Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 12, 2011

Οδοιπορικό στη Γερμανία


«Απ’ όλα αυτά που είδαμε και ακούσαμε εδώ και μια βδομάδα στη Γερμανία, νομίζω ένα μόνο θα θυμάμαι: το παλάτι όπου αποφασίστηκε η τύχη (και το μοίρασμα) της Γερμανίας στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», μου είπε ένας φίλος την τελευταία μέρα της ολιγοήμερης παραμονής μας στη χώρα αυτή.
Μπορεί να ήταν κάπως υπερβολικός ο φίλος, αλλά τρεις ημέρες στο Βερολίνο, τρεις στη Δρέσδη και μια μονοήμερη επίσκεψη στη Λειψία, μας γέμισαν  με τόσες εικόνες, τόσες πληροφορίες, τόσες εντυπώσεις, που μας φαίνεται αδύνατο να τις συγκρατήσουμε. Δρόμοι, πλατείες, ποτάμια, εκκλησίες, κάστρα, μουσεία, βασιλιάδες, μνημεία, ιστορία, παρελθόν και παρόν στριφογυρίζουν στη σκέψη και την ανάμνησή μας.
Στο Βερολίνο είχα ξαναπάει πριν από 16 χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα δεν άλλαξε μόνο εκείνο, άλλαξα κι εγώ. Ένα τόπο δεν τον βλέπουμε πάντα με τον ίδιο τρόπο. Τον βλέπουμε μ’ όλα όσα κουβαλάμε μέσα μας, με όλες τις προσχηματισμένες εικόνες, μ’ όλα όσα έχουμε πλάσει με τη φαντασία μας γι’ αυτόν. Κι όλα αυτά αλλάζουν με το χρόνο.
Ωραία κτήρια κατά μήκος του ποταμού
Κι όμως πολλά πράγματα έχουν πράγματι αλλάξει και στο ίδιο το  Βερολίνο. Η επανένωση των δύο Γερμανιών ήταν πολύ πρόσφατη τότε, η Βουλή δεν είχε ακόμα μεταφερθεί από τη Βόννη στο Βερολίνο, ο πρωτότυπος γυάλινος θόλος του Reichstag, ένα ακόμη εμβληματικό σημείο του Βερολίνου σήμερα, δεν υπήρχε τότε (τέλειωσε το 1999), ο καινούριος κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός άνοιξε μόλις το 2006, το Εβραϊκό Μουσείο το 2001, ακόμα πιο πρόσφατα, μόλις το 2009, ξανάνοιξε το Νέο Μουσείο, που ανάμεσα σ’ άλλα στεγάζει κυπριακές συλλογές και την περίφημη προτομή της Νεφερτίτης. Με τίποτα δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω την πλατεία Potsdamer. Τον καιρό της διαίρεσης ήταν μια έρημη περιοχή στο σύνορο των δύο Γερμανιών. Μετά την επανένωση προβληματίστηκαν αρκετά τι θα έκαναν σ’ εκείνο το χώρο. Σήμερα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλατείες του Βερολίνου με τα τεράστια συγκροτήματα της Sony και της Chrysler, που το 1995 χτίζονταν ακόμη, με καφέ, κινηματογράφους, θέατρο, γκαλερί, εστιατόρια, καζίνο, καταστήματα.
Και οι άνθρωποι; Άλλαξαν καθόλου; Δεν ξέρω. Τέτοια τουριστικά ταξίδια όπως το δικό μας δεν σου δίνουν πολλά περιθώρια να συναναστραφείς με κόσμο, να ανταλλάξεις απόψεις, να γνωρίσεις πώς σκέφτονται. Άλλωστε ήδη μεγάλωσε μια καινούρια γενιά που δεν έχει ζήσει τη διαίρεση.
Σκαλωσιές και έργα μπροστά στο μουσείο της Περγάμου θολώνουν την εξωτερική εντυπωσιακή εικόνα που διατηρούσα στη μνήμη μου από την πρώτη μου επίσκεψη στο σπάνιας αξίας κι ομορφιάς αυτό μουσείο που, αν κάποιος έχει χρόνο μόνο για ένα μουσείο, πρέπει οπωσδήποτε να είναι αυτό. Μαθαίνουμε πως τα έργα ανακαίνισης στο Νησί των Μουσείων, όπου βρίσκεται το μουσείο της Περγάμου και άλλα τέσσερα ακόμα μουσεία, θα ολοκληρωθούν το 2015.
Η Καγκελαρία από τον Σπρέε
Βλέπω το μουσείο της Περγάμου για δεύτερη φορά κι όμως με το ίδιο ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το όνομά του το μουσείο το παίρνει από το κυριότερο έκθεμά του, που δεν είναι άλλο από τον τεράστιο βωμό των ελληνιστικών χρόνων. Βρέθηκε το 1880 στην Πέργαμο της Μ. Ασίας από Γερμανούς αρχαιολόγους οι οποίοι βεβαίως και το μετέφεραν στο Βερολίνο. Είναι ένα τεράστιο οικοδόμημα που καταλαμβάνει την πρώτη αίθουσα του μουσείου. Όσες φορές και να το δεις δεν θα πάψεις να εκπλήσσεσαι από την ομορφιά αυτού του μνημείου, τη λευκότητα του μαρμάρου, την κίνηση, τη ζωντάνια, την ένταση, το συναίσθημα που μπόρεσε ο καλλιτέχνης να αποδώσει στις εκατό περίπου ανάγλυφες μορφές που κοσμούν τη ζωφόρο του βωμού και που παριστάνουν τη γιγαντομαχία, τη μάχη των θεών και των γιγάντων. Τι διαφορά με έργα της εγγύς Ανατολής, τα λιοντάρια και την Πύλη της Ιστάρ από τη Βαβυλώνα που στεγάζονται στο ίδιο μουσείο!
Από τη ζωφόρο του βωμού
Ό, τι και να άλλαξε στο Βερολίνο, αυτό παραμένει πάντα μια πόλη μαγική, τυλιγμένη στην ανάμνηση του ιστορικού της παρελθόντος, στην ομορφιά των κτηρίων της, στην έντονη πολιτιστική ζωή, στον ισχυρό οικονομικό και πολιτικό της ρόλο. 
Τι μπορούμε να κάνουμε και να ζήσουμε μέσα σε τρεις μέρες απ’ αυτό το πλήθος των εμπειριών που μπορεί να σου προσφέρει αυτή η πόλη των τριάμισι εκατομμυρίων; Αρχίζουμε με μια πρωινή κρουαζιέρα στον Σπρέε, το ποτάμι που σαν ένα στριφογυριστό φίδι διασχίζει το Βερολίνο, για να ενωθεί με τον άλλο ποταμό, τον Χάβελ, και να τραβήξει βόρεια. Καραβάκια γεμάτα τουρίστες πηγαινοέρχονται. Περνάμε κάτω από γέφυρες, θαυμάζουμε τα όμορφα κτήρια που υψώνονται πλάι στις όχθες του ποταμού, ακούμε τις πληροφορίες του ξεναγού: να, εδώ ένα μουσείο, εκεί η Καγκελαρία, πιο πέρα ο Καθεδρικός Ναός κι άλλα κι άλλα, δύσκολο να τα συγκρατήσεις, μόλις προλαβαίνεις να τα καταγράψεις με το φωτογραφικό σου φακό. Κόσμος στις όχθες κάνει τον περίπατό του στα πάρκα ή κάθεται στις καφετέριες που απλώνονται πλάι στο ποτάμι, θέλοντας να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της παραλίας…

Ο καθεδρικός ναός (Dom)
Το Βερολίνο είναι από τις λίγες πόλεις που δεν έχουν κέντρο, γι’ αυτό και φαίνεται δαιδαλώδες και δύσκολο να το μάθει κανείς. Τι να θεωρήσουμε ως κέντρο; Την Αλεξάντερπλατς με τον πανύψηλο (369 μ.) Πύργο της Τηλεόρασης να τη σηματοδοτεί από μακριά, με το Δημαρχείο κι ένα καινούριο εμπορικό κέντρο, ή μήπως την πολύβουη, γεμάτη ζωή και κίνηση Ποτσντάμερπλατς ή άραγε την Μπέμπελπλατς, εκεί όπου οι Ναζί το Μάιο του 1943 μάζεψαν και έκαψαν πάνω από 20.000 βιβλία  Εβραίων, κομμουνιστών ή άλλων αντιφρονούντων; Εκεί, ανάμεσα σ’ άλλα, βρίσκεται σήμερα η κρατική όπερα.
Ποιος δρόμος να θεωρηθεί πιο κεντρικός και πιο ενδιαφέρων για ψώνια, η Φρίντριχστρασσε ή η Kurfustendam (και για συντομία Ku ‘Damm) με τα 3,5 χμ. μήκος της; Και οι δυο δρόμοι αποτελούν τη χαρά του περιπατητή, αυτού που θέλει να διασχίσει μακρούς δρόμους γεμάτους καταστήματα, καφετέριες, κλαμπ, θέατρα, γκαλερί, πλήθη που περιδιαβάζουν.

