Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ- Έζησα έρημος και ισχυρός

Το φαινόμενο του θανάτου με απασχόλησε από τα νεανικά μου χρόνια. Το μελέτησα στη θρησκεία, στην πλατωνική φιλοσοφία, στην ίδια τη ζωή. Αυτός ήταν ο λόγος που η περίπτωση του Δημήτρη Λιαντίνη, η δική του μελέτη θανάτου και η δική του "αυτοθέλητη" έξοδος από τη ζωή (περίεργο, όταν πρόκειται για τον Λιαντίνη κατά κανόνα αποφεύγεται η λέξη "αυτοκτονία") μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν είχα παρακολουθήσει στις λεπτομέρειές της στον ελλαδικό τύπο την εξαφάνισή του το 1998, ούτε την ανεύρεση των οστών του το 2005. Είχα μόνο διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του "Γκέμμα", δώρο μιας φίλης, όταν ακόμα δεν ήξερα σχεδόν τίποτα περί Λιαντίνη. Με είχαν εντυπωσιάσει, θυμάμαι, οι πρωτότυπες ιδέες και η ωραία, τελείως προσωπική έκφραση. Γι' αυτό τώρα, μόλις είδα την έκδοση του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου για τον Λιαντίνη (Λιβάνης, 2006), δεν έχασα καιρό. Διάβασα το βιβλίο (374 σελίδες) μέσα σε δυο μέρες. Ο Αλικάκος πιστεύω έκανε καλή δουλειά. Οι δικές του παρεμβάσεις ελάχιστες. Μιλά ο Λιαντίνης μέσα από δεκάδες επιστολές του και αποσπάσματα από το έργο του, μιλούν γι' αυτόν συγγενείς, φίλοι, μαθητές του. Δεν κρίνω το βιβλίο λογοτεχνικά. Το συστήνω όμως για όποιον ενδιαφέρεται για την ξεχωριστή αυτή περίπτωση ανθρώπου, πανεπιστημιακού δασκάλου, στοχαστή, συγγραφέα, παρά την αντίδραση της συζύγου του για το βιβλίο. Κι ακόμα, όποιος ενδιαφέρεται για συζητήσεις τόσο για το βιβλίο όσο και γενικότερα για τον Λιαντίνη μπορεί να ανατρέξει στο www.Liantinis.gr

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ (Η συνέχεια)


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ (Η συνέχεια)
Μετά από ένα δροσιστικό, απολαυστικό τριήμερο στη θάλασσα του Ζυγιού, επανέρχομαι με ανανεωμένες τις δυνάμεις και ξεπληρώνω το χρέος της περασμένης εβδομάδας.Δεν είχα ως τώρα διαβάσει Χωμενίδη, λόγω μιας προκατάληψης, ομολογώ, εξαιτίας της προβολής της οποίας έτυχε από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, αλλά και γιατί ο λόγος του σε μια ραδιοφωνική εκπομπή στην Κύπρο μου φάνηκε υπεροπτικός. Τώρα, όμως, μετά από τόσα βιβλία, δεν γίνεται, είπα, να μην τον ξέρω. Έτσι διάβασα "Το σπίτι και το κελλί". Ναι, ο Χωμενίδης είναι ένας παραμυθάς, δηλ. ξέρει να αφηγείται και να κρατά τον αναγνώστη. Από κει και πέρα όμως το βιβλίο του "μπάζει" από πολλές πλευρές. Λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του (εφημ. Φιλελεύθερος, 9/7/2006):" Είναι σαν μια τοιχογραφία εποχής. Παρελαύνουν πάρα πολλά πρόσωπα, τα οποία πλάθουν όλα μαζί την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας". Λυπάμαι, αλλά αρνούμαι να δεχτώ ότι η μεταπολεμική Ελλάδα είναι μόνο αυτοί οι δολοφόνοι, οι τρομοκράτες, οι ομοφυλόφιλοι, οι βασανισμένοι μικροαστοί, όλοι έτοιμοι να δωροδοκηθούν, ή οι κενόδοξοι πλούσιοι των δεξιώσεων. Αρνούμαι να δεχτώ πως το αναγνωστικό κοινό θέλει οπωσδήποτε ισχυρές δόσεις...σεξ. Δεν είμαι καθόλου σεμνότυφη, αλλά ποια η ανάγκη να μας παρουσιάζει τον ήρωά του, τον Δημήτρη Γκίκα, ενώ βρίσκεται σε μια πολυπληθή δεξίωση, να κλείνεται σ' ένα δωμάτιο και να παρακολουθεί στην τηλεόραση σκληρό πορνό, το οποίο ο Χωμενίδης περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια; (Κι αυτό ένα παράδειγμα είναι μόνο). Ως προς το γενικότερο όμως θέμα του βιβλίου, με ενοχλεί αυτή η ανάμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Γιατί αυτή η γελοιοποίηση των μελών της "17 Νοέμβρη"; Γιατί μια παρωδία της δίκης τους; Θα μπορούσε να είχε γράψει ένα θαυμάσιο ρεαλιστικό μυθιστόρημα με αναπάρασταση των πραγματικών γεγονότων, με εμβάθυνση στους χαρακτήρες, με διερεύνηση των αιτίων. Αυτό όμως θα απαιτούσε μακροχρόνια έρευνα, στοιχεία και ντοκουμέντα και όχι μόνο φαντασία θρεμμένη από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ. Ή θα μπορούσε, αν ήθελε, να γράψει ένα καθαρό μυθιστόρημα, χωρίς να "φωτογραφίζει" πρόσωπα παρωδώντας τα. Πολλά άλλα είναι τα κενά που παρουσιάζει το μυθιστόρημα του Χωμενίδη. Για παράδειγμα δεν λειτουργούν όλα "κατά το εικός και αναγκαίον". Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτουν οι αποκαλύψεις του Σαντορίνη προς τον Γκίκα για τη δράση της "Εταιρείας". Όμως η προθυμία του Γκίκα να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για να αγοράσει αυτές τις πληροφορίες ελάχιστα δικαιολογείται. Κι εκείνο το μοναστήρι, κι εκείνοι οι παπάδες που χρηματοδοτούσαν στην αρχή την "Εταιρεία" (άραγε επίδραση του Νταν Μπράουν και του "Κώδικα";) στη συνέχεια ξεχνιούνται εντελώς. Και ποιος μπορεί να φανταστεί τον πρόεδρο μιας μεγάλης επιχείρησης να πηγαίνει ο ίδιος στο Μπραχάμι για να εισπράξει το ενοίκιο ενός διαμερίσματος;(!!!) Και τι σχέση έχει το επεισόδιο αυτό με το όλο έργο; Μόνο και μόνο για να του θυμίσει η ενοικιάστρια τη Μάγδα; Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ, αλλά φοβάμαι ότι ένα εκτενές μπλογκ θα αποθαρρύνει τους πιθανούς αναγνώστες. Συνοψίζοντας: Ο Χωμενίδης σίγουρα είναι "διαβαστερός". Σίγουρα διαθέτει μεγάλη συγγραφική ικανότητα. Δυστυχώς δεν την αξιοποιεί όπως και όσο θα μπορούσε.
posted by anagnostria at 12:41 PM 0 comments

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ

Μέσα στο λευκωσιάτικο καύσωνα των 40 βαθμών κράτησε για δυο μέρες τη σκέψη μου απασχολημένη το τελευταίο βιβλίο του Χωμενίδη "Το σπίτι και το κελλί", αλλά δεν αντέχω να γράψω τις σκέψεις μου. Φεύγω, δραπετεύω στη δροσιά της θάλασσας. Θα σας τα πω, Θεού θέλοντος, τη Δευτέρα.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Ian Mc Ewan, Σάββατο

