Τρίτη, Ιανουαρίου 28, 2014

Ζωή μετά τη ζωή

Kate Atkinson
Ζωή μετά τη ζωή
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. Μυρσίνη Γκανά
Μπορώ να κατανοήσω τις διθυραμβικές κριτικές του αγγλόφωνου (του βρετανικού καλύτερα) κοινού και κριτικής για το βιβλίο αυτό, αν και, βεβαίως δεν ήταν ο λόγος που το αγόρασα και το διάβασα. Είναι ένα "αγγλικό" βιβλίο. Όχι μόνο λόγω της συγγραφέως που είναι Αγγλίδα, όχι λόγω γλώσσας, αλλά κυρίως λόγω περιεχομένου. Με επίκεντρο μια μέση, αστική, αγγλική οικογένεια που ζει λίγο έξω από το Λονδίνο, η ιστορία αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1967. Οι συνήθειες, η αγγλική εξοχή, οι δρόμοι και οι γειτονιές του Λονδίνου, οι οικογενειακές σχέσεις και συνάξεις, η συμμετοχή της οικογένειας, εκπροσώπου μιας ολόκληρης γενιάς, στους δυο Παγκόσμιους Πολέμους, η όλη ατμόσφαιρα σε μεταφέρει πολύ ρεαλιστικά στο χώρο και στο χρόνο. Και το τσάι...α, το τσάι, τόνοι ολόκληροι καταναλώνονται σ' αυτό το βιβλίο, με κάθε ευκαιρία! Κατανοητή λοιπόν η ανάδειξη του βιβλίου σε ευπώλητο, κατανοητές και οι διακρίσεις και βραβεύσεις της συγγραφέως στη χώρα της.
Εμένα, βεβαίως, μου κίνησε την προσοχή και την περιέργεια όχι η "αγγλικοσύνη" του βιβλίου, αλλά το θέμα, που κινείται γύρω από το εξής βασικό ερώτημα: Τι θα συνέβαινε αν είχες την ευκαιρία να ζήσεις ξανά και ξανά τη ζωή σου ώσπου να τα κάνεις όλα σωστά;
Το Φεβρουάριο του 1910, κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας, γεννιέται ένα κοριτσάκι που πεθαίνει πριν προλάβει να έρθει ο γιατρός. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο γιατρός προλάβαινε και το κοριτσάκι ζούσε; Το κοριτσάκι είναι η Ούρσουλα και η συγγραφέας της δίνει ξανά και ξανά καινούρια ζωή και σε κάθε ζωή που της χαρίζεται διαφορετικές είναι και οι περιπέτειες του βίου της. Άλλοτε πέφτει θύμα βιασμού και αναγκάζεται να διακόψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε μια άλλη ζωή είναι παντρεμένη και υφίσταται ψυχολογική και σωματική κακοποίηση από το σύζυγό της κι άλλοτε είναι παντρεμένη στο Βερολίνο κι έχει ένα κοριτσάκι. Μαζί της και με τις ποικίλες ζωές της (ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του περιβάλλοντός της, οι γονείς, τα τέσσερα αδέλφια, μια θεία που διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο, οι γείτονες, οι συνάδελφοι παραμένουν ίδια) διασχίζουμε κι εμείς τις δεκαετίες, ζούμε τις συνέπειες του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, την ανακωχή, το Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο, τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου αλλά και του Βερολίνου. Μεταφερόμαστε και στη Γερμανία, γνωρίζουμε την Εύα Μπράουν και το Χίτλερ, φτάνουμε ως τη μεταπολεμική εποχή και το 1967, οπότε η Ούρσουλα συνταξιοδοτείται.
Ο χρόνος πηγαινοέρχεται. Αρχίζει το 1930, πηγαίνει πίσω στο 1910, στο '15, στο '18, στο '47, στο '23 κ.ο.κ. ενώ διαρκώς ξαναγυρίζει στο 1910 δίνοντας στην ηρωίδα της ξανά και ξανά καινούρια ζωή. Είναι ασφαλώς μια πρωτότυπη ιδέα της Atkinson, όμως, πιστεύω, για να λειτουργήσει έστω και υποθετικά, για να ζεις δηλαδή και να ξαναζείς τη ζωή σου διορθώνοντάς την, θα πρέπει να θυμάσαι τι ήσουν στην προηγούμενή σου ζωή, πράγμα που πολύ ακροθιγώς συμβαίνει στο βιβλίο. Κάποια ψήγματα dejas-vu υπάρχουν στην ηρωίδα που όμως δεν αλλάζουν προς το καλύτερο την επόμενη ζωή της. Τη ζει σαν να είναι κάποια άλλη. Και μόνο μια ακραία πράξη του 1930, με την οποία και αρχίζει το βιβλίο, θα μπορούσε να είχε αλλάξει την ίδια την Ιστορία.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Atkinson (πιστεύω στην προσπάθεια να αναβαθμίσει λογοτεχνικά ένα "ευπώλητο") είναι οι πλείστες όσες αναφορές, στίχοι και φράσεις από άλλα βιβλία. Σαίξπηρ, Τζέην Όστιν, Σαρλότ Μπροντέ, Ντίκενς, Κητς, Έλιοτ, Δάντης και πολλοί άλλοι μνημονεύονται, τα παραθέματα των οποίων καταγράφονται σε ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου.
Αν και ενδιαφέρον στην πρωτοτυπία του βιβλίο, συχνά καταντά κουραστικό όταν η αφήγηση γίνεται επίπεδη, χωρίς εξάρσεις και οι 568 σελίδες του υπερβολικά πολλές. Το μειονέκτημα των πλείστων ευπώλητων...
(Ηλεκτρονική ανάγνωση)

Σημ. Επειδή πλέον οι αναγνώσεις μου είναι κατά βάση ηλεκτρονικές, καταργώ τη σχετική ετικέτα, διατηρώντας τις υπόλοιπες. Θα σημειώνω όμως σε κάθε ανάρτηση αν το βιβλίο είναι ηλεκτρρονικό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 25, 2014