Μέρος του τείχους με γκράφιτι
Αν θέλαμε να ορίσουμε ως συμβολικό κέντρο το σημείο όπου συμβαίνουν τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα της πόλης, θα λέγαμε ότι είναι η Πύλη του Βρανδεμβούργου. Την έχω ξαναδεί, ξέρω τα σχετικά με την κατασκευή της (1788-1791), τα χαρακτηριστικά της, την ομοιότητα με τα Προπύλαια της Ακρόπολης, το τέθριππο άρμα στην κορυφή της. Απομακρύνομαι λίγο από τον ξεναγό που δίνει όλες τις σχετικές πληροφορίες. Φαντάζομαι την Πύλη φραγμένη και κλειστή για 28 χρόνια, όσο κράτησε η διαίρεση της πόλης. Βλέπω ύστερα εδώ, στον ίδιο χώρο, τα αλαλάζοντα από χαρά πλήθη τη νύχτα που έπεσε το Τείχος, έτσι όπως τα βλέπαμε στις τηλεοπτικές μας οθόνες τον Νοέμβριο του 1989. Και βλέπω τώρα τον κόσμο που απολαμβάνει στις γύρω καφετέριες την όμορφη, ηλιόλουστη μέρα, βλέπω το πλήθος ντόπιων και ξένων που ειρηνικά περιδιαβάζει ανέμελα στην περίφημη λεωφόρο Under den Linden που ξεκινάει απ’ εδώ κι η σκέψη περιπλανιέται  στα γυρίσματα της Ιστορίας. Κάτι που νομίζω συμβαίνει στο Βερολίνο περισσότερο από κάθε άλλη πόλη.
Η Πύλη του Βρανδεμβούργου
Λίγο πριν φτάσουμε στην Πύλη περνάμε μέσα από ένα μνημείο, το Μνημείο του Ολοκαυτώματος. Είναι ένας τεράστιος χώρος, που τον καταλαμβάνουν 2711 τσιμεντένια, ανισοϋψή κατασκευάσματα, χωρίς ονόματα, χωρίς επιγραφές, έργο του 2005, αφιερωμένο στην 60η επέτειο της πτώσης του ναζιστικού καθεστώτος.
Πού είναι τώρα οι παντοδύναμοι Ναζί; Πού είναι ο Χίτλερ; Πού είναι το μέρος όπου αυτοκτόνησε; Τίποτα. Δεν υπάρχει ίχνος. Όταν ρωτήσεις, σου δείχνουν αόριστα «κάπου εκεί». Δεν έχουν αφήσει τίποτα που να τον θυμίζει, ούτε τάφος υπάρχει, ούτε η σκόνη του πουθενά, για να ξεχαστεί, να σβήσει, αν είναι δυνατό, από τη μνήμη, να μη γίνει ο τάφος του τόπος προσκυνήματος.
Το μνημείο του ολοκαυτώματος
Και το τείχος; Πού βρισκόταν; Κτίστηκε κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα βράδυ, το βράδυ της 2ας προς την 3η Αυγούστου 1961 και γκρεμίστηκε μέσα σε πανηγυρισμούς στις 9 Νοεμβρίου 1989. Ελάχιστα κομμάτια σώζονται από το μήκους 160 χμ. τείχος. Και ασφαλώς δεν υπάρχει τουρίστας που δεν θα επισκεφθεί το κομμάτι που διατηρήθηκε ως δείγμα, καλυμμένο τώρα με ζωηρά γκράφιτι, ζωγραφισμένα από καλλιτέχνες που μαζεύτηκαν εδώ για να γιορτάσουν το άνοιγμα της πόλης.
Κόσμος περιδιαβάζει στην Under den Lynden
Μια  φίλη που είχε πρόσφατα επισκεφθεί το Βερολίνο, μου είπε: «Μην παραλείψεις να επισκεφθείς το Litteraturahouse. Θα ενθουσιαστείς». Με ένα άλλο φιλικό ζευγάρι ψάχνουμε τη διεύθυνση στο λαβυρινθώδη χάρτη του Βερολίνου. Το βρίσκουμε. Έξι τετράγωνα μετά το Κα Ντε Βε, το πολυκατάστημα-must για κάθε τουρίστα. Είναι, όπως και το όνομά του λέει, το σπίτι της λογοτεχνίας. Ένα ωραίο παλιό αρχοντικό του 1889, κέντρο λογοτεχνίας, εκθέσεων, συμποσίων, διαλέξεων, συζητήσεων.
Το "Σπίτι της λογοτεχνίας"
Πριν ακόμα μπούμε, συγκίνηση από μια αφίσα στο δρόμο. Όλα τα έργα του Πέτρου Μάρκαρη μεταφρασμένα στα Γερμανικά. Μέσα, δροσερός κήπος, συντροφιές κουβεντιάζουν ήσυχα. Χωρίς άλλο και για βιβλία. Μικρό, κομψό βιβλιοπωλείο στο ισόγειο του κτηρίου. Μια απόλαυση να βρίσκεσαι ανάμεσα σε βιβλία, πολλά από τα οποία αναγνωρίζω, έστω και με το γερμανικό τους τίτλο.
Μια άλλη ευτυχισμένη στιγμή ήταν το βραδινό κοντσέρτο με Μπραμς και Μότσαρτ που παρακολουθήσαμε στον Καθεδρικό Ναό, το Dom, όπως είναι γνωστός ο προτεσταντικός αυτός ναός και που, όπως λέγεται, κτίστηκε ως αντίβαρο του Αγίου Πέτρου της Ρώμης. Εξωτερικά τίποτα στον πανύψηλο θόλο και στους τέσσερις πύργους που τον περιβάλλουν δεν φαίνεται από τις τεράστιες ζημιές που υπέστη κατά τον πόλεμο.
Καθώς η μουσική μας ταξιδεύει με τη μαγική της μελωδία, κοιτάζω γύρω. Ο στίχος του Σεφέρη συνοδεύει τις σκέψεις μου: «Υπέρογκες αρχιτεκτονικές, σχεδόν σκηνικά…». Κίονες κορινθιακού ρυθμού, γρανιτένιες κολόνες, ανάγλυφες διακοσμήσεις, ωραία ψηφιδωτά στο θόλο, πολυχρωμία κι ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο, από τα μεγαλύτερα που έχουμε δει, βαρυφορτώνουν το εσωτερικό του μεγάλου ναού. Μου φαίνεται υπερβολικά φορτωμένος σε σύγκριση με τις δικές μας εκκλησιές, αλλά και σε σχέση με την απλότητα που συνηθίσαμε να βλέπουμε στους προτεσταντικούς ναούς.
Οι επισκέπτες του Βερολίνου σπάνια θα παραλείψουν και μια ολιγόωρη, έστω, επίσκεψη στο Πότσνταμ, αν και αξίζει πολύ περισσότερο. Σε απόσταση 30 χμ. από το Βερολίνο, πρωτεύουσα σήμερα του κρατιδίου του Βρανδεμβούργου με 130,000 κατοίκους, μέσα σ’ ένα καταπράσινο, ειδυλλιακό περιβάλλον, πλάι στον ποταμό Χάβελ, μπορεί να προσφέρει στον επισκέπτη όχι μόνο την ομορφιά του παρόντος του αλλά και μια ευκαιρία αναπόλησης του παρελθόντος. Η ιστορία του πάει πολύ πίσω, ήδη στις αρχές του 16ου αι. συναντάμε το κτίσιμο του πρώτου παλατιού, κι ο ένας μετά τον άλλο οι βασιλιάδες θα προσθέσουν τα δικά τους οικοδομήματα. Η χρυσή εποχή όμως του Πότσνταμ υπήρξε η περίοδος της βασιλείας του Φρειδερίκου II, του γνωστού ως Μεγάλου Φρειδερίκου που βασίλεψε για 46 ολόκληρα χρόνια (1740-1786). Η ιστορία της ζωής του μας συναρπάζει, είναι απ’ αυτές τις ιστορίες που έχοντας κάποιο κουτσομπολίστικο περιεχόμενο μας εντυπώνονται και τις θυμόμαστε πιο πολύ από άλλες. Βλέπουμε όμως τα έργα του. Πέρα από τους πολέμους που διεξήγαγε καθιστώντας την Πρωσία (τότε μέρος της Γερμανίας) μια μεγάλη δύναμη, με την αγάπη του για τις καλές τέχνες, το διάβασμα, ένας γνήσιος εκπρόσωπος της «φωτισμένης δεσποτείας» κατέστησε το Πότσνταμ, μια επιβλητική βασιλική πόλη, ένα έργο τέχνης.
Σαν Σουσί
Κορυφαίο ανάμεσα στα οικοδομήματα το Σανσουσί. Ένα παλάτι που ο Φρειδερίκος έκτισε ως θερινή κατοικία, για να ξεκουράζεται από τις έγνοιες και την ένταση της διακυβέρνησης και των πολέμων. Για να αποσύρεται, να ακούει μουσική, να διαβάζει. Ένα πραγματικό έργο τέχνης σε στυλ ροκοκό, με τις λεπτοδουλεμένες διακοσμήσεις. Δυστυχώς δεν το επισκεπτόμαστε, το βλέπουμε μόνο εξωτερικά, περπατάμε για λίγο μέσα στο τεράστιο πάρκο που το περιβάλλει και σταματάμε αναλογιζόμενοι την ιστορία του Πότσνταμ και του Φρειδερίκου μπροστά από τον τάφο του, όπου ζήτησε να τα ταφεί μαζί με τα σκυλιά του!
Ο τάφος του Μ. Φρειδερίκου
Δεν μπορούσαμε βέβαια να παραλείψουμε το Cecilienhof, εκεί όπου η Ιστορία άφησε βαθιά τα ίχνη της. Εκεί όπου από τις 17 Ιουλίου ως τις 2 Αυγούστου 1945 καθορίστηκε το μέλλον της ηττημένης πια, ναζιστικής Γερμανίας. Το λέμε παλάτι αλλά καθόλου δεν μοιάζει με τα άλλα παλάτια. Τελευταίο κτίσμα της αυτοκρατορικής Γερμανίας, κτίστηκε το 1913-1917 ως κατοικία του πρίγκιπα διαδόχου και της συζύγου του Σεσίλιας. Μοιάζει περισσότερο σαν μια μεγάλη, αγγλική εξοχική κατοικία, με πολύ ξύλο και θαυμάσιους κήπους. Μέρος του σήμερα είναι ξενοδοχείο. Όμως, τα ιστορικά δωμάτια στα οποία έμεναν οι τρεις αντιπροσωπίες και ο χώρος όπου λήφθηκαν αποφάσεις που καθόρισαν το μέλλον της Γερμανίας με πολύ ευρύτερες συνέπειες, τα τριγυρίζουμε για ώρα πολλή καθώς οι μέρες εκείνες ζωντανεύουν με την αφήγηση του ξεναγού μας. Ο Τρούμαν, ο Άτλη (που αντικατέστησε τον Τσόρτσιλ, ο οποίος συμμετείχε αρχικά αλλά έφυγε όταν έχασε τις εκλογές) και ο ισχυρός άντρας, ο Στάλιν, ενώ η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στα ερείπια και στο θάνατο, για δυο βδομάδες μέσα σ’ αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον, μοίραζαν μεταξύ τους τη Γερμανία και αποφάσιζαν για τις πολεμικές αποζημιώσεις. Τίποτα από τις αποφάσεις εκείνες δεν ισχύει σήμερα.
Το Σεσίλιενχοφ
Το ταξίδι όμως συνεχίζεται. Ένα ταξίδι που το έκανα, μια και είχα ξαναπάει στη Γερμανία, κυρίως για τη Δρέσδη. Εικόνες της που είχα δει, παλιά μπαρόκ κτήρια φωλιασμένα πλάι στο μεγάλο ποτάμι, τον Έλβα, να δημιουργούν την εντύπωση μιας πόλης καιρών περασμένων, η γνώση ότι όλα αυτά ήταν ξανακτισμένα μετά τον πόλεμο, ξυπνούσαν  μέσα μου την ακατανίκητη επιθυμία να επισκεφθώ αυτή την πόλη. Οι προσδοκίες μου δεν διαψεύστηκαν. Κι έτσι όπως την πρωταντικρίσαμε μέσα στη θολή ατμόσφαιρα μιας συννεφιάς κι ενός ψιλόβροχου φάνταζε ακόμα πιο παραμυθένια απ’ ό,τι την είχα φανταστεί.
Ωχ! Η πρώτη γουλιά της μπίρας. Τι απόλαυση!
Δρέσδη
Ίσως πρώτη φορά μια πόλη δεν μου προκάλεσε την επιθυμία να επισκεφθώ τα μουσεία της. Είναι η ίδια ένα ζωντανό μουσείο κι όχι άδικα την είπαν «Φλωρεντία του Έλβα». Το παλιό της κέντρο, με συγκεντρωμένα όλα τα αξιόλογα κτήριά της, μπορεί να το περιηγηθείς με τα πόδια μέσα σε 2-3 ώρες, ενώ κάθε τι που συναντάς σου αφηγείται κάτι από την ιστορία της πόλης.

Στις όχθες του Έλβα
Οι πρώτες αρχές της Δρέσδης, πρωτεύουσας σήμερα του κρατιδίου της Σαξονίας, πάνε πολύ πίσω, στο Μεσαίωνα. Όμως τη μεγάλη ακμή της, τα πιο σπουδαία κτήριά της, τις συλλογές έργων τέχνης, τα οφείλει σε δυο κυρίως βασιλιάδες, τον Φρειδερίκο Αύγουστο I, τον επονομαζόμενο Αύγουστο Ισχυρό, που το χρυσό έφιππο άγαλμά του δεσπόζει σ’ ένα σημείο της πόλης, και τον Φρειδερίκο II, τον 17ο και 18ο αι. Παλάτια, ειδικά το παλάτι Σβίγγερ, ένα από τα πιο ωραία μπαρόκ κτήρια της Γερμανίας, περίφημη πινακοθήκη και κέντρο πολιτιστικών εκδηλώσεων σήμερα, το εντυπωσιακό κτήριο της όπερας, βρίσκονται όλα γύρω από την καρδιά του ιστορικού κέντρου, τη Νόιμαρκτ.
Στην "ταράτσα της Ευρώπης" κάτω από ένα συννεφιασμένο ουρανό
Περπατάμε κατά μήκος του ποταμού στην υπερυψωμένη «Ταράτσα του Brul” (πανίσχυρου πρωθυπουργού του Φρειδερίκου Αυγούστου II) που ονομάστηκε και «μπαλκόνι της Ευρώπης», και δεν ξέρουμε τι να πρωτοθαυμάσουμε: τις γέφυρες, το ποτάμι, τα πλοία που πηγαινοέρχονται ή τα θαυμάσια κτήρια που εκτείνονται κατά μήκος του.
Το Σβίγκερ
Η Όπερα της Δρέσδης
Αργά το απόγευμα μπαίνουμε στη Frauenkirche (την εκκλησία της Παναγίας, θα λέγαμε), μια προτεσταντική εκκλησία που, αν δει κανείς τα ερείπια στα οποία την μετέτρεψαν οι βομβαρδισμοί της αγγλοαμερικανικής αεροπορίας μεταξύ 13-15 Φεβρουαρίου 1945 (αναίτια, μια και ο πόλεμος ήδη είχε κριθεί) είναι αδύνατο να φανταστεί πώς ξανάγινε αυτή η εκκλησία όπως τη βλέπουμε σήμερα και που μόλις το 2005 εγκαινιάστηκε.
Η Frauenkirche βομβαρδισμένη
Τα τρία βράδια της παραμονής μας στη Δρέσδη συνέπεσαν με το τριήμερο φεστιβάλ της πόλης που γίνεται το τρίτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου. Στις όμορφες στιγμές της μέρας προστέθηκαν οι απολαυστικές βραδιές με τον τεράστιο χώρο της Νόιμαρκτ να γεμίζει από περίπτερα, μουσικές, χορό, παιγνίδια και… ασφαλώς λουκάνικα και μπίρα!
Μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις  που μας έδωσε η Δρέσδη ήταν μια δίωρη κρουαζιέρα στον Έλβα. Ταξιδεύοντας αργά μ’ ένα ποταμόπλοιο διασχίζουμε ένα μέρος του μεγάλου αυτού ποταμού. Περνάμε κάτω από γέφυρες, ξαναβλέπουμε από μια άλλη πλευρά την όμορφη πόλη, απολαμβάνουμε τις καταπράσινες πλαγιές, τις μικρές πόλεις στις όχθες, ωραία σπίτια που κατεβαίνουν κάποτε ως το νερό. Και όπως μια φίλη σχολιάζει, καθώς μετά την κρουαζιέρα συνεχίζουμε νότια διασχίζοντας την αποκαλούμενη «ελβετική Σαξονία», «μπορεί στην Ανατολική Γερμανία να μην είχαν ελευθερία, μπορεί να στερούνταν υλικά πράγματα, είχαν όμως μια υπέροχη φύση». Σπάνιας ομορφιάς τοπίο, χιλιόμετρα μέσα από δάση, ενώ πανύψηλοι, βραχώδεις σχηματισμοί συνοδεύουν την πορεία μας.
Η Frauenkirche σήμερα
Το τεράστιο κάστρο Konigstein στο οποίο καταλήγουμε, ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη, δεν μπορώ να πω ότι μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση παρά το μέγεθός του, μια και έχουμε δει πληθώρα κάστρων σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Όμως η θέα από εκεί ψηλά, όπου ανεβαίνουμε με τελεφερίκ, σου κόβει την ανάσα. Άξιζε και μόνο γι’ αυτήν η επίσκεψή μας στο κάστρο.
Όμορφες, πανάκριβες πορσελάνες Μάισεν, στο εργοστάσιο λίγο έξω από τη Δρέσδη 

