Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2014

Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο

Ισίδωρος Ζουργός
Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο
Πατάκης, 2014
Ενδιαφέρον και ανιαρό, με κορυφώσεις και πληκτικό, με ενδιαφέρουσες πληροφορίες και άχρηστες λεπτομέρειες, συναρπαστικό και φλύαρο, βύθισμα σ' έναν άγνωστο αιώνα και αμφιβολία για τη λογοτεχνικότητά του. Λογοτεχνία ή ιστορία; Όλοι αυτοί οι αντιφατικοί χαρακτηρισμοί πέρασαν απ' το μυαλό μου καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση των 720 (ηλεκτρονικών) σελίδων του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού.
Από πολλές απόψεις είναι εντυπωσιακό: για το πλήθος της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιήθηκε, τις αναρίθμητες πληροφορίες που ζωντανεύουν έναν αιώνα όχι και τόσο γνωστό μας, την πειστική αναπαράσταση της ζωής της Ευρώπης το 17ο  και αρχές του 18ου αι., την ατμόσφαιρα των πόλεων, τις  ενδυμασίες, τα φαγητά, τη ζωή στην καθημερινότητά της, τις νοοτροπίες και προκαταλήψεις και προπάντων την ιατρική της εποχής. Κι όμως, όλ' αυτά δίνονται με τόσες "δόσεις" που συχνά ο αναγνώστης πλήττει.
Η ιστορία αρχίζει το 1756 στη Βασιλεία της Ελβετίας. Εκεί ζει ο Τομπίας Αλμοσίνο με τη γυναίκα και το δεκάχρονο γιο του Ματίας. Είναι μια οικογένεια Μαρράνων, δηλ. Εβραίων που έχουν βαφτιστεί και ζουν ως Χριστιανοί για να αποφύγουν τις διώξεις, αλλά κρυφά παραμένουν Εβραίοι τόσο ως προς την πίστη όσο και ως προς τα έθιμα της φυλής που τηρούν κρυφά. Ένας δίδυμος αδελφός του Τομπίας, ο Ισαάκ, που ζούσε στο πολύ πιο φιλελεύθερο Άμστερνταμ, έρχεται εκεί  και η οικογένεια, εκτός από τη μητέρα που έχει πεθάνει, ξεκινά μ' ένα καραβάνι Εβραίων για τη Βενετία για εμπορικούς σκοπούς. Οι δυο αδελφοί, Τομπίας και Ισαάκ, είναι δυο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες. Ο Τομπίας φανατικός Εβραίος, πιστός στους τύπους της θρησκείας του, ο Ισαάκ πιο φιλελεύθερος και ανοιχτόμυαλος, διεκδικούν την τυπική αλλά και την ουσιαστική πατρότητα του Ματίας, που είναι ένα πανέξυπνο, χαρισματικό παιδί. Με αφάνταστες δυσκολίες διασχίζουν τις Άλπεις, φτάνουν στο Μιλάνο, στη Βενετία, ενώ καθ' οδόν ο Ματίας προσβάλλεται από ευλογιά. Επιζεί όμως, με μόνο κάποιες ουλές στο πρόσωπο για ανάμνηση. Πλήθος πρόσωπα,  περιστατικά και μετακινήσεις πλημμυρίζουν το βιβλίο, ωσότου ο Ματίας, μόνος πια, καταλήγει στη Θεσσαλονίκη και υιοθετείται από έναν πλούσιο έμπορο, τον Παναγιώτη Μελισσηνό, του οποίου η οικογένεια ζει στη Βενετία. Εκεί ο Ματίας θα φοιτήσει στη Φλαγγίνειο Σχολή και στη συνέχεια θα σπουδάσει γιατρός στην Πάδοβα. Τα βήματά του με τον καιρό θα τον οδηγήσουν στη Ζάκυνθο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Λονδίνο, στη Μολδαβία, στη Ρωσία και θα καταλήξει, γέρος πια, στο Άγιον Όρος, όπου και θα πεθάνει.
Ο Ισίδωρος Ζουργός έπλασε με τον Ματίας Αλμοσίνο τον ιδανικό τύπο ανθρώπου. Ικανότατος, με δίψα για μάθηση, ανθρωπιστής γιατρός που δεν κάνει διάκριση σε ποιους θα παράσχει τη βοήθειά του, προοδευτικός, ανοιχτόμυαλος, προτρέχει της εποχής του. Δεν ξέρω γιατί, ενώ παρουσιάζεται ως ένα τελείως ορθολογιστικό πνεύμα, που πιστεύει πιο πολύ στον άνθρωπο παρά σ' οποιονδήποτε Θεό, καταλήγει στο τέλος μοναχός στη μονή Διονυσίου. Να 'ναι άραγε ερωτήματα που βασανίζουν τον ίδιο τον συγγραφέα, όπως αφήνει να νοηθεί στο επιλογικό του σημείωμα;
Βρήκα το βιβλίο άνισο ως προς το ενδιαφέρον που δημιουργεί. Οπωσδήποτε χρήσιμο για την ιστορία της ιατρικής. Υπάρχουν σελίδες με τρομερό ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα οι συζητήσεις μεταξύ αυτών που εμφορούνται ακόμη από τις παλιές, παγιωμένες αντιλήψεις κι αυτών που διακρίνονται για το καινούριο, επιστημονικό πνεύμα, εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Ματίας. Δυστυχώς, εκεί που περιμένεις τη συνέχεια η συζήτηση κόβεται , δεν της δίνεται η ένταση και το βάθος που θα περίμενε ο αναγνώστης. Κρίμα που ο συγγραφέας δεν μπόρεσε να τιθασσεύσει το τεράστιο υλικό που είχε στα χέρια του. Φόρτωσε την ιστορία του με τόσα πρόσωπα, τόσες λεπτομέρειες, συχνά επαναλαμβανόμενες (π.χ. για ενδυμασίες, φαγητά κ.λπ.), που καλύπτουν την ουσία, την εσωτερικότητα, τον προβληματισμό πάνω στην εποχή.
(ebook)

Σάββατο, Ιουνίου 21, 2014

Τα όγδοά μου γενέθλια


Το blog μου σήμερα γίνεται οχτώ χρονών, κάτι που δεν φανταζόμουν όταν, στις 21 Ιουνίου του 2006, ξεκινούσα δειλά αυτό που τότε θεωρούσα (κι έτσι πράγματι ξεκίνησαν τα blogs) σαν ένα διαδικτυακό ημερολόγιο. Σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε καθαρά βιβλιοφιλικό. Μου 'δωσε πολλές χαρές, μ' έφερε σ' επαφή με ανθρώπους και βιβλία, έγινε καθημερινός μου σύντροφος, πότε διαβάζοντας, πότε γράφοντας και πότε ανταλλάσσοντας απόψεις. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις στατιστικές κι όσο αφορά τις στατιστικές που με αφορούν τις θεωρούσα χάσιμο χρόνου να ασχοληθώ. Όμως μια και τις βρίσκω έτοιμες, τις αποτολμώ φέτος.
Μέσα σ' αυτά τα οχτώ χρόνια έκανα 464 αναρτήσεις, που σημαίνει 58 αναρτήσεις το χρόνο, δηλ. περίπου μια κάθε βδομάδα. Απ' αυτές 411 αφορούν παρουσιάσεις βιβλίων. Βεβαίως, διάβασα περισσότερα, δεν έγραφα όμως πάντα  γι' αυτά που διάβαζα, για διάφορους λόγους. Έχω 400 αναγνώστες συνδεδεμένους με το blog μου και 246.440 προβολές της σελίδας μου.
Ευχαριστώ όλους τους φίλους που γνώρισα μέσω του blog, ευχαριστώ όσους άφησαν σχόλια, όσους μας συνέδεσαν συζητήσεις, ακόμα και διαφωνίες. Δεν ξέρω πόσο θα μείνει ακόμα στη ζωή το blog μου. Εύχομαι κι ελπίζω όσο θα κρατήσει κι η δική μου ζωή.
Τιε θερμές μου ευχές απευθύνω στο εξαιρετικό, το καλύτερο ίσως ελληνικό βιβλιοφιλικό blog του Πατριάρχη Φώτιου (όποιος και να 'ναι), το Βιβλιοκαφέ, που μαζί γιορτάζουμε τα γενέθλιά μας. Χρόνια πολλά, σεβαστέ μου Πατριάρχη!