Η Γαλλίδα δασκάλα

Ντίνος Γιώτης
Η Γαλλίδα δασκάλα
Ψυχογιός, 2013
Μέσα στην πλημμυρίδα των βιβλίων της εύπεπτης "ροζ λογοτεχνίας" με τις χιλιάδες πωλήσεις, να ένα καλό ελληνικό βιβλίο. Συγκρινόμενο βέβαια με το σχεδόν ομότιτλο "Η δασκάλα των Γαλλικών" του Πολωνού Άντονι Λιμπέρα, το τοποθετώ αξιολογικά αρκετά πιο κάτω, αν και ίσως η σύγκριση στην περίπτωση αυτή δεν ενδείκνυται, μια και η σχέση των δυο βιβλίων εξαντλείται στον τίτλο και στον έρωτα του νεαρού προς τη δασκάλα, θέμα όχι και τόσο σπάνιο. Η περιέργεια για την πιθανή σχέση των δύο βιβλίων, καθώς και η ευμενής κριτική του Βιβλιοκαφέ με ώθησε στην αναζήτηση και στην ανάγνωση του βιβλίου του Γιώτη. Και δεν με απογοήτευσε.
Το θέμα δεν θα το έλεγα πρωτότυπο. Αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, στη λογοτεχνία δεν έχει τόση σημασία το "τι" αλλά το "πώς". Ένας μεσήλικας, επιμελητής εκδόσεων, ενώ την επομένη θα έφευγε για το ετήσιο ταξίδι του στο Σαν Φρανσίσκο, όπου ζούσε ο γιος του, παίρνει ένα δέμα, όπου μέσα βρίσκεται ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι. Αναβάλλει το ταξίδι του και αντί για την Αμερική, παίρνει το δρόμο για το γενέθλιο τόπο, που είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στο παρελθόν, στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας και στα γεγονότα που τον σημάδεψαν για πάντα. Προχωρεί και θυμάται. Θυμάται τους τρεις αχώριστους φίλους του, τα μακριά, αργόσυρτα καλοκαίρια, το ελεύθερο τριγύρισμά τους στη φύση, το σκαρφάλωμα στα δέντρα, το δεντρόσπιτο που στα μάτια τους γινόταν διαστημόπλοιο που τους ταξίδευε "στη χώρα της φαντασίας, μακριά από τη μιζέρια της ζωής μας", το κολύμπι στο ποτάμι. Θυμάται πάνω απ' όλα τη Μπριζίτ, τη Γαλλίδα δασκάλα, που ο πλούσιος γαιοκτήμονας Παπάζογλου προσλάμβανε τα καλοκαίρια για να κάνει μαθήματα στο γιο του. Μια νεαρή, πανέμορφη κοπέλα, με την οποία οι πάντες ήταν ερωτευμένοι και φυσικά και ο αφηγητής, ο μικρός τότε Άγης.
Φτάνει τελικά στην επαρχιακή πόλη, εκεί που γνώρισε για πρώτη φορά τον έρωτα, και που μαζί με το δραματικό του τέλος τέλειωσε και η παιδική του ηλικία. Όμως τίποτα δεν είναι πια όπως τότε, ή τουλάχιστον όπως το είχε διαφυλάξει στη μνήμη του. "Φτάσαμε στη μυστική λιμνούλα από το μονοπάτι όπου είχα δει πριν από πολλά χρόνια να εμφανίζεται η μαγική οπτασία της Μπριζίτ. Αυτό  που αντίκρισα με έκανε να συνειδητοποιήσω πως όλα περνάνε ανεπιστρεπτί. Καμία από τις εικόνες που είχα φυλάξει ως πολύτιμο θησαυρό μέσα στη μνήμη μου δεν υπήρχε πια. Εκεί όπου κάποτε τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων και τα αναρριχητικά φυτά σχημάτιζαν τον καταπράσινο θόλο τώρα κρέμονταν ξεραμένα κλαδιά, όπως τα φίδια στο κεφάλι της Μέδουσας. Εκεί όπου βρισκόταν η κόκκινη αντλία τώρα είχε απομείνει ένας σκουριασμένος σωλήνας. Εκεί όπου έτρεχε το νερό μέσα στο υγρό αυλάκι τώρα πήρχε μια κοίτη με στεγνή άμμο. Εκεί όπου ήταν η εξωτική λίμνη τώρα βρισκόταν ένας ξεραμένος λάκκος, όπου φύτρωναν αγριόχορτα και βάτα. Εκεί όπου στεκόμουν παιδί, έκπληκτο μποστά στο κάλλος της ζωής, τώρα ένας γέρος έσερνε τα βήματά του προς το θάνατο" .
Είναι ένα βιβλίο που ενώ το απολαμβάνεις διαβάζοντάς το, η ταύτιση με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα σε κάνει να μελαγχολείς, προπάντων αν δεν βρίσκεσαι πια στην πρώτη νεότητα! "Αναρωτήθηκα γιατί να μην εξακολουθεί να υπάρχει για πάντα εκείνος ο φυσικός μηχανισμός που διέστελλε το χρόνο όταν ήμαστε παιδιά, όταν όλα μας φαίνονταν αιώνια και η ενηλικίωση ήταν κάτι που δεν θα ερχόταν ποτέ. Η ενηλικίωση-όπως πιστεύαμε- αφορούσε μόνο τις προηγούμενες γενιές, που κύρτωναν μπροστά στα παιδικά μας μάτια κάτω από το βάρος του χρόνου και τους λυπόμαστε επειδή εμείς δε θα γινόμαστε ποτέ σαν αυτούς".

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014

Κανείς δεν θέλει να πεθάνει

Κατερίνα Μαλακατέ
Κανείς δεν θέλει να πεθάνει
Ο κήπος με τις λέξεις, 2013
"Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλαμβάνει ο νους κι έπειτα η καρδιά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε". Η σολωμική ρήση (λέγεται ότι την είπε στον Ιταλό ποιητή Monti όταν διαφώνησαν για την ερμηνεία ενός στίχου του Δάντη) είναι αυτή που κατά κανόνα κυριαρχεί στο βαθύ ορθολογισμό μου, στην προσπάθεια είτε ερμηνείας είτε απόλαυσης ενός έργου τέχνης, είτε ακόμα στην καθημερινότητά μου. Κι όμως έρχονται κάποτε στιγμές που η ρήση ανατρέπεται. ( Άλλωστε στην εποχή του Σολωμού ούτε ο υπερρεαλισμός στην ποίηση ούτε ο μαγικός ρεαλισμός στην πεζογραφία είχαν κάνει την εμφάνισή τους). Κάποτε αισθάνεται η καρδιά χωρίς την παρέμβαση του νου. Πώς να παρέμβει ο νους σε "ένα πούπουλο ύπνου", ή "τα λουλούδια τα οικόσιτα της νοσταλγίας" ή "των ψιθύρων η επώαση μες στα κοχύλια" ή "το λιγάκι πουκάμισο" ή "τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας"; (όλα Ελύτης).
Σπανιότερα το θέμα απασχολεί την πεζογραφία που πολύ περισσότερο από την ποίηση στηρίζεται στον ορθό λόγο, όμως το θέμα υπάρχει. Μου συνέβη τώρα με το βιβλίο της μπλογκερικής φίλης Κατερίνας Μαλακατέ,  "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει". Ο νους δυσκολεύεται να συλλάβει αυτά που η καρδιά αισθάνεται. Βοηθούν βέβαια εν μέρει οι τίτλοι των τριών μερών του βιβλίου: "Το μοτίβο είναι ο θάνατος", "Το μοτίβο είναι ο έρωτας", "Το μοτίβο είναι ο θεός", καθώς και η περίληψη του οπισθόφυλλου που σκιαγραφεί το βασικό μύθο. Από κει και πέρα όμως όλα είναι θέμα καρδιάς.
Καθώς κλείνω το βιβλίο, σκηνές και εικόνες επανέρχονται στη μνήμη. Ο μαύρος άντρας, ριγμένος ποιος ξέρει από ποια μοίρα από τον παράδεισο της μακρινής του πατρίδας στο δουλεμπόριο της Αθήνας, η Ελίζα, η ηλικιωμένη ετοιμοθάνατη αγγλίδα, φερμένη κι αυτή σε ξένο τόπο, που η ακράτητη επιθυμία της για ζωή την κάνει να ξαναζήσει μέσα από το κορμί μιας νέας Ουκρανής, ο Ινδός που μπορεί και να 'ναι ένας από οτυς πολλούς θεούς της πατρίδας του, η Λένα, εγγονή της Ελίζας, ο γιος της Νίκος, η γυναίκα του Ρούλα, κι άλλα ακόμα πρόσωπα, όλοι μπλέκονται σ' ένα χορό μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Και μέσα απ' όλες τις σκηνές και τα πρόσωπα κι ένα πράσινο, πολύτιμο μενταγιόν (σύμβολο ζωής;) η επιθυμία για ζωή αναδύεται και υλοποιείται στο καινούριο έμβρυο που κυοφορεί η Λένα.
Νομίζω πως  η Κατερίνα προσπάθησε να δώσει μυθιστορηματική μορφή στα δικά της αλλά και του καθενός μας βασανιστικά ερωτήματα. Τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, "τι είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ανάμεσό τους;" για να θυμηθούμε και το αγωνιώδες ερώτημα του Σεφέρη. Ερωτήματα στα οποία απάντηση δεν υπάρει, όπως δηλώνει και η συγγραφέας.

Σημ. Θερμά ευχαριστώ την Κατερίνα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το βιβλίο της.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε

