Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

Έτσι θέλω να θυμάμαι

Για τη Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου το γράψιμο δεν είναι πάρεργο. Αφοσιωμένη σ' όλη της τη ζωή στη συγγραφή, μας έχει δώσει ως τώρα πολυάριθμα βιβλία: Διηγήματα, παιδική και νεανική λογοτεχνία, χρονογραφήματα, μυθιστορήματα.
 Ποικίλα είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται στη συγγραφική της δημιουργία. Άλλοτε είναι η σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα ("Το άλλο μου μισό"), άλλοτε η πάλη της ηρωίδας της με τον ερυθηματώδη λύκο ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου") κι άλλοτε πάλι μας μεταφέρει στην Ινδονησία και στο τσουνάμι που έπληξε τη χώρα το 2004 ("Ο γαλάζιος δράκοντας"). Όμως, πιστεύω, ότι το πιο προσφιλές της θέμα και με βάση το οποίο μας έδωσε τα καλύτερα έργα της είναι η ζωή στην Αφρική, όπου και η ίδια έζησε πολλά χρόνια.
Στον αγαπημένο αυτό χώρο, και συγκεκριμένα στη Νιγηρία, τοποθετείται και η καινούρια της δουλειά που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα, το πολυσέλιδο μυθιστόρημα "Έτσι θέλω να θυμάμαι" (Ωκεανίδα, 2011). Είναι η ιστορία του Μάικλ, του παιδιού που γεννήθηκε από λευκό, Έλληνα πατέρα και μαύρη μητέρα, ιστορία παρόμοια με χιλιάδων άλλων παιδιών που "δεν είναι μαύρα, που δεν είναι λευκά, μα που έχουν ομορφιά κια εξυπνάδα". Οι λευκοί μετανάστες, στερημένοι τις οικογένειές τους, χρόνια μακριά απ' αυτές, δημιουργούσαν συχνά δεσμούς με μαύρες γυναίκες "κι άφησαν πίσω τους τόσα παιδιά μιγάδες, χωρίς όνομα, χωρίς αναγνώριση, να διεκδικούν μόνα τους τις ρίζες και την ταυτότητά τους". Τη συγκινητική ιστορία ενός τέτοιου παιδιού μας αφηγείται η συγγραφέας.
Το βιβλίο αρχίζει το 2009 με τον κεντρικό ήρωά της, τον Μάικλ, να βρίσκεται στο πολύβουο Λονδίνο και να αρχίζει να γράφει αναπολώντας και αναπλάθοντας τη ζωή του. Παρ' όλο που ολόκληρο το βιβλίο, που κλείνει πάλι με ένα κεφάλαιο τοποθετημένο στο 2009, είναι όσα "θέλει να θυμάται" ο Μάικλ, ακολουθείται η τριτοπρόσωπη και όχι η πρωτοπρόσωπη γραφή, πράγμα που παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία γραφής στη συγγραφέα.
Μεταφερόμαστε στη Νιγηρία τη δεκαετία του '60. Είναι μια ταραγμένη εποχή, όταν, μετά από την ανεξαρτησία της Νιγηρίας από τους Άγγλους, τα σπέρματα της διχόνοιας που είχαν σπείρει όπως και παντού αλλού οι αποικιοκράτες, ξεσπούν στον πόλεμο μεταξύ των κυριότερων φυλών, των Ίγκμπο και των Χάουζα. Ωραίες περιγραφές μας μεταφέρουν το κλίμα της εποχής και η μυθιστορηματική ένταξη της ιστορίας της χώρας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο μικρός Μάικλ ζει ευτυχισμένος με τη μαύρη μητέρα του, την Ατλίν και τον λευκό πατέρα του, τον Βασίλη Σταματέλο. Δεν έχει στην αρχή επίγνωση της διαφορετικότητάς του, ώσπου, όπως συνήθως συμβαίνει, κάποια παιδιά τον κοροϊδεύουν "παλιομιγά, μπάσταρδο" ή στη γλώσσα τους "μπακίν μπατούρε". Αρκετές άλλες διαλεκτικές εκφράσεις, διασκορπισμένες στο βιβλίο, προσθέτουν στην αφρικανική ατμόσφαιρα.. Μια ατμόσφαιρα που ενισχύεται και επιτυχημένα αποδίδεται και με άλλες σκηνές, όπως αυτή με τον "ντίμπια", τον μάγο της φυλής, ή την περιγραφή του παραδοσιακού γάμου, ή ακόμη με την αναφορά σε αφρικανικά φαγητά κ.λπ.
Ο Μάικλ φοιτά σε ιεραποστολικό σχολείο, ο καλύτερός του φίλος είναι ένας λευκός Δανός, μα η ζωή δεν θα σταθεί τόσο ευνοϊκή γι' αυτόν. Ο πατέρας του, λόγω ποικίλων συγκυριών, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει κρυφά τη Νιγηρία και να επιστρέψει στην οικογένειά του στην Ελλάδα, χωρίς να τον αναγνωρίσει ως παιδί του. Με μια υποτροφία ο πανέξυπνος Μάικλ θα σπουδάσει μοριακή βιολογία και γενετική στο Λονδίνο, θα γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου και θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας ελληνίδας φοιτήτριας. Όμως δεν παύει σ' όλη του τη ζωή να βασανίζεται όχι μόνο από την έλλειψη αλλά και από την άγνοια του πατέρα και να τον αναζητά παντού. Κάτω από ποιες δραματικές συνθήκες θα τον βρει και γιατί το πρώτο κεφάλαιο μας εισάγει σ' ένα κλίμα μελαγχολίας του ενήλικα πια, καθηγητή Μάικλ;
Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω το τέλος του τόσο ενδιαφέροντος μυθιστορήματος. Θα ήθελα μόνο να επισημάνω πως ο περιορισμός στην έκταση θα προσέδιδε, νομίζω, μεγαλύτερο βάθος στο μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα ωριμότητας, από τις καλύτερες συγγραφικές στιγμές της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου.

Σάββατο, Μαΐου 21, 2011

Εικόνες από το τίποτα

Δεν μπορώ να πω ότι με ελκύει ιδιαίτερα το λογοτεχνικό είδος της επιστημονικής φαντασίας, αν και κατά καιρούς τέτοια βιβλία υπήρξαν σταθμός στη λογοτεχνία. Ολόκληρες γενιές μεγαλώσαμε με τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, που εξακολουθούν ακόμα να μας γοητεύουν. Θυμάμαι επίσης πόσο μου είχε αρέσει πριν από αρκετά χρόνια το "Εγώ το ρομπότ" του Ισαάκ Ασίμοφ. Και ποιος δεν έχει διαβάσει, δεν έχει δει την ταινία ή έστω δεν έχει ακούσει για το "1984" του Όργουελ ή ακόμη το εξαιρετικό "Φάρεναϊτ 451" ("Κάψτε τα βιβλία");
Εκτός από μερικές λοιπόν εξαιρέσεις το είδος με αφήνει σχετικά αδιάφορη κι έτσι άρχισα κάπως επιφυλακτικά να διαβάζω το "Εικόνες από το τίποτα" του Γιάννη Πέτσα (Captainbook.gr 2011). Σ' ένα διαστημόπλοιο που διασχίζει το διάστημα εδώ και εκατοντάδες χρόνια βρίσκονται δυο "άτομα", αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τους σημερινούς συμβατικούς όρους. Ο κυβερνήτης   και ο εγκέφαλος, ο ιθύνων νους, που ονομάζεται Όλεφ. "Ο κυβερνήτης ήταν ένας πολίτης του διαστήματος, προγραμματισμένος για να μπορεί να αντεπεξέλθει σ' έναν τεράστιο βαθμό δυσκολιών, ένας υπεράνθρωπος με βάση τα γήινα πρότυπα (...) είχε εκπαιδευτεί γι' αυτό περίπου τετρακόσια χρόνια στην ύπνωση κι ήταν έτοιμος για οτιδήποτε". Η ύπνωση ή ανάπλαση, όπως την αποκαλούσαν, ήταν "ένα είδος επαναπρογραμματισμού, κάτι παρόμοιο μ΄αυτό που στο δικό μας πολιτισμό οι διάφορες θεολογικές δοξασίες είχαν αποκαλέσει κατά καιρούς νεκρανάσταση ή μετενσάρκωση".
Σκοπός του ταξιδιού ήταν να εξερευνήσουν τις απαρχές του κόσμου. "Πριν υπάρξει χρόνος, πριν υπάρξει οτιδήποτε με τη μορφή που υποθέτουμε πως συνέβησαν αυτά που νομίζουμε, πριν τη μεγάλη έκρηξη, πριν την πρώτη στιγμή της δημιουργίας και πριν την έννοια του υπέρτατου όντος, τι υπήρξε;"
Ο κυβερνήτης και ο εγκέφαλος συζητούν διαρκώς. Όλες οι έννοιες που ξέρουμε και χρησιμοποιούμε θα έχουν άλλο νόημα σ' αυτή τη μελλοντική εποχή. Ακόμα και η  συζήτηση δεν γίνεται με σημερινούς όρους, είναι μια μεταβίβαση της σκέψης. Συζητούν για το χρόνο, τη γλώσσα, για το Θεό, για τη σκέψη ή για την ψυχή.
Και ξαφνικά, εκεί που ο αναγνώστης αρχίζει να βαριέται διερωτώμενος πού και πώς θα καταλήξει ο συγγραφέας, μια ξαφνική και μεγάλη ανατροπή αλλάζει τα πάντα στην αφήγηση και το ενδιαφέρον ανανεώνεται ως το απροσδόκητο τέλος.
Γενικά προτιμώ πιο σύγχρονα και πιο...γήινα αναγνώσματα, νομίζω όμως πως οι θιασώτες των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας μπορούν να απολαύσουν ένα πρωτότυπο ανάγνωσμα.

[Ευχαριστίες στις εκδόσεις Captainbook.gr που είχαν την καλοσύνη να μου αποστείλουν το βιβλίο]

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2011

Η παγωμένη πριγκίπισσα

Κατά κανόνα, όταν τελειώνω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αισθάνομαι όπως όταν έχω φάει ένα ωραίο γλυκό! Το απολαμβάνω όση ώρα το τρώω, αλλά μετά αρχίζουν οι τύψεις για...τις περιττές θερμίδες που φορτώθηκα. Έτσι και με τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Τα απολαμβάνω όση ώρα τα διαβάζω και μετά αρχίζουν οι τύψεις για "το χρόνο που έχασα". Κι όμως, παρ' όλες τις τύψεις ξέρω ότι και στα γλυκά θα υποκύψω ξανά και στην αναγνωστική απόλαυση αστυνομικών μυθιστορημάτων!
Πιο πρόσφατη τέτοια απόλαυση υπήρξε το μυθιστόρημα της (άγνωστής μου ως τώρα) Σουηδής, Camilla Lackberg, "Η παγωμένη πριγκίπισσα" (Μεταίχμιο 20011, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Όπως πληροφορούμαστε από το "αυτί" του βιβλίου, αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα της γεννημένης το 1974 Καμίλα, το οποίο κυκλοφόρησε στη Σουηδία το 2003 και τόσο αυτό όσο και τα επόμενά της βιβλία έγιναν best sellers, έχοντας πουλήσει πάνω από 30 εκατομμύρια σε 30 χώρες. Γεννήθηκε στη Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι 140 χιλιόμετρα από το Γέτεμποργκ και εκεί διαδραματίζονται και οι αστυνομικές της ιστορίες με πρωταγωνιστές την Ερίκα Φαλκ, μια συγγραφέα, πιθανότατα persona της ίδια της Λάκμπεργκ, και τον επιθεωρητή Πάτρικ Χέντστρεμ. Ωραίος τύπος ο Πάτρικ, ικανός αστυνομικός, υφιστάμενος ενός δύστροπου, αντιπαθητικού και όχι τόσο ικανού διευθυντή, διαλευκαίνει τις υποθέσεις ενώ τη "δόξα" κερδίζει ο αστυνομικός διευθυντής Μέλμπεργ.
Η Ερίκα που έχει καταφύγει στο χωριό για να γράψει, βρίσκει την παιδική της φίλη Άλεξ νεκρή στη μπανιέρα της, με το αίμα να έχει πήξει γύρω της. Δολοφονία ή αυτοκτονία; Οι γονείς της Άλεξ, ο άντρας της, η αδελφή της της Ερίκα, ένας εκκεντρικός ζωγράφος, μια άλλη πλούσια οικογένεια του χωριού, ένας εξαφανισμένος γιος κι ένας άλλος υιοθετημένος, ένας παλιός έρωτας της Ερίκα, η φλύαρη, κουτσομπόλα γειτόνισσα είναι μερικά από τα πρόσωπα της κοινωνίας του χωριού που συνδέονταν με τον ένα ή άλλο τρόπο με τη νεκρή και ανάμεσα στα οποία θα βρεθεί ο δολοφόνος, αφού βεβαίως ακολουθήσει και άλλος βίαιος θάνατος. Τα αίτια θα αναζητηθούν και θα βρεθούν σε παλιά, κρυμμένα, οικογενειακά μυστικά.
Όπως γενικά συμβαίνει στο σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό δεν περιορίζεται αυστηρά στην αστυνομική πλοκή. Η κοινωνική διάσταση, ειδικά στην περίπτωση αυτή που αφορά την όχι και τόσο γνωστή μας σουηδική κοινωνία, προσδίδει ευρύτερο ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα. Ωραίες και οι περιγραφές του ψαράδικου χωριού, ενώ το κρύο και η βροχή που συνοδεύουν τη δράση αποδίδουν τέλεια και το φυσικό περιβάλλον.
Ήδη από το Μεταίχμιο προαναγγέλλεται η έκδοση άλλων δυο βιβλίων της Λάκμπεργκ: "Ο Ιεροκήρυκας" (φθινόπωρο 2011) και "Οικογενειακά μυστικά" (άνοιξη 2012). Όσες κι αν θα είναι οι αναμενόμενες τύψεις μου, δεν νομίζω ότι θα αποφύγω τον πειρασμό της ανάγνωσής τους!