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

Ο προϊστορικός λέων της Κέας

Λητώ Σεϊζάνη
Ο προϊστορικός λέων της Κέας
Τυπωθήτω-Λάλον ύδωρ, 2013

Η ποίηση πρέπει άρα γε να είναι
Κάτι περίπλοκο, δυσνόητο, μεγαλειώδες;
Κάτι που δέος δημιουργεί, και έκσταση και θάμβος;
Η  ποίηση πρέπει άρα γε να είναι
Κάτι πρωτότυπο, πολύχρωμο, ιλιγγιώδες;
Σαν την επήρεια των ναρκωτικών στη σκέψη;
Η ποίηση πρέπει να είναι ίσως
Μία πληγή που επέρχεται ανεπαίσθητη
Από ένα βέλος που δεν άκουσες, δεν είδες
Αλλά ήρθε και σου τρύπησε τη φτέρνα

Το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής της Λητώς Σεϊζάνη, συνοψίζοντας την άποψη της ποιήτριας για την ποίηση, ανταποκρίνεται πλήρως στην ποιητική της δημιουργία. Είχα διαβάσει ακόμα μια ποιητική συλλογή της Λητώς, "Το γαλάζιο μου σακκίδιο" και η διαπίστωσή μου ήταν η ίδια:ποίηση χαμηλόφωνη, σχεδόν ψιθυριστή, σαν να μιλάει η ίδια στον εαυτό της, που όμως μας αγγίζει βαθιά, γιατί ανταποκρίνεται σε κοινά συναισθήματα, κοινές σκέψεις, κοινά βιώματα.
Πηγές της έμπνευσής της τόποι και διαβάσματα, χαρές και απογοητεύσεις, φιλοσοφική αντίκριση των βιοτικών συμβάντων. Η Κέα και το Καρνάκ, η Αθήνα και η Κάρπαθος κι άλλοτε τόποι της Ευρώπης που της χαρίζουν "ενέσεις ευτυχίας μοναδικές".
Οι αναγνωστικές της αγάπες κι επιρροές  περνούν στην ποίησή της: Ο Προυστ και η ευτυχία του "χαμένου χρόνου", το "φτωχικό σπιτάκι στη Σκιάθο" (χρειάζεται άραγε να αναφέρει κανείς το όνομα;). Κι ούτε "ο γέρων της Αλεξάνδρειας" που της δίνει άλλη μια έμπνευση έχει ανάγκη από ονομαστική αναφορά.
Η μελαγχολία του Spleen, πέρα από τις οφειλές στον Μπωτλαίρ ή τον Καρυωτάκη, υποδηλοί και της ποιήτριας τη μελαγχολική διάθεση, άλλοτε για ένα χαμένο έρωτα κι άλλοτε για την ίδια τη ζωή που φεύγει. "Ποτέ πια", ψιθυρίζει μαζί με τον Πόε. 

"Ποτέ πια δεν θα γίνεις είκοσι χρονών
Ούτε τριάντα ούτε σαράντα λοιπόν
Ποτέ πια δεν θα γυρίσεις στο παρελθόν
Για να εξιλεωθείς, να επανορθώσεις" 

Στα παλαιότερα γραμμένα ποιήματα η τεχνική είναι πιο παραδοσιακή, δεν λείπει η μουσική του μέτρου, ενίοτε και η ομοιοκαταληξία. Όσο προχωρεί η ποιήτρια εγκαταλείπει αυτά τα δεσμά, με μόνη ίσως αδυναμία κάποια πεζολογία σε μερικούς στίχους.
Όμως γενικά είναι μια ποίηση που αγγίζει τον αναγνώστη, μια ποίηση που κατορθώνει να μετουσιώνει τα προσωπικά βιώματα σε στίχους με καθολικό ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2014

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι

Δημήτρης Στεφανάκης
Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι
Ψυχογιός, 2014
Τελειώνοντας το βιβλίο έμεινα για αρκετή ώρα προβληματισμένη, αναλογιζόμενη τι άραγε να οδήγησε τον Δημήτρη Στεφανάκη στη συγγραφή του. Μήπως η αγάπη για τον Αλμπέρ Καμύ και η προσπάθεια να φέρει σε επαφή τον αναγνώστη με το έργο του; Μήπως η αναφορά σε άλλα έργα και συγγραφείς; Μήπως η ανάδειξη των πάμφωτων Κυκλαδίτικων νησιών; Άραγε η απαξίωση του κοσμοπολιτισμού της Μυκόνου; Ή μήπως το τι θα συνέβαινε αν μας δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία ζωής; Όλ' αυτά υπάρχουν  στο μυθιστόρημα του Στεφανάκη, αλλά θα προτιμούσα να επικεντρωνόταν σε κάποιο απ' αυτά. Με την ισόποση έμφαση που δίνεται σ' όλα κι άλλα ακόμη (ο έρωτας π.χ.) ο αναγνώστης νιώθει να παραπαίει, να έλκεται από μια σκηνή και σε λίγο να είναι υποχρεωμένος να στρέψει αλλού την προσοχή και τη σκέψη του.
Η μυθιστορηματική χρησιμοποίηση γνωστών λογοτεχνών ή άλλων ιστορικών προσώπων σε μια καινούρια λογοτεχνική δημιουργία ανθεί στην εποχή μας. Πολύ πρόχειρα φέρνω στη σκέψη κάποια διαβάσματά μου: "Ο ερωτευμένος Ελύτης" και "Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη" του Φίλιππου Φιλίππου, "Καβαφικοί φόνοι" του Θοδωρή Παπαθεοδώρου, "Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών" (με έμπνευση από τον Παπαδιαμάντη) του Κυριάκου Μαργαρίτη, "Ο Φρόιντ στο Μανχάταν" του Λυκ Μποσί. Τώρα, ο Δημήτρης Στεφανάκης επαναφέρει στη ζωή τον Αλμπέρ Καμύ για ένα καλοκαίρι στη Μύκονο. Είναι το καλοκαίρι του 1998, σαράντα χρόνια μετά την πραγματική επίσκεψη που είχε κάνει στα ελληνικά νησιά (1958) ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας. Μια συντροφιά λίγων ανθρώπων αποτελεί το στενό κύκλο του Καμύ στη δεύτερη αυτή ζωή του. Είναι η Αριάδνη Δάριβα, η δημοσιογράφος που είχε την έμπνευση να αναστήσει τον Καμύ (με τη βοήθεια του αστροφυσικού Θωμά Νοητού), για να τελειώσει το μυθιστόρημά του "Ο πρώτος άνθρωπος", που είχε μείνει ημιτελές με το ξαφνικό θάνατο του Καμύ το 1960 σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Είναι ακόμα ο αδελφός της Αριάδνης, ο Μάρκος, συνεταίρος σ' ένα εστιατόριο με τον Αλέξανδρο, η Κάρεν, φίλη του Αλέξανδρου, ένας συγγραφέας μου μάταια προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα, η σπιτονοικοκυρά του Καμύ με την οικογένειά της και άλλα πρόσωπα.
Το καλοκαίρι περνάει με μπάνια, ούζο και μεζέδες, εκδρομές στη γειτονική Δήλο, τον έρωτα της Αριάδνης και του Καμύ, με συζητήσεις. Κι όταν ο Σεπτέμβρης φτάσει, ο Καμύ θα αναχωρήσει από τη Μύκονο χωρίς το ημιτελές μυθιστόρημα να τελειώσει. Στο μεταξύ όμως ο συγγραφέας (ο Στεφανάκης) μας έχει εφοδιάσει με στοιχεία από τη ζωή του Καμύ, τις γυναίκες του, τους έρωτές του, το έργο του. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον "Ξένο", αλλά και στην "Πανούκλα", τον "Μύθο του Σισύφου", στον "Επαναστατμένο άνθρωπο". στην "Πτώση". Η γνώμη του Καμύ για άλλους συγγραφείς (τον Σαρτρ, τον Φώκνερ, τον Ντος Πάσος, τον Κάφκα, τον Προυστ, τον Τολστόι, τον Μπαλζάκ,  τον Μαλρό κ. ά.) δεν ξέρω αν απηχεί πραγματικά τις απόψεις του Καμύ ή αν μέσω του ο Στεφανάκης εκφράζει τις δικές του ιδέες.
Ο τίτλος μου άρεσε. Τον βρήκα πολύ ποιητικό. Μου θύμισε Ελύτη: "Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν' αρθρώσω" (Άξιον εστί"), "Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας..." (Ήλιος ο πρώτος). Όμως η ερμηνεία υπάρχει και στο ίδιο το μυθιστόρημα: "Θέλω να μου μάθεις να συλλαβίζω το καλοκαίρι στη γλώσσα σου", ζήτησε ο Καμύ από την Αριάδνη, κι όταν εκείνη ανταποκρίθηκε στην επιθυμία του, τον παρατηρούσε τις επόμνες δυο τρεις μέρες που επαναλάμβανε με κόπο τις τέσσερις συλλαβές "κα-λο-καί-ρι".
Ανάλαφρο, καλοκαιρινό διάβασμα το "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" (αν είναι ποτέ δυνατό να υπάρχουν καλοκαιρινά και χειμερινά διαβάσματα για τους βιβλιόφιλους!), θα ήταν πολύ καλύτερο αν είχε μια σαφή γραμμή πλεύσης.
(ebook)

