Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1921.

Δυο φορές στο παρελθόν είχα περάσει απ' έξω από το σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά. Ήθελα, αν και ήξερα ότι δεν επιτρεπόταν η είσοδος σ' αυτό, να δω έστω από μακριά το χώρο, το περιβάλλον, τους γύρο δρόμους, όπου έζησε και έγραψε αυτή η γυναίκα που υπήρξε για πολλούς της γενιάς μου ένας μύθος. Κι όταν πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι επιτέλους άνοιξε για το κοινό ως τμήμα του μουσείου Μπενάκη, στο οποίο είχε κληροδοτηθεί από την κόρη της Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δεν έχασα την ευκαιρία.
Πιο πολύ, βέβαια, η φαντασία αναπλάθει ό,τι υπήρξε κάποτε αυτό το σπίτι. Ο κήπος είναι κάπως παραμελημένος, ο τάφος της δεν είναι πια εδώ, τίποτα από την τότε επίπλωση του σπιτιού δεν σώζεται. Η συγκίνηση όμως δεν παύει να είναι μεγάλη. Στον επάνω όροφο φιλοξενούνται τα αρχεία Μπενάκη, προσιτά σε κάθε μελετητή. Στο ισόγειο, εκτός από το πωλητήριο, σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, έκθεση με ενθυμήματα σε μεταφέρει στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Δημοσιεύματα, πρώτες εκδόσεις των βιβλίων της, χειρόγραφά της, φωτογραφίες, το γενεαλογικό της δέντρο, σε κρατούν ώρα πολλή. Και τα μάτια βουρκώνουν καθώς διαβάζουμε το χειρόγραφο, αποχαιρετιστήριο σημείωμά της, πριν την αυτοκτονία: " 27 Απριλίου 1941. Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δε ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα".
Κανένα ανάγνωσμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό μετά απ' αυτή την επίσκεψη από το βιβλίο "Αναμνήσεις 1921", Επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, Ερμής 2007 (Δ΄ ανατύπωση), δώρο της φίλης ekt. Για μέρες βυθίστηκα σ' αυτό τον περασμένο πια καιρό. Ξαναζωντάνεψαν και με συντρόφεψαν πρόσωπα νεκρά εδώ και χρόνια. Έζησα το δράμα που παίχτηκε στις ψυχές τους, προπάντων στην ψυχή Εκείνης, ταξίδεψα συνεπαρμένη στην ατμόσφαιρα μιας μακρινής εποχής.
Η Πηνελόπη Δέλτα αρχίζει να γράφει αυτές τις αναμνήσεις το 1921, απευθυνόμενη αρχικά στην κόρη της Σοφία και στο τέλος γενικά στα παιδιά της, λέγοντας πως "είναι ένα βήμα στην καλλιέργεια της ανθρωπότητος", γιατί μόνο ο πόνος καλλιεργεί κι εδώ υπάρχει πόνος "σχεδόν αφάνταστος". Γυρίζει με την ανάμνηση πίσω στο 1905, όταν στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε με τον άντρα και τις τρεις κόρες της, έρχεται ως υποπρόξενος ο Ίων Δραγούμης. Εκείνη είναι 31 χρονών κι εκείνος 26. Γνωρίζονται, συναντιώνται σε διάφορες εκδηλώσεις ή σπίτια γνωστών, μια ιδιαίτερη φιλία ανθίζει. Τους ενώνει μια ψυχική συγγένεια, αλλά και οι κοινές ιδέες και οραματισμοί, προπάντων για τον αγώνα του Ελληνισμού για την υπόδουλη Μακεδονία. Η φιλία δεν αργεί να γίνει έρωτας. Όταν της το εξομολογείται εκείνος και όταν εκείνη συνειδητοποιεί τα δικά της αισθήματα του ζητάει να φύγει. Πάνω απ' όλα για κείνην μετράει η τιμή, η αξιοπρέπεια, η οικογένεια. Πράγματι, εκείνος ζητά μετάθεση και φεύγει. Σε μια βδομάδα όμως εκείνη δεν αντέχει, πάει στους γονείς της στην Κηφισιά, με την ελπίδα να τον ξαναδεί. Μόνοι τους συναντώνται μόνο σε κάποια πρωινά ραντεβού (6 η ώρα το πρωί) σ' ένα δάσος από πεύκα στην Κηφισιά. Είναι ίσως οι μόνες ευτυχισμένες στιγμές που έζησαν οι δυο τους. Βλέπουν το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται κι εκείνη αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Το επιχειρεί δυο φορές, αλλά σώζεται. Ξαναγυρίζει στον άντρα της και στα παιδιά της, ενώ εκείνος πηγαίνει στο Δεδεαγάτς, όπου έχει μετατεθεί. Μα κανένας τους δεν μπορεί να ξεχάσει. Αλληλογραφούν, ανταλλάσσουν τα ημερολόγιά τους και στο βιβλίο διαβάζουμε πλήθος αποσπάσματα επιστολών ή ημερολογιακών εγγραφών. Η απόσταση που τους χωρίζει δεν καταλαγιάζει το πάθος και τον έρωτα, προπάντων εκείνης. Σε μια κρίση ειλικρίνειας ομολογεί στον άντρα της τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Εκείνος αντιδρά, εξοργίζεται, της απαγορεύει να συνεχίσει να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του, της επιβάλλει να ζητήσει να της επιστρέψει ο Δραγούμης όλα τα γράμματά της και να τα κάψει.
Το 1906 η οικογένεια Δέλτα βρίσκεται στην Ευρώπη: Ελβετία, Αγγλία, Γερμανία, τόσο για τις επιχειρήσεις τους όσο και για να τύχει θεραπείας η Πηνελόπη που πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η αλληλογραφία με τον Δραγούμη συνεχίζεται, παρά την απαγόρευση. Κάποια στιγμή εκείνη ζητά από τον άντρα της διαζύγιο, πράγμα απαράδεχτο. Το τίμημα θα είναι να χάσει τα παιδιά της και οι γονείς της λένε πως προτιμούν να τη δουν νεκρή παρά να χωρίσει! Πόνος, θλίψη, αφάνταστο ψυχικό μαρτύριο δονούν την ταλαιπωρημένη της ψυχή. Στα 1908, ενώ βρίσκονται ακόμη στην Ευρώπη, η Δέλτα με τη συγκατάθεση του άντρα της συναντά για τελευταία φορά τον Δραγούμη στη Βιέννη. Διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τα παιδιά της και γυρίζει οριστικά πια πίσω.
Περιέγραψα πολύ συνοπτικά και πολύ εξωτερικά τα γεγονότα των "Αναμνήσεων", αλλά νομίζω ότι αδικώ το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές. Οι "Αναμνήσεις 1921" είναι βιβλίο εσωτερικό, βιβλίο σκέψεων και συναισθημάτων, είναι ο καθρέφτης μιας ψυχής βασανισμένης που μας ανοίγεται διάπλατα κι είναι στιγμές που ένιωθα ένοχη σαν να διάβαζα μια ξένη αλληλογραφία που η Δέλτα προόριζε μόνο για τα παιδιά της. Είναι γράμματα παθιασμένα, είναι σπαρακτικές ημερολογιακές εγγραφές, είναι το δράμα τριών ανθρώπων, του καλοσυνάτου, ευγενικού, μορφωμένου συζύγου της, που όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, του αισθαντικού, μοναξιασμένου, μελαγχολικού, κυριευμένου από την ιδέα του υπόδουλου Ελληνισμού Δραγούμη και προπάντων αυτής της ξεχωριστής γυναικείας φυσιογνωμίας που υπήρξε η Πηνελόπη Δέλτα. Είναι όμως και μια ολόκληρη εποχή, ζωντανεμένη με την απαράμιλλη γραφή της Δέλτα.


Βιβλιοφιλικό παιγνίδι

Παρόλο που δεν βρίσκω καμιά χρησιμότητα σ' αυτό το βιβλιοφιλικό παιγνίδι, εκτός ίσως από το να κυκλοφορήσουν στο διαδίκτυο τίτλοι βιβλίων, δεν μπορώ να αρνηθώ να συμμετάσχω, ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του αγαπητού librofilo (όπου μπορείτε να δείτε και τους κανόνες του παιγνιδιού).
Απλώνω λοιπόν το χέρι μου. Ποιο χέρι όμως; Αν απλώσω το δεξί πιάνω άλλο βιβλίο, παρά αν απλώσω το αριστερό! Τι να κάνω; Αποφασίζω υπέρ του δεξιού. Αγγίζω το βιβλίο της Jacqueline de Romilly "Τα ρόδα της μοναξιάς" (εκδ. Συνάψεις, 2007). Ανοίγω τη σ. 123:" Έστω κι έτσι όμως, συνεχίζει να μου προσφέρει καινούριες πάντα χαρές. Διαλέγω τυχαία μια μεριά, κάθομαι κατάχαμα για ν' αφομοιώσω καλύτερα τούτη τη ζωή και τούτο το φως, ανεβαίνω να δω αν απομένει ακόμη στο δεντροπερίβολο κανένα φρούτο που σώθηκε από τις κίσσες. Κάθομαι και πάλι στο πεζούλι της μεγάλης στέρνας μεταξύ δροσιάς και λιακάδας με τη σιωπηλή συντροφιά του νερού, όπου καθρεφτίζονται τα ψηλά δέντρα που τόσο αγαπούν οι σκίουροι".
Παραδίνω τη σκυτάλη και καλώ να συμμετάχουν στο παιγνίδι τους:
Mike
Ευαγγελία
Χριστίνα Παπαγγελή
Φοίβο από την Κύπρο
ekt