Γιούνας Γιούνασον
Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε
Ψυχογιός, 2013
Μετ. Γρηγόρης Κονδύλης
Πρωτότυπο, έξυπνο, ευφάνταστο, διασκεδαστικό, το μυθιστόρημα του Σουηδού Γιούνας Γιούνασον μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη απίθανα ευχάριστες στιγμές, φτάνει ο αναγνώστης να διαθέτει την ανάλογη αίσθηση χιούμορ που απαιτεί αυτό το χαρισματικό βιβλίο.
Βεβαίως, είναι όχι μόνο αδύνατο να αναφερθούν όλα τα γεγονότα, αλλά επιπλέον αυτό θα στερούσε από τον αναγνώστη τη χαρά του απρόοπτου. Σε πολύ αδρές γραμμές το θέμα είναι το εξής: Ο εκατοντάχρονος Άλαν Κάρλσον που βρίσκεται σ' ένα γηροκομείο σε μια μικρή πόλη της Σουηδίας, την ημέρα ακριβώς που θα έκλεινε τα εκατό και που θα γιορτάζονταν με τις αρχές της πόλης, δημοσιογράφους κ.λπ. παρόντες, ανοίγει το παράθυρο του δωματίου του και δραπετεύει. Χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, χωρίς προορισμό, φτάνει στο σταθμό λεωφορείων, αγοράζει ένα εισιτήριο και, κουβαλώντας (κλέβοντας ουσιαστικά) μια βαλίτσα που του εμπιστεύτηκε ένας νεαρός, ξεκινάει για το άγνωστο. Η περιπέτεια αρχίζει. Θα αποβιβαστεί σ' ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί θα συναντήσει ένα κάπως...νεότερο κλέφτη και οι δυο τους παρέα θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν τόσο από τη συμμορία των εγκληματιών στην οποία ανήκε η βαλίτσα και που περιείχε ένα θησαυρό εκατομμυρίων, όσο και από την αστυνομία.
Ενώ αυτά διαδραματίζονται το 2005, ο συγγραφέας, ξεκινώντας από το 1905, έτος γέννησης του Άλαν, παρεμβάλλει κεφάλαια στα οποία εξιστορεί την πορεία ζωής του εκατοντάχρονου και τις απίστευτες εμπειρίες του. Μια πορεία ζωής που συμπίπτει με τους κυριότερους ιστορικούς σταθμούς του 20ου αι. Από τη Σουηδία στην Ισπανία και τον Εμφύλιο, από εκεί στην Αμερική και ...στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, στην Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση, στην Κορέα και στην Ινδοκίνα, στα γκουλάκ της Σιβηρίας και στη Γαλλία, ο Άλαν βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με κορυφαίες ιστορικές στιγμές αλλά και με τους πρωταγωνιστές τους: Φράνκο και Τρούμαν, Τσόρτσιλ και Στάλιν, Μάο και Κιμ Ιλ Σουγκ, Λύντον Τζόνσον και Σαρλ ντε Γκολ, με όλους κάποια στιγμή συναντιέται και...γευματίζει. Είναι τόσο πειστικός ο συγγραφέας στις περιγραφές και στη διασύνδεση των γεγονότων που τίποτα δεν μας φαίνεται απίθανο στις περιπέτειες του Άλαν.
Παράλληλα, οι φανταστικές περιπέτειες γίνονται αφορμή να αναφερθούν τα σχετικά πραγματικά ιστορικά γεγονότα και μάλιστα μέσα από την απλοϊκή, αλλά ίσως και την πιο αυθεντική ματιά του α-πολιτικού ανθρώπου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης για την κατασκευή της βόμβας, η εκατέρωθεν κατασκοπεία, η δημιουργία των δύο Γερμανιών, ο πόλεμος της Κορέας, η επανάσταση του Μάο και πλήθος άλλα γεγονότα δίνονται με αυθεντικότητα και χιούμορ.
Στο μεταξύ πολλά ευφάνταστα και χιουμοριστικά επεισόδια διανθίζουν το παρόν του εκατοντάχρονου φυγάδα και του φίλου του και, ενώ η παρέα τους διαρκώς μεγαλώνει, ξεφεύγουν συνεχώς από το  κυνηγητό τόσο των εγκληματιών όσο και του αρχιαστυνόμου. Ένα βιβλίο-κατόρθωμα του συγγραφέα που μπόρεσε να συνδυάσει την αστυνομική περιπέτεια με την ιστορία του 20ου αι., το χιούμορ με τη δράση, τη φαινομενικά απλοϊκή αλλά κατά βάθος ουσιαστική ερμηνεία των πολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Καθόλου ανεξήγητο το εκδοτικό φαινόμενο των πάνω από 5 εκατομμύρια αντιτύπων που πωλήθηκαν.

Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2014

Βουβή κραυγή

Karin Fossum
Βουβή κραυγή
Μεταίχμιο, 2012
Μετ. Έφη Φρυδά
Παρ' όλη την αγάπη  μου για την αστυνομική λογοτεχνία, είχα αποφασίσει να "αποτοξινωθώ" για ένα διάστημα. Όμως οι αναρτήσεις δυο blogger που ιδιαίτερα εκτιμώ, του Πατριάρχη Φώτιου και του Librofilo, (συν η ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου) με έκαναν να αναιρέσω την απόφασή μου. Και δεν το μετάνιωσα.
Η "Βουβή κραυγή" της Νορβηγίδας Karin Fossum έρχεται να προσθέσει ακόμα μια επιτυχία στην ανερχόμενη σκανδιναβική, αστυνομική λογοτεχνία. Είναι ένα βιβλίο που κινείται κυριολεκτικά και μεταφορικά στο ομιχλώδες τοπίο της βορινής αυτής χώρας. Ο αναγνώστης αισθάνεται μέρος του μικρού χωριού, του Έλβεσταντ, νιώθει σαν ένας από τους κατοίκους που κουτσομπολεύουν στο μοναδικό καφέ, που γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, που ο καθένας έχει τα μυστικά του, αλλά που δεν μπορούν να μείνουν για πολύ μυστικά μέσα σ' αυτή τη μικρή, κλειστή κοινωνία.
Η υπόθεση είναι η εξής: Ένας μονήρης, ενδοστρεφής, λιγομίλητος πενηντάρης, ο Γκίντερ Γιούμαν, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο με τίτλο "Άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο", μαγεύεται από την εικόνα μιας όμορφης Ινδής. Αποφασίζει να ταξιδέψει στη μακρινή αυτή χώρα για αναζήτηση μιας γυναίκας που θα μπορούσε να γίνει σύζυγός του. Η προσπάθειά του ευοδούται. Βρίσκει το ιδανικό του στο πρόσωπο της Πούμα, μιας όχι ιδιαίτερα όμορφης, αλλά συμπαθητικής σαραντάρας σερβιτόρας. Παντρεύονται, ζουν λίγες μέρες με αμοιβαία κατανόηση, στοργή και αγάπη και ο Γκίντερ γυρίζει στο χωριό του και γιατί η άδειά του τέλειωσε (ήταν πωλητής γεωργικών εργαλείων) αλλά και για να ετοιμάσει το σπίτι για την υποδοχή της γυναίκας του.
Η Πούμα φτάνει σε λίγες μέρες. Την ημέρα όμως της άφιξής της ο Γκίντερ αναγκάζεται να τρέξει στο νοσοκομείο, πλάι στην αδερφή του που είχε τραυματιστεί βαριά σε τροχαίο. Στο αεροδρόμιο για να παραλάβει την Πούμα στέλλει το μοναδικό ταξιτζή του χωριού, αλλά εκείνος γυρίζει άπρακτος. Δεν βρήκε πουθενά την Πούμα.
Το πτώμα μιας γυναίκας με φρικτά κακοποιημένο το πρόσωπο που θα βρεθεί την επομένη θέτει σε κίνηση την αστυνομική ιστορία. Είναι αυτή η γυναίκα η Πούμα; Πώς και γιατί μπορεί να σκοτώθηκε μια γυναίκα ξένη στον τόπο την πρώτη μέρα της άφιξής της; Ο αστυνομικός επιθεωρητής Σέγερ και ο βοηθός του ο Σκάρε αναλαμβάνουν την υπόθεση. Σ' ένα τόσο μικρό μέρος όπως το Έλβεσταντ όλοι κάτι ξέρουν, όλοι κάτι είδαν, αλλά και κάτι από την προσωπική τους ζωή κρύβουν. Με το να μιλήσουν αυτόματα εμπλέκουν την αστυνομία και στην ιδιωτική τους ζωή. Πίσω από κάθε μαρτυρία που ο επιθεωρητής Σέγερ κατορθώνει να εξασφαλίσει, υπάρχει και κάτι που δεν λέγεται αμέσως. Η γνώση της ψυχολογίας των ανθρώπων αποδεικνύεται το καλύτερο μέσο εξιχνίασης του εγκλήματος. Και η Fossum είναι ιδαίτερα ικανή στη σκιαγράφηση αυτής της ψυχολογίας.
Για δυο μέρες μεταφέρθηκα στο μικρό, νορβηγικό χωριό, με το δάσος του, τη λίμνη του, τους φιλήσυχους κατοίκους, αλλά και το έγκλημα στο οποίο οδήγησε μια σειρά από συμπτώσεις. Όταν έφτασα σ' αυτό που τελικά αποδείχτηκε τελευταία σελίδα, μάταια προσπαθούσα να μεταβώ στην επόμενη. Κρίμα. Το μυθιστόρημα είχε τελειώσει μ' ένα συγκινητικό, τρυφερό τρόπο, που πιο πολύ ταίριαζε σε αισθηματικό παρά σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως, με όχι μικρότερη ικανοποίηση για τον αναγνώστη.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013