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2014

Μοιραία Πράγα

Philip Kerr
Μοιραία Πράγα
Κέδρος 2013
Μετ. Δημήτρης Αθηνάκης
Όποιος έχει διαβάσει την"Τριλογία του Βερολίνου" ή άλλο βιβλίο του Φίλιπ Κερ, δε θα δυσκολευτεί να μπει στο κλίμα, στην ατμόσφαιρα, στο πνεύμα του "Μοιραία Πράγα". Ο ίδιος κεντρικός ήρωας,ο Γερμανός αστυνομικός επιθεωρητής Μπέρνι Γκούντερ, με τα γνώριμα χαρακτηριστικά  όπως τον έχουμε ήδη γνωρίσει, μας παίρνει για άλλη μια φορά στα σκοτεινά χρόνια του Β'  Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Κερ γράφει μυθιστόρημα κι όμως σου δημιουργεί την αίθηση ότι γράφει ιστορία. Ίσως αυτό να οφείλεται και στην ανάμιξη ιστορικών μαζί με τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, αλλά νομίζω ο κυριότερος λόγος είναι η ζωντανή και ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής των χρόνων εκείνων.
Έχουμε διαβάσει πληθώρα βιβλίων που αναφέρονται στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κι όμως ο Κερ βρίσκει τρόπο να ξαναπεί τα πράγματα αλλιώτικα. Ο ήρωάς του, ο Μπέρνι, είναι μια ιδιότυπη προσωπικότητα. Έξυπνος, δυναμικός, σκληροτράχηλος, απεχθάνεται τους ναζί κι όμως τους υπηρετεί. Βιώνει τη φρίκη του Ανατολικού Μετώπου ("εξάλλου πόσους είχα σκοτώσει εγώ ο ίδιος", λέει κάπου), αλλά επανέρχεται στην αστυνομία από την οποία είχε παραιτηθεί για ένα διάστημα. Κυνικός, χωρίς να μένει ασυγκίνητος από τη γυναικεία ομορφιά, μ' ένα ιδιάζον χιούμορ, επιβιώνει από θανάσιμους κινδύνους, ξεδιαλύνει όσες υποθέσεις έχει αναλάβει. Σ' αυτό το βιβλίο μου φάνηκε πιο ώριμος, όχι τόσο ριψοκίνδυνος, το χιούμορ του σαν να έχει περιοριστεί, πιο πολύ δουλεύει με το μυαλό παρά με τη σωματική δύναμη.
Η υπόθεση του πολυσέλιδου βιβλίου αρχίζει με μια δολοφονία ξένου εργάτη στο Βερολίνο, την οποία ο Μπέρνι καλείται να εξιχνιάσει. Πιστεύει ότι το έχει καταφέρει, όταν προσκαλείται από τον Ράινχαρτ Χάιντριχ, τον πανίσχυρο, υψηλόβαθμο ναζί, Προστάτη του Ράιχ στη Βοημία και Μοραβία, να περάσει ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό του στην Πράγα. Ο Μπέρνι θα βρεθεί ανάμεσα σε πλήθος άλλων προσκεκλημένων, που είναι όλοι υψηλόβαθμοι ναζί. Η σύγκριση της πολυτέλειας της ζωής και της αφθονίας των αγαθών που απολαμβάνουν οι ναζί, με την εξαθλίωση, τα δελτία τροφίμων, την πείνα, τους Εβραίους που κυκλοφορούν με το κίτρινο αστέρι ή αναγκάζονται να "μετεγκατασταθούν" αναδύεται αυθόρμητα. Η απέχθεια προς τους ομοφυλόφιλους, η αντίσταση που οργανώνουν οι Τσέχοι, οι προδότες και οι πράκτορες περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, όχι σαν κύριο θέμα, αλλά σαν το φυσιολογικό φόντο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Ο Χάιντριχ ζητά από τον Μπέρνι να γίνει ο προσωπικός του σωματοφύλακας, παρ' όλο ότι έχει άλλους τέσσερις, γιατί ξέρει ότι πέρα από έξυπνος είναι ωμά ειλικρινής και όχι γλείφτης όπως τους άλλους που τον περιτριγυρίζουν. Από τη στιγμή που ένας από τους υπόλοιπους σωματοφύλακες του Ράινχαρτ βρίσκεται δολοφονημένος σ' ένα κλειδωμένο από μέσα δωμάτιο, το βιβλίο απογειώνεται, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, καθώς μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία εμπλέκεται και η αστυνομική ιστορία. Μια ιστορία που μοιάζει σαν φόρος τιμής στη "βασίλισσα του εγκλήματος", την Άγκαθα Κρίστι, στης οποίας το βιβλίο "Ποιος σκότωσε τον Άκροϋντ" γίνεται σαφής αναφορά.
Όπως έχω επισημάνει και στην "Τριλογία του Βερολίνου", ο Κερ συνηθίζει την πολύ ρεαλιστική απεικόνιση ακόμη και σκηνών που "μπορεί να ενοχλήσουν". Υπάρχει για παράδειγμα μια περιγραφή νεκροψίας τόσο λεπτομερώς περιγραφική που σου έρχεται να κάνεις εμετό, όπως ένας από τους παρισταμένους, ή μια άλλη σκηνή βασανιστηρίων που σου δημιουργεί το αίθημα ασφυξίας που αισθανόταν το θύμα.
Εντέλει όμως, ένα βιβλίο που, όπως γράφει και ο Πατριάρχης Φώτιος, "είναι μια επιλογή για την οποία δεν μετανιώνεις".

