Με αφορμή την αναφορά του αγαπητού ναυτίλου στον αγαπημένο μας ποιητή Κώστα Μόντη και τις απόψεις που εκφράστηκαν στο μπλογκ του, αναρτώ (παρά την αντίθεσή μου για τα μακροσκελή ποστ) ένα αρκετά εκτενές κείμενό μου για τον μεγάλο αυτό ποιητή, για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται. ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (Και μια αναφορά στο ποίημα «Νύχτες») Ελάχιστοι μας διαβάζουν, ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας, μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά. (ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, Β, 456) Αν το πικρό παράπονο του ποιητή για την έλλειψη αναγνώρισης, που όμως δυναμικά αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την περηφάνια της ελληνικής μας ταυτότητας, ισχύει για όλους τους Έλληνες ποιητές, πολύ περισσότερο ισχύει «γι’ αυτή τη μακρινή γωνιά» του Ελληνισμού που είναι η Κύπρος. Κάποιες πτυχές της ποιητικής συνείδησης αυτής της μακρινής γωνιάς θα προσπαθήσω να φωτίσω, γιατί σύμφωνα με την κρίση του εξοχότερου από τους δοκιμιογράφους μας, του πρόωρα χαμένου Ανδρέα Χριστοφίδη, «Αν πρόκειται να κριθούμε έξω από τα σύνορα του νησιού με ό,τι καλύτερο έχουμε να δείξουμε στην ποίηση, αναπόφευκτα και άφοβα ακόμα, θα παρουσιάσουμε το έργο του Μόντη». (1) Τόσο η ζωή όσο και το έργο του είναι στενά συνυφασμένα με την Κύπρο, που επανέρχεται διαρκώς στους τίτλους των συλλογών του: Εξ ιμερτής Κύπρου…, Εν Λευκωσία τη…, Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω, Κύπρος εν Αυλίδι, Κύπρια ειδώλια. Ο Μόντης έχει τεράστιο ποσοτικά έργο, πεζό και ποιητικό. Έγραψε διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, ποιήματα για παιδιά, στην Πανελλήνια δημοτική αλλά και «στη γλώσσα που πρωτομίλησε», σε παραδοσιακή και σύγχρονη τεχνοτροπία, πολύστιχα και ολιγόστιχα ποιήματα. Θα περιοριστώ κατ’ ανάγκην σε μια παρουσίαση πτυχών μόνο του ποιητικού του έργου, θα σταθώ κάπως περισσότερο στα «Γράμματα στη Μητέρα» που θεωρείται η κορύφωση αυτού του έργου και θα κάνω μια αναφορά στο ποίημα «Νύχτες», το μοναδικό που ανθολογείται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄ Λυκείου. Γεννημένος το 1914, ξεκίνησε το λογοτεχνικό του έργο αρχικά ως πεζογράφος. Είχε ήδη εκδώσει και δυο ποιητικές συλλογές, όταν στα 1958 εκδίδει την ποιητική συλλογή που θα αποτελέσει όχι μόνο σταθμό για την ποιητική πορεία του ιδίου, αλλά θα επηρεάσει καθοριστικά την ποίηση πολλών νεοτέρων. Με την ποιητική συλλογή Στιγμές εγκαινιάζει ένα καινούργιο, εντελώς πρωτότυπο τρόπο έκφρασης, που εν σπέρματι υπήρχε και στις προηγούμενες συλλογές, αλλά που από τώρα και στο εξής θα πολλαπλασιάζεται ολοένα σ’ όλες τις συλλογές που θ’ ακολουθήσουν. Είναι το ακαριαίο, το στιγμιαίο ποίημα, το ποίημα του ενός, δύο, τριών στίχων, κάποτε άτιτλων, συχνά έντιτλων, ενίοτε με τον τίτλο μεγαλύτερο σε έκταση από το ίδιο το ποίημα. Δεν πρόκειται για σπαράγματα στίχων από μεγαλύτερες συνθέσεις, δεν μοιάζουν με τα ημιτελή του Σολωμού, επιζήσαντα θύματα της μάχης για την επίτευξη του ιδανικού. Είναι αυτούσια, ολοκληρωμένα ποιήματα, στα οποία έχει αφαιρεθεί όλο το περίβλημα, όλος ο περίγυρος κι έχει μείνει ο πυρήνας. Μοιάζουν με τη «στιγμιαία λάμψη του φωτογραφικού φλας», κατά ένα πολύ προσφυή χαρακτηρισμό του Ανδρέα Παστελλά, ή, όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής, «προσπάθησα να δίνω τον πυρήνα του ποιήματος και να αφήνω τον αναγνώστη να βρίσκει τα σκαλιά που οδηγούν στον πυρήνα και τα σκαλιά που οδηγούν πέρα από τον πυρήνα. Κι όπως καταλαβαίνετε, τα σκαλιά είναι διαφορετικά για τον κάθε αναγνώστη». (2) ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ Παρήκοα παιδιά που ξεμακρύνατε απερίσκεπτα Και το πληρώσατε ακριβά (Β,843) * Στις κοιλάδες επωάζεται η άνοιξη στα μάτια σου επωάζεται η ζωή μου.(Β,458) * Σε περιμέναμε η Κυριακή κι εγώ κρατούσαμε χέρια και σε περιμέναμε (Α, 79) * ΤΑ ΜΑΤΙΑ Τι δύσκολα που ελέγχονται (Aνθ . 124) * ΤΩΡΑ ΠΙΑ Τι φοβερό εκείνο το «πια» τι δεν κρύβει εκείνο το μονοσύλλαβο «πια».( Ανθ. 123) * ΑΘΕΟΣ (ΠΡΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΕΛΟΥΣ) Έχει γούστο να υπάρχει! (Β, 723) Η τύχη του νησιού σημαδεύει και τη δική του πορεία. Σπουδάζει στην Αθήνα νομικά, σε μια εποχή που οι Άγγλοι δεν επέτρεπαν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος για όσους είχαν σπουδάσει στην Ελλάδα. Ο Μόντης πήγε γιατί πίστευε πως, ώσπου να τελειώσει, θα γινόταν η Ένωση και δεν θα αντιμετώπιζε πρόβλημα εργοδότησης. Η διάψευση των προσδοκιών και των ονείρων κρατάει ακόμα εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά κι εκφράζεται με πικρούς στίχους στην ποίησή του: Και τι θα γίνει τώρα, θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση», θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια που ‘ ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και λεμονανθούς και μαργαρίτες, θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας με τις ελληνικές σημαίες, θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου με την «Ένωση» στο γείσο, θα πετάξουμε το χάρακά τους και την τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο που ‘γραφαν «Ένωση»; Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα; (ΚΥΠΡΟΣ 1974-1976, Β,605) Μα δεν είναι μόνο η διάψευση των εθνικών πόθων που διαποτίζει με απαισιοδοξία την ποίησή του. Ο θάνατος τον σφράγισε οριστικά από την πιο τρυφερή ηλικία. Χάνει σε σύντομο διάστημα δυο αδελφούς 18 και 21 χρόνων, στα 11 του χρόνια χάνει τη μητέρα του, στα 16 τον πατέρα. Ο θάνατος ειδικά της μητέρας θα παραμείνει για πάντα μια ανεπούλωτη πληγή κι ο Μόντης, όχι αδικαιολόγητα, θα κάνει την ποίησή του (αλλά σε μεγάλο μέρος και τα πεζά του) σπουδή θανάτου. Διαμαρτύρεται ιδιαίτερα για τους άδικους θανάτους, για το θάνατο στον πόλεμο, για το θάνατο των μικρών παιδιών. Όχι εργένηδες Χάρους, Κύριε, Να ‘ χουν παιδιά κι εγγόνια (Ανθ. 74) * Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Τι μακρά κι άχρηστη προετοιμασία, Τι μάταιος κόπος! (Β,672) * Η μόνη λύση, Κύριε, Είναι να κάνεις τα βόλια να μη σκοτώνουν Γιατί εμείς οπωσδήποτε θα εξακολουθούμε να πυροβολούμε(Ανθ.128) * ΜΝΗΜΕΙΑ ΗΡΩΩΝ Φοβάμαι την πραγματική πρόθεση Φοβάμαι πως είν’ απλώς Για να ενθαρρύνουμε κι άλλους να σκοτωθούν(Β, 639) * ΠΡΟΣ ΧΑΡΟ Δε γίνεται όταν θα ‘ρθεις ναν’ έτσι όπως τώρα που σου γράφω Κυριακή πρωί και να ξανακοιτάζω ήσυχα τους στίχους μου; Για ρώτηξε. Για εξήγησέ Τους, σε παρακαλώ.(Β, 649) Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του Μόντη είναι η ποίηση των ταπεινών πραγμάτων. Minima άλλωστε και Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής ονομάζονται οι πρώτες του συλλογές. Ένα δέντρο, μια σειρά «σκουλήκια του Μαρτιού», ένας γρύλος, τ’ αγριόχορτα, ένα γατάκι σκοτωμένο στην άσφαλτο, τα παιδιά, προπάντων τα παιδιά και τα εγγόνια. Καταργήστε τις γωνιές να μην αποσύρονται τα παιδιά να κλαιν(Α, 187) * ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ Λοιπόν νομίζω πως αν ο Ιησούς δεν ήταν Γιος του μα εγγονός Του δεν θα μας άφηνε να Τον σταυρώσουμε κι ας γινόμαστε ό,τι θέλαμε.(Ανθ. 87) Ο απελευθερωτικός αγώνας της Κύπρου του 1955-59 στον οποίο πήρε μέρος και ο Μόντης καταγράφεται με τρόπο μοναδικό κι ανεπανάληπτο στη νουβέλα του Κλειστές πόρτες. Εξίσου όμως τον απασχολεί και στην ποίησή του. ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ Όταν διάβασα την ιστορία σου το βράδυ είχα πυρετό (Β,424) * Ή το υπέροχο ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ ΜΑΣ Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να καθαρίσουμε το δικό μας, να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να μπολιάσουμε το δικό μας, να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να βάψουμε το δικό μας να μη μπορέσει πια ποτέ να το ξεθωριάσει ο φόβος.(Β,424) Σπαρακτικός γίνεται ο λόγος του ποιητή το 1974 με την Τουρκική εισβολή: Είναι δύσκολο να πιστέψω πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας είναι δύσκολο να πιστέψω πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας * Πικρή θάλασσα της Κερύνειας που πρέπει ν’ αποσύρουμε πια τους στίχους που σου γράψαμε (Α, 229) * Ο πόνος κορυφώνεται όταν αναφέρεται στους αγνοούμενους: ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ-ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ Αυτές οι φωτογραφιούλες ήταν απλώς για να βγει το διαβατήριό τους τότε που θα ‘φευγαν για σπουδές. Πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα τα χέρια της μάνας τους, πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα τα χέρια της αρραβωνιαστικιάς τους, τα χέρια της γυναίκας τους, νάν’ στις σχολικές τσάντες των παιδιών τους; Πού να φανταζόντουσαν να μην έβαζαν τουλάχιστο έτσι στραβά το σκουφί να επιτείνει, να μη χαμογελούσαν αυτό το χαμόγελο να επιτείνει;(Ανθ. 101) Τα ποιήματα ποιητικής, ο προβληματισμός του γύρω από το θέμα «ποίηση» και την ιδιαίτερη σχέση του μαζί της, είναι διαρκώς παρόντα. Οι στίχοι αποκτούν δική τους υπόσταση, του ξεφεύγουν, στέκεται απέναντί τους και συνδιαλέγεται μαζί τους, κάποτε αντιδικεί, άλλοτε παραπονείται, αλλά πάντα γι’ αυτόν αποτελούν τη δικαίωση της ύπαρξής του, την απολογία του «ενώπιον του φοβερού βήματος». Κάθισε πλάι μου ένας στίχος και κάτι μου λέει στ’ αυτί και δεν καταλαβαίνω, κάτι μου λέει (Α, 42) * ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί, δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί, δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί, λαχταριστό άσπρο χαρτί. (Β, 595) Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον εκεί θα μας λογαριαστεί. Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας. (Γ, 1288) Οι ποιητές κατά τον Μόντη είναι « το διαμπερές τραύμα της γης», «δεν σκάφτουν χαρακώματα οι ποιητές/αυτοί βγαίνουν ακάλυπτοι στα τρίστρατα του κόσμου/κι όσους πάρει ο χάρος». Εκφραστικός τρόπος του Μόντη είναι και η ειρωνεία. Μια άκακη, άδολη, σαν δοσμένη με χαμόγελο ειρωνεία, απ’ την οποία δεν γλιτώνει ούτε ο ίδιος, ούτε οι άλλοι ποιητές: ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ «Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη! Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει. Τη μια μιμείται Καρυωτάκη, την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη». Ποιος αν του πω θα καταλάβει πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν, μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν; (Γ, 1025) * ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε. Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις, Γιατί τις ηνώχλησες; (Β, 513) * ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟ ΜΕΛΕΤΗΤΗ ΠΟΙΗΣΗΣ Αν πραγματικά βρήκες είκοσι λάμδα στο ποίημα Με προβληματίζεις, Αν πραγματικά βρήκες είκοσι δέλτα Με προβληματίζεις πολύ σοβαρά. (Β,755) ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ Είναι, όπως έχει επισημανθεί, το κορυφαίο ποιητικό επίτευγμα του Μόντη. Στην έκδοση των Απάντων του (1987) ο Μόντης τοποθετεί ως μια ενότητα τα τρία Γράμματα στη Μητέρα, παρόλο που γράφτηκαν μέσα σε μια χρονική απόσταση 7 και 8 χρόνων το ένα από το άλλο. Η φετινή Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του αρχίζει πάλι με τα Γράμματα, ένδειξη, αν όχι απόδειξη, της σημασίας που αποδίδει σ’ αυτά ο ποιητής. Πρόκειται για τρεις εκτενέστατες ποιητικές συνθέσεις που απευθύνονται ως επιστολές στο συμβολικό πρόσωπο της Μητέρας. Σε στιγμές καθοριστικές για τον τόπο (1965, μόλις έχει προηγηθεί η Τουρκική ανταρσία, ο βομβαρδισμός της Τηλλυρίας και η πρώτη απειλή της Τουρκίας για εισβολή, 1972, μέσα στη δίνη του αδελφοκτόνου σπαραγμού που προοιωνιζόταν τα δεινά που θα επακολουθούσαν, 1980, με την Κύπρο υπό κατοχή), όταν ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να εκμυστηρευτεί όλα όσα πλημμυρίζουν και δονούν την ψυχή του, στρέφεται προς τη Μητέρα, γιατί μόνο αυτή μπορεί να τον καταλάβει.. Σκέψεις, συναισθήματα, φόβοι, αγωνίες για τους κινδύνους που διατρέχει το νησί, αναμνήσεις, προβληματισμοί, διάψευση, διαμαρτυρία, θλίψη για τα πανανθρώπινα δεινά, υπαρξιακές ανησυχίες για τη μοίρα του ανθρώπου, όλα «συμμείγνυνται» κατά την έκφραση του ιδίου του ποιητή. Στο τριπλό αυτό γράμμα που μπορεί (και πρέπει ίσως) να αντιμετωπίζεται ως ενιαία ποιητική σύνθεση, διακρίνουμε τρεις άξονες: Τον προσωπικό-αυτοβιογραφικό, όπου κυριαρχούν οι δεσμοί με το γενέθλιο χώρο, οι οικογενειακές τραγωδίες και τα προσωπικά αδιέξοδα, τον φυλετικό με τις ιστορικές περιπέτειες και το δράμα του τόπου, και τέλος τον οικουμενικό, όπου ανιχνεύεται το δράμα και η αγωνία της σύνολης ανθρωπότητας. Όλα αυτά διοχετεύονται με ασθμαίνοντα ρυθμό σε πάνω από 2000 στίχους, λαχανιαστά θα έλεγε κανείς, με επαναλήψεις που μοιάζουν με το κοπιαστικό ανέβασμα μιας απότομης βουνοκορφής, με ζοφερά χρώματα που ζωγραφίζουν κάποτε σουρεαλιστικές εικόνες, με κάποιες σπάνιες πινελιές χαράς. Ο ποιητής απλώνει τη ματιά του από τον εαυτό του στην Κύπρο, από τις ατομικές και φυλετικές περιπέτειες, ως τη Σομαλία, τη Τσεχοσλοβακία, το Βιετνάμ. Είναι πραγματικά εκπληκτική η ενορατική και διαισθητική δύναμη του ποιητή που όχι μόνο επισημαίνει αλλά και προλέγει. Κατά τον Γ. Π. Σαββίδη « αποτελεί μιαν από τις πιο αποκαλυπτικές και συνάμα νικηφόρες μαρτυρίες που διαθέτει η νεότερη Ευρωπαϊκή τέχνη, μετά τη μουσική του Μπαχ, για τον καθημερινό αγώνα του συνειδητού τεχνίτη να δώσει θετικό νόημα και νέα μορφή στη διασπαστική, ασυνάρτητη εποχή μας».(3) Δίνω στη συνέχεια ένα δείγμα από τα Γράμματα. Είναι από το τρίτο γράμμα και περιγράφει τα συναισθήματα με τα οποία η Κύπρος περίμενε το 1974 τη βοήθεια της Ελλάδας, όταν έγινε η εισβολή και την πικρή διάψευση. Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων, Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου, την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό στη θάλασσα της Κερύνειας, συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει. Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της. Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της -«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»- και την περιμέναμε, κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα», κι όπου να’ ναι άκου την! Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε. Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα, τι αντίλαλος ήταν εκείνος, τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί! Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει. οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους και τους αδελφούς και τους πατέρες κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια, κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα. Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;» Και λέγαμε όλοι «Είδατε;» Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό, ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει, ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια, ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε, γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα, ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο, γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά και ψέμα οι Ιστορίες μας, ψέμα, όλα ψέμα. Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα, κάτι πανηγυρισμούς, κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει, λυπόταν, δεν το περίμενε, ειλικρινά λυπόταν, ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ. Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι, και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια, και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος… Δεν κάνω ποίηση, μητέρα, έχω αντίγραφα. ΝΥΧΤΕΣ Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι και θα μπορέσεις ύστερα να πας σε κάνα θέατρο ή κέντρο ή όπου αλλού. Όμως όταν τελειώσουν όλα, τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν και πουν οι φίλοι καληνύχτα και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει; Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια. Θα ‘σαι μονάχος. Και τότε θα λογαριαστείτε, θες ή δεν θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε. Θα ‘ σαι μονάχος. Κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα κι απ’ τη δουλειά σου και άλλες φίλους. Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια. Θα ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό και σε περιμένει. Είναι στο σπίτι και σε περιμένει. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής, εκδομένα το 1954. Στην έκδοση των Απάντων του το 1987, ο ποιητής το κατατάσσει στα «Προδρομικά». Στην πολύ πρόσφατη όμως έκδοση (Φεβρουάριος 2003) Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του, ο Μόντης ανθολογεί και τις Νύχτες, πράγμα που σημαίνει πως, έστω και προδρομικό, ο ποιητής δεν το αποκηρύσσει, ούτε το υποτιμά. Το ποίημα εμφανίζεται σαν η συνέχεια μιας από πριν αρχινισμένης συνομιλίας. Η λέξη «καλά» με την οποία ανοίγει το ποίημα, θα μπορούσε να είναι μια συγκαταβατική απάντηση σ’ ένα φανταστικό συνομιλητή: «Καλά, έστω, δέχομαι ότι…», για να έρθει στον 5ο στίχο η αντίρρηση του ποιητικού υποκειμένου με την έντονη αντίθεση: «Όμως…» Ο ποιητής απευθύνεται σ’ ένα υπονοούμενο «εσύ», σ’ ένα δεύτερο πρόσωπο. Τεχνική πολυχρησιμοποιημένη από τον Καβάφη (την επίδραση του οποίου κατά δική του ομολογία έχει υποστεί σε μεγάλο βαθμό ο Μόντης) προσδίδει στο ποίημα καθολικότητα και δραματικότητα.. Μια δραματικότητα που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη ένταση επειδή απευθύνεται «εις εαυτόν», στο διχασμένο ποιητικό υποκείμενο. Από τον πρώτο κιόλας στίχο ρίχνεται η λέξη έγνοια, η λέξη στην οποία πέφτει όλο το βάρος του ποιήματος. Θα επαναληφθεί στο 10ο στίχο, ο οποίος αυτούσιος θα επανέλθει ως 17ος . Το ασύνδετο σχήμα της εισαγωγής (μέρα, κίνηση, δουλειά, φίλοι) φανερώνει το βιαστικό, γρήγορο, αγχώδες πέρασμα της μέρας, ενώ τα δύο διαζευκτικά του 4ου στίχου επιβραδύνουν το ρυθμό, δείχνοντας την προσπάθεια του υποκειμένου να επιβραδύνει όσο είναι δυνατό την επιστροφή στο σπίτι, απασχολούμενο και σε δραστηριότητες που του είναι λίγο ως πολύ αδιάφορες. Γιατί ξέρει τι τον περιμένει στο σπίτι: Σε περιμένει η έγνοια. Ένας Ενεστώτας διαρκείας με το «περιμένει» να επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές, τις τρεις μάλιστα αλλεπάλληλα στος τρεις τελευταίους στίχους, σαν μια επικρεμάμενη απειλή που ολοένα δυναμώνει και σε γεμίζει τρόμο καθώς αναπόφευκτα την πλησιάζεις. Ποια είναι όμως αυτή η έγνοια; Τι είναι τόσο βασανιστικό, επώδυνο και φοβερό που να αφαιρεί τον ύπνο, που σε κάνει σχεδόν να μη θέλεις να γυρίσεις στο σπίτι, να περισπάσαι δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να αναβάλεις να την αντιμετωπίσεις; Φροϋδικοί αντίλαλοι αντηχούν μέσα στο ποίημα. Το υποσυνείδητο καταπιεσμένο όλη μέρα, σκεπασμένο απ’ την επιφάνεια της συνείδησης, ξυπνά κυρίαρχο κι απαιτητικό τη νύχτα. Ακόμα κι αν ο ύπνος σε κάνει να απολησμονήσεις για λίγο, εκείνο ξεπετάγεται ακόμα και στα όνειρα: Κάθε βράδυ στα όνειρά μας εχτίθεται ανεπανόρθωτα το μυαλουδάκι μας κάθε βράδυ τα όνειρά μας μας αποκαλύπτουν πλήρως τη μικρότητά του. Όμως εμείς αγρόν ηγοράσαμεν, όμως εμείς του επιτρέπουμε την άλλη μέρα να υποτιμήσει τα όνειρα όμως εμείς του επιτρέπουμε την άλλη μέρα να υποσκάψει τη λυδία λίθο, να γελοιοποιήσει τις αποκαλύψεις (Η ΛΥΔΙΑ ΛΙΘΟΣ, Β,537) Η βιοτική μέριμνα, η εξασφάλιση της υλικής επιβίωσης δεν φαίνεται πιθανή. Το ποιητικό υποκείμενο είναι επαγγελματικά αποκαταστημένο, έχει μια οικονομική άνεση που του επιτρέπει να ψυχαγωγείται σε θέατρο, κέντρα και αλλού. Το ίδιο αποκλείεται και η έλλειψη επικοινωνίας. Έχει φίλους που τον συνοδεύουν μάλιστα στη διασκέδασή του. Αλλά η έγνοια ακοίμητη, εκεί, καιροφυλακτεί. Το ποίημα, γραμμένο στα 1954, παραμονές της εθνικής εξέγερσης της Κύπρου, θα μπορούσε να υποβάλλει και την ιδέα κάποιας άλλης έγνοιας. Της έγνοιας της σκλαβιάς, της έγνοιας του ότι τελοσπάντων κάτι πρέπει να κάνουμε, κάτι πρέπει να γίνει μ’ αυτό το θέμα. Ίσως κιόλας τα προμηνύματα να είχαν φτάσει στον ποιητή κι η έγνοια για το ποια πρέπει να είναι η δική του συμμετοχή να τον βασανίζει. Καθόλου όμως δεν αποκλείεται και μια άλλη έγνοια. Είναι η βασανιστική λαχτάρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το να θέλεις να εκφραστείς, το να ψάχνεις να βρεις τον προσφορότερο τρόπο. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες για το μαρτύριο αυτό των καλλιτεχνών, ούτε και του ίδιου του Μόντη. ΠΟΙΗΣΗ Γιατί πρέπει απαραιτήτως να συμπληρώσω απόψε αυτούς τους στίχους, γατί πρέπει απαραιτήτως να τους συμπληρώσω μες στην αγρύπνια και την κούρασή μου, δε γίνεται αύριο, δε μου’ χουν εμπιστοσύνη αύριο; (Β, 561) Πιθανότατα όμως η έγνοια να έχει ένα γενικότερο, καθολικότερο νόημα, να είναι μια έγνοια υπαρξιακή, μεταφυσική. Η Καφκική, αναίτια ενοχή της υπάρξεως που βαραίνει πιο πολύ το θύμα παρά το θύτη, η ένοχη συνείδηση, οι τύψεις που καταπνίγεις και καταπιέζεις μέσα στην τύρβη της ημέρας, ξυπνούν απειλητικές τη νύχτα. Το «λογαριαστείτε» που εκτοξεύεται απειλητικά δυο φορές μάλιστα, προαναγγέλλει το φόβο μιας πιθανής τιμωρίας. Να’ ναι άραγε αυτή η μια και κυρίαρχη έγνοια, όταν τέσσερα χρόνια αργότερα θα γράψει: ΕΓΝΟΙΕΣ Άλλες ήρθαν πρώτα και σ’ απασχόλησαν, κι όταν έπειτα ανέβηκε εκείνη σα δευτερεύουσα, σαν ταπεινή, παρεμπιπτόντως, και σου’ κανε τους πρώτους ακροβολισμούς, τις πρώτες νύξεις, καθόλου δεν υποψιάστηκες πως θα κυριαρχούσε τόσο γρήγορα, πως οι άλλες έγνοιες δεν ήταν παρά ασήμαντοι πρόδρομοι και προφάσεις της, πως αυτή ήταν που θα σε κρατούσε άγρυπνο ως το πρωί.(Β,419) ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ Είδαμε ήδη τη χρήση του δευτέρου προσώπου. Η γλώσσα είναι λιτή, γλώσσα της καθημερινότητας. Απογυμνωμένη από κάθε στολίδι επαυξάνει την ένταση της αγωνίας. Τα επίθετα μετρημένα, αποκτούν ουσιαστικό βάρος χαρακτηρίζοντας τους δυο αντιπάλους: Εσένα και την έγνοια. Εκείνη: Σκληρή, αδυσώπητη και σίγουρη (ότι θα ‘ρθεις). Εσύ: Μονάχος (που επαναλαμβάνεται) και ανυπεράσπιστος. Το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο. Ανάλογη αντίθεση παρατηρείται ανάμεσα στους χρόνους των ρημάτων. Σε στιγμιαίο Μέλλοντα όσα αφορούν εσένα: Θ’ απορροφήσουν, θα ‘ρθεις κλπ. Ένας Ενεστώτας διαρκείας για την έγνοια: Σε περιμένει. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησης του Μόντη είναι η προσωποποίηση. Προσωποποιεί τα πάντα. Σαν να ζει μέσα σε μια εμψυχωμένη φύση απευθύνεται και κουβεντιάζει με τα δέντρα, με τα βουνά, με τη γη, τον ήλιο, τη θάλασσα. Προσωποποιεί ακόμα και αφηρημένες έννοιες, όπως η ζωή, ο θάνατος, η ελπίδα, η ελευθερία. Κι εδώ η έγνοια προσωποποιημένη σαν ένας επίβουλος και ύπουλος εχθρός σε περιμένει, σίγουρη ότι θα ‘ρθεις, για να λογαριαστεί μαζί σου. Ένα ακόμα γνώρισμα της ποίησής του που θα γίνει μόνιμο και ολοένα αυξανόμενο στοιχείο είναι τα ερωτήματα. Εδώ υπάρχει μόνο στον 8ο στίχο σε μια πρώιμη μορφή (τι θα γίνει;) ως αφορμή για την απάντηση που δίνει ο άλλος. Στην εξέλιξη όμως της ποιητικής του πορείας τα ερωτήματα, προπάντων τα αναπάντητα ερωτήματα, θα πληθαίνουν ολοένα. Ερωτήματα που έχουν σκοπό να αναταράξουν τη συνείδησή μας, να μας κάνουν να σταθούμε, να διερωτηθούμε μαζί με τον ποιητή και να ψάξουμε να βρούμε την απάντηση. Συχνά ρωτάει με την αφέλεια, την αθωότητα, την απορία ενός παιδιού. Κι εμείς στεκόμαστε αμήχανοι, όπως αμήχανοι μένουμε άλλες φορές, όταν μας ρωτάει ένα παιδί. Πολλά ερωτήματά του απευθύνονται στο Θεό, με τον οποίο συνομιλεί ως ίσος άλλες ίσο: Είμαι εντάξει, Κύριε, Που αυτοί προσεύχονται κι εγώ γράφω στίχους;(Α, 182) * Περιπολείς, Κύριε, στις συνοικίες;(Α,192) * Φαίνεται κι η Αφρική απ’ εκεί πάνω, Κύριε; Φαίνεται κι η Αιθιοπία κι η Σομαλία; Μπορεί κανείς να διακρίνει;(Ανθ., 130) Και τέλος οι παραλλαγές. Πάλι και πάλι, ξανά και ξανά επανέρχεται στα ίδια θέματα σαν σε κάποιους βασικούς άξονες, επαναλαμβάνοντας με μια μικρή διαφοροποίηση, μια ανεπαίσθητη προσθήκη, μια κάπως διαφορετική ματιά. Η ζωή, ο θάνατος, ο άνθρωπος, οι στίχοι του, το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, η καρδιά και το μυαλό, η νοσταλγία της νιότης, ο έρωτας, τα γηρατειά, τα εγγόνια του, η Κύπρος, η Ελλάδα, η ελληνική γλώσσα, η φύση, η Ακρόπολη, οι Καρυάτιδες, ο Θεός κι όλα τα άλλα θέματα της ποίησής του δεν τον απασχολούν μονάχα μια φορά. Έτσι κι οι νύχτες, οι φόβοι και τα αδιέξοδά τους ανακυκλούνται αδιάκοπα στην ποίηση του Μόντη. Κι οι νύχτες σκυμμένες απάνω μας, κι οι νύχτες σκυμμένες στα ίχνη μας. (Α, 169) * Φοβάμαι τις νύχτες που μας μιμούνται και όλα γδύνονται (Α, 193) * Τις νύχτες που αρχίζει ο έλεγχος κι η καταμέτρηση…(Α,232) Ο ποιητής δεν μας λέει πώς θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τον κίνδυνο που ελλοχεύει εκεί, κάθε βράδυ. Ίσα-ίσα που κάποτε ανησυχεί μήπως εφησυχάσουμε. Ανησυχούμε που αρχίσαμε να μην ανησυχούμε, ανησυχούμε που αρχίσαμε να μη μένουμε πια άγρυπνοι τις νύχτες. (Α, 295) * Δυστυχώς δε θέμε και πολύ για να μένουμε άγρυπνοι, ευτυχώς δε θέμε και πολύ για να μένουμε άγρυπνοι (Α, 308) Ο ποιητής επισημαίνει, καταγράφει, προειδοποιεί. Τα παραπέρα είναι δουλειά του καθενός μας. Σημειώσεις 1. Ανδρέας Χριστοφίδης, «Ο Κώστας Μόντης, σαρανταπέντε χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου του», 12 Κείμενα για τον Κ. Μόντη, Ερμής, 1984, σ. 103 2. Κώστας Μόντης, «Στους λογοτέχνες ο πόνος είναι έμπνευση», περ. η λέξη, τευχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος ’99, σ. 405 3. Γ. Π. Σαββίδης, «Πολυχρόνιο για το Μόντη», 12 Κείμενα…ό.π., σ.97 Οι παραπομπές γίνονται είτε στους τόμους των Απάντων (Λευκωσία,1987), είτε στη Μικρή Ανθολόγηση από την ποίησή του (Λευκωσία, 2003) Ενδεικτική βιβλιογραφία 1. 12 Κείμενα για τον Κ. Μόντη. Επιμέλεια Γιώργος Κεχαγιόγλου-Μιχάλης Πιερής, Ερμής, Αθήνα 1984. 2. Κιτρομηλίδης Γιώργος , Κώστας Μόντης. Προσεγγίσεις στο λογοτέχνη και το έργο του, Λευκωσία 1997 3. Μαυρής Χρήστος, Κώστας Μόντης ο Μείζων (Συνομιλίες με τον ποιητή), Λευκωσία 1996 4. Πιερής Μιχάλης, «Καρυωτάκης και Μόντης». Από το μερτικόν της Κύπρου, Καστανιώτης, Αθήνα 1991. 5. Πιερής Μιχάλης, «Ζητήματα κριτικής των «Γραμμάτων» του Κώστα Μόντη: Φιλολογική ανίχνευση του εδάφους». Από το μερτικόν, ό. π. 6. Περιοδ.. Η λέξη,(αφιέρωμα), τευχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος ‘99 [ Πλήρης βιβλιογραφία για τον Μόντη στο έργο των Φοίβου Σταυρίδη, Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου, Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας (από το Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας), μικροφιλολογικά, Λευκωσία, 2001. Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία και άλλες πληροφορίες για τον ποιητή, στην ιστοσελίδα www.costasmontis.com] ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ |
Τρίτη, Μαρτίου 04, 2008
Κώστας Μόντης, η ποιητική συνείδηση της Κύπρου
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008
Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1921.
Δυο φορές στο παρελθόν είχα περάσει απ' έξω από το σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά. Ήθελα, αν και ήξερα ότι δεν επιτρεπόταν η είσοδος σ' αυτό, να δω έστω από μακριά το χώρο, το περιβάλλον, τους γύρο δρόμους, όπου έζησε και έγραψε αυτή η γυναίκα που υπήρξε για πολλούς της γενιάς μου ένας μύθος. Κι όταν πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι επιτέλους άνοιξε για το κοινό ως τμήμα του μουσείου Μπενάκη, στο οποίο είχε κληροδοτηθεί από την κ
όρη της Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δεν έχασα την ευκαιρία.
όρη της Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δεν έχασα την ευκαιρία.Πιο πολύ, βέβαια, η φαντασία αναπλάθει ό,τι υπήρξε κάποτε αυτό το σπίτι. Ο κήπος είναι κάπως παραμελημένος, ο τάφος της δεν είναι πια εδώ, τίποτα από την τότε επίπλωση του σπιτιού δεν σώζεται. Η συγκίνηση όμως δεν παύει να είναι μεγάλη. Στον επάνω όροφο φιλοξενούνται τα αρχεία Μπενάκη, προσιτά σε κάθε μελετητή. Στο ισόγειο, εκτός από το πωλητήριο, σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, έκθεση με ενθυμήματα σε μεταφέρει στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Δημοσιεύματα, πρώτες εκδόσεις των βιβλίων της, χειρόγραφά της, φωτογραφίες, το γενεαλογικό της δέντρο, σε κρατούν ώρα πολλή. Και τα μάτια βουρκώνουν καθώς διαβάζουμε το χειρόγραφο, αποχαιρετιστήριο σημείωμά της, πριν την αυτοκτονία: " 27 Απριλίου 1941. Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δε ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα".
Κανένα ανάγνωσμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό μετά απ' αυτή την επίσκεψη από το βιβλίο "Αναμνήσεις 1921", Επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, Ερμής 2007 (Δ΄ ανατύπωση), δώρο της φίλης ekt. Για μέρες βυθίστηκα σ' αυτό τον περασμένο πια καιρό. Ξαναζωντάνεψαν και με συντρόφεψαν πρόσωπα νεκρά εδώ και χρόνια. Έζησα το δράμα που παίχτηκε στις ψυχές τους, προπάντων στην ψυχή Εκείνης, ταξίδεψα συνεπαρμένη στην ατμόσφαιρα μιας μακρινής εποχής.
Η Πηνελόπη Δέλτα αρχίζει να γράφει αυτές τις αναμνήσεις το 1921, απευθυνόμενη αρχικά στην κόρη της Σοφία και στο τέλος γενικά στα παιδιά της, λέγοντας πως "είναι ένα βήμα στην καλλιέργεια της ανθρωπότητος", γιατί μόνο ο πόνος καλλιεργεί κι εδώ υπάρχει πόνος "σχεδόν αφάνταστος". Γυρίζει με την ανάμνηση πίσω στο 1905, όταν στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε με τον άντρα και τις τρεις κόρες της, έρχεται ως υποπρόξενος ο Ίων Δραγούμης. Εκείνη είναι 31 χρονών κι εκείνος 26. Γνωρίζονται, συναντιώνται σε διάφορες εκδηλώσεις ή σπίτια γνωστών, μια ιδιαίτερη φιλία ανθίζει. Τους ενώνει μια ψυχική συγγένεια, αλλά και οι κοινές ιδέες και οραματισμοί, προπάντων για τον αγώνα του Ελληνισμού για την υπόδουλη Μακεδονία. Η φιλία δεν αργεί να γίνει έρωτας. Όταν της το εξομολογείται εκείνος και όταν εκείνη συνειδητοποιεί τα δικά της αισθήματα του ζητάει να φύγει. Πάνω απ' όλα για κείνην μετράει η τιμή, η αξιοπρέπεια, η οικογένεια. Πράγματι, εκείνος ζητά μετάθεση και φεύγει. Σε μια βδομάδα όμως εκείνη δεν αντέχει, πάει στους γονείς της στην Κηφισιά, με την ελπίδα να τον ξαναδεί. Μόνοι τους συναντώνται μόνο σε κάποια πρωινά ραντεβού (6 η ώρα το πρωί) σ' ένα δάσος από πεύκα στην Κηφισιά. Είναι ίσως οι μόνες ευτυχισμένες στιγμές που έζησαν οι δυο τους. Βλέπουν το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται κι εκείνη αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Το επιχειρεί δυο φορές, αλλά σώζεται. Ξαναγυρίζει στον άντρα της και στα παιδιά της, ενώ εκείνος πηγαίνει στο Δεδεαγάτς, όπου έχει μετατεθεί. Μα κανένας τους δεν μπορεί να ξεχάσει. Αλληλογραφούν, ανταλλάσσουν τα ημερολόγιά τους και στο βιβλίο διαβάζουμε πλήθος αποσπάσματα επιστολών ή ημερολογιακών εγγραφών. Η απόσταση που τους χωρίζει δεν καταλαγιάζει το πάθος και τον έρωτα, προπάντων εκείνης. Σε μια κρίση ειλικρίνειας ομολογεί στον άντρα της τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Εκείνος αντιδρά, εξοργίζεται, της απαγορεύει να συνεχίσει να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του, της επιβάλλει να ζητήσει να της επιστρέψει ο Δραγούμης όλα τα γράμματά της και να τα κάψει.
Το 1906 η οικογένεια Δέλτα βρίσκεται στην Ευρώπη: Ελβετία, Αγγλία, Γερμανία, τόσο για τις επιχειρήσεις τους όσο και για να τύχει θεραπείας η Πηνελόπη που πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η αλληλογραφία με τον Δραγούμη συνεχίζεται, παρά την απαγόρευση. Κάποια στιγμή εκείνη ζητά από τον άντρα της διαζύγιο, πράγμα απαράδεχτο. Το τίμημα θα είναι να χάσει τα παιδιά της και οι γονείς της λένε πως προτιμούν να τη δουν νεκρή παρά να χωρίσει! Πόνος, θλίψη, αφάνταστο ψυχικό μαρτύριο δονούν την ταλαιπωρημένη της ψυχή. Στα 1908, ενώ βρίσκονται ακόμη στην Ευρώπη, η Δέλτα με τη συγκατάθεση του άντρα της συναντά για τελευταία φορά τον Δραγούμη στη Βιέννη. Διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τα παιδιά της και γυρίζει οριστικά πια πίσω.
Περιέγραψα πολύ συνοπτικά και πολύ εξωτερικά τα γεγονότα των "Αναμνήσεων", αλλά νομίζω ότι αδικώ το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές. Οι "Αναμνήσεις 1921" είναι βιβλίο εσωτερικό, βιβλίο σκέψεων και συναισθημάτων, είναι ο καθρέφτης μιας ψυχής βασανισμένης που μας ανοίγεται διάπλατα κι είναι στιγμές που ένιωθα ένοχη σαν να διάβαζα μια ξένη αλληλογραφία που η Δέλτα προόριζε μόνο για τα παιδιά της. Είναι γράμματα παθιασμένα, είναι σπαρακτικές ημερολογιακές εγγραφές, είναι το δράμα τριών ανθρώπων, του καλοσυνάτου, ευγενικού, μορφωμένου συζύγου της, που όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, του αισθαντικού, μοναξιασμένου, μελαγχολικού, κυριευμένου από την ιδέα του υπόδουλου Ελληνισμού Δραγούμη και προπάντων αυτής της ξεχωριστής γυναικείας φυσιογνωμίας που υπήρξε η Πηνελόπη Δέλτα. Είναι όμως και μια ολόκληρη εποχή, ζωντανεμένη με την απαράμιλλη γραφή της Δέλτα.
Βιβλιοφιλικό παιγνίδι
Παρόλο που δεν βρίσκω καμιά χρησιμότητα σ' αυτό το βιβλιοφιλικό παιγνίδι, εκτός ίσως από το να κυκλοφορήσουν στο διαδίκτυο τίτλοι βιβλίων, δεν μπορώ να αρνηθώ να συμμετάσχω, ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του αγαπητού librofilo (όπου μπορείτε να δείτε και τους κανόνες του παιγνιδιού). Απλώνω λοιπόν το χέρι μου. Ποιο χέρι όμως; Αν απλώσω το δεξί πιάνω άλλο βιβλίο, παρά αν απλώσω το αριστερό! Τι να κάνω; Αποφασίζω υπέρ του δεξιού. Αγγίζω το βιβλίο της Jacqueline de Romilly "Τα ρόδα της μοναξιάς" (εκδ. Συνάψεις, 2007). Ανοίγω τη σ. 123:" Έστω κι έτσι όμως, συνεχίζει να μου προσφέρει καινούριες πάντα χαρές. Διαλέγω τυχαία μια μεριά, κάθομαι κατάχαμα για ν' αφομοιώσω καλύτερα τούτη τη ζωή και τούτο το φως, ανεβαίνω να δω αν απομένει ακόμη στο δεντροπερίβολο κανένα φρούτο που σώθηκε από τις κίσσες. Κάθομαι και πάλι στο πεζούλι της μεγάλης στέρνας μεταξύ δροσιάς και λιακάδας με τη σιωπηλή συντροφιά του νερού, όπου καθρεφτίζονται τα ψηλά δέντρα που τόσο αγαπούν οι σκίουροι". Παραδίνω τη σκυτάλη και καλώ να συμμετάχουν στο παιγνίδι τους: Mike Ευαγγελία Χριστίνα Παπαγγελή Φοίβο από την Κύπρο ekt |
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008
Το άλλο μισό μου πορτοκάλι
Λευτέρη Μαυρόπουλου, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι, Ίνδικτος, 2007.