Απολαυστικό ήταν και το γεύμα στην περιοχή Bastei, στην κορυφή του βουνού, ενώ κάτω κυλάει το ποτάμι και οι παράξενοι σχηματισμοί των βράχων δημιουργούν ένα σχεδόν εξωγήινο τοπίο.

Το φεστιβάλ άρχισε
Λειψία
Όταν, στα φοιτητικά μου χρόνια διάβαζα σε βιβλία, αρχαίων κυρίως συγγραφέων, "Lipsiae" (τόπος  έκδοσης Λειψία), δεν ήξερα καν πού πέφτει αυτή η πόλη, ήταν κάτι πολύ μακρινό και αόριστο. Τα χρόνια πέρασαν, διάβασα, έμαθα, εμπειρίες ζωής την έφεραν πολύ πιο κοντά μας. Ανατολική Γερμανία, η εξέγερση για το γκρέμισμα του τείχους που άρχισε απ’ εδώ, πλείστες όσες αναφορές, οι εμπορικές εκθέσεις, οι εκθέσεις βιβλίου, ένα σύντομο πέρασμα σε προηγούμενο ταξίδι, η Λειψία δεν ήταν πια κάτι εντελώς άγνωστο και αόριστο.
Περίπατος στο κέντρο της Λειψίας
Όμως και πάλι, δυστυχώς, κι αυτή τη φορά ένα γοργό πέρασμα ήταν. Κυριακή. Τα πάντα κλειστά. Μονάχα την αύρα της νιώθουμε που μας περιβάλλει και η φαντασία ταξιδεύει. Ακόμα κι έτσι, όπως εξωτερικά βλέπουμε τα όμορφα, παλιά κτήρια της Λειψίας, το πρώτο χρηματιστήριο, το παλιό δημαρχείο, την όπερα, το πρώτο δημόσιο σχολείο (1568!), το πανεπιστήμιο, τη βιβλιοθήκη, ή καθώς διασχίζουμε τον κεντρικό της δρόμο, τη Grimmaische Strasse, με τις καφετέριες και τους μουσικούς του δρόμου, απολαμβάνουμε την παλιά πόλη και χαιρόμαστε αυτό το όμορφο, δροσερό, αυγουστιάτικο απόγευμα.
Ο Γκαίτε

Σκέφτομαι πόσο λείπει από μας αυτή η συνέχεια, το παλιό που έχει ζωή αιώνων. Η πολιτιστική μας ιστορία όπως εκφράζεται στα μνημεία του πολιτισμού μας, αν εξαιρέσουμε κάποιες εκκλησιές μας, σταματάει στην κλασική αρχαιότητα. Βυθίζεται σ’ ένα σκοτεινό μεσαίωνα και δεν ξέρω αν έχουμε κτήριο με ιστορία πέραν των 150 χρόνων. Είναι κι αυτό νομίζω κάτι που μας συγκινεί και προκαλεί το θαυμασμό μας σ’ αυτές τις παλιές ευρωπαϊκές πόλεις. Για παράδειγμα, στη Λειψία γευματίζουμε στο Auerbachs Keller, έναν υπέροχο υπόγειο χώρο μέσα σε μια πανέμορφη στοά, ένα χώρο που όπως μαθαίνουμε ήταν η αγαπημένη ταβέρνα του Γκαίτε όταν ως φοιτητής έτρωγε εδώ, ενώ την είσοδο στο εστιατόριο κοσμούν δυο μπρούντζινες ομάδες αγαλμάτων που παριστάνουν μορφές από τον Φάουστ.
Στο σπίτι του Σίλλερ
Η Λειψία ήταν και είναι η πόλη με την έντονη οικονομική, πολιτιστική, πνευματική ζωή. Πολύ παλιά εμπορικά προνόμια που της δόθηκαν ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια την κατέστησαν ένα ισχυρό  οικονομικό κέντρο. Διερωτώμαι αν η οικονομική ευμάρεια είναι  αποτέλεσμα της πνευματικής άνθησης ή προϋπόθεσή της. Πολύ παλιό Πανεπιστήμιο (1409), μια εξίσου παλιά πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη με εκατομμύρια τόμους βιβλία, με σπουδαστές όπως ο Λέσσιγκ και ο Γκαίτε, εκδοτικό κέντρο με δεκάδες εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία, η Λειψία συνεχίζει και σήμερα το διπλό της ρόλο ως οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο.
Ο Μπαχ μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Θωμά
Ο τάφος του Μπαχ
Αλλά κι ένας τρίτος ρόλος χαρακτηρίζει αυτή την όμορφη πόλη, ρόλος που δεν είναι άσχετος με τις δυο προηγούμενες ιδιότητές της. Είναι ο ρόλος της ως λίκνου ελευθερίας. Η πνευματική καλλιέργεια δεν μπορεί να συμβαδίζει με καταστάσεις ανελευθερίας. Τον Οκτώβρη του 1813 ο Ναπολέων ηττάται λίγο έξω από τη Λειψία, σ’ αυτή που ονομάστηκε Μάχη των Εθνών. Ένα τεράστιο μνημείο, ύψους 91 μ. στήθηκε εδώ το 1913, στην εκατοστή επέτειο της μάχης. Πολύ ογκώδες για να είναι κομψό, με σκούρο, γρανιτένιο χρώμα, δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη συγκίνηση και ασφαλώς κανείς δεν έχει τη διάθεση να ανέβει τα 500 σκαλοπάτια του για να απολαύσει τη θέα της Λειψίας!
Ωραίο σύμπλεγμα αγαλμάτων σε δρόμο της Λειψίας
Όμως, σε πολύ πιο κοντινούς μας καιρούς, η Λειψία συνδέθηκε με την αρχή του τέλους του διαχωρισμού της Γερμανίας. Στον πιο παλιό και πιο μεγάλο ναό της Λειψίας, τη Nikolaikirche, που η πρώτη αρχή της βρίσκεται στο 1165, άρχισαν το 1982 κάθε Δευτέρα εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις με προσευχές για την ειρήνη. Συγκεντρώσεις που βαθμιαία πήραν τη μορφή ειρηνικών διαδηλώσεων και κατέληξαν στις γνωστές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας,  που ξαπλώθηκαν σε όλη τη Γερμανία τερματίζοντας το διαχωρισμό.
Μια ακόμη εκκλησία μας σταμάτησε ώρα πολλή. Είναι η περίφημη Thomaskirche, η εκκλησία του Αγίου Θωμά. Εδώ, το 1539 ο Λούθηρος εισήγαγε τη μεταρρύθμιση στη Σαξονία, αλλά προπάντων η φήμη της εκκλησίας έγκειται στη σύνδεσή της με το όνομα του Μπαχ. Για 27 ολόκληρα χρόνια έψαλλε και έπαιζε το εκκλησιαστικό όργανο γοητεύοντας τους πιστούς με τη μουσική του. Από τη 200η επέτειο του θανάτου του, το 1950, φιλοξενείται εδώ ο τάφος του, σκεπασμένος πάντα με φρέσκα λουλούδια. Ένα cd με ένα από τα σημαντικότερα έργα του, «Τα κατά Ματθαίον Πάθη», αγορασμένο από το μικρό κατάστημα έξω από την εκκλησία, θα αποτελεί μια μόνιμη υπόμνηση εκείνου του όμορφου απογεύματος στη Λειψία.
Ξενάγηση κάτω από ψιλόβροχο
…………………………………………
Η «Πόλις», ευτυχώς, δεν μας είχε ακολουθήσει. Τη δική μας πόλη τη βρήκαμε εδώ να μας περιμένει με όλα τα δύσκολα και τα δεινά του καιρού και του τόπου μας. Την κάποια μελαγχολία μετριάζει η ανάμνηση του ωραίου ταξιδιού και η προσδοκία μιας καινούριας περιπλάνησης ανά τον κόσμο.

Σημ.Θερμές ευχαριστίες στο ταξιδιωτικό γραφείο Top Kinisis, που οργάνωσε το ωραίο αυτό ταξίδι.




Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2011

Omega minor

Εξαιρετικό, ανυπόφορο, ενδιαφέρον, ανιαρό, φλύαρο, υπέροχο, πορνογραφικό, ιστορικό, επιστημονικό, φιλοσοφικό, ρεαλιστικό, λυρικό...
Πώς είναι δυνατό ένα μυθιστόρημα να συγκεντρώνει όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς και άλλους ακόμη; Κι όμως τέτοιο βρήκα το ογκώδες (830 σελίδες) μυθιστόρημα του Βέλγου Πάουλ Βεράχεν "Omega minor" (Πόλις, 2011, μετ. Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά). Αξιοθαύμαστος και ο συγγραφέας και η μεταφράστρια και ο εκδοτικός οίκος.
Θα προσπαθήσω να δώσω μια ιδέα μόνο του έργου αυτού, γιατί είναι αδύνατο οποιαδήποτε κριτική ή παρουσίαση να το αποδώσει χωρίς να το αδικήσει. Ομολογώ ότι στις πρώτες σελίδες ήθελα να το εγκαταλείψω, δεν είναι και ο πιο ενδιαφέρων τρόπος αυτός με τον οποίο αρχίζει. Όμως πεισματικά προχώρησα θέλοντας να του δώσω μια ευκαιρία. Και από κει και πέρα δεν μπορούσα να το αφήσω.
Δυο είναι οι βασικοί μυθιστορηματικοί ήρωες που τους βρίσκουμε να συναντώνται στο Βερολίνο το 1995. Ένας νέος Βέλγος φυσικός, ο Πάουλ Άντερμανς επεμβαίνει όταν μερικοί σκίνχετς (νεοναζί) επιτίθενται σε κάποιο ξένο με αποτέλεσμα ο Πάουλ να βρεθεί στο νοσοκομείο, όπου και γνωρίζει τον ηλικιωμένο Εβραίο Ντε Χέιρ, που βρισκόταν εκεί μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Ο Ντε Χέιρ ζητά από τον Πάουλ να καταγράψει τη ζωή του, την οποία και αφηγείται. Ο Ντε Χέιρ είχε ζήσει έντονα όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, την άνοδο του ναζισμού, τον πόλεμο, τους διωγμούς των Εβραίων, το Άουσβιτς, την ήττα της Γερμανίας, τη δημιουργία των δύο Γερμανιών, την ανέγερση του τείχους, το γκρέμισμά του.
Η αφήγηση του ντε Χέιρ διακόπτεται από πλήθος άλλα γεγονότα που άλλοτε οδηγούν στο παρελθόν και άλλοτε διαδραματίζονται στο παρόν. Εκτενώς αναφέρεται ο Βεράχεν στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, όταν δεκάδες επιστήμονες  κλεισμένοι στο Λος Άλαμος μυστικά αγωνίζονταν για την κατασκευή της. Ωραία η ατμόσφαιρα των πειραμάτων και οι χαρακτηρισμοί των φυσικών, "...αυτοί οι πιο αγνοί όλων των επιστημόνων, αυτοί οι χοντρέμποροι μοντέλων και εξισώσεων, αυτοί οι έμποροι υποθετικών φιλοσοφιών, αυτoί οι δεξιοτέχνες σε βεβαιότητες που εξ ορισμού είναι αβέβαιες..."
Δυσνόητες, για μένα τουλάχιστον, πολλές από τις επιστημονικές ορολογίες από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος: Omega minor, δηλ. ω μικρό, το τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Διάβασα και ξαναδιάβασα τα σημεία όπου γίνεται αναφορά στο ω, αλλά πάλι δυσκολεύομαι να το κατανοήσω πλήρως. "Αυτή η παράμετρος λέγεται Ω-η γνωστή αλλιώς κοσμολογική σταθερά. Ο Αϊνστάιν την πρωτοπαρουσίασε αλλά αργότερα την απέρριψε ως τη μεγαλύτερη ανοησία που είχε προφέρει ποτέ. Έκανε λάθος: Η παράμετρος Ω υπάρχει, και αυτή η παράμετρος είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα που υπάρχει. Η παράμετρος Ω καθορίζει τι θα συμβεί  στο σύμπαν, τι θα συμβεί σ' εμάς".
Το παρελθόν εκείνο συνδέεται με το παρόν λόγω ενός επιστήμονα, του Γκόλντφαρμπ, που συμμετείχε τότε στην κατασκευή της βόμβας και τώρα, με τη βοήθεια μιας νεαρής φυσικού, της Ντονατέλλα, την οποία ο Άντερμανς συναντά και με την οποία σχετίζεται, καταπιάνεται με νέα πειράματα που αφορούν το μέλλον του σύμπαντος και που θα δώσουν ένα απρόσμενο τέλος στο βιβλίο.
Όμως παράλληλα η ιστορία του Ντε Χέιρ συνεχίζεται. Καταδιωκόμενος, εντάχθηκε σε μια αντιστασιακή οργάνωση, έγινε βοηθός ταχυδακτυλουργού, συνελήφθη, οδηγήθηκε στο Άουσβιτς, επέζησε, ελευθερώθηκε. Αλλά μια μεγάλη ανατροπή σχετικά με τη ζωή και την προσωπικότητα του σκοτεινού αυτού προσώπου περιμένει τον αναγνώστη.
Τα φανταστικά, μυθιστορηματικά πρόσωπα πλαισιώνουν πλήθος ιστορικά. Ο ίδιος ο Χίτλερ πρώτα-πρώτα. Η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του, η περιγραφή των τελευταίων του στιγμών μέσα στο καταφύγιο είναι συναρπαστική και σαφής η προσπάθεια του συγγραφέα να ερμηνεύσει την επιρροή του. "Τι είδαν τα εκατομμύρια που τον υποστήριξαν; Έναν μετεωρίτη που εμφανίστηκε στον ουρανό από το πουθενά μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους. Ήταν η εκπλήρωση μιας μυστηριώδους επιθυμίας. Ένα θαύμα θείας φώτισης και πίστης σε έναν κόσμο γεμάτο σκεπτικισμό και απελπισία. Ήταν λες και όλος ο κόσμος περίμενε έναν Σωτήρα που θα τους έσωζε από τον διεφθαρμένο, δυστυχισμένο ντουνιά και τα ντέρτια του". Ο στενός συνεργάτης του Χίτλερ, ο Χίμλερ, ο γιατρός Μέγκελε και τα ανατριχιαστικά πειράματά του, ο Σπέερ, πρωτεργάτης του κτισίματος του τείχους, ο Έριχ Χόνεκερ είναι μερικά μόνο από τα πρόσωπα που ζωντανεύουν στο βιβλίο του Βεράχεν.
Το σεξ κατέχει επίσης κυρίαρχη θέση. Όμως και γι' αυτό υπάρχει εξήγηση. "Ίσως εξηγείται αν λάβεις υπόψη τις υπόλοιπες σωματικές ανάγκες. Το σώμα αντιμετωπίζει ένα σωρό απογοητεύσεις. Θέλεις να φας, αλλά δεν υπάρχει αρκετό φαγητό, θέλεις να κοιμηθείς, αλλά ακόμα και τις σπάνιες νύχτες χωρίς βομβαρδισμούς δεν κοιμάσαι αρκετά βαθιά, από τον φόβο και τον θόρυβο που κάνουν οι αρουραίοι. Θέλεις να ξαπλώσεις στην αγκαλιά του αγαπημένου ή της αγαπημένης σου, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για πραγματική αγάπη, μόνο για μια παρωδία αγάπης, εκφρασμένη με πράξεις χυδαίες. Όλα αυτά τα ερωτικά παιγνίδια εκφράζουν απλά την ανάγκη για ένα καταφύγιο".
Ο Βεράχεν ξεπερνά πολύ τα όρια της απλής αφήγησης. Το βιβλίο του βρίθει λογοτεχνικών αναφορών, σκέψεων και προβληματισμών. Για το Άουσβιτς, την Αμερική και τους Αμερικανούς, το Βερολίνο, τον Χίτλερ, την ατομικότητα σε σχέση με την Ιστορία, την επιστήμη, τις ενοχές των Γερμανών, την ελευθερία βουλήσεως. Σελίδες και παράγραφοι που τις υπογραμμίζεις, που θέλεις να επανέλθεις, να τις συζητήσεις με τον εαυτό σου ή με άλλους.
Με πολλή δυσκολία επιλέγω κάποια αποσπάσματα.
-Το Βερολίνο είναι μια πυρά. Το Βερολίνο είναι μια υπερβολική δόση Ιστορίας. Το Βερολίνο είναι ένα παλίμψηστο. Είναι μια πόλη που γνωρίζει καλά το θάνατο του Θ*ού.
-Τι θα πει ο κόσμος μετά τον πόλεμο; Δεν ήμασσταν εμείς αυτοί οι σκοτεινοί Σπαρτιάτες, ήταν άλλοι που μεταμφιέςστηκαν για να μας μοιάσουν; Ή θα πει:δεν το ξέραμε; Μας παραπλάνησαν; Ποντίκια ήμασταν και ακολουθήσαμε απλά τον αυλητή; Ακολουθήσαμε τον αρχηγό, αυτό ήταν το μόνο μας έγκλημα, και μαζικά ριχτήκαμε, χαρούμενοι και πρόθυμοι, πλην εντελώς αθώοι, από τον τελευταίο βράχο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πιστεύω ότι κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ότι υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ μιας πράξης που επετράπη και μιας επιτρεπτής πράξης.
-Η Ιστορία-και αυτή είναι η μόνη αλήθεια σ' ότι αφορά την Ιστορία- η Ιστορία είναι το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν.

Παρασκευή, Αυγούστου 26, 2011

Νέμεσις

Είχα γράψει σε μια προηγούμενη ανάρτηση ότι ο Φίλιπ Ροθ εξακολουθεί να είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ακόμα και στα όχι και τόσο επιτυχημένα έργα του και ότι δεν θα πάψω να τον παρακολουθώ σε κάθε καινούριο βιβλίο του.
Όμως το τελευταίο του, το "Νέμεσις" (Πόλις, 2011, μετ. Κατερίνα Σχινά) με απογοήτευσε τόσο που ίσως αναιρέσω την προηγούμενη δήλωσή μου. Το βρήκα πολύ φτωχό, ισχνό περιεχόμενο, κυρίως επίπεδο, χωρίς ανατροπές που να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μοιάζει σαν γραμμική αφήγηση αναμνήσεων από το καλοκαίρι του 1944, μια καταγραφή των συνεπειών της επιδημίας πολιομυελίτιδας που είχε ξεσπάσει τότε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσι.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπάκυ Κάντορ, καθηγητής Φυσικής Αγωγής, αθλητής του ακοντισμού αλλά και των καταδύσεων, που εκείνο το καλοκαίρι, λίγο πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εργάζεται στο υπαίθριο αθλητικό κέντρο της περιοχής του. Από φτωχή οικογένεια, Εβραίος βεβαίως, μεγαλωμένος από τους παππούδες του, είχε απαλλαγεί από τη στράτευση λόγω κακής όρασης.
Τα χαρακτηριστικά της πολιομυελίτιδας, η πορεία, οι συνέπειές της, παράλυση ή και θάνατος, περιγράφονται καθώς η αρρώστια προσβάλλει πολλούς από τους μαθητές του. Ενώ η επιδημία εξαπλώνεται όλο και περισσότερο, η αγαπημένη του Κάντορ, η Μάρσια, που αυτό το καλοκαίρι εργαζόταν σε μια ορεινή θερινή κατασκήνωση, τον καλεί επίμονα εκεί, όπου χρειάζονται αντικαταστάτη. Ο Κάντορ, παρ' όλα τα διλήμματά του, την ακολουθεί. Η κατάληξη της ιστορίας είναι που δίνει κάποιο ενδιαφέρον, ιστορία την οποία, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, αφηγείται ένας παλιός μαθητής του Κάντορ, που είχε κι εκείνος προσβληθεί από την αρρώστια.
Υπάρχει στο βιβλίο μια απόπειρα προβληματισμού, μια κοινότοπη συζήτηση περί Θεού ή περί του αν η τύχη ή οι επιλογές μας καθορίζουν τη ζωή μας, όμως είναι ένας πολύ επιφανειακός προβληματισμός ("γιατί ο Θεός δημιούργησε την πολιομυελίτιδα" κ.λπ.)
Πασίγνωστος, βραβευμένος, πέρσι μάλιστα με το Man Booker International, συγγραφέας με σημαντικά έργα στο ενεργητικό του, ο Φίλιπ Ροθ φαίνεται να στηρίζεται πια μόνο στο όνομά του.

Κυριακή, Αυγούστου 14, 2011

"Δεύτερος πλους" (Ταξιδεύοντας στην Αμερική)