Τι ευτυχία, να κάθεσαι στο μπαλκόνι σου που κρέμεται πάνω από τη θάλασσα και να διαβάζεις ένα καλό βιβλίο! Το προηγούμενο Σαββατοκυρίακο με τις "Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου", προχθές με το "Σάββατο" του Ian Mc Ewan (2005, στα Ελληνικά, Νεφέλη, 2006). Το πήρα γιατί μου είχε αρέσει και "Η εξιλέωση" και πραγματικά δεν με απογοήτευσε. Ένα Σάββατο στο Λονδίνο με κεντρικό ήρωα ένα νευροχειρουργό, τον Χένρυ Περόουν. Βαδίζοντας στ' αχνάρια του Τζόυς που ο ογκωδέστατος "Οδυσσέας" του είναι η περιγραφή μιας μέρας μόνο του μίστερ Μπλουμ, το οποίο μιμήθηκαν ουκ ολίγοι (θυμάμαι τώρα τον Σολζενίτσιν, νομίζω πιο πρόσφατα και ο Ντε Λίλο), ο Μακ Γιούαν σε κάπου 400 σελίδες παρακολουθεί τον ήρωά του. Ο Περόουν είναι 48 χρονών, παντρεμένος με μια επιτυχημένη δικηγόρο, σφοδρά ερωτευμένος με τη γυναίκα του και έχει δύο μεγάλα παιδιά, το ένα ευαίσθητος μουσικός και το άλλο αξιόλογη ποιήτρια. Αυτό το Σάββατο η γυναίκα του έχει μια σημαντική επαγγελαμτική συνάντηση κι εκείνος θα το περάσει μόνος. Θα παίξει σκουός μ' ένα συνάδελφο, θα ψωνίσει ψάρια για το βράδυ που θα έχουν ένα οικογενειακό δείπνο, θα πάει να δει τη μητέρα του σ' ένα ίδρυμα, θα παρακολουθήσει μια πρόβα με το συγκρότημα του γιου του και τέλος θα φτιάξει τη ψαρόσουπα για το βράδυ. Αυτές είναι οι ενέργειές του αυτή τη μέρα. Όμως οι σελίδες του βιβλίου γεμίζουν με τις σκέψεις του για τις εχειρίσεις της προηγούμενης μέρας, για τον έρωτα που έκανε το πρωί με τη γυναίκα του, για το πώς την είχε γνωρίσει, για ένα αεροπλάνο που βλέπει να πέφτει, για μια διαδήλωση εναντίον του πολέμου στο Ιράκ, με ένα επεισόδιο στο δρόμο καθώς πάει για το σκουός, επεισόδιο που θα έχει καταλυτικές συνέπειες στο τέλος της μέρας και που παρ' όλίγο να εξελιχθεί σε τραγωδία. Οικογενειακές σχέσεις, πολιτικές απόψεις (εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συζήτηση που έχει με την κόρη του σχετικά με την επικείμενη εισβολή στο Ιράκ), σκέψεις για τη ζωή αλλά και τη λογοτεχνία, περιγραφή των δρόμων του Λονδίνου τους οποίους διασχίζει καθώς και της γειτονιάς του, αλλά προπάντων η τέχνη του συγγραφέα στην αφήγηση αποδεικνύονται δελεαστικά για τον αναγνώστη. Τα τρωτά του βιβλίου κατά την άποψή μου είναι οι πολλές λεπτομερέστατες περιγραφές των εγχειρίσεων εγκεφάλου. Όχι μόνο γιατί περιέχουν άγνωστη ορολογία, αλλά γιατί καταντούν κουραστικές με την επανάληψή τους. Μια θα ήταν αρκετή, νομίζω. (Μπράβο όμως στον συγγραφέα. Όπως λέει ο ίδιος, για δύο χρόνια παρακολουθούσε ένα διάσημο χειρουργό να χειρουργεί). Κουραστική βρήκα επίσης τη λεπτομερέστατη περιγραφή του αγώνα του σκουός, ίσως γιατί και εκεί αγνοώ το παιγνίδι και την ορολογία του. Γενικά όμως είναι ένα βιβλίο γραμμένο από ένα τεχνίτη του λόγου, ένα βιβλίο το οποίο δεν μπορείς να αφήσεις πριν το τελειώσεις και για το οποίο δεν νιώθεις ότι έχασες την ώρα σου.
Υ.Γ. Δεν ξέρω αν έγινε κάπως βιαστικά η ελληνική έκδοση. Η "Νεφέλη" όμως δεν μας είχε συνηθίσει σε τόσα τυπογραφιά λάθη. Νομίζω και η μετάφραση ήθελε πιο πολλή προσοχή. Όχι λίγες φορές ξαναδιάβαζα μια πρόταση για να καταλάβω το νόημα.

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΑΥΤΟΣΗΜΟΥ

Είχα πριν από καιρό διαβάσει ένα άλλο βιβλίο της Εύας Ομηρόλη (τη "Σεισάχθεια") από το οποίο δεν θυμόμουν τίποτα. Και δεν επρόκειτο βέβαια να διαβάσω άλλο δικό της, αν δεν με έπειθε ο ενθουσιασμός του αδελφού μου γι' αυτό. Κι αν πίεσα τον εαυτό μου κι έφτασα ως το τέλος (προδιαγεγραμμένο και γνωστό εξ αρχής) είναι για να είμαι δίκαιη στην κριτική μου. Εν πρώτοις η λογοτεχνία δεν κάνει κήρυγμα, δεν είναι κατηχητικό να μας διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε και ότι πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το διπλανό μας, όπως κάνει η συγγραφέας. Κι έπειτα, το ενδιαφέρον αυτό μπορεί να εξικνείται ως το σημείο να κλέβουμε ξένα κλειδιά, να παραβιάζουμε ξένα διαμερίσματα για να ενδιαφερθούμε για τις φωνές που ακούγονται; Και τι αστυνομική πλοκή μπορεί να έχει ένα έργο που το...μυστήριο των φωνών αποκαλύπτεται στη σ. 170, ενώ το έργο συνεχίζεται ως την 425; Και πολλά άλλα απίθανα συμβαίνουν ως προς την υπόθεση, π.χ. ο νεαρός πρωταγωνιστής, που παρακολουθεί εντατικά μαθήματα για να πάρει μέρος σ' ένα διαγωνισμό, του οποίου οι νικητές θα κερδίσουν μια υποτροφία για την Αμερική, κινδυνεύει, όταν καθυστερεί μια μέρα να πάει στο μάθημα, να χάσει το δικαίωμα συμμετοχής, πώς ύστερα απουσιάζει τρεις μέρες και δεν τρέχει τίποτα; Και άλλα βέβαια αδικαιολόγητα που δεν αξίζει τον κόπο να αναφέρω. Το χειρότερο όμως για μένα είναι το πατερναλιστικό και αφ' υψηλού ύφος της συγγραφέως ως προς τη γλώσσα. Δηλαδή με θεωρεί ως αναγνώστη ανίδεο να ξέρω τι σημαίνει "πελιδνός" και μου το εξηγεί σε γλωσσάριο στο τέλος!!!Από την άλλη όμως, όποιος από σας λέει "Θα κάνω ένα καταιονισμό" αντί "θα κάνω ένα ντους", ή "τον κοίταξε σκαρδαμύσσοντας" αντί "ανοιγοκλείνοντας τα μάτια", ή "λειτούργησε ως αυτεπίστροφο" αντί "μπούμερανγκ", ας διαβάσει την κ. Ομηρόλη, γιατί δεν θα χρειάζεται να γυρίζει κάθε λίγο πίσω στο γλωσσάριό της.
Πολύ συχνά ο αναγνώστης σκοντάφτει σε εξυπνακίστικες σκέψεις όπως "Όταν είμαι στενοχωρημένη, δε φοβάμαι, γιατί ό,τι κι αν συμβεί έχω στενοχωρηθεί κιόλας...", ή αυτονόητα, "χωρίς δίδακτρα, δηλαδή δωρεάν", κλπ. Και τι να πω για τους υποτιθέμενους γρίφους με τους οποίους διανθίζει το βιβλίο; Κάτι που "είπε ένας σοφός" είναι μια γνωστή ιστορία του ...Χότζα, ένα δε αίνιγμά της μου το υπέβαλε πριν από λίγες μέρες για να το απαντήσω η εγγονή μου, ηλικίας έξι χρονών!! Δεν θεωρώ σκόπιμο να συνεχίσω, αλλά όποιος βρει τη σημασία της έκφρασης "διέκδυσις μυών", χωρίς να χρησιμοποιήσει λεξικό, θα πάρει από μένα δωρεάν την "Αρχή του ταυτόσημου".