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2014

Και τα βουνά μίλησαν

Καλέντ Χοσεϊνί
Και τα βουνά μίλησαν
Ψυχογιός, 2014
Μετ. Αργυρώ Μαντόγλου.
"Δημιουργία σημαίνει βανδαλισμός της ζωής των άλλων ανθρώπων, τη μετατροπή τους σε συμμέτοχους χωρίς τη θέλησή τους. Κλέβεις τις επιθυμίες τους, τα όνειρά τους, υφαρπάζεις τα ψεγάδια τους, τα βάσανά τους. Παίρνεις κάτι που δεν σου ανήκει. Και το κάνεις συνειδητά".
Λόγια της Νίλα, μιας από τις βασικές ηρωίδες του Αφγανού συγγραφέα Καλέντ Χοσεϊνί στο μυθιστόρημά του "Και τα βουνά μίλησαν". Κι αυτό ακριβώς κάνει ο Χοσεϊνί στο τρίτο αυτό βιβλίο του (Τα άλλα δυο είναι το "Χαρταετοί πάνω από την πόλη" και "Στη χώρα των χρυσών ήλιων").
Γεννημένος το 1965 στην Καμπούλ ο Χοσεϊνί είναι γιατρός και από το 1980 ζει στην Καλιφόρνια. Είναι βέβαιο πως ξέρει να αφηγείται. Τα βιβλία του έχουν κάτι από τη γοητεία των ανατολίτικων παραμυθιών κι ας αποτυπώνουν όλη τη σκληρότητα της φτώχειας και των πολέμων που καταδυναστεύουν τη βασανισμένη αυτή χώρα.
Σ' ένα μικρό, φτωχικό χωριό του Αφγανιστάν ζει η οικογένεια του Σαμπούρ. Το βιβλίο αρχίζει μ' ένα μύθο που αφηγείται ο Σαμπούρ στα δυο παιδιά του, τον Αμπντουλάχ και την Παρί. Είναι ένας μύθος που στη συνέχεια του βιβλίου θα καταλάβουμε πως προοικονομεί και προοιωνίζεται την υπόθεση του μυθιστορήματος. Τουλάχιστον τον κεντρικό άξονα, γιατί το βιβλίο έχει μια περίεργη δομή. Όχι μόνο γιατί πηγαινοέρχεται στο χρόνο, αλλά και γιατί σ' αυτό ακούγονται πολλές αφηγηματικές φωνές. Άλλοτε ακολουθείται τριτοπρόσωπη γραφή, άλλοτε πρωτοπρόσωπη, πράγμα που ενίοτε δυσκολεύει τον αναγνώστη, όταν για παράδειγμα ένα κεφάλαιο αρχίζει με πρωτοπρόσωπη γραφή χωρίς να ξέρουμε ποιος μιλά.
Πλήθος πρόσωπα, ατομικά και συλλογικά πάθη και ιστορίες διαπλέκονται στο μυθιστόρημα. Μερικά γεγονότα και ιστορίες  συνδέονται πολύ χαλαρά με την βασική υπόθεση. Για παράδειγμα, τέτοια είναι η περίπτωση του Έλληνα γιατρού Μάρκου από την Τήνο, που για χρόνια εργάζεται ως εθελοντής στο Αφγανιστάν. Ή, η πολύ τραγική ιστορία της μικρής Ρόσι που είδε την οικογένειά της να κατακρεουργείται μπροστά στα μάτια της. Βεβαίως η χαλαρή σύνδεση με τον κύριο κορμό της ιστορίας δεν κάνει τα επεισόδια αυτά λιγότερο ενδιαφέροντα. Εκείνο όμως που δεσπόζει στο βιβλίο, η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία κινούνται όλες οι σχέσεις και τα επεισόδια  είναι η αγάπη των δυο μικρών αδελφιών, του Αμπντουλάχ και της Παρί, που μεγαλώνουν στο φτωχικό χωριό με τον πατέρα, τη μητριά και τον ετεροθαλή αδελφό τους. Το ότι η μητέρα τους πέθανε στη γέννα της Παρί, έδωσε στην αδελφική αγάπη μια ιδιαίτερη χροιά. Ο Αμπντουλάχ, αρκετά μεγαλύτερος από την Παρί, τη φροντίζει, παίρνει τη θέση της μάνας γι' αυτήν. Μπορούμε να φανταστούμε (μπορούμε άραγε;) τον πόνο, την πληγή, το μέγεθος της απώλειας, όταν ο φτωχός Σαμπούρ αναγκάζεται να πουλήσει την Παρί σε μια πλούσια, άκληρη οικογένεια στην Καμπούλ. Η Παρί είναι μικρή, θα ξεχάσει. Προπάντων όταν η γαλλικής καταγωγής μητέρα της, η Νίλα, μια ευαίσθητη αλλά προβληματική ποιήτρια, φεύγει από την Καμπούλ μαζί με την Παρί και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Μόνο αόριστα, σαν ένα φευγαλέο deja-vu η Παρί θυμάται πότε-πότε ένα σκυλί, ένα δέντρο, ένα τραγούδι...Μεγάλη πια κι όταν η Νίλα θα έχει πεθάνει, θα μάθει η Παρί την καταγωγή της και θα ψάξει να βρει τον αγαπημένο αδελφό. Ο Αμπντουλάχ από χρόνια ζούσε στην Αμερική, έχοντας δημιουργήσει εκεί τη δική του οικογένεια. Όμως το παρελθόν δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Η συνάντηση των δυο αγαπημένων αδελφιών δεν σημαίνει τίποτα πια, όχι μόνο γιατί τους χωρίζουν δεκαετίες διαφορετικής ζωής, αλλά και γιατί εκείνος πάσχει από γεροντική άνοια.
Παρ' όλη τη μελαγχολία που προκαλεί στον αναγνώστη η φτώχεια και η δυστυχία, οι αφάνταστα δύσκολες συνθήκες ζωής, οι πόλεμοι που βασάνισαν αυτή τη χώρα, η σκληρότητα κάποιων σκηνών, εντούτοις τα τρυφερά συναισθήματα της αγάπης, της στοργής, της προσφοράς, ο αγώνας για τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών ζωής, αφήνουν να εισχωρήσει ένα μήνυμα αισιοδοξίας και να επιβεβαιωθεί ο στίχος του ποιητή: "Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ' την καθημερινή την έγνοια του". (Ρίτσος, Ο αποχαιρετισμός)

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014

Γράμματα στην κόρη μου

Θοδωρής Καλλιφατίδης
Γράμματα στην κόρη μου
Γαβριηλίδης, 2013
Το όνομα του Θοδωρή Καλλιφατίδη το είχα συναντήσει πολλές φορές στις αναγνωστικές μου αναζητήσεις και περιπλανήσεις. Ήξερα ότι ήταν μετανάστης, μόνιμος πια κάτοικος Σουηδίας, ήξερα τίτλους έργων του κι όμως πρώτη φορά διαβάζω δικό του βιβλίο. Καιρός ήταν.
Ακόμα κι αν δεν ξέρει ο αναγνώστης πως ο συγγραφέας είναι μετανάστης, χρόνια μακριά από τη γενέθλια γη, διαβάζοντας τα "Γράμματα στην κόρη μου" καταλαβαίνει πως μόνο κάποιος με ανάλογες προσωπικές εμπειρίες θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο. Κι ας χωρίζουν κάπου είκοσι αιώνες το μυθιστορηματικό πρόσωπο από την πρωτοπρόσωπη γραφή του συγγραφέα. Ο συγγραφέας υποδύεται τον Οβίδιο, τον γνωστό Ρωμαίο ποιητή (43 π.Χ-17 μ.Χ.) που εξόριστος, πολύ μακριά από τη Ρώμη που αγαπά και νοσταλγεί, απευθύνει απελπισμένα γράμματα στην κόρη του (ουσιαστικά κόρη της τρίτης του γυναίκας).
Στα γράμματα αυτά αναπολεί όλη την περασμένη του ζωή, τον πρώτο του έρωτα που δεν είχε ευτυχή κατάληξη, άλλους δεσμούς, μιλά για τον τρόπο ζωής στη Ρώμη, για την ποίησή του. Δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ο Αύγουστος τον εξόρισε, μια και τα ποιήματά του, με αφορμή τα οποία εξορίστηκε, κυκλοφορούσαν χρόνια πριν.
Περιγράφει τον ξένο τόπο όπου υποχρεώθηκε να ζει, τους Τόμους (πιθανότατα τη σημερινή Κωστάντζα της Ρουμανίας), χωρίς την οικογένεια, τους φίλους του και τη ζωή όπως την ήξερε, με μόνο δεσμό από την πατρίδα τον μαύρο υπηρέτη του. Από τις κλιματολογικές συνθήκες, μέχρι τα φαγητά, τη γλώσσα, τις γιορτές ή το πένθος, όλα είναι διαφορετικά απ' αυτά που ήξερε. Σιγά-σιγά όμως αρχίζει να προσαρμόζεται. Non sum ego qui fueram, είναι το μότο του βιβλίου. Δεν είμαι πια αυτός που υπήρξα. Η εξορία και η ξενιτιά τον έχουν κάνει έναν άλλο άνθρωπο. Αλλά η νοσταλγία δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Παραπονείται γιατί φαίνεται όλοι να τον έχουν ξεχάσει. Παρακαλεί να μεσιτεύσουν στον Αύγουστο να ανακαλέσει την απόφασή του και την ίδια στιγμη μετανιώνει γιατί θεωρεί τα παρακάλια ξεπεσμό.
Πιστεύω όμως πως η μεγαλύτερη απόλαυση που μπορεί να προσφέρει ένα τέτοιο βιβλίο (ίσως και ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε) δεν είναι ούτε η υπόθεση (ποια υπόθεση άλλωστε;), ούτε οι πληροφορίες για την εποχή και τον τόπο. Η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου έγκειται νομίζω στις σκέψεις, στον προβληματισμό, στη φιλοσοφική αντίκρυση των γεγονότων. Λέει για την Ελλάδα, όταν αναπολεί τα χρόνια που πέρασε εκεί σπουδάζοντας: "Ήταν εύκολο να κάνεις όνειρα στην Ελλάδα. Το γελαστό φως, ο ουρανός, τα βουνά, η θάλασσα, όλα είχαν μια ελαφρότητα που έκανε και τη ζωή ελαφριά. Περπατούσα μόνος με τις ώρες βυθισμένος σε ευχάριστες σκέψεις για το μέλλον". Γράφει για τον έρωτα, τη φιλία, την ελευθερία και συχνά ξαναγυρίζει στην  τέχνη της γραφής. "Μπορεί μεν να βρεις τον έρωτα τυχαία, όμως για να γίνει μια ιστορία αγάπης, πρέπει να τη γράψεις. Το ίδιο και με την ευτυχία. Με τη δουλειά την κερδίζεις. Και με την τέχνη έτσι είναι". Και πάνω απ' όλα η αγιάτρευτη νοσταλγία. "Η νοσταλγία δεν έχει τέλος", γράφει κάπου. Και μια φράση που με σταμάτησε ιδιαίτερα:"Η επιστροφή είναι η μεγαλύτερη χαρά κάθε ταξιδιού".