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

Το άλλο μισό μου πορτοκάλι

Λευτέρη Μαυρόπουλου, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι, Ίνδικτος, 2007.
Χώρος: Αρχίζει από ένα χωριό της Ανατολικής Μακεδονίας, μετατοπίζεται στη Θεσσαλονίκη, για λίγο στην Άνδρο, ύστερα στην Αθήνα και τελειώνει σ΄ένα εξοχικό σπίτι κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Χρόνος: 1936-2000
Φορείς του μύθου, μια φτωχή, πολυμελής οικογένεια σ' ένα καπνοχώρι της Μακεδονίας, που την αποτελούν ο πατέρας Μιχάλης, η μάνα Κατερίνα και τα έντεκα παιδιά τους. Μια ανεπιθύμητη δωδέκατη εγκυμοσύνη φέρνει στον κόσμο το 12ο παιδί, όταν ο πατέρας έχει πια πεθάνει, γι' αυτό και το παιδί παίρνει το όνομά του. Η μάνα συνήθιζε να μοιράζει στα 11 παιδά έξι πορτοκάλια και το περισσευούμενο μισό το έδινε στον πατέρα. Από εδώ και ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και ο ρόλος που θα διαδραματίσει το μισό αυτό πορτοκάλι αργότερα.
Είναι η εποχή της δικτατορίας του Μεταξά. Τους φτωχούς αγρότες εκμεταλλεύονται άγρια οι καπνέμποροι και οι μεσίτες. Ο πολυφαμελίτης Μιχάλης, χωρίς να είναι ενταγμένος κάπου, πάει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει οδηγίες και να οργανώσει τους αγρότες. Εκεί, σε μια διαδήλωση απεργών, συλλαμβάνεται, βασανίζεται φριχτά και πεθαίνει.
Περνούν δέκα χρόνια. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Κυριάκος, που είχε μείνει προστάτης της οικογένειας, ανεβαίνει αντάρτης στο βουνό και βρίσκει επίσης ένα φριχτό θάνατο. Ανατριχιαστική η σκηνή όπου ο μικρός Μιχάλης κουβαλάει σ' ένα σακί το κομμένο κεφάλι του αδερφού του για να το θάψουν. Ο Μιχάλης με τη βοήθεια του παπά του χωριού φυγαδεύεται και αφού μείνει για λίγο κοντά σ' ένα καπετάνιο-ψαρά, έρχεται στην Αθήνα, σπουδάζει και κάποια στιγμή αρχίζει να εκτελεί σπιούνους και ασφαλίτες (είμαστε ήδη στη δικτατορία του '67), εκδικούμενος τον πατέρα και τον αδελφό του. Σήμα κατατεθέν της ταυτότητάς του, ένα μισό πορτοκάλι που σφηνώνει στο στόμα των θυμάτων.
Στο τελευταίο μέρος η εκδικητική μανία εξικνείται "μέχρι τρίτης γενεάς", φτάνει στον εγγονό του πρώτου εκμεταλλευτή και βασανιστή, του Μηνά, ενώ αυτόχρονα εμπλέκονται και θέματα βαλκανικής μαφίας και οργανωμένου εγκλήματος. Το τέλος του μυθιστορήματος παραμένει ανοικτό. Τι απέγινε ο Μιχάλης και τα δυο δίδυμα αδέρφια που κάποια στιγμή συμμετέχουν στην εκδίκηση; Ποια θα είναι η πορεία του θύματος (εγγονού του πρώτου "θύτη"), όταν στην καταληκτήρια φράση λέει:" Τ' αδέρφια του Μιχάλη μου άνοιξαν μια πόρτα κι εγώ διάβηκα το κατώφλι. Το κατώφλι του τρόμου". Μήπως υπονοείται η συνέχιση του τρόμου και του κύκλου του αίματος;
Και ασφαλώς δεν είναι το μόνο ερώτημα που το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Λευτέρη Μαυρόπουλου (φιλόλογος, γεν. 1962) υποβάλλει στον αναγνώστη. Δικαιολογείται η αυτοδικία; Ο συγγραφέας ερμηνεύει, δικαιολογεί ή αναιρεί και παρωδεί τον κύκλο του μίσους; Η ενοχή κάποιων μπορεί να βαρύνει και τους απογόνους; Πώς βγαίνουμε από τον ανακυκλούμενο διχασμό; Τι σχέση έχει η σύγχρονη τρομοκρατία με ό,τι δίχασε γενιές Ελλήνων;
Ο Μαυρόπουλος πρωτοτυπεί και ως προς την αφηγηματική τεχνική. Η εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης γραφής δεν είναι ασφαλώς κάτι ασυνήθιστο. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι η εναλλαγή γίνεται εντελώς απροειδοποίητα, ξαφνιάζει τον αναγνώστη διεγείροντάς του το ενδιαφέρον. Και, επιπλέον, στο τρίτο μέρος, για αρκετές σελίδες δεν ξέρουμε ποιος μιλά.
Η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα είναι ακόμα ένα από τα θετικά του βιβλίου, αν και η ρεαλιστικότητα των βασανιστηρίων περιλαμβάνει σκηνές σαν εκείνες που οι τηλεοπτικές εκπομπές ενίοτε μας προειδοποιούν ότι "υπάρχουν σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν". Γενικά όμως, ένα πολύ ενδιαφέρον (για πολλούς λόγους) βιβλίο.
Για το ίδιο βιβλίο





Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο τρομοκράτης

Τζων Απντάικ, Ο τρομοκράτης, Καστανιώτης, 2007, μετ. Αύγουστος Κορτώ
Είναι το πρώτο βιβλίο του πολύ γνωστού και πολυβραβευμένου Αμερικανού συγγραφέα που διαβάζω και πιθανότατα δεν θα είναι και το τελευταίο. Ένα βιβλίο σύγχρονο, που κινείται μέσα στην καυτή επικαιρότητα της εποχής μας και που αποπειράται να διερευνήσει, να ψυχαναλύσει καλύτερα, τα κίνητρα αυτών που συνηθίσαμε να λέμε "καμικάζι" ή τρομοκράτες, που εκούσια θυσιάζουν τη ζωή τους, προκειμένου να σπείρουν την καταστροφή στον "εχθρό". Ενέργειες που μετά την 11η Σεπτεμβρίου τρομοκράτησαν ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως τις ΗΠΑ.
Ο ήρωας του Απντάικ είναι ο Άχμαντ, ένας 18χρονος νεαρός, τελειόφοιτος Λυκείου, γιος μιας Αμερικανίδας ιρλανδικής καταγωγής και ενός Αιγύπτιου μουσουλμάνου. "Είναι ένα ψηλό, λυγερόκορμο, μελαμψό αγόρι με μαύρο τζιν κι ένα απαστράπτον λευκό πουκάμισο". Αυτό το λευκό πουκάμισο επανειλημμένα επανέρχεται στην περιγραφή του συγγραφέα, τονίζοντας έτσι, πιστεύω, και την εσωτερική αγνότητα του νέου.
Τον πατέρα του σχεδόν δεν τον είχε γνωρίσει, μια και τους εγκατέλειψε από νωρίς και έχουν χαθεί τα ίχνη του. Η μητέρα, βοηθός νοσοκόμα αλλά και ερασιτέχνις ζωγράφος, ζει με το γιο της, δοσμένη όμως στην εξασφάλιση του επιούσιου και στην ικανοποίηση των καλλιτεχνικών και ερωτικών της ανησυχιών, δεν έχει και την καλύτερη επικοινωνία μαζί του.
Δυο κόσμοι αντιπαρατίθενται στο βιβλίο. Δυο κόσμοι που παλεύουν να κερδίσουν καθένας για λογαριασμό του το νεαρό Άχμαντ. Τους δυο κόσμους εκπροσωπούν από τη μια ο Τζακ Λιβάι, ο καθηγητής της Συμβουλευτικής, που προσπαθεί να κατευθύνει τον σοβαρό, μελετηρό νεαρό στο δρόμο των σπουδών κι από την άλλη ο ιμάμης Σάιχ που από την τρυφερή ηλικία των 11 χρόνων κατευθύνει τον Άχμαντ στο δρόμο του Κορανίου, της ισλαμικής πίστης, της περιφρόνησης και του μίσους για τους "απίστους".
Σ' αυτή την διελκυστίνδα ο Απντάικ δεν παίρνει θέση. Δεν μας παρουσιάζει τους δυο κόσμους σαν το καλό και το κακό. Ίσα-ίσα που έμμεσα ασκεί μια οξεία κριτική στον ίδιο τον "ελεύθερο" κόσμο, μέσα στον οποίο ζει. Ο καθηγητής Τζακ και η σύζυγός του Μπεθ είναι ένα ζευγάρι μεσήλικων Αμερικανών, βαριεστημένων, απογοητευμένων, εκείνος με "τη στενόμυαλη εβραϊκή του ηθική", εκείνη, τετράπαχη, περνά τις ώρες της μασουλώντας μπροστά στην τηλεόραση. Πολλές είναι οι σκόρπιες μέσα στο βιβλίο φράσεις και σκέψεις που δείχνουν μια απαξίωση του δυτικού τρόπου ζωής. "Είναι κι αυτή ένα θύμα της αμερικανικής λατρείας για ελευθερία, πάνω απ' όλα ελευθερία, μολονότι το τι μπορείς ή το τι πρέπει να κάνεις μ' αυτή την ελευθερία ποτέ δεν είναι σαφές" (σ. 206). Αλλού πάλι λέει: "Τα κομμούνια απλώς σου έκαναν πλύση εγκεφάλου. Ενώ τα κανάλια τα δικά μας, οι πολυεθνικές και τα δίκτυα, θέλουν να σου λειώσουν τον εγκέφαλο τελείως. Να σε κάνουν μηχανή που καταναλώνει-μια κοινωνία-κοτέτσι" (σ. 213).
Ούτε όμως, βέβαια, συμπαρατάσσεται με τον ιμάμη ο συγγραφέας. Θα 'λεγα πως είναι με το μέρος του αθώου, ωραίου, σοβαρού Άχμαντ. Μας τον παρουσιάζει ωραίο εξωτερικά, μελετηρό, αγνό, και παρόλο που προς στιγμή ελκύεται από μια συμμαθήτριά του, εντούτοις η πίστη του στο Κοράνι, η εξάρτησή του από τον ιμάμη, η θέλησή του να θυσιάσει ακόμα και τη ζωή του για την πίστη του, κυριαρχούν. Τελειώνοντας το σχολείο, αντί να κατευθυνθεί προς τις πανεπιστημιακές σπουδές που τον σπρώχνει ο σύμβουλός του, παίρνει άδεια οδήγησης φορτηγού, όπως τον συμβούλευε ο ιμάμης.
Η προετοιμασία του νεαρού Άχμαντ για να καταστεί μάρτυρας της πίστης του, σκορπώντας ταυτόχρονα τον όλεθρο σε όσο πιο πολλούς "απίστους" μπορεί, ολοκληρώνεται. Ο Απντάικ με πολλή μαεστρία (και με πολλή μελέτη του Κορανίου, πιστεύω) φωτίζει την ψυχολογική διεργασία που συντελείται στην ψυχή του νεαρού ήρωά του, την πορεία, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του ως τη στιγμή της πραγματοποίησης της τρομοκρατικής ενέργειας. Δεν θα αποκαλύψω το τέλος που πραγματικά πλημμυρίζει τον αναγνώστη με αγωνία ως προς το τι θα γίνει τελικά.
Το βιβλίο "Ο τρομοκράτης" μπορεί να δώσει αφορμή για πολύ προβληματισμό και πολλά είναι τα ερωτηματικά που γεννιούνται: Είναι απατεώνες εκείνοι που διδάσκουν, καθοδηγούν και επηρεάζουν τους νεαρούς που θυσιάζουν τη ζωή τους; Η θυσία γίνεται για την καταπίεση και την εκμετάλλευση που υφίσταται ο μουσουλμανικός κόσμος ή για την ισλαμική πίστη, όπως διαφαίνεται στο βιβλίο; Αυτά και άλλα ακόμη, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, το καθιστούν κι ένα βιβλίο προβληματισμού.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2008

