδ.. Η λέξη,(αφιέρωμα), τευχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος ‘99

[ Πλήρης βιβλιογραφία για τον Μόντη στο έργο των Φοίβου Σταυρίδη, Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου, Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας (από το Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας), μικροφιλολογικά, Λευκωσία, 2001. Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία και άλλες πληροφορίες για τον ποιητή, στην ιστοσελίδα www.costasmontis.com]
ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1921.

Δυο φορές στο παρελθόν είχα περάσει απ' έξω από το σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά. Ήθελα, αν και ήξερα ότι δεν επιτρεπόταν η είσοδος σ' αυτό, να δω έστω από μακριά το χώρο, το περιβάλλον, τους γύρο δρόμους, όπου έζησε και έγραψε αυτή η γυναίκα που υπήρξε για πολλούς της γενιάς μου ένας μύθος. Κι όταν πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι επιτέλους άνοιξε για το κοινό ως τμήμα του μουσείου Μπενάκη, στο οποίο είχε κληροδοτηθεί από την κόρη της Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δεν έχασα την ευκαιρία.
Πιο πολύ, βέβαια, η φαντασία αναπλάθει ό,τι υπήρξε κάποτε αυτό το σπίτι. Ο κήπος είναι κάπως παραμελημένος, ο τάφος της δεν είναι πια εδώ, τίποτα από την τότε επίπλωση του σπιτιού δεν σώζεται. Η συγκίνηση όμως δεν παύει να είναι μεγάλη. Στον επάνω όροφο φιλοξενούνται τα αρχεία Μπενάκη, προσιτά σε κάθε μελετητή. Στο ισόγειο, εκτός από το πωλητήριο, σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, έκθεση με ενθυμήματα σε μεταφέρει στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Δημοσιεύματα, πρώτες εκδόσεις των βιβλίων της, χειρόγραφά της, φωτογραφίες, το γενεαλογικό της δέντρο, σε κρατούν ώρα πολλή. Και τα μάτια βουρκώνουν καθώς διαβάζουμε το χειρόγραφο, αποχαιρετιστήριο σημείωμά της, πριν την αυτοκτονία: " 27 Απριλίου 1941. Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δε ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα".
Κανένα ανάγνωσμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό μετά απ' αυτή την επίσκεψη από το βιβλίο "Αναμνήσεις 1921", Επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, Ερμής 2007 (Δ΄ ανατύπωση), δώρο της φίλης ekt. Για μέρες βυθίστηκα σ' αυτό τον περασμένο πια καιρό. Ξαναζωντάνεψαν και με συντρόφεψαν πρόσωπα νεκρά εδώ και χρόνια. Έζησα το δράμα που παίχτηκε στις ψυχές τους, προπάντων στην ψυχή Εκείνης, ταξίδεψα συνεπαρμένη στην ατμόσφαιρα μιας μακρινής εποχής.
Η Πηνελόπη Δέλτα αρχίζει να γράφει αυτές τις αναμνήσεις το 1921, απευθυνόμενη αρχικά στην κόρη της Σοφία και στο τέλος γενικά στα παιδιά της, λέγοντας πως "είναι ένα βήμα στην καλλιέργεια της ανθρωπότητος", γιατί μόνο ο πόνος καλλιεργεί κι εδώ υπάρχει πόνος "σχεδόν αφάνταστος". Γυρίζει με την ανάμνηση πίσω στο 1905, όταν στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε με τον άντρα και τις τρεις κόρες της, έρχεται ως υποπρόξενος ο Ίων Δραγούμης. Εκείνη είναι 31 χρονών κι εκείνος 26. Γνωρίζονται, συναντιώνται σε διάφορες εκδηλώσεις ή σπίτια γνωστών, μια ιδιαίτερη φιλία ανθίζει. Τους ενώνει μια ψυχική συγγένεια, αλλά και οι κοινές ιδέες και