Κυριακή, Μαΐου 04, 2014

Πάσχα στην καρδιά της Ελλάδας

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Να ‘ναι άραγε αντικειμενικά τόσο όμορφη αυτή η χώρα όσο τη βρίσκουμε κάθε φορά, κάνοντας εκεί Πάσχα για δέκατη τέταρτη χρονιά, ή μήπως το βαθιά καταχωνιασμένο μας απωθημένο, αυτή η λαχτάρα για την ένταξή μας στον εθνικό κορμό (αλίμονο, ανέφικτο όνειρο πια) που μας κάνει να τη βλέπουμε τόσο ωραία; Που μας κάνει να δακρύζουμε στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου ή στο αντίκρισμα της γαλανόλευκης; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως απ’ όλες τις χώρες που έχω ταξιδέψει (κι έχω επισκεφθεί πολλές) πιο όμορφη, πιο μαγευτική, με την πιο μεγάλη ποικιλία φυσικού τοπίου, με την πιο μακρόχρονη ιστορία και πολιτισμό, βρίσκω την Ελλάδα. Ειδικά αυτή την εποχή, την εποχή της άνοιξης που όλα, φύση, άνθρωποι, γιορτές, έθιμα, είναι ένας ύμνος στη ζωή.
Μοναστήρια αιωρούμενα στις κορυφές των Μετεώρων

Κλείνω τα μάτια κι αναλογίζομαι όλα όσα και φέτος μας μάγεψαν. Τα καταπράσινα τοπία  διανθισμένα με το κίτρινο των ασπάλαθων, τις χιονισμένες κορυφογραμμές των Αγράφων, το απέραντο γαλάζιο της Λίμνης Πλαστήρα, τα μοναστήρια αιωρούμενα στην κορυφή των Μετεώρων, τα μικρά όμορφα χωριά γύρω από τη Λίμνη, το «Ω, γλυκύ μου έαρ» και το «Χριστός Ανέστη» να ψάλλεται εδώ, αλλά την ίδια στιγμή και σε χιλιάδες ναούς σε κάθε γωνιά της γης…
Οι χιονισμένες βουνοκορφές των Αγράφων
Το απέραντο γαλάζιο της Λίμνης Πλαστήρα
Και πάλι τα Μετέωρα


Βάση μας φέτος η Καρδίτσα. Μια ήσυχη, μικρή σχετικά πόλη κάπου εξήντα χιλιάδων κατοίκων, με ωραίους πεζόδρομους γεμάτους καφετέριες, με μια πλατεία από τις μεγαλύτερες που έχουμε δει σε ελληνική πόλη. Ένα χαρακτηριστικό που τόσο στερούμαστε στις κυπριακές πόλεις (θέμα, πιστεύω, για διερεύνηση). Ένας χώρος συγκέντρωσης, περιπάτου, χαλάρωσης, με τα παιδιά να συμβάλλουν στη ξένοιαστη, χαρούμενη ατμόσφαιρα τρέχοντας πάνω κάτω. Σε μια άκρη της πλατείας ένα ιδιόρρυθμο σιντριβάνι, ενώ τριγύρω σε ωραία γλυπτά οι Μούσες επιβλέπουν την όμορφη πλατεία.
Ακόμα μια άποψη της Λίμνης


Στην πλατεία της Καρδίτσας

 
Ωραίος πεζόδρομος στην Καρδίτσα
Πολλά αξιοθέατα δεν έχει η Καρδίτσα. Ξεχωρίζουμε το εντυπωσιακό κτήριο της Δημοτικής  Αγοράς (κλειστή δυστυχώς τις μέρες που ήμαστε εκεί) που λειτουργεί όχι μόνο ως εμπορικό κέντρο αλλά και ως χώρος πολιτισμού και ψυχαγωγίας και βεβαίως τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα. Αυτό όμως που θα σου υποδείξουν πρώτο οι Καρδιτσιώτες, αν τους ρωτήσεις για τα αξιοθέατα της πόλη τους, είναι το Παυσίλυπο. Ένα ωραίο πάρκο, μια όαση πρασίνου σε κεντρικό σημείο της πόλης που επιβεβαιώνει το όνομά του: παύση της λύπης. Ανάμεσα στο
Στο Παυσίλυπο

 
Η αγρότισσα
 πράσινο, τα πολύχρωμα λουλούδια και τα παγόνια που κυκλοφορούν ελεύθερα, περίλυπο και σκεφτικό, στέκεται ένα άγαλμα. Είναι το άγαλμα της αγρότισσας. Δεν συνάντησα πιο εκφραστική απεικόνιση της ταλαιπωρημένης, βασανισμένης, αλλά πάντα οπλισμένης με καρτερία και δύναμη, γυναίκας της υπαίθρου. Λίγο πιο πέρα υψώνεται το άγαλμα του μεγάλου τέκνου της περιοχής, δίκαιη πηγή περηφάνιας όχι μόνο για τον τόπο καταγωγής του, αλλά για όλο τον Ελληνισμό. Αυτού που υπήρξε ο πρώτος πολιτικός που κηδεύτηκε «δημοσία δαπάνη», καθώς μετά το θάνατό του δεν βρέθηκαν στην κατοχή του χρήματα που να του εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κηδεία! (Χρειάζεται άραγε σύγκριση με τους συγχρόνους;) Είναι το άγαλμα του «Μαύρου Καβαλάρη», του Νικόλαου Πλαστήρα. Το όνομα και τη μορφή του γενναίου στρατηγού, του καινοτόμου πρωθυπουργού, του αδέκαστου πολιτικού, θα τα συναντήσουμε όπου πάμε στη γύρω περιοχή. Θα το βρούμε σε δρόμους, πλατείες, ταβέρνες, στο χωριό του, το Μορφοβούνι, θα το ακούσουμε προπάντων καθώς θα περιδιαβάζουμε τριγύρω στη Λίμνη που εκείνος είχε ονειρευτεί.
Τόσο προορατικός (εκτός από τα τόσα άλλα χαρίσματά του) ώστε στις αρχές ήδη του 20ου αι. να οραματιστεί ένα φράγμα που θα συγκέντρωνε τα νερά του ποταμού Ταυρωπού, με σκοπό την άρδευση και την ύδρευση του Θεσσαλικού κάμπου. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση του έργου που ονειρεύτηκε, καθώς πέθανε το 1953, ούτε και τη δημιουργία της Λίμνης που φέρει το όνομά του και ήταν αποτέλεσμα της δημιουργίας του φράγματος. Μιας λίμνης που αν δεν τη δει κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το μέγεθος, την ομορφιά, τη σημασία της. Με συνολική έκταση 25 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αλλού στενότερη, αλλού πλατύτερη, αλλού να κρύβεται κι αλλού να προβάλλει ήρεμη ανάμεσα στις βουνοκορφές που την περιβάλλουν, παρέχει στους χιλιάδες επισκέπτες που την απολαμβάνουν κάθε χρόνο, ένα μοναδικό θέαμα. Περνάμε μέσα από μικρά χωριά με ποιητικά ονόματα, Μορφοβούνι, Μεσενικόλας, Μοσχάτο, Κρυονέρι…, χωμένα μέσα στο πράσινο, αμπέλια που μόλις πρωτοβγάζουν τα φύλλα τους, ξενοδοχεία, ξενώνες και χιονισμένες βουνοκορφές. Το μάτι δεν χορταίνει να βλέπει, η εκκλησιαστική φράση στριφογυρίζει στο μυαλό: «Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε…».
Νικόλαος Πλαστήρας-Ο Μαύρος Καβαλάρης
Το φράγμα Ταυρωπού