Ο Πλάτωνας πραγματοποίησε το «δεύτερον πλουν» στη Σικελία, ονειρευόμενος να συστήσει την ιδανική Πολιτεία. Τι άραγε αναζητούσα εγώ  πραγματοποιώντας αυτό το δεύτερο ταξίδι στην Αμερικανική Ήπειρο, τρία χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη; Είναι άραγε η απεραντοσύνη, το άκρως αντίθετο του μικρού μας νησιού αυτό που με ελκύει; Είναι η φύση; Είναι η ζωντάνια και το σφρίγος ενός νέου έθνους που δεν κουβαλάει στους ώμους του το βάρος της δικής μας ιστορίας; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί έχουν μάθει να πειθαρχούν; Είναι μήπως για την οργάνωση που βλέπεις παντού και τόσο μας λείπει; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί διακρίνονται από μια ανοιχτοσύνη, μια ευπροσηγορία που δύσκολα συναντάς ακόμη και στον τόπο σου; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αυτός ο Νέος Κόσμος με τραβάει ακαταμάχητα.
Τριγυρίζοντας στη Νέα Υόρκη
Δεύτερο λοιπόν ταξίδι, αυτή τη φορά στη Δυτική Ακτή. Λος Άντζελες, Σαν Φρανσίσκο, Λας Βέγκας και οπωσδήποτε ξανά η Νέα Υόρκη. Γράφω για τον εαυτό μου πιο πολύ. Γράφω για να κρατήσω στη μνήμη όσα είδα κι όσα σκέφτηκα στις δυο βδομάδες της επίσκεψής μου. Ένα ταξιδιωτικό κείμενο πληροφοριακού και τουριστικού μάλλον χαρακτήρα, θα ‘λεγα ανάλογο με το χαρακτήρα που είχε και το ταξίδι μου.
Γράφω, ενώ φτάνουν ως εδώ οι φωνές και τα συνθήματα των «αγανακτισμένων» συμπολιτών μου, που δεν αντέχουν τα ολέθρια λάθη αυτών που μας κυβερνούν, τη μια τραγωδία που προστίθεται στην άλλη, τα μνημεία των νεκρών και των ηρώων που ακόμα λίγο δεν θα ‘χουμε πού να τα στήσουμε.
Ποια μοίρα μας έταξε να γεννηθούμε σ’ αυτό το βασανισμένο τόπο; Οι δυο βδομάδες στην Αμερική ήταν ένα διάλειμμα από τη δυστυχία που βιώνουμε σ’ αυτό το δύσμοιρο νησί. Εκεί όπου άνθρωποι που μαζεύτηκαν από κάθε γωνιά της γης, μαύροι και λευκοί και κίτρινοι δημιούργησαν ένα κράτος, ζουν με ισότητα (κερδισμένη έστω με αγώνες πολλούς), υπακούοντας αυστηρά στους ίδιους νόμους που διέπουν κάθε στιγμή της ζωής τους. Συχνά αναρωτήθηκα. Πώς εκπαιδεύεται ένας λαός στην υπακοή στο νόμο; Κι όχι μόνο στο νόμο, αλλά και στην πειθαρχία, σε κανόνες που η παράβασή τους δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και ποινή; Να είναι άραγε η εκπαίδευση από την τρυφερή τους ηλικία; Να είναι η αυστηρότητα της επιβολής του που δεν γνωρίζει εξαιρέσεις; Ό, τι κι αν είναι, ζηλεύω αυτή την πειθαρχία που δεν μας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα.
Δεν υπάρχει έγκλημα στην Αμερική; Ασφαλώς και υπάρχει, δεν είναι μια κοινωνία αγγέλων. Δεν υπάρχουν νεκροί από τους πολέμους; Χιλιάδες. Μα η καθημερινότητά τους δεν διέπεται από ένα εθνικό πρόβλημα όπως αυτό που διαποτίζει κάθε στιγμή και κάθε εκδήλωση της ζωής μας εδώ σ’ αυτό το νησί, αιώνες τώρα. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν μονοπωλούν τις καθημερινές συζητήσεις, δεν συναντάς σε κάθε βήμα μνημεία πεσόντων και ηρώων. Ακόμα και τη μεγαλύτερη συμφορά που τους έπληξε τα τελευταία χρόνια, την επίθεση της 11ης  Σεπτεμβρίου και την κατάρρευση των δίδυμων Πύργων δεν την έκαναν μνημείο πεσόντων. Στη θέση των δυο Πύργων ένας άλλος Πύργος 104 ορόφων κτίζεται τώρα. Η ζωή και η δημιουργία ως απάντηση στην καταστροφή και το θάνατο.
Στη θέση των Δίδυμων Πύργων ένας άλλος Πύργος υψώνεται
Μόνο λίγο πιο πέρα, μια εκκλησία που έμεινε άθικτη, η εκκλησία του Αγίου Παύλου, συγκεντρώνει τις θύμισες των τραγικών ωρών. Σημειώματα με ευχαριστίες και δεήσεις, αφιερώματα, φωτογραφίες αγνοουμένων. Σ’ αυτό το χώρο μαζεύονταν οι εθελοντές, εδώ πρόσφεραν τις πρώτες ώρες βοήθεια και ανακούφιση στους πληγέντες.
Η περιπλάνησή μας όμως δεν ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Αρχίσαμε από το Λος Άντζελες, την «Πόλη των Αγγέλων». Ταυτισμένη με την κινηματογραφική βιομηχανία κι όμως, όταν τη γνωρίσει κανείς από κοντά είναι κάτι πολύ περισσότερο από το Χόλλυγουντ, το Μπέβερλι Χιλς και τα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Είναι μια πόλη με ονομαστά πανεπιστήμια, με πολιτιστική ζωή, με ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο κτίριο, το Disney Concert Hall και απέναντι το Music Center, με καθαρούς δρόμους, ωραία σπίτια, καταπράσινες λεωφόρους, την καταπληκτική παραλία της Σάντα Μόνικα (οι τηλεορασόφιλοι ενθουσιάζονται όταν βλέπουν το χώρο που γυρίζεται το Baywatch!) και λίγο έξω από την πόλη δυο εξαιρετικά πολιτιστικά κέντρα, δημιουργήματα και τα δυο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Το πρώτο είναι το ίδρυμα Πωλ Γκετύ, του γνωστού μεγιστάνα των πετρελαίων. Ψηλά στο λόφο, που η ανάβασή του χαρίζει μια μοναδική θέα, δεσπόζει το κατάλευκο, πρωτότυπο κτίριο. Γκαλερί, μουσείο, ερευνητικό κέντρο, περιστοιχισμένα από κήπους που λειτουργούν ως υπαίθριο μουσείο και που δυστυχώς, εκτός από τη γκαλερί, δεν είχαμε το χρόνο να τους περιηγηθούμε.
Το Disney Concert Hall στο Λος Άντζελες


Στο δεύτερο κέντρο μπορέσαμε ευτυχώς να διαθέσουμε περισσότερο χρόνο. Ένας άλλος μεγιστάνας του πλούτου, των σιδηροδρόμων αυτή τη φορά, ο Henry Huntigton, λάτρης των βιβλίων, των έργων τέχνης και των κήπων, συγκέντρωσε τα αντικείμενα τους πάθους και της αγάπης του σ’ αυτό τον τεράστιο, 207 στρεμμάτων χώρο, που κάθε χρόνο δέχεται περίπου 500,000 επισκέπτες. Βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, που λειτουργεί ως ερευνητικό κέντρο, με 6 εκατομμύρια αντικείμενα (πολύ λίγα από αυτά εκτίθενται για το κοινό), καταπληκτικά έργα τέχνης που γεμίζουν τις αίθουσες της γκαλερί και που ήταν αρχικά η κατοικία του Huntigton, απέραντοι κήποι συνθέτουν το καταπληκτικό αυτό μέρος, όπου άνετα μπορεί κάποιος να διαθέσει ολόκληρη μέρα. Πόσο θα ‘θελα να μέναμε λίγο περισσότερο στο χώρο της έκθεσης των βιβλίων, όπου βιαστικά μπόρεσα να σημειώσω τη φράση: «Tis the good reader that makes the good book»!
            Απολαμβάνοντας τους κήπους Huntigkton
Βεβαίως δεν μπορούμε να παραλείψουμε τα περίφημα Γιουνιβέρσαλ Στούντιο. Η αποθέωση της ψευδαίσθησης. Αυτοκίνητα που καίγονται και μένουν άθικτα, χείμαρροι που πλημυρίζουν το δρόμο και αμέσως εξαφανίζονται, τεχνητή βροχή που ξεκινά και σταματά με το πάτημα ενός κουμπιού, δεινόσαυροι που ορμούν να σε φάνε και σε κάνουν άθελά σου να εκβάλλεις κραυγές τρόμου, τα σαγόνια του καρχαρία που δεν είναι παρά ένα πλαστικό κατασκεύασμα και ο ωκεανός μια μικρή λίμνη, σπίτια που είναι μόνο πρόσοψη και το πίσω μέρος ένα κενό. Όμως το μοτέλ στο οποίο διαδραματίζεται το «Ψυχώ» και πίσω απ’ αυτό το σπίτι της μητέρας του ανεπανάληπτου Άντονι Πέρκινς είναι σκηνικά που έχουν διατηρηθεί όπως τότε που γυρίστηκε η περίφημη ταινία και όχι χωρίς συγκίνηση τα φωτογραφίζουμε.
Το μοτέλ, σκηνικό του "Ψυχώ"
Καθαρότεροι δρόμοι, αριστοκρατικές μπουτίκ, μονοκατοικίες κρυμμένες μέσα σε κήπους συνθέτουν το Beverly Hills, τη συνοικία αυτή του Λος Άντζελες που, ομολογώ, την είχα φανταστεί πιο αρχοντική. Τα σπίτια είναι μάλλον μικρά, το δε σπιτάκι όπου μας λένε ότι ο Κένεντι συναντούσε τη Μονρόε (ιστορίες των ξεναγών!), μας φαίνεται φτωχικό κατάλυμα.  Προσπερνάμε τη συνοικία καθώς πορευόμαστε προς το Χόλυγουντ, τη Μέκκα του κινηματογράφου.
Στο Beverly Hills
Σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι διασχίζουμε τα πλήθη που πλημμυρίζουν τη λεγόμενη «Λεωφόρο της Δόξας» ή «Λεωφόρο των Αστέρων». Εκεί όπου όσοι έχουν διακριθεί στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, τη μουσική ή το ραδιόφωνο έχουν το δικό τους αστέρι τυπωμένο στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι, τι δόξα μπορεί να είναι να πατούν το όνομά σου χιλιάδες άτομα καθημερινά! Οπωσδήποτε είναι ένα αξιοθέατο που πρέπει ο τουρίστας να δει και να απαθανατίσει φωτογραφίζοντάς το. Στον ίδιο δρόμο το Codak Theatre, όπου από το 2002 δίνονται τα βραβεία Όσκαρ. Ξεναγούμαστε και μαθαίνουμε όλα τα σχετικά με το κινηματογραφικό αυτό βραβείο που απασχολεί κάθε χρόνο τους κινηματογραφόφιλους όλου του κόσμου. Σκέφτομαι πως η Αμερική δεν έχει ιστορία. Καινούριο έθνος, δεν έχει να αφηγηθεί για ένδοξους προγόνους ούτε να δείξει μνημεία αιώνων. Κι όμως κατορθώνει να δημιουργήσει ιστορία από το τίποτε, να προσελκύσει τουρίστες και να τους επιδείξει πότε ένα θεσμό όπως αυτό των Όσκαρ, πότε την ιστορία ενός μεγιστάνα του πλούτου που έκανε κάτι για τον τόπο του και πότε να αξιοποιήσει τουριστικά ένα φυσικό φαινόμενο όπως αυτό του Grand Canyon, που παρ’ όλο ότι είναι ένα έργο της φύσης πρέπει να πληρώσεις για να μπορέσεις να το δεις!

Τα πλήθη συνωστίζονται στο Χόλλυγουντ
Το αστέρι του Άντονι Πέρκινς
Αποχωρίζομαι χωρίς λύπη το Λος Άντζελες. Μας περιμένει το Σαν Φρανσίσκο.