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

"Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου" του Ευγένιου Αρανίτση (Νεφέλη, 1993). Ένα βιβλιό ηλικίας 13 χρόνων που μόλις τώρα περιέπεσε στην αντίληψή μου, μετά από σύσταση ενός νεαρού φίλου συγγραφέα και του ιδίου. Πολύ θα ήθελα να είχα την πολυτέλεια του χρόνου να το ξαναδιαβάσω, αν όχι ολόκληρο, τουλάχιστον πολλά αποσπάσματά του. Η πρώτη ανάγνωση είναι πάντα κάπως βιαστική, γιατί θέλεις να δεις την εξέλιξη του μύθου, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν νομίζω ότι έχει τόση μεγάλη σημασία (ο μύθος) (το βάζω αυτό στην παρένθεση μιμούμενη τον Αρανίτση που συνεχώς τη χρησιμοποιεί (την παρένθεση) σαν να μας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, σαν να μας λέει «το διευκρινίζω γιατί μπορεί να το παίρνατε κι αλλιώς). Ένα βιβλίο 552 σελίδων. Θα μπορούσε να είχε σταματήσει και στην 400η σελίδα, όπως και θα μπορούσε να το συνεχίσει άλλες 500. Πρωταγωνιστής εδώ, πιστεύω, δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά το ύφος. Τα πρόσωπα, παρόλο που και αυτά έχουν σημασία, είναι καρικατούρες. Όπως ο γελοιογράφος απεικονίζει ένα πρόσωπο που αμέσως αναγνωρίζουμε, αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα στην υπερβολή, το ίδιο κάνει και ο Αρανίτσης με το λόγο. Με βασικούς ήρωες μια αθηναϊκή οικογένεια που απλώνεται σε τρεις γενιές, επικεντρωμένος κυρίως στην τριακονταετία 1960-1993, αλλά και με αναδρομές σε προηγούμενες εποχές, σατιρίζει τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό του που τον παρουσιάζει σαν ένα απλώς εξωτερικό παρατηρητή όλων όσων περιγράφει λέγοντας συχνά «δεν μπορώ να πω», «δεν έχω ιδέα», «ούτε κι εγώ ξέρω» και άλλα παρόμοια. Το σκωπτικό του ύφος δεν χαρίζεται σε κανένα, σατιρίζει με αυτό τα πάντα, τις οικογενειακές σχέσεις, τις νεανικές φιλίες, τις εξωσυζυγικές σχέσεις, το επάγγελμα, την ψυχαγωγία, την τέχνη, την εργατική αλλά και τη μεγαλοαστική τάξη, τη μόδα, την πολιτική, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Αρκεί να δούμε, για παράδειγμα, πώς περιγράφει το θάνατο του Κιντή (σ. 19) την ώρα που έπαιζε μπριτζ, ή το θάνατο από ατύχημα της μικρής Θεοδώρας (σ.37). Ή να συγκρίνουμε το θάνατο ενός άλλου μικρού κοριτσιού, όπως τον περιγράφει η Ζυράνα Ζατέλλη (στο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθυς Ερέβους»). Και η Ζατέλλη με λεπτομέρειες, αλλά εκεί είναι με όλη την τραγικότητα, εδώ σου έρχεται να χαμογελάσεις. Τα πολιτικά γεγονότα μιας περίπου πεντηκονταετίας περνάνε οιονεί παρεμπιπτόντως. Από τους γάμους του Παύλου με την Φρειδερίκη, ως το Πολυτεχνείο και τη χούντα κι ως τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τις εκλογές είναι σαν άτακτα ριγμένες πινελιές αλλά τα καρφιά του τα μπήγει ο Αρανίτσης. Καταπληκτική η σκηνή με τον Παπανδρέου (τον Ανδρέα) όταν σε μια δεξίωση τον συναντά η Αμαλία, από τα βασικά πρόσωπα του βιβλίου (σ.210-212). Δεν αντέχω να μην υποκύψω στον πειρασμό να αντιγράψω μια σκέψη του συγγραφέα: « Επειδή τους συλλογισμούς του Παπανδρέου δεν τους καταλάβαινε κανείς, δεδομένου ότι τους διατύπωνε με λέξεις που είχε επινοήσει ο ίδιος, περιβάλλονταν (αυτοί οι συλλογισμοί), στην εκφορά τους, από ένα φωτοστέφανο εγκυρότητας, την οποία η Αμαλία εισέπραξε στο ακέραιο». Και οι λεπτομέρειες, α, οι λεπτομέρειες. Εκεί είναι που δικαιώνεται πλήρως και ο τίτλος αλλά και η πρωτοτυπία του βιβλίου. Αναφέρω μόνο μια σκηνή. Οι δυο νεαρές φίλες, η Δανάη και η Μαριλένα έχουν βγει από το σινεμά, στο δρόμο αγόρασαν ένα πακέτο τσιγάρα και αποφασίζουν να καπνίσουν ένα μισο-μισό, όταν βλέπουν να έρχεται ένα καθηγητής τους. Ε, λοιπόν, η περιγραφή της κίνησης που κάνει το χέρι της Μαριλένας, που εκείνη τη στιγμή κρατούσε το τσιγάρο, παίρνει σχεδόν μια σελίδα!
Ένα άλλο σημείο της γοητείας του Αρανίτση είναι ο φόρος τιμής που αποτίνει σε λογοτέχνες μιμούμενος το ύφος ή παραφράζοντάς τους, αν και δεν είμαι σίγουρη αν τους κοροϊδεύει και λιγάκι.. Για παράδειγμα στη σ. 211 υπάρχει ολοφάνερη παράφραση του Καβάφη (Ο ύπατος τους έβαλε κοντά του να καθίσουν. Ευγενικά τους μίλησε κλπ.), με βεβαιότατη τη σάτιρα για τον Παπανδρέου. Στη σ. 410 υπάρχει σαφέστατη αναφορά στο ποίημα του Εγγονόπουλου «Πρωινό τραγούδι», αλλά νομίζω με ειρωνική διάθεση, ενώ στη σ. 499 έχουν την τιμητική τους ο Ελύτης και τα νησιά. Ας περιοριστώ σ’ αυτές μόνο τις αναφορές, αν και πολύ θα ήθελα να εξακριβώσω αν το καθαρευουσιάνικο απόσπασμα της σ. 247 (« Η νεαρά γυνή εφαίνετο ζώσα ονειρώδη ζωήν…») είναι από τον Ροΐδη, που όπως φαίνεται στάθηκε μεγάλος δάσκαλος για τον Αρανίτση. Προπάντων όσον αφορά τις παρομοιώσεις οι οποίες βρίθουν σε βαθμό πληθωρισμού μέσα στο έργο και στις οποίες στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η γοητεία της σάτιράς του. Και τι γνώσεις νομικής (εκτός αν όλα εκείνα τα άρθρα των νόμων που αναφέρει είναι πλασματικά, μέρος κι αυτό της σάτιράς του) και τι γνώσεις μουσικής (εδώ όμως είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για ουσιαστικές γνώσεις) και τι γνώσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας!
Το βιβλίο του Αρανίτση δεν είναι εύκολο. Είναι όμως γοητευτικότατο.

Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

ΝΑΝΤΙΑ

Υπάρχουν βιβλία για τα οποία διερωτάσαι γιατί γράφτηκαν και προπάντων γιατί εκδόθηκαν. Ένα απ' αυτά το "Νάντια" της Λένας Διβάνη, εκδ. Μελάνι, 2006, νουβέλα. Το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί πολύ επιτυχημένο μόνο αν στόχος της συγγραφέως ήταν η διαφήμιση του Hondos της Ερμού!

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

ΠΟΛΥ ΒΟΥΤΥΡΟ ΣΤΟ ΤΟΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Σκαμπαρδώνη "Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου" (Κέδρος,2006). Δεν ξέρω τι να πω. Είμαι ακόμα βυθισμένη σε κείνη τη μακρινή (;) εποχή του 1963, περπατώ στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, ακούω τις ζητωκραυγές του πλήθους που συγκεντρώθηκε να υποδεχτεί τον Ντε Γκωλ, θυμάμαι πρόσωπα και γεγονότα. Όμως ταυτόχρονα νιώθω πως βγήκα από ένα κόσμο εντελώς άγνωστό μου, τον κόσμο του παρακράτους, του περιθωρίου, χαρτοπαίκτες, χασικλήδες, φονιάδες, βασανιστές, ομοφυλόφιλους, "κολλητήρια", απατεώνες, διπλούς πράκτορες, πατριδοκάπηλους, φτωχούς και βασανισμένους που επινοούν το κάθε τι για να επιβιώσουν (ακόμα και νομίσματα καταπίνει κάποιος που του πετούν άλλοι για χάζι, τα οποία ύστερα, στο σπίτι του αφοδεύει, πλένει και ...βγάζει έτσι το μεροκάματο!). Πρόσωπα που και μόνο το παρωνύμιο με το οποίο είναι κυρίως γνωστοί, Εικοσιδυός ή Κινητό Κρεοπωλείο, Αφρός, Βεδουίνος, Σιδεροφάγος, ο Καίσαρας, ο Μπέμπαρος, ο Σφυριχτός και πλήθος άλλοι, τόσοι που δεν τους συγκρατείς εύκολα, είναι χαρακτηριστικά της παρανομίας στην οποία κινούνται και δρουν. Σκηνές του εμφυλίου, σκληρές σκηνές όπως "Το κατσαβίδιασμα" ή η περιγραφή της κομμένης κεφαλής του Άρη (τι να πρωτοθυμηθώ απ' αυτό το μυθιστόρημα), που όμως εναλλάσσονται με σκηνές γεμάτες χιούμορ, ένα χιούμορ ειρωνικό, ανατρεπτικό. Οι ήρωές του, όλοι οι φτωχοδιάβολοι της τότε Θεσσαλονίκης, φαίνονται να τη γλεντάνε τη φτώχια και την περιθωριοποίησή τους. Γλώσσα σε πλήρη εναρμόνιση με τα πρόσωπα, με λεξιλόγιο που καθόλου δεν προβληματίζεται για την κοσμιότητά του. Λέξεις όπως γαμ.. ή σκ...ή άλλες ανάλογες είναι μόνιμες στους διαλόγους του και σκηνές όπως μια πεταμένη ροχάλα όχι λίγες φορές προκαλούν την αηδία. Ένας λογοτεχνικός νατουραλισμός που ορισμένες στιγμές δύσκολα αντέχεται. Διερωτώμαι αν ήταν τόσο απαραίτητος. Το παρομοίασαν με το "Ζ", αλλά ούτε κατά διάνοια, νομίζω, εκτός ίσως το ίδιο χρονικό διάστημα στο οποίο διαδραματίζεται (17-19 Μαΐου 1963) αν και σταματά εκεί που αρχίζει το "Ζ". Βρίσκομαι σε μια αμφιθυμία. Από τη μια αναγνωρίζω το δυνατό γράψιμο, από την άλλη σκέφτομαι πως οι δύσοσμες αυτές αναθυμιάσεις χρειάζονται ένα πολύ γερό λογοτεχνικό στομάχι, που δεν ξέρω πόσοι διαθέτουν. Κι ακόμα προβληματίζομαι για την ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου είδους λογοτεχνίας.

Πέμπτη, Ιουλίου 27, 2006

Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ

Θεέ μου, τι βιβλίο! Νομίζω δεν μου έχει ξανασυμβεί να διαβάσω για δεύτερη φορά ένα βιβλίο μέσα σε τρία χρόνια, όχι απλώς με το ίδιο, αλλά πιο έντονο ενδιαφέρον και να το βρω ακόμα πιο συναρπαστικό από την πρώτη φορά. Μου συμβαίνει τώρα με τη "Δασκάλα των γαλλικών" του Πολωνού Άντονι Λιμπέρα (τίτλος πρωτοτύπου "Madame"1998, στα ελληνικά στις εκδόσεις Πατάκη, 2002). Πόσο θα 'θελα να το είχα ξαναδιαβάσει πριν πάω στην Πολωνία. Θα' ψαχνα τότε ίσως να βρω το πάρκο Ζερόμσκι, απ' όπου ο ήρωας τόσες φορές περνά, την οδό Κρακοβίας, τη γαλλική πρεσβεία, το σινεμά όπου παρακολούθησε το "Ένας άντρας μια γυναίκα", το θέατρο όπου είδε την Κομεντί Φρανσέζ να παίζει τη Φαίδρα του Ρακίνα...Ένα βιβλίο για ένα έφηβο που γίνεται άντρας (μου θύμισε λίγο τον Κάστορπ του Τόμας Μαν στο "Μαγικό Βουνό"), τη δεκαετία του '60, στην κομμουνιστική Πολωνία. Μαθητής, στην τελευταία τάξη του σχολείου, με πάθος για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικά, με γνώσεις που ξεπερνούν την ηλικία του, κυριεύεται από ένα πάθος για την καινούργια διευθύντρια του σχολείου, που είναι ταυτόχρονα και η δασκάλα των γαλλικών της τάξης του. Εκείνη ωραία, απόμακρη, ψυχρή, ικανότατη στη δουλειά της, δεν αφήνει τίποτα από τα προσωπικά της να φανούν. Ο νεαρός, του οποίου το όνομα δεν ξέρουμε, μια και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ρίχνεται σ' ένα αγώνα όχι μόνο να μάθει όσο πιο πολλά μπορεί γι' αυτή τη μυστηριώδη γυνακεία μορφή, αλλά και να της προσελκύσει το ενδιαφέρον. Σ' αυτή την προσπάθεια, σ' αυτό το ψάξιμο, ο ίδιος ωριμάζει ως άτομο, περνά από την εφηβεία στην ωριμότητα. Τι πλούτος λογοτεχνικών αναφορών, τι συγγραφείς περνούν μέσα από την αφήγηση! Από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, στον Κόνραντ, του οποίου το μυθιστόρημα "Νίκη" διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, στον Μπέκετ, στον Σαίξπηρ, στον Χέντερλιν, στον Σοπενάουερ και άλλους ακόμα. Αναφορές στη ζωγραφική (Πικάσο), στη μουσική, στον κινηματογράφο, στο θέατρο, αλλά και στον Ισπανικό εμφύλιο και διάχυτη μέσα στο μυθιστόρημα περνά η ατμόσφαιρα του βαριού πέλματος του κομμουνιστικού καθεστώτος πάνω στην Πολωνία. Ένα μυθιστόρημα "χορταστικό", ένα μυθιστόρημα που σου ανανεώνει σε κάθε κεφάλαιο το ενδιαφέρον, βιάζεσαι να δεις πού θα καταλήξει, γι' αυτό ίσως τη δεύτερη φορά διαβάζεται καλύτερα, γιατί τώρα ξέρεις και δεν βιάζεσαι, απολαμβάνεις τις λεπτομέρειες, τους έξυπνους διαλόγους, τις λογοτεχνικές αναφορές. Τα μόνα αρνητικά σχόλια που έχω διαβάσει για τη "Δασκάλα" είναι ότι πολλά θέματα (όπως ο Ισπανικός εμφύλιος για παράδειγμα) πολύ χαλαρά συνδέονται με το κυρίως θέμα. Ομολογώ όμως ότι προσωπικά δεν με ενόχλησε, όπως δεν με ενόχλησε και το ότι όλες αυτές οι γνώσεις δεν προσιδιάζουν σ΄ενα έφηβο. Είδα σ' αυτά τη συμβατικότητα της λογοτεχνίας που όταν είναι υψηλή, μας κάνει να δεχόμαστε τα πάντα.