Γιάννα

Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη
Γιάννα
Λιβάνης, 2012
Όταν, ενώ ακόμα διάβαζα το βιβλίο, το ανέφερα σε φίλους, γοητευμένη και από τον τρόπο της αφήγησης αλλά και από τη σχεδόν μυθιστορηματική πορεία αυτής της γυναίκας, η αντίδραση ήταν συνήθως η εξής: "Ε, καλά, βρήκε τα λεφτά του ανδρός της κι έκανε τους Ολυμπιακούς". Ή, ακόμα, "τι άλλο είναι από μια τρομερά φιλόδοξη γυναίκα;"
Πάντα μ' ενοχλεί ν' αντιπαρατίθεμαι  σχετικά μ' ένα βιβλίο, όταν ο συνομιλητής δεν το έχει διαβάσει, αλλά στηρίζεται σε κάποιες γενικές απόψεις που έχει ακούσει ή, όπως στην περίπτωση αυτή, όταν επαναλαμβάνει στερεότυπα που έχουν εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη δεν ήταν φιλόδοξη ούτε ότι η οικογενειακή περιουσία δεν έπαιξε ρόλο στις επιτυχίες της, πράγμα άλλωστε που δεν αποκρύβει. Αλλά σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι λόγοι των επιτευγμάτων της. Ακόμα κι αν η ζωή και η όλη πορεία της παρουσιάζεται στο βιβλίο "ρετουσαρισμένη" (όπως συνήθως συμβαίνει στις αυτοβιογραφίες) ακόμα κι αν τα πράγματα δίνονται από τη δική της μόνο πλευρά χωρίς αντίλογο, αναμφισβήτητα παραμένουν τα γεγονότα: ένα κορίτσι από μια συνηθισμένη οικογένεια της Κρήτης σπουδάζει νομικά στη Θεσσαλονίκη, κάνει την άσκησή της στην Αθήνα, αναμιγνύεται στα κοινά, εκλέγεται δημοτική σύμβουλος, προχωρεί ως βουλευτής  και μετά από όλα αυτά παντρεύεται τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, μέλος μιας πλούσιας, πανίσχυρης οικογένειας επιχειρηματιών.
Πάνω από το μισό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη διεκδίκηση και στη συνέχεια στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Αυτός άλλωστε, σύμφωνα με την ίδια, είναι και ο λόγος συγγραφής του βιβλίου. Γράφει στον πρόλογό της: "Τα τελευταία χρόνια, όσο ταξίδευα σε διάφορα μέρη του κόσμου και συναντιόμουν με διάφορους ανθρώπους, ανθρώπους με ποικιλία ενδιαφερόντων και προσεγγίσεων στα πράγματα, δεν έπαυε να επανέρχεται ένα ερώτημα: "Μα τι συνέβη στην Ελλάδα;" Ή πάλι, "Μα τι πάθατε εσείς οι Έλληνες;" Γράφει λοιπόν, όπως λέει, για να δείξει πώς από μια Ελλάδα που δούλεψε με ομαδικό πνεύμα, με αφοσίωση, με όρεξη και πέτυχε το θαύμα των Ολυμπιακών, προέκυψε η σημερινή, εξαθλιωμένη χώρα.
Μέσα από το βιβλίο προβάλλει η εικόνα μιας γυναίκας έξυπνης, δυναμικής, γυναίκας που βάζει στόχους και δίνεται ολόψυχα στην επίτευξή τους. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα που παίρνει κανείς από το βιβλίο. Έχουν γραφτεί κι έχουν λεχθεί τόσα γι' αυτή τη γυναίκα που ίσως νομίζουμε πως δεν έχουμε να μάθουμε τίποτε περισσότερο διαβάζοντας το βιβλίο της. Κι όμως η αφήγηση των γεγονότων από τη δική της σκοπιά, μέσα από τις σκέψεις και τα συναισθήματά της έχει πολλά να προσφέρει. Δεν ωραιοποιεί τον εαυτό της, δεν διστάζει να καταγράψει τους χαρακτηρισμούς που της απέδιδαν τότε, όπως "σκύλα" ή "αυτοκράτειρα" ή ακόμα και να παραθέσει τις γελοιογραφίες με τις οποίες τη σατίριζαν. Όπως επίσης δεν παραλείπει να αναφερθεί στην εμφάνισή της, στο πόσο επεδίωκε να είναι πάντα περιποιημένη και καλοβαλμένη. Η περιγραφή του τι φορούσε σε διάφορες περιπτώσεις είναι συχνή στο βιβλίο, ούτε αισθάνεται ότι πρέπει να αποκρύψει τις γόβες Manolo, τη τσάντα Hermes ή την τουαλέτα Yves Saint Laurent!
Είναι μια γυναίκα που ποτέ δεν δέχτηκε το δεύτερο ρόλο. Όταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης της πρότεινε να ενταχθεί στην ομάδα διεκδίκησης των Ολυμπιακών, εκείνη αρνήθηκε αν δεν θα ήταν επικεφαλής, αν δεν θα ήταν πρόεδρος της ομάδας. Το βιβλίο είναι πραγματικά πολύ χρήσιμο και διαφωτιστικό για το παρασκήνιο της διεκδίκησης που αρχίζει χρόνια πριν από τη διεξαγωγή των Αγώνων και η πόλη όπου θα διεξαχθούν επιλέγεται επτά χρόνια προηγουμένως. Η Ελλάδα είχε διεκδικήσει τους Αγώνες και για το 1996, πιστεύοντας ότι δικαιωματικά της ανήκαν, καθώς τότε έκλεινε μια εκατονταετία από την επαναφορά των Αγώνων στη σύγχρονη εποχή (1896). Όμως "Η καμπάνια της Ελλάδας για τους Αγώνες του 1996 είχε ουσιαστικά απαιτήσει τους αγώνες ως κάτι που της ανήκε δικαιωματικά, ως αναπόδραστη επιταγή της ιστορίας. Όταν διαφώνησε μ' αυτήν την προσέγγιση η ΔΟΕ, έδειξε πόσο περιορισμένο ήταν το ενδιαφέρον της για τις κληρονομιές. Τις παλιές κληρονομιές τις είχαν προσπεράσει οι καινούργιες-τα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι, τα τραίνα, τα ειδικά χτισμένα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στάδια-, καθώς και οι νέες οικονιμικές συνέπειες των διοργανώσεων".
Η Γιάννα με ευγνωμοσύνη μνημονεύει όσους τη βοήθησαν αλλά δεν διστάζει να αναφερθεί ονομαστικά σ' όσους παρενέβαλαν εμπόδια. Τα βάζει ειδικά με τη γραφειοκρατία και τους πολιτικούς, που πάνω απ' όλα σκέφτονται το δικό τους συμφέρον και όχι το κοινό καλό. Γράφει για παράδειγμα για τον Αβραμόπουλο, που προσπάθησε να την αποτρέψει από την ανάληψη της προεδρίας: "Ίσως θα ήταν σωστό να τον είχα φοβηθεί περισσότερο: ήταν ο κλασικός πολιτικός που δεν κάνει καμιά ουσιαστική δουλειά, αλλά σπεύδει πάντα να τραβήξει επάνω του τον έπαινο για ό, τι πετυχαίνουν οι άλλοι. Ανάλογα προβλήματα μου έτυχε να έχω και με την επόμενη Δήμαρχο Αθηναίων-την Ντόρα Μπακογιάννη-αλλά αυτό κατά τη διάρκεια των Αγώνων του 2004. Οι πολιτικοί πάντα μου δυσκόλευαν τη δουλειά (...)"
Κι όταν, το 1997, μετά από επίπονη, εξαντλητική προσπάθεια μηνών, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς χαράς ανακοινώνεται στη Λωζάνη η απόφαση της διοργάνωσης της Ολυμπιάδας του 2004 στην Αθήνα, η Γιάννα αποσύρεται στο Λονδίνο, στην οικογένειά της (είχε μια κόρη από τον πρώτο της γάμο και δυο αγόρια από τον Αγγελόπουλο). Περνούν τρία χρόνια και η Ελλάδα φαινόταν τόσο ανέτοιμη για τους Αγώνες, ώστε η ΔΟΕ που πάντα επιβλέπει τις προετοιμασίες σκόπευε να πάρει από την Ελλάδα τους Ολυμπιακούς. Και τότε ξαναφωνάζουν τη Γιάννα.
Ένα βιβλίο γραμμένο με πάθος, ξέχειλο από συναισθήματα, συχνά με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο ως γνώση της ζωής μιας δυναμικής γυναίκας, αλλά και ως μάθημα βίου. Πιστεύω πως προπάντων πρέπει να διαβαστεί από όσους θέλουν να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, ειδικά τους πολιτικούς, αν βέβαια μπορούν  ποτέ αυτοί να ξεφύγουν από το στερεότυπο του "πολιτικού κόστους".