If you are going to San Francisco
be sure you wear some flowers in your hair…
there’s a whole generation
with a new explanation…
Παρ’ όλη την προτροπή του ωραίου, παλιού τραγουδιού, που υπήρξε κάτι σαν εθνικός ύμνος των «παιδιών των λουλουδιών» το 1967, προσεγγίζουμε τη μυθική πόλη χωρίς λουλούδια στα μαλλιά. Θα μπορούσαμε πράγματι ν’ ανήκουμε σ’ εκείνη τη γενιά με τα καινούρια οράματα, αλλά ήμαστε τότε πολύ μακριά, άλλα προβλήματα αντιμετώπιζε ο πάντα βασανισμένος μας τόπος, το ίντερνετ δεν είχε εφευρεθεί κι η τηλεόραση δεν έπαιζε το ρόλο που έχει σήμερα. Όμως ο απόηχος του κινήματος εκείνου σίγουρα έφτασε ως εμάς και τώρα μάταια αναζητούμε στη Haight Street, που υπήρξε το επίκεντρο του κινήματος των χίπις, ίχνη εκείνης της εποχής. Δεν συναντήσαμε «παιδιά των λουλουδιών». Τι να απέγιναν άραγε οι επαναστατημένοι νέοι της δεκαετίας του ’60; Θα ‘ναι τώρα εξηντάρηδες κι εβδομηντάρηδες. Να έγιναν άραγε σοβαροί οικογενειάρχες, στελέχη επιχειρήσεων; Θυμούνται άραγε την τρελή νιότη τους που συντάραξε τον κόσμο; Τώρα καταφεύγουν εδώ τουρίστες σαν εμάς που θέλουν να δουν από πού ξεκίνησε το επαναστατικό, πρωτοποριακό κίνημα, άλλοι που θέλουν ν’ αγοράσουν μεταχειρισμένα ρούχα, να κάνουν τατουάζ ή, ποιος ξέρει, για να θυμηθούν τα νιάτα τους.
Στη γειτονιά των χίπις
Έχουμε φτάσει στο Σαν Φρανσίσκο οδικώς από το Λος Άντζελες μετά από μια περίπου δεκάωρη διαδρομή, που όμως η θέα των ακτών του Ειρηνικού, της Σάντα Μόνικα με τα εξοχικά των διασήμων, του Μάλιμπου, της Σάντα Μπάρμπαρα, των αφρισμένων κυμάτων, των γλάρων και των σέρφερς που μας συνόδευε, την έκανε ιδιαίτερα ευχάριστη και καθόλου κουραστική.
Σάντα Μπάρμπαρα
Σαν Φρανσίσκο. Το πρωτοαντικρίζουμε αργά το απόγευμα «τυλιγμένο στα δροσερά παραπετάσματα της ωκεάνιας  άχνας», της ομίχλης που ανεβαίνει από τον ωκεανό και του χαρίζει μέσα στον Ιούλιο όχι απλώς δροσιά αλλά ψύχρα, που δεν είναι ανεκτή από τα λεπτά καλοκαιρινά μας ρούχα. Κάτι που έκανε κάποτε τον Μαρκ Τουαίν να πει: «ο ψυχρότερος χειμώνας που έζησα ήταν ο Ιούλιος στο Σαν Φρανσίσκο»!
Άποψη του Σαν Φρανσίσκο από το Twin peaks
Πουθενά αλλού ένας δρόμος δεν έγινε αξιοθέατο, όπως η Lombard Street (ο στριφογυριστός δρόμος)
Σαν Φρανσίσκο. Μια από τις ωραιότερες πόλεις που έχουμε δει. Πλάι στη θάλασσα, ανεβοκατεβαίνοντας πάνω σε πλήθος λόφους, μια πόλη ανθρώπινη με πληθυσμό που δεν ξεπερνάει το εκατομμύριο, συνδυάζει ό,τι ο καθένας θα μπορούσε να ζητήσει από την πόλη του: ωραίο φυσικό περιβάλλον, υλικό και πνευματικό πολιτισμό και μια ανεκτικότητα που επιτρέπει την αρμονική συμβίωση ανθρώπων ποικίλης καταγωγής. Αυτή η ανεκτικότητα είναι πιθανόν και η αιτία που το Σαν Φρανσίσκο θεωρείται η πρωτεύουσα των γκέι και που αποτελούν (σύμφωνα με την ξεναγό) το 20% του πληθυσμού. Έχουν τη δική τους συνοικία στην είσοδο της οποίας κυματίζει η σημαία τους με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πιστεύω, αυτή η ανεκτικότητα κι η ελευθερία είναι που συνέβαλε και στη δημιουργία του κινήματος των χίπις αλλά και του επαναστατικού, αντισυμβατικού λογοτεχνικού κινήματος της beat generation. (Κρίμα, δεν μπόρεσα να επισκεφθώ τη γκαλερί όπου ο Γκίσμπεργκ διάβασε το περίφημο «Ουρλιαχτό», καθιερώνοντας το νέο κίνημα. Κανείς από τους συνταξιδιώτες δεν ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει τέτοια παράξενα γούστα). Ακόμα και η ύπαρξη 8.000 αστέγων στο Σαν Φρανσίσκο, που τους βλέπουμε να κοιμούνται σε παγκάκια και πάρκα, είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της ελευθερίας να επιλέγουν αυτό τον τρόπο ζωής αντί να κλείνονται σε ιδρύματα.
Τα χαρακτηριστικά cable cars, απαραίτητα για την κυκλοφορία στις ανηφοριές του Σαν Φρανσίσκο

Εδώ, στο Σαν Φρανσίσκο υπάρχει η μοναδική, πιστεύω, σ’ όλο τον κόσμο εκκλησία, ο Ναός της Χάριτος, που δεν ανήκει σε κανένα δόγμα, αλλά αποτελεί «έναν οίκο προσευχής για όλους τους ανθρώπους». Εντυπωσιακή η κύρια είσοδος του ναού, ένα ακριβές αντίγραφο της «Πόρτας του Παραδείσου» του Γκιμπέρτι, που κοσμεί το Βαπτιστήριο του Ντουόμο στη Φλωρεντία. Πρέπει να ‘χεις πολλή ώρα για να περπατήσεις το Λαβύρινθο που βρίσκεται στο κέντρο της εκκλησίας με σκοπό, καθώς με προσεκτικά βήματα τον ακολουθείς, να συγκεντρώνεσαι, να διαλογίζεσαι, να ηρεμείς. Ένα μικρό παρεκκλήσι μέσα στο ναό, ολοκληρώθηκε το 2000, αφιερώθηκε στη μνήμη των 20.000 που πέθαναν από aids και σ’ αυτό μπορεί κανείς να δει σύμβολα όλων των θρησκειών.
Ξενάγηση στο εσωτερικό του Δημαρχείου
Όπου κι αν πήγαμε στο Σαν Φρανσίσκο, ό,τι κι αν μας έλεγαν οι ξεναγοί, πάντα κάπου ξεπρόβαλλε η ανάμνηση του μεγάλου σεισμού. Λες και σφράγισε την ιστορία της πόλης και πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο. Ήταν ο σεισμός της 18ης Απριλίου 1906, μια από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές που συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τρεις χιλιάδες θύματα και μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε, προπάντων από την πυρκαγιά που ακολούθησε. Έτσι, πάρα πολλά οικοδομήματα είναι δημιούργημα του 20ου αι., όπως αυτά γύρω από το Civic Center. Εντυπωσιακό το Δημαρχείο, με θόλο ψηλότερο απ’ αυτόν του Καπιτωλίου, η μοντέρνα αίθουσα της Συμφωνικής Ορχήστρας, το πιο παραδοσιακό κτίριο της Όπερας, η Δημόσια Βιβλιοθήκη, το κτήριο των Παλαιμάχων, εδώ όπου το 1945 από αντιπροσώπους πενήντα κρατών υπογράφτηκε ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, το κτήριο του μπαλέτου, το μουσείο ασιατικής τέχνης, κρατικά κτήρια κ.λπ. Κρατάω στη μνήμη αυτό που μας είπε ο ευγενικός ξεναγός: «Ονομάσαμε το συγκρότημα των πολιτιστικών αυτών μνημείων War Memorial Center. Θελήσαμε αντί ένα μνημείο για τους νεκρούς του πολέμου να κάνουμε στη μνήμη τους ένα μνημείο ζωής». Αναπόφευκτη πάλι η σύγκριση με τα δικά μας.
War Memorial Opera House
Κάθε γωνιά του Σαν Φρανσίσκο κρύβει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανεβαίνεις στις Δίδυμες Κορυφές (Twin Peaks) και δεν θέλεις ν’ αποχωριστείς την υπέροχη θέα. Απολαμβάνεις υπέροχο ψάρι σ’ ένα από τα πολλά εστιατόρια στην κοσμοβριθή «Προκυμαία του ψαρά» (Fisherman’s Wharf), ενώ απέναντί σου αντικρίζεις, τόσο κοντά, το νησί με τις περίφημες φυλακές του Αλκατράζ, καταργημένες τώρα βέβαια. Πόσο πιο βαρύς θα φαινόταν στους φυλακισμένους ο εγκλεισμός τους, βλέποντας τόσο κοντά τα φώτα της ελευθερίας!
Ασφαλώς δεν μπορείς να παραλείψεις την πασίγνωστη, περίφημη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης, σύμβολο του Σαν Φραγκίσκο. Τη διασχίζουμε πηγαίνοντας σ’ ένα πανέμορφο, εξοχικό, παραθαλάσσιο προάστιο, το Σαουσαλίτο, με τα εστιατόρια, τα μαγαζάκια, τα τουριστικά σουβενίρ.
Διαχίζοντας τη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης
Η Chinatown είναι η μεγαλύτερη κινεζική συνοικία εκτός Κίνας. Μόλις περάσεις την είσοδο, μια πύλη με δυο δράκοντες, μαγαζάκια, επιγραφές, φαγητά, μυρωδιές σε μεταφέρουν στην ίδια την Κίνα.

Πάρκο Άλαμο. Παλιά Βικτωριανά σπίτια και στο βάθος η καινούρια πόλη
Κρίμα. Πρέπει να εγκαταλείψουμε το Σαν Φρανσίσκο. Όμως, τραγουδώντας μαζί με τη ξεναγό, το εννοούμε:
I left my heart in San Francisco
High on a hill, it calls me
To be where little cable cars
Climb halfway to the stars
The morning fog may chill the air,
I left my heart in San Francisco