Χώρος: Αρχίζει από ένα χωριό της Ανατολικής Μακεδονίας, μετατοπίζεται στη Θεσσαλονίκη, για λίγο στην Άνδρο, ύστερα στην Αθήνα και τελειώνει σ΄ένα εξοχικό σπίτι κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Χρόνος: 1936-2000
Φορείς
του μύθου, μια φτωχή, πολυμελής οικογένεια σ' ένα καπνοχώρι της Μακεδονίας, που την αποτελούν ο πατέρας Μιχάλης, η μάνα Κατερίνα και τα έντεκα παιδιά τους. Μια ανεπιθύμητη δωδέκατη εγκυμοσύνη φέρνει στον κόσμο το 12ο παιδί, όταν ο πατέρας έχει πια πεθάνει, γι' αυτό και το παιδί παίρνει το όνομά του. Η μάνα συνήθιζε να μοιράζει στα 11 παιδά έξι πορτοκάλια και το περισσευούμενο μισό το έδινε στον πατέρα. Από εδώ και ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και ο ρόλος που θα διαδραματίσει το μισό αυτό πορτοκάλι αργότερα.
του μύθου, μια φτωχή, πολυμελής οικογένεια σ' ένα καπνοχώρι της Μακεδονίας, που την αποτελούν ο πατέρας Μιχάλης, η μάνα Κατερίνα και τα έντεκα παιδιά τους. Μια ανεπιθύμητη δωδέκατη εγκυμοσύνη φέρνει στον κόσμο το 12ο παιδί, όταν ο πατέρας έχει πια πεθάνει, γι' αυτό και το παιδί παίρνει το όνομά του. Η μάνα συνήθιζε να μοιράζει στα 11 παιδά έξι πορτοκάλια και το περισσευούμενο μισό το έδινε στον πατέρα. Από εδώ και ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και ο ρόλος που θα διαδραματίσει το μισό αυτό πορτοκάλι αργότερα.Είναι η εποχή της δικτατορίας του Μεταξά. Τους φτωχούς αγρότες εκμεταλλεύονται άγρια οι καπνέμποροι και οι μεσίτες. Ο πολυφαμελίτης Μιχάλης, χωρίς να είναι ενταγμένος κάπου, πάει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει οδηγίες και να οργανώσει τους αγρότες. Εκεί, σε μια διαδήλωση απεργών, συλλαμβάνεται, βασανίζεται φριχτά και πεθαίνει.
Περνούν δέκα χρόνια. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Κυριάκος, που είχε μείνει προστάτης της οικογένειας, ανεβαίνει αντάρτης στο βουνό και βρίσκει επίσης ένα φριχτό θάνατο. Ανατριχιαστική η σκηνή όπου ο μικρός Μιχάλης κουβαλάει σ' ένα σακί το κομμένο κεφάλι του αδερφού του για να το θάψουν. Ο Μιχάλης με τη βοήθεια του παπά του χωριού φυγαδεύεται και αφού μείνει για λίγο κοντά σ' ένα καπετάνιο-ψαρά, έρχεται στην Αθήνα, σπουδάζει και κάποια στιγμή αρχίζει να εκτελεί σπιούνους και ασφαλίτες (είμαστε ήδη στη δικτατορία του '67), εκδικούμενος τον πατέρα και τον αδελφό του. Σήμα κατατεθέν της ταυτότητάς του, ένα μισό πορτοκάλι που σφηνώνει στο στόμα των θυμάτων.
Στο τελευταίο μέρος η εκδικητική μανία εξικνείται "μέχρι τρίτης γενεάς", φτάνει στον εγγονό του πρώτου εκμεταλλευτή και βασανιστή, του Μηνά, ενώ αυτόχρονα εμπλέκονται και θέματα βαλκανικής μαφίας και οργανωμένου εγκλήματος. Το τέλος του μυθιστορήματος παραμένει ανοικτό. Τι απέγινε ο Μιχάλης και τα δυο δίδυμα αδέρφια που κάποια στιγμή συμμετέχουν στην εκδίκηση; Ποια θα είναι η πορεία του θύματος (εγγονού του πρώτου "θύτη"), όταν στην καταληκτήρια φράση λέει:" Τ' αδέρφια του Μιχάλη μου άνοιξαν μια πόρτα κι εγώ διάβηκα το κατώφλι. Το κατώφλι του τρόμου". Μήπως υπονοείται η συνέχιση του τρόμου και του κύκλου του αίματος;
Και ασφαλώς δεν είναι το μόνο ερώτημα που το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Λευτέρη Μαυρόπουλου (φιλόλογος, γεν. 1962) υποβάλλει στον αναγνώστη. Δικαιολογείται η αυτοδικία; Ο συγγραφέας ερμηνεύει, δικαιολογεί ή αναιρεί και παρωδεί τον κύκλο του μίσους; Η ενοχή κάποιων μπορεί να βαρύνει και τους απογόνους; Πώς βγαίνουμε από τον ανακυκλούμενο διχασμό; Τι σχέση έχει η σύγχρονη τρομοκρατία με ό,τι δίχασε γενιές Ελλήνων;
Ο Μαυρόπουλος πρωτοτυπεί και ως προς την αφηγηματική τεχνική. Η εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης γραφής δεν είναι ασφαλώς κάτι ασυνήθιστο. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι η εναλλαγή γίνεται εντελώς απροειδοποίητα, ξαφνιάζει τον αναγνώστη διεγείροντάς του το ενδιαφέρον. Και, επιπλέον, στο τρίτο μέρος, για αρκετές σελίδες δεν ξέρουμε ποιος μιλά.
Η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα είναι ακόμα ένα από τα θετικά του βιβλίου, αν και η ρεαλιστικότητα των βασανιστηρίων περιλαμβάνει σκηνές σαν εκείνες που οι τηλεοπτικές εκπομπές ενίοτε μας προειδοποιούν ότι "υπάρχουν σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν". Γενικά όμως, ένα πολύ ενδιαφέρον (για πολλούς λόγους) βιβλίο.
Για το ίδιο βιβλίο
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008
Ο τρομοκράτης
Τζων Απντάικ, Ο τρομοκράτης, Καστανιώτης, 2007, μετ. Αύγουστος Κορτώ

Είναι το πρώτο βιβλίο του πολύ γνωστού και πολυβραβευμένου Αμερικανού συγγραφέα που διαβάζω και πιθανότατα δεν θα είναι και το τελευταίο. Ένα βιβλίο σύγχρονο, που κινείται μέσα στην καυτή επικαιρότητα της εποχής μας και που αποπειράται να διερευνήσει, να ψυχαναλύσει καλύτερα, τα κίνητρα αυτών που συνηθίσαμε να λέμε "καμικάζι" ή τρομοκράτες, που εκούσια θυσιάζουν τη ζωή τους, προκειμένου να σπείρουν την καταστροφή στον "εχθρό". Ενέργειες που μετά την 11η Σεπτεμβρίου τρομοκράτησαν ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως τις ΗΠΑ.
Ο ήρωας του Απντάικ είναι ο Άχμαντ, ένας 18χρονος νεαρός, τελειόφοιτος Λυκείου, γιος μιας Αμερικανίδας ιρλανδικής καταγωγής και ενός Αιγύπτιου μουσουλμάνου. "Είναι ένα ψηλό, λυγερόκορμο, μελαμψό αγόρι με μαύρο τζιν κι ένα απαστράπτον λευκό πουκάμισο". Αυτό το λευκό πουκάμισο επανειλημμένα επανέρχεται στην περιγραφή του συγγραφέα, τονίζοντας έτσι, πιστεύω, και την εσωτερική αγνότητα του νέου.
Τον πατέρα του σχεδόν δεν τον είχε γνωρίσει, μια και τους εγκατέλειψε από νωρίς και έχουν χαθεί τα ίχνη του. Η μητέρα, βοηθός νοσοκόμα αλλά και ερασιτέχνις ζωγράφος, ζει με το γιο της, δοσμένη όμως στην εξασφάλιση του επιούσιου και στην ικανοποίηση των καλλιτεχνικών και ερωτικών της ανησυχιών, δεν έχει και την καλύτερη επικοινωνία μαζί του.
Δυο κόσμοι αντιπαρατίθενται στο βιβλίο. Δυο κόσμοι που παλεύουν να κερδίσουν καθένας για λογαριασμό του το νεαρό Άχμαντ. Τους δυο κόσμους εκπροσωπούν από τη μια ο Τζακ Λιβάι, ο καθηγητής της Συμβουλευτικής, που προσπαθεί να κατευθύνει τον σοβαρό, μελετηρό νεαρό στο δρόμο των σπουδών κι από την άλλη ο ιμάμης Σάιχ που από την τρυφερή ηλικία των 11 χρόνων κατευθύνει τον Άχμαντ στο δρόμο του Κορανίου, της ισλαμικής πίστης, της περιφρόνησης και του μίσους για τους "απίστους".
Σ' αυτή την διελκυστίνδα ο Απντάικ δεν παίρνει θέση. Δεν μας παρουσιάζει τους δυο κόσμους σαν το καλό και το κακό. Ίσα-ίσα που έμμεσα ασκεί μια οξεία κριτική στον ίδιο τον "ελεύθερο" κόσμο, μέσα στον οποίο ζει. Ο καθηγητής Τζακ και η σύζυγός του Μπεθ είναι ένα ζευγάρι μεσήλικων Αμερικανών, βαριεστημένων, απογοητευμένων, εκείνος με "τη στενόμυαλη εβραϊκή του ηθική", εκείνη, τετράπαχη, περνά τις ώρες της μασουλώντας μπροστά στην τηλεόραση. Πολλές είναι οι σκόρπιες μέσα στο βιβλίο φράσεις και σκέψεις που δείχνουν μια απαξίωση του δυτικού τρόπου ζωής. "Είναι κι αυτή ένα θύμα της αμερικανικής λατρείας για ελευθερία, πάνω απ' όλα ελευθερία, μολονότι το τι μπορείς ή το τι πρέπει να κάνεις μ' αυτή την ελευθερία ποτέ δεν είναι σαφές" (σ. 206). Αλλού πάλι λέει: "Τα κομμούνια απλώς σου έκαναν πλύση εγκεφάλου. Ενώ τα κανάλια τα δικά μας, οι πολυεθνικές και τα δίκτυα, θέλουν να σου λειώσουν τον εγκέφαλο τελείως. Να σε κάνουν μηχανή που καταναλώνει-μια κοινωνία-κοτέτσι" (σ. 213).
Ούτε όμως, βέβαια, συμπαρατάσσεται με τον ιμάμη ο συγγραφέας. Θα 'λεγα πως είναι με το μέρος του αθώου, ωραίου, σοβαρού Άχμαντ. Μας τον παρουσιάζει ωραίο εξωτερικά, μελετηρό, αγνό, και παρόλο που προς στιγμή ελκύεται από μια συμμαθήτριά του, εντούτοις η πίστη του στο Κοράνι, η εξάρτησή του από τον ιμάμη, η θέλησή του να θυσιάσει ακόμα και τη ζωή του για την πίστη του, κυριαρχούν. Τελειώνοντας το σχολείο, αντί να κατευθυνθεί προς τις πανεπιστημιακές σπουδές που τον σπρώχνει ο σύμβουλός του, παίρνει άδεια οδήγησης φορτηγού, όπως τον συμβούλευε ο ιμάμης.
Η προετοιμασία του νεαρού Άχμαντ για να καταστεί μάρτυρας της πίστης του, σκορπώντας ταυτόχρονα τον όλεθρο σε όσο πιο πολλούς "απίστους" μπορεί, ολοκληρώνεται. Ο Απντάικ με πολλή μαεστρία (και με πολλή μελέτη του Κορανίου, πιστεύω) φωτίζει την ψυχολογική διεργασία που συντελείται στην ψυχή του νεαρού ήρωά του, την πορεία, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του ως τη στιγμή της πραγματοποίησης της τρομοκρατικής ενέργειας. Δεν θα αποκαλύψω το τέλος που πραγματικά πλημμυρίζει τον αναγνώστη με αγωνία ως προς το τι θα γίνει τελικά.
Το βιβλίο "Ο τρομοκράτης" μπορεί να δώσει αφορμή για πολύ προβληματισμό και πολλά είναι τα ερωτηματικά που γεννιούνται: Είναι απατεώνες εκείνοι που διδάσκουν, καθοδηγούν και επηρεάζουν τους νεαρούς που θυσιάζουν τη ζωή τους; Η θυσία γίνεται για την καταπίεση και την εκμετάλλευση που υφίσταται ο μουσουλμανικός κόσμος ή για την ισλαμική πίστη, όπως διαφαίνεται στο βιβλίο; Αυτά και άλλα ακόμη, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, το καθιστούν κι ένα βιβλίο προβληματισμού.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2008
Η γιορτή του τράγου
Πώς και γιατί μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη μια ιστορία που διαδραματίστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, σ' έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή; Τι μας νοιάζει εμάς για τις περιπέτειες και τις τύχες, τα βάσανα και τους καημούς ανθρώπων της Δομινικανής Δημοκρατίας που καλά-καλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται; Κι όμως εδώ έγκειται η αξία της μεγάλης λογοτεχνίας. Το τοπικό γίνεται παγκόσμιο, ό,τι έγινε σε μια εποχή καθίσταται διαχρονικό, τα πρόσωπα μιας άλλης χώρας, ενός άλλου πολιτισμού, μιας άλλης εποχής, γίνονται φορείς δικών μας σκέψεων και συναισθημάτων.