Μεγάλο Σάββατο πρωί, μετά την πρώτη Ανάσταση, οδεύουμε προς την Καλαμπάκα και το παράδοξο των Μετεώρων. Οι περισσότεροι τα ‘χουμε δει κι άλλες φορές, όμως κάθε φορά δεν μπορούμε να μην πλημμυρίσουμε με δέος και θαυμασμό γι’ αυτό το θαύμα της φύσης. Πώς μέσα στον κάμπο υψώνονται ξαφνικά αυτοί οι γκρίζοι ογκόλιθοι, για την ύπαρξη των οποίων πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί. Μα πέρα από το πώς δημιουργήθηκαν πιο πολύ μας εκπλήσσει το πώς πάνω σ’ αυτές τις αετοφωλιές, πάνω στις κορυφές των απότομων, απόκρημνων βράχων μπόρεσαν οι άνθρωποι σε καιρούς περασμένους να οικοδομήσουν τα θαυμαστά αυτά μοναστήρια. Εδώ αναζήτησαν άλλοτε οι μοναχοί που τα έκτισαν την απομόνωση, την απομάκρυνση από τον κόσμο, την περισυλλογή, την αφιέρωση και την επικοινωνία με το Θείο. Σήμερα, τόπος τουριστικών επισκέψεων και μερικά μάλιστα τουριστικής εκμετάλλευσης. Κάποτε οι πιστοί που ήθελαν να τα επισκεφθούν ανασύρονταν προς τα ύψη μέσα σε δίχτυ. Σήμερα, σκαλοπάτια κάνουν εύκολη την πρόσβαση, για όσους βέβαια αντέχουν την οπωσδήποτε επίπονη ανάβαση.
Η ομάδα στη Μονή Βαρλαάμ
 Τα μοναστήρια των Μετεώρων δεν είναι τα μοναδικά της περιοχής. Δύο άλλα με ιδιαίτερη φήμη είναι η Παναγία η Πελεκητή και η Μονή Κορώνης. Στο πρώτο, επισκεπτόμαστε ένα μικρό εκκλησάκι, σκαλισμένο ολόκληρο μέσα στο βράχο, δείγμα βαθιάς πίστης και υπομονής αυτών που όχι μόνο το λάξεψαν αλλά και το στόλισαν με ωραίες αγιογραφίες.
Ανηφορίζοντας για τη Μονή Παναγίας Πελεκητής
 Στη Μονή Κορώνης δεν μπήκα. Όσο θαυμάζω και σέβομαι την πίστη  των ανθρώπων, άλλο τόσο απεχθάνομαι το σκοταδισμό, τη στενοκεφαλιά και την υποκρισία. Στην είσοδο της Μονής υπάρχει…face control ή μάλλον dress control. Δηλαδή όσες γυναίκες φορούν πανταλόνι (και ποιες δεν φορούν σήμερα) απαγορεύεται να μπουν. Σ’ ένα δωμάτιο υπάρχουν κάποιες χιλιοφορεμένες, βρώμικες φούστες που πρέπει όλες οι γυναίκες να βάλουν πάνω από το πανταλόνι. Αντιδρώ (και είμαι η μόνη). Όχι τόσο για τη βρώμικη φούστα όσο για τη μεσαιωνική αντίληψη και την υποκρισία, όταν επιτρέπεται η είσοδος σε κάποιες που φορούν φούστα όσο κοντή και να ‘ναι, απαγορεύεται όμως το πανταλόνι! Μένω απ’ έξω να θαυμάζω και να φωτογραφίζω το υπέροχο πραγματικά τοπίο, περιμένοντας την υπόλοιπη ομάδα να τελειώσει την επίσκεψη. Είμαι όμως βέβαιη πως αν όλες οι γυναίκες αντιδρούσαν κι αν οι μονές στερούνταν τα εισοδήματα στα οποία κυρίως οι γυναίκες συμβάλλουν, οι θυρωροί των μονών θα αναθεωρούσαν τη στάση τους. Είναι αδιανόητο η πίστη να κρίνεται από τη φούστα ή το πανταλόνι.
Η Γέφυρα του Ληθαίου στα Τρίκαλα
Καταπράσινο, δροσερό τοπίο στις όχθες του Ληθαίου

Στο γυρισμό από τα Μετέωρα κάνουμε μια σύντομη στάση για γεύμα στα Τρίκαλα. Είναι μια πόλη που σίγουρα αξίζει μια πιο πολύωρη επίσκεψη από τη σύντομη δική μας. Μια όμορφη, παλιά γειτονιά είναι τα Παλιά Μανάβικα, όπως επικράτησε να λέγεται. Σπίτια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, παραδοσιακές ταβέρνες, εστιατόρια, μπαράκια, σφύζουν από κίνηση και ζωή. 
 
Στα Παλιά Μανάβικα
Με δυσκολία βρίσκουμε κάπου να καθίσουμε, κι ας είναι Μεγάλο Σάββατο. Στην ίδια περίπου περιοχή ένα ξεχωριστό έργο τέχνης μας σταματά. Είναι μια τεράστια τοιχογραφία (150τ.μ.) έργο ομάδας ζωγράφων που έκανε και σε άλλες πόλεις παρόμοια έργα. Στην Ελλάδα είναι η μοναδική. Στην τοιχογραφία, που δίνει την εντύπωση τρισδιάστατου έργου, παριστάνεται η καθημερινότητα: νοικοκυρές που ψωνίζουν, μπαλκόνια με τραγουδιστές, ταβέρνες έτοιμες να δεχτούν τους επισκέπτες, παιδιά που παίζουν κ.λπ.
Η περίφημη τρισδιάστατη τοιχογραφία στα Τρίκαλα
Φαινόμενο σπάνιο για ελληνική πόλη, ένας ποταμός διασχίζει τα Τρίκαλα, αποτελώντας μέρος της ιστορίας αλλά και της γοητείας της πόλης. Είναι ο ποταμός Ληθαίος, παραπόταμος του Πηνειού. Δέκα γέφυρες συνδέουν τα δυο μέρη της πόλης, με μεγαλύτερη και ωραιότερη την κεντρική, μεταλλική, τοξωτή πεζογέφυρα. Πυκνή βλάστηση, το νερό που κυλάει, ο μύθος που θέλει τον Ασκληπιό να έχει γεννηθεί εδώ, ο εμπορικός πεζόδρομος που αρχίζει απ’ εδώ, συνθέτουν ένα θαυμάσιο περιβάλλον. Έστω και για λίγο απολαμβάνουμε την ομορφιά ακόμα μιας ελληνικής πόλης.


Καταθέτοντας το στεφάνι της ευγνωμοσύνης μας

Η πιο συγκινητική στιγμή όμως του ταξιδιού μας υπήρξε η επίσκεψη, το προσκύνημα θα έλεγα καλύτερα, ενός μικρού, απέριττου μνημείου σε μια απόμερη πλατεία της Καρδίτσας. Το μνημείο στήθηκε για να θυμίζει και να τιμά δώδεκα νέους της πόλης που θυσιάστηκαν στην Κύπρο το 1974. Πέντε πεσόντες και επτά αγνοούμενοι. Το στεφάνι της ευγνωμοσύνης μας και λίγα λόγια είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά τα νέα παιδιά. Αμίλητοι, με τη σκέψη στους ακατάλυτους δεσμούς μας και στους ποταμούς των αιμάτων που πότισαν την κοινή μας ιστορία, με βουρκωμένα μάτια αποχαιρετούμε την Καρδίτσα.
Οι πεσόντες στην Κύπρο Καρδιτσιώτες

Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα μια ανοικτή πληγή.

Τρίτη, Απριλίου 29, 2014

Άρωμα πάγου

Γιόκο Ογκάουα
Άρωμα πάγου,
Άγρα, 2011 (α΄έκδ. 2007, στα Ιαπωνικά 1998)
Μετ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Πόσο ξέρουμε άραγε τους άλλους, ακόμα και τους πιο κοντινούς μας; Τι ρόλο παίζει στη ζωή μας η μνήμη; Ερωτήματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται το βιβλίο της  Ογκάουα. Ένα βιβλίο πιο "ιαπωνικό" από το "Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή",
 που τόσο μου είχε αρέσει. Παρ' όλο ότι μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Πράγα, εντούτοις και εκεί η ηρωίδα μας μεταφέρει μια ατμόσφαιρα που θυμίζει περισσότερο Ιαπωνία παρά Τσεχία. Δεν μπορώ να διευκρινίσω ακριβώς τι είναι που δημιουργεί αυτή την εντύπωση. Είναι βέβαια τα ονόματα, αλλά είναι και κάτι πολύ περισσότερο, που το διαισθάνεσαι, που σου υποβάλλεται, που δύσκολα το εντοπίζεις και το εκλογικεύεις. Αυτή η ατμόσφαιρα του εξωλογικού, ενίοτε του μεταφυσικού,  αποτελεί μέρος της γοητείας του βιβλίου, που ασφαλώς δεν έγκειται μόνο σ' αυτό.
Η αφηγήτρια, η Ρυόκο, ελεύθερη δημοσιογράφος, γνωρίζει σ' ένα αρωματοποιείο στο οποίο πήγε για ένα ρεπορτάζ, τον αρωματοποιό Χιρογιούκι. Δημιουργούν δεσμό, κι ενώ το βράδυ γιορτάζουν την πρώτη επέτειο της συμβίωσής τους, εκείνος αναίτια και ανεξήγητα, την επομένη αυτοκτονεί, αφού της έχει χαρίσει ένα άρωμα ειδικά φτιαγμένο γι' αυτήν, που είχε ονομάσει "Η πηγή της μνήμης".
Στο νεκροτομείο η Ρυόκο συναντά το μικρότερο αδελφό του Χιρογιούκι, τον Άκιρα, για τον οποίο ποτέ δεν της είχε μιλήσει. Όμως δεν είναι το μόνο στοιχείο της ζωής του αγαπημένου της που αγνοούσε. Αγνοούσε ότι είχε πάθος με το πατινάζ στον πάγο, στο οποίο ήταν δεξιοτέχνης, αγνοούσε ότι ήταν ιδιοφυία στα μαθηματικά, ότι είχε  πάρει πλήθος βραβεία σε σχετικούς διαγωνισμούς. Στα όσα πολύ τακτοποιημένα είχε αφήσει ο Χιρογιούκι (ένα ακόμα πάθος του ήταν η αυστηρή ταξινόμηση των πραγμάτων) και τα οποία ψάχνουν στην προσπάθεια να εξηγήσουν τους λόγους της αυτοκτονίας, βρίσκουν τρεις δισκέτες, Σε μια απ' αυτές διαβάζουν κάποια αποσπάσματα φράσεων:
"Σταγόνες νερού από σχισμή βράχου. Υγρός αέρας σπηλιάς".-"Βιβλιοθήκη ερμητικά κλειστή. Φως γεμάτο σκόνη",-"Το πρώτο στρώμα πάγου στη λίμνη την αυγή".-"Μπούκλα απ' τα μαλλιά ενός πεθαμένου".-"Παλιό, τρυφερό ακόμα, ξεθωριασμένο βελούδο".
Υποθέτουν αρχικά πως είναι ποιητικές απόπειρες, αλλά καταλήγουν στο ότι είναι "εκόνες οσμών που έβαλε σε λέξεις" και όπως τους πληροφορεί η υπεύθυνη του αρωματοποιείου "οι εικόνες από μυρωδιές είναι κάτι πολύ προσωπικό, συσχετισμένες βαθιά με τη μνήμη του κάθε ανθρώπου, και γι' αυτό μπορούν ίσως να δώσουν ενδείξεις για τη γνώση της ψυχής του Χιρογιούκι".
Με βάση τις φράσεις αυτές η Ρυόκο, ψάχνοντας πότε στην Πράγα και πότε στην Ιαπωνία θα προσπαθήσει να αναπλάσει τον Χιρογιούκι. Θα γνωρίσει την παράξενη μητέρα του, η οποία διατηρεί ένα δωμάτιο γεμάτο από τα βραβεία που είχε πάρει ο Χιρογιούκι, θα αναζητήσει την αιτία που εκείνος διέκοψε ξαφνικά την ενασχόληση με τα μαθηματικά για να ασχοληθεί με την αρωματοποιία.
Βιβλίο ιδιόρυθμο αλλά γοητευτικό, έτσι όπως φαντάζομαι την Ιαπωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το βιβλίο δεν είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρον για κάθε άνθρωπο, καθώς η μνήμη και ο θάνατος είναι στοιχεία παναθρώπινα.