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006

ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΛΟΜΕΝ..."

Νομίζω πως, όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι τιμώρησαν τον Φρύνιχο με πρόστιμο γιατί με το έργο του ¨Μιλήτου άλωσις" τους θύμισε "οικεία κακά", έτσι θα 'πρεπε να τιμωρηθεί και ο Άντης Ροδίτης για το βιβλίο του "Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες" (εκδ. Εστία, 2006). Με υπότιτλο "Ύλη Ιστορίας για μιαν αγγλική αποικία της Ελλάδος", μας γύρισε χρόνια πίσω. Δεν ξέρω τι θα έχει να πει αυτό το βιβλίο για όσους δεν έζησαν τα γεγονότα, για τους νεότερους ή τους εκτός Κύπρου Έλληνες. Για όλους εμάς όμως, που μπορούμε να έχουμε μνήμες βιωμάτων αρκετών δεκαετιών, είναι ένα βιβλίο πικρό. Το διάβασα με πόνο ψυχής, σε πολλά κομμάτια του θέλω να ξαναγυρίσω, έτσι όπως σκαλίζουμε ξανά και ξανά ένα πονεμένο δόντι. Μας φέρνει στο νου την έλλειψη δημοκρατίας, την υποκρισία, τη λογοκρισία, την έλλειψη πολιτικής διορατικότητας, την εγκατάλειψη του ονείρου της Ένωσης. Πολλά πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αναφέρονται με το όνομά τους ή σαφώς υπονοούνται. Ιστορία και αυτοβιογραφία, δοκίμιο και λογοτεχνία, με αναδημοσιευμένα πολλά παλαιότερα κείμενα του συγγραφέα, αλλού μελαχγολικό, αλλού ειρωνικό και σατιρικό, το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Θα προτιμούσα λιγότερες αναφορές σε προσωπικές αδικίες και παράπονα, που πιθανόν να δώσουν αφορμή σε κάποιους να αμφισβητήσουν την αντικειμενικότητα του βιβλίου.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

Χτες γύρισα από την Πολωνία, το καθιερωμένο εδώ και 15 χρόνια καλοκαιρινό ταξίδι με τον Σύνδεσμο Φιλολόγων, που μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, αλλά και κάποιους μακρινότερους προορισμούς. Οι εντυπώσεις πολλές και ποικίλες, θέλουν το χρόνο τους να κατασταλάξουν, να αφομοιωθούν, να επιλεγούν από τη μνήμη ποιες θα μείνουν, ποιες θα καταποντιστούν στο πέλαγος της ανυπαρξίας. Πρώτο συναίσθημα βέβαια η κούραση, σωματική και ψυχική, που σου παίρνει κάπου δυο μέρες για να σε ξαναβάλει στη ρουτίνα της εντόπιας καθημερινότητας. Και μια ελαφριά μελαγχολία που αναπόφευκτα συνοδεύει την εκπλήρωση κάθε προσδοκίας. Όσο περιμένεις, σχεδιάζεις, ονειρεύεσαι, είσαι γεμάτος απ' τη λαχτάρα της προσμονής του καινούργιου, της φυγής, της χαράς της περιπλάνησης. Όταν όμως επανακάμπτεις, σε κυριεύει η μελαγχολία του τέλους, ώσπου ν' αρχίσεις (αν αρχίσεις) να ονειρεύεσαι και πάλι. Πολωνία. Μια χώρα που ως πριν από λίγα χρόνια την ξέραμε λίγο από την ιστορία και το μοίρασμά της μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, από τον Λεχ Βαλέσα, τον προηγούμενο Πάπα και την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ταυτόχρονα με μας. Η επισκεψή μας μάς γνώρισε μια όμορφη χώρα με ευγενικούς κατοίκους, με πολιτισμό που φαίνεται να κρατάει από τους παλιούς ευγενείς της, αλλά και με βάσανα που την έχουν κάνει "πρωταθλήτρια στη δυστυχία". Θα γράψω πολύ εκτενέστερα τις εντυπώσεις μου, ελπίζω σύντομα.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΜΑΜΑΔΕΣ ΒΟΡΕΙΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ

Ειλικρινά δεν θυμάμαι τι με έκανε να αγοράσω το βιβλίο αυτό. Διάβασα άραγε κάποια κριτική που το σύστηνε; Με τράβηξε ο τίτλος; Δεν ξέρω. Σημασία έχει ότι το αγόρασα, το διάβασα και πέρασα λίγες ώρες "φυγής". Θα έλεγα ότι ανήκει στην "escape literature", στην οποία, σύμφωνα με ένα ορισμό που βρήκα σε άρθρο του reader's diggest, "ανήκουν βιβλία με ανάλαφρη πλοκή και δράση, που επιτρέπουν στον αναγνώστη να ξεφεύγει χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό" (αν και ο όρος σήμερα έχει διαφορετική σημασία). Πρώτο μυθιστόρημα της Παυλίνας Νάσιουτζικ (εκδ. Μελάνι 2006) σε διασκεδάζει, σε παρασύρει στον νεόπλουτο κόσμο της Αθήνας, τον σατιρίζει τραβώντας στην υπερβολή τη σάτιρά της, αλλά σαν να μην ξέρει ποιος είναι ο στόχος της. Ενώ ξεκινά με την ομάδα των αργόσχολων φίλων της που απαραίτητα έμεναν στο Ψυχικό (Παλαιό, όχι Νέο), Φιλοθέη, (όχι Νέα Φιλοθέη), Εκάλη, Κηφισιά (όχι Κάτω Κηφισιά), που αν δεν έκαναν μπότοξ και λιποαναρρόφηση καθίσταντο ύποπτες, που η μεγαλύτερη δυστυχία ήταν να μην έχεις πισίνα και play room, που οι συζητήσεις τους αφορούσαν τα βάσανα από την υπηρεσία τους, που τα συγκλονιστικότερά τους διλήμματα ήταν "σε ποιο κομμωτήριο κουρεύουν καλύτερα, στο Freestyle ή στο Jonny, πού θα πάμε για μπότες, Character ή Καλογήρου" και άλλα παρόμοια, μπλέκει διάφορες πολύ χαλαρά σχετιζόμενες μεταξύ τους ιστορίες, ενώ κάποια στιγμή το μυθιστόρημα το γυρίζει στο αστυνομικό, με δολοφονημένο τον γκόμενο της αφηγήτριας, ο οποίος σχετιζόταν και με αρκετές άλλες από τις φίλες της. Η γλώσσα της συγγραφέως διανθίζεται με πλήθος αγγλικές φράσεις (έμπρακτο χαρακτηριστικό του νεοπλουτισμού), κάποτε και γαλλικές ή γερμανικές, αλλά και με φράσεις της νεοελληνικής αργκό: Την έκανε, της την πέφτανε, ήρθε καπάκι κ.λπ. Τέλος, θα προτιμούσα λιγότερη επίδειξη γνώσεων , όχι μόνο στα μότο των κεφαλαίων της αλλά και μέσα στο κείμενο. Τι Χένρι Τζέιμς, τι Φλωμπέρ, Σοπενάουερ, Γκόγκολ, Σύλβια Πλαθ, Όσκαρ Ουάϊλντ, Τζέιν Όστεν, Αλαίν Ντε Μποτόν, αλλά και Βιζυηνός και πλήθος άλλοι πετάγονται στη μέση! Σκέφτομια ποιους θα αναφέρει σε επόμενο βιβλίο. Δεν έκανε λίγη οικονομία η ευλογημένη...Οπωσδήποτε, νομίζω έδωσα μια αντικειμενική εικόνα του βιβλίου. Όσοι αρέσκονται σ΄αυτό το είδος δεν έχουν παρά να το δοκιμάσουν.

Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2006

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Μ' έπιασε σήμερα μια ανεξήγητη νοσταλγία για τα διαβάσματα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων, διαβάσματα που μοιράστηκα με φίλες πολλές και σ' όλες αυτές αφιερώνω το σημερινό post και τούτες τις αναμνήσεις.
Πόσες όμορφες ώρες, αλήθεια, περάσαμε τα χειμωνιάτικα δειλινά μ΄ένα βιβλίο που μας ζέσταινε πιο πολύ αυτό παρά το μαγκάλι που πλάι του καθόμαστε! Πόσες άπειρες φορές η βροχή που μας κρατούσε στο σπίτι συνόδευσε με τον απαλό της ήχο τα διαβάσματά μας, νανούρισε τη σκέψη που αφηνόταν ελεύθερη να διαπεράσει το χώρο, να σπάσει το χρόνο, να ξεχυθεί και ν' αγκαλιάσει τον κόσμο! Πόσες φορές μας άφησαν άγρυπνους εκείνοι οι παράτολμοι και ριψοκίνδυνοι ήρωες του Ιουλίου Βερν, γιατί θέλαμε να φτάσουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα στο τέλος της περιπέτειας, ταξιδεύοντας μαζί τους πότε "Από τη γη στη σελήνη", πότε "Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα", πότε κάνοντας το γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες". Ριχτήκαμε στην περιπέτεια του διαστήματος πολύ πριν από τους αστροναύτες, εξερευνήσαμε τους βυθούς των θαλασσών, γνωρίσαμε χώρες, λαούς και συνήθειες χωρίς να κουνηθούμε από το σπίτι μας.
Και πόσες άλλες φορές νιώσαμε καυτά τα δάκρυα να βρέχουν το παιδικό μας πρόσωπο σαν παρακολουθούσαμε τον ηρωικό κι απελπισμένο αγώνα των ηρώων της Πηνελόπης Δέλτα, πότε "Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου", πότε "Στα μυστικά του βάλτου" μα πάντα "Για την πατρίδα".
Είναι κάποια βιβλία που ξανανοίγοντάς τα γινόμαστε και πάλι οι ανήσυχοι έφηβοι, ψάχνουμε στις σελίδες τους που πρωτοδιαβάσαμε πριν από τόσα χρόνια να ξαναβρούμε τον εαυτό μας εκείνο. Δεν γίνεται, κάτι πρέπει να σώζεται πάνω στις σελίδες εκείνες, κάτι απ' τα όνειρα και τις προσδοκίες της νιότης μας. Είχαμε δοθεί τόσο πολύ τότε σ' αυτές τις σελίδες που δεν μπορεί, κάτι θα κράτησαν από μας, απ' τη λαχτάρα και την ακαταμάχητη επιθυμία να ζήσουμε, να δημιουργήσουμε κι εμείς κάτι μεγάλο σαν αυτό των αγαπημένων μας ηρώων.
Πόσο τη ζηλέψαμε την ηρωίδα της Σαγκάν στο "Καλημέρα θλίψη" με την αχαλίνωτη ελευθερία της, τότε, στην αυστηρή μας εφηβεία, πώς ταυτίσαμε τον εαυτό μας με τη Σκάρλετ Ο'Χάρα στο "Όσα παίρνει ο άνεμος" λαχταρώντας να βρεθεί και για μας ένας Ρεντ Μπάτλερ, πόσο ζωντανή κρατάμε μέσα μας την εικόνα της "Ρεβέκκας" να κατεβαίνει πανέμορφη, μέσα στην άσπρη της τουαλέτα, τη σκάλα του πύργου της τη βραδιά του χορού! Πόσο τη δειλή πρωταγωνίστρια του "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα" τη νιώσαμε και την αγαπήσαμε! Κι η Φράνσι Νόλαν, "Το δέντρο που μεγάλωσε στο Μπρούκλιν" ήτανε φίλη παιδική μας. Ήταν η ίδια η νιότη μας που ασφυκτιούσε κι αγωνιζόταν ν' ανοίξει ένα παράθυρο στον κόσμο. Ήταν όλα τα συναισθήματα, οι αμφιβολίες, η χαρά κι η λύπη των δεκαέξι μας χρόνων. Κλάψαμε μαζί της στην πρώτη της ερωτική απογοήτευση κι επιθυμήσαμε μ' όλη τη δύναμη της νεανικής μας καρδιάς να 'χαμε κι εμείς μια μητέρα γεμάτη στοργή και κατανόηση που θα μας ψιθύριζε όπως η μητέρα εκείνης "Θα ξαναείσαι ευτυχισμένη, δε θα ξεχάσεις όμως ποτέ"!
Κι εκείνοι οι Κινέζοι της Περλ Μπακ-αχ, εκείνη η Μάνα- κι εκείνοι οι γιατροί του Κρόνιν, πόσες ώρες μας κράτησαν συντροφιά, πόσο τους νιώθαμε σαν ανθρώπους της γειτονιάς μας!
Κι ήρθαν ύστερα τα βιβλία της ωριμότητας, τα βιβλία των μεγάλων οραματισμών, της βαθιάς ενδοσκόπησης του εαυτού μας μέσω των άλλων. Ήταν ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι, ο Ουγκό και ο Σόμερσετ Μομ, ήταν οι πολύ δικοί μας, ο Βενέζης κι ο Καζαντζάκης, ο Μυριβήλης, ο Καραγάτσης...Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τόσες σελίδες, τόσα ονόματα, τόσα αγαπημένα πρόσωπα. Ξεφυλλίζουμε ένα παλίο βιβλίο, βυθιζόμαστε στο μαγικό του κόσμο, μας συναεπαίρνει η ατμόσφαιρά του κι εκεί, σε κάποιο περιθώριο, ανακαλύπτουμε ξαφνικά μια σημείωση, διαβάζουμε πιο προσεκτικά μια υπογραμμισμένη φράση και ξαναβρίσκουμε αμέσως τον εαυτό μας των δέκα, των δεκαπέντε, των είκοσι χρόνων. Ξαναθυμόμαστε τους φίλους που διάβαζαν τα ίδια βιβλία, τις ατέλειωτες συζητήσεις μας γι' αυτά που διαβάζαμε, ξαναφέρνουμε στο νου τα είδωλά μας με νοσταλγία, κάποτε μ' απογοήτευση για τη διάψευση που μας επιφύλαξε ο χρόνος.
Από τότε ως σήμερα εκατοντάδες βιβλία, χιλιάδες σελίδες προστέθηκαν και προστίθενται στα αναγνώσματά μας. Νομίζω όμως πως εκείνη τη γοητεία, εκείνη τη μαγευτική εμπειρία των πρώτων νεανικών διαβασμάτων δεν θα τη ξαναβρούμε ποτέ πια.