Η γιορτή του τράγου

Πώς και γιατί μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη μια ιστορία που διαδραματίστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, σ' έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή; Τι μας νοιάζει εμάς για τις περιπέτειες και τις τύχες, τα βάσανα και τους καημούς ανθρώπων της Δομινικανής Δημοκρατίας που καλά-καλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται; Κι όμως εδώ έγκειται η αξία της μεγάλης λογοτεχνίας. Το τοπικό γίνεται παγκόσμιο, ό,τι έγινε σε μια εποχή καθίσταται διαχρονικό, τα πρόσωπα μιας άλλης χώρας, ενός άλλου πολιτισμού, μιας άλλης εποχής, γίνονται φορείς δικών μας σκέψεων και συναισθημάτων.
Σκέψεις που (όχι για πρώτη φορά) έκανα διαβάζοντας με αμείωτο ενδιαφέρον από την πρώτη ίσαμε την τελευταία σελίδα το μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα "Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥ" ( Καστανιώτης, 2002), που το αναζήτησα μετά που διάβασα "Το παλιοκόριτσο". (Το "Η πόλη και τα σκυλιά" , που θεωρείται κλασικό πια έργο της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, και που το είχα διαβάσει πριν χρόνια, δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση-ίσως δεν ήμουν αρκετά ώριμη γι' αυτό).
Χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να εξοικειωθείς με την τεχνική του Λιόσα σ' αυτό το βιβλίο. Εξελίσσεται σαν τρία διαφορετικά ρεύματα που κυλούν και εκβάλλουν στο ίδιο ποτάμι. Ξεκινά με την Ουρανία Καβράλ, κόρη του γερουσιαστή, υπουργού και στενού συνεργάτη του διχτάτορα Τρουχίλιο, η οποία το 1996 γυρίζει ύστερα από απουσία 35 χρόνων (είναι τώρα 49) στη γενέτειρά της, τον Άγιο Δομίνικο. Από την αρχή καθώς βλέπει τις αλλαγές στην πόλη, φαίνεται κάτι να την βασανίζει. Δεν τρέφει και τα καλύτερα συναισθήματα ούτε για την πόλη, ούτε για τον γέρο πια και άρρωστο πατέρα της. Τι κουβαλάει μέσα της, ποια αγιάτρευτη πληγή, θα το μάθουμε σιγά-σιγά με την πλήρη αποκάλυψη στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.
Το επόμενο κεφάλαιο αρχίζει με το ξεκίνημα μιας μέρας του δικτάτορα Τρουχίλιο. Είναι η 30η Μαΐου του 1961, που θα 'ναι και η τελευταία μέρα της ζωής του, αλλά βέβαια ούτε εκείνος ούτε εμείς το ξέρουμε ακόμα. Ακολουθεί μια τρίτη οπτική στο επόμενο κεφάλαιο, με επτά "συνωμότες" που το απόγευμα της ίδιας μέρας περιμένουν εκεί από όπου ξέρουν ότι θα περάσει ο διχτάτορας, που ακολουθεί πάντα το ίδιο αυστηρό, καθορισμένο πρόγραμμα κάθε μέρα.
Η αφήγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι την τελευταία, 502η σελίδα. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι ουσιαστικά δυο μέρες: Μια μέρα του Μάη του 1961 και μια μέρα της δεκαετίας του '90. Όμως ο δραματικός χρόνος διευρύνεται καλύπτοντας τα 31 χρόνια της δικτατορίας. Πλήθος τα πρόσωπα-αδύνατο να τα θυμάται κανείς όλα, πάμπολλες οι ανθρώπινες ιστορίες, τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, η ανίχνευση των αιτίων δημιουργίας των δικτατοριών, τα ατομικά και συλλογικά δράματα. Ένα-ένα τα πρόσωπα φωτίζονται, μέσα από τους χαρακτήρες προβάλλει όλη η βασανισμένη ιστορία αυτής της μακρινής και άγνωστης για μας νησιωτικής χώρας της Καραϊβικής, προπάντων τα χρόνια της δικτατορίας. Ο διχτάτορας Τρουχίλιο (ο "Τράγος", όπως τον αποκαλούσαν, εκτός από "Ευεργέτης", "Σωτήρας" κ.λπ.) κυριαρχεί. Το περιβάλλον, οι κόλακες, οι φανατικοί "Τρουχιλικοί", το διεφθαρμένο καθεστώς, οι ευνοημένοι συγγενείς, ο πλούτος που συγκέντρωσε η οικογένειά του, τα κακομαθημένα, σπάταλα, ανόητα παιδιά του (πόσο, αλήθεια θυμίζει η απονομή στο γιο του, όταν ακόμα ήταν παιδί, ανώτατου στρατιωτικού βαθμού τους "Αλεξανδρινούς βασιλείς" του Καβάφη-πόσο οι εποχές επαναλαμβάνονται!). Και πάνω απ' όλα οι σκληρές μέθοδοι επιβολής του καθεστώτος, οι μηχανορραφίες, οι δολοπλοκίες, τα βασανιστήρια. Η απεικόνιση μιας δικτατορίας που είναι σαν να φωτογραφίζει κάθε δικτατορία. Μια διχτατορία έρχεται, όπως υπόσχεται, να σώσει τον τόπο. "¨Ολοι θεωρούσαν τον Τράγο σωτήρα της Πατρίδας, αυτόν που έθεσε τέρμα στους πολέμους των τοπικών αρχόντων, στον κίνδυνο μιας καινούργιας εισβολής από πλευράς των Αϊτινών, αυτόν που έβαλε τέλος στην ταπεινωτική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες (...) και που, με την κυβέρνησή του έδωσε υπόσταση στη χώρα". Αλλά, βέβαια, το αληθινό πρόσωπό της δεν αργεί να φανεί, δημιουργώντας την αντίδραση, την απόφαση κάποιων να απαλλαγούν από τον τύραννο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά λέει ένας από τους συνωμότες που υπήρξε και αυτός τρουχιλικός, "Ο Τράγος είχε αφαιρέσει από τους ανθρώπους την ιερή ιδιότητα που τους είχε παραχωρήσει ο θεός: την ελεύθερη βούληση".
Το βιβλίο δεν σταματά με το θάνατο του Τρουχίλιο. Το καθεστώς δεν έπεσε εύκολα. Ένας-ένας οι εκτελεστές συλλαμβάνονται ή σκοτώνονται. Η περιγραφή των βασανιστηρίων όσων συνελήφθησαν για να αποκαλύψουν τους συνεργάτες τους είναι τόσο ρεαλιστική και αποτρόπαια που δεν αντέχεται.
"Η γιορτή του Τράγου" είναι μια γοητευτική ανάμιξη ιστορίας και φαντασίας. Δεν θα 'πρεπε να το διαβάσουν μόνο όσοι αγαπούν τη λογοτεχνία. Θα 'πρεπε να το μελετήσουν κι όσοι πιστεύουν ότι μια διχτατορία μπορεί να είναι σωτήρια για ένα τόπο κι όσοι ακόμα, αν και ζουν σε δημοκρατικά πολιτεύματα συμπεριφέρονται σαν διχτάτορες.
Δείτε και την παρουσίαση της Χριστίνας.



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008

Επικίνδυνες λέξεις

"Οι λέξεις είναι αθώες, αλλά γίνονται επικίνδυνες όταν δεν έχουμε συμφιλιωθεί με τη σημασία τους". Απάνω σε εφτά "επικίνδυνες" λέξεις στήνει τα εφτά κεφάλαια του βιβλίου της η Φιλομήλα Λαπατά (Καστανιώτης, 2007): Οικογένεια, Εξ αδιαιρέτου, Ζήλεια, Γάμος, Διαζύγιο, Φυγή, Συγγνώμη. Φορείς και ενσαρκωτές των "επικίνδυνων" λέξεων, μια μεγαλοαστική αθηναϊκή οικογένεια, με χρόνο έναρξης της ιστορίας το 1980. Βασικά πρόσωπα δυο δίδυμες αδελφές, η Μυρσίνη και η Αταλάντη, όμοιες εξωτερικά αλλά μ' ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Μέσα από την εναλλασσόμενη δική τους αφηγηματική οπτική παρακολουθούμε την εξέλιξη του μύθου, ενώ γύρω διαπλέκονται τα πρόσωπα της οικογένειας: Η εκατοντάχρονη γιαγιά Αμαλία Κορωναίου, μια δυναμική παρουσία, που σύντομα εγκαταλείπει τη σκηνή με το θάνατό της, θείοι και θείες, ξαδέλφια από πρώτους και δεύτερους γάμους, οι γονείς των διδύμων, ο γιατρός Αλέξανδρος Κορωναίος και η σύζυγός του, η καλλονή Ζαΐρα, διεθνές μοντέλο στα νιάτα της, μια πιστή οικονόμος, μακρινή συγγένισσα, που ο ρόλος της διαρκεί ως το τέλος του βιβλίου, και άλλα ακόμη.
Η Μυρσίνη και η Αταλάντη βρίσκονταν από μικρές σε μια διαρκή αντιπαλότητα και αντιζηλία. Η Μυρσίνη ήταν η "καλή" κόρη, η φρόνιμη, η σοβαρή, η άριστη μαθήτρια, που θα σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Η Αταλάντη είναι το αγοροκόριτσο, η ατίθαση, αυτή που ρίχνει κεραυνό έκπληξης στο σπίτι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου δηλώνοντας ότι θα σπουδάσει νοσοκόμα, πράγμα που θα κάνει και, εντασσόμενη στους "γιατρούς χωρίς σύνορα", θα ζήσει στα πιο επικίνδυνα μέρη του πλανήτη.
Η πορεία της ζωής της Μυρσίνης είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής μιας "καλής" κόρης. Μετά τις σπουδές της εργάζεται σε μια γκαλερί και παντρεύεεται έναν ωραίο αστροφυσικό, τον Παύλο.
Μεγάλη έμφαση δίνεται από τη συγγραφέα στον θρυλικό έρωτα των γονιών των δυο κοριτσιών, έναν έρωτα τόσο δυνατό που να αφήνει σε δεύτερη μοίρα την ανατροφή των διδύμων και που ο θάνατος του ενός θα οδηγήσει σύντομα και στο θάνατο του άλλου.
Η αφηγηματική δεινότητα της Λαπατά παρασύρει τον αναγνώστη, αλλά βρήκα το βιβλίο κατώτερο από τις "Κόρες του νερού", το μόνο άλλο μυθιστόρημά της που έχω διαβάσει. Οι "Επικίνδυνες λέξεις" ξεκινούν ωραία με την οικογενειακή συγκέντρωση για να γιορταστούν τα εκατόχρονα της γιαγιάς. Είναι επίσης πολύ επιτυχώς δοσμένοι οι χαρακτήρες του έργου. Σιγά-σιγά όμως το μυθιστόρημα κλίνει προς το προβλεπτό και το μελό. Όταν, για παράδειγμα, η Αταλάντη σ' ένα από τα ταξίδια της συναντά σ' ένα αεροδρόμιο έναν ωραίο άγνωστο, κουβεντιάζουν για ώρα και χωρίζουν χωρίς να πουν τα ονόματά τους, εύκολα μαντεύουμε όχι μόνο ποιος θα είναι, αλλά και τη συνέχεια που θα στηριχτεί στην αιώνια αντιπαλότητα με τη Μυρσίνη.
Ομολογώ ότι διάβασα χωρίς διακοπή το βιβλίο. Όταν όμως το έκλεισα, είπα: "Ε, και λοιπόν;"


Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2008

Το όρος της σιωπής

Κυριάκος Μαρκίδης, Το όρος της σιωπής (Αναζητώντας την Ορθόδοξη Πνευματικότητα), Διόπτρα, 2004.
Το βιβλίο αυτό πρωτοεκδόθηκε στα Αγγλικά με τίτλο "The Mountain of Silence). Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι, όπως λέει και ο υπότιτλος, ένα βιβλίο πνευματικής αναζήτησης. Ο συγγραφέας, Κύπριος, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Mein, αρχίζει το βιβλίο μιλώντας μας για την εσωτερική πορεία που ακολούθησε ο ίδιος, από τον αγνωστικισμό της πρώτης περιόδου της ζωής του, στις ανατολικές θρησκείες και στον υπερβατικό διαλογισμό, και από εκεί, μετά από μια επίσκεψη το 1991 στο Άγιον Όρος, στη χριστιανική πνευματικότητα. Η ζωή του, όπως λέει, άλλαξε άρδην μετά την επίσκεψή του εκεί και τη γνωριμία του μ' ένα Κύπριο, Αγιορείτη μοναχό, τον πατέρα Μάξιμο. Ψευδώνυμο, όπως και για πολλά άλλα πρόσωπα στο βιβλίο, αλλά που για μας εδώ στην Κύπρο είναι εύκολα αναγνωρίσιμα.
Ο Μαρκίδης αποφασίζει να επιστρέψει στο Άγιον Όρος και να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική ζωή, πώς ζουν, τι πιστεύουν οι μοναχοί, τι είναι γενικά η χριστιανική μυστικιστική παράδοση. Στο μεταξύ ο πνευματικός του καθοδηγητής, π. Μάξιμος, έρχεται στην Κύπρο ως ηγούμενος μοναστηριού, κι έτσι ο Μαρκίδης, επωφελούμενος της εκπαιδευτικής του άδειας, το 1997 φθάνει κι εκείνος στο νησί. Συναντά τον Μάξιμο, γίνεται σωφέρ του και στις πολύωρες συζητήσεις τους, πότε οδηγώντας το αυτοκίνητο, άλλοτε σε μακρινούς περιπάτους, άλλοτε καθισμένοι ήρεμα στη σκιά ενός δέντρου, μυείται όλο και περισσότερο στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
Εκείνο που καθιστά πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Μαρκίδη, είναι η σχεδόν μυθιστορηματική παρουσίαση των ιδεών του. Όχι μόνο γιατί διακρίνεται από έντονο βιωματικό χαρακτήρα, αλλά και γιατί είναι γεμάτο από ζωηρούς διαλόγους, περιγραφές χώρων, ακόμα και ιστορικά στοιχεία. Κυρίαρχη προσωπικότητα ο π. Μάξιμος, με τον οποίο ο συγγραφέας διαλέγεται, προβάλλει αντιρρήσεις, εκπροσωπώντας τον επιστημονικό ορθολογισμό, αλλά ταυτόχρονα ακούει προσεκτικά τον λόγο του, ενώ τον παρακολουθεί σ' όλη την πνευματική και κοινωνική του δράση στο νησί. Θέματα όπως η γνώση του Θεού, η αγιότητα και τα θαύματα, η δύναμη της προσευχής, οι άγγελοι και οι δαίμονες, οι κακοί λογισμοί και άλλα, συζητούνται μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον των βουνών της Κύπρου.
Δεν μπορώ να πω ότι με έπεισε η επιχειρηματολογία του π. Μαξίμου, ούτε ότι μετέβαλα τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης μου. Όμως, βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, γραμμένο με τρόπο ελκυστικό, με σχεδόν μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, με ωραίες περιγραφές, που μας βοηθά να κατανοήσουμε κάπως τον μοναστικό τρόπο ζωής και σκέψης.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2008

Ο κύριος Επισκοπάκης

Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης-Η εξομολόγηση ενός δειλού, Καστανιώτης, 2007.
Διάβασα το σύντομο αυτό μυθιστόρημα (νουβέλα το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του), όταν πήρε το βραβείο αναγνωστών του Ε.ΚΕ.ΒΙ. για το 2007, περίεργη να δω γιατί το επέλεξαν οι αναγνώστες. Η απορία μου παραμένει και μετά την ανάγνωσή του, που γίνεται μέσα σε δυο ώρες το πολύ. (Να μην παρεξηγηθώ. Με κανένα τρόπο δεν συνδέω την αξία ενός βιβλίου με τον όγκο του).
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας, ο Άγγελος Επισκοπάκης, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο και με μικρό παιδί, εξιστορεί την ερωτική σχέση του με την Αντιγόνη, μια οδοντίατρο, παντρεμένη και αυτή και με τρία παιδιά. Οι εβδομαδιαίες συναντήσεις τους κάθε Πέμπτη, που ο λιμενικός άντρας της έχει υπηρεσία, διακόπτονται από την παρεμβολή ενός Βούλγαρου μετανάστη, που με μαγνητοσκοπημένες τις συναντήσεις του παράνομου ζευγαριού, τους εκβιάζει, με αποτέλεσμα η Αντιγόνη να εγκαταλείψει τον Άγγελο και να στρέψει την εξωσυζυγική της δραστηριότητα στον αμόρφωτο, δύσμορφο, άξεστο Βούλγαρο. Κι όμως, δεν είναι ξεκάθαρο αν η στροφή της αυτή είναι αποτέλεσμα μόνο του εκβιασμού και όχι μιας πραγματικής προτίμησης. Θα επιστρέψει για λίγο και πάλι στον αφηγητή, αλλά στην πρότασή της να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να ζήσουν μαζί, εκείνος αρνείται. Η Αντιγόνη ξαναγυρίζει στον Βούλγαρο. Και ο σύζυγος, ειδοποιημένος από τον πρώτο εραστή, σκοτώνει το παράνομο ζευγάρι (Αντιγόνη-Βούλγαρο) καταλήγοντας στη φυλακή.
Δεν ξέρω γιατί άρεσε τόσο αυτό το βιβλίο. Παρά τις εγκωμιαστικές κριτικές, παρά το βραβείο αναγνωστών, αρνούμαι να δω σ' αυτό όλο το βάθος που του αποδίδουν, βρίσκοντας μάλιστα συμβολικότητα στα ονόματα (Άγγελος-άγγελος θανάτου, Επισκοπάκης-επισκοπεί τα πάντα, Αντιγόνη-αγέρωχη, αλαζονική [αλήθεια, τι ομοιότητα μπορεί να έχει η πολλαπλώς μοιχαλίδα με την αρχαία ηρωίδα (!)], ο Βούλγαρος Χελιδονόπουλος-φέρνει την Άνοιξη(!), Σωτήρης ο σύζυγος-ποιον σώζει;).
Κατά τη γνώμη μου είναι ένα ανάγνωσμα που κρατά μεν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά μήπως το ενδιαφέρον των αναγνωστών ή ακροατών δεν κρατούν και όλα τα σκανδαλοθηρικά δημοσιεύματα και εκπομπές; Είμαι άραγε υπερβολικά αυστηρή στην κρίση μου, ή μήπως δεν κατάλαβα το "βαθύτερο νόημα" του βιβλίου; Είμαι έτοιμη να δεχτώ οποιοδήποτε αντίλογο.
Υ.Γ. Και μια άσχετη σκέψη που συχνά με απασχόλησε διαβάζοντας διάφορες κριτικές. Γιατί πρέπει να μπλεκόμαστε μέσα σε μαιάνδρους της σκέψης του κριτικού, γιατί λείπει η σαφήνεια και η απλότητα; Για παράδειγμα πόσες φορές πρέπει να διαβάσει κανείς την άποψη "η πικρή γεύση της αποτυχίας του ανθρώπου να ξεπεράσει την καρναβαλική έκφανση και να ουσιώσει το αγαθό είναι κι εδώ διάχυτη" και άλλες ανάλογες, για να καταλάβει τι θέλει να πει ο κριτικός;


Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Αντισταθείτε με ένα ποίημα

Ανταποκρινόμενη στην ευγενική πρόσκληση της Εαρινής Συμφωνίας να αναρτήσουμε το αγαπημένο μας ποίημα, γράφω ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Είναι τόσο πολλά αυτά που αγαπώ, που δυσκολεύτηκα πολύ στην επιλογή. Κατέληξα όμως σ' ένα ποίημα του δικού μας (Κύπριου) Κώστα Μόντη που σε λίγο κλείνουν τέσσερα χρόνια από το θάνατό του.
ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
"ανεπτυγμένοι" κι "υποανάπτυκτοι",
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που τη ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει κι αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μα σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μποστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ' τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς-τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδελφοί μου!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα

Πρωτάκουσα γι΄αυτό το βιβλίο του Γερμανού Thomas Vogel (Κριτική, 2003) σε μια συναρπαστική διάλεξη του Τεύκρου Μιχαηλίδη (συγγραφέα του "Πυθαγόρεια εγκλήματα") που έδωσε πριν από λίγο καιρό εδώ στην Κύπρο και που είχε θέμα τη Μαθηματική Λογοτεχνία. Διάβασα ύστερα την παρουσίαση της Χριστίνας Παπαγγελή που στο σχόλιό μου ότι ψάχνω το βιβλίο κάπως με απογοήτευσε λέγοντάς μου ότι η έκδοση είναι εξαντλημένη. Το βρήκα όμως τελικά. Το διάβασα ένα κρύο γενναριάτικο απόγευμα απολαμβάνοντάς το στη ζεστασιά του σπιτιού, μια ατμόσφαιρα σε τέλεια αρμονία με το βιβλίο. Ένα βιβλίο που σε μεταφέρει στη χώρα των παραμυθιών ξανακάνοντάς σε παιδί. Νόμιζα πως άκουα τη γιαγιά μου ή μια θεία μου που διηγόταν πολύ όμορφα φανταστικές ιστορίες. Ένιωσα διαβάζοντάς το σαν να έπινα καθαρό, δροσερό νερό από βουνίσια πηγή. Έχει μια αθωότητα, μια αγνότητα καιρού αλλοτινού. Κι ανάμεσα στα παραμύθια μπλεγμένη και η γοητεία των αριθμών.
Τοποθετείται χρονικά στα 1770 περίπου. Ένας νεαρός, ο Μανουέλ, από τη Βόρεια Πορτογαλία έρχεται στην Κοΐμπρα να σποδάσει μαθηματικά με τη σκέψη ακόμα στον παππού του Μιγκέλ, που ήταν ένας καταπληκτικός παραμυθάς και που είχε πρόσφατα πεθάνει. (Τι σύμπτωση κι αυτή, να συναντώ μυθιστορηματικά την Πορτογαλία για δεύτερη φορά μέσα σε λίγο διάστημα μετά το εξαιρετικό "Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα!)
Ο Μανουέλ αναπτύσσει μια ιδιαίτερα φιλική σχέση με τον καθηγητή του και οι συζητήσεις τους πλημμυρίζουν πότε από μαθηματικά και πότε από τις ιστορίες του παππού, που ο εγγονός διηγείται εξίσου ωραία. Ο νεαρός είχε πάντα την περιέργεια να μάθει πώς τέλειωνε η τελευταία ιστορία που ο παππούς δεν πρόλαβε να τελειώσει, καθώς πέθανε ενώ τη διηγόταν. Θα μάθει το τέλος στην τελευταία σελίδα, όταν ζωή και φαντασία, μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα, "Το ένα συναντάει το άλλο", όπως συνήθιζε να λέει ο καθηγητής του.
Πέρα από τις όμορφες συζητήσεις δασκάλου-μαθητή γύρω από την αφήγηση και τα μαθηματικά, τα κεφάλαια του βιβλίου είναι επίσης τιτλοφορημένα με αριθμούς σύμφωνα με την ακολουθία του Φιμπονάτσι (κάθε αριθμός είναι το άθροισμα των δύο προηγούμενων: 1,2,3,5,8,13 κ.ο.κ. Δεν κατάλαβα όμως την παρεμβολή των αριθμών 10 και 15 που σπάζουν την ακολουθία).
Και τελικά, πώς συνδέονται τα μαθηματικά με τη λογοτεχνία; "Ο παππούς συμπλήρωσε με σιγανή και βαθιά φωνή, σαν να του έλεγε ένα μυστικό:"Με τα γράμματα και τις λέξεις φτιάχνουμε παραβολές, με τους αριθμούς στα μαθηματικά φτιάχνουμε εξισώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις το πρόβλημα είναι να βρούμε τη λύση".


Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

Ελ Γκρέκο, Ο ζωγράφος του Θεού

Δημήτρης Σιατόπουλος, Ελ Γκρέκο, ο ζωγράφος του Θεού, Καστανιώτης, 2007 (πρώτη έκδοση 1977)
Δεν είδα την πολυδιαφημισμένη ταινία, προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο πάνω στο οποίο είναι βασισμένη. Παρόλο ότι μου αρέσουν πολύ οι βιογραφίες, η συγκεκριμένη δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε ιδιαίτερα, αν και αναφέρεται σ΄ένα καλλιτέχνη που πολύ με συγκινεί. Δεν λέω ότι το βιβλίο είναι χωρίς ενδιαφέρον, θα πω όμως στο τέλος τις επιφυλάξεις μου.
Ο συγγραφέας αρχίζει παρουσιάζοντάς μας το νεαρό Δομήνικο (ή Μενέγο, όπως τον έλεγαν στην Κρήτη) να έχει ήδη αποκτήσει φήμη καλού ζωγράφου στο Ηράκλειο της βενετοκρατούμενης Κρήτης. Ήδη ζει από την τέχνη του, που πρωτοδιδάχτηκε στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης. Έχει δεσμό με μια όμορφη νεαρή, την Αρετή, αλλά ούτε γι' αυτήν ούτε για καμιά άλλη γυναίκα ως το τέλος της ζωής του θα δεχτεί να δεθεί με τα δεσμά του γάμου, παρόλο ότι στην Ισπανία θα συνδεθεί με τη Χουανίτα, θα ζήσει μαζί της σχεδόν 40 χρόνια και θ' αποκτήσει ένα γιο.
Ήδη όμως η αφοσίωση στην τέχνη, η λαχτάρα για νέους ορίζοντες τον οδηγεί το 1566 από την Κρήτη στη Βενετία. Ο ξακουστός ζωγράφος Τιτσιάνο, στον οποίο απευθύνεται αρχικά, αρνείται να τον δεχτεί ως μαθητευόμενο στο εργαστήρι του, λέγοντας: "Βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά η ζωγραφική σου από τις δικές μας τεχνοτροπίες. Βλέπω σ' αυτήν τα δεσμά της μάνας σου γης. Ολόκληρη την κρητοβυζαντινή παράδοση. Με τα πολυαγαπημένα σας κίτρινα και τις τέμπερες. Δεν μπορείς να δουλέψεις μαζί μας, νέε μου. Έχεις ταλέντο. Κι αν αλλάξεις γραμμή κάποια μέρα κάπου θα φτάσεις. Τα φτερά των αγγέλων δεν χρειάζεται να είναι τόσο γνήσια, φτάνει να φαίνονται ωραία."
Η γνωριμία και ο δεσμός του με μια άλλη κοπέλα, τη Λάουρα, θα σταθεί αφορμή να γνωρίσει έναν άλλο μεγάλο ζωγράφο, τον Μπασάνο, κοντά στον οποίο και θα εργαστεί. Θα τον δεχτεί αργότερα και ο Τιτσιάνο, ενώ παράλληλα ο Δομήνικος δουλεύει και μόνος του, στο δικό του εργαστήρι, με τη δική του τεχνοτροπία.
Εγκαταλείπει τη Λάουρα και τη Βενετία και με μια άλλη γυναίκα τώρα, τη Φραντζέσκα, φεύγουν για τη Ρώμη. Σύντομα κι εκεί στερεώνεται κι απλώνεται η φήμη του. Κι είναι ανάμεσα στους ζωγράφους που συνεδριάζουν για να αποφασίσουν πάνω στην επιθυμία του Πάπα να σκεπαστούν τα γυμνά σώματα που παριστάνονται στα φρέσκο της Καπέλα Σιξτίνα! Η αιρετική άποψη του Θεοτοκόπουλου και η εξαιτίας της διαγραφή του από το συνδικάτο των ζωγράφων ίσως στάθηκε η αφορμή για να εγκαταλείψει τη Ρώμη για τη Μαδρίτη και την Ισπανία. Εκεί θα ζήσει ως το τέλος της ζωής του ζωγραφίζοντας αδιάκοπα, πότε για προσωπικές παραγγελίες, πότε για το ανεγειρόμενο τότε μοναστηροπάλατο, το Εσκοριάλ (τι κρίμα που όταν πήγα εκεί ή δεν μας δόθηκε αυτή η πληροφορία ή εγώ δεν έδωσα σημασία, να προσέξω καλύτερα το ναό του Αγίου Λαυρεντίου κι όλα τα άλλα έργα του μεγάλου Κρητικού) και πότε βέβαια στο Τολέδο, το οποίο γίνεται η μόνιμη πατρίδα του ως το 1614 που πεθαίνει.
Από τα θετικά του βιβλίου είναι η αναφορά σε πάρα πολλούς πίνακες. Ωραίες στιγμές είναι επίσης οι απόψεις του για την τέχνη του (σ. 245) ή ακόμα οι σκηνές όπου υπερασπίζεται αυτή την τέχνη τόσο στη συζήτηση για την Καπέλα Σιξτίνα, όσο και κατά τη δίκη στην οποία βρέθηκε σε αντιπαράθεση με τη Μητρόπολη του Τολέδο, που αρνείτο να τον πληρώσει για τη σύνθεση "Εσπόλιο".
Οι επιφυλάξεις μου για το βιβλίο αφορούν δύο σημεία: Πρώτο, τους διαλόγους που υπεραφθονούν στο μυθιστόρημα. Η αφθονία τους νομίζω μειώνει την αξιοπιστία της βιογραφίας. Ίσως να οφείλεται στα τόσο ελλιπή στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του Θεοτοκόπουλου ή γιατί αρχικά το μυθιστόρημα παρουσιάστηκε ως θεατρικό κείμενο για το ραδιόφωνο (1975).
Η δεύτερη επιφύλαξή μου αφορά το ύφος και τη γλώσσα. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η ανάμειξη Κρητικών λέξεων και εκφράσεων, τη στιγμή που δεν μπορούμε να αναπλάσουμε ακριβώς τον προφορικό λόγο. Ούτε συμφωνώ με την εν μέρει ποιητική γραφή του Σιατόπουλου (π.χ. λέξεις όπως "θαμεύτηκε", "ανιδέαστη", "θραψεράδα¨" ή το υπερβατό σχήμα κ.λπ.). Γενικά θα προτιμούσα λιγότερο φανταστικό στοιχείο και περισσότερο ρεαλιστικό, επικεντρωμένο στους πίνακες, αδιάψευστους, διαχρονικούς μάρτυρες του μεγαλείου του Ελ Γκρέκο.


Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

Η ακολουθία της Οξφόρδης

Γκιγέρμο Μαρτίνες, Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ, Πατάκης, 2004, μετ. Ελισώ Λογοθέτη.
Ο συνδυασμός της οξφορδιανής πανεπιστημιακής ατμόσφαιρας με τη στέρεα λογική των μαθηματικών και την προσπάθεια εξιχνίασης μιας σειράς φόνων είναι πραγματικά εκρηχτικός. Η απόλαυση της ανάγνωσης μεγεθύνεται, το βιβλίο (δυστυχώς γι' αυτή την περίπτωση όχι ογκώδες) δεν μπορείς να το αφήσεις πριν εξιχνιάσεις το μυστήριο, ακολουθώντας μαζί με τους ήρωες του μυθιστορήματος τα "κλειδιά" που σου δίνονται σε μια μαθηματική ακολουθία.
Ένας νεαρός μαθηματικός από την Αργεντινή (εμφανή εδώ τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του Μαρτίνες), φθάνει στην Οξφόρδη με υποτροφία ενός χρόνου. Μένει σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο μιας πολύ ηλικιωμένης κυρίας, η οποία ζει με την εγγονή της. Λίγες μέρες αργότερα η ηλικιωμένη κυρία βρίσκεται δολοφονημένη. Το πτώμα ανακαλύπτουν ο νεαρός ενοικιαστής και ο Άρθουρ Σέλντομ, ένας διάσημος καθηγητής μαθηματικός, φίλος της οικογένειας της νεκρής. Ο Σέλντομ είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα σ' ένα βιβλίο του με τις μαθηματικές ακολουθίες, στο οποίο είχε περιλάβει κι ένα κεφάλαιο για τους κατά συρροήν δολοφόνους, βιβλίο το οποίο είχε ευρύτατη κυκλοφορία. Ο νεαρός Αργεντινός (που είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής) μαζί με τον Σέλντομ, καθώς βέβαια και τον αστυνομικό επιθεωρητή, προσπαθούν να εξιχνιάσουν τη δολοφονία. Σύντομα θα ακολουθήσει και άλλη, ενώ μια σειρά από σημειώματα που αφήνει ο δολοφόνος και που σχετίζονται με σύμβολα (πρώτα ένας κύκλος, ύστερα ένα αφαιρετικό σχήμα ψαριού, μετά ένα τρίγωνο) οδηγούν τη σκέψη των δυο μαθηματικών στους Πυθαγορείους και στην αναμονή του τέταρτου φόνου, που σύμφωνα με τη μαθηματική αυτή ακολουθία θα είναι η τετρακτύς (ο αριθμός 10, το άθροισμα δηλ. του 1+2+3+4).
Δεν είναι όμως μόνο η αστυνομική πλοκή του βιβλίου που προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι συζητήσεις, η φιλοσοφική θεώρηση των μαθηματικών, άλλες αστυνομικές ιστορίες που παρεμβάλλονται στις συζητήσεις και στην προσπάθεια εξιχνίασης των φόνων. "Ναι, υπάρχει μια θεωρητική αναλογία ανάμεσα στα μαθηματικά και στην εγκληματολογία: και οι δυο κάνουμε υποθέσεις", είναι μια άποψη που διατυπώνεται, για να ακολουθήσει βέβαια και η διάκριση της διαφοράς μεταξύ τους.
Το τέλος, απροσδόκητο όπως σ' όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά που θα μπορούσε ο προσεκτικός αναγνώστης να είχε υποπτευθεί. Δεν μπορώ βέβαια να ισχυριστώ ότι καταλαβαίνω πλήρως το θεώρημα του Γκέντελ ή του Φερμά, για τα οποία γίνεται λόγος στο βιβλίο, όμως ο Γκιγέρμο Μαρτίνες, μαθηματικός ο ίδιος, παγιδεύοντάς μας με την αστυνομική πλοκή, μας γοητεύει ταυτόχρονα με τα μαθηματικά του.






Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

Ο "Μεσσίας" του Γκορ Βιντάλ

Τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο δεν έχουν καμιά σχέση με τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των ημερών, εκτός ίσως μόνο για να την ανατρέψουν. Αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο του Γκορ Βιντάλ ("Μεσσίας", εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006, μετ. Δημήτρης Ελευθεράκης), ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς (γεν. 1925), χάρις στον φίλτατο librofilo. Ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά θα συμφωνήσω μάλλον με τον Αθήναιο, που σχολιάζοντας την παρουσίαση του librofilo έγραψε: "όχι και να κόψω τις φλέβες μου". Ίσως, αν το διαβάζαμε τότε που πρωτοεκδόθηκε (1954), να μας έκανε άλλη εντύπωση. Από μια άποψη είναι ένα προφητικό βιβλίο, αλλά τίποτα από όσα αναφέρει δεν στηρίζεται σε μελλοντικές ανακαλύψεις ή εφευρέσεις. Η τηλεόραση, στην οποία οφείλεται κυρίως η μεγάλη απάτη που έστησαν οι ήρωές του, ήταν ήδη γνωστή, αν και βέβαια λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν τη διάδοση και την απίστευτη δύναμη που θα αποκτούσε στην εποχή μας.
Με συντομία η υπόθεση. Ένας υπέργηρος συγγραφέας και ιστορικός, ο Ευγένιος Λούθερ, ζει με άλλο όνομα στην Αίγυπτο και, γράφοντας τα απομνημονεύματά του, θυμάται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του πενήντα χρόνια πριν. Αναπολεί μια πρόσκληση από μια πλούσια, ιδιόρρυθμη κυρία, την Κλαρίσα, στο σπίτι της οποίας γνωρίζει κι ερωτεύεται την ΄Αιρις Μόρτιμερ. Εκείνη του κάνει λόγο για ένα νεαρό, υπάλληλο γραφείου κηδειών, που έχει το χάρισμα να γοητεύει με το λόγο του το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Λέγεται Τζον Κέιβ (John Cave), αρχικά του οποίου ονόματος (J. C.) ευθέως παραπέμπουν στο Jesus Christ. Πρόκειται για ένα άγνωστης προέλευσης, με ελλιπή μόρφωση νεαρό, που όσοι τον ακούν δεν θυμούνται σχεδόν τίποτε από όσα είπε, παρά μόνο τη γοητεία που ένιωσαν και το κεντρικό μήνυμα της διδασκαλίας του: "Μονάχα ένα μήνυμα έχω να μεταδώσω στους ανθρώπους, κι αυτό έιναι το πώς να πεθαίνουν χωρίς φόβο, με χαρά, πώς να αποδεχτούν το μηδέν γι' αυτό που είναι καθεαυτό, ένας μακρύς και ανονείρευτος ύπνος".
Σύντομα γύρω από τον Κέιβ στήνεται μια ολόκληρη οργάνωση. Εκτός από την Κλαρίσα, την Άιρις, τον Λούθερ, επιστρατεύεται ένας ικανότατος διαφημιστής κι ένας άσημος, αλλά πλούσιος λόγω γάμου και με πολλές γνωριμίες συγραφέας, ένας επικοινωνιολόγος θα λέγαμε σήμερα, μια πεντάδα που οργανώνει όλη τη γιγάντια επιχείρηση. Ο Κέιβ μαγεύει, με τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση επηρεάζει ολοένα και μεγαλύτερο κοινό, κασέτες με τις ομιλίες του, που άλλοι βέβαια του γράφουν, κυκλοφορούν παντού, ομάδες οπαδών σχηματίζονται, επικεφαλής εκπαιδεύονται, παντού σ' όλη την Αμερική διαδίδεται ο Κεϊβιτισμός και η αντίδραση του Χριστιανισμού που απειλείται, ενδυναμώνει ακόμα περισσότερο το κίνημα. Και, ασφαλώς, το αποτέλεσμα της βασικής διδασκαλίας περί εθελούσιου θανάτου δεν αργεί να έρθει. Πολλοί αρχίζουν να αυτοκτονούν, πράγμα που η πεντάδα επίσης εκμεταλλεύεται, δημιουργώντας χώρους και τρόπους για ήρεμη και ευχάριστη αποχώρηση από τη ζωή.
Ο ιστορικός της παρέας, αυτός που στα πρόθυρα του θανάτου, ζώντας άγνωστος στην Αίγυπτο, αναπολεί και αφηγείται, είχε αρχίσει να έχει τις επιφυλάξεις και αντιρρήσεις του για το δρόμο που πήρε το κίνημα (το όνομά του, Λούθερ-Λούθηρος ασφαλώς δεν είναι τυχαίο). Οι αντιδράσεις θα οδηγήσουν σ' ένα δραματικό τέλος, όχι όμως και στο τέλος του Κεϊβιτισμού.
Η προσπάθεια του Βιντάλ να απομυθοποιήσει όλα τα μαζικά, θρησκευτικά ή άλλα κινήματα, αλλά και όλες τις εξ αποκαλύψεως θρησκείες είναι προφανής. Τα πρόσωπα και τα σύμβολά του είναι παρμένα από τον Χριστιανισμό. Όχι μόνο τα αρχικά του ονόματος του ήρωά του (J.C.) αλλά και το ίδιο το όνομα (Cave=σπηλιά) παραπέμπουν στο Χριστό. Η πιστή, αφοσιωμένη μαθήτρια επίσης. Ο Τζον Κέιβ, όπως και ο Χριστός δεν έγραψε τίποτα. Το όνομα του Πολ (Παύλος) Χίμελ, του διαφημιστή στον οποίο οφείλεται η όλη οργάνωση, δεν νομίζω ότι είναι άσχετο με το όνομα του Αποστόλου Παύλου. Αλλά και η ανάγκη της θυσίας του ίδιου του Κέιβ για πλήρη εμπέδωση της καινούριας θρησκείας πόσο διαφέρει από την ανάγκη θυσίας του Χριστού;
Στη χριστιανική παρωδία παρεμβαίνει (και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα πώς τα συσχετίζει) και η ιδέα του κειμενογράφου του Κέιβ για την ανατροφή των παιδιών, ιδέα βέβαια κλεμμέμη από τον Πλάτωνα. Δηλ. η ιδέα όχι μόνο της επιβολής της ευγονίας, αλλά και της αφαίρεσης των παιδιών από τους γονείς αμέσως μόλις γεννηθούν και η ανάθεσή τους στο κράτος.
Το βιβλίο δεν με ενόχλησε από τον θρησκευτικό, εικονοκλαστικό του χαρακτήρα. Απλώς νομίζω ότι μειώνεται η λογοτεχνική του αξία με το να οικειοποιηθεί γνωστά θρησκευτικά σύμβολα. Λειτουργεί εν μέρει προφητικά, το βρίσκω ενδιαφέρον, πολύ κατώτερο όμως από τον "Θαυμαστό καινούριο κόσμο" του Χάξλεϋ ή το "1984" του Όργουελ, βιβλία πραγματικά προφητικά, που εξακολουθούν να μας εκπλήττουν και να μας γοητεύουν.


Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007

"Ο φάρος" της Π. Ντ. Τζέιμς

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα υπήρξαν πάντα μια κρυφή αγάπη και αδυναμία μου. Έχω διαβάσει σχεδόν όλη την Άγκαθα Κρίστι, όσα έργα του Μάικλ Κόνελι έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, βεβαίως όλα του δικού μας Μάρκαρη, για να περιοριστώ στους πιο αγαπημένους μου. Το πιο πρόσφατο ανάγνωσμά μου απ' αυτή την κατηγορία είναι "Ο φάρος" της Π. Ντ. Τζέιμς (Καστανιώτης, 2007). Αγαπημένη κι αυτή συγγραφέας στο είδος του αστυνομικού, μου έχει χαρίσει πολλές στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης και έχω διαβάσει αρκετά δικά της, όπως "Περίπτωση δικαιοσύνης", 2000, "Τεχνάσματα κι επιθυμίες", 2002, "Θάνατος στην Ιερατική Σχολή, 2004 (όλα στον Καστανιώτη), καθώς και το εξαιρετικό "Τζούλιαν" (Πατάκης, 1995), έργο πιο πολύ επιστημονικής φαντασίας παρά αστυνομικό.
Δεν προτίθεμαι, βέβαια, να υπερασπιστώ την από πολλούς αμφισβητούμενη λογοτεχνική αξία των αστυνομικών ιστοριών, που άλλωστε στις μέρες μας έπαψαν να είναι απλώς αστυνομικές ιστορίες με δολοφόνους-ενόχους-αποκάλυψη-τιμωρία και προσέλαβαν πολλά άλλα στοιχεία, κοινωνικά, ψυχολογικά, επιστημονικά κ.λπ. [Για όσους ενδιαφέρονται παραπέμπω στη χρησιμότατη έκδοση "Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος" (Άγρα, 1986), όπου βρίσκουμε συγκεντρωμένα δοκίμια γνωστών και καταξιωμένων συγγραφέων γύρω από το αστυνομικό μυθιστόρημα].
Η Π. Ντ. Τζέιμς (γεν.1920) θα μπορούσε να θεωρηθεί η άξια διάδοχος της Άγκαθα Κρίστι. Στο αγγλικό περιβάλλον διαδραματίζονται τα έργα της (αν και σε νεότερη βέβαια εποχή), συχνά στην αγγλική ύπαιθρο, την κοινωνία αυτής της χώρας καθρεφτίζουν, τη δική της αστυνομία, τη δική της ατμόσφαιρα και ανθρώπινες σχέσεις.
Στο "Ο φάρος" βρισκόμαστε σ΄ένα απομονωμένο, μικρό, ιδιόκτητο νησί στ΄ ανοιχτά της Κορνουάλης, το οποίο ο τελευταίος ιδιοκτήτης μεταβίβασε σε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, με σκοπό να φιλοξενούνται εκεί για σύντομα χρονικά διαστήματα άνθρωποι της πολιτικής, της επιστήμης, των τεχνών, επιχειρηματίες, γενικά άνθρωποι που ασκούσαν υψηλά καθήκοντα και δύσκολη ζωή, ώστε να απολαμβάνουν εκεί διαλείμματα ασφάλειας και ηρεμίας, για να συνεχίζουν το δύσκολο έργο τους.
Σ' αυτό το ειδυλλιακό νησί (η ομοιότητα με τους περίφημους "Δέκα μικρούς νέγρους" της Άγκαθα Κρίστι σταματά εδώ) με τους λίγους φιλοξενούμενους και το απαραίτητο υπηρετικό προσωπικό, με την πλήρη απομόνωση από τον έξω κόσμο, ένας επιφανής συγγραφέας βρίσκεται κρεμασμένος από το κιγκλίδωμα του εκτός λειτουργίας πια φάρου. Ο ντετέκτιβ Νταλγκλίς, μόνιμος ήρωας της Τζέιμς, μαζί με δυο βοηθούς του στέλλεται στο νησί για διαλεύκανση της υπόθεσης. Και εν πρώτοις, πρόκειται για έγκλημα ή αυτοκτονία; Ανακρίσεις, συζητήσεις, υποθέσεις, σχέσεις και χαρακτήρες των προσώπων που ζουν στο νησί, ωραίες περιγραφές του τοπίου ή των καιρικών συνθηκών, αναμμένα τζάκια, τσάγια και δείπνα, υποψίες για το δολοφόνο και βεβαίως μια δεύτερη δολοφονία, γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου και τις ώρες της ανάγνωσής μας.
Θα το χαρακτήριζα κλασικό του είδους, αν και έχω μια επιφύλαξη ως προς τον τρόπο αποκάλυψης του ενόχου. Μου φάνηκε ότι δεν προετοιμάστηκε επαρκώς το έδαφος, ότι η αποκάλυψη έρχεται ως τρόπον τινά "επιφοίτηση" στον Νταλγκλίς και όχι με στοιχεία διάσπαρτα από πριν, που θα μπορούσε να είχε προσέξει ο αναγνώστης, τεχνική στην οποία η Άγκαθα παραμένει αξεπέραστη.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007