Σκέψεις που (όχι για πρώτη φορά) έκανα διαβάζοντας με αμείωτο ενδιαφέρον από την πρώτη ίσαμε την τελευταία σελίδα το μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα "Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥ" ( Καστανιώτης, 2002), που το αναζήτησα μετά που διάβασα "Το παλιοκόριτσο". (Το "Η πόλη και τα σκυλιά" , που θεωρείται κλασικό πια έργο της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, και που το είχα διαβάσει πριν χρόνια, δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση-ίσως δεν ήμουν αρκετά ώριμη γι' αυτό).Χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να εξοικειωθείς με την τεχνική του Λιόσα σ' αυτό το βιβλίο. Εξελίσσεται σαν τρία διαφορετικά ρεύματα που κυλούν και εκβάλλουν στο ίδιο ποτάμι. Ξεκινά με την Ουρανία Καβράλ, κόρη του γερουσιαστή, υπουργού και στενού συνεργάτη του διχτάτορα Τρουχίλιο, η οποία το 1996 γυρίζει ύστερα από απουσία 35 χρόνων (είναι τώρα 49) στη γενέτειρά της, τον Άγιο Δομίνικο. Από την αρχή καθώς βλέπει τις αλλαγές στην πόλη, φαίνεται κάτι να την βασανίζει. Δεν τρέφει και τα καλύτερα συναισθήματα ούτε για την πόλη, ούτε για τον γέρο πια και άρρωστο πατέρα της. Τι κουβαλάει μέσα της, ποια αγιάτρευτη πληγή, θα το μάθουμε σιγά-σιγά με την πλήρη αποκάλυψη στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.Το επόμενο κεφάλαιο αρχίζει με το ξεκίνημα μιας μέρας του δικτάτορα Τρουχίλιο. Είναι η 30η Μαΐου του 1961, που θα 'ναι και η τελευταία μέρα της ζωής του, αλλά βέβαια ούτε εκείνος ούτε εμείς το ξέρουμε ακόμα. Ακολουθεί μια τρίτη οπτική στο επόμενο κεφάλαιο, με επτά "συνωμότες" που το απόγευμα της ίδιας μέρας περιμένουν εκεί από όπου ξέρουν ότι θα περάσει ο διχτάτορας, που ακολουθεί πάντα το ίδιο αυστηρό, καθορισμένο πρόγραμμα κάθε μέρα.Η αφήγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι την τελευταία, 502η σελίδα. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι ουσιαστικά δυο μέρες: Μια μέρα του Μάη του 1961 και μια μέρα της δεκαετίας του '90. Όμως ο δραματικός χρόνος διευρύνεται καλύπτοντας τα 31 χρόνια της δικτατορίας. Πλήθος τα πρόσωπα-αδύνατο να τα θυμάται κανείς όλα, πάμπολλες οι ανθρώπινες ιστορίες, τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, η ανίχνευση των αιτίων δημιουργίας των δικτατοριών, τα ατομικά και συλλογικά δράματα. Ένα-ένα τα πρόσωπα φωτίζονται, μέσα από τους χαρακτήρες προβάλλει όλη η βασανισμένη ιστορία αυτής της μακρινής και άγνωστης για μας νησιωτικής χώρας της Καραϊβικής, προπάντων τα χρόνια της δικτατορίας. Ο διχτάτορας Τρουχίλιο (ο "Τράγος", όπως τον αποκαλούσαν, εκτός από "Ευεργέτης", "Σωτήρας" κ.λπ.) κυριαρχεί. Το περιβάλλον, οι κόλακες, οι φανατικοί "Τρουχιλικοί", το διεφθαρμένο καθεστώς, οι ευνοημένοι συγγενείς, ο πλούτος που συγκέντρωσε η οικογένειά του, τα κακομαθημένα, σπάταλα, ανόητα παιδιά του (πόσο, αλήθεια θυμίζει η απονομή στο γιο του, όταν ακόμα ήταν παιδί, ανώτατου στρατιωτικού βαθμού τους "Αλεξανδρινούς βασιλείς" του Καβάφη-πόσο οι εποχές επαναλαμβάνονται!). Και πάνω απ' όλα οι σκληρές μέθοδοι επιβολής του καθεστώτος, οι μηχανορραφίες, οι δολοπλοκίες, τα βασανιστήρια. Η απεικόνιση μιας δικτατορίας που είναι σαν να φωτογραφίζει κάθε δικτατορία. Μια διχτατορία έρχεται, όπως υπόσχεται, να σώσει τον τόπο. "¨Ολοι θεωρούσαν τον Τράγο σωτήρα της Πατρίδας, αυτόν που έθεσε τέρμα στους πολέμους των τοπικών αρχόντων, στον κίνδυνο μιας καινούργιας εισβολής από πλευράς των Αϊτινών, αυτόν που έβαλε τέλος στην ταπεινωτική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες (...) και που, με την κυβέρνησή του έδωσε υπόσταση στη χώρα". Αλλά, βέβαια, το αληθινό πρόσωπό της δεν αργεί να φανεί, δημιουργώντας την αντίδραση, την απόφαση κάποιων να απαλλαγούν από τον τύραννο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά λέει ένας από τους συνωμότες που υπήρξε και αυτός τρουχιλικός, "Ο Τράγος είχε αφαιρέσει από τους ανθρώπους την ιερή ιδιότητα που τους είχε παραχωρήσει ο θεός: την ελεύθερη βούληση".Το βιβλίο δεν σταματά με το θάνατο του Τρουχίλιο. Το καθεστώς δεν έπεσε εύκολα. Ένας-ένας οι εκτελεστές συλλαμβάνονται ή σκοτώνονται. Η περιγραφή των βασανιστηρίων όσων συνελήφθησαν για να αποκαλύψουν τους συνεργάτες τους είναι τόσο ρεαλιστική και αποτρόπαια που δεν αντέχεται."Η γιορτή του Τράγου" είναι μια γοητευτική ανάμιξη ιστορίας και φαντασίας. Δεν θα 'πρεπε να το διαβάσουν μόνο όσοι αγαπούν τη λογοτεχνία. Θα 'πρεπε να το μελετήσουν κι όσοι πιστεύουν ότι μια διχτατορία μπορεί να είναι σωτήρια για ένα τόπο κι όσοι ακόμα, αν και ζουν σε δημοκρατικά πολιτεύματα συμπεριφέρονται σαν διχτάτορες.Δείτε και την παρουσίαση της Χριστίνας.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008
Επικίνδυνες λέξεις
"Οι λέξεις είναι αθώες, αλλά γίνονται επικίνδυνες όταν δεν έχουμε συμφιλιωθεί με τη σημασία τους".
Απάνω σε εφτά "επικίνδυνες" λέξεις στήνει τα εφτά κεφάλαια του βιβλίου της η Φιλομήλα Λαπατά (Καστανιώτης, 2007): Οικογένεια, Εξ αδιαιρέτου, Ζήλεια, Γάμος, Διαζύγιο, Φυγή, Συγγνώμη. Φορείς και ενσαρκωτές των "επικίνδυνων" λέξεων, μια μεγαλοαστική αθηναϊκή οικογένεια, με χρόνο έναρξης της ιστορίας το 1980. Βασικά πρόσωπα δυο δίδυμες αδελφές, η Μυρσίνη και η Αταλάντη, όμοιες εξωτερικά αλλά μ' ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Μέσα από την εναλλασσόμενη δική τους αφηγηματική οπτική παρακολουθούμε την εξέλιξη του μύθου, ενώ γύρω διαπλέκονται τα πρόσωπα της οικογένειας: Η εκατοντάχρονη γιαγιά Αμαλία Κορωναίου, μια δυναμική παρουσία, που σύντομα εγκαταλείπει τη σκηνή με το θάνατό της, θείοι και θείες, ξαδέλφια από πρώτους και δεύτερους γάμους, οι γονείς των διδύμων, ο γιατρός Αλέξανδρος Κορωναίος και η σύζυγός του, η καλλονή Ζαΐρα, διεθνές μοντέλο στα νιάτα της, μια πιστή οικονόμος, μακρινή συγγένισσα, που ο ρόλος της διαρκεί ως το τέλος του βιβλίου, και άλλα ακόμη.
Απάνω σε εφτά "επικίνδυνες" λέξεις στήνει τα εφτά κεφάλαια του βιβλίου της η Φιλομήλα Λαπατά (Καστανιώτης, 2007): Οικογένεια, Εξ αδιαιρέτου, Ζήλεια, Γάμος, Διαζύγιο, Φυγή, Συγγνώμη. Φορείς και ενσαρκωτές των "επικίνδυνων" λέξεων, μια μεγαλοαστική αθηναϊκή οικογένεια, με χρόνο έναρξης της ιστορίας το 1980. Βασικά πρόσωπα δυο δίδυμες αδελφές, η Μυρσίνη και η Αταλάντη, όμοιες εξωτερικά αλλά μ' ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Μέσα από την εναλλασσόμενη δική τους αφηγηματική οπτική παρακολουθούμε την εξέλιξη του μύθου, ενώ γύρω διαπλέκονται τα πρόσωπα της οικογένειας: Η εκατοντάχρονη γιαγιά Αμαλία Κορωναίου, μια δυναμική παρουσία, που σύντομα εγκαταλείπει τη σκηνή με το θάνατό της, θείοι και θείες, ξαδέλφια από πρώτους και δεύτερους γάμους, οι γονείς των διδύμων, ο γιατρός Αλέξανδρος Κορωναίος και η σύζυγός του, η καλλονή Ζαΐρα, διεθνές μοντέλο στα νιάτα της, μια πιστή οικονόμος, μακρινή συγγένισσα, που ο ρόλος της διαρκεί ως το τέλος του βιβλίου, και άλλα ακόμη.Η Μυρσίνη και η Αταλάντη βρίσκονταν από μικρές σε μια διαρκή αντιπαλότητα και αντιζηλία. Η Μυρσίνη ήταν η "καλή" κόρη, η φρόνιμη, η σοβαρή, η άριστη μαθήτρια, που θα σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Η Αταλάντη είναι το αγοροκόριτσο, η ατίθαση, αυτή που ρίχνει κεραυνό έκπληξης στο σπίτι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου δηλώνοντας ότι θα σπουδάσει νοσοκόμα, πράγμα που θα κάνει και, εντασσόμενη στους "γιατρούς χωρίς σύνορα", θα ζήσει στα πιο επικίνδυνα μέρη του πλανήτη.
Η πορεία της ζωής της Μυρσίνης είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής μιας "καλής" κόρης. Μετά τις σπουδές της εργάζεται σε μια γκαλερί και παντρεύεεται έναν ωραίο αστροφυσικό, τον Παύλο.
Μεγάλη έμφαση δίνεται από τη συγγραφέα στον θρυλικό έρωτα των γονιών των δυο κοριτσιών, έναν έρωτα τόσο δυνατό που να αφήνει σε δεύτερη μοίρα την ανατροφή των διδύμων και που ο θάνατος του ενός θα οδηγήσει σύντομα και στο θάνατο του άλλου.
Η αφηγηματική δεινότητα της Λαπατά παρασύρει τον αναγνώστη, αλλά βρήκα το βιβλίο κατώτερο από τις "Κόρες του νερού", το μόνο άλλο μυθιστόρημά της που έχω διαβάσει. Οι "Επικίνδυνες λέξεις" ξεκινούν ωραία με την οικογενειακή συγκέντρωση για να γιορταστούν τα εκατόχρονα της γιαγιάς. Είναι επίσης πολύ επιτυχώς δοσμένοι οι χαρακτήρες του έργου. Σιγά-σιγά όμως το μυθιστόρημα κλίνει προς το προβλεπτό και το μελό. Όταν, για παράδειγμα, η Αταλάντη σ' ένα από τα ταξίδια της συναντά σ' ένα αεροδρόμιο έναν ωραίο άγνωστο, κουβεντιάζουν για ώρα και χωρίζουν χωρίς να πουν τα ονόματά τους, εύκολα μαντεύουμε όχι μόνο ποιος θα είναι, αλλά και τη συνέχεια που θα στηριχτεί στην αιώνια αντιπαλότητα με τη Μυρσίνη.
Ομολογώ ότι διάβασα χωρίς διακοπή το βιβλίο. Όταν όμως το έκλεισα, είπα: "Ε, και λοιπόν;"
Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2008
Το όρος της σιωπής
Κυριάκος Μαρκίδης, Το όρος της σιωπής (Αναζητώντας την Ορθόδοξη Πνευματικότητα)
, Διόπτρα, 2004.
, Διόπτρα, 2004.Το βιβλίο αυτό πρωτοεκδόθηκε στα Αγγλικά με τίτλο "The Mountain of Silence). Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι, όπως λέει και ο υπότιτλος, ένα βιβλίο πνευματικής αναζήτησης. Ο συγγραφέας, Κύπριος, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Mein, αρχίζει το βιβλίο μιλώντας μας για την εσωτερική πορεία που ακολούθησε ο ίδιος, από τον αγνωστικισμό της πρώτης περιόδου της ζωής του, στις ανατολικές θρησκείες και στον υπερβατικό διαλογισμό, και από εκεί, μετά από μια επίσκεψη το 1991 στο Άγιον Όρος, στη χριστιανική πνευματικότητα. Η ζωή του, όπως λέει, άλλαξε άρδην μετά την επίσκεψή του εκεί και τη γνωριμία του μ' ένα Κύπριο, Αγιορείτη μοναχό, τον πατέρα Μάξιμο. Ψευδώνυμο, όπως και για πολλά άλλα πρόσωπα στο βιβλίο, αλλά που για μας εδώ στην Κύπρο είναι εύκολα αναγνωρίσιμα.
Ο Μαρκίδης αποφασίζει να επιστρέψει στο Άγιον Όρος και να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική ζωή, πώς ζουν, τι πιστεύουν οι μοναχοί, τι είναι γενικά η χριστιανική μυστικιστική παράδοση. Στο μεταξύ ο πνευματικός του καθοδηγητής, π. Μάξιμος, έρχεται στην Κύπρο ως ηγούμενος μοναστηριού, κι έτσι ο Μαρκίδης, επωφελούμενος της εκπαιδευτικής του άδειας, το 1997 φθάνει κι εκείνος στο νησί. Συναντά τον Μάξιμο, γίνεται σωφέρ του και στις πολύωρες συζητήσεις τους, πότε οδηγώντας το αυτοκίνητο, άλλοτε σε μακρινούς περιπάτους, άλλοτε καθισμένοι ήρεμα στη σκιά ενός δέντρου, μυείται όλο και περισσότερο στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
Εκείνο που καθιστά πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Μαρκίδη, είναι η σχεδόν μυθιστορηματική παρουσίαση των ιδεών του. Όχι μόνο γιατί διακρίνεται από έντονο βιωματικό χαρακτήρα, αλλά και γιατί είναι γεμάτο από ζωηρούς διαλόγους, περιγραφές χώρων, ακόμα και ιστορικά στοιχεία. Κυρίαρχη προσωπικότητα ο π. Μάξιμος, με τον οποίο ο συγγραφέας διαλέγεται, προβάλλει αντιρρήσεις, εκπροσωπώντας τον επιστημονικό ορθολογισμό, αλλά ταυτόχρονα ακούει προσεκτικά τον λόγο του, ενώ τον παρακολουθεί σ' όλη την πνευματική και κοινωνική του δράση στο νησί. Θέματα όπως η γνώση του Θεού, η αγιότητα και τα θαύματα, η δύναμη της προσευχής, οι άγγελοι και οι δαίμονες, οι κακοί λογισμοί και άλλα, συζητούνται μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον των βουνών της Κύπρου.
Δεν μπορώ να πω ότι με έπεισε η επιχειρηματολογία του π. Μαξίμου, ούτε ότι μετέβαλα τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης μου. Όμως, βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, γραμμένο με τρόπο ελκυστικό, με σχεδόν μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, με ωραίες περιγραφές, που μας βοηθά να κατανοήσουμε κάπως τον μοναστικό τρόπο ζωής και σκέψης.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2008
Ο κύριος Επισκοπάκης
Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης-Η εξομολόγηση ενός δειλού
, Καστανιώτης, 2007.