Τρίτη, Ιουλίου 04, 2006

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ

Είχα πολλές επιφυλάξεις για το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου "Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές", γιατί το πρώτο του, "Ο καιρός των χρυσανθέμων" αν και βραβευμένο, στέκεται ακόμα μισοδιαβασμένο στη βιβλιοθήκη μου και δεν νομίζω ότι θα το τελειώσω ποτέ. Οι φόβοι μου επαληθεύθηκαν. Παρά την τεράστια προβολή, τη διαφήμιση, την αποδοχή της επίσημης κριτικής, "Η γυναίκα..." είναι κουραστικό, συγχιστικό, ανιαρό, μια ακατανόητη ανάμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, με ασαφείς τις προθέσεις του συγγραφέα. Αν ήθελε να αποκαταστήσει την ηρωίδα του, την ηθοποιό Ελένη Παπαδάκη, που εκτελέστηκε από το ΕΑΜ, γιατί δεν την αναφέρει με το όνομά της; Τι εξυπηρετεί το να αλλοιώσει την πραγματικότητα και να τη βάλει να μην πεθαίνει από τις σφαίρες, αλλά σε βαθιά γεράματα; Αν τουλάχιστον μας έδινε την προσωπικότητά της, την ιστορία της ως ηθοποιού, αν μας μιλούσε για τους ρόλους που ερμήνευσε...Μήπως πάλι ήθελε ο συγγραφέας να ζωντανέψει μια εποχή, αυτή τη φρικτή εποχή του εμφυλίου; Υπάρχουν πολύ καλύτερες περιγραφές σε πλήθος άλλα λογοτεχνικά έργα γι' αυτή την περίοδο και μάλιστα όχι τόσο μονόπλευρα ιδωμένη. Και γιατί δηλώνει ότι "τα πρόσωπα και τα γεγονότα του μυθιστορήματος είναι φανταστικά"; Είναι φανταστικά οι Κοτοπούλη, Κυβέλη, Παξινού, Ηλίας Βενέζης, Λιλίκα Νάκου, Βεάκης, Αιμίλιος Χουρμούζιος και δεκάδες άλλα; Αν θεωρήσουμε και τα γεγονότα φανταστικά, τότε τι ρόλο παίζουν τα πρακτικά της δίκης, οι καταθέσεις κ.λπ; Όσο δε για τις καταθέσεις των μαρτύρων, είναι πανομοιότυπες, κουραστικές, ανιαρές. Και γιατί πρέπει ο αναγνώστης να κουράζεται τόσο για να καταλαβαίνει κάθε φορά ποιος μιλά; Όχι γιατί δεν πρέπει να καταβάλλει κόπο ο αναγνώστης, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκω να εξυπηρετεί καμιά σκοπιμότητα. Πολλές φορές χρειάστηκε να γυρίσω πίσω και να ξαναδιαβάσω σελίδες, όχι γιατί με δυσκόλευε το νόημα, αλλά απλώς γιατί δεν διευκρινιζόταν το πρόσωπο που μιλούσε. Διερωτώμαι αν το συγκεκριμένο βιβλίο θα είχε την απήχηση και την κυκλοφορία που έχει αν δεν προβαλλόταν και αν δεν διαφημιζόταν σε τόσο υπερβολικό βαθμό. Πολύ θα ήθελα να ακούσω σχόλια από άλλους που θα είχαν το θάρρος να διαφωνήσουν με την επίσημη κριτική.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΜΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ

Χτες βράδυ συντόνισα μια εκπομπή στο ραδιόφωνο. Πολύ μου αρέσει το ραδιόφωνο, μου αρέσει και να ακούω εκπομπές αλλά και να...εκπέμπω. Μου αρέσουν προπάντων οι ζωντανές εκπομπές. Μιλάς, ξέρεις ότι κάποιοι σε ακούνε εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρεις όμως ποιοι. Νιώθω κάπως σαν τους παλιούς ναυαγούς που έριχναν "μποτίλια στο πέλαγος" που λέει και ο Σεφέρης. Η χθεσινοβραδινή εκπομπή είχε τίτλο "Βιβλία για το καλοκαίρι". Αστείος τίτλος, βέβαια, για όποιον αγαπά το διάβασμα δεν υπάρχουν διαφορετικά βιβλία για κάθε εποχή, αλλά οι εμπορικοί λόγοι που τον επιβάλλουν στα έντυπα μας παρέσυραν κι εμάς στο ραδιόφωνο. Κουβεντιάσαμε ελεύθερα για ποικίλα βιβλία, πρόσφατα και παλιότερα, με την κ. Γαβριέλλα Ψωμά, φανατική αναγνώστρια, και τον κ. Δημήτρη Μπαλαούρα, διευθυντή των εκδόσεων "Πάργα". Δεν ξέρω πόσους ακροατές είχαμε, σίγουρα κάποιους που διακινούνταν στα αυτοκίνητά τους εκείνη την ώρα (7.15΄-8.30΄μ.μ.), αλλά είχαμε ΤΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ από ακροατές που μας άκουγαν από το σπίτι τους!! Δεν είναι και λίγο, αν σκεφτεί κανείς τα σίριαλ που προβάλλονται εκείνη την ώρα στην τηλεόραση. Ίσως να είχαμε και περισσότερους, αν οι εφημερίδες και τα άλλα έντυπα που γράφουν λεπτομερώς τα προγράμματα της τηλεόρασης, καταδέχονταν να γράψουν κάτι και για τα προγράμματα του ραδιοφώνου.

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

ΜΑΡΙΑ ΚΙΟΥΡΙ

Είμαι συγκλονισμένη! Μόλις τέλειωσα το βιβλίο της Εύας Κιουρί "Μαρία Κιουρί" (Ωκεανίδα, 2005). Το διάβασα μέσα σε τρεις μέρες (555 σελίδες), δεν μπορούσα να το αφήσω. Καλύτερο από μυθιστόρημα γιατί αναφέρεται σε μια πραγματική ζωή κι όμως ενδιαφέρον σαν μυθιστόρημα. Η ζωή μιας γυναίκας γραμμένη από μια αφοσιωμένη κόρη, στηριγμένο όχι μόνο στις προσωπικές εμπειρίες της κόρης που κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους, αλλά σε πλήθος επιστολές, αδιάψευστους μάρτυρες της εξαιρετικής αυτής φυσιογνωμίας. Για τρεις μέρες ταξίδευα στο παρελθόν, ζούσα στο τέλος του 19ου αι. και τις αρχές του 2οου αι., περνούσα από την κατεχόμενη από τους Ρώσους Πολωνία στο Παρίσι παρακολουθώντας τη θαυμαστή πορεία μιας κοπέλας φτωχής αλλά μεγαλωμένης σ' ένα πνευματικό περιβάλλον, της Μαρίας Κλοντόφσκα, που δέχτηκε να εργάζεται ως γκουβερνάντα για να μπορέσει να σπουδάσει πρώτα η μεγαλύτερη αδελφή κι ύστερα αυτή με τη σειρά της να βοηθήσει τη μικρότερη, που ξεκινάει να σπουδάσει στη Σορβόνη στα 24 της χρόνια (στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας δεν γίνονταν δεχτές γυναίκες στα 1890). Ζώντας σε μια κρύα, φτωχική σοφίτα, υποσιτιζόμενη, με χίλιες στερήσεις βαδίζει προς τ' όνειρό της. Πτυχίο φυσικής, πτυχίο μαθηματικών, η γνωριμία με ένα άλλο εξαιρετικό πνεύμα, τον Πιέρ Κιουρί, ο γάμος τους, τα κοινά όνειρα, η κοινή επιστημονική έρευνα, η χαρά της ανακάλυψης του πολωνίου και του ραδίου, το βραβείο Νόμπελ το 1903, ο απροσδόκητος θάνατος εκείνου από δυστύχημα, η άφατη θλίψη της, η συνέχιση του επιστημονικού της έργου, ακόμα ένα νόμπελ (χημείας), τι να πρωτοθαυμάσει κανείς. Ένα βιβλίο και μια ζωή που κανένα δεν μπορεί νομίζω να αφήσει ασυγκίνητο και ανεπηρέαστο. Ένα βιβλίο που θ' άξιζε να διαβαστεί από τα παραχαΐδεμένα σημερινά παιδιά της "ήσσονος προσπάθειας", από εκπαιδευτικούς-φυσικούς, από τις γυναίκες που παραπονούνται για τη θέση τους στην κοινωνία, από καθένα που έμαθε να βρίσκει την απόλαυση στο διάβασμα ενός ωραίου βιβλίου. Ωραία η μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή από τα Γαλλικά. Παράλειψη όμως η μη αναφορά σε ένα έστω σύντομο βιογραφικό της συγγραφέως (Εύα Κιουρί) καθώς και στην πρώτη έκδοση. Ψάχνοντας βρήκα ότι η πρώτη έκδοση έγινε το 1937 (στα Ελληνικά δεν ξέρω αν ξαναεκδόθηκε) και ότι η Εύα Κιουρί το 2005 ζούσε . Ήταν 101 χρονών! Να ζει άραγε ακόμη;