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

Υπόθεση Jacob

William Landay
Υπόθεση Jacob
Διόπτρα, 2012
Μετ. Μαρία Κωνσταντούρου
Όλοι εμείς που αγαπάμε την αστυνομική λογοτεχνία και συχνά εντρυφούμε σ' αυτήν, ξέρουμε πως λίγο μετά την ανάγνωση θα έχουμε ξεχάσει τις λεπτομέρειες, πολύ αδρομερώς θα θυμόμαστε την υπόθεση και ίσως ακόμα και η εικόνα του τελικού ενόχου να ξεθωριάσει μέσα μας. Κάποτε είχα παραλληλίσει την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με τη στιγμιαία απόλαυση που μας χαρίζει ένα γλυκό που τρώμε, αλλά που σε λίγο αρχίζουν οι τύψεις για...τις θερμίδες.
Νομίζω πως αυτό δεν θα συμβεί με το μυθιστόρημα "Υπόθεση Jacob". Δεν είναι κάτι που ξεχνιέται εύκολα. Ίσως να το θυμόμαστε ακόμα και μετά από χρόνια. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου; Εν πρώτοις δεν θα το χαρακτήριζα αστυνομικό με τη συνήθη έννοια, φόνος-έρευνα-ένοχος. Είναι πέρα από αστυνομικό κυρίως δικαστικό θρίλερ, αλλά είναι και κοινωνικό και ψυχολογικό και πολλά άλλα.
Το έργο τοποθετείται το 2007 στο Νιούτον, προάστειο της Βοστώνης. Πρόκειται για μια ήσυχη, μικρή πόλη, με ευκατάστατους κατοίκους, έναν ιδανικό τόπο για να μεγαλώνει κανείς παιδιά, μακριά από το απρόσωπο και τους κινδύνους των μεγαλουπόλεων. Κι όμως, σ' αυτό το σχεδόν ειδυλλιακό περιβάλλον, σ' ένα πάρκο όπου πολλοί  κάτοικοι κάθε πρωί κάνουν τζόκιγκ, ένα πάρκο που με ασφάλεια διασχίζουν τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο τους, ένα πρωινό βρίσκεται δολοφονημένο με τρεις μαχαιριές στο στήθος ένα δεκατετράχρονο αγόρι. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο βοηθός εισαγγελέα Άντριου (Άντι) Μπάρμπερ και από τη δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καιρό μετά τα γεγονότα, μαθαίνουμε την όλη υπόθεση. Ο Άντι πολύ γρήγορα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ρόλο του εισαγγελέα και να ταχθεί με το μέρος της υπεράσπισης, όταν ύποπτος για το φόνο θα θεωρηθεί ο γιος του και συμμαθητής του δολοφονημένου αγοριού, ο Τζέικομπ, ο οποίος και περνά από δίκη.
Οι συνέπειες είναι αλυσιδωτές και συγκλονιστικές. Ο ως τότε αρμονικός κοινωνικός ιστός διαταράσσεται. Το Νιούτον παύει να είναι  για τους κατοίκους ο ασφαλής χώρος που νόμιζαν. Η καχυποψία, ενισχυμένη ως συνήθως και από τα δημοσιογραφικά μέσα, απομονώνει την οικογένεια Μπάρμπερ. Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του νεαρού Τζέικομπ περνούν κρίση. Όσο και να πιστεύουν στην αθωότητα του γιου τους μαι σκιά αμφιβολίας  δεν παύει να υπάρχει. Κι αν είναι ένοχος; Πόσο καλά ξέρουμε τα παιδιά μας; Ο Άντι μένει έκπληκτος όταν μπαίνει στη σελίδα του γιου του στο Facebook και βλέπει να μηνύματα που ανταλλάσσει ο γιος του ή του γράφουν οι συμμαθητές του. Λέει: "Επίσης ένιωσα σαν ηλίθιος ειλικρινά. Θα έπρεπε να τα γνώριζα όλα αυτά. Κι οι δυο μας είχαμε μιλήσει με τον Τζέικομπ για το τι έκανε στο διαδίκτυο αλλά σε γενικές γραμμές. Το ξέραμε πως τα βράδια που κλεινόταν στο δωμάτιό του έμπαινε, αν ήθελε, στο ίντερνετ. Όμως είχαμε εγκαταστήσει κάποια λογισμικά στο κομπιούτερ του που τον εμπόδιζαν να παρακολουθεί συγκεκριμένες ιστοσελίδες, κυρίως πορνό, και πιστεύαμε πως αυτό ήταν αρκετό. Σίγουρα το Facebook δεν μας είχε φανεί ιδιαίτερα επικίνδυνο. Επίσης κανείς μας δεν ήθελε να τον κατασκοπεύει. Ως αντρόγυνο πιστεύαμε πως αν μεγαλώσεις το παιδί σου με σωστές αξίες κι έπειτα του αφήσεις το χώρο του, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα συμπεριφερθεί υπεύθυνα, τουλάχιστον μέχρι να σου δώσει κάποιο λόγο για να αμφιβάλλεις".
Ένα ακόμα καινούριο στοιχείο έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα, αλλά και να προβληματίσει. Το παρελθόν του πατέρα που ως τώρα απέκρυβε από τη σύζυγό του, αλλά και που ο ίδιος είχε απωθήσει, προβάλλει εφιαλτικό σαν ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Από τις έρευνες της γενετικής έχει εντοπιστεί ένα γονίδιο που σύμφωνα με τους ψυχολόγους ευθύνεται για την προδιάθεση στο έγκλημα. Ισχύει αυτή η θεωρία; Το ζεύγος Μπάρμπερ καταφεύγει στην ψυχολόγο Βόγκελ. Εκείνη τους καθησυχάζει. Ακόμα κι αν επιβεβαιωθεί η ύπαρξη του γονιδίου, αυτό δεν είναι αρκετό για να καταφύγει κάποιος στο έγκλημα. Τους λέει: "Δεν είμαστε μόνο προϊόντα των γονιδίων μας. Όλοι μας είμαστε προϊόντα πάρα πολλών παραγόντων: γονιδίων, περιβάλλοντος, φύσης και ανατροφής. Το γεγονός πως είσαι αυτός που είσαι, είναι το καλύτερο παράδειγμα που ξέρω για τη δύναμη της ελεύθερης βούλησης του ατόμου. Οτιδήποτε κι αν βρούμε κωδικωποιημένο στα γονίδιά σου, δεν θα μας πει τίποτα για το ποιος είσαι. Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολύ πιο περίπλοκη. Η ίδια γενετική αλληλουχία σ' ένα άτομο μπορεί να επιφέρει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικά άτομα και διαφορετικό περιβάλλον. Αυτό που συζητάμε εδώ είναι απλώς για τη γενετική προδιάθεση. Προδιάθεση δεν σημαίνει πεπρωμένο. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από το DNA μας".
Στο βιβλίο παρακολουθούμε όχι μόνο τις συνέπειες της πιθανής ενοχής του Τζέικομπ στους γονείς και το περιβάλλον του αλλά και την εξέλιξη της δίκης σαν να διαβάζουμε τα πρακτικά της. Αυτές οι μακρές περιγραφές των δικαστικών διαλόγων νομίζω είναι ένα αδύνατο σημείο του βιβλίου, γιατί ενίοτε καταντούν κουραστικές.
Κι ένα τελευταίο σημείο που θα 'θελα να θίξω. Θαύμασα την τέχνη του συγγραφέα να μπορεί να δημιουργεί μια αναμονή, μια προσδοκία για τον αναγνώστη, αντίθετη από εκείνη που φαινομενικά υπάρχει. Ενώ, για παράδειγμα, περιγράφει μια ευχάριστη εικόνα, μια σκηνή όπου τα πρόσωπα του έργου αισθάνονται ήρεμα κι ευτυχισμένα, ο αναγνώστης αισθάνεται κάτι κακό, κάτι δυσοίωνο να υποβόσκει. Δεν ξέρω με ποια τεχνική το πετυχαίνει αυτό, είναι όμως  κάτι που ένιωσα.
Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ακόμα κι απ' αυτούς που αποστρέφονται την αστυνομική λογοτεχνία. Γιατί είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 09, 2013