Τρίτη, Απριλίου 15, 2014

Στην καρδιά της πόλης

Ζέιντι Σμιθ
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. Ιωάννα Ηλιάδη
(ebook)
Προσπάθησα, δεν μπορώ να πω πως δεν προσπάθησα. Διάβασα ό,τι βρήκα στο διαδίκτυο σχετικά μ' αυτό το βιβλίο, είδα τα επαινετικά σχόλια και τους εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς για την Αγγλίδα αυτή συγγραφέα και το έργο της, αλλά παρ' όλα αυτά στη σελίδα 253 (από τις 403 συνολικά) αποφασίζω να εγκαταλείψω την ηρωική προσπάθεια να τελειώσω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν γι'αυτή τη λιποταξία (που δεν μου συμβαίνει συχνά) φταίει η δική μου ανεπάρκεια ή το είδος γραφής της Σμιθ.
Θα το χαρακτήριζα "σουρεαλιστική πεζογραφία", αν υπήρχε μια τέτοια γραφή. Ήδη όμως ένας καινοφανής λογοτεχνικός όρος χρησιμοποιείται για να το χαρακτηρίσει. Η Αργυρώ Μαντόγλου (και όχι μόνο αυτή) στην κριτική της χρησιμοποιεί τον όρο "υστερικός ρεαλισμός", που συνίσταται σ' ένα "μείγμα πειραματικής γραφής και κοινωνικού σχολιασμού, εφάμιλλου του ρεαλισμού του μυθιστορήματος του 19ου αι.", όπως σημειώνει άλλος κριτικός, εξού και ο χαρακτηρισμός της Ζέιντι Σμιθ ως "νέου Ντίκενς".
Ο ελληνικός τίτλος "Στην καρδιά της πόλης"  δεν αποδίδει τον πρωτότυπο NW (North West=Βορειοδυτικό Λονδίνο). Άλλωστε, οι ήρωες δεν κυκλοφορούν πολύ στους δρόμους του Λονδίνου. Η καρδιά της πόλης μάλλον βρίσκεται μέσα τους, τον εσωτερικό τους κόσμο παρακολουθούμε, μέσα από σκέψεις, διαλόγους ή διαπιστώσεις της συγγραφέως.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του έργου, τη ζωή των οποίων ανιχνεύουμε, όχι κατ' ανάγκη με ευθεία χρονολογική διάταξη. Αποτελούν δείγμα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Η Λία, με σύζυγο αφρικανικής καταγωγής και μητέρα Ιρλανδέζα, η φίλη της Κίσα από την Καραϊβική που μετονομάζεται σε Νάταλι, ο Φίλιξ, πρώην αλκοολικός, του οποίου η προσωπική ιστορία μοιάζει ανεξάρτητη και άσχετη με τους υπόλοιπους, ο Νέιθαν, ναρκομανής, και φυσικά και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα.
Ο αναγνώστης όμως χρειάζεται να καταβάλει πολύ κόπο, να μην αφαιρεθεί ούτε λεπτό, ή ακόμη και να ξαναδιαβάσει μερικές σελίδες, για να ξεχωρίσει τα πρόσωπα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Η γραφή είναι ελλειπτική, υπαινικτική, η φαντασία και η νόηση του αναγνώστη πρέπει να 'ναι σε διαρκή ερήγορση. Προτάσεις ασύνδετες, αλλού σύντομες, χωρίς ρήμα, αλλού ολόκληρες παράγραφοι χωρίς τελεία. Πολλές γνώσεις προϋποτίθενται, γι' αυτό και αφθονούν οι επεξηγηματικές σημειώσεις (60) που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, πράγμα ενοχλητικό, αλλά ακόμα δυσχερέστερο για τον αναγνώστη του ηλεκτρονικού βιβλίου. Να ένα τέτοιο σύντομο δείγμα με πληθώρα στοιχείων των οποίων η άγνοια μειώνει δραστικά την απόλαυση της ανάγνωσης: "Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχε γίνει μια προσπάθεια να ανακατευτεί εκείνη η παρέα από το Κάμντεν Λοκ με την παρέα εδώ στο Κόλντγουελ, αλλά η Κίσα Μπλέικ δεν πολυσυμπαθούσε τον Μποντλέρ και τον Μπουκόφσκι, τον Νικ Ντρέικ και τους Sonic Youth και τους Joy Division και τα αγόρια που έμοιαζαν με  κορίτσια ή το αντίστροφο, και την Ανν Ράις και τον Ουίλιαμ Μπάροους και τη Μεταμόεφωση του Κάφκα και το Κίνημα υπέρ του Πυρηνικού Αφοπλισμού και το φεστιβάλ του Γκλάστονμπερι και την Καταστασιακή Διεθνή και το Με κομμένη την ανάσα και τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Άντι Ουόρχολ και ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα του Κάμντεν"...
Η λύση ενός σταυρολέξου ή μαθηματικών προβλημάτων είναι ασφαλώς απολαυστική. Αλλά η λογοτεχνία απαιτεί μια άλλου είδους απόλαυση. Την απόλαυση που προκαλεί η μέθεξη, η άμεση μετάδοση σκέψεων και συναισθημάτων και όχι η επίλυση νοητικών ασκήσεων.