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

Όταν θα πέσουν τα μαύρα

Όταν θα πέσουν τα μαύρα", της Βίβιαν Αβρααμίδου Πλουμπή. εκδ. Επιφανίου, ΛευκωσίαΑν και βραβευμένο με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (Κύπρου) το βιβλίο της Πλουμπή δεν μου άρεσε. Προσχεδιασμένη κατασκευή, λες για να μάθει ο κόσμος το Βαρώσι, τους δρόμους του, τα κέντρα αναψυχής, τα έθιμά του κ.λπ. Ναι, σίγουρα υπάρχει αγάπη για τον γενέθλιο τόπο αλλά άλλο αυτό κι άλλο η λογοτεχνία και η μετουσίωση των βιωμάτων σε τέχνη. Ακόμη, πάρα πολλές οι υποσημειώσεις, αχρείαστες για μας τους Κυπρίους και ενοχλητικές, πιστεύω, για όλους τους άλλους. Οι πολιτικές θέσεις και η ερμηνεία μιας ταραγμένης για την Κύπρο εποχής μονόπλευρη, επιφανειακή.(Δες σε αντίθεση την ίδια εποχή πώς αποτυπώνεται στο μυθιστόρημα της Ήβης Μελεάγρου "Προτελευταία εποχή").Το τέλος βεβιασμένο, αδικαιολόγητο, καθόλου δεν ικανοποιεί τον αναγνώστ.Ώσπου μένουμε κλεισμένοι στον εαυτό μας και η σύγκριση είναι μόνο με τους λογοτέχνες του τόπου μας θα νομίζουμε ότι γράφουμε αριστουργήματα, ενώ δεν είναι παρά πρωτόλειες δημιουργίες. Γιατί άραγε δεν τολμούμε να ανοίξουμε τα κρατικά μας βραβεία ώστε να μπορούν να συμμετέχουν δημιουργοί απ' όλο τον ελληνισμό;

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006

ΔΥΟ ΒΙΒΛΙΑ

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2006
Παρουσίασα σήμερα στο ραδιόφωνο το μυθιστόρημα "Στα ψέματα παίζαμε" του Δημήτρη Μίγγα (Μεταίχμιο,2005). Μου άρεσε. Πρωτότυπη ιδέα, αν και βέβαια το ποδόσφαιρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου. Εμπλέκονται όμως τόσα άλλα θέματα, μια αναδρομή στις τελευταίες τρεις δεκαετίες που μας θυμίζουν τόσα και τόσα, τα χρόνια της δικής μας νιότης μ' αυτά των πέντε ηρώων του μυθιστορήματος. Οι πέντε φίλοι μαζεύονται κάθε τέσσερα χρόνια για να παρακολουθήσουν μαζί τον τελικό του μουντιάλ. Τα κεφάλαια του βιβλίου παίρνουν τον τίτλο τους από τη χρονολογία, ξεκινώντας από το 2002 και πηγαίνοντας πίσω ανά τετραετία φτάνουν στο 197ο, ενώ υπότιτλος είναι οι αντίπαλοι του τελικού και το σκορ. Αναπόληση, μελαγχολία, πίκρα, διαψευσμένα όνειρα, ζωές που δεν ολοκληρώθηκαν, ζωές που θα μπορούσαν να είχαν γίνει έτσι, γεγονότα που νομίζαμε συγκλονιστικά και τόσο σύντομα τα σκέπασε η λήθη...το διάβασα χωρίς διακοπή, θα ' θελα να το συζητήσω με κάποιον, αλλά ποιον; Ίσως βρω καμιά κριτική σε κανένα blog...

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

ΤΥΠΩΘΗΤΩ

Τι ωραία στιγμή όταν επιτέλους έχεις τελειώσει το γράψιμο, έχεις τελειώσει την έρευνα (αν είχες έρευνα), έχεις ελέγξει και ξαναελέγξει το κείμενο, έχεις προβληματιστεί για μια λέξη (άραγε να βάλω προσκομίζει ή προσπορίζει), για μια λεπτομέρεια της γραφής, εδώ άραγε θέλει κόμμα ή όχι, να γράψω με κεφαλαίο ή μικρό το "Τέχνη" και τελικά, αφού το δεις και το ξαναδείς, αφού κάτσεις δίπλα από το σελιδωτή για ώρες, τελικά το παίρνεις απόφαση και λες: Τυπωθήτω. Ό,τι έγινε έγινε, από σένα τελείωσε η δουλειά, τα υπόλοιπα είναι του τυπογραφείου, θα δεις πλέον το "πόνημά" σου τελειωμένο σαν ένα νεογέννητο παιδί. Θα χαρείς βέβαια, αλλά η χαρά εκείνη δεν συγκρίνεται με την ανακούφιση, το ξαλάφρωμα, τη χαρά της ώρας του "τυπωθήτω". Γυρίζεις στο σπίτι σαν το μαθητή που έδωσε το τελευταίο μάθημα των εξετάσεων και μπρος του ανοίγεται το καλοκαίρι, και μπρος του είναι όλα τα σχέδια που έκανε όσο διάβαζε και έλεγε"όταν τελειώσουν οι εξετάσεις..." και οι εξετάσεις τελείωσαν και τώρα δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει απ' όσα σχεδίαζε και συχνά δεν κάνει τίποτα. Ξεκούραση. Θα το βγάλεις για λίγο απ' το μυαλό σου ως την ώρα που κάτι άλλο θ' αρχίσει να γεννιέται, στη σκέψη πρώτα, στο χαρτί (χαρτί;) μετά και το βάσανο θ' αρχίσει και πάλι. Για την ώρα όμως ας μείνω μόνο με τη σημερινή χαρά του "τυπωθήτω".

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006

21/6/2006 9.30΄μ.μ.
Μόλις γύρισα από μια όμορφη, λιτή, σύντομη εκδήλωση για το μοναδικό μυθιστόρημα του Κώστα Μόντη "Ο αφέντης Μπατίστας και τ' άλλα". Έγινε στο βιβλιοπωλείο "Κοχλίας" στη Λευκωσία με την ευκαιρία της μετάφρασής του στα Αγγλικά από την κόρη του ποιητή Στάλω Μόντη-Πουανκαρέ, η οποία και μίλησε για τις δυσκολίες της μετάφρασης και γενικά το έργο του μεταφραστή. Μίλησαν επίσης εισαγωγικά η Αντρούλα Ηλιοφώτου, εγώ παρουσίασα ττην ελληνική έκδοση και η Βέρα Κορφιώτου για το μεταφρασμένο βιβλίο. Ένα βιβλίο που είναι ταυτόχρονα ιστορία και παραμύθι και αυτοβιογραφία και βύθισμα στο παρελθόν του τόπου και προπάντων ένα ποιητικό μυθιστόρημα. Αξίζει να το ξαναακαλύψουν οι αναγνώστες αλλά και να ξαναεκδοθεί γιατί η έκδοση του 1980 (Ερμής) είναι εξαντλημένη. Υπάρχει βέβαια στα Άπαντα του ποιητή.