Το δαχτυλίδι




Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος
Το δαχτυλίδι
Διόπτρα, 2013
«Λίγο πριν συνταξιοδοτηθώ, στα 70 μου χρόνια, διάφορα περιστατικά που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τυχαία ή συμπτώσεις με οδήγησαν στο να αποφασίσω να γράψω ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ. Θεώρησα πως έπρεπε να δοθεί μια απάντηση σε εκείνους που με ρωτούσαν συχνά: «Και τι έκαναν οι Κύπριοι για την Ελλάδα;», αλλά και για τις αξίες μας που θυσιάσαμε στο βωμό της εύκολης ζωής και της καλοπέρασης».
Έτσι μου απάντησε ο Γιώργος Παπαδόπουλος, όταν, πριν από λίγο καιρό, είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις που του υπέβαλα, με σκοπό να τον γνωρίσω καλύτερα τόσο εγώ όσο και οι επισκέπτες του blog μου. Ήταν η απάντηση στην ερώτηση τι τον έκανε από επιτυχημένος εκδότης (Διόπτρα) να στραφεί τώρα στη συγγραφή.
Ανήκω (όπως και ο Γιώργος Παπαδόπουλος) σε μια γενιά που μεγάλωσε με το όραμα της Ένωσης, που για την επίτευξή της δεν θεωρούσαμε καμιά θυσία μεγάλη, κανένα τίμημα πολύ ακριβό. Τούτο το όραμα, η συνείδηση πως αποτελούμε αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού Έθνους και πως αναφαίρετο δικαίωμα και προορισμός μας ήταν φυσιολογικά και η ενσωμάτωσή μας σ’ αυτό το Έθνος, δεν είναι κάτι που μας καλλιεργήθηκε, δεν ήταν κάτι που μας επιβλήθηκε από εθνικιστικούς κύκλους ή την εκκλησία ή την αποικιοκρατική κυβέρνηση, όπως υποστηρίζει ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ στο βιβλίο του «Ολική Κύπρος».
Από την παρουσίαση του βιβλίου στη Νήσου
Το όμαιμον, το ομόθρησκον, το ομόγλωσσον ξεκινάει από την εποχή του Ομήρου, όταν ο βασιλιάς Κινύρας έστειλε στον Αγαμέμνονα που ετοιμαζόταν για τον Τρωικό πόλεμο τον περίφημο θώρακα, όταν ο Ονήσιλος επαναστατούσε εναντίον των Περσών, όταν ο Κίμωνας πέθαινε έξω από τη Λάρνακα.
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος δεν χρειάζεται να κάνει καμιά προσπάθεια ν’ αποδείξει την ενότητα αυτή Κύπρου-Ελλάδας. Δεν προβάλλει επιχειρήματα, δεν αντικρούει τις διαφορετικές απόψεις. Φυσικά κι αβίαστα, σαν κάτι που βγαίνει από την κυπριακή ψυχή, χωρίς καμιά έξωθεν επιβολή, καταγράφει, μυθιστορηματικά βέβαια, τη συμμετοχή των Κυπρίων σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους, ξεκινώντας από το 1821 και φτάνοντας ως το 1959, αλλά και με μια αναδρομική αφήγηση πηγαίνοντας προς τα πίσω ως το 1773.
Η αφήγηση αρχίζει την παραμονή της μεγάλης γιορτής του δεκαπενταύγουστου, το 1821. Δυο ξαδέρφια, ο Χριστόδουλος και ο Γιάννης φεύγουν κρυφά και μαζί με άλλους Κυπρίους επιβιβάζονται στο πλοίο που θα τους μεταφέρει στην επαναστατημένη Ελλάδα, να συμμετάσχουν κι αυτοί στην Ελληνική Επανάσταση. Αφού πολέμησαν στο πλάι του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, ο Γιάννης παντρεύεται και μένει μόνιμα στην Ελλάδα, ο Χριστόδουλος επιστρέφει. Τον περιμένει η αρραβωνιαστικιά του, η Ζηνοβία.
Ο συγγραφέας συνομιλεί με το κοινό
Παρακολουθώντας το ζευγάρι Χριστόδουλου-Ζηνοβίας διασχίζουμε μαζί με τις γενιές που ακολουθούν τους κυριότερους σταθμούς της ιστορίας της Κύπρου, άρρηκτα συνδεδεμένους με την ιστορία της Ελλάδας. Γεννήσεις, θάνατοι, γάμοι, αγροτικές δουλειές, γιορτές και πανηγύρια, ό, τι συνθέτουν τη ζωή των ανθρώπων και την καθημερινότητά τους σε εποχές περασμένες, βρίσκουν τη θέση τους στην αφήγηση, παρασύροντάς μας σ’ ένα παρελθόν που μοιάζει μυθικό, αφηγημένο όμως με κάθε πειστικότητα. (Άλλωστε, ο συγγραφέας σαφώς  δηλώνει για το βιβλίο του: «Βασισμένο σε αληθινά περιστατικά»). Κάθε γενιά συμμετέχει με το δικό της τρόπο στους εθνικούς αγώνες. Επισημαίνω κάποια από τα ιστορικά γεγονότα που διαπερνούν την αφήγηση, έντεχνα συνυφασμένα με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του έργου. Σε πολλά απ’ αυτά ο συγγραφέας φωτίζει όχι και τόσο γνωστές πτυχές της ιστορίας, άλλοτε ερμηνεύει ή δικαιολογεί. Το τραγικό τέλος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ και  γιατί είχε αφορίσει τον Υψηλάντη, γιατί ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ζήτησε παράδοση των όπλων και υπακοή στο σουλτάνο, πληροφορίες για τη ζωή  και τον απαγχονισμό του, η άφιξη  των Άγγλων και οι ελπίδες των Κυπρίων ότι οι Άγγλοι θα ελευθέρωναν το νησί χωρίς να χυθεί αίμα, όπως είχαν κάνει λίγα χρόνια πριν με τα Επτάνησα, οι αγώνες της Κρήτης, πώς αποτράπηκε ο εβραϊκός εποικισμός της Κύπρου, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στους οποίους 2.000 Κύπριοι πήραν μέρος, είναι μερικά από τα γεγονότα αυτά. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η περιγραφή της συμμετοχής του Χριστόδουλου Σώζου στον Α΄ Βαλκανικό και ο ηρωικός του θάνατος. Αναφέρεται ακόμα σ’ένα δημοψήφισμα που προηγήθηκε του μεγάλου δημοψηφίσματος του 1950 και που  έγινε στις 25/3/1921. Σ’ αυτό υπέγραψαν οι ιερείς, οι μουχτάρηδες (κοινοτάρχες), οι δήμαρχοι και οι δάσκαλοι. Μα ούτε κι από τη Μικρασιατική εκστρατεία απουσίασαν οι Κύπριοι. Και μετά την καταστροφή «η Κύπρος έγινε κιβωτός σωτηρίας για τους πρόσφυγες», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας.
Από το 1930 ο αγώνας των Κυπρίων για την Ένωση εντείνεται. Ιδρύεται η ΕΡΕΚ, Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση Κυπρίων, ακολουθούν τα γνωστά Οκτωβριανά και τα σκληρά μέτρα που επιβλήθηκαν από τους Άγγλους.
Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κάπου 27.000 Κύπριοι πήραν μέρος με την ελπίδα ότι οι σύμμαχοι, στο πλευρό των οποίων πολέμησαν, θα τους απέδιδαν την ελευθερία, όπως είχαν υποσχεθεί.