, Καστανιώτης, 2007.Διάβασα το σύντομο αυτό μυθιστόρημα (νουβέλα το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του), όταν πήρε το βραβείο αναγνωστών του Ε.ΚΕ.ΒΙ. για το 2007, περίεργη να δω γιατί το επέλεξαν οι αναγνώστες. Η απορία μου παραμένει και μετά την ανάγνωσή του, που γίνεται μέσα σε δυο ώρες το πολύ. (Να μην παρεξηγηθώ. Με κανένα τρόπο δεν συνδέω την αξία ενός βιβλίου με τον όγκο του).
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας, ο Άγγελος Επισκοπάκης, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο και με μικρό παιδί, εξιστορεί την ερωτική σχέση του με την Αντιγόνη, μια οδοντίατρο, παντρεμένη και αυτή και με τρία παιδιά. Οι εβδομαδιαίες συναντήσεις τους κάθε Πέμπτη, που ο λιμενικός άντρας της έχει υπηρεσία, διακόπτονται από την παρεμβολή ενός Βούλγαρου μετανάστη, που με μαγνητοσκοπημένες τις συναντήσεις του παράνομου ζευγαριού, τους εκβιάζει, με αποτέλεσμα η Αντιγόνη να εγκαταλείψει τον Άγγελο και να στρέψει την εξωσυζυγική της δραστηριότητα στον αμόρφωτο, δύσμορφο, άξεστο Βούλγαρο. Κι όμως, δεν είναι ξεκάθαρο αν η στροφή της αυτή είναι αποτέλεσμα μόνο του εκβιασμού και όχι μιας πραγματικής προτίμησης. Θα επιστρέψει για λίγο και πάλι στον αφηγητή, αλλά στην πρότασή της να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να ζήσουν μαζί, εκείνος αρνείται. Η Αντιγόνη ξαναγυρίζει στον Βούλγαρο. Και ο σύζυγος, ειδοποιημένος από τον πρώτο εραστή, σκοτώνει το παράνομο ζευγάρι (Αντιγόνη-Βούλγαρο) καταλήγοντας στη φυλακή.
Δεν ξέρω γιατί άρεσε τόσο αυτό το βιβλίο. Παρά τις εγκωμιαστικές κριτικές, παρά το βραβείο αναγνωστών, αρνούμαι να δω σ' αυτό όλο το βάθος που του αποδίδουν, βρίσκοντας μάλιστα συμβολικότητα στα ονόματα (Άγγελος-άγγελος θανάτου, Επισκοπάκης-επισκοπεί τα πάντα, Αντιγόνη-αγέρωχη, αλαζονική [αλήθεια, τι ομοιότητα μπορεί να έχει η πολλαπλώς μοιχαλίδα με την αρχαία ηρωίδα (!)], ο Βούλγαρος Χελιδονόπουλος-φέρνει την Άνοιξη(!), Σωτήρης ο σύζυγος-ποιον σώζει;).
Κατά τη γνώμη μου είναι ένα ανάγνωσμα που κρατά μεν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά μήπως το ενδιαφέρον των αναγνωστών ή ακροατών δεν κρατούν και όλα τα σκανδαλοθηρικά δημοσιεύματα και εκπομπές; Είμαι άραγε υπερβολικά αυστηρή στην κρίση μου, ή μήπως δεν κατάλαβα το "βαθύτερο νόημα" του βιβλίου; Είμαι έτοιμη να δεχτώ οποιοδήποτε αντίλογο.
Υ.Γ. Και μια άσχετη σκέψη που συχνά με απασχόλησε διαβάζοντας διάφορες κριτικές. Γιατί πρέπει να μπλεκόμαστε μέσα σε μαιάνδρους της σκέψης του κριτικού, γιατί λείπει η σαφήνεια και η απλότητα; Για παράδειγμα πόσες φορές πρέπει να διαβάσει κανείς την άποψη "η πικρή γεύση της αποτυχίας του ανθρώπου να ξεπεράσει την καρναβαλική έκφανση και να ουσιώσει το αγαθό είναι κι εδώ διάχυτη" και άλλες ανάλογες, για να καταλάβει τι θέλει να πει ο κριτικός;
Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008
Αντισταθείτε με ένα ποίημα
Ανταποκρινόμενη στην ευγενική πρόσκληση της Εαρινής Συμφωνίας να αναρτήσουμε το αγαπημένο μας ποίημα, γράφω ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Είναι τόσο πολλά αυτά που αγαπώ, που δυσκολεύτηκα πολύ στην επιλογή. Κατέληξα όμως σ' ένα ποίημα του δικού μας (Κύπριου) Κώστα Μόντη που σε λίγο κλείνουν τέσσερα χρόνια από το θάνατό του. ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ όλοι εμείς που γράφουμε στίχους, όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης, λευκοί και μαύροι και κίτρινοι, "ανεπτυγμένοι" κι "υποανάπτυκτοι", πλούσιοι και φτωχοί, που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι, που τους γράφουμε απάνω στην άμμο, απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή, απάνω στο πεζοδρόμιο, απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας, απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας, στα σαλόνια και στις σοφίτες, με πέννα και με κάρβουνο, όλοι εμείς που γράφουμε στίχους, που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα, που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα, με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες, που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα, σε μια παντιέρα που τη ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες, σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται για να μην τελειώσει, που μας ξέρει κι αποκρύβεται για να μην την παρατήσουμε, σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε μα σφιγγόμαστε γύρω της, που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της, που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε. Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους μποστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε απ' τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα μέχρι τον τελευταίο μας άσημο, όλοι εμείς-τι σύμπτωση! Χωρίς καμιά προσυνεννόηση, χωρίς καμιά προεπαφή! Τι παράξενη σύμπτωση, αδελφοί μου! |
Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008
Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα
Πρωτάκουσα γι΄αυτό το βιβλίο του Γερμανού Thomas Vogel (Κριτική, 2003) σε μια συναρπαστική διάλεξη του Τεύκρου Μιχαηλίδη (συγγραφέα του "Πυθαγόρεια εγκλήματα") που έδωσε πριν από λίγο καιρό εδώ στην Κύπρο και που είχε θέμα τη Μαθηματική Λογοτεχνία. Διάβασα ύστερα την παρουσίαση της Χριστίνας Παπαγγελή
που στο σχόλιό μου ότι ψάχνω το βιβλίο κάπως με απογοήτευσε λέγοντάς μου ότι η έκδοση είναι εξαντλημένη. Το βρήκα όμως τελικά. Το διάβασα ένα κρύο γενναριάτικο απόγευμα απολαμβάνοντάς το στη ζεστασιά του σπιτιού, μια ατμόσφαιρα σε τέλεια αρμονία με το βιβλίο. Ένα βιβλίο που σε μεταφέρει στη χώρα των παραμυθιών ξανακάνοντάς σε παιδί. Νόμιζα πως άκουα τη γιαγιά μου ή μια θεία μου που διηγόταν πολύ όμορφα φανταστικές ιστορίες. Ένιωσα διαβάζοντάς το σαν να έπινα καθαρό, δροσερό νερό από βουνίσια πηγή. Έχει μια αθωότητα, μια αγνότητα καιρού αλλοτινού. Κι ανάμεσα στα παραμύθια μπλεγμένη και η γοητεία των αριθμών.
που στο σχόλιό μου ότι ψάχνω το βιβλίο κάπως με απογοήτευσε λέγοντάς μου ότι η έκδοση είναι εξαντλημένη. Το βρήκα όμως τελικά. Το διάβασα ένα κρύο γενναριάτικο απόγευμα απολαμβάνοντάς το στη ζεστασιά του σπιτιού, μια ατμόσφαιρα σε τέλεια αρμονία με το βιβλίο. Ένα βιβλίο που σε μεταφέρει στη χώρα των παραμυθιών ξανακάνοντάς σε παιδί. Νόμιζα πως άκουα τη γιαγιά μου ή μια θεία μου που διηγόταν πολύ όμορφα φανταστικές ιστορίες. Ένιωσα διαβάζοντάς το σαν να έπινα καθαρό, δροσερό νερό από βουνίσια πηγή. Έχει μια αθωότητα, μια αγνότητα καιρού αλλοτινού. Κι ανάμεσα στα παραμύθια μπλεγμένη και η γοητεία των αριθμών.Τοποθετείται χρονικά στα 1770 περίπου. Ένας νεαρός, ο Μανουέλ, από τη Βόρεια Πορτογαλία έρχεται στην Κοΐμπρα να σποδάσει μαθηματικά με τη σκέψη ακόμα στον παππού του Μιγκέλ, που ήταν ένας καταπληκτικός παραμυθάς και που είχε πρόσφατα πεθάνει. (Τι σύμπτωση κι αυτή, να συναντώ μυθιστορηματικά την Πορτογαλία για δεύτερη φορά μέσα σε λίγο διάστημα μετά το εξαιρετικό "Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα!)
Ο Μανουέλ αναπτύσσει μια ιδιαίτερα φιλική σχέση με τον καθηγητή του και οι συζητήσεις τους πλημμυρίζουν πότε από μαθηματικά και πότε από τις ιστορίες του παππού, που ο εγγονός διηγείται εξίσου ωραία. Ο νεαρός είχε πάντα την περιέργεια να μάθει πώς τέλειωνε η τελευταία ιστορία που ο παππούς δεν πρόλαβε να τελειώσει, καθώς πέθανε ενώ τη διηγόταν. Θα μάθει το τέλος στην τελευταία σελίδα, όταν ζωή και φαντασία, μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα, "Το ένα συναντάει το άλλο", όπως συνήθιζε να λέει ο καθηγητής του.
Πέρα από τις όμορφες συζητήσεις δασκάλου-μαθητή γύρω από την αφήγηση και τα μαθηματικά, τα κεφάλαια του βιβλίου είναι επίσης τιτλοφορημένα με αριθμούς σύμφωνα με την ακολουθία του Φιμπονάτσι (κάθε αριθμός είναι το άθροισμα των δύο προηγούμενων: 1,2,3,5,8,13 κ.ο.κ. Δεν κατάλαβα όμως την παρεμβολή των αριθμών 10 και 15 που σπάζουν την ακολουθία).
Και τελικά, πώς συνδέονται τα μαθηματικά με τη λογοτεχνία; "Ο παππούς συμπλήρωσε με σιγανή και βαθιά φωνή, σαν να του έλεγε ένα μυστικό:"Με τα γράμματα και τις λέξεις φτιάχνουμε παραβολές, με τους αριθμούς στα μαθηματικά φτιάχνουμε εξισώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις το πρόβλημα είναι να βρούμε τη λύση".
Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008
Ελ Γκρέκο, Ο ζωγράφος του Θεού
Δεν είδα την πολυδιαφημισμένη ταινία, προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο πάνω στο οποίο είναι βασισμένη. Παρόλο ότι μου αρέσουν πολύ οι βιογραφίες, η συγκεκριμένη δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε ιδιαίτερα, αν και αναφέρεται σ΄ένα καλλιτέχνη που πολύ με συγκινεί. Δεν λέω ότι το βιβλίο είναι χωρίς ενδιαφέρον, θα πω όμως στο τέλος τις επιφυλάξεις μου.
Ο συγγραφέας αρχίζει παρουσιάζοντάς μας το νεαρό Δομήνικο (ή Μενέγο, όπως τον έλεγαν στην Κρήτη) να έχει ήδη αποκτήσει φήμη καλού ζωγράφου στο Ηράκλειο της βενετοκρατούμενης Κρήτης. Ήδη ζει από την τέχνη του, που πρωτοδιδάχτηκε στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης. Έχει δεσμό με μια όμορφη νεαρή, την Αρετή, αλλά ούτε γι' αυτήν ούτε για καμιά άλλη γυναίκα ως το τέλος της ζωής του θα δεχτεί να δεθεί με τα δεσμά του γάμου, παρόλο ότι στην Ισπανία θα συνδεθεί με τη Χουανίτα, θα ζήσει μαζί της σχεδόν 40 χρόνια και θ' αποκτήσει ένα γιο.
Ήδη όμως η αφοσίωση στην τέχνη, η λαχτάρα για νέους ορίζοντες τον οδηγεί το 1566 από την Κρήτη στη Βενετία. Ο ξακουστός ζωγράφος Τιτσιάνο, στον οποίο απευθύνεται αρχικά, αρνείται να τον δεχτεί ως μαθητευόμενο στο εργαστήρι του, λέγοντας: "Βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά η ζωγραφική σου από τις δικές μας τεχνοτροπίες. Βλέπω σ' αυτήν τα δεσμά της μάνας σου γης. Ολόκληρη την κρητοβυζαντινή παράδοση. Με τα πολυαγαπημένα σας κίτρινα και τις τέμπερες. Δεν μπορείς να δουλέψεις μαζί μας, νέε μου. Έχεις ταλέντο. Κι αν αλλάξεις γραμμή κάποια μέρα κάπου θα φτάσεις. Τα φτερά των αγγέλων δεν χρειάζεται να είναι τόσο γνήσια, φτάνει να φαίνονται ωραία."
Η γνωριμία και ο δεσμός του με μια άλλη κοπέλα, τη Λάουρα, θα σταθεί αφορμή να γνωρίσει έναν άλλο μεγάλο ζωγράφο, τον Μπασάνο, κοντά στον οποίο και θα εργαστεί. Θα τον δεχτεί αργότερα και ο Τιτσιάνο, ενώ παράλληλα ο Δομήνικος δουλεύει και μόνος του, στο δικό του εργαστήρι, με τη δική του τεχνοτροπία.
Εγκαταλείπει τη Λάουρα και τη Βενετία και με μια άλλη γυναίκα τώρα, τη Φραντζέσκα, φεύγουν για τη Ρώμη. Σύντομα κι εκεί στερεώνεται κι απλώνεται η φήμη του. Κι είναι ανάμεσα στους ζωγράφους που συνεδριάζουν για να αποφασίσουν πάνω στην επιθυμία του Πάπα να σκεπαστούν τα γυμνά σώματα που παριστάνονται στα φρέσκο της Καπέλα Σιξτίνα! Η αιρετική άποψη του Θεοτοκόπουλου και η εξαιτίας της διαγραφή του από το συνδικάτο των ζωγράφων ίσως στάθηκε η αφορμή για να εγκαταλείψει τη Ρώμη για τη Μαδρίτη και την Ισπανία. Εκεί θα ζήσει ως το τέλος της ζωής του ζωγραφίζοντας αδιάκοπα, πότε για προσωπικές παραγγελίες, πότε για το ανεγειρόμενο τότε μοναστηροπάλατο, το Εσκοριάλ (τι κρίμα που όταν πήγα εκεί ή δεν μας δόθηκε αυτή η πληροφορία ή εγώ δεν έδωσα σημασία, να προσέξω καλύτερα το ναό του Αγίου Λαυρεντίου κι όλα τα άλλα έργα του μεγάλου Κρητικού) και πότε βέβαια στο Τολέδο, το οποίο γίνεται η μόνιμη πατρίδα του ως το 1614 που πεθαίνει.