οραματισμοί, προπάντων για τον αγώνα του Ελληνισμού για την υπόδουλη Μακεδονία. Η φιλία δεν αργεί να γίνει έρωτας. Όταν της το εξομολογείται εκείνος και όταν εκείνη συνειδητοποιεί τα δικά της αισθήματα του ζητάει να φύγει. Πάνω απ' όλα για κείνην μετράει η τιμή, η αξιοπρέπεια, η οικογένεια. Πράγματι, εκείνος ζητά μετάθεση και φεύγει. Σε μια βδομάδα όμως εκείνη δεν αντέχει, πάει στους γονείς της στην Κηφισιά, με την ελπίδα να τον ξαναδεί. Μόνοι τους συναντώνται μόνο σε κάποια πρωινά ραντεβού (6 η ώρα το πρωί) σ' ένα δάσος από πεύκα στην Κηφισιά. Είναι ίσως οι μόνες ευτυχισμένες στιγμές που έζησαν οι δυο τους. Βλέπουν το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται κι εκείνη αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Το επιχειρεί δυο φορές, αλλά σώζεται. Ξαναγυρίζει στον άντρα της και στα παιδιά της, ενώ εκείνος πηγαίνει στο Δεδεαγάτς, όπου έχει μετατεθεί. Μα κανένας τους δεν μπορεί να ξεχάσει. Αλληλογραφούν, ανταλλάσσουν τα ημερολόγιά τους και στο βιβλίο διαβάζουμε πλήθος αποσπάσματα επιστολών ή ημερολογιακών εγγραφών. Η απόσταση που τους χωρίζει δεν καταλαγιάζει το πάθος και τον έρωτα, προπάντων εκείνης. Σε μια κρίση ειλικρίνειας ομολογεί στον άντρα της τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Εκείνος αντιδρά, εξοργίζεται, της απαγορεύει να συνεχίσει να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του, της επιβάλλει να ζητήσει να της επιστρέψει ο Δραγούμης όλα τα γράμματά της και να τα κάψει.
Το 1906 η οικογένεια Δέλτα βρίσκεται στην Ευρώπη: Ελβετία, Αγγλία, Γερμανία, τόσο για τις επιχειρήσεις τους όσο και για να τύχει θεραπείας η Πηνελόπη που πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η αλληλογραφία με τον Δραγούμη συνεχίζεται, παρά την απαγόρευση. Κάποια στιγμή εκείνη ζητά από τον άντρα της διαζύγιο, πράγμα απαράδεχτο. Το τίμημα θα είναι να χάσει τα παιδιά της και οι γονείς της λένε πως προτιμούν να τη δουν νεκρή παρά να χωρίσει! Πόνος, θλίψη, αφάνταστο ψυχικό μαρτύριο δονούν την ταλαιπωρημένη της ψυχή. Στα 1908, ενώ βρίσκονται ακόμη στην Ευρώπη, η Δέλτα με τη συγκατάθεση του άντρα της συναντά για τελευταία φορά τον Δραγούμη στη Βιέννη. Διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τα παιδιά της και γυρίζει οριστικά πια πίσω.
Περιέγραψα πολύ συνοπτικά και πολύ εξωτερικά τα γεγονότα των "Αναμνήσεων", αλλά νομίζω ότι αδικώ το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές. Οι "Αναμνήσεις 1921" είναι βιβλίο εσωτερικό, βιβλίο σκέψεων και συναισθημάτων, είναι ο καθρέφτης μιας ψυχής βασανισμένης που μας ανοίγεται διάπλατα κι είναι στιγμές που ένιωθα ένοχη σαν να διάβαζα μια ξένη αλληλογραφία που η Δέλτα προόριζε μόνο για τα παιδιά της. Είναι γράμματα παθιασμένα, είναι σπαρακτικές ημερολογιακές εγγραφές, είναι το δράμα τριών ανθρώπων, του καλοσυνάτου, ευγενικού, μορφωμένου συζύγου της, που όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, του αισθαντικού, μοναξιασμένου, μελαγχολικού, κυριευμένου από την ιδέα του υπόδουλου Ελληνισμού Δραγούμη και προπάντων αυτής της ξεχωριστής γυναικείας φυσιογνωμίας που υπήρξε η Πηνελόπη Δέλτα. Είναι όμως και μια ολόκληρη εποχή, ζωντανεμένη με την απαράμιλλη γραφή της Δέλτα.