Αναφορά γίνεται και στη Διασκεπτική του 1947, ενώ τελευταίος ιστορικός σταθμός βέβαια ο αγώνας της ΕΟΚΑ, με αφήγηση κορυφαίων στιγμών αυτού του αγώνα, όπως η θυσία του Αυξεντίου.
Απομόνωσα τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά φυσικά το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, όχι ιστορία. Τα πρόσωπα του έργου συμμετέχουν ενεργά, κάθε γενιά έχει τη δική της προσφορά, συχνά προσφορά αίματος, ενώ η ζωή δεν παύει να κυλά με τους δικούς της ρυθμούς.
Η Κρίστια με τη γλυκειά φωνή της ερμηνεύει δική της σύνθεση εμπνευσμένη από το βιβλίο
Τα ιστορικά γεγονότα, έντεχνα συνυφασμένα με τις προσωπικές ιστορίες των μυθιστορηματικών προσώπων αφορούν όλη την Κύπρο. Όμως κεντρικός χώρος δράσης δεν παύει να είναι η Λεμεσός, η πόλη του συγγραφέα. Στους δρόμους της, στις εκκλησίες της, στο λιμάνι, στις γειτονιές της κυκλοφορούν τα πρόσωπα του έργου: Στον Πεντάδρομο, στην οδό Αγίου Ανδρέα ή τη Γλάδστωνος, στην Αγία Ζώνη, στην Αγία Νάπα, στην Πλατεία Ηρώων (τότε Κεσουγλούδκια!), στο σινεμά Παλλάς και Γιορδαμλή, στο ξενοδοχείο «Κούριον»…
Η κυπριακή ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Με τις αγροτικές εργασίες όπως το μάζεμα των τερατσιών (χαρουπιών), με τα φαγητά (το χαλούμι, τη λούντζα, τα πουρέκια, τις κολοκωτές, τα ξεροτήγανα, το μαχαλεπί με τριαντάφυλλο, κ.λπ.), την περιγραφή του κυπριακού σπιτιού κ.ά.. Πολύ λίγες οι κυπριακές λέξεις που χρησιμοποιούνται κι αυτές ερμηνεύονται στο τέλος.
Πρωτογνωρίσαμε τον εκδοτικό οίκο Διόπτρα, ιδρυτής του οποίου είναι ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ως τον εκδοτικό οίκο βιβλίων εναλλακτικής ιατρικής, ψυχολογίας, φιλοσοφίας, πνευματικών αναζητήσεων. Η ακράδαντη πίστη του Γιώργου Παπαδόπουλου για την ύπαρξη ενός κόσμου πέραν της ύλης, που εν πολλοίς καθορίζει τη ζωή μας ακόμα και εν αγνοία μας, συχνά εμφανίζεται στο βιβλίο του. Υπάρχουν πρόσωπα που διαισθάνονται πράγματα που πρόκειται να συμβούν, υπάρχουν προφητικά όνειρα που επαληθεύονται, υπάρχουν οι αλαφροΐσκιωτοι, που οραματίζονται τα μέλλοντα. «Λένε κάποιοι πως, όταν θέλει η τύχη, παίζει πολλά παιχνίδια. Μα είναι κι άλλοι, που λένε πως τίποτε δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτελεί μέρος ενός γενικότερου σχεδίου, που κάποια ανώτερη δύναμη καταστρώνει».
Αλλού πάλι λέει ένας από τους ήρωές του: «Δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Ό, τι μας συμβαίνει έχει τη σημασία του. Άλλο αν εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Αν συμβούν πολλές «συμπτώσεις» σε μικρό διάστημα, πρέπει να τους δώσεις προσοχή. Κάτι σημαντικό έχουν να σου πουν».
Ο συγγραφέας και οι συντελεστές της παρουσίασης
Και το δαχτυλίδι; Γιατί αυτός ο τίτλος; Πώς συνδέεται με το όλο έργο;
Η πρώτη εμφάνιση του δαχτυλιδιού γίνεται στη σελίδα 115 του βιβλίου. Ένα από τα πρόσωπα του έργου, ο Αντωνής, πολεμά στην Κρήτη, σε μια από τις αμέτρητες εξεγέρσεις του μαρτυρικού νησιού, αυτήν του 1897. Οι σύμμαχοι, βοηθώντας στην κατάπνιξη της εξέγερσης, βομβάρδισαν το Ακρωτήρι, λίγο έξω από τα Χανιά. Τότε έγινε το γνωστό επεισόδιο με τον Κρητικό Καγιαλέ, που όταν μια βόμβα έκοψε τον ιστό της σημαίας, έκανε ο ίδιος το σώμα του ιστό. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος τοποθετεί πλάι του τον Κύπριο Αντωνή,  που έτρεξε πρώτος να σηκώσει τη σημαία αλλά τον πρόλαβε ο Καγιαλές. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ήταν εκεί, θέλησε να τον γνωρίσει. Τον ρώτησε από πού είναι κι αν έχει οικογένεια. Στις σελίδες αυτές εκτυλίσσεται μια από τις συγκινητικότερες σκηνές του βιβλίου: « Είμαι από την Κύπρο και διπλοπαντρεμένος», απάντησε ο Αντωνής στον καπετάν Λευτέρη. Κι αμέσως έβγαλε από το δάχτυλό του τη βέρα και του την έδωσε. Ο Βενιζέλος την πήρε και κοίταξε στο πρόσωπο τον Αντωνή, που στεκόταν μπροστά του. Γεμάτος περιέργεια τον ρώτησε: «Γιατί μου το δίνεις;» Προτού εκείνος ανοίξει το στόμα του για να του εξηγήσει, ο καπετάν Λευτέρης που όλη αυτή την ώρα παρατηρούσε το δαχτυλίδι, ακούστηκε να ψιθυρίζει έκπληκτος: «ΖΗΝΟΒΙΑ-ΕΛΛΑΣ».
 «Ναι, καπετάνιε, είμαι παντρεμένος με τη Ζηνοβία, που την αγαπώ απ’ όταν ήμασταν και οι δυο παιδιά», είπε ο Αντωνής στον Βενιζέλο. «Αλλά είμαι παντρεμένος και με την Ελλάδα, μ’ ένα δεσμό που άρχισε  από τότε που οι πρώτοι Έλληνες πάτησαν το πόδι τους στο νησί μου. Το δαχτυλίδι μου, καπετάνιε», του είπε τονίζοντας την κάθε του λέξη, «συμβολίζει την ΕΝΩΣΗ μου και με τις δύο, τη Ζηνοβία και την Ελλάδα, μ’ ένα δεσμό αέναης και αιώνιας αγάπης, πίστης και αφοσίωσης. Γι’ αυτό σου είπα πως είμαι διπλοπαντρεμένος».
Θα ξανασυναντήσουμε το δαχτυλίδι στο τέλος του βιβλίου. Πώς και γιατί δεν θα αποκαλύψω. Είναι άραγε μια σύμπτωση, όπως πιστεύουν οι ορθολογιστές ή αποτέλεσμα ενός γενικότερου σχεδίου που κάποια ανώτερη δύναμη καταστρώνει, όπως ο συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει; Θα ήθελα να κλείσω την παρουσίαση του τόσο ενδιαφέροντος βιβλίου «Το δαχτυλίδι» με μια προσωπική εμπειρία. Η μητέρα μου φορούσε ως το θάνατό της αντί χρυσή βέρα, ένα ευτελές δαχτυλίδι. Μας έλεγε, όταν τη ρωτούσαμε, ότι τη βέρα της την είχε δώσει για τον αγώνα της Ελλάδας το 1940. Κι αυτό που φορούσε ήταν το ευτελές αντάλλαγμα που τους έδιναν στη θέση της χρυσής βέρας. Το έχω φυλαγμένο αυτό το δαχτυλίδι. Είναι η πιο μεγάλη απόδειξη των ακατάλυτων δεσμών μας με τη μάνα Ελλάδα. Να είναι άραγε η συνάντησή μου με «Το δαχτυλίδι» του Γιώργου Παπαδόπουλου μια ακόμα σύμπτωση ή κάτι που μια ανώτερη δύναμη σχεδίασε; Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι το ότι νιώθω πολύ ευτυχής γι’ αυτή τη συνάντηση.
Σημ. Η παρουσίαση έγινε στην Ελληνική Σχολή Φόρουμ από το βιβλιοπωλείο Βεργίνα, στη Νήσου, στις 5/12/2013