Από τα θετικά του βιβλίου είναι η αναφορά σε πάρα πολλούς πίνακες. Ωραίες στιγμές είναι επίσης οι απόψεις του για την τέχνη του (σ. 245) ή ακόμα οι σκηνές όπου υπερασπίζεται αυτή την τέχνη τόσο στη συζήτηση για την Καπέλα Σιξτίνα, όσο και κατά τη δίκη στην οποία βρέθηκε σε αντιπαράθεση με τη Μητρόπολη του Τολέδο, που αρνείτο να τον πληρώσει για τη σύνθεση "Εσπόλιο".
Οι επιφυλάξεις μου για το βιβλίο αφορούν δύο σημεία: Πρώτο, τους διαλόγους που υπεραφθονούν στο μυθιστόρημα. Η αφθονία τους νομίζω μειώνει την αξιοπιστία της βιογραφίας. Ίσως να οφείλεται στα τόσο ελλιπή στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του Θεοτοκόπουλου ή γιατί αρχικά το μυθιστόρημα παρουσιάστηκε ως θεατρικό κείμενο για το ραδιόφωνο (1975).
Η δεύτερη επιφύλαξή μου αφορά το ύφος και τη γλώσσα. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η ανάμειξη Κρητικών λέξεων και εκφράσεων, τη στιγμή που δεν μπορούμε να αναπλάσουμε ακριβώς τον προφορικό λόγο. Ούτε συμφωνώ με την εν μέρει ποιητική γραφή του Σιατόπουλου (π.χ. λέξεις όπως "θαμεύτηκε", "ανιδέαστη", "θραψεράδα¨" ή το υπερβατό σχήμα κ.λπ.). Γενικά θα προτιμούσα λιγότερο φανταστικό στοιχείο και περισσότερο ρεαλιστικό, επικεντρωμένο στους πίνακες, αδιάψευστους, διαχρονικούς μάρτυρες του μεγαλείου του Ελ Γκρέκο.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007
Η ακολουθία της Οξφόρδης
Γκιγέρμο Μαρτίνες, Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ, Πατάκης, 2004, μετ. Ελισώ Λογοθέτη.Ο συνδυασμός της οξφορδιανής πανεπιστημιακής ατμόσφαιρας με τη στέρεα λογική των μαθηματικών και την προσπάθεια εξιχνίασης μιας σειράς φόνων είναι πραγματικά εκρηχτικός. Η απόλαυση της ανάγνωσης μεγεθύνεται, το βιβλίο (δυστυχώς γι' αυτή την περίπτωση όχι ογκώδες) δεν μπορείς να το αφήσεις πριν εξιχνιάσεις το μυστήριο, ακολουθώντας μαζί με τους ήρωες του μυθιστορήματος τα "κλειδιά" που σου δίνονται σε μια μαθηματική ακολουθία.
Ένας νεαρός μαθηματικός από την Αργεντινή (εμφανή εδώ τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του Μαρτίνες), φθάνει στην Οξφόρδη με υποτροφία ενός χρόνου. Μένει σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο μιας πολύ ηλικιωμένης κυρίας, η οποία ζει με την εγγονή της. Λίγες μέρες αργότερα η ηλικιωμένη κυρία βρίσκεται δολοφονημένη. Το πτώμα ανακαλύπτουν ο νεαρός ενοικιαστής και ο Άρθουρ Σέλντομ, ένας διάσημος καθηγητής μαθηματικός, φίλος της οικογένειας της νεκρής. Ο Σέλντομ είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα σ' ένα βιβλίο του με τις μαθηματικές ακολουθίες, στο οποίο είχε περιλάβει κι ένα κεφάλαιο για τους κατά συρροήν δολοφόνους, βιβλίο το οποίο είχε ευρύτατη κυκλοφορία. Ο νεαρός Αργεντινός (που είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής) μαζί με τον Σέλντομ, καθώς βέβαια και τον αστυνομικό επιθεωρητή, προσπαθούν να εξιχνιάσουν τη δολοφονία. Σύντομα θα ακολουθήσει και άλλη, ενώ μια σειρά από σημειώματα που αφήνει ο δολοφόνος και που σχετίζονται με σύμβολα (πρώτα ένας κύκλος, ύστερα ένα αφαιρετικό σχήμα ψαριού, μετά ένα τρίγωνο) οδηγούν τη σκέψη των δυο μαθηματικών στους Πυθαγορείους και στην αναμονή του τέταρτου φόνου, που σύμφωνα με τη μαθηματική αυτή ακολουθία θα είναι η τετρακτύς (ο αριθμός 10, το άθροισμα δηλ. του 1+2+3+4).
Δεν είναι όμως μόνο η αστυνομική πλοκή του βιβλίου που προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι συζητήσεις, η φιλοσοφική θεώρηση των μαθηματικών, άλλες αστυνομικές ιστορίες που παρεμβάλλονται στις συζητήσεις και στην προσπάθεια εξιχνίασης των φόνων. "Ναι, υπάρχει μια θεωρητική αναλογία ανάμεσα στα μαθηματικά και στην εγκληματολογία: και οι δυο κάνουμε υποθέσεις", είναι μια άποψη που διατυπώνεται, για να ακολουθήσει βέβαια και η διάκριση της διαφοράς μεταξύ τους.
Το τέλος, απροσδόκητο όπως σ' όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά που θα μπορούσε ο προσεκτικός αναγνώστης να είχε υποπτευθεί. Δεν μπορώ βέβαια να ισχυριστώ ότι καταλαβαίνω πλήρως το θεώρημα του Γκέντελ ή του Φερμά, για τα οποία γίνεται λόγος στο βιβλίο, όμως ο Γκιγέρμο Μαρτίνες, μαθηματικός ο ίδιος, παγιδεύοντάς μας με την αστυνομική πλοκή, μας γοητεύει ταυτόχρονα με τα μαθηματικά του.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007
Ο "Μεσσίας" του Γκορ Βιντάλ
Τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο δεν έχουν καμιά σχέση με τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των ημερών, εκτός ίσως μόνο
για να την ανατρέψουν. Αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο του Γκορ Βιντάλ ("Μεσσίας", εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006, μετ. Δημήτρης Ελευθεράκης), ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς (γεν. 1925), χάρις στον φίλτατο librofilo. Ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά θα συμφωνήσω μάλλον με τον Αθήναιο, που σχολιάζοντας την παρουσίαση του librofilo έγραψε: "όχι και να κόψω τις φλέβες μου". Ίσως, αν το διαβάζαμε τότε που πρωτοεκδόθηκε (1954), να μας έκανε άλλη εντύπωση. Από μια άποψη είναι ένα προφητικό βιβλίο, αλλά τίποτα από όσα αναφέρει δεν στηρίζεται σε μελλοντικές ανακαλύψεις ή εφευρέσεις. Η τηλεόραση, στην οποία οφείλεται κυρίως η μεγάλη απάτη που έστησαν οι ήρωές του, ήταν ήδη γνωστή, αν και βέβαια λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν τη διάδοση και την απίστευτη δύναμη που θα αποκτούσε στην εποχή μας.
για να την ανατρέψουν. Αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο του Γκορ Βιντάλ ("Μεσσίας", εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006, μετ. Δημήτρης Ελευθεράκης), ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς (γεν. 1925), χάρις στον φίλτατο librofilo. Ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά θα συμφωνήσω μάλλον με τον Αθήναιο, που σχολιάζοντας την παρουσίαση του librofilo έγραψε: "όχι και να κόψω τις φλέβες μου". Ίσως, αν το διαβάζαμε τότε που πρωτοεκδόθηκε (1954), να μας έκανε άλλη εντύπωση. Από μια άποψη είναι ένα προφητικό βιβλίο, αλλά τίποτα από όσα αναφέρει δεν στηρίζεται σε μελλοντικές ανακαλύψεις ή εφευρέσεις. Η τηλεόραση, στην οποία οφείλεται κυρίως η μεγάλη απάτη που έστησαν οι ήρωές του, ήταν ήδη γνωστή, αν και βέβαια λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν τη διάδοση και την απίστευτη δύναμη που θα αποκτούσε στην εποχή μας.Με συντομία η υπόθεση. Ένας υπέργηρος συγγραφέας και ιστορικός, ο Ευγένιος Λούθερ, ζει με άλλο όνομα στην Αίγυπτο και, γράφοντας τα απομνημονεύματά του, θυμάται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του πενήντα χρόνια πριν. Αναπολεί μια πρόσκληση από μια πλούσια, ιδιόρρυθμη κυρία, την Κλαρίσα, στο σπίτι της οποίας γνωρίζει κι ερωτεύεται την ΄Αιρις Μόρτιμερ. Εκείνη του κάνει λόγο για ένα νεαρό, υπάλληλο γραφείου κηδειών, που έχει το χάρισμα να γοητεύει με το λόγο του το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Λέγεται Τζον Κέιβ (John Cave), αρχικά του οποίου ονόματος (J. C.) ευθέως παραπέμπουν στο Jesus Christ. Πρόκειται για ένα άγνωστης προέλευσης, με ελλιπή μόρφωση νεαρό, που όσοι τον ακούν δεν θυμούνται σχεδόν τίποτε από όσα είπε, παρά μόνο τη γοητεία που ένιωσαν και το κεντρικό μήνυμα της διδασκαλίας του: "Μονάχα ένα μήνυμα έχω να μεταδώσω στους ανθρώπους, κι αυτό έιναι το πώς να πεθαίνουν χωρίς φόβο, με χαρά, πώς να αποδεχτούν το μηδέν γι' αυτό που είναι καθεαυτό, ένας μακρύς και ανονείρευτος ύπνος".
Σύντομα γύρω από τον Κέιβ στήνεται μια ολόκληρη οργάνωση. Εκτός από την Κλαρίσα, την Άιρις, τον Λούθερ, επιστρατεύεται ένας ικανότατος διαφημιστής κι ένας άσημος, αλλά πλούσιος λόγω γάμου και με πολλές γνωριμίες συγραφέας, ένας επικοινωνιολόγος θα λέγαμε σήμερα, μια πεντάδα που οργανώνει όλη τη γιγάντια επιχείρηση. Ο Κέιβ μαγεύει, με τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση επηρεάζει ολοένα και μεγαλύτερο κοινό, κασέτες με τις ομιλίες του, που άλλοι βέβαια του γράφουν, κυκλοφορούν παντού, ομάδες οπαδών σχηματίζονται, επικεφαλής εκπαιδεύονται, παντού σ' όλη την Αμερική διαδίδεται ο Κεϊβιτισμός και η αντίδραση του Χριστιανισμού που απειλείται, ενδυναμώνει ακόμα περισσότερο το κίνημα. Και, ασφαλώς, το αποτέλεσμα της βασικής διδασκαλίας περί εθελούσιου θανάτου δεν αργεί να έρθει. Πολλοί αρχίζουν να αυτοκτονούν, πράγμα που η πεντάδα επίσης εκμεταλλεύεται, δημιουργώντας χώρους και τρόπους για ήρεμη και ευχάριστη αποχώρηση από τη ζωή.
Ο ιστορικός της παρέας, αυτός που στα πρόθυρα του θανάτου, ζώντας άγνωστος στην Αίγυπτο, αναπολεί και αφηγείται, είχε αρχίσει να έχει τις επιφυλάξεις και αντιρρήσεις του για το δρόμο που πήρε το κίνημα (το όνομά του, Λούθερ-Λούθηρος ασφαλώς δεν είναι τυχαίο). Οι αντιδράσεις θα οδηγήσουν σ' ένα δραματικό τέλος, όχι όμως και στο τέλος του Κεϊβιτισμού.
Η προσπάθεια του Βιντάλ να απομυθοποιήσει όλα τα μαζικά, θρησκευτικά ή άλλα κινήματα, αλλά και όλες τις εξ αποκαλύψεως θρησκείες είναι προφανής. Τα πρόσωπα και τα σύμβολά του είναι παρμένα από τον Χριστιανισμό. Όχι μόνο τα αρχικά του ονόματος του ήρωά του (J.C.) αλλά και το ίδιο το όνομα (Cave=σπηλιά) παραπέμπουν στο Χριστό. Η πιστή, αφοσιωμένη μαθήτρια επίσης. Ο Τζον Κέιβ, όπως και ο Χριστός δεν έγραψε τίποτα. Το όνομα του Πολ (Παύλος) Χίμελ, του διαφημιστή στον οποίο οφείλεται η όλη οργάνωση, δεν νομίζω ότι είναι άσχετο με το όνομα του Αποστόλου Παύλου. Αλλά και η ανάγκη της θυσίας του ίδιου του Κέιβ για πλήρη εμπέδωση της καινούριας θρησκείας πόσο διαφέρει από την ανάγκη θυσίας του Χριστού;
Στη χριστιανική παρωδία παρεμβαίνει (και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα πώς τα συσχετίζει) και η ιδέα του κειμενογράφου του Κέιβ για την ανατροφή των παιδιών, ιδέα βέβαια κλεμμέμη από τον Πλάτωνα. Δηλ. η ιδέα όχι μόνο της επιβολής της ευγονίας, αλλά και της αφαίρεσης των παιδιών από τους γονείς αμέσως μόλις γεννηθούν και η ανάθεσή τους στο κράτος.
Το βιβλίο δεν με ενόχλησε από τον θρησκευτικό, εικονοκλαστικό του χαρακτήρα. Απλώς νομίζω ότι μειώνεται η λογοτεχνική του αξία με το να οικειοποιηθεί γνωστά θρησκευτικά σύμβολα. Λειτουργεί εν μέρει προφητικά, το βρίσκω ενδιαφέρον, πολύ κατώτερο όμως από τον "Θαυμαστό καινούριο κόσμο" του Χάξλεϋ ή το "1984" του Όργουελ, βιβλία πραγματικά προφητικά, που εξακολουθούν να μας εκπλήττουν και να μας γοητεύουν.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007
"Ο φάρος" της Π. Ντ. Τζέιμς
Τα αστυνομικά μυθιστορήματα υπήρξαν πάντα μια κρυφή αγάπη και αδυναμία μου. Έχω διαβάσει σχεδόν όλη την Άγκαθα Κρίστι, όσα έργα του Μάικλ Κόνελι έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, βεβαίως όλα του δικού μας Μάρκαρη, για να περιοριστώ στους πιο αγαπημένους μου. Το πιο πρόσφατο ανάγνωσμά μου απ' αυτή την κατηγορία είναι "Ο φάρος" της Π. Ντ. Τζέιμς (Καστανιώτης, 2007). Αγαπημένη κι αυτή συγγραφέας στο είδος του αστυνομικού, μου έχει χαρίσει πολλές στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης και έχω διαβάσει αρκετά δικά της, όπως "Περίπτωση δικαιοσύνης", 2000, "Τεχνάσματα κι επιθυμίες", 2002, "Θάνατος στην Ιερατική Σχολή, 2004 (όλα στον Καστανιώτη), καθώς και το εξαιρετικό "Τζούλιαν" (Πατάκης, 1995
), έργο πιο πολύ επιστημονικής φαντασίας παρά αστυνομικό.