Βιβλιοφιλικό παιγνίδι

Παρόλο που δεν βρίσκω καμιά χρησιμότητα σ' αυτό το βιβλιοφιλικό παιγνίδι, εκτός ίσως από το να κυκλοφορήσουν στο διαδίκτυο τίτλοι βιβλίων, δεν μπορώ να αρνηθώ να συμμετάσχω, ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του αγαπητού librofilo (όπου μπορείτε να δείτε και τους κανόνες του παιγνιδιού).
Απλώνω λοιπόν το χέρι μου. Ποιο χέρι όμως; Αν απλώσω το δεξί πιάνω άλλο βιβλίο, παρά αν απλώσω το αριστερό! Τι να κάνω; Αποφασίζω υπέρ του δεξιού. Αγγίζω το βιβλίο της Jacqueline de Romilly "Τα ρόδα της μοναξιάς" (εκδ. Συνάψεις, 2007). Ανοίγω τη σ. 123:" Έστω κι έτσι όμως, συνεχίζει να μου προσφέρει καινούριες πάντα χαρές. Διαλέγω τυχαία μια μεριά, κάθομαι κατάχαμα για ν' αφομοιώσω καλύτερα τούτη τη ζωή και τούτο το φως, ανεβαίνω να δω αν απομένει ακόμη στο δεντροπερίβολο κανένα φρούτο που σώθηκε από τις κίσσες. Κάθομαι και πάλι στο πεζούλι της μεγάλης στέρνας μεταξύ δροσιάς και λιακάδας με τη σιωπηλή συντροφιά του νερού, όπου καθρεφτίζονται τα ψηλά δέντρα που τόσο αγαπούν οι σκίουροι".
Παραδίνω τη σκυτάλη και καλώ να συμμετάχουν στο παιγνίδι τους:
Mike
Ευαγγελία
Χριστίνα Παπαγγελή
Φοίβο από την Κύπρο
ekt