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2011

Ελευθερία

Τεράστιο σε όγκο όπως η ίδια η Αμερική, απλωμένο σε χώρο δράσης σε πλείστες πολιτείες της, στη Μινεσότα, στη Βιρτζίνια, στη Ν. Υόρκη, στην Ουάσιγκτον, στη Νεβάδα, στη Φλόριντα, το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν "Ελευθερία" (Ωκεανίδα, 2011, μετ. Ρένα Χατχούτ), καλύπτοντας χρονικά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αι. και τις αρχές του 21ου, μέσα από τη ζωή πλήθους ανθρώπων, γίνεται ο  εκφραστής του σύγχρονου αμερικανικού κόσμου.
Ο Τζόναθαν Φράνζεν (γεν. 1959) έγινε ευρύτατα γνωστός το 2001 με το μυθιστόρημά του "Διορθώσεις". Τώρα, με το "Ελευθερία" εδραιώνει τη θέση του στο αμερικανικό συγγραφικό στερέωμα.
Έργο δυσχερέστατο η απόδοση του περιεχομένου ενός όγκου 800 σελίδων, με θέματα που καλύπτουν από τις εφηβικές ανησυχίες και όνειρα ως τα περιβαλλοντικά, από τον πόλεμο στο Ιράκ ως τον Κλίντον και τον Ομπάμα, από τα ναρκωτικά ως την πολιτική και την μουσική, με λίγα λόγια όλη τη σύγχρονη Αμερική. Δυσχέρεια η οποία εντείνεται από την ύπαρξη δεκάδων προσώπων που γίνονται οι φορείς της δράσης. Γιατί εκείνο που κυρίως δεσπόζει είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο εσωτερικός κόσμος των χαρακτήρων, οι έρωτες, οι οικογενειακές συγκρούσεις, η διάλυση και η επανασύνδεση, η μάταιη αναζήτηση της ευτυχίας καθώς οι ήρωές του φαίνονται να συντρίβονται από τις προσωπικές τους επιλογές. Αλλά παρ' όλα αυτά διεκδικώντας την ελευθερία των προσωπικών επιλογών. Η λέξη "ελευθερία" ακούγεται συχνά μέσα στο πολυσέλιδο βιβλίο, δικαιολογώντας τον τίτλο. "Αυτό δεν είναι το νόημα της ελευθερίας; Το δικαίωμα να σκέφτεσαι ό,τι θέλεις;" ακούγεται από έναν από τους ήρωες σε μια συζήτηση.
Κεντρικό ζευγάρι σ' όλο το μυθιστόρημα, του οποίου τη ζωή παρακολουθούμε από την αρχή ως το τέλος του έργου και γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα σχεδόν τα υπόλοιπα πρόσωπα, είναι ο Γουόλτερ και η Πάτι Μπέργκλαντ. Νεανικός έρωτας που κατέληξε σε γάμο και στην απόκτηση δυο παιδιών, της Τζέσικα και του Τζόι. Η Πάτι, ωραία, αθλήτρια του μπάσκετ στα νιάτα της, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει έπειτα από έναν τραυματισμό. Αμφιταλαντεύθηκε ανάμεσα στους δυο φίλους και συγκάτοικους, τον Ρίτσαρντ Κατς και τον Γουόλτερ, η αποτυχημένη όμως προσπάθειά της να κατακτήσει τον Ρίτσαρντ, την οδηγεί σε γάμο με τον Γουόλτερ που την αγαπούσε πιο πολύ απ' ό,τι εκείνη.
Ο Γουόλτερ, δικηγόρος, μανιώδης περιβαλλοντιστής, εργάζεται σε μια οργάνωση προστασίας της φύσης. Από τους πιο συμπαθείς χαρακτήρες του έργου, αγωνίζεται εναντίον του υπερπληθυσμού του πλανήτη, θεωρώντας τον ως το κυριότερο αίτιο καταστροφής του περιβάλλοντος.
Η Πάτι, αν και το να μείνει στο σπίτι και να μεγαλώσει τα παιδιά της ήταν δική της επιλογή, με τα χρόνια, όταν τα παιδιά φεύγουν, οδηγείται σταδιακά στην κατάθλιψη. Η καταπιεσμένη επιθυμία της για τον Ρίτσαρντ βρίσκει ικανοποίηση πολύ αργότερα, όταν θα βρεθούν μόνοι σ' ένα εξοχικό σπιτάκι που είχε η οικογένειά της κοντά σε μια λίμνη. Αυτό θα δώσει την έμπνευση στον Ρίτσαρντ  να γράψει ένα τραγούδι που θα γίνει τεράστια επιτυχία. Όταν ο Γουόλτερ θα μάθει για την απιστία της Πάτι, έστω και χρόνια μετά, η ήδη προβληματική σχέση του με την Πάτι θα οδηγηθεί σε ρήξη, ενώ ο Ρίτσαρντ,  θα γίνει διάσημος ροκάς μουσικός.
Το νήμα της κεντρικής αυτής ιστορίας διακόπτεται από τις παρεμβολές των ιστοριών των οικογενειών της Πάτι και του Γουόλτερ, των παιδιών τους, που το καθένα ακολουθεί το δικό του δρόμο, την πορεία του Ρίτσαρντ, άλλων φίλων και γνωστών. Εντονότατος ο σεξουαλισμός που διατρέχει το βιβλίο, με άκρως ρεαλιστικές και με αχρείααστες, θα έλεγα, λεπτομερειακές περιγραφές, περιλαμβάνει ενίοτε σκηνές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αηδιαστικές.
Όταν κλείσεις το βιβλίο, αναπολώντας όλα αυτά που διάβασες, το κυριότερο συναίσθημα που μένει είναι αυτό μιας κάποιας θλίψης, έστω κι αν ο Φράνζεν δίνει ένα τέλος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "happy end". Οι στόχοι του "αμερικανικού ονείρου" μοιάζει να είναι μόνο το σεξ και το χρήμα. Ακόμα κι αυτός ο εμφανιζόμενος ως ιδεολόγος περιβαλλοντιστής, ο Γουόλτερ, συμβιβάζεται κάποια στιγμή και δέχεται την αλλοίωση του περιβάλλοντος και τον εκτοπισμό των κατοίκων με αντάλλαγμα να γίνει μελλοντικά η περιοχή χώρος προστασίας του κουφαηδονιού. Ο δε γιος του, ο Τζόι, μεσολαβεί έναντι αδρής αμοιβής, για την πώληση ανταλλακτικών αυτοκινήτων που θα χρησιμοποιηθούν στο Ιράκ, εν γνώσει του ότι είναι ελαττωματικά και άχρηστα.
Δεν ξέρω αν αυτή είναι πράγματι η κυρίαρχη εικόνα της Αμερικής ή αν ο συγγραφέας επέλεξε σκόπιμα να δώσει αυτή τη σκοτεινή πλευρά. Σημασία έχει ότι ως λογοτεχνικό έργο, αν και κάπως φλύαρο και, κατά την άποψή μου, υπερτιμημένο, αξίζει.

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

Πάσχα στον Έβρο



Για μια ακόμα χρονιά Πάσχα στην αγαπημένη γη της Ελλάδας, της πιο όμορφης χώρας του κόσμου. Φετινή επιλογή η ακριτική περιοχή του Έβρου.

Από τη Θεσσαλονίκη διασχίζουμε με άνεση την Εγνατία οδό, τελειωμένη μόλις το 2009, χαραγμένη αιώνες πριν απ’ τους Ρωμαίους, δρόμο που ένωνε τη Δυτική με την Ανατολική Αυτοκρατορία και που σήμερα φτάνει από την Ηγουμενίτσα ως τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Σταματάμε για το γεύμα στην όμορφη, παραθαλάσσια Ηρακλείτσα, όπου η ευθυμία και η ευπροσηγορία του εστιάτορα ενισχύει τη χαρούμενη εκδρομική διάθεση.
Άποψη της Ηρακλείτσας

Πρώτη εντύπωση από την Αλεξανδρούπολη, που δεν θα διαφοροποιηθεί όσες μέρες θα μείνουμε εκεί: μια ήρεμη, όμορφη, παραλιακή πόλη, με ήσυχους κι ευγενικούς κατοίκους. Το ξενοδοχείο μας, το ωραιότατο Classical Egnatia Grand, κτισμένο μέσα σε πάρκο, απλώνει τους καταπράσινους κήπους του ως τη θάλασσα. Κάποια δέντρα δεν πρόλαβαν ακόμα ν’ ανθίσουν, χωρίς αυτό να μειώνει την ομορφιά του τοπίου. Στο βάθος μόλις αχνοφαίνεται η Σαμοθράκη με την κορυφή του βουνού της ακόμη χιονισμένη.
Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης

Από τον κήπο του ξενοδοχείου. Στο βάθος η Σαμοθράκη

Στον πανέμορφο κήπο του ξενοδοχείου Egnatia Grand ο οβελίας ετοιμάζεται

Καινούρια πόλη η Αλεξανδρούπολη, στη θέση ενός παλιού οικισμού με τ’ όνομα Δεδεαγάτς, σχεδιάστηκε ρυμοτομικά από τους Ρώσους που την πήραν από τους Τούρκους το 1878. Τη Βουλγαρική κυριαρχία που ακολούθησε τερμάτισε η ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1920 και το παλιό Δεδεαγάτς μετονομάστηκε σε Νεάπολη, όνομα που κράτησε πολύ λίγο. Η επίσκεψη εκεί του λιγόζωου, άτυχου βασιλιά Αλέξανδρου της έδωσε το σημερινό της όνομα.