Τι αντίθεση η άφιξή μας στον πασίγνωστο παγκόσμιο ναό των καζίνο και των τυχερών παιγνιδιών! «Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ» ή «Η αμαρτωλή πόλη», το Λας Βέγκας, έρχεται να προσθέσει τη δική του ψευδαίσθηση σ’ αυτή που ζήσαμε στα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Ένας φαντασμαγορικός, εξωπραγματικός κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος φως, διασκέδαση, θεάματα, τυχερά παιγνίδια. Ξενοδοχεία που το καθένα είναι μια ολόκληρη πόλη και που το καθένα έχει το δικό του θεματικό άξονα. Το Caesar’s αναπαριστά (αρκετά χοντροκομμένα, ομολογώ) την αρχαία Ρώμη, το Paris έχει τα χαρακτηριστικά του Παρισιού με τον Πύργο του Άιφελ να δεσπόζει στην πρόσοψη, μπροστά από το Λούξορ υψώνεται μια υπερμεγέθης πυραμίδα, το Bellagio διακρίνεται για το λεπτό γούστο, την πλημμυρίδα των λουλουδιών, τους απέραντους κομψούς διαδρόμους που περπατάς και θαυμάζεις χωρίς κανείς να σου πει τίποτα. Ολόκληρη η πλατεία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, με τις γόνδολες να διασχίζουν το κανάλι και τα πλήθη να κάθονται στα καφέ ή να βολτάρουν, αποτελεί πόλο έλξης στο ξενοδοχείο Venezia. Πού χρόνος όμως να περιηγηθείς τα 1701 καζίνο! Χρόνος όμως για να δοκιμάσεις έστω για λίγο την τύχη σου στη ρουλέτα ή σε κάποιο μηχανάκι οπωσδήποτε θα βρεθεί.
Το Ceasar's
Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στο Λας Βέγκας διασχίζοντας ένα μέρος της ερήμου της Νεβάδα όπου βρίσκεται η πόλη και ένα μεγάλο μέρος της ερήμου της Αριζόνα, φτάνουμε στο Grand Canyon. Για ώρες περνάμε τοπία εντελώς έρημα, διανθισμένα μόνο με τους χαρακτηριστικούς κάκτους που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις ταινίες γουέστερν. Το θέαμα του μεγαλοπρεπούς αυτού έργου της φύσης, του μήκους 446 χμ. σχηματισμένου από τον ποταμό Κολοράντο φαραγγιού, μας αποζημιώνει. «Μεγάλο φαράγγι: ανοιχτή αυλαία στα σπλάχνα της γης. Σχήματα κυκλικά με κυματισμούς στις γραμμές τους. Πύργοι εφαπτόμενοι. Τρούλοι. Κώνοι. Χρώμα αλλού αιμάτινο σαν βόδι σφαγμένο, αλλού πράσινο, μαύρο ή σταχτί, βράχοι κομμένοι κάθετα με μαχαίρι», περιγράφει ο Βασίλης Βασιλικός το φανταστικό θέαμα στη «Μυθολογία της Αμερικής». Υπολείμματα Ινδιάνων μας υποδέχονται εκεί όπου θα βγάλουμε τα εισιτήρια. Μεταφερόμαστε σε διάφορα σημεία του φαραγγιού, ενώ βέβαια η καλύτερη θέα είναι από αέρος με ελικόπτερα ή μικρά αεροπλάνα, πράγμα που εμείς λόγω χρόνου, κόστους ή… φόβου δεν αποτολμούμε.
Άποψη του Grand Canyon
Στην επιστροφή, μέσα στην έρημο, σταματάμε για το γεύμα σ’ ένα ράντζο. Φτιαχτό βέβαια κι αυτό, όμως τα άλογα, ο καουμπόι με το πιστόλι και το λάσο, το όλο σκηνικό, ο μουσικός με την κιθάρα και την country music μοιάζουν όλα βγαλμένα από κινηματογραφική ταινία μ’ εμάς να παίζουμε το ρόλο των κομπάρσων.
Ο cow boy μας δείχνει πώς ρίχνει το λάσο
Μια στάση στο φράγμα Hoover είναι επίσης απαραίτητη. Έργο του ανθρώπου αυτό, αλλά όχι λιγότερο αξιοθαύμαστο. Κατασκευασμένο από το 1931-1936 είναι ένα τεράστιο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που οι γεννήτριές του παρέχουν ενέργεια σε τρεις πολιτείες: Νεβάδα, Αριζόνα και Καλιφόρνια. Έχει χαρακτηριστεί ως «εθνικό ιστορικό αξιοθέατο» και χιλιάδες άνθρωποι το επισκέπτονται κάθε χρόνο.
Το εντυπωσιακό Φράγμα Hoover
Είμαστε ήδη «βαρυστομαχιασμένοι» από θεάματα, ακούσματα, έργα της φύσης και του ανθρώπου, όταν φτάνουμε στη Νέα Υόρκη. Οι πιο πολλοί έχουμε ξανάρθει. Κι όμως έχει τόσα ακόμα που δεν είδαμε και θα τ’ αναζητήσουμε σε τούτο το ταξίδι κι άλλα που θέλουμε να ξαναζήσουμε.
Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον απέναντι από το Χρηματιστήριο της Wall Street
Τριγυρίζουμε στην πόλη, τόσο εύκολο να μάθεις το κέντρο της, το Μανχάταν, τόσο απλό να το περπατήσεις. Λεωφόροι και δρόμοι, τεμνόμενοι κάθετα και οριζόντια σε οδηγούν αλάνθαστα στον προορισμό σου. Όσες φορές κι αν τα ‘χεις ξαναδεί, πάντα απολαμβάνεις μια μίνι κρουαζιέρα στο λιμάνι της Ν. Υόρκης. Η γραμμή των ουρανοξυστών στον ορίζοντα, το γεμάτο αναμνήσεις των μεταναστών Ellis Island, το Άγαλμα της Ελευθερίας, καθιερωμένο, πασίγνωστο σύμβολο της Αμερικής, οι γέφυρες (αχ, αυτή η γέφυρα του Μπρούκλιν), συνθέτουν μια πανέμορφη εικόνα.
Στο Central Park, μνήμη του δολοφονημένου λίγο πιο πέρα Τζον Λένον
Η αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων
Τι να προλάβεις να δεις και τι να μπορέσεις να κάνεις σε τέσσερις μέρες σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα; Η επιλογή είναι αναγκαστική. Ακόμα κι αν το’ χουμε ξαναδεί, το Metrpolitan Museum of Art, που περιλαμβάνει πάνω από 2 εκατομμύρια έργα τέχνης και που καλύπτουν 5.000 χρόνια πολιτισμού, δεν μπορεί να παραλειφθεί. Τρέχοντας και ασθμαίνοντας διασχίζουμε αίθουσες και διαδρόμους, ανεβοκατεβαίνουμε ορόφους χωρίς να προλαβαίνουμε να ρίξουμε ούτε μια ματιά στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που συναντάμε, αναζητώντας με μια εγωιστική εθνική υπερηφάνεια τις αίθουσες όπου εκτίθενται οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Κύπρου. Είμαστε, αλήθεια, τόσο σοβινιστές, ώστε όχι μόνο στο μουσείο αλλά και στο Μέγαρο των Ηνωμένων Εθνών ν’ αναζητούμε στην Αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων την καρέκλα με την επιγραφή «Κύπρος»; Ίσως να ‘πρεπε να προσγειωθούμε κάπως (κι εμείς και οι πολιτικοί μας) βλέποντας την έκπληξη του νεαρού που μας ξεναγούσε στους διάφορους χώρους αυτού του «ναού της υποκρισίας», όπως προσφυώς τον ονόμασε μια φίλη, όταν του είπαμε πόσο πληθυσμό έχει η Κύπρος!
Στην είσοδο του Μεγάρου των Ηνωμένων Εθνών
"In God we trust”, γράφουν επάνω τα δολάρια. Ποιο θεό άραγε εννοούν; Τον Θεό όπως τον ξέρουμε, για τον οποίο πλήθος εκκλησίες γεμίζουν τη Νέα Υόρκη ή τον θεό του χρήματος που έξω απ’ το ναό του, στη Wall street, συνωστίζονται πλήθη τουριστών;
Πολυτελή ξενοδοχεία, απέραντα πολυκαταστήματα που δεν κλείνουν ποτέ, φωτοχυσία και κοσμοπλημμύρα στο Broadway, μια κοσμοβριθής μέρα και νύχτα Times Square, θεάματα και παραστάσεις που κρατάνε χρόνια (κάποιοι από μας απόλαυσαν το Chicago, άλλοι το Mama mia), τα πιο προηγμένα είδη τεχνολογίας, το θορυβώδες Rokefeller Center, το ήρεμο Central Park, τι να πρωτοδεί κανείς και τι να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα;
Στο Metrpolitan Museum
Έχοντας επισκεφθεί ξανά αυτή τη ξελογιάστρα πόλη, εκμεταλλεύομαι περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο για να την περπατήσω, να φάω ένα μεσημέρι στο Rokefeller Center, να πιω ένα ποτό στο μπαρ του παλιού, αριστοκρατικού ξενοδοχείου Walndorf Astoria ή να δω από το ύψος του 44ου ορόφου του Marriot Hotel τη νυχτερινή Νέα Υόρκη.
Λαϊκή αγορά στη Madison Avenue
Στα πολυκαταστήματα είναι μια απόλαυση να τριγυρίζεις έστω κι αν δεν έχεις υπ’ όψιν να αγοράσεις κάτι. Κι όσο περίεργο κι αν φανεί, μια λαϊκή αγορά στημένη Κυριακή πρωί στη Madison Avenue είναι μια ευχάριστη, απροσδόκητη έκπληξη.
Κρουαζιέρα. Στο βάθος το Άγαλμα της Ελευθερίας.
Είναι, αλήθεια, τόσο γοητευτική η Νέα Υόρκη ή μήπως η ξεγνοιασιά των διακοπών και η ελευθερία του τουρίστα την κάνει να φαίνεται τόσο ελκυστική; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα αποτολμούσα και «τρίτο πλουν».


Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2011

Αθώο αίμα

Αν και σχετικά πρόσφατη έκδοση στα Ελληνικά (Καστανιώτης, 2009, μετ. Τούλα Τόλια), είναι αρκετά παλιό έργο (1980) της γνωστής αγγλίδας συγγραφέως Π. Ντ. Τζέιμς, γι' αυτό ίσως και χωρίς τον Νταγκλίς, το  συμπαθητικό, μόνιμο ντετέκτιβ των αστυνομικών της μυθιστορημάτων.
Τα σταθερά, κύρια γνωρίσματα της γραφής της γηραιάς αυτής κυρίας (γεν. 1920), θεωρούμενης άξιας διαδόχου της Άγκαθα Κρίστι, τα έχω αναφέρει σε άλλες δυο παρουσιάσεις έργων της, στο "Θάνατος σε ιδιωτική κλινική" και "Ο φάρος". Αριστοτέχνις της λεπτομερούς περιγραφής, τόσο που κάποτε καταντά κουραστική, όμως η ενδιαφέρουσα πλοκή, η ψυχολογική διείσδυση, οι στέρεοι χαρακτήρες καθιστούν τα έργα της μια αναγνωστική απόλαυση, για όσους βεβαίως αγαπούν το λογοτεχνικό αυτό είδος.
Στο "Αθώο αίμα" θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρωταγωνιστής είναι το Λονδίνο. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, οι γραμμές του υπογείου, οι σταθμοί του τρένου, διαδραματίζουν κυροιαρχικό ρόλο. Για όποιον ξέρει έστω και λίγο τη βρετανική πρωτεύουσα είναι σαν να ταξιδεύει ξανά εκεί. Με τη φαντασία του ακολουθεί τους ήρωες του βιβλίου στο Σεντ Τζέιμς Παρκ, στο Βικτώρια Στέισιον, στο Τσάριγκ Κρος, στο Όξφορντ Σίρκους, στο Έτζγουερ Ρόουντ και σε πλήθος άλλα γωνστά μέρη του Λονδίνου.
Όταν η ιστορία αρχίζει ένας βιασμός και ένας φόνος έχουν ήδη γίνει και ο αναγνώστης ξέρει από την αρχή ποιος τα έχει διαπράξει. Το ενδιαφέρον σ' αυτό το μυθιστόρημα δεν έγκειται στην ανακάλυψη του δολοφόνου. Έγκειται στην αναζήτηση ταυτότητας μιας υιοθετημένης κοπέλας και στην αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα του θύματος να εκδικηθεί το βιασμό και το θάνατο της μικρής του κόρης. Πιο συγκεκριμένα. Η Φίλιππα Πάλφρεϋ, υιοθετημένη από ένα ευκατάστατο ζευγάρι (ο πατέρας είναι καθηγητής Πανεπιστημίου), επωφελούμενη από ένα νόμο που επέτρεπε σε κάθε υιοθετημένο, όταν ενηλικιωθεί, να αναζητήσει τους φυσικούς του γονείς, μαθαίνει ότι οι πραγματικοί της γονείς είχαν καταδικαστεί για το βιασμό και το φόνο ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού, ότι ο πατέρας της έχει πεθάνει, αλλά ότι η μητέρα της, έχοντας περάσει δέκα χρόνια στη φυλακή, πρόκειται σύντομα να αποφυλακιστεί. Αποφασίζει όχι μόνο να τη γνωρίσει αλλά και να ζήσει για λίγο μαζί της μετά την αποφυλάκισή της, για δυο περίπου μήνες, ωσότου πάει στο Κέιμπριτζ, όπου την έχουν δεχτεί με υποτροφία.
Παράλληλα μια άλλη ιστορία εξελίσσεται. Ο πατέρας του δολοφονημένου κοριτσιού, ο Νόρμαν Σκέις, έχει τάξει σκοπό της ζωής του να σκοτώσει τη δολοφόνο του παιδιού του, μόλις αυτή αποφυλακιστεί. Τι θα γίνει; Πώς θα καταλήξουν αφενός η συγκατοίκηση μάνας και κόρης και αφετέρου ο στόχος της εκδίκησης; Πολλές ανατροπές περιμένουν τον αναγνώστη.
Η Π. Ντ. Τζέιμς, εκτός από το Λονδίνο που δεσπόζει στην αφήγησή της, κάνει έξοχες και λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, σκύβει με αγάπη και συμπάθεια πάνω σ' όλους τους χαρακτήρες, ενώ δεν λείπουν και οι λογοτεχνικές αναφορές.
Ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που δεν εξαντλείται στην αστυνομική ιστορία, αλλά παρέσει κίνητρα για σκέψη και προβληματισμό σε πλήθος θέματα.

Σημ. Οι φίλοι επισκέπτες του blog (όσοι δεν λείπουν για διακοπές) θα έχουν προσέξει τη μακρά απουσία των αναρτήσεών μου. Αιτία, ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Αμερική. Γι' αυτό όμως χρειάζεται κάποιος χρόνος για να τιθασευτούν και να ταξινομηθούν οι σκέψεις και εντυπώσεις. Ανάρτησή τους προσεχώς.