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

Το άλλο μισό μου πορτοκάλι

Λευτέρη Μαυρόπουλου, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι, Ίνδικτος, 2007.
Χώρος: Αρχίζει από ένα χωριό της Ανατολικής Μακεδονίας, μετατοπίζεται στη Θεσσαλονίκη, για λίγο στην Άνδρο, ύστερα στην Αθήνα και τελειώνει σ΄ένα εξοχικό σπίτι κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Χρόνος: 1936-2000
Φορείς του μύθου, μια φτωχή, πολυμελής οικογένεια σ' ένα καπνοχώρι της Μακεδονίας, που την αποτελούν ο πατέρας Μιχάλης, η μάνα Κατερίνα και τα έντεκα παιδιά τους. Μια ανεπιθύμητη δωδέκατη εγκυμοσύνη φέρνει στον κόσμο το 12ο παιδί, όταν ο πατέρας έχει πια πεθάνει, γι' αυτό και το παιδί παίρνει το όνομά του. Η μάνα συνήθιζε να μοιράζει στα 11 παιδά έξι πορτοκάλια και το περισσευούμενο μισό το έδινε στον πατέρα. Από εδώ και ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και ο ρόλος που θα διαδραματίσει το μισό αυτό πορτοκάλι αργότερα.
Είναι η εποχή της δικτατορίας του Μεταξά. Τους φτωχούς αγρότες εκμεταλλεύονται άγρια οι καπνέμποροι και οι μεσίτες. Ο πολυφαμελίτης Μιχάλης, χωρίς να είναι ενταγμένος κάπου, πάει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει οδηγίες και να οργανώσει τους αγρότες. Εκεί, σε μια διαδήλωση απεργών, συλλαμβάνεται, βασανίζεται φριχτά και πεθαίνει.
Περνούν δέκα χρόνια. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Κυριάκος, που είχε μείνει προστάτης της οικογένειας, ανεβαίνει αντάρτης στο βουνό και βρίσκει επίσης ένα φριχτό θάνατο. Ανατριχιαστική η σκηνή όπου ο μικρός Μιχάλης κουβαλάει σ' ένα σακί το κομμένο κεφάλι του αδερφού του για να το θάψουν. Ο Μιχάλης με τη βοήθεια του παπά του χωριού φυγαδεύεται και αφού μείνει για λίγο κοντά σ' ένα καπετάνιο-ψαρά, έρχεται στην Αθήνα, σπουδάζει και κάποια στιγμή αρχίζει να εκτελεί σπιούνους και ασφαλίτες (είμαστε ήδη στη δικτατορία του '67), εκδικούμενος τον πατέρα και τον αδελφό του. Σήμα κατατεθέν της ταυτότητάς του, ένα μισό πορτοκάλι που σφηνώνει στο στόμα των θυμάτων.
Στο τελευταίο μέρος η εκδικητική μανία εξικνείται "μέχρι τρίτης γενεάς", φτάνει στον εγγονό του πρώτου εκμεταλλευτή και βασανιστή, του Μηνά, ενώ αυτόχρονα εμπλέκονται και θέματα βαλκανικής μαφίας και οργανωμένου εγκλήματος. Το τέλος του μυθιστορήματος παραμένει ανοικτό. Τι απέγινε ο Μιχάλης και τα δυο δίδυμα αδέρφια που κάποια στιγμή συμμετέχουν στην εκδίκηση; Ποια θα είναι η πορεία του θύματος (εγγονού του πρώτου "θύτη"), όταν στην καταληκτήρια φράση λέει:" Τ' αδέρφια του Μιχάλη μου άνοιξαν μια πόρτα κι εγώ διάβηκα το κατώφλι. Το κατώφλι του τρόμου". Μήπως υπονοείται η συνέχιση του τρόμου και του κύκλου του αίματος;
Και ασφαλώς δεν είναι το μόνο ερώτημα που το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Λευτέρη Μαυρόπουλου (φιλόλογος, γεν. 1962) υποβάλλει στον αναγνώστη. Δικαιολογείται η αυτοδικία; Ο συγγραφέας ερμηνεύει, δικαιολογεί ή αναιρεί και παρωδεί τον κύκλο του μίσους; Η ενοχή κάποιων μπορεί να βαρύνει και τους απογόνους; Πώς βγαίνουμε από τον ανακυκλούμενο διχασμό; Τι σχέση έχει η σύγχρονη τρομοκρατία με ό,τι δίχασε γενιές Ελλήνων;
Ο Μαυρόπουλος πρωτοτυπεί και ως προς την αφηγηματική τεχνική. Η εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης γραφής δεν είναι ασφαλώς κάτι ασυνήθιστο. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι η εναλλαγή γίνεται εντελώς απροειδοποίητα, ξαφνιάζει τον αναγνώστη διεγείροντάς του το ενδιαφέρον. Και, επιπλέον, στο τρίτο μέρος, για αρκετές σελίδες δεν ξέρουμε ποιος μιλά.
Η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα είναι ακόμα ένα από τα θετικά του βιβλίου, αν και η ρεαλιστικότητα των βασανιστηρίων περιλαμβάνει σκηνές σαν εκείνες που οι τηλεοπτικές εκπομπές ενίοτε μας προειδοποιούν ότι "υπάρχουν σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν". Γενικά όμως, ένα πολύ ενδιαφέρον (για πολλούς λόγους) βιβλίο.
Για το ίδιο βιβλίο





Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο τρομοκράτης

Τζων Απντάικ, Ο τρομοκράτης, Καστανιώτης, 2007, μετ. Αύγουστος Κορτώ
Είναι το πρώτο βιβλίο του πολύ γνωστού και πολυβραβευμένου Αμερικανού συγγραφέα που διαβάζω και πιθανότατα δεν θα είναι και το τελευταίο. Ένα βιβλίο σύγχρονο, που κινείται μέσα στην καυτή επικαιρότητα της εποχής μας και που αποπειράται να διερευνήσει, να ψυχαναλύσει καλύτερα, τα κίνητρα αυτών που συνηθίσαμε να λέμε "καμικάζι" ή τρομοκράτες, που εκούσια θυσιάζουν τη ζωή τους, προκειμένου να σπείρουν την καταστροφή στον "εχθρό". Ενέργειες που μετά την 11η Σεπτεμβρίου τρομοκράτησαν ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως τις ΗΠΑ.
Ο ήρωας του Απντάικ είναι ο Άχμαντ, ένας 18χρονος νεαρός, τελειόφοιτος Λυκείου, γιος μιας Αμερικανίδας ιρλανδικής καταγωγής και ενός Αιγύπτιου μουσουλμάνου. "Είναι ένα ψηλό, λυγερόκορμο, μελαμψό αγόρι με μαύρο τζιν κι ένα απαστράπτον λευκό πουκάμισο". Αυτό το λευκό πουκάμισο επανειλημμένα επανέρχεται στην περιγραφή του συγγραφέα, τονίζοντας έτσι, πιστεύω, και την εσωτερική αγνότητα του νέου.
Τον πατέρα του σχεδόν δεν τον είχε γνωρίσει, μια και τους εγκατέλειψε από νωρίς και έχουν χαθεί τα ίχνη του. Η μητέρα, βοηθός νοσοκόμα αλλά και ερασιτέχνις ζωγράφος, ζει με το γιο της, δοσμένη όμως στην εξασφάλιση του επιούσιου και στην ικανοποίηση των καλλιτεχνικών και ερωτικών της ανησυχιών, δεν έχει και την καλύτερη επικοινωνία μαζί του.
Δυο κόσμοι αντιπαρατίθενται στο βιβλίο. Δυο κόσμοι που παλεύουν να κερδίσουν καθένας για λογαριασμό του το νεαρό Άχμαντ. Τους δυο κόσμους εκπροσωπούν από τη μια ο Τζακ Λιβάι, ο καθηγητής της Συμβουλευτικής, που προσπαθεί να κατευθύνει τον σοβαρό, μελετηρό νεαρό στο δρόμο των σπουδών κι από την άλλη ο ιμάμης Σάιχ που από την τρυφερή ηλικία των 11 χρόνων κατευθύνει τον Άχμαντ στο δρόμο του Κορανίου, της ισλαμικής πίστης, της περιφρόνησης και του μίσους για τους "απίστους".
Σ' αυτή την διελκυστίνδα ο Απντάικ δεν παίρνει θέση. Δεν μας παρουσιάζει τους δυο κόσμους σαν το καλό και το κακό. Ίσα-ίσα που έμμεσα ασκεί μια οξεία κριτική στον ίδιο τον "ελεύθερο" κόσμο, μέσα στον οποίο ζει. Ο καθηγητής Τζακ και η σύζυγός του Μπεθ είναι ένα ζευγάρι μεσήλικων Αμερικανών, βαριεστημένων, απογοητευμένων, εκείνος με "τη στενόμυαλη εβραϊκή του ηθική", εκείνη, τετράπαχη, περνά τις ώρες της μασουλώντας μπροστά στην τηλεόραση. Πολλές είναι οι σκόρπιες μέσα στο βιβλίο φράσεις και σκέψεις που δείχνουν μια απαξίωση του δυτικού τρόπου ζωής. "Είναι κι αυτή ένα θύμα της αμερικανικής λατρείας για ελευθερία, πάνω απ' όλα ελευθερία, μολονότι το τι μπορείς ή το τι πρέπει να κάνεις μ' αυτή την ελευθερία ποτέ δεν είναι σαφές" (σ. 206). Αλλού πάλι λέει: "Τα κομμούνια απλώς σου έκαναν πλύση εγκεφάλου. Ενώ τα κανάλια τα δικά μας, οι πολυεθνικές και τα δίκτυα, θέλουν να σου λειώσουν τον εγκέφαλο τελείως. Να σε κάνουν μηχανή που καταναλώνει-μια κοινωνία-κοτέτσι" (σ. 213).
Ούτε όμως, βέβαια, συμπαρατάσσεται με τον ιμάμη ο συγγραφέας. Θα 'λεγα πως είναι με το μέρος του αθώου, ωραίου, σοβαρού Άχμαντ. Μας τον παρουσιάζει ωραίο εξωτερικά, μελετηρό, αγνό, και παρόλο που προς στιγμή ελκύεται από μια συμμαθήτριά του, εντούτοις η πίστη του στο Κοράνι, η εξάρτησή του από τον ιμάμη, η θέλησή του να θυσιάσει ακόμα και τη ζωή του για την πίστη του, κυριαρχούν. Τελειώνοντας το σχολείο, αντί να κατευθυνθεί προς τις πανεπιστημιακές σπουδές που τον σπρώχνει ο σύμβουλός του, παίρνει άδεια οδήγησης φορτηγού, όπως τον συμβούλευε ο ιμάμης.
Η προετοιμασία του νεαρού Άχμαντ για να καταστεί μάρτυρας της πίστης του, σκορπώντας ταυτόχρονα τον όλεθρο σε όσο πιο πολλούς "απίστους" μπορεί, ολοκληρώνεται. Ο Απντάικ με πολλή μαεστρία (και με πολλή μελέτη του Κορανίου, πιστεύω) φωτίζει την ψυχολογική διεργασία που συντελείται στην ψυχή του νεαρού ήρωά του, την πορεία, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του ως τη στιγμή της πραγματοποίησης της τρομοκρατικής ενέργειας. Δεν θα αποκαλύψω το τέλος που πραγματικά πλημμυρίζει τον αναγνώστη με αγωνία ως προς το τι θα γίνει τελικά.
Το βιβλίο "Ο τρομοκράτης" μπορεί να δώσει αφορμή για πολύ προβληματισμό και πολλά είναι τα ερωτηματικά που γεννιούνται: Είναι απατεώνες εκείνοι που διδάσκουν, καθοδηγούν και επηρεάζουν τους νεαρούς που θυσιάζουν τη ζωή τους; Η θυσία γίνεται για την καταπίεση και την εκμετάλλευση που υφίσταται ο μουσουλμανικός κόσμος ή για την ισλαμική πίστη, όπως διαφαίνεται στο βιβλίο; Αυτά και άλλα ακόμη, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, το καθιστούν κι ένα βιβλίο προβληματισμού.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2008