Σήμα κατατεθέν της πόλης ο φάρος της, που χτίστηκε το 1880 σχεδόν ταυτόχρονα με το λιμάνι της. Ακοίμητος φρουρός του λιμανιού, επιβλέπει τις καφετέριες που απλώνονται στα πόδια του, ενώ η μουσική των νερών συνοδεύει τη ραστώνη των θαμώνων.
Ο φάρος

Πλάι στο φάρο το μνημείο ευγνωμοσύνης σε μια όχι και τόσο γνωστή Θρακιώτισσα ηρωίδα της Επανάστασης, τη Δόμνα Βισβίζη. Ακούμε την ιστορία της, την προσφορά εκείνης, του συζύγου, των πέντε παιδιών της, όλης της μεγάλης περιουσίας τους στον αγώνα, αλλά και το θλιβερό, άδοξο τέλος της (πέθανε στον Πειραιά το 1852 φτωχή και περιφρονημένη) κι αναλογιζόμαστε όχι χωρίς θλίψη, το παρόμοιο τέλος των πιο αγνών και ιδεολόγων αγωνιστών.
Η Δόμνα Βισβίζη

Ο Έβρος, το μεγάλο ποτάμι, το φυσικό σύνορο Ελλάδας-Τουρκίας, που πηγάζει από την οροσειρά Ρίλα της Βουλγαρίας και καταλήγει στο Θρακικό πέλαγος, μας συνοδεύει στην πορεία μας προς τα βόρεια του νομού. Πρασινάδες, νερά, αλλού στενότερο κι αλλού πλατύτερο το ποτάμι, καταλήγει στο περίφημο Δέλτα, ένα προστατευόμενο υγροβιότοπο, πλούσιο σε ιχθυοπανίδα και περιζήτητο κυνηγότοπο. Δεν έχουμε χρόνο για να το τριγυρίσουμε με τις ειδικές βάρκες, όμως έστω και λίγο θα χαρούμε την άπλα του και λίγα υδρόβια πτηνά.
Στο Δέλτα του Έβρου

Σε μικρή απόσταση από το Δέλτα του Έβρου βρίσκεται η πόλη Φέρες. Είναι πραγματικά μεγάλη η συγκίνηση να μπαίνεις στην Παναγία Κοσμοσώτειρα και να σκέφτεσαι τους αιώνες που πέρασαν με την εκκλησία πάντα εδώ κι ας έγινε για ένα διάστημα μουσουλμανικό τέμενος. Παλιά μονή, ιδρυμένη το 1151 από τον Ισαάκιο Κομνηνό διατηρεί ως σήμερα σε λειτουργία στο κέντρο των Φερών το καθολικό της. Μ’ ένα ρόδινο χρώμα στο εξωτερικό της, διακοσμείται εσωτερικά με μοναδικά δείγματα υψηλής τέχνης του 12ου αι. Το τυπικό ίδρυσης της μονής, αναρτημένο στα αριστερά της εισόδου, προσελκύει την προσοχή και το θαυμασμό μας.
Παναγία η Κοσμοσώτειρα στις Φέρες

Το τυπικό ίδρυσης της μονής

Εξήντα πέντε χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη βρίσκεται το Σουφλί, πασίγνωστη «πόλη του μεταξιού». Για αιώνες παραδοσιακή ενασχόληση των κατοίκων η σηροτροφία εξακολουθεί και σήμερα να δημιουργεί ωραία μεταξωτά. Ο επισκέπτης ενημερώνεται για τον τρόπο εκτροφής του μεταξοσκώληκα, την όλη διαδικασία παραγωγής του μεταξιού και ασφαλώς δεν μπορεί να φύγει χωρίς να πάρει μαζί του ένα έστω αναμνηστικό μεταξωτό.

Άποψη του μουσείου μεταξιού στο Σουφλί


Διαλέγοντας μεταξωτά

Οδεύοντας βόρεια προς το Διδυμότειχο ταξιδεύουμε πάντα πλάι στο ποτάμι, στον Έβρο. Στη Γέφυρα των Κήπων σταματάμε για λίγο. Εδώ είναι το σύνορο, απ' εδώ το ελληνικό φυλάκιο, απ' εκεί των Τούρκων.

Στο βάθος η Γέφυρα των Κήπων


Ακόμα μια άποψη του Έβρου
Περιβεβλημένο με τη βυζαντινή αύρα, αποπνέοντας την τουρκική κυριαρχία, γεμάτο από ιστορία και παράδοση, ενενήντα οκτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Αλεξανδρούπολης βρίσκεται το Διδυμότειχο. Κτισμένο στη θέση της Ρωμαϊκής Πλωτινούπολης διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο. Αυτό ανακήρυξε πρωτεύουσά του ο Ανδρόνικος ο Γ΄ επαναστατώντας κατά του νόμιμου αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β΄, εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός, εδώ γεννήθηκε ο Ιωάννης Βατάτζης, αυτοκράτορας της εξόριστης στη Νίκαια αυτοκρατορίας, αυτό έκανε πρώτη πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους στην ευρωπαϊκή ήπειρο ο Μουράτ ο Α΄, εδώ φυλακίστηκε ο Κάρολος Α΄ της Σουηδίας όταν, νικημένος από τους Ρώσους το 1709, κατέφυγε στο σουλτάνο. Το μεγάλο τζαμί, ένα τεράστιο τετράγωνο κτίσμα, τουρκικά λουτρά, πλήθος χριστιανικές εκκλησίες, τα τείχη ψηλά στο κάστρο κι ο Ερυθροπόταμος, παραπόταμος του Έβρου που διασχίζει την πόλη, συνθέτουν την εικόνα που κρατάω μέσα μου από την παλιά αυτή, παραμεθόριο πόλη.


Το μεγάλο τζαμί


Το κάστρο του Διδυμότειχου

Απομονωμένη, μακριά από τις συστάδες των άλλων ελληνικών νησιών, ντυμένη με το μυστήριο των Καβείριων θεοτήτων της, η Σαμοθράκη δεν είναι συνήθως γνωστή παρά μόνο από το περίφημο άγαλμα, τη μοναδική στο είδος της Νίκη της Σαμοθράκης που κοσμεί το μουσείο του Λούβρου, ενώ ένα αντίγραφό της βλέπουμε στο μικρό μουσείο της Παλαιόπολης.

Αντίγραφο του περίφημου αγάλματος

Η απαξιωτική περιγραφή του Λόρενς Ντάρελ που, στο κατά τα άλλα αξιόλογο βιβλίο του «Τα ελληνικά νησιά» (Μεταίχμιο 2007-πρώτη έκδοση 1977) δεν της βρίσκει τίποτα θετικό, με είχε προϊδεάσει μάλλον δυσμενώς. Γράφει: «…ακόμα κι από τη θάλασσα η Σαμοθράκη δίνει μια εντύπωση χοντροκομμένης, μουτρωμένης αδιαφορίας για τους επισκέπτες. Είναι ζοφερή, είναι βάρβαρη. Δεν μου άρεσε ούτε τοσοδά…».

Λίγο αργότερα, ψάχνοντας σ’ ένα μαγαζάκι για κάποιο αναμνηστικό του νησιού, έπεσα σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι. Τίτλος, «Ίων Δραγούμης, Η Σαμοθράκη». Ενθουσιάστηκα. Αγαπημένη μορφή ο Δραγούμης, επισκέφθηκε το νησί όταν υπηρετούσε στο Προξενείο της Αλεξανδρούπολης το 1906 και μας δίνει με εξαιρετική γλαφυρότητα το φυσικό αλλά και το μυθολογικό και το ιστορικό περιβάλλον του νησιού. Πόση αντίθεση στη δική του περιγραφή για το νησί! «Και στεκόταν η Σαμοθράκη έτσι, ολοζώντανη, μαγεμένη, όμορφο, μεγάλο, ατίμητο στολίδι, ζωσμένο από την τρισεύγενη θάλασσα, νησί ξεχωριστό μέσα στα νησιά. Στη μορφή της αγαπούσα λιγάκι όλα τα νησιά με τα χρυσά τα ακρογιάλια».

Η δική μου πραγματικότητα ευτυχώς διέψευσε τον Ντάρελ κι επιβεβαίωσε τον Δραγούμη. Ασφαλώς, αν κανείς αναζητά την κοσμική ζωή, το θόρυβο και την πολυκοσμία άλλων νησιών, δεν θα τα βρει εδώ. Εδώ θα βρει την ηρεμία, τη γαλήνη, το καταπράσινο τοπίο, την ψηλή βουνοκορφή του μοναδικού βουνού του νησιού, του Σάος, που ακόμα και τώρα, τέλη του Απρίλη είναι χιονισμένη, θα βρει τα κρυμμένα μέσα στα πλατάνια χωριά, τις δροσερές πηγές, τα κατσίκια που ελεύθερα γεμίζουν τις πλαγιές, τις χαλικόστρωτες παραλίες που περιζώνουν το νησί.

Μετά από απόσταση δυόμιση ωρών με το φέρι-μπόουτ από την Αλεξανδρούπολη αποβιβαζόμαστε στο λιμάνι της Σαμοθράκης, την Καμαριώτισσα. Ο θρύλος λέει πως το όνομά της πήρε όταν τον καιρό της εικονομαχίας ένα κιβώτιο ξεβράστηκε από τη θάλασσα και μέσα ήταν το εικόνισμα της Παναγίας Καμαριώτισσας.

Στην Καμαριώτισσα

Σε λίγο ανηφορίζουμε με προορισμό τη Γριά Βάθρα. Πρόκειται για μια φυσική «πισίνα» που σχηματίζεται από τα νερά που κατρακυλούν από το όρος Σάος. Δεκαπέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Καμαριώτισσας βρίσκεται το χωριό Θέρμα, γνωστό για τις θερμές ιαματικές πηγές του. Τα σπίτια του χωριού σχεδόν δεν φαίνονται, κρυμμένα μέσα στο πράσινο.
Το χωριό Θέρμα

Παίρνουμε πληροφορίες για τη Γριά Βάθρα. Μας λένε ότι μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πάνω με το πούλμαν και από εκεί είναι πέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια. Δεν θα συμβούλευα κανένα να εμπιστευθεί τις τοπικές πληροφορίες! Με κόπο ανηφορίζουμε κι όλο ανηφορίζουμε ώσπου μετά από μισή ώρα να φτάσουμε στον προορισμό μας. Ομολογώ ότι η διαδρομή άξιζε τον κόπο. Πλατάνια, αιωνόβιοι κορμοί με παράξενους σχηματισμούς, ρυάκια, αλλά και δύσβατη ανάβαση που κάποια σημεία της δεν θα μπορούσαμε να διανύσουμε χωρίς αλληλοβοήθεια.
Κατεβαίνοντας από τη Γρια Βάθρα

Άλλο ένα ανηφορικό μονοπάτι μας περίμενε ωσότου φτάσουμε στον κυριότερο αρχαιολογικό χώρο του νησιού, εκεί όπου βρέθηκε και το περίφημο άγαλμα της Νίκης, στην Παλαιόπολη. Γράφει ο Ίων Δραγούμης: «Εκεί βλέπω ναών μαρμαρένιων και χτιρίων χαλάσματα, γκρεμισμένα τείχη, πέτρες κομμάτια και μάρμαρα μεγάλα και μικρά με γράμματα και δίχως γράμματα, μορφές ειδώλων κομματιασμένων και παραμορφωμένων και ένα λιμάνι χωσμένο από τις κατεβασιές των ποταμών. Και παντού μες στα ερείπια φυτρώνουν αγριλιές, πρινάρια και χόρτα, σα να πασκίζουν να τα αποσκεπάσουν».

Χρειάζεται πραγματικά μεγάλη δύναμη φαντασίας για να αναπλάσει κανείς μέσα από τα λιγοστά ερείπια το Ιερό των Μεγάλων Θεών, τα Καβείρια μυστήρια, το ανάκτορο που λειτουργούσε ως χώρος μύησης των πιστών, τη θόλο όπου τελούνταν οι θυσίες, ενώ αναλογίζεσαι κι όλους του μεγάλους ήρωες που, σύμφωνα με τη μυθολογία και την ιστορία πέρασαν απ’ εδώ. Τον Ιάσονα, τον Ηρακλή, τον Ορφέα, τον Οδυσσέα, τον Κάδμο που εδώ γνώρισε την Αρμονία, τον Φίλιππο που εδώ έπλεξε το ειδύλλιό του με την Ολυμπιάδα. Μα κι ο Ποσειδώνας λέγεται πως καθισμένος στην κορυφή του Σάος παρακολουθούσε απέναντι στην Τροία τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων.

Μικρό αλλά συμπαθητικό το μουσείο της Παλαιόπολης φιλοξενεί εκτός από το αντίγραφο της Νίκης της Σαμοθράκης, και άλλα ευρήματα της περιοχής. Ευρήματα, αδιάψευστους μάρτυρες της ζωής και της τέχνης αιώνων περασμένων.
Στα ερείπια της Παλαιόπολης

Την ώρα που φτάνουμε στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Χώρα, ένας ενοχλητικός και κρύος αέρας μας εμποδίζει να περιδιαβάσουμε στα στενά, πλακόστρωτα δρομάκια της μικρής πόλης. Μόνο για λίγο κοιτάζουμε και φωτογραφίζουμε το μνημείο που στήθηκε για τους σφαγιασθέντες κατοίκους του νησιού το 1821. Τότε που όσοι δεν εξοντώθηκαν εγκατέλειψαν το νησί για να σωθούν κι αυτό για χρόνια ερημώθηκε.