Παρασκευή, Απριλίου 04, 2014

Η πόλη και η σιωπή

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Η πόλη και η σιωπή
Καστανιώτης, 2013
Διερωτώμαι γιατί μια τόσο ωραία ιδέα, ένα κεντρικό θέμα σύγχρονο, άκρως ενδιαφέρον, να υπονομεύεται από την επεξεργασία του, από τη μετατροπή του σ' ένα φλύαρο και ενίοτε βαρετό και κουραστικό μυθυιστόρημα. Είναι τόσο μεγάλη ανάγκη να αυξάνεται ο αριθμός των σελίδων ή μήπως αυτό είναι το στυλ, το ιδιαίτερο ύφος γραφής του συγγραφέα; Δεν ξέρω γιατί δεν έχω διαβάσει άλλο δικό του βιβλίο.
Μ' αυτή την αυθόρμητη έκρηξη διαμαρτυρίας του προλόγου μου δε σημαίνει ότι το βιβλίο δεν αξίζει. Ίσα-ίσα, πολλές είναι οι αρετές του, μεγάλο το ενδιαφέρον και ο προβληματισμός που δημιουργεί στον αναγνώστη. Εν πρώτοις αποτυπώνει με μια διεισδυτική ματιά τη σύγχρονη Αθήνα, έστω κι αν επικεντρώνεται στη σκοτεινή πλευρά της, στην ασκήμια, στη θλιβερή της όψη. Όμως μέσα απ' αυτή την απαισιόδοξη εικόνα διαισθανόμαστε την αγάπη του συγγραφέα για την πόλη του, την επιθυμία για καλύτερες μέρες, την αχτίδα αισιοδοξίας που εκφράζεται με το χαρακτήρα του ήρωά του, έστω κι αν αυτός αποτελεί εξαίρεση μέσα στο ζόφο που τον περιβάλλει.
Κεντρικό πρόσωπο ένας καθημερινός άνθρωπος,  ένας από τα πολλά θύματα  της κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα, ο Αργύρης Τρίκορφος. Ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας βιοτεχνίας κουμπιών, την οποία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, παντρεμένος με τη Βάσω και πατέρας τριών παιδιών, μετατρέπεται σ' ένα "νεόπτωχο". Η βιοτεχνία του κλείνει, τα χρέη τον πνίγουν, χάνει το διώροφο σπίτι του στην Ηλιούπολη, το εξοχικό του στην Κυλλήνη, τα αυτοκίνητά του, η κόρη του από το ιδιωτικό φοιτά τώρα στο δημόσιο, η γυναίκα του που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά αλλά δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψει, τώρα τυλίγει σουβλάκια σε μια ψησταριά.
Ο Αργύρης, μ' ένα νοικιασμένο ταξί προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Μαζί του, καθώς τριγυρίζει στους δρόμους της Αθήνας, περιδιαβάζουμε κι εμείς σ' αυτή την πόλη που τόσο έχει αλλάξει. Οι εικόνες της ερήμωσης, ειδικά στο κέντρο, κυριαρχούν: "Μήτε οι στομωμένες από σκουπίδια σχάρες των υπονόμων, τα εγκαταλελειμμένα οχήματα με τα σπασμένα παράθυρα, που αφέθηκαν να εκθρέψουν την έμφυτη ροπή στην ευκολία των περαστικών μέχρι που κατάντησαν κάδοι σκουπιδιών, οι κουρελιασμένες τέντες σε μπαλκόνια γεμάτα παλιοπράματα που τα έκαναν να μοιάζουν με κρεμαστές χωματερές, οι αμπαρωμένες πόρτες και τα χτισμένα παράθυρα των ακατοίκητων σπιτιών που προσπαθούσαν να κρατήσουν έξω από ντουβάρια σκέτα όσους είχαν ακόμη λιγότερα, τα παρατημένα μικρομάγαζα με τα μουντζουρωμένα από καλλιτέχνες του ποδαριού ρολά, ήταν εικόνες που μπορούσαν να τον αποθαρρύνουν".
Οι κάθε λογής επιβάτες που μεταφέρει δίνουν αφορμή για συζητήσεις, αποτυπώνοντας, πέρα από το περιβάλλον και την ψυχολογία των ανθρώπων. Ώσπου μια μέρα βρίσκει στο ταξί του ένα τσαντάκι μ' ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Είναι σχεδόν 350 χιλιάδες ευρώ. Αδύνατο βέβαια να ξέρει ποιος από όλους τους επιβάτες της ημέρας είναι πιθανό να το έχασε. Τι θα κάνει λοιπόν; Είναι ένα ποσό το οποίο μπορεί να λύσει σχεδόν όλα του τα προβλήματα. Θα το παραδώσει στην αστυνομία ή θα το κρατήσει; Χωρίς να πει τίποτα σε κανένα προβληματίζεται για ένα βράδυ. Η απόφασή του τελικά θα επηρεάσει καταστροφικά ολόκληρη τη ζωή του. Δεν θα αποκαλύψω τι τελικά συνέβη, αφήνοντας την ενδιαφέρουσα συνέχεια στον αναγνώστη.
Ο librofilo στη δική του ωραία παρουσίαση του βιβλίου υποστηρίζει ότι θα ήταν καλύτερα αν το βιβλίο ήταν κατά το ένα τρίτο μικρότερο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του.
(ebook)
Σημ. Επιτέλους μια  ουσιαστική διαφορά στην τιμή μεταξύ του έντυπου (18.22 ευρώ) και του ηλεκτρονικού βιβλίου (9.90). Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλοι τίτλοι και να μην είναι η διαφορά μόνο 3-4 ευρώ ή και λιγότερο.

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

Ζήσαμε την ευτυχία

Λίλι Τακ
Ζήσαμε την ευτυχία
Κέδρος, 2013
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
Αν δεν είχα διαβάσει προηγουμένως δυο άλλα με παρόμοιο θέμα βιβλία, ίσως να μου άρεσε κάπως περισσότερο το "Ζήσαμε την ευτυχία". Δεν με άγγιξε συναισθηματικά, όπως κανονικά θα έπρεπε ένα τέτοιο βιβλίο, δεν ταυτίστηκα με την ηρωίδα του, όπως συνέβη με τα άλλα δυο βιβλία. Ίσως γιατί είναι πιο "εγκεφαλικό" και λιγότερο συναισθηματικό, ίσως και γιατί δεν στηρίζεται σε προσωπικές εμπειρίες όπως συμβαίνει στα δυο άλλα βιβλία.
Το πρώτο σχετικό βιβλίο που διάβασα ήταν ένα ευσύνοπτο βιβλιαράκι, έκδοση " Θεμέλιο" 1988, με τίτλο "Όσο κρατάει ένας στεναγμός". Γραμμένο από τη δημοσιογράφο Ανν Φιλίπ, σύζυγο του ηθοποιού Ζεράρ Φιλίπ, καταγράφει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Ανν, όταν πληροφορείται την ανίατη ασθένεια του συζύγου της και εν τέλει το θάνατό του. (Δυο φορές αγόρασα το βιβλίο και δυο φορές το χάρισα. Είναι κρίμα που δεν έχει επανεκδοθεί).
Το δεύτερο παρόμοιο βιβλίο είναι το πολύ πιο πρόσφατο "Η χρονιά της μαγικής σκέψης"  της Τζόαν Ντίντιον, όπου και πάλι μια γυναίκα, μετά το ξαφνικό θάνατο του συζύγου της αναπολεί την κοινή τους ζωή.
Μια από τις διαφορές στο "Ζήσαμε την ευτυχία" είναι ότι η γυναίκα, η Νίνα, που κι αυτή ξαφνικά κι αναπάντεχα χάνει το σύζυγό της ένα βράδυ, ενώ είχε ετοιμάσει το δείπνο και τον φωνάζει για να φάνε, είναι ότι μιλάει σε τρίτο πρόσωπο. Όλο το βράδυ μόνη, πλάι στο νεκρό σύντροφό της θυμάται. Συνειρμικά, μεταπηδώντας ασύνδετα από το ένα θέμα στο άλλο, αναπολεί στιγμές της κοινής τους ζωής, τη γνωριμία τους στο Παρίσι, τη γέννηση της κόρης τους, φίλους και διακοπές, σκηνές από τα ταξίδια τους και γενικά όλη την περασμένη τους ζωή. Η Νίνα ήταν ζωγράφος, ο Φίλιπ καθηγητής  Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο. Δεν ξέρω πόσο φυσιολογικό είναι, τη στιγμή που η Νίνα ξενυχτά πλάι στο νεκρό σύζυγό της, να ανακαλεί στη μνήμη και να παραθέτει πλήθος μαθηματικούς όρους ή προβλήματα. Για παράδειγμα, αναφέρονται οι πρώτοι αριθμοί, οι τέλειοι αριθμοί, οι φιλικοί αριθμοί, η ακολουθία Φιμπονάτσι (αυτό το τελευταίο μάλιστα ενώ έκαναν έρωτα !), ο αριθμός π και οι λεκτικοί τρόποι απομνημόνευσής του, η αλληλογραφία Πασκάλ-Φερμά, ο νόμος των πιθανοτήτων κ.λπ. Κάποιες απ' αυτές τις αναφορές επαναλαμβάνονται ως μέρος των διαλέξεων του Φίλιπ προς τους φοιτητές του, στις οποίες ασφαλώς η Νίνα δεν ήταν παρούσα. Να υποθέσουμε ότι τις της ανέφερε γυρίζοντας στο σπίτι;
Και μια τελευταία ένσταση στα επαινετικά σχόλια που συνοδεύουν το βιβλίο. Είναι αυτή η νύχτα της αγρύπνιας η ώρα να θυμηθεί η Νίνα τις δυο φορές που απάτησε τον άντρα της, για τις οποίες μάλιστα δεν φαίνεται καθόλου να μετανιώνει; Δεν ξέρω, ίσως να είμαι κάπως  παλιάς σχολής, αλλά αν το να "ζήσεις την ευτυχία" περιλαμβάνει και απιστίες, τότε, ναι, θα εξακολουθήσω να είμαι της παλιάς σχολής.