Η γιορτή του τράγου

Πώς και γιατί μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη μια ιστορία που διαδραματίστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, σ' έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή; Τι μας νοιάζει εμάς για τις περιπέτειες και τις τύχες, τα βάσανα και τους καημούς ανθρώπων της Δομινικανής Δημοκρατίας που καλά-καλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται; Κι όμως εδώ έγκειται η αξία της μεγάλης λογοτεχνίας. Το τοπικό γίνεται παγκόσμιο, ό,τι έγινε σε μια εποχή καθίσταται διαχρονικό, τα πρόσωπα μιας άλλης χώρας, ενός άλλου πολιτισμού, μιας άλλης εποχής, γίνονται φορείς δικών μας σκέψεων και συναισθημάτων.
Σκέψεις που (όχι για πρώτη φορά) έκανα διαβάζοντας με αμείωτο ενδιαφέρον από την πρώτη ίσαμε την τελευταία σελίδα το μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα "Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥ" ( Καστανιώτης, 2002), που το αναζήτησα μετά που διάβασα "Το παλιοκόριτσο". (Το "Η πόλη και τα σκυλιά" , που θεωρείται κλασικό πια έργο της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, και που το είχα διαβάσει πριν χρόνια, δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση-ίσως δεν ήμουν αρκετά ώριμη γι' αυτό).
Χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να εξοικειωθείς με την τεχνική του Λιόσα σ' αυτό το βιβλίο. Εξελίσσεται σαν τρία διαφορετικά ρεύματα που κυλούν και εκβάλλουν στο ίδιο ποτάμι. Ξεκινά με την Ουρανία Καβράλ, κόρη του γερουσιαστή, υπουργού και στενού συνεργάτη του διχτάτορα Τρουχίλιο, η οποία το 1996 γυρίζει ύστερα από απουσία 35 χρόνων (είναι τώρα 49) στη γενέτειρά της, τον Άγιο Δομίνικο. Από την αρχή καθώς βλέπει τις αλλαγές στην πόλη, φαίνεται κάτι να την βασανίζει. Δεν τρέφει και τα καλύτερα συναισθήματα ούτε για την πόλη, ούτε για τον γέρο πια και άρρωστο πατέρα της. Τι κουβαλάει μέσα της, ποια αγιάτρευτη πληγή, θα το μάθουμε σιγά-σιγά με την πλήρη αποκάλυψη στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.
Το επόμενο κεφάλαιο αρχίζει με το ξεκίνημα μιας μέρας του δικτάτορα Τρουχίλιο. Είναι η 30η Μαΐου του 1961, που θα 'ναι και η τελευταία μέρα της ζωής του, αλλά βέβαια ούτε εκείνος ούτε εμείς το ξέρουμε ακόμα. Ακολουθεί μια τρίτη οπτική στο επόμενο κεφάλαιο, με επτά "συνωμότες" που το απόγευμα της ίδιας μέρας περιμένουν εκεί από όπου ξέρουν ότι θα περάσει ο διχτάτορας, που ακολουθεί πάντα το ίδιο αυστηρό, καθορισμένο πρόγραμμα κάθε μέρα.
Η αφήγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι την τελευταία, 502η σελίδα. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι ουσιαστικά δυο μέρες: Μια μέρα του Μάη του 1961 και μια μέρα της δεκαετίας του '90. Όμως ο δραματικός χρόνος διευρύνεται καλύπτοντας τα 31 χρόνια της δικτατορίας. Πλήθος τα πρόσωπα-αδύνατο να τα θυμάται κανείς όλα, πάμπολλες οι ανθρώπινες ιστορίες, τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, η ανίχνευση των αιτίων δημιουργίας των δικτατοριών, τα ατομικά και συλλογικά δράματα. Ένα-ένα τα πρόσωπα φωτίζονται, μέσα από τους χαρακτήρες προβάλλει όλη η βασανισμένη ιστορία αυτής της μακρινής και άγνωστης για μας νησιωτικής χώρας της Καραϊβικής, προπάντων τα χρόνια της δικτατορίας. Ο διχτάτορας Τρουχίλιο (ο "Τράγος", όπως τον αποκαλούσαν, εκτός από "Ευεργέτης", "Σωτήρας" κ.λπ.) κυριαρχεί. Το περιβάλλον, οι κόλακες, οι φανατικοί "Τρουχιλικοί", το διεφθαρμένο καθεστώς, οι ευνοημένοι συγγενείς, ο πλούτος που συγκέντρωσε η οικογένειά του, τα κακομαθημένα, σπάταλα, ανόητα παιδιά του (πόσο, αλήθεια θυμίζει η απονομή στο γιο του, όταν ακόμα ήταν παιδί, ανώτατου στρατιωτικού βαθμού τους "Αλεξανδρινούς βασιλείς" του Καβάφη-πόσο οι εποχές επαναλαμβάνονται!). Και πάνω απ' όλα οι σκληρές μέθοδοι επιβολής του καθεστώτος, οι μηχανορραφίες, οι δολοπλοκίες, τα βασανιστήρια. Η απεικόνιση μιας δικτατορίας που είναι σαν να φωτογραφίζει κάθε δικτατορία. Μια διχτατορία έρχεται, όπως υπόσχεται, να σώσει τον τόπο. "¨Ολοι θεωρούσαν τον Τράγο σωτήρα της Πατρίδας, αυτόν που έθεσε τέρμα στους πολέμους των τοπικών αρχόντων, στον κίνδυνο μιας καινούργιας εισβολής από πλευράς των Αϊτινών, αυτόν που έβαλε τέλος στην ταπεινωτική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες (...) και που, με την κυβέρνησή του έδωσε υπόσταση στη χώρα". Αλλά, βέβαια, το αληθινό πρόσωπό της δεν αργεί να φανεί, δημιουργώντας την αντίδραση, την απόφαση κάποιων να απαλλαγούν από τον τύραννο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά λέει ένας από τους συνωμότες που υπήρξε και αυτός τρουχιλικός, "Ο Τράγος είχε αφαιρέσει από τους ανθρώπους την ιερή ιδιότητα που τους είχε παραχωρήσει ο θεός: την ελεύθερη βούληση".
Το βιβλίο δεν σταματά με το θάνατο του Τρουχίλιο. Το καθεστώς δεν έπεσε εύκολα. Ένας-ένας οι εκτελεστές συλλαμβάνονται ή σκοτώνονται. Η περιγραφή των βασανιστηρίων όσων συνελήφθησαν για να αποκαλύψουν τους συνεργάτες τους είναι τόσο ρεαλιστική και αποτρόπαια που δεν αντέχεται.
"Η γιορτή του Τράγου" είναι μια γοητευτική ανάμιξη ιστορίας και φαντασίας. Δεν θα 'πρεπε να το διαβάσουν μόνο όσοι αγαπούν τη λογοτεχνία. Θα 'πρεπε να το μελετήσουν κι όσοι πιστεύουν ότι μια διχτατορία μπορεί να είναι σωτήρια για ένα τόπο κι όσοι ακόμα, αν και ζουν σε δημοκρατικά πολιτεύματα συμπεριφέρονται σαν διχτάτορες.
Δείτε και την παρουσίαση της Χριστίνας.