"Η μνημοσύνη στεφανώνει το ηρωικό νησί για τους σφαγιασθέντες το 1821"

Ψηλά στον Προφήτη Ηλία, σ’ ένα εστιατόριο με πανοραμική θέα της παραλίας, απολαμβάνοντας το φημισμένο σαμοθρακιώτικο κατσίκι ρίχνουμε μια τελευταία ματιά και αποχαιρετούμε τ’ όμορφο νησί.

Αποχαιρετώντας τη Σαμοθράκη

Η πασχαλινή εκδρομή πήρε τέλος. Οδεύοντας ξανά προς τη Θεσσαλονίκη για την επιστροφή, όλα όσα είδαμε, όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα αναπολήσαμε στριφογυρίζουν στη σκέψη. Βαδίσαμε σε μια ακόμη γωνιά της ελληνικής γης όπου περπατούν οι αιώνες, η ιστορία και η παράδοση και ο θρύλος, όπου οι αρχαίοι οι θεοί λες και περιδιαβάζουν μαζί σου. Παίρνουμε μαζί μας εικόνες, ακούσματα, μυρωδιές της άνοιξης να μας συνοδεύουν ως το επόμενο Πάσχα.

Οι "Πασχαλιστές"


Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

Η δύναμη και η δόξα

Πρωτοδιαβασμένο πριν από χρόνια το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην "Η δύναμη και η δόξα",  (Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989, μετ. Ελένη Δεληγιάννη) μου είχε αφήσει μια μελαγχολική, ζοφερή ανάμνηση δυστυχίας, φτώχιας, καταδίωξης. Ξαναδιαβασμένο τώρα δεν διαφοροποιεί την εικόνα που μου είχε δημιουργήσει, μόνο που αυτή η εικόνα ξαναγράφεται πιο έντονα μέσα μου, διεγείροντας καινούριους προβληματισμούς.
Μεξικό. Δεκαετία του '30. Η Καθολική Εκκλησία βρίσκεται υπό διωγμό από το φασιστικό καθεστώς. Οι ιερείς είτε εγκαταλείπουν τη χώρα είτε εξαναγκάζονται να παντρευτούν, αποβάλλοντας έτσι το ιερατικό σχήμα. Ένας ιερέας, ο ανώνυμος κεντρικός χαρακτήρας του Γκράχαμ Γκρην, τριγυρίζει στη ρημαγμένη χώρα προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να περάσει τα σύνορα. Κάθε άλλο παρά ιδανική μορφή ιερωμένου, "μπεκρόπαπας" αποκαλείται λόγω του αλκοολισμού του, με ένα εξώγαμο παιδί να βαραίνει ακόμα περισσότερο τη συνείδησή του. Οι "κοκκινοπουκάμισοι", όπως ονομάζονται οι παραστρατιωτικές ομάδες του καθεστώτος, στην προσπάθειά τους να τον εντοπίσουν, δεν διστάζουν να συλλάβουν και να εκτελέσουν ομήρους. Εκείνος, παρ' όλο τον κίνδυνο που διατρέχει, στα χωριά όπου καταφεύγει τελεί λειτουργίες, βαφτίζει παιδιά, εξομολογεί. Ένας μιγάδας τον αναγνωρίζει, τον ακολουθεί περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να τον καταδώσει, εισπράττοντας, ως άλλος Ιούδας, τα αργύρια της επικήρυξης.
Την ώρα που ο "μπεκρόπαπας" έχει βρει δυο μουλάρια κι έναν οδηγό για να φύγει από τη χώρα, ο μιγάδας εμφανίζεται και του ζητά να τον ακολουθήσει κοντά σ' έναν ετοιμοθάνατο "γιάνκη", ένα καταζητούμενο ληστή και δολοφόνο που θέλει να εξομολογηθεί. Ο ιερέας διστάζει. Ξέρει ότι είναι παγίδα, όμως νικά τους δισταγμούς του και σπέυδει κοντά στον ετοιμοθάνατο, ξέροντας ότι αυτό είναι το τέλος του.
Ο υπολοχαγός, που σαν άλλος Ιαβέρης τον καταζητούσε καιρό, δείχνει ευσπλαχνία κι ανθρωπιά. Εκτελώντας επιθυμία του ιερέα να εξομολογηθεί καταφεύγει σ΄ έναν άλλο ιερέα που είχε υποκύψει και παντρευτεί. Αλλά εκείνος αρνείται. Η σύγκριση ανάμεσα στους δυο ιερείς είναι αναπόφευκτη. Η δραματική τελευταία νύχτα πριν από την εκτέλεσή του είναι από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου. Ο φτωχός ιερέας εξομολογείται στον εαυτό του. "Τι ανόητος που ήταν να πιστέψει πως θα ήταν αρκετά δυνατός για να μείνει, ενώ οι άλλοι έφευγαν. "Τι απίθανος άνθρωπος είμαι", σκέφτηκε," και πόσο άχρηστος! Δεν έχω κάνει τίποτα για κανέναν. Θα μπορούσα και να μην είχα ζήσει ποτέ μου". Οι γονείς του είχαν πεθάνει. Σύντομα κι αυτός δεν θα ήταν ούτε μια ανάμνηση. Στο κάτω κάτω, ίσως, αυτή τη στιγμή να μη φοβόταν την αιώνια καταδίκη-ακόμα κι ο φόβος του πόνου κρύφτηκε στα κατάβαθα. Ένιωθε μόνο μια πελώρια απογοήτευση, γιατί θα 'πρεπε να παρουσιαστεί στο Θεό με άδεια χέρια, χωρίς να 'χει κάνει απολύτως τίποτα." 
Ο τίτλος του βιβλίου παρμένος από την εκκλησιαστική ευχή "ότι Σου εστίν η βασιλεία, η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος..." επιβεβαιώνεται με τον εξαιρετικό επίλογο του βιβλίου. Όταν νομίζουν πως όλοι οι ιερείς έχουν εξοντωθεί, ένας ξένος φτάνει στη χώρα. Είναι ένας νέος ιερέας.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Ο κλέφτης των ονείρων

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν εκείνο που με ώθησε να αγοράσω το μυθιστόρημα του Μισέλ Ζουβέ "Ο κλέφτης των ονείρων" (Ηλέκτρα, 2005, μετ. Μαρία Βώττα). Να ήταν το ότι διαδραματίζεται στη Βενετία ή γιατί έχει να κάνει με τα όνειρα, θέματα που και τα δύο πολύ με ενδιαφέρουν; Η λογοτεχνική Βενετία, η Βενετία ως λογοτεχνικός τόπος, μπορώ να πω ότι με ελκύει περισσότερο από την πραγματική Βενετία, την οποία επισκέφθηκα δυο φορές. Οι συγγραφείς (και δεν είναι λίγοι), εξιδανικεύοντάς την, κατορθώνουν να της προσδώσουν μια μυστηριακή εικόνα που δημιουργούν τα κανάλια, τα στενά δρομάκια, τα παλιά αρχοντικά, η ομιχλώδης ατμόσφαιρα, η ιστορία που τη συνοδεύει, πράγματα που ο επισκέπτης της πεζής πραγματικότητας δεν μπορεί πάντα να διακρίνει.
Κι από την άλλη τα όνειρα. Αυτή η εξίσου μυστηριακή διαδικασία του ύπνου που και αυτή απασχόλησε όχι λίγο τόσο τη λογοτεχνία όσο και την ψυχιατρική, με θεμελιωτή βέβαια τον Φρόιντ, αλλά ακόμη και τη λαϊκή παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες. Τι είναι το όνειρο, ποια η λειτουργία του, τι μπορούν να αποκαλύψουν για την προσωπικότητα και το υποσυνείδητο τα όνειρά μας; Υπάρχουν προφητικά όνειρα;
Παρ' όλο που το βιβλίο του Ζουβέ συνδυάζει και τα δυο αυτά αγαπημένα μου θέματα, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Αφενός βρίσκω ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη θεωρία του ίδιου του συγγραφέα όσον αφορά τα όνειρα, με όρους ενίοτε δυσνόητους και αφετέρου για το απίθανο της όλης υπόθεσης όπως εξελίσσεται στο τέλος.
Ας γίνω πιο σαφής. Ο Μισέλ Ζουβέ, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Λυών, ασχολήθηκε συστηματικά με το "μυστήριο" που περιβάλλει τον ύπνο και τα όνειρα. Ο ήρωας του μυθιστορήματός του δεν χρησιμοποιείται μόνο ως η persona του, αλλά  ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ίδιος είναι ο αφηγητής. Δηλαδή ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος επιστήμονας, με ιδιαίτερες έρευνες και ανακαλύψεις γύρω από τα όνειρα,  τον οποίο εξακολουθούν να καλούν σε συνέδρια ή να του ζητούν άρθρα για περιοδικά και που δεν τον αφήνει ασυγκίνητο το ωραίο φύλο. Ο Μισέλ Ζουβέ είναι ο εισηγητής της θεωρίας του παράδοξου ύπνου, δηλαδή μιας περιόδου του ύπνου μας όπου η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι ταχύτατη. Αν ξυπνήσουμε κάποιον την ώρα που βρίσκεται στο στάδιο του παράδοξου ύπνου, συνήθως μπορεί να αφηγηθεί τα όνειρά του με πολλές λεπτομέρειες. Επιπλέον ο Ζουβέ με πειράματα σε ποντίκια έδειξε ότι με τη χορήγηση ενός φαρμάκου μπορεί να επέμβει στα όνειρα και να αλλοιώσει την ίδια την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο Ζουβέ, υποφέροντας από πόνους στη μέση, έρχεται κάθε χρόνο στο Μοντεγκρότο, στα νότια της Πάντοβας, πολύ κοντά στη Βενετία, σ' ένα ξενοδοχείο με θερμά λουτρά και λασπόλουτρα (fango στα ιταλικά). Από εκεί επισκέπτεται καθημερινά τη Βενετία, ενώ παράλληλα προσπαθεί να γράψει ένα άρθρο, πάντα γύρω από τις έρευνές του. Σιγά-σιγά όμως παράξενα και ανεξήγητα γεγονότα αρχίζουν να του συμβαίνουν. Νομίζει πως βλέπει μια ωραία κοπέλα να εμφανίζεται ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικά μέρη. Ο ίδιος, με την παρέμβασή του σ' ένα συνέδριο ανατρέπει την ίδια τη θεωρία του. Η όλη προσωπικότητά του φαίνεται να έχει αλλοιωθεί. Τι να συμβαίνει; Το μυθιστόρημα παίρνει χροιά αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Η λύση που θα δοθεί άραγε θα επιβεβαιώσει ή θα ανατρέψει τη θεωρία του για τον παράδοξο ύπνο και τα όνειρα;
Ενδιαφέρον βέβαια ως θέμα, ωραία και ρεαλιστική η ατμόσφαιρα της λουτρόπολης και της Βενετίας, αλλά η υπερβολή στην επιστημονική πλευρά αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