), έργο πιο πολύ επιστημονικής φαντασίας παρά αστυνομικό.Δεν προτίθεμαι, βέβαια, να υπερασπιστώ την από πολλούς αμφισβητούμενη λογοτεχνική αξία των αστυνομικών ιστοριών, που άλλωστε στις μέρες μας έπαψαν να είναι απλώς αστυνομικές ιστορίες με δολοφόνους-ενόχους-αποκάλυψη-τιμωρία και προσέλαβαν πολλά άλλα στοιχεία, κοινωνικά, ψυχολογικά, επιστημονικά κ.λπ. [Για όσους ενδιαφέρονται παραπέμπω στη χρησιμότατη έκδοση "Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος" (Άγρα, 1986), όπου βρίσκουμε συγκεντρωμένα δοκίμια γνωστών και καταξιωμένων συγγραφέων γύρω από το αστυνομικό μυθιστόρημα].
Η Π. Ντ. Τζέιμς (γεν.1920) θα μπορούσε να θεωρηθεί η άξια διάδοχος της Άγκαθα Κρίστι. Στο αγγλικό περιβάλλον διαδραματίζονται τα έργα της (αν και σε νεότερη βέβαια εποχή), συχνά στην αγγλική ύπαιθρο, την κοινωνία αυτής της χώρας καθρεφτίζουν, τη δική της αστυνομία, τη δική της ατμόσφαιρα και ανθρώπινες σχέσεις.
Στο "Ο φάρος" βρισκόμαστε σ΄ένα απομονωμένο, μικρό, ιδιόκτητο νησί στ΄ ανοιχτά της Κορνουάλης, το οποίο ο τελευταίος ιδιοκτήτης μεταβίβασε σε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, με σκοπό να φιλοξενούνται εκεί για σύντομα χρονικά διαστήματα άνθρωποι της πολιτικής, της επιστήμης, των τεχνών, επιχειρηματίες, γενικά άνθρωποι που ασκούσαν υψηλά καθήκοντα και δύσκολη ζωή, ώστε να απολαμβάνουν εκεί διαλείμματα ασφάλειας και ηρεμίας, για να συνεχίζουν το δύσκολο έργο τους.
Σ' αυτό το ειδυλλιακό νησί (η ομοιότητα με τους περίφημους "Δέκα μικρούς νέγρους" της Άγκαθα Κρίστι σταματά εδώ) με τους λίγους φιλοξενούμενους και το απαραίτητο υπηρετικό προσωπικό, με την πλήρη απομόνωση από τον έξω κόσμο, ένας επιφανής συγγραφέας βρίσκεται κρεμασμένος από το κιγκλίδωμα του εκτός λειτουργίας πια φάρου. Ο ντετέκτιβ Νταλγκλίς, μόνιμος ήρωας της Τζέιμς, μαζί με δυο βοηθούς του στέλλεται στο νησί για διαλεύκανση της υπόθεσης. Και εν πρώτοις, πρόκειται για έγκλημα ή αυτοκτονία; Ανακρίσεις, συζητήσεις, υποθέσεις, σχέσεις και χαρακτήρες των προσώπων που ζουν στο νησί, ωραίες περιγραφές του τοπίου ή των καιρικών συνθηκών, αναμμένα τζάκια, τσάγια και δείπνα, υποψίες για το δολοφόνο και βεβαίως μια δεύτερη δολοφονία, γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου και τις ώρες της ανάγνωσής μας.
Θα το χαρακτήριζα κλασικό του είδους, αν και έχω μια επιφύλαξη ως προς τον τρόπο αποκάλυψης του ενόχου. Μου φάνηκε ότι δεν προετοιμάστηκε επαρκώς το έδαφος, ότι η αποκάλυψη έρχεται ως τρόπον τινά "επιφοίτηση" στον Νταλγκλίς και όχι με στοιχεία διάσπαρτα από πριν, που θα μπορούσε να είχε προσέξει ο αναγνώστης, τεχνική στην οποία η Άγκαθα παραμένει αξεπέραστη.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007
Φόρος τιμής στην Άννα Μαρία Σελίνκο
Δεν ξ
έρω πόσοι από τους νεότερους ξέρουν ή πόσοι από τους παλαιότερους θυμούνται το όνομα της Άννα Μαρία Σελίνκο, της αυστριακής συγγραφέως που υπήρξε ό,τι γοητευτικότερο στα χρόνια της εφηβείας μας. Είχα διαβάσει, θυμάμαι, πάνω από μια φορά τα μυθιστορήματά της "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", "Ήμουν ένα άσχημο κορίτσι", "Σήμερα παντρεύεται ο άντρας μου". Η αισιοδοξία και ο χαρακτήρας, καθώς βέβαια και η καλή τύχη, της Τώνη Χούμπερτ στο "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", ομολογώ ότι στάθηκε οδηγός ζωής για μένα και από τότε μου γεννήθηκε η αγάπη για το ραδιόφωνο, που δεν με έχει εγκαταλείψει ως τώρα. Κρατάω ακόμα μια κιτρινισμένη, μισοδιαλυμένη έκδοση του 1954 (εκδόσεις "Κ.Μ") με πρόλογο και μετάφραση του Άρη Δικταίου, που γράφει, ανάμεσα σ' άλλα: "Η Selinko είναι κάτι σαν πρόσωπο θρύλου, μ' εντελώς ακαθόριστα χαρακτηριστικά. Πόσων χρονών είναι; Πού και πώς έζησε και ζει; Τι άλλο έγραψε, τι γράφει; Δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα απολύτως, εκτός από ένα μόνο: πως ό,τι έγραψε είναι απολύτως γοητευτικό και πως αν είναι σήμερα γνωστότατη η άγνωστη αυτή γυναίκα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στη γοητεία των βιβλίων της". Και πιο κάτω σημειώνει: "Και τι συνιστά, αλήθεια, τη γοητεία αυτή;" για να απαντήσει ο ίδιος: "η δροσιά, το καλωσυνάτο κέφι, η όμορφη, φιλοπαίγνιδη κι αισιόδοξη διάθεση, η χαρούμενη πίστη της Selinko σε μια θεία, αλλά παράλογη Πρόνοια. Στοιχεία, όλ' αυτά, χαρακτηριστικά της θηλυκής εφηβείας". Ούτε και σήμερα, ψάχνοντας στον αχανή κόσμο του διαδικτύου μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία, παρά μόνο ότι γεννήθηκε στη Βιέννη το 1914, παντρεύτηκε ένα διπλωμάτη, πήγε στη Σουηδία το 1943 και δούλεψε για τον Ερυθρό Σταυρό. Αυτά!
έρω πόσοι από τους νεότερους ξέρουν ή πόσοι από τους παλαιότερους θυμούνται το όνομα της Άννα Μαρία Σελίνκο, της αυστριακής συγγραφέως που υπήρξε ό,τι γοητευτικότερο στα χρόνια της εφηβείας μας. Είχα διαβάσει, θυμάμαι, πάνω από μια φορά τα μυθιστορήματά της "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", "Ήμουν ένα άσχημο κορίτσι", "Σήμερα παντρεύεται ο άντρας μου". Η αισιοδοξία και ο χαρακτήρας, καθώς βέβαια και η καλή τύχη, της Τώνη Χούμπερτ στο "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", ομολογώ ότι στάθηκε οδηγός ζωής για μένα και από τότε μου γεννήθηκε η αγάπη για το ραδιόφωνο, που δεν με έχει εγκαταλείψει ως τώρα. Κρατάω ακόμα μια κιτρινισμένη, μισοδιαλυμένη έκδοση του 1954 (εκδόσεις "Κ.Μ") με πρόλογο και μετάφραση του Άρη Δικταίου, που γράφει, ανάμεσα σ' άλλα: "Η Selinko είναι κάτι σαν πρόσωπο θρύλου, μ' εντελώς ακαθόριστα χαρακτηριστικά. Πόσων χρονών είναι; Πού και πώς έζησε και ζει; Τι άλλο έγραψε, τι γράφει; Δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα απολύτως, εκτός από ένα μόνο: πως ό,τι έγραψε είναι απολύτως γοητευτικό και πως αν είναι σήμερα γνωστότατη η άγνωστη αυτή γυναίκα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στη γοητεία των βιβλίων της". Και πιο κάτω σημειώνει: "Και τι συνιστά, αλήθεια, τη γοητεία αυτή;" για να απαντήσει ο ίδιος: "η δροσιά, το καλωσυνάτο κέφι, η όμορφη, φιλοπαίγνιδη κι αισιόδοξη διάθεση, η χαρούμενη πίστη της Selinko σε μια θεία, αλλά παράλογη Πρόνοια. Στοιχεία, όλ' αυτά, χαρακτηριστικά της θηλυκής εφηβείας". Ούτε και σήμερα, ψάχνοντας στον αχανή κόσμο του διαδικτύου μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία, παρά μόνο ότι γεννήθηκε στη Βιέννη το 1914, παντρεύτηκε ένα διπλωμάτη, πήγε στη Σουηδία το 1943 και δούλεψε για τον Ερυθρό Σταυρό. Αυτά!Δεν ξέρω τι νοσταλγούσα αποφασίζοντας να διαβάσω σήμερα το μυθιστόρημά της "Ντεζιρέ". Ίσως γιατί δεν το θυμόμουν καλά, ίσως γιατί βγήκε σε ακόμα μια καινούρια έκδοση (Ωκεανίδα, 2002), ίσως (και υποσυνείδητα) να έψαχνα να βρω κάτι από τη μαγεία που μου δημιουργούσαν τα βιβλία της στα χρόνια της εφηβείας.
Η "Ντεζιρέ" είναι η ιστορία της ζωής μιας όμορφης, νεαρής κοπέλας, κόρης ενός εμπόρου μεταξωτών από τη Μασσαλία, που στα 15 της χρόνια γνωρίζει τον Ναπολέοντα, όταν εκείνος ήταν ακόμα ένας άσημος στρατιωτικός, τον ερωτεύεται. Κι εκείνος της δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια, φεύγει όμως για το Παρίσι, κυνηγώντας τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του. Η Ντεζιρέ τον ακολουθεί. Ο γάμος του με την Ιωσηφίνα θα την γεμίσει με απογοήτευση, αλλά ένας άλλος αξιωματικός, ο Ζαν Μπατίστ Βερναδότης θα την ερωτευτεί, θα την παντρευτεί και, χρόνια αργότερα, θα γίνει ο ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της Σουηδίας και η Ντεζιρέ βεβαίως βασίλισσα. Παράλληλα η αδελφή της Ντεζιρέ παντρεύεται τον αδελφό του Ναπολέοντα κι έτσι η μεταξύ τους επαφή δεν χάνεται.
Το βιβλίο καλύπτει χρονικά τα ταραγμένα χρόνια 1795-1823. Μέσα από τη ματιά της Ντεζιρέ, που μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο κρατώντας ημερολόγιο, παρακολουθούμε όλη την πορεία της καταπληκτικής αυτής φυσιογνωμίας, του Ναπολέοντα. Πρόσωπα ιστορικά εκτός από τον Ναπολέοντα παρελαύνουν στο βιβλίο: Η οικογένειά του, τ' αδέλφια του (στα οποία μοίραζε τίτλους και βασίλεια λες και ήταν παιγνίδια), η μητέρα του, η Ιωσηφίνα, η δεύτερη γυναίκα του η Μαρία Λουίζα της Αυστρίας, η βασιλική οικογένεια της Σουηδίας, πολιτικά πρόσωπα όπως ο Ροβεσπιέρος, ο Ταλλεϋράνδος, καλλιτέχνες όπως ο Μπετόβεν κ. ά. Παρακολουθούμε την ευρωπαϊκή ιστορία των χρόνων αυτών μέσα από το φακό της Ντεζιρέ, τις μάχες, πάντα από τα μετόπισθεν, τη ζωή των σαλονιών και των δεξιώσεων, την άνοδο και την πτώση του τρομερού ανθρώπου, του Ναπολέοντα, για τον οποίο η Ντεζιρέ δεν έπαψε να νιώθει τρυφερά αισθήματα, όχι χωρίς ανταπόδοση. Το πραγματικό σμίγει με το φανταστικό στη γραφή της Σελίνκο σε βαθμό που δύσκολα τα ξεχωρίζει κανείς.
Γραμμένο το 1951 η "Ντεζιρέ" είναι βιβλίο μιας άλλης εποχής. Όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο, αλλά και ως προς τον τρόπο γραφής. Είναι ένα κλασικό, ευθύγραμμο μυθιστόρημα, χωρίς βαθιά νοήματα και προβληματισμούς. Αφήγηση απλή, αν όχι απλοϊκή, εξιστόρηση γεγονότων, περιγραφή συναισθημάτων, απόδοση χαρακτήρων με τρόπο απλό και κατανοητό. Βιβλίο μέσα από το οποίο ο αναγνώστης με ευχάριστο τρόπο μαθαίνει ή ξαναθυμάται ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Πριν από μερικά χρόνια ένας πολύ γνωστός κριτικός (και λογοτέχνης) από την Αθήνα ήρθε στη Λευκωσία για μια διάλεξη. Ενώ θέμα της ομιλίας του ήταν οι σύγχρονες τάσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, το μεγαλύτερο μέρος της ήταν μια προσπάθεια να "θάψει" το βιβλίο "Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα" (ήταν πολύ της μόδας τότε). Μεταξύ άλλων είπε πως τέτοια βιβλία και οι συγγραφείς τους είναι καταδικασμένοι στην εξαφάνιση με το πέρασμα του χρόνου. Και έθεσε το ρητορικό ερώτημα:" Ποιος θυμάται τώρα τη Σελίνκο;" Ήθελα να του πω "Ναι, κύριε Κ., πολλοί τη θυμούνται, όχι μόνο αναγνώστες αλλά και εκδοτικοί οίκοι που επανεκδίδουν τα βιβλία της, ενώ τα δικά σας λογοτεχνικά έργα ούτε οι σύγχρονοι τα γνωρίζουν".
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