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008

Επικίνδυνες λέξεις

"Οι λέξεις είναι αθώες, αλλά γίνονται επικίνδυνες όταν δεν έχουμε συμφιλιωθεί με τη σημασία τους". Απάνω σε εφτά "επικίνδυνες" λέξεις στήνει τα εφτά κεφάλαια του βιβλίου της η Φιλομήλα Λαπατά (Καστανιώτης, 2007): Οικογένεια, Εξ αδιαιρέτου, Ζήλεια, Γάμος, Διαζύγιο, Φυγή, Συγγνώμη. Φορείς και ενσαρκωτές των "επικίνδυνων" λέξεων, μια μεγαλοαστική αθηναϊκή οικογένεια, με χρόνο έναρξης της ιστορίας το 1980. Βασικά πρόσωπα δυο δίδυμες αδελφές, η Μυρσίνη και η Αταλάντη, όμοιες εξωτερικά αλλά μ' ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Μέσα από την εναλλασσόμενη δική τους αφηγηματική οπτική παρακολουθούμε την εξέλιξη του μύθου, ενώ γύρω διαπλέκονται τα πρόσωπα της οικογένειας: Η εκατοντάχρονη γιαγιά Αμαλία Κορωναίου, μια δυναμική παρουσία, που σύντομα εγκαταλείπει τη σκηνή με το θάνατό της, θείοι και θείες, ξαδέλφια από πρώτους και δεύτερους γάμους, οι γονείς των διδύμων, ο γιατρός Αλέξανδρος Κορωναίος και η σύζυγός του, η καλλονή Ζαΐρα, διεθνές μοντέλο στα νιάτα της, μια πιστή οικονόμος, μακρινή συγγένισσα, που ο ρόλος της διαρκεί ως το τέλος του βιβλίου, και άλλα ακόμη.
Η Μυρσίνη και η Αταλάντη βρίσκονταν από μικρές σε μια διαρκή αντιπαλότητα και αντιζηλία. Η Μυρσίνη ήταν η "καλή" κόρη, η φρόνιμη, η σοβαρή, η άριστη μαθήτρια, που θα σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Η Αταλάντη είναι το αγοροκόριτσο, η ατίθαση, αυτή που ρίχνει κεραυνό έκπληξης στο σπίτι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου δηλώνοντας ότι θα σπουδάσει νοσοκόμα, πράγμα που θα κάνει και, εντασσόμενη στους "γιατρούς χωρίς σύνορα", θα ζήσει στα πιο επικίνδυνα μέρη του πλανήτη.
Η πορεία της ζωής της Μυρσίνης είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής μιας "καλής" κόρης. Μετά τις σπουδές της εργάζεται σε μια γκαλερί και παντρεύεεται έναν ωραίο αστροφυσικό, τον Παύλο.
Μεγάλη έμφαση δίνεται από τη συγγραφέα στον θρυλικό έρωτα των γονιών των δυο κοριτσιών, έναν έρωτα τόσο δυνατό που να αφήνει σε δεύτερη μοίρα την ανατροφή των διδύμων και που ο θάνατος του ενός θα οδηγήσει σύντομα και στο θάνατο του άλλου.
Η αφηγηματική δεινότητα της Λαπατά παρασύρει τον αναγνώστη, αλλά βρήκα το βιβλίο κατώτερο από τις "Κόρες του νερού", το μόνο άλλο μυθιστόρημά της που έχω διαβάσει. Οι "Επικίνδυνες λέξεις" ξεκινούν ωραία με την οικογενειακή συγκέντρωση για να γιορταστούν τα εκατόχρονα της γιαγιάς. Είναι επίσης πολύ επιτυχώς δοσμένοι οι χαρακτήρες του έργου. Σιγά-σιγά όμως το μυθιστόρημα κλίνει προς το προβλεπτό και το μελό. Όταν, για παράδειγμα, η Αταλάντη σ' ένα από τα ταξίδια της συναντά σ' ένα αεροδρόμιο έναν ωραίο άγνωστο, κουβεντιάζουν για ώρα και χωρίζουν χωρίς να πουν τα ονόματά τους, εύκολα μαντεύουμε όχι μόνο ποιος θα είναι, αλλά και τη συνέχεια που θα στηριχτεί στην αιώνια αντιπαλότητα με τη Μυρσίνη.
Ομολογώ ότι διάβασα χωρίς διακοπή το βιβλίο. Όταν όμως το έκλεισα, είπα: "Ε, και λοιπόν;"


Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2008

Το όρος της σιωπής

Κυριάκος Μαρκίδης, Το όρος της σιωπής (Αναζητώντας την Ορθόδοξη Πνευματικότητα), Διόπτρα, 2004.
Το βιβλίο αυτό πρωτοεκδόθηκε στα Αγγλικά με τίτλο "The Mountain of Silence). Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι, όπως λέει και ο υπότιτλος, ένα βιβλίο πνευματικής αναζήτησης. Ο συγγραφέας, Κύπριος, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Mein, αρχίζει το βιβλίο μιλώντας μας για την εσωτερική πορεία που ακολούθησε ο ίδιος, από τον αγνωστικισμό της πρώτης περιόδου της ζωής του, στις ανατολικές θρησκείες και στον υπερβατικό διαλογισμό, και από εκεί, μετά από μια επίσκεψη το 1991 στο Άγιον Όρος, στη χριστιανική πνευματικότητα. Η ζωή του, όπως λέει, άλλαξε άρδην μετά την επίσκεψή του εκεί και τη γνωριμία του μ' ένα Κύπριο, Αγιορείτη μοναχό, τον πατέρα Μάξιμο. Ψευδώνυμο, όπως και για πολλά άλλα πρόσωπα στο βιβλίο, αλλά που για μας εδώ στην Κύπρο είναι εύκολα αναγνωρίσιμα.
Ο Μαρκίδης αποφασίζει να επιστρέψει στο Άγιον Όρος και να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική ζωή, πώς ζουν, τι πιστεύουν οι μοναχοί, τι είναι γενικά η χριστιανική μυστικιστική παράδοση. Στο μεταξύ ο πνευματικός του καθοδηγητής, π. Μάξιμος, έρχεται στην Κύπρο ως ηγούμενος μοναστηριού, κι έτσι ο Μαρκίδης, επωφελούμενος της εκπαιδευτικής του άδειας, το 1997 φθάνει κι εκείνος στο νησί. Συναντά τον Μάξιμο, γίνεται σωφέρ του και στις πολύωρες συζητήσεις τους, πότε οδηγώντας το αυτοκίνητο, άλλοτε σε μακρινούς περιπάτους, άλλοτε καθισμένοι ήρεμα στη σκιά ενός δέντρου, μυείται όλο και περισσότερο στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
Εκείνο που καθιστά πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Μαρκίδη, είναι η σχεδόν μυθιστορηματική παρουσίαση των ιδεών του. Όχι μόνο γιατί διακρίνεται από έντονο βιωματικό χαρακτήρα, αλλά και γιατί είναι γεμάτο από ζωηρούς διαλόγους, περιγραφές χώρων, ακόμα και ιστορικά στοιχεία. Κυρίαρχη προσωπικότητα ο π. Μάξιμος, με τον οποίο ο συγγραφέας διαλέγεται, προβάλλει αντιρρήσεις, εκπροσωπώντας τον επιστημονικό ορθολογισμό, αλλά ταυτόχρονα ακούει προσεκτικά τον λόγο του, ενώ τον παρακολουθεί σ' όλη την πνευματική και κοινωνική του δράση στο νησί. Θέματα όπως η γνώση του Θεού, η αγιότητα και τα θαύματα, η δύναμη της προσευχής, οι άγγελοι και οι δαίμονες, οι κακοί λογισμοί και άλλα, συζητούνται μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον των βουνών της Κύπρου.
Δεν μπορώ να πω ότι με έπεισε η επιχειρηματολογία του π. Μαξίμου, ούτε ότι μετέβαλα τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης μου. Όμως, βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, γραμμένο με τρόπο ελκυστικό, με σχεδόν μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, με ωραίες περιγραφές, που μας βοηθά να κατανοήσουμε κάπως τον μοναστικό τρόπο ζωής και σκέψης.