Σάββατο, Ιουλίου 16, 2011

Στο τέλος της γης

Είναι περίεργο και παράδοξο πώς λειτουργεί η μνήμη, πώς επιλέγει τι θα κρατήσει και τι θα απορρίψει, πώς συνδέει και πώς ανακαλεί  φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα.
 Πολλά βιβλία έχουν συνδεθεί άρρηκτα με συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μου, αν και δεν σχετίζονταν μ' αυτές, παρά μόνο ως προς τη χρονική συγκυρία της ανάγνωσής τους. Για παράδειγμα, θυμάμαι ότι διάβαζα "Το Μαγικό Βουνό" καθισμένη για ώρες σ' ένα παλιό μπαλκόνι αντικρίζοντας τη θάλασσα, κι αυτή η εικόνα έρχεται πάντα στη σκέψη κάθε φορά που θυμάμαι το συγκεκριμένο βιβλίο. Όταν γίνεται λόγος για "Τα σταφύλια της οργής" ξαναθυμάμαι τη γέννηση του πρώτου μου παιδιού, γιατί αυτό το βιβλίο διάβαζα όταν άρχισαν οι πόνοι (και βεβαίως ποτέ δεν τέλειωσα, ίσως είναι καιρός να το κάνω). Πλάι στο κρεβάτι του βαριά άρρωστου συζύγου μου θυμάμαι ότι διάβαζα την ιστορία του Εδουάρδου και της Γουόλις Σίμσον (δεν θυμάμαι τον τίτλο, δεν βρίσκω το βιβλίο, ίσως να ξέμεινε στο δωμάτιο του νοσοκομείου του Λονδίνου).
Και τώρα, τώρα πώς θα μπορέσω να ξαναπάρω στα χέρια μου, ή να δω ή ν' ακούσω για το μυθιστόρημα του Ισραηλινού Νταβίντ Γκρόσμαν χωρίς να αναπολήσω το μαύρο πρωινό της 11ης Ιουλίου, όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του τόπου μας; Οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου στριφογυρίζουν από κείνο το πρωινό αδιάκοπα στη σκέψη μου:
"...Κύπρος εσύ, παραφόρτωσες την καρδιά μου μ' ερείπια και με άτακτα ριγμένους νεκρούς..."
Κι όταν τα ερείπια και οι νεκροί είναι σε καιρό πολέμου, κάπως μπορεί να γίνουν αποδεκτά. Αλλά όταν συμβαίνουν σε καιρό ειρήνης, όταν οφείλονται στην ανευθυνότητα, στη βλακεία, στις λανθασμένες πολιτικές εμμονές, τότε αγανακτείς, επαναστατείς, δεν μπορείς να δεχτείς το ασύλληπτο γεγονός. Νέοι άνθρωποι κομματιασμένοι, νεκροί, πάνω από τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια χαμένη, τεράστια οικονομική και οικολογική καταστροφή. Οι τηλεοπτικές μας οθόνες μέρες τώρα γεμίζουν από κηδείες, από θρήνο, από το μαύρο του πένθους και τους αχρείαστους τσακωμούς των πολιτικών.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα συνέχισα να διαβάζω το "Στο τέλος της γης" (Καστανιώτης 2011, μετ. Λουίζα Μιζάν). Ίσως γιατί ταίριαζε τόσο πολύ με ό, τι συνέβαινε γύρω μου. Ένα βιβλίο 752 σελίδων χωρίς ουσιαστικά υπόθεση, εννοώ χωρίς δράση, με κεντρικό πρόσωπο μια μάνα που ο γιος της, έχοντας τελειώσει την τρίχρονη στρατιωτική του θητεία, ξαναπάει να συμμετάσχει εθελοντικά σε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. Πρόκειται για "τον πόλεμο των έξι ημερών", όπως έγινε γνωστή εκείνη η φάση του ισραηλινού πολέμου με την Αίγυπτο.
Η μάνα είναι η Όρα. Ο σύζυγός της, που την έχει εγκαταλείψει, και ο μεγαλύτερος γιος της τριγυρίζουν κάπου στη Νότιο Αμερική. Η Όρα, όταν ο μικρότερος γιος της, ο Όφερ, πάει να υπηρετήσει ξανά, δεν μπορεί να ησυχάσει. Αγωνιά, φοβάται, τρέμει στην πιθανότητα να της ανακοινώσουν το θάνατο του γιου της. Και τότε μια ιδέα αστράφτει μέσα της: "...αυτή η πόρτα όμως θα παραμείνει κλειστή και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα και την άλλη βδομάδα και τις άλλες δυο βδομάδες, και τα μαντάτα δεν θα παραδοθούν, γιατί για να παραδοθούν μαντάτα χρειάζονται πάντα δύο, σκέφτηκε η Όρα, ένας που τα δίνει κι ένας που τα λαμβάνει, κι αυτά τα μαντάτα δεν θα υπάρχει κανένας να τα λάβει, και γι' αυτό δεν θα παραδοθούν, κι αυτή η σκέψη άστραψε ξαφνικά με μια λάμψη που όλο και δυνάμωνε από τη μια στιγμή στην άλλη πετώντας σπίθες σαν βελόνες σε μια έξαλλη χαρά, αφού το σπίτι είναι ήδη κλειστό και ασφαλισμένο πίσω της".
Και φεύγει. Μ' ένα εκδρομικό σακίδιο και μ' ένα δεύτερο που θα δώσει στον Άβραμ, παλιό φίλο και εραστή της, τριγυρίζει για μέρες στη χώρα. Κουβεντιάζει, σκέφτεται, κάποτε γράφει. Μέσα από τη σκέψη προσπαθεί να ξαναζήσει όλη τη ζωή του γιου της και να τον κρατήσει έτσι ζωντανό. Όλο το βιβλίο είναι αυτή η περιπλάνηση, η σκέψη και η ανάπλαση της ζωής της, με κέντρο πάντα τον Όφερ.
Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται πολύ χρόνο και πολλή υπομονή για να το τελειώσει κανείς. Ο Γκρόσμαν γράφει όπως θα κεντούσε ένα λεπτοδουλεμένο κέντημα. Είναι απίστευτες οι λεπτομέρειες με τις οποίες περιγράφει αναμνήσεις, σκηνές από τη ζωή του παιδιού της, χωρίς να γίνονται κουραστικές για τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, η περιγραφή της μέρας που ο Όφερ έκανε τα πρώτα του βήματα κρατάει πέντε σελίδες (!) γεμάτες από λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις.
Το "Στο τέλος της γης" δεν είναι ένα βιβλίο που περιγράφεται. Είναι ένα βιβλίο που νιώθεται. Βαθύτατα αντιπολεμικό, ανατρέπει την εικόνα που συνήθως έχουμε για τους σκληρούς, τιμωρούς Ισρηλινούς που με προθυμία πάνε στον πόλεμο. Είναι η ανθρώπινη πλευρά της μάνας, της κάθε μάνας που αγωνιά για τη ζωή του παιδιού της.
Εν τέλει γίνεται ένα βιβλίο τραγικό καθώς, ενώ ο Γκρόσμαν το έγραφε, ο μικρότερος γιος του σκοτώθηκε. Γράφει σ' ένα σύντομο επίλογο: "Στις 12 Αυγούστου 2006, τις τελευταίες ώρες του Δεύτερου Πολέμου στο Λίβανο, ο Ούρι σκοτώθηκε στο νότιο Λίβανο (...) Με τη λήξη του επταήμερου πένθους στο σπίτι, επέστρεψα στο βιβλίο. Το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη γραφτεί. Αυτό που άλλαξε, πάνω απ' όλα, ήταν ο απόηχος της πραγματικότητας μέσα στον οποίο γράφτηκε η τελική εκδοχή του".


Πέμπτη, Ιουλίου 07, 2011

Ίχνη ρήγματος

Το "Ίχνη ρήγματος" της Nancy Huston (Άγρα, 2008, μετ. Ειρήνη Τσολακέλλη) είναι μια ιστορία τεσσάρων γενεών, αφηγημένη από εξάχρονα παιδιά, ένα από κάθε γενιά. Η αφήγηση γίνεται σε παροντικό χρόνο, ένα παρόν διαφορετικό για κάθε παιδί,  που πάει αντίστροφα στο χρόνο.
Αφηγητής στο πρώτο κεφάλαιο είναι ο Σολ, ένα ιδιοφυές, χαρισματικό παιδί του 2004. Το δεύτερο κεφάλαιο καλύπτει η αφήγηση του Ράνταλ, πατέρα του Σολ, τοποθετημένη το 1982, όταν ο Ράνταλ ήταν έξι χρόνων. Η τρίτη στη συνέχεια αφήγηση είναι της Σέιντυ, μητέρας του Ράνταλ, όταν εκείνη το 1962 ήταν έξι χρόνων και, τέλος, οπισθοδρομώντας φτάνουμε στο 1944-45, όταν η προγιαγιά, η Κριστίνα, ήταν στην ίδια ηλικία.
Υπάρχει ομολογουμένως μια πρωτοτυπία στην ανάδρομη αυτή αφήγηση. Η περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη διεγείρεται για το παρελθόν των προσώπων που στο πρώτο κεφάλαιο εμφανίζονται ενήλικες ή υπερήλικες. Προπάντων γιατί αφήνονται υπονοούμενα για οικογενειακά μυστικά που θα αποκαλυφθούν στο τέλος.
Η παιδική ηλικία κάθε γενιάς έχει ασφαλώς κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και πλήθος διαφορές, οφειλόμενες στο διαφορετικό χρονικό, τοπικό ή οικογενειακό περιβάλλον. Το παιδί του 2004 δεν είναι όμοιο  με το παιδί του 1944, όπως και η προσωπική μας εμπειρία διδάσκει. Κι αυτό κατορθώνει να το αποδώσει με επιτυχία η συγγραφέας.
Μέσα από τις τέσσερις αφηγήσεις περνάνε τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν μισό αιώνα ζωής. Ο Σολ του 2004 παίζει με τους υπολογιστές, θυμάται την 11η Σεπτεμβρίου, ζει τον πόλεμο του Ιράκ. Ο Ράνταλ του 1982 παίζει με Playmobil  και lego κι όταν η οικογένεια μετακομίζει για ένα χρόνο στο Ισραήλ, εικόνες από την εκεί ζωή και τον πόλεμο Ισραηλινών-Αράβων προστίθενται στην αφήγηση. Οι δραστηριότητες ενός εξάχρονου κοριτσιού του 1962 και σημαντικά γεγονότα της εποχής μας δίνονται μέσα από την αφήγηση της Σέιντυ: "(Ο παππούς) ανοίγει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει το βραδινό δελτίο ειδήσεων. Μαθαίνουμε (...) ότι το τείχος του Βερολίνου αποπερατώθηκε και ότι ο πρόεδρος Κέννεντυ θέλει να τιμωρήσει την Κούβα επειδή αιχμαλώτισε όλα τα γουρούνια που έστειλε πέρυσι εκεί. Ξεσπούν διαρκώς διαμάχες, σχεδόν παντού στον κόσμο, δεν μπορώ να τις καταλάβω, αλλά κάθε φορά που είναι εδώ η μαμά πυροδοτούν έναν καβγά, για παράδειγμα εκείνη αγανακτεί που η Αμερική ξοδεύει μια περιουσία για να στείλει πυραύλους στο διάστημα, ενώ εκατομμύρια πολίτες της είναι φτωχοί και άνεργοι και μαύροι, θα είχα την τάση να συμφωνήσω μαζί της, αλλά οι γονείς της διαφωνούν και τη ρωτούν μήπως κατά τύχη έχει σκοπό να γίνει μια τιποτένια κομμουνίστρια".
Το βιβλίο κλείνει με την τέταρτη αφήγηση, της Έρρα (ή Κλαρύσα ή Κριστίνα) που μας μεταφέρει στις σκοτεινές μέρες του πολέμου στη Γερμανία και σε μια μαύρη σελίδα των Ναζί, όχι και τόσο γνωστή, αυτή του προγράμματος "γερμανοποίησης" ξένων παιδιών, αρπαγμένων από την Πολωνία, την Ουκρανία και αλλού.
Ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Η συγγραφέας βλέπει τα πράγματα μέσα από την αθώα ματιά εξάχρονων παιδιών, διατυπώνοντας με φαινομενική αφέλεια βαθείς προβληματισμούς είτε αυτοί αφορούν τις σχέσεις γονιών-παιδιών, είτε τη θρησκεία, τη γλώσσα ή τον πόλεμο. Γράφει: "Στην προσευχή ο παππούς ζητάει από το Θεό να προστατεύει τον πατέρα και τον Λόταρ από τον εχθρό και αυτό με ενοχλεί, διότι σίγουρα υπάρχουν οικογένειες στη Ρωσία οι οποίες του ζητούν να προστατεύσει τους δικούς τους άνδρες από τον εχθρό, μόνο που όταν λένε εχθρό, αναφέρονται σε μας, και στην εκκλησία όταν ο ιερέας λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε για τον Χίτλερ, σκέφτομαι τους ανθρώπους στις ρώσικες εκκλησίες οι οποίοι προσεύχονται για το δικό τους Ηγέτη και μπορώ να φανταστώ το δυστυχή Θεό, εκεί ψηλά στα σύννεφα, να πιάνει το κεφάλι του και να προσπαθεί να ευχαριστήσει όλο τον κόσμο και να αντιλαμβάνεται ότι απλούστατα αυτό είναι αδύνατο".
Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο σημεία κοινότοπα ή ανιαρά. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή του πώς τρώει το αυγό του ένα παιδί ή πώς αλλάζονται ή διπλώνονται τα σεντόνια δεν προσθέται τίποτα, εκτός από επέκταση της αφήγησης. Επίσης νομίζω θα μπορούσε η συγγραφέας να εκμεταλλευτεί περισσότερο τα ιστορικά στοιχεία κάθε εποχής. Δεν παύει όμως το "Ίχνη ρήγματος" να είναι ένα αξιόλογο ανάγνωσμα.