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2013

Αυτό το σπίτι είσαι εσύ

Ζοέλ Λοπινό
Αυτό το σπίτι είσαι εσύ
Καστανιώτης 2012
Ούτε το όνομα Ζοέλ Λοπινό είχα ακούσει ούτε κάποιο βιβλίο της είχα διαβάσει. Η αναζήτηση και η ανάγνωση του μυθιστορήματός της "Αυτό το σπίτι είσαι εσύ" προέκυψε από την αναφορά του σε μια συνέντευξη πολιτικού προσώπου, σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου πολιτικό πρόσωπο δηλώνει ότι στον ελεύθερό του χρόνο, μεταξύ άλλων ασχολιών, ασχολείται και με το διάβασμα. Το συμπέρασμά μου από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι τα πολιτικά πρόσωπα (στον τόπο μας τουλάχιστον) κατά κανόνα δεν διαβάζουν λογοτεχνία.
Το "Αυτό το σπίτι είσαι εσύ" είναι ένα μείγμα λαϊκής φιλοσοφίας και ροζ λογοτεχνίας. Είναι ένα από τα βιβλία που θα λέγαμε βιβλία "πρακτικής φιλοσοφίας", "αυτογνωσίας", "αυτοβοήθειας", "ενδοσκόπησης", αλλά λογοτεχνία δεν είναι. Αχ, αυτός ο Κοέλιο! Πόσο κακό έκανε με το σύμπαν που συνωμοτεί υπέρ μας όταν κάτι το θέλουμε πολύ!
Ηρωίδα του βιβλίου είναι η Στέλλα. Έχει σπουδάσει αρχαιολογία, παρ' όλο που η κλίση και η επιθυμία της ήταν η ζωγραφική. Μεγάλωσε σ' ένα σπίτι όπου ο αυταρχικός πατέρας κακοποιούσε τη μητέρα, που πέθανε νωρίς. Η Στέλλα παντρεύτηκε έναν άντρα που προερχόταν επίσης από μια παρόμοια οικογένεια και η ίδια  υφίσταται από το σύζυγό της πέρα από ψυχολογική και σωματική βία. Μια μέρα αποφασίζει να αποτραβηχτεί για λίγο σ' ένα μικρό εξοχικό που είχε στη Ναύπακτο κι εκεί γνωρίζει ένα γέροντα που της άλλαξε τη ζωή.
Μακροσκελείς διάλογοι με τον γέροντα που είχε θητεύσει στην Ινδία και στο Θιβέτ, ανιαρή επανάληψη όλων των συμβουλών που διαβάζουμε στα βιβλία αυτοβοήθειας: θετική σκέψη, αυτοπεποίθηση, να μη λαμβάνουμε υπόψη την αρνητική κριτική, διαλογισμός κ.λπ. κ.λπ. Μεταξύ άλλων οδηγιών και συμβουλών, ο γέροντας της προσφέρει κάποιους κρυστάλλους, καθένας από τους οποίους συμβάλλει σε κάτι. Π.χ. ο ροζ κρύσταλλος καθαρίζει την καρδιά, ο αμέθυστος μετατρέπει την αρνητική ενέργεια σε θετική, ο τιρκουάζ προστατεύει από σκοτεινές σκέψεις κ.ο.κ. (αν είναι δυνατό!).
Με αυτή τη βοήθεια η Στέλλα αλλάζει ζωή. Βρίσκει τη δύναμη να διώξει το βασανιστή σύζυγο, δημιουργεί μια δεύτερη σχέση, αλλά κι αυτή είναι παρόμοια με την πρώτη.  Ίσως γιατί τα μαθήματα του γέροντα δεν ήταν αρκετά ή γιατί η συγγραφέας χρειαζόταν κι άλλες σελίδες για να τελειώσει το μυθιστόρημα! Τέλος, στην τρίτη σχέση βρήκε τον ιδανικό σύντροφο που της ετοιμάζει το πρόγευμα και την ταΐζει τη φέτα που της άλειψε με βούτυρο και μαρμελάδα!
Η Ζοέλ Λοπινό, Γαλλίδα με ελληνικές ρίζεις από την πλευρά της μητέρας της, σπούδασε γαλλική φιλολογία και ζει μόνιμα στην ελλάδα. Γράφει επομένως σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική της, γι' αυτό ίσως και η απλοϊκότητα που τη χαρακτηρίζει βρίσκει ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό. Από τους πολιτικούς όμως θα περιμέναμε να έχουν άλλες, σοβαρότεερες λογτεχνικές επιλογές.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 01, 2013

Οι αισιόδοξοι

Βαγγέλης Μπέκας
Οι αισιόδοξοι
 Εκδ. Γαβριηλίδης, 2013

Το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι γνωστό πως δεν είναι σήμερα αυτό που υπήρξε παλαιότερα. Δεν είναι πια ο τύπος των μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι, του Σέρλοκ Χολμς ή του Ζορζ Σιμενόν. Τώρα το αστυνομικό μυθιστόρημα εμπλουτίζεται με στοιχεία κοινωνικά, ψυχολογικά, πολιτικά, ιστορικά κ.ά. Ίσως είναι κι αυτός ένας λόγος που βρίσκει τόση απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, αν και ποτέ δεν έπαψε να είναι ένα προσφιλές είδος ανάγνωσης. Θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει μια ιδιαίτερη, εθνική σχολή του αστυνομικού μυθιστορήματος, μέσα από την οποία προβάλλει κάθε λαός με τις ιδιαιτερότητές του. Έτσι έχουμε την «ιταλική σχολή» (Καμιλιέρι), την «αγγλική» (Π. Ντ. Τζέημς), την «αμερικανική» (Τζίλιαν Φλιν), τη «σουηδική» (Καμίλλα Λάγκμπεργκ), τη «νορβηγική» (Τζο Νέσμπο) κ.λπ., για να περιοριστώ σε ελάχιστα παραδείγματα.
 Στην Ελλάδα ο κυριότερος εκπρόσωπος αυτού του είδους είναι χωρίς αμφιβολία ο Πέτρος Μάρκαρης. Παρ’ όλο ότι ο Βαγγέλης Μπέκας ομολογεί την επιρροή που δέχτηκε από τον Μάρκαρη, εντούτοις πιστεύω ότι διαφοροποιείται, εκπροσωπώντας ένα καινούριο είδος που πλησιάζει ή ανήκει στο είδος λογοτεχνίας που θα ονομάζαμε «νουάρ». Περιπέτεια, πιστολίδι, κατασκοπεία, διαπλοκή, ανταγωνισμοί κρατών, μοιραίες γυναίκες, συνήθως κυνικός, αλλά και ευαίσθητος ντετέκτιβ κ.λπ.
Ο κεντρικός ήρωας του Μπέκα δεν είναι καν αστυνομικός. Είναι ένας δημοσιογράφος, ο Δημήτρης Δημόπουλος, ένας δημοσιογράφος που διαβάζει Καστοριάδη και παίζει πιάνο! Μετά το χωρισμό από τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε, και την οποία όμως δεν έπαψε να αγαπά, γυρίζει στο πατρικό του, στο λόφο του Στρέφη, όπου μένει με τον πατέρα του, την αδελφή του και τη μικρή του κόρη. Δίπλα τα Εξάρχεια. «Στενά σοκάκια, παλιές πολυκατοικίες κι από την πλατεία ακούγονται μουσικές και γέλια, μια γειτονιά που δεν κοιμάται ποτέ. Στους τοίχους συνθήματα και γκραφίτι, αφίσες που σε καλούν σε εξέγερση, πορείες και συναυλίες, τριγύρω ανέμελοι νέοι όλων των ηλικιών. Βλέπεις έξυπνα βλέμματα στα φτηνά στέκια της γειτονιάς και μια στο τόσο κουκουλοφόρους που κρατούν καδρόνια, πετούν μολότοφ και παίζουν κρυφτοκυνηγητό με τα ΜΑΤ. Ζούμε μες την περιπέτεια». Ο Δημόπουλος αναλαμβάνει για την εφημερίδα του να διερευνήσει τη δολοφονία ενός εξέχοντος πολιτικού, του οποίου τα χαρακτηριστικά ευθέως παραπέμπουν στον Τσοχατζόπουλο. Στην προσπάθειά του θα τον βοηθήσει ένας αστυνόμος, ένας φίλος του που γράφει ποίηση και ονειρεύεται τον Κόκκινο στρατό, ένας κουνιάδος του που έχει βγει από τη φυλακή. Η ομάδα δεν παύει να αγωνίζεται, παρ’ όλο ότι ο συγγραφέας γράφει: «Η αισιοδοξία ήταν σκέτη τρέλα στον τόπο μας, είχε κηρυχτεί εκτός νόμου. Κι όμως εμείς εκεί, να επιμένουμε, να ελπίζουμε. Στο τέλος όλα θα είχαν αίσια κατάληξη. Ήμασταν μια συμμορία λοξών, που τολμούσαμε να είμαστε αισιόδοξοι».  
Παράλληλα με τα οικογενειακά του προβλήματα ο δημοσιογράφος αντιμετωπίζει και απειλές από εθνικιστική οργάνωση εναντίον της οποίας είχε αρθρογραφήσει, ενώ ταυτόχρονα διεξάγει και τον προσωπικό του αγώνα απεξάρτησης από το αλκοόλ. Με τη μηχανή του διασχίζει τους δρόμους και τις γειτονιές της Αθήνας. Η Πλάκα, τα Εξάρχεια, η Αθηνάς και η Σοφοκλέους, αλλά και το Κολωνάκι είναι χώροι στους οποίους εκτυλίσσεται η δράση.
Η μοιραία γυναίκα βέβαια παρούσα στο μυθιστόρημα. Είναι η ιδιαιτέρα του δολοφονημένου υπουργού και μεταξύ αυτής και του δημοσιογράφου παρακολουθούμε σκηνές άπληστου και βίαιου σεξ. Ομολογώ ότι βρίσκω αχρείαστες τέτοιες σκηνές, όχι για λόγους ηθικής, όσο για λόγους αισθητικής. Τι προσθέτουν άλλωστε στο μυθιστόρημα πέρα από το να προσελκύσουν το ενδιαφέρον κάποιων αναγνωστών, αυτών που ίσως να τους άρεσε και μια πορνοταινία;
Μπορεί τα στοιχεία που συνθέτουν το μυθιστόρημα του Μπέκα να μην είναι πολύ πρωτότυπα, μπορεί τα υλικά που χρησιμοποίησε για την κατασκευή του μύθου του να είναι συνηθισμένα, το αποτέλεσμα όμως είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, σύγχρονο, αστυνομικό μυθιστόρημα.

σημ. Ευχαριστώ πολύ τον κ. Μπέκα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το βιβλίο του.