Συνεσταλμένος δολοφόνος

Έχω την εντύπωση ότι σήμερα το διήγημα είναι ένα κάπως παραμελημένο, περιθωριοποιημένο λογοτεχνικό είδος. Το μυθιστόρημα κυριαρχεί στις αναγνωστικές προτιμήσεις, παρ' όλο ότι πολλοί νέοι λογοτέχνες αρχίζουν την πεζογραφική τους πορεία με την ευσύνοπτη φόρμα του διηγήματος (και καλά κάνουν). Όμως το διήγημα δεν έχει τη δεσπόζουα θέση που κατείχε το 19ο αι. και στις αρχές του 20ου αι., τότε που εύρισκε τη θέση του ακόμη και στις στήλες των εφημερίδων.
Κι όμως συχνά, αν οι συγκυρίες και, σπανιότερα, η συνειδητή επιλογή μας οδηγήσει στην ανάγνωση διηγημάτων, δεν είναι μικρότερη η αναγνωστική απόλαυση που αντλούμε απ' αυτά. Μια τέτοια συλλογή  διάβασα πρόσφατα και ομολογώ ότι, παρά τις εν μέρει επιφυλάξεις μου, τα απόλαυσα.
Πρόκειται για οκτώ διηγήματα του Τάσου Αναστασίου υπό τον τίτλο "Συνεσταλμένος δολοφόνος" (Κουκκίδα, 2011). Θα τα ονόμαζα μάλλον νουβέλες, γιατί η έκτασή τους κυμαίνεται μεταξύ των 30-40 σελίδων.
Μου θύμισαν το ευαγγελικό "οίνος νέος εις ασκούς παλαιούς", χωρίς το "παλαιούς" να χρησιμοποιείται απαξιωτικά. Το αντίθετο. Μου άρεσαν. Η σύχρονη ελληνική ζωή, οι νέες ιδέες, τα σύγχρονα προβλήματα εκτίθενται μέσα από την κλασική φόρμα του διηγήματος: Πλοκή, δέση, κορύφωση, λύση. Οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν, όμως δεν είναι οι ευτυχέστερες στιγμές. Για παράδειγμα, στο διήγημα "Φελλίνι my ass (ρε!)", όπου γίνεται απόπειρα για μια πρωτοτυπία στη μορφή, βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ κατώτερο από άλλα.
Από τα πλεονεκτήματα του βιβλίου ο γλωσσικός πλούτος. Μέσα στη σύγχρονη λεξιπενία που δεν αφήνει ανεπηρέαστη ούτε τη λογοτεχνική γραφή, η γλώσσα του Αναστασίου θυμίζει παλιές, καλές, πλούσιες γλωσσικά εποχές. Αν και ενίοτε φτάνει στη γλωσσική εκζήτηση σε σημείο που να ταιριάζει για τον ίδιο αυτό που διατυπώνει ένας από τους χαρακτήρες του ως κριτική ενός περιοδικού: "Ωραία γλωσσική συσκευασία ελαφρώς ανώτερη του κάποτε γλυκανάλατου περιεχομένου".
Οι ανθρώπινες σχέσεις, η ψυχολογική ανάλυση, ο ενδιάθετος λόγος και προβληματισμός κυριαρχούν στο βιβλίο, ενώ η όλη ατμόσφαιρα τόπου και χρόνου χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστικότητα της γραφής. Σ' ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, "Το χαμόγελο του Τούρκου", εκτός από τη λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως περπατάει μαζί με τους ήρωες του διηγήματος στα δρομάκια της τούρκικης συνοικίας της Κομοτηνής. Και σ' ένα άλλο ωραίο διήγημα, "Το περιστατικό στο χιόνι", η σχολική ατμόσφαιρα φαντάζει τόσο οικεία που ο εκπαιδευτικός-αναγνώστης ταυτίζεται, συμπάσχει, θυμάται.
Μου άρεσε ο τρόπος που κάθε διήγημα τελειώνει. Υπάρχει μια πρωτοτυπία, το θέμα δεν κλείνει οριστικά. Ο συγγραφέας μοιάζει να εισχώρησε για λίγο στη ζωή κάποιων προσώπων, μας περιέγραψε ένα κομμάτι της και σε μια στιγμή αποχώρησε, ενώ τα πρόσωπα συνεχίζουν τη ζωή και την πορεία τους.
Νομίζω πως ο τίτλος της συλλογής είναι εν μέρει παραπλανητικός. Όχι μόνο γιατί παραπέμπει σε αστυνομικό βιβλίο, αλλά και γιατί δεν πιστεύω ότι το ομότιτλο διήγημα είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της συλλογής.
Και μια τελευταία παρατήρηση. Στο βιβλίο αφθονεί η χρήση παρενθέσων, κάποτε σε σημείο ενοχλητικό. Συχνά δοκίμαζα να ξαναδιαβάσω μια φράση χωρίς την παρένθεση και το νόημα δεν άλλαζε. Δεν ξέρω γιατί αυτή η κατάχρηση ακόμη και σε σημεία που δεν είναι απαραίτητη.
Ο Τάσος Αναστασίου με το πρώτο του αυτό πεζογράφημα εμφανίζει πολλές δυνατότητες. Ως διηγηματογράφος πιστεύω θα έπρεπε να δώσει πιο συνεπτυγμένη φόρμα στα κείμενά του, αλλά θα ήταν, νομίζω, εξίσου καλός και ως μυθιστοριογράφος.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Αφρισμένα νερά

Το ονειρικό, ομιχλώδες, πλημμυρισμένο τοπίο της μυθικής αυτής πόλης, της Βενετίας, αποτελεί το σκηνικό για όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ντόνα Λεόν, πάντα με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Γκουΐντο Μπρουνέτι.
Πολλά έχουν γραφτεί για το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα που έπαψε πια να θεωρείται παραλογοτεχνικό είδος. Η κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, ψυχολογική ή άλλη διάσταση, του προσδίδει σήμερα πολύ διαφορρετικό χαρακτήρα από τα μυθιστορήματα τύπου Κόναν Ντόυλ ή Άγκαθα Κρίστι. Η αστυνομική πλοκή στο σύγχρονο μυθιστόρημα είναι το μέσο για να προβληθούν άλλοι, σοβαρότεροι προβληματισμοί από το να βρεθεί απλώς ο ένοχος ενός εγκλήματος. Κάποτε μάλιστα η αστυνομική διάσταση εμπλέκεται σε τέτοιο βαθμό σε μυθιστορήματα που δεν χαρακτηρίζονται ως αστυνομικά (π.χ. "Ο Φρόιντ στο Μανχάταν" ή "Το όνομα του ρόδου") ώστε αμφιταλαντευόμαστε αν θα τα κατατάξουμε στα αστυνομικά ή όχι.
Η αρχαιοκαπηλία, τα γνήσια και πλαστά έργα τέχνης, το εμπόριό τους, είναι το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται το μυθιστόρημα "Αφρισμένα νερά" (Σύγχρονοι ορίζοντες, 2008, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος). Στο παλάτσο μιας διάσημης σοπράνο, της Φλάβιας Πετρέλλι, στο οποίο μένει και η φίλη της, η πολύ γνωστή αρχαιολόγος Μπρετ Λιντς, εισβάλλουν δυο άγνωστοι που κακοποιούν βάναυσα την αρχαιολόγο. Κι ενώ εκείνη νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο διευθυντής του Μουσείου του Παλατιού του Δόγη βρίσκεται δολοφονημένος. Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στα δυο εγκλήματα; Ο επιθεωρητής Μπρουνέτι αναλαμβάνει την υπόθεση. Ερευνώντας την μας παρασύρει μαζί του στον κόσμο της τέχνης, ιδιαίτερα της κινεζικής, πότε σε μια αντικερί, άλλοτε στις πληροφορίες που αφορούν τη διάκριση ενός πλαστού από ένα αυθεντικό έργο τέχνης. Απόηχοι δράσης της Μαφίας εμπλέκονται επίσης στην υπόθεση. Ανάλαφρη, χαριτωμένη ειρωνεία διακρίνει τις παρατηρήσεις της Ντόνα Λεόν για την ιταλική γραφειοκρατία (πόσο όμοια παντού!), για τις ιταλικές διαλέκτους, για τις συχνά ανορθόδοξες μεθόδους της αστυνομίας. Πολλές επίσης μουσικές αναφορές διανθίζουν το βιβλίο, δικαιολογημένα, αφού η Λεόν θεωρείται ειδική στην όπερα, παράλληλα με την κριτική του αστυνομικού μυθιστορήματος που γράφει στη Sunday Times.
Αμερικανίδα, γεννημένη το 1942, η Ντόνα Λεόν δίδαξε αγγλική λογοτεχνία σε πολλές χώρες και έζησε για μια εικοσαετία στη Βενετία. Γι' αυτό και οι εικόνες από την πλημμυρισμένη Βενετία, τα ερειπωμένα ή ανακαινισμένα παλάτσο, τα στενά, αδιέξοδα δρομάκια, το νερό που βρίσκεται παντού, που ανεβαίνει με την παλίρροια και μέσα του τσαλαβουτούν για ώρες οι ήρωες, ακόμα και το φινάλε που δίνεται ουσιαστικά μέσα στο νερό, συνθέτουν το σκηνικό που μας γοητεύει και μας συναρπάζει αυτό πιο πολύ κι από την ίδια την υπόθεση του έργου. Το οποίο, φυσικά, όπως όλα τα αστυνομικά, θα τελειώσει με την αποκάλυψη του ενόχου και την αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης πραγμάτων, "δι' ελέου και φόβου" μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

Στο καλό μυθιστόρημα

"Έχω πάθος με τη λογοτεχνία και, όπως όλοι όσοι έχουν ένα πάθος, υποφέρω. Λαχταράω να διαβάσω ένα καλό μυθιστόρημα. Έχω απογοητευτεί τόσο πολύ, ώστε, εδώ και δέκα χρόνια σχεδόν, δεν τολμάω πια ν' ανοίξω ένα καινούργιο. Περιμένω το χρόνο να τα ξεσκαρτάρει". Λόγια ενός από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος της Laurence Cosse "Στο καλό μυθιστόρημα" (Πόλις, 2011, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που συνοψίζουν το όνειρο κάθε βιβλιόφιλου: να υπήρχε τρόπος να διαβάζει μόνο καλή λογοτεχνία, να μη χρειάζεται να διανύει μια άγονη αναγνωστική πορεία χιλιομέτρων, για να κάνει επιτέλους σταθμό σε κάτι που θα τον ικανοποεί, που θα του προκαλεί την υπέρτατη εκείνη απόλαυση που σου προσφέρει ένα καλό μυθιστόρημα.
Ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο, που θα πουλούσε μόνο αριστουργήματα, άσχετα από το χρόνο έκδοσής τους, στήνουν δυο παθιασμένοι βιβλιόφιλοι. Ο Βαν (Ιβάν), που είχε διατελέσει πωλητής σε μια αλυσίδα βιβλιοπωλείων και η Φραντζέσκα, μια ωραία, πλούσια κληρονόμος που διαθέτει το σχετικό κεφάλαιο. Οι δυο τους συναντήθηκαν τυχαία στο βιβλιοπωλείο ενός χιονοδρομικού κέντρου ("Απ' όλες τις λειτουργίες της λογοτεχνίας μου επιβεβαιώνετε ότι μία από τις ευτυχέστερες είναι ν' αλληλοαναγνωρίζονται και να συζητούν άνθρωποι που είναι πλασμένοι να συνεννοούνται", θα πει ο Βαν στη Φραντζέσκα).
Αρχίζουν να υλοποιούν την ιδέα τους. Στο βιβλιοπωλείο τους, που το ανοίγουν σε κεντρική περιοχή του Παρισιού, θα διατίθενται μόνο αξιόλογα βιβλία, μυθιστορήματα και νουβέλες στα Γαλλικά, αλλά και ξένα μεταφρασμένα. Η επιλογή των βιβλίων ανατίθεται σε μια οκταμελή επιτροπή συγγραφέων, η σύνθεση της οποίας κρατείται μυστική. Ακόμη κάθε μέλος αγνοεί την ταυτότητα των υπολοίπων. Απλώς τους ζητήθηκε να προτείνει ο καθένας ένα κατάλογο από 600 βιβλία, από τα οποία οι δυο ιδρυτές του βιβλιοπωλείου "Au Bon Roman", όπως ονόμασαν το βιβλιοπωλείο τους, θα επέλεγαν ποια θα είχαν σ' αυτό.
Το εγχείρημα επιτυγχάνει. Οι βιβλιόφιλοι αγκαλιάζουν με ενθουσιασμό την καινούργια ιδέα. Το βιβλιοπωλείο είναι διαρκώς γεμάτο κόσμο. Όμως η αντίδραση δεν αργεί να έρθει. Με άρθρα στον τύπο, με σχόλια στο ίντερνετ, η ιδέα ενός εκλεκτικού βιβλιοπωλείου επικρίνεται έντονα, τόσο από εκδότες, όσο και από συγγραφείς που δεν περιελήφθηκαν στον "κανόνα". Χαρακτηρίζεται ελιτίστικη, ακόμα και φασιστική. Ποιοι είναι αυτοί που θα καθορίσουν τι πρέπει να διαβάζει κανείς και τι όχι; Με ποιο δικαίωμα αποκλείουν από το βιβλιοπωλείο τους κάποια βιβλία; Οι επιθέσεις αφορούν ακόμη και την ιδιωτική τους ζωή. Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη πλευρά, των υποστηρικτών της ιδέας και οι συζητήσεις εντείνονται.
Αποκορύφωμα της αντίδρασης είναι οι επιθέσεις που δέχονται τρία μέλη της επιτροπής, πράγμα εντελώς ανεξήγητο, μια και η ταυτότητά τους ήταν μυστική. Με αυτές τις επιθέσεις αρχίζει το μυθιστόρημα και η αστυνομική  χροιά που του προσδίδει η Κοσέ, το καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρον, αν και για κάθε βιβλιόφιλο ίσως να μην ήταν απαραίτητη. Αρκούν οι δεκάδες βιβλία και συγγραφείς που αναφέρονται, αρκούν οι συζητήσεις και οι απόψεις γύρω από λογοτεχνικά θέματα. Όπως, τι είναι καλή και τι κακή λογοτεχνία, ο ρόλος της κριτικής, η εμπορευματοποίηση των πνευματικών δημιουργημάτων, οι αντιζηλίες των ομοτέχνων, ο ρόλος του τύπου, η εκδοτική δραστηριότητα ως κερδοφόρος επιχείρηση και πλήθος άλλα θέματα γύρω από τον κόσμο του βιβλίου.
Το βιβλιοπωλείο "Στο καλό μυθιστόρημα" δεν θα συντριβεί από την εναντίον του πολεμική. Θα αρχίσει να φθίνει όταν στον ίδιο δρόμο ανοίγει ένα άλλο βιβλιοπωλείο και σε λίγο ακόμη ένα, κακέκτυπα και ανταγωνιστικά του πρώτου. Αλλά δεν θα χαθεί. Με μια αισιόδοξη νότα τελειώνει το βιβλίο.
Το ωραίο, πρωτότυπο μυθιστόρημα της Λοράνς Κοσέ (δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας η ίδια, συγγραφέας του επίσης ωραίου μυθιστορήματος "Η απόδειξη"), που μέσα από τη μυθιστορηματική πλοκή ασκεί μια έντονη κριτική στα λογοτεχνικά πράγματα της Γαλλίας, κριτική που βεβαίως δεν αφορά μόνο τη Γαλλία, είναι σίγουρο πως θα εύρισκε μια θέση στους πάγκους του βιβλιοπωλείου "Au Bon Roman".

Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

Επιληψία, αγάπη μου!

Πριν από λίγο καιρό πήρα ένα ευγενικό e-mail από ένα άγνωστό μου ζευγάρι, τον Κώστα και την Αντιγόνη Καλλιμάχου, με το οποίο μου ζητούσαν να τους πω τη γνώμη μου για ένα βιβλίο που ετοιμάζονταν να εκδώσουν και το οποίο επισύναπταν. Το βιβλίο δεν ήταν τίποτε άλλο από το περιεχόμενο του μπλογκ τους. Ξεκίνησα να το διαβάζω, αρχικά από περιέργεια. Η περιέργεια όμως σύντομα μετατράπηκε σ' ένα αδιάπτωτο ενδιαφέρον και το μόνο που δυσχέραινε την ανάγνωση ήταν, όσο προχωρούσα, τα θολά από τα δάκρυα μάτια μου.
Τώρα το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάργα. Το ξαναδιάβασα από την αρχή ως το τέλος, παρ' όλο ότι το ήξερα ήδη. Δυο γονείς, ένα αγαπημένο νέο ζευγάρι, εδώ και εννιά χρόνια αφοσιωμένα αγωνίζεται για το κοριτσάκι του. Τη χαριτωμένη Μαρία-Φωτεινή, που από έξι μηνών πάσχει από φαρμακοανθεκτική επιληψία και μάλιστα μια πολύ σπάνια μορφή αυτής της αρρώστιας, το σύνδρομο Ντραβέ.
Με πρώτη καταγραφή στο μπλογκ στις 22 Φεβρουαρίου 2006 και τελευταία στις 2 Ιανουαρίου 2011 (όπως περιλαμβάνονται στο βιβλίο, γιατί το μπλογκ συνεχίζει ακόμα την πορεία του) παρακολοθούμε τον αγώνα αυτών των ανθρώπων, το δράμα αλλά και το μεγαλείο τους. Τα συναισθήματά τους όταν παρουσιάστηκε το πρώτο επιληπτικό επεισόδιο, τις αμέτρητες επιληπτικές κρίσεις, το χτυποκάρδι ώσπου να φτάσουν κάθε φορά στο νοσοκομείο, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να ξεπεράσουν τη γραφειοκρατία και να εξασφαλίσουν κάποια κρατική οικονομική ενίσχυση για να μεταβούν στο εξωτερικό. Υποθηκεύουν το σπίτι τους, δανείζονται, αναζητούν βοήθεια πότε στην Αγγλία ή τη Γαλλία για να τη βρουν τελικά στο Mayo Clinic, στην Αμερική, όπου εφαρμόζεται η Κετογενική μέθοδος (μια μέθοδος που βασίζεται στη διατροφή) σε συνδυσμό με καινούρια φάρμακα.
Στα κείμενα δεν υπάρχει δυσανασχέτηση, δεν υπάρχει διαμαρτυρία γι' αυτό που τους συμβαίνει. Δεν υπάρχει το απελπισμένο ερώτημα "γιατί σ' εμάς;" Υπάρχει μόνο μια απέραντη αγάπη, μια ακατάβλητη θέληση, μια δύναμη ψυχής που δεν ξέρεις από πού πηγάζει. "Όλα όσα χαίρονται τα άλλα παιδάκια, εμάς μας προκαλούν τρόμο: η θάλασσα, ο ήλιος, το έντονο παιχνίδι, το φαγητό, τα γλυκά, η πολλή χαρά και το ξεφάντωμα!", γράφουν. Και παρακάτω, "Κερδίζουμε την υγεία του παιδιού κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, ζώντας κάτω από αυστηρούς περιορισμούς: 12 γραμμάρια καρότο, 16,5 γαλοπούλα, 8 γραμμάρια κουνουπίδι κ.λπ., βιταμίνες, φάρμακα και κόντρα φάρμακα με παρενέργειες που δεν τολμάς να διαβάσεις..."
Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην αρρώστια, στις κρίσεις, στην ιατρική πλευρά του θέματος. Οι συγγραφείς ανασύρουν και καταγράφουν μνήμες από τα παιδικά τους χρόνια, από το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο, ακόμη περιπτώσεις άλλων προσώπων με ιατρικά προβλήματα.
Όμως το θέμα του παιδιού είναι το κυρίαρχο. Αυτό έρχεται και επανέρχεται. Η αδιάκοπη φροντίδα του, τα πολυήμερα, κάποτε πολύμηνα ταξίδια στην Αμερική, η προφύλαξή του από τις ιώσεις. "Τα παπούτσια μας τα αφήνουμε στην είσοδο του σπιτιού, τα χέρια μας τα πλένουμε πάντα και συχνά, ειδικά όταν είναι να ασχοληθούμε με το παιδί. Όποιος από μας αρρωστήσει αμέσως μπαίνει σε καραντίνα στο δεύτερο όροφο, ενώ αν πρόκειται να μας επισκεφθεί κάποιος, τον ρωτάμε πώς νιώθει και πότε αρρώστησε για τελευταία φορά..."
Πράγματα που για τον πολύ κόσμο είναι συνηθισμένα και αυτονόητα γι' αυτή τη μάνα γίνονται ανέφικτο όνειρο: "Θα ήθελα να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι, όλο ξεγνοιασιά και με την αίσθηση ότι τώρα πια ζούμε κι εμείς σαν άνθρωποι, σε ρυθμούς φυσιολογικούς, σε συνθήκες έστω ρουτίνας. Ναι, η ρουτίνα και η πλήξη του μέσου ανθρώπου-πόσο μου λείπει, πόσο τη ζηλεύω!"
Το βιβλίο προλογίζουν ο Νίκος Δήμου και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ενώ επιλογικό σημείωμα γράφει ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης.
Οι δυο συγγραφείς, ο Κώστας και η Αντιγόνη, παρά τον καθημερινό, επίμοχθο, πολύχρονο αγώνα τους για το δικό τους κοριτσάκι δεν κλείστηκαν εγωιστικά, ατομικιστικά στο δικό τους πρόβλημα. Άπλωσαν την αγάπη και τη δραστηριότητά τους και σ' όλους τους πάσχοντες από την "ιερή" αυτή νόσο, ως μέλη του Κυπριακού Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με επιληψία και έχουν δημιουργήσει εκτός από το δικό τους μπλογκ και το μπλογκ ephlipsia.
Είναι περίεργο. Κλείνοντας το βιβλίο δεν αισθάνεσαι, όπως θα περίμενε κανείς, κατάθλιψη, μελαγχολία. Αντίθετα, σε πλημμυρίζει ένας θαυμασμός και μια αισιοδοξία για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και της αγάπης. Κι όταν, στο τελευταίο κεφάλαιο διαβάζουμε: "...αρχίσαμε δειλά-δειλά να μετράμε: μια μέρα χωρίς κρίση, δυο βδομάδες χωρίς κρίση, ένας μήνας χωρίς κρίση, ένας χρόνος δίχως κρίση, δεκατέσσερις μήνες ευτυχίας!", η ευχή μας ολόψυχα ενώνεται με τη δική τους. Η ευτυχία αυτή να μην είναι μόνο ένα διάλειμμα, όπως φοβούνται. Να κρατήσει για πάντα.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

Μακρινή ακτή

"Η Αγγλία έχει αλλάξει. Αυτή την εποχή είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος είναι ντόπιος και ποιος όχι. Ποιος είναι δικός μας και ποιος είναι ξένος. Είναι ενοχλητικό".
Και μόνο αυτή η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος του Κάρυλ Φίλιπς "Μακρινή ακτή" (Scripta, 2009, μετ. Ρένα Χατχούτ), όπου στη θέση της λέξης "Αγγλία" θα μπορούσαμε άνετα να πούμε "Κύπρος", "Ελλάδα" ή οποιαδήποτε άλλη χώρα του δυτικού κόσμου, είναι αρκετή για να μας κινήσει το ενδιαφέρον για τη συνέχεια. Το τρομερό μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής μας, πολύ διαφορετικό από το αντίστοιχο άλλων εποχών, καθιστά το βιβλίο του Φίλιπς άκρως επίκαιρο και ενδιαφέρον. Και ασφαλώς όχι μόνο για την επικαιρότητά του.
Με κεντρικούς χαρακτήρες μια σχεδόν εξηντάχρονη δασκάλα μουσικής, τη Ντόροθι, κι έναν έγχρωμο λαθρομετανάστη, τον Σόλομον, που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, που η τύχη και οι συμπτώσεις τους φέρνουν να κατοικούν στο ίδιο μικρό χωριό κάπου στη βόρειο Αγγλία, ο συγγραφέας ανατέμνει την εποχή μας, σύγχρονα αλλά και διαχρονικά προβλήματα. Ο εμφύλιος σπαραγμός και η δυστυχία των Αφρικανικών χωρών, ο θάνατος, η αγωνία της επιβίωσης, η μοναξιά, η αναζήτηση της συντροφικότητας, η ξενοφοβία, περνούν μέσα από τη ζωή των δυο ηρώων.
Από το πρώτο κεφάλαιο σχεδόν ξέρουμε ήδη τη μοίρα τους, την κατάληξή τους. Αλλά δεν είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Πότε με πρωτοπρόσωπη και άλλοτε με τριτοπρόσωπη αφήγηση οδηγούμαστε στο τόσο διαφορετικό παρελθόν της Ντόροθι και του Σόλομον. Εκείνος, καταγόμενος από μια χώρα της Αφρικής που δεν κατονομάζεται, είδε ολόκληρη την οικογένειά του να σφαγιάζεται. Με έγκλημα εξασφαλίζει τα δυο χιλιάδες δολάρια που του ζητούν για να τον φυγαδέψουν. Ταξιδεύει καλυμμένος σ' ένα φορτηγό, κατάχαμα σ' ένα αεροπλάνο χωρίς καθίσματα, στριμωγμένος σ' ένα βαγόνι τρένου, λαθρεπιβάτης σ' ένα πλοίο, πηδάει με κίνδυνο της ζωής του στη θάλασσα για να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας, όπως φανταζόταν, την Αγγλία. Πολύ σύντομα η πραγματικότητα θα τον διαψεύσει. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, κατορθώνει να σωθεί με τη βοήθεια μιας συμπονετικής δικηγόρου και καταλήγει ανεπιθύμητος λαθρομετανάστης, νυχτοφύλακας και οδηγός για το νοσοκομείο, με το τραγικό τέλος να παραμονεύει.
Πολύ διαφορετική η μοίρα της Ντόροθι, μα η δυστυχία που βιώνει δεν την κάνει λιγότερο τραγική μορφή. Ο θάνατος την τριγυρίζει. Πεθαίνει η μάνα, ο πατέρας, χάνει  την αδερφή της από καρκίνο και, το επιστέγασμα, την εγκαταλείπει ο άντρας της. Θέλοντας να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή της καταλήγει στο μικρό χωριό, σ' ένα καινούριο οικισμό, στον οποίο νυχτοφύλακας είναι ο Σόλομον. Μάταια όμως αναζητεί την ανθρώπινη επαφή.  Η αναζήτηση λίγης ανθρώπινης συντροφιάς θα σταθεί αφορμή να την εξωθήσουν σε αναγκαστική παραίτηση από τη δουλειά της. Θα καταλήξει σ' ένα ίδρυμα για ψυχοθεραπεία, κλεισμένη στον εαυτό της και στις σκέψεις της.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι. Τι είναι αυτό που κάνει ένα τόσο μελαγχολικό βιβλίο, ένα μυθιστόρημα διωγμού, αποξένωσης, μισαλλοδοξίας, απέλπιδης αναζήτησης κάποιας χαράς στη ζωή να μας γοητεύει; Αυτή είναι η δύναμη και η γοητεία της λογοτεχνίας. Τα προβλήματα του κόσμου να γίνονται δικά μας, η ψυχολογική βυθομέτρηση των ηρώων να γίνεται εργαλείο για τη δική μας ενδοσκόπηση.
Και μια φράση από κριτική του Time Out που συνοψίζει, νομίζω, με τον πιο καίριο τρόπο όλο το μυθιστόρημα: "Είναι ένα από τα σπάνια μυθιστορήματα που εξετάζουν με επιτυχία σημαντικά θέματα μέσα από το πρίσμα ασήμαντων ζωών".
Ευχαριστίες στον librofilo

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2011

Το κορίτσι με τα πορτοκάλια

"Σε ρωτάω άλλη μια φορά. Τι θ' αποφάσιζες αν είχες την επιλογή; Θ' αποφάσιζες να ζήσεις μια σύντομη ζωή εδώ στη γη για να σε πάρουν ύστερα από λίγα χρόνια χωρίς δικαίωμα επιστροφής; Ή θα έλεγες: "Όχι, ευχαριστώ";
Έχεις μόνο αυτές τις δύο εναλλακτικές λύσεις. Επειδή αυτοί είναι οι κανόνες. Αν αποφασίσεις να ζήσεις, τότε αποφασίζεις και να πεθάνεις."
Ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι διαβάζει το γράμμα που έγραψε γι' αυτό ο πατέρας του έντεκα χρόνια πριν, όταν το μικρό τότε τετράχρονο αγόρι δεν θα μπορούσε να καταλάβει αυτά που ο πατέρας του είχε να του πει. Ο άρρωστος πατέρας ήξερε πως δεν θα ζούσε για να δει το γιο του να μεγαλώνει, δεν θα ζούσε για να τον δει να φτάνει στην ηλικία που θα μπορούσε να καταλάβει.
Ο Νορβηγός συγγραφέας, καθηγητής της φιλοσοφίας Γιοστέιν Γκάαρντερ, πασίγνωστος για το πολυμεταφρασμένο βιβλίο του "Ο κόσμος της σοφίας", μας δίνει με το μυθιστόρημά του "Το κορίτσι με τα πορτοκάλια" (Α.Α. Λιβάνη, 2005, μετ. Ιάκωβος Κοπερτί) ένα έργο φαινομενικά απλό, επιφανειακά ένα τρυφερό, μελαγχολικό, γλυκόπικρο παραμύθι, που όμως κάτω από την απλοϊκή επιφάνεια κρύβει βαθύτατα φιλοσοφικά ερωτήματα. Και το πιο βασικό απ' όλα το ερώτημα της ζωής: όταν ερχόμαστε σ' αυτό τον κόσμο, όταν γεννιόμαστε, είναι αναπόφευκτο ότι και θα πεθάνουμε. Αν λοιπόν είχαμε δικαίωμα επιλογής τι θα διαλέγαμε; Να μη γεννηθούμε ποτέ ή θα διαλέγαμε τη ζωή παρά την επίγνωση του τέλους της;
Ο Γκέορκ διαβάζει συγκινημένος το γράμμα του νεκρού πια πατέρα του, ενώ κάθε τόσο παρεμβάλλει τα σχόλια, τις σκέψεις του, στοιχεία της δικής του τωρινής ζωής. Η μακρά αφήγηση του πατέρα αναφέρεται στη ζωή του όταν ήταν είκοσι χρόνων, φοιτητής της ιατρικής. Μια μέρα συναντά στο τραμ ένα κορίτσι που κρατούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα γεμάτη πορτοκάλια. Κοιτάζονται. Ο νεαρός μαγεύεται. Η κοπέλα κατεβαίνει πριν εκείνος προλάβει να μάθει κάτι άλλο γι' αυτήν. Το κορίτσι με τα πορτοκάλια του γίνεται έμμονη ιδέα. Η φαντασία του οργιάζει. Τι να τα ήθελε άραγε τόσα πορτοκάλια; Πλάθει με το νου του διάφορα σενάρια, ενώ ταυτόχρονα την αναζητά σ' όλο το Όσλο. Πότε στην αγορά απ' όπου πιθανότατα αγόραζε τα πορτοκάλια, πότε σε μια καφετέρια, πότε στη λειτουργία των Χριστουγέννων. Θα φτάσει ακόμα και στη Σεβίλη, όταν κάποια ίχνη της τον οδηγούν εκεί.
Δεν θα αποκαλύψω τη συνέχεια, μια συνέχεια που αργά, μέσα από το τρυφερό γράμμα του πατέρα θα ανακαλύψει και ο Γκέορκ. Απ' τον πατέρα του διατηρεί μονάχα μια θολή ανάμνηση. Θυμάται προπάντων μια αστροφώτιστη νύχτα που ο πατέρας του τον κρατούσε αγκαλιά στη βεράντα και του μιλούσε για τη ζωή και το σύμπαν που βέβαια τότε δεν μπορούσε να καταλάβει.
"Τι είναι όμως ο άνθρωπος Γκέορκ; Τι αξία έχει; Μήπως είμαστε απλώς σκόνη που τη στροβιλίζει και τη σκορπίζει ο άνεμος;"
Μέσα από το γράμμα, την ήρεμη θλίψη από την επίγνωση του επικείμενου θανάτου εξουδετερώνει η ευτυχία της αγάπης και της ζωής που όσο σύντομη κι αν ήταν άξιζε να τη ζήσει.
Το ερώτημα που του έθεσε ο πατέρας του στριφογυρίζει διαρκώς στο μυαλό του:
"Φαντάσου ότι βρίσκεσαι πριν από δισεκαταμμύρια χρόνια στη γέννηση των πάντων, στο κατώφλι αυτού του παραμυθιού", έγραφε ο πατέρας μου. "Κι ότι πρέπει να επιλέξεις αν θα γεννηθείς για να ζήσεις σ' αυτό τον πλανήτη. Χωρίς να ξέρεις πότε θα ζήσεις και πόσο, σίγουρα πάντως για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Θα ήξερες δηλαδή ότι αν αποφάσιζες να έρθεις κάποτε σ' αυτό τον κόσμο, θα ήσουν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψεις πάλι κάποτε, αυτόν και όλα όσα ήταν σ' αυτόν, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος, ή, όπως λένε,  "όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου".
Το κρίσιμο ερώτημα επανέρχεται επίμονα γιατί, όπως γράφει ο πατέρας, "Νιώθω κάτι σαν ενοχή επειδή συνέβαλα στο να έρθεις στον κόσμο (...) Το να χαρίζεις τη ζωή σ' ένα παιδί δε σημαίνει απλώς να του δωρίζεις τον κόσμο. Σημαίνει επίσης να του αφαιρείς πάλι κάποτε αυτό το ασύλληπτα μεγάλο δώρο".
Όταν το γράμμα τελειώνει ο Γκέορκ ψάχνει για τον παλιό υπολογιστή του πατέρα του στον οποίο θα το είχε γράψει. Κι εκεί απαντά στο νεκρό πατέρα του μ' ένα γράμμα που δεν θα επιδοθεί ποτέ:
"Αγαπητέ μπαμπά! Ευχαριστώ για το γράμμα σου. Ήταν ένα σοκ για μένα, μου έδωσε χαρά αλλά και με βασάνισε. Ωστόσο πήρα πια τη βαριά απόφαση:είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα αποφάσιζα να ζήσω, κι ας ήταν μόνο για μια "στιγμή". Γι' αυτό ξέχασε παι αυτή την έγνοια. Μπορείς "να αναπαυθείς εν ειρήνη", όπως λένε".

Ευχαριστίες στη Χριστίνα απ' την οποία γνώρισα αυτό το υπέροχο βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

Θα πολεμάς με τους θεούς

Παρ' όλο ότι ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του απορρίπτει τον όρο "ιστορικό μυθιστόρημα", λέγοντας: "Κατά τη γνώμη μου ο όρος αυτός είναι αδόκιμος και προκύπτει από την ατυχή προσπάθεια να παντρέψει κανείς δύο ασύμβατες έννοιες", εντούτοις ο όρος ισχύει όχι μόνο ως αυτοπροσδιορισμός έργων από τους συγγραφείς, αλλά και ως δόκιμος λογοτεχνικός όρος σε ιστορίες της λογοτεχνίας.
Βασικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τα ιστορικά μυθιστορήματα σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Στη μια ομάδα μπορούμε να εντάξουμε τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία οι κεντρικοί ήρωες είναι φανταστικοί, τοποθετούνται όμως σε μια περασμένη εποχή που αναπαριστάται πιστά και αληθοφανώς. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα μυθιστορήματα στα οποία όχι μόνο το παρελθόν αναβιώνει πιστά, αλλά και οι χαρακτήρες είναι ιστορικά πρόσωπα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται η ανάμιξη και φανταστικών προσώπων. Σ' αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το "Θα πολεμάς με τους θεούς" (Πατάκης 2010), με υπότιτλο "Ένα μυθστόρημα για τον Λεωνίδα".
Σύμβολο ηρωισμού, αυτοθυσίας, υποταγής στο χρέος, πρόσωπο της ιστορίας, της μυθιστορίας, της ποίησης, προσλαμβάνει εδώ τις φυσιολογικές του διαστάσεις. Τι, αλήθεια, ξέρουμε γι' αυτό τον μακρινό ήρωα πέρα από την αυτοθυσία του στη μάχη των Θερμοπυλών; Πώς τον φανταζόμαστε; Μπορούμε να τον σκεφτούμε μεσήλικα με γκρίζα μαλιά, όπως ήταν όταν έπεφτε με τους τρακόσιους στις Θερμοπύλες; Ήταν παντρεμένος; Είχε παιδιά; Ποια ήταν η οικογένεια, η καταγωγή του; Ποιοι ήταν οι φίλοι του; Πώς έζησε τη ζωή του ως την ώρα της ύστατης θυσίας;
Η προσωπικότητα του Λεωνίδα αναδύεται μέσα από το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Στεφανάκη.  Γίνεται ένα μικρό παιδί, ένας ζωηρός έφηβος, ένας νεαρός εραστής, ένας γενναίος πολεμιστής. Και μαζί του ξαναζωντανεύει ο αρχαίος κόσμος της Σπάρτης και της Ελλάδας. Η ιστορία γίνεται ένα ζωντανό παρόν. Η ανατροφή των παιδιών, οι έρωτες και οι γάμοι, η στρατιωτική εκπαίδευση, οι διασκεδάσεις και η λατρεία των θεών, οι μαντείες και το πολίτευμα, η διατροφή και τα όπλα, οι πολιτικές συζητήσεις, οι σχέσεις των πόλεων, το εμπόριο και τα ταξίδια, οι κοινωνικές τάξεις, η φύση και οι θεσμοί προβάλλουν με όλη την αληθοφάνειά τους.
Οι προϋποθέσεις συγγραφής ενός τέτοιου έργου απαιτούν πολλή μελέτη, πολλή προετοιμασία. Ο αναγνώστης μπορεί να ανεχτεί την ανάμιξη φανταστικών και ιστορικών προσώπων, την απόδοση σκέψεων ή διαλόγων των οποίων η αυθεντικότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί, δεν ανέχεται όμως ιστορικές ανακρίβειες. Από την άλλη, δεν σημαίνει ότι το κείμενο πρέπει να φορτώνεται με όλη τη συσσωρευμένη γνώση από την προετοιμασία του συγγραφέα. Έχω την άποψη ότι ο Στεφανάκης παραφόρτωσε το μυθιστόρημά του και ότι αυτό θα κέρδιζε από τη σύμπτηξή του και τον περιορισμό των λεπτομερειών. Εντούτοις, πολλές σελίδες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παράλληλα κείμενα στη διδασκαλία της ιστορίας. Θα συνέβαλλαν, πιστεύω, στο να μετατραπεί το μάθημα από ανιαρή αποστήθιση γεγονότων και χρονολογιών, από ένα νεκρό παρελθόν σε κάτι σύγχρονο και ζωντανό. Δεν είναι κάτι που έγινε μια φορά και δεν επαναλαμβάνεται. Οι τελευταίες σκέψεις του Λεωνίδα, όπως ο συγγραφέας τις επινοεί και τις φαντάζεται, ανακαλούν στη σκέψη μας το μονόλογο του δικού μας, σύγχρονου ήρωα, του Γρηγόρη Αυξεντίου, έτσι όπως τις μετουσίωσε ποιητικά ο Γιάννης Ρίτσος στην εξαιρετική ποιητική σύνθεση "Αποχαιρετισμός".
 Ζητήθηκε από τον συγγραφέα να πει τι σημαίνει ο τίτλος. Δεν απάντησε. "Θα προτιμούσα να είναι το μικρό μυστικό που θα ανακαλύψει ο αναγνώστης", είπε. Θα αποπειραθώ μια ερμηνεία. Ο Λεωνίδας βρίσκεται στην Αίγινα. Γίνεται μια θυσία την οποία ακολουθεί η μαντεία. Ο γέροντας ιερέας προφητεύει στον Λεωνίδα πως "θα 'ρθει ο καιρός που τον Απόλλωνα θα προσβάλεις και τη βουλή του Δία θ' αψηφήσεις". Στη διαμαρτυρία του Λεωνίδα ότι σέβεται τους θεούς και ότι ποτέ δεν θα τους προσβάλει, ο γέροντας προφήτεψε:" Δεν θα μπορείς να κάνεις αλλιώς (...) θα πολεμάς με τους θεούς".
Και ήταν στη μεγάλη σπαρτιατική γιορτή των Καρνείων, αφιερωμένη στον Απόλλωνα, όταν αυστηρά απαγορευόταν η εμπλοκή σε πόλεμο, που ο Λεωνίδας αψηφώνας τη γιορτή ξεκίνησε για τις Θερμοπύλες. Τα είχε βάλει με τους θεούς.
Για το ίδιο βιβλίο και στο Βιβλιοκαφέ.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!

Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν αυτό που με μάγεψε στο ξαναδιάβασμα των "Επτά αγαπητικών διηγημάτων' του Παπαδιαμάντη, όπως είναι ο υπότιτλος του "Να είχεν ο έρωτας σαΐτες" (επιμέλεια-πρόλογος Κώστα Ακρίβου, ζωγραφιές Δημήτρη Μοράρου, Μεταίχμιο 2010). Να είναι άραγε γιατί με ξαναγύρισαν στα χρόνια της νεότητας, τότε που με άλλες συμμαθήτριες τον διαβάζαμε και τον λατρεύαμε; Ή μήπως γιατί θυμήθηκα τα χρόνια που τον δίδασκα κι ανέβαινα κάθε Χριστούγεννα μαζί του "Στο Χριστό στο Κάστρο" ή ταξίδευα με την "Υπηρέτρα' του μπαρμπα-Διόμα ή τριγύριζα "Στης κοκκώνας το σπίτι" ή χαιρόμουνα με τα αναπάντεχα δώρα της φτωχιάς "Σταχομαζώχτρας"; 'Ο,τι και να 'ταν, βυθίστηκα ακόμα μια φορά στη "Μαγεία του Παπαδιαμάντη" (αλήθεια, δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός για το έργο του Σκιαθίτη από αυτόν με τον οποίο τιτλοφόρησε το σχετικό του έργο ο Ελύτης). Αναρωτιέμαι, τι μπορώ να προσθέσω στις χιλιάδες σελίδες που γράφτηκαν γι' αυτόν;
Έρωτας στα χιόνια, Η νοσταλγός, Όνειρο στο κύμα, Θέρος-έρος, Η Φαρμακολύτρια, Η βλαχοπούλα, Έρως-ήρως. Επτά διηγήματα, επτά μικρά διαμαντάκια απ' το απέραντο αδαμαντωρυχείο του Παπαδιαμάντη. Κρυφοί έρωτες, ανομολόγητοι καημοί, φλερτ μιας εποχής εκατό χρόνια πριν από τη δική μας, η αβάσταχτη νοσταλγία που ωθεί στην περιπετειώδη, νυχτερινή, θαλασσινή διαδρομή, συνοικέσια και απόπειρες βιασμού, φεγγαρόλουστες βραδιές, νυχτερινό κολύμπι, η ανοιξιάτικη φύση, τα μάγια και οι καημοί του έρωτα, εκφρασμένα με τον υπέροχο ήχο των παπαδιαμαντικών λέξεων, συναρμόζονται για να δημιουργήσουν στην ψυχή μας την ευφροσύνη που προκαλεί η υψηλή τέχνη.
Πόση γνώση της ανθρώπινης ψυχής όταν ερωτεύεται, είχε αυτός ο θεωρούμενος ανέραστος, πόση λατρεία της φύσης, άλλοτε της πρωτομαγιάτικης, ανθισμένης εξοχής κι άλλοτε της πανέμορφης, πλανεύτρας θάλασσας! Είναι κάποιες φράσεις, κάποιες εικόνες που εντυπώνονται ανεξίτηλα μέσα μας. Είναι κάποιες σκηνές που σε αναγκάζουν να διακόψεις την ανάγνωση, ν' αφήσεις τη φαντασία σου να πλανηθεί στον μακρινό εκείνο κόσμο, ν' απολαύσεις σιωπηλά την ομορφιά του:
-"Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου". Τι υπέροχος, παρηγορητικός μέσα στη θλίψη του επίλογος!
-"Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα, ήταν νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα ως πλέει ναυς μανική, η ναυς των ονείρων..." Ποιος ερωτευμένος θα μπορούσε να δώσει ωραιότερη περιγραφή της αγαπημένης του;
-"΄Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου", άκουσε να του ψιθυρίζει η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια που την είχε παρακαλέσει να τον γλιτώσει από το μαρτύριο του έρωτα. Κι όμως με μια εξαίσια φράση τελειώνει το διήγημα. Σαν κάθε ερωτευμένος προτιμά το βάσανο του έρωτα από την ίαση: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου".
Ο μπαρμπα-Γιαννιός και το ερωτευμένο βοσκόπουλο, η Λιαλιώ και ο Μαθιός, η Μοσχούλα, η "περικαλλής" Ματή, η εξαδέλφη Μαχούλα, ο Ζήσης και η Φλώρα, ο Γιωργής και η Αρχοντώ παύουν να είναι πλάσματα της φαντασίας. Πιο ζωντανοί απ' τους ζωντανούς παραμένουν για πάντα "ιδεώδεις" μέσα στην ομορφιά που τους χάρισε η τέχνη του Παπαδιαμάντη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 07, 2011

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ

Με τη Μάρω Δούκα μου συμβαίνει κάτι περίεργο. Ενώ άλλα έργα της (Αρχαία σκουριά, Ουράνια μηχανική, Αθώοι και φταίχτες) μου άρεσαν πολύ, άλλα, όπως το "Σκούφος από πορφύρα" στάθηκε αδύνατο να τα τελειώσω. Το τελευταίο της, "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" (Πατάκης, 2010) αποδείχτηκε εξίσου ζόρικο και στο διάβασμά του. Το βιβλίο είναι περισσότερο χρονικό παρά μυθιστόρημα. Υπάρχει ασφαλώς μύθος, υπάρχουν τα πρόσωπα-φορείς του μύθου, κυριαρχεί όμως η ιστορία. Σύμφωνα και με προλογική δήλωση της συγγραφέως "τα ιστορικά γεγονότα, αναπόσπαστα της βαθύτερης αιτίας του βιβλίου, δεν ανασύρονται για να υπηρετήσουν τη μυθοπλασία αλλά για να την εκθέσουν, διεκδικώντας διαβρωτικά τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο".
Η Βιργινία, φοιτήτρια στην Αθήνα, γυρίζει στην πατρίδα της, τα Χανιά, όπου ζει η μητέρα της, ο άρρωστος, ετοιμοθάνατος παππούς της και ο θείος της, αδελφός της μητέρας της, ο Πανάρης. Συχνά διαβάζει στον παππού της αποσπάσματα από τον "Ερωτόκριτο", προπάντων το μέρος του έργου που αναφέρεται στο μαυροντυμένο παλικάρι, τον Χαρίδημο. Μια μέρα, στον "Ερωτόκριτο" του παππού βρίσκει το αντίγραφο μιας επιστολής με ημερομηνία 16 Απριλίου 1945, με την οποία ο αντισυνταγματάρχης Παύλος Γύπαρης απευθύνεται στον επίσκοπο Αγαθάγγελο, λέγοντας ότι υπό κάποιους όρους είναι έτοιμος να δεχτεί την πρόταση των Γερμανών και να χτυπήσει τους αναρχικούς. Η Βιργινία απορεί. Τι γύρευαν οι Γερμανοί στην Κρήτη τον Απρίλη του '45 όταν είναι γνωστό ότι από την Αθήνα αποχώρησαν τον Οκτώβρη του '44; Με τη βοήθεια βιβλίων που της προμηθεύει ο θείος της Πανάρης και με τετράδια σημειώσεων που της δίνει ο παππούς της, ο οποίος είχε ζήσει εκείνη την ταραγμένη εποχή, η Βιργινία βυθίζεται στο παρελθόν, προσπαθεί να αναπλάσει πρόσωπα και γεγονότα. Θα μάθει ότι οι Γερμανοί παρέμειναν στο νησί με στόχο και σε συνεννόηση με τους Άγγλους και τις εθνικιστικές οργανώσεις, να εμποδίσουν το ΕΑΜ να καταλάβει την εξουσία.
Πλήθος πρόσωπα και γεγονότα ανασύρονται στο φως καθώς η Βιργινία προσπαθεί να κατανοήσει και να εμηνεύσει τον ρόλο καθενός  και το ρόλο του παππού της, ενώ ταυτόχρονα αναζητεί και το δικό της στίγμα στο παρόν. Υπάρχουν τόσα πρόσωπα, παρελαύνουν τόσα ονόματα τόπων και προσώπων, εξιστορούνται τόσα γεγονότα που ο αναγνώστης μπερδεύεται. Δεν μπορείς να θυμάσαι τις δεκάδες τα πρόσωπα ή το ρόλο καθενός, πολλά από τα οποία εμφανίζονται για πολύ λίγο. Τα ιστορικά πρόσωπα διαπλέκονται με τα φανταστικά, το παρελθόν με το παρόν, τα ιστορικά γεγονότα με την ενδοσκόπηση και την προσπάθεια αυτογνωσίας της ηρωίδας.
Το έργο, πιστεύω, ενδιαφέρει πιο πολύ τον ιστορικό παρά τον αναγνώστη λογοτεχνίας. Πιο πολύ τους Κρητικούς και προπάντων τους Χανιώτες, των οποίων την ιστορία με τόσο λεπτομερειακό τρόπο καταγράφει η Δούκα. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου αναφέρει η Βιργινία απευθυνόμενη στον παππού της: "Αν έπεφταν στα χέρια μου τα τετράδιά σου πριν από την επιστολή του Γύπαρη στον Αγαθάγγελο, ίσως και να μου προκαλούσαν πλήξη". Ομολογώ ότι μια τέτοια πλήξη μου προκάλεσε μεγάλο μέρος του βιβλίου της Δούκα που με πολύ κόπο και μόχθο τελείωσα.

Μια εκτενής και πολύ διαφωτιστική παρουσίαση γίνεται εδώ.