Φόρος τιμής στην Άννα Μαρία Σελίνκο

Δεν ξέρω πόσοι από τους νεότερους ξέρουν ή πόσοι από τους παλαιότερους θυμούνται το όνομα της Άννα Μαρία Σελίνκο, της αυστριακής συγγραφέως που υπήρξε ό,τι γοητευτικότερο στα χρόνια της εφηβείας μας. Είχα διαβάσει, θυμάμαι, πάνω από μια φορά τα μυθιστορήματά της "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", "Ήμουν ένα άσχημο κορίτσι", "Σήμερα παντρεύεται ο άντρας μου". Η αισιοδοξία και ο χαρακτήρας, καθώς βέβαια και η καλή τύχη, της Τώνη Χούμπερτ στο "Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα", ομολογώ ότι στάθηκε οδηγός ζωής για μένα και από τότε μου γεννήθηκε η αγάπη για το ραδιόφωνο, που δεν με έχει εγκαταλείψει ως τώρα. Κρατάω ακόμα μια κιτρινισμένη, μισοδιαλυμένη έκδοση του 1954 (εκδόσεις "Κ.Μ") με πρόλογο και μετάφραση του Άρη Δικταίου, που γράφει, ανάμεσα σ' άλλα: "Η Selinko είναι κάτι σαν πρόσωπο θρύλου, μ' εντελώς ακαθόριστα χαρακτηριστικά. Πόσων χρονών είναι; Πού και πώς έζησε και ζει; Τι άλλο έγραψε, τι γράφει; Δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα απολύτως, εκτός από ένα μόνο: πως ό,τι έγραψε είναι απολύτως γοητευτικό και πως αν είναι σήμερα γνωστότατη η άγνωστη αυτή γυναίκα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στη γοητεία των βιβλίων της". Και πιο κάτω σημειώνει: "Και τι συνιστά, αλήθεια, τη γοητεία αυτή;" για να απαντήσει ο ίδιος: "η δροσιά, το καλωσυνάτο κέφι, η όμορφη, φιλοπαίγνιδη κι αισιόδοξη διάθεση, η χαρούμενη πίστη της Selinko σε μια θεία, αλλά παράλογη Πρόνοια. Στοιχεία, όλ' αυτά, χαρακτηριστικά της θηλυκής εφηβείας". Ούτε και σήμερα, ψάχνοντας στον αχανή κόσμο του διαδικτύου μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία, παρά μόνο ότι γεννήθηκε στη Βιέννη το 1914, παντρεύτηκε ένα διπλωμάτη, πήγε στη Σουηδία το 1943 και δούλεψε για τον Ερυθρό Σταυρό. Αυτά!
Δεν ξέρω τι νοσταλγούσα αποφασίζοντας να διαβάσω σήμερα το μυθιστόρημά της "Ντεζιρέ". Ίσως γιατί δεν το θυμόμουν καλά, ίσως γιατί βγήκε σε ακόμα μια καινούρια έκδοση (Ωκεανίδα, 2002), ίσως (και υποσυνείδητα) να έψαχνα να βρω κάτι από τη μαγεία που μου δημιουργούσαν τα βιβλία της στα χρόνια της εφηβείας.
Η "Ντεζιρέ" είναι η ιστορία της ζωής μιας όμορφης, νεαρής κοπέλας, κόρης ενός εμπόρου μεταξωτών από τη Μασσαλία, που στα 15 της χρόνια γνωρίζει τον Ναπολέοντα, όταν εκείνος ήταν ακόμα ένας άσημος στρατιωτικός, τον ερωτεύεται. Κι εκείνος της δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια, φεύγει όμως για το Παρίσι, κυνηγώντας τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του. Η Ντεζιρέ τον ακολουθεί. Ο γάμος του με την Ιωσηφίνα θα την γεμίσει με απογοήτευση, αλλά ένας άλλος αξιωματικός, ο Ζαν Μπατίστ Βερναδότης θα την ερωτευτεί, θα την παντρευτεί και, χρόνια αργότερα, θα γίνει ο ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της Σουηδίας και η Ντεζιρέ βεβαίως βασίλισσα. Παράλληλα η αδελφή της Ντεζιρέ παντρεύεται τον αδελφό του Ναπολέοντα κι έτσι η μεταξύ τους επαφή δεν χάνεται.
Το βιβλίο καλύπτει χρονικά τα ταραγμένα χρόνια 1795-1823. Μέσα από τη ματιά της Ντεζιρέ, που μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο κρατώντας ημερολόγιο, παρακολουθούμε όλη την πορεία της καταπληκτικής αυτής φυσιογνωμίας, του Ναπολέοντα. Πρόσωπα ιστορικά εκτός από τον Ναπολέοντα παρελαύνουν στο βιβλίο: Η οικογένειά του, τ' αδέλφια του (στα οποία μοίραζε τίτλους και βασίλεια λες και ήταν παιγνίδια), η μητέρα του, η Ιωσηφίνα, η δεύτερη γυναίκα του η Μαρία Λουίζα της Αυστρίας, η βασιλική οικογένεια της Σουηδίας, πολιτικά πρόσωπα όπως ο Ροβεσπιέρος, ο Ταλλεϋράνδος, καλλιτέχνες όπως ο Μπετόβεν κ. ά. Παρακολουθούμε την ευρωπαϊκή ιστορία των χρόνων αυτών μέσα από το φακό της Ντεζιρέ, τις μάχες, πάντα από τα μετόπισθεν, τη ζωή των σαλονιών και των δεξιώσεων, την άνοδο και την πτώση του τρομερού ανθρώπου, του Ναπολέοντα, για τον οποίο η Ντεζιρέ δεν έπαψε να νιώθει τρυφερά αισθήματα, όχι χωρίς ανταπόδοση. Το πραγματικό σμίγει με το φανταστικό στη γραφή της Σελίνκο σε βαθμό που δύσκολα τα ξεχωρίζει κανείς.
Γραμμένο το 1951 η "Ντεζιρέ" είναι βιβλίο μιας άλλης εποχής. Όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο, αλλά και ως προς τον τρόπο γραφής. Είναι ένα κλασικό, ευθύγραμμο μυθιστόρημα, χωρίς βαθιά νοήματα και προβληματισμούς. Αφήγηση απλή, αν όχι απλοϊκή, εξιστόρηση γεγονότων, περιγραφή συναισθημάτων, απόδοση χαρακτήρων με τρόπο απλό και κατανοητό. Βιβλίο μέσα από το οποίο ο αναγνώστης με ευχάριστο τρόπο μαθαίνει ή ξαναθυμάται ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Πριν από μερικά χρόνια ένας πολύ γνωστός κριτικός (και λογοτέχνης) από την Αθήνα ήρθε στη Λευκωσία για μια διάλεξη. Ενώ θέμα της ομιλίας του ήταν οι σύγχρονες τάσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, το μεγαλύτερο μέρος της ήταν μια προσπάθεια να "θάψει" το βιβλίο "Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα" (ήταν πολύ της μόδας τότε). Μεταξύ άλλων είπε πως τέτοια βιβλία και οι συγγραφείς τους είναι καταδικασμένοι στην εξαφάνιση με το πέρασμα του χρόνου. Και έθεσε το ρητορικό ερώτημα:" Ποιος θυμάται τώρα τη Σελίνκο;" Ήθελα να του πω "Ναι, κύριε Κ., πολλοί τη θυμούνται, όχι μόνο αναγνώστες αλλά και εκδοτικοί οίκοι που επανεκδίδουν τα βιβλία της, ενώ τα δικά σας λογοτεχνικά έργα ούτε οι σύγχρονοι τα γνωρίζουν".


Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Ένα εξαιρετικό Περουβιανό "Παλιοκόριτσο"

Δεν είναι καθόλου εύκολο να αφηγηθεί κανείς την υπόθεση του "Παλιοκόριτσου". Κάθε προσπάθεια υπονομεύει την τεχνκή του συγγραφέα, τις ανατροπές και τα απρόοπτα με τα οποία, μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο, προχωρεί η αφήγησή του. Θα δώσω επομένως σε πολύ γενικές γραμμές το θέμα του βιβλίου, ελπίζοντας ότι δεν προδίνω το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα και δεν μειώνω το ενδιαφέρον του πιθανού αναγνώστη.
Τι είναι ο έρωτας; Μπορεί να είναι έρωτας μια εμμονή σ' ένα πρόσωπο που στοιχειώνει τη ζωή σου, που το συναντάς αραιά και πού, που σε εγκαταλείπει για να παντρευτεί άλλους, που σου χαρίζει μόνο στιγμές ευτυχίας, που για χρόνια δεν έχεις νέα του, που καταφεύγει σε σένα μόνο στις δύσκολές του στιγμές, που σε γεμίζει ψέματα μια ζωή; Κι όμως αυτό το δυνατό αίσθημα μας περιγράφει καθηλώνοντάς μας ο Περουβιανός Μάριο Βάργκας Λιόσα στο μυθιστόρημά του "ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΟΡΙΤΣΟ" (Καστανιώτης 2007, μετ. Μαργαρίτα Μπονάτσου). Σ' αυτή τη 40χρονη σχεδόν πορεία μετακινούμαστε από το Περού στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Τόκιο, στη Μαδρίτη, χώροι που γίνονται το κέντρο δράσης και που ζωντανεύουν αριστοτεχνικά μεταφέροντάς μας στην ατμόσφαιρά τους, στο κλίμα της εποχής, σε γεγονότα και στιγμές ιστορικές: Τα επαναστατικά κινήματα, το κίνημα των χίπις, αναφορές σε λογοτεχνικά ή θεατρικά έργα της εποχής, η πρώτη εμφάνιση του AIDS που ακόμα δεν είχε πάρει όνομα, η ζωή στο Λονδίνο, αλλά προπάντων στο Παρίσι, το οποίο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ο Λιόσα, οι αλλαγές, πολιτικές και άλλες που έχουν γίνει στη χώρα του, παρεμβάλλονται ή μάλλον είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η παράξενη σχέση του Ρικάρντο με το "παλιοκόριστσο".
Το μυθισρόρημα αρχίζει στο Περού, στο Μιραφλόρες της Λίμα, το καλοκαίρι του 1950. Ο νεαρός Ρικάρντο ζει τα μυθικά χρόνια της εφηβείας σε μια ατμόσφαιρα που δεν διαφέρει πολύ από την εφηβεία του καθενός μας. Μια μικρή Χιλιανή, η Λίλι, που εμφανίζεται εκέινο το καλοκάιρι στη γειτονιά τον αναστατώνει. Την ερωτεύεται, αλλά εκείνη, αφού αποδειχτεί ότι δεν ήταν Χιλιανή, θα εξαφανιστεί από τη ζωή της γειτονιάς το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε.
Ο Ρικάρντο δεν έχει μεγαλεπήβολα όνειρα και στόχους. Όνειρό του είναι μόνο να μπορέσει να ξεφύγει από το Περού και να ζήσει στο Παρίσι. Τη δεκαετία του '60 τον συναντάμε εκεί. Είναι η εποχή των επαναστατικών κινημάτων, η εποχή που η Κούβα προσπαθεί να "εξαγάγει" την επανάστασή της. Δεκάδες νέοι απο Λατινοαμερικάνικες χώρες καταφεύγουν εκεί για εκπαίδευση, αλλά λόγω του αποκλεισμού της Κούβας περνούν μέσω του Παρισιού. Ο Ρικάρντο, χωρίς ο ίδιος να μετέχει, βοηθάει όσο μπορεί. Τότε θα ξανασυναντήσει τη Λίλι ως Αρλέτ τώρα, προορισμένη να πάει στην Κούβα, όχι γιατί πιστεύει στην επανάσταση, αλλά γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τη χώρα της. Από εκεί θα γυρίσει παντρεμένη με ένα Γάλλο διπλωμάτη. Θα ξανασυδεθεί με τον Ρικάρντο για να τον εγκαταλείψει ξαφνικά κι αυτόν και τον Γάλλο σύζυγό της. Χρόνια αργότερα, ο Ρικάρντο, που έχει γίνει μεταφραστής και διερμηνέας, επάγγελμα που τον φέρνει σε διάφορες χώρες, δουλεύοντας σε συνέδρια και διασκέψεις, θα τη συναντήσει ως σύζυγο ενός Άγγλου αριστοκράτη. Η σχέση του Ρικάρντο με το Παλιοκόριτσο είναι ιδιόμορφη. Εκείνος είναι ξετρελαμένος μαζί της. Εκείνη δέχεται τον έρωτά του με παθητικότητα, με αδιαφορία, θα 'λεγε κανείς, δεν τον αποκρούει, αλλά είναι έτοιμη κάθε στιγμή να τον εγκαταλείψει, να φύγει με κάποιον που θα της εξασφαλίσει πλούτο και δύναμη. Αυτό θα γίνεται σ' όλο το μυθιστόρημα ως το τέλος, που βέβαια δεν θα αποκαλύψω. Κάθε φορά εκείνος πονάει, του παίρνει καιρό να συνέλθει, κάποτε φτάνει στα όρια της αυτοκτονίας, ορκίζεται στον εαυτό του ότι δεν θα την ξαναδεχτεί, αν εκείνη γυρίσει, κι όμως κάθε φορά υποκύπτει στο πάθος του γι' αυτή την παράξενη κοπέλα.
Αναρωτήθηκα, διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα που πραγματικά το απόλαυσα, αν ο έρωτας και η μεταφορά της δράσης από μια πόλη σε άλλη μέσα από απίθανες συμπτώσεις, ήταν απλώς το πρόσχημα για να πει άλλα πράγματα ο συγγραφέας. Να μιλήσει για μια εποχή, την εποχή του, να κρίνει πολιτικές καταστάσεις και κινήματα. Ότι και να 'ναι, μας έδωσε ένα ελκυστικό ανάγνωσμα.


Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2007

Το όπλο του σπιτιού

Ομολογώ ότι το βιβλίο της βραβευμένης με Νόμπελ (1991) Νοτιοαφρικάνας Ναντίν Γκόρτιμερ "ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ" (Καστανιώτης 2000, μετ. Θοδωρής Τσαπακίδης) δεν με τράβηξε από τις πρώτες σελίδες του. Το άρχισα, αλλά το παράτησα για άλλα, πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα. Όταν, μη έχοντας τίποτε άλλο για διάβασμα, το ξανάπιασα και πρχώρησα λίγο περισσότερο από τις πρώτες σελίδες, μαγεύτηκα. Όχι μόνο δεν μπορούσα με τίποτε να το αφήσω απ' τα χέρια μου ώσπου να φτάσω στην τελευταία γραμμή του κειμένου, αλλά απορούσα με τον ίδιο τον εαυτό μου πώς και δεν είχα καταλάβει από την αρχή τη γοητεία του. (Ποιος ξέρει, ίσως η διάθεση της στιγμής, ίσως γιατί βρήκα πιο "τραβηχτικά" τα άλλα που ξεκίνησα, γιατί το 'χω το κουσούρι ν' αρχίζω δυο-τρία βιβλία ταυτόχρονα).
Υπάρχει στην αρχή μια αοριστία στο θέμα, υπάρχουν πρόσωπα προσδιορισμένα μόνο με το αυτός\αυτή, δεν μπαίνεις αμέσως στο νόημα. Η αοριστία στο ύφος, οι διάλογοι χωρίς σαφή υποδήλωση για το ποιος μιλά, η άμεση μετάβαση από τον διάλογο στην ενδιάθετη σκέψη ή το σχόλιο της συγγραφέως, συνεχίζονται σε όλο το βιβλίο. Αλλά όταν ο αναγνώσης εξοικειωθεί, αυτό ακριβώς το ύφος και η τεχνική γίνονται τελικά μέρος της γοητείας του βιβλίου.
Το βασικό θέμα, ένας φόνος και μια δίκη, γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνονται πλήθος άλλα θέματα: Η ζωή στη Ν. Αφρική μετά την κατάργηση του άπαρτχαϊντ, αλλά και αναφορές στο πριν, το έγκλημα και η τιμωρία, το αμφιλεγόμενο θέμα της θανατικής ποινής, η θρησκευτική πίστη και ο ορθολογικός ανθρωπισμός, ο έρωτας και η φιλία, οι γονείς και ο άγνωστος κόσμος των παιδιών τους, σκέψεις και προβληματισμοί, ενώ το δικαστικό θρίλερ στο οποίο εξελίσσεται το βιβλίο σε ελκύει ακαταμάχητα.
Ένα ήσυχο βράδυ, ενώ ο Χάραλντ και η γυναίκα του Κλόντια, έχοντας τελειώσει το δείπνο τους, παρακολουθούν τηλεόραση, ένας άγνωστος, φίλος του γιου τους, όπως λέει, τους αναγγέλλει ότι ο γιος τους, ο 27χρονος Ντάνκαν, έχει συλληφθεί για φόνο. Φόνο ενός συγκάτοικου και φίλου του. Οι γονείς κεραυνοβολούνται. Αμφιβολία για την ενοχή δεν υπάρχει, ο ίδιος έχει ομολογήσει. Πώς είναι δυνατόν; Πώς μπορεί το δικό τους παιδί που το έχουν αναθρέψει με κάθε φροντίδα, με πολλή αγάπη, με κατανόηση (μορφωμένοι γονείς, ανώτερο διοικητικό στέλεχος ο πατέρας, γιατρός η μητέρα, το ίδιο το παιδί αρχιτέκτονας), να έχει διαπράξει φόνο; Τόσο λίγο λοιπόν ήξεραν το παιδί τους;
Ο δικηγόρος που προσλαμβάνεται, ο Χάμιλτον Μοτσαμάι, είναι μαύρος, εξαιρετικά ικανός, σπουδασμένος στην Αγγλία, που η παρουσία του στην υπόθεση αλλά και μια πρόσκληση στο σπίτι του γίνεται ακόμα μια αφορμή για αναφορά στο ρατσισμό, στο πρώην και νυν καθεστώς της Ν. Αφρικής. Αργά, σταδιακά, μέσα από πολλές οπτικές, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη το δράμα που παίχτηκε το βράδυ της Παρασκευής, 19ης Ιανουαρίου 1996, σ' ένα σπίτι όπου συγκατοικούσαν τρεις φίλοι με ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ενώ στο σπιτάκι του κήπου συζούσε ο Ντάνκαν με τη φίλη του Νάταλυ. Ένα δράμα, όχι μόνο στις εξωτερικές του εκδηλώσεις αλλά και στις ψυχές αυτών των νέων που τους συνέδεαν ποικίλες σχέσεις. Ιδιαίτερα αναλύεται η ψυχοσύνθεση της κοπέλας, μιας προβληματικής, νευρασθενικής, που ο Ντάνκαν είχε σώσει από απόπειρα αυτοκτονίας, και βεβαίως του ίδιου του Ντάνκαν. Το βράδυ εκείνο ο Ντάνκαν με "το όπλο του σπιτιού", ένα όπλο που το είχαν για προσασία σ' αυτή τη δύσκολη εποχή, σκότωσε τον Καρλ, έναν από τους τρεις συγκάτοικους, με τον οποίο μάλιστα είχαν μια ιδιαίτερη σχέση, όταν τον είδε να κάνει σεξ με την Νάταλυ. Δεν τον σκότωσε αμέσως. Πέρασε μια ολόκληρη μέρα κλεισμένος στο σπιτάκι και στον εαυτό του. Επομένως ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα; Η δίκη με την εξέταση των μαρτύρων, με τις αγορεύσεις των δικηγόρων, αλλά προπάντων όταν ο πρόεδρος του διακστηρίου συνοψίζει για να εκδώσει την απόφασή του, κορυφώνουν την αγωνία του ακροατηρίου και μαζί του αναγνώστη.
Πριν όμως από τη δίκη του Ντάνκαν, η Γκόρτιμερ μας περιγράφει μια άλλη ενδιαφέρουσα δίκη. Είναι μια προσφυγή για να κηρυχτεί ο νόμος της θανατικής ποινής αντισυνταγματικός, και επομένως να καταργηθεί. Τα υπέρ και τα κατά προβληματίζουν, αλλά την τελική απόφαση η συγγραφέας έντεχνα μας αποκρύπτει, παρ' όλο που ο μαύρος δικηγόρος εμφανίζεται βέβαιος ότι η θανατική ποινή θα καταργηθεί.
Το κεντρικό και κεφαλαιώδες ερώτημα που θέτει το βιβλίο παραμένει: Πώς φτάνει ένας φιλήσυχος, μορφωμένος, σωστά αναθρεμμένος νέος, στο φόνο; Μήπως πέρα από τους γονείς, ευθύνεται και το γενικόττερο κοινωνικό περιβάλλον της βίας και του εγκλήματος, που αν δεν υπήρχε δεν θα καθιστούσε και την ύπαρξη του "όπλου στο σπίτι" απαραίτητη; Τι συμβαίνει στην ψυχή και στο νου του δολοφόνου τη στιγμή που πατάει τη σκανδάλη; "Να μπορούσε να βρεθεί κάτι στους λοβούς του εγκεφάλου που να εξηγεί πώς όλοι, αυτοί όπως κι αυτός, μπορούν να κάνουν αυτά τα πράγματα. Μπορούν να συνεχίζουν να τραυματίζουν, να κακοποιούν και, τελικό στάδιο όλων αυτών, να σκοτώνουν".
Το επιλογικό κεφάλαιο της Γκόρτιμερ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας (ως Έλληνες και ως εκπαιδευτικούς). Μιλάει, σκέφτεται μάλλον, ο Ντάνκαν. Στη βιβλιοθήκη της φυλακής βρίσκει μια μετάφραση της Οδύσσειας. Τη διαβάζει. Τον σταματάει η σκηνή όπου ο Οδυσσέας στέλλει τη σαΐτα του να καρφωθεί στο λαιμό του Αντίνοου την ώρα που σήκωνε το ποτήρι του να πιει. Είναι σαν να διαβάζει την περιγραφή του φόνου που ο ίδιος έχει διαπράξει. "Δεν έχω τελειώσει το βιβλίο, δεν ξέρω πώς ο Οδυσσέας επανόρθωσε αυτό που έκανε", λέει, και το ίδιο αναρωτιέται για τον εαυτό του. Να βρει ένα τρόπο να συμφιλιώσει το θάνατο με τη ζωή.


Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

Τρεις μέρες στη Μόσχα


Κάπως ετεροχρονισμένο το ποστ αυτό. Έστω και αργά καταγράφω κάποιες εντυπώσεις από το καλοκαιρινό μου ταξίδι.
Την έζησα στα παιδικά και νεανικά μου χρόνια σαν τη φοβερή, κλεισμένη πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» πόλη, σαν το σύμβολο της αθεΐας και της ανελευθερίας, σαν την πλήρη αντίθεση στο Δυτικό κόσμο, στον οποίο νιώθαμε να ανήκουμε και το να την επισκεφθώ δεν τολμούσα να ονειρευτώ. Τη ζούσα όμως (και μπορώ να πω τη συμπαθούσα) μέσα από τη λογοτεχνία, μέσα από τα αθάνατα έργα των μεγάλων δημιουργών της. Και τώρα, να ‘μαι εδώ, σε μια Μόσχα που δεν ήταν αυτό που φαντάστηκα αλλά και που καθόλου δεν με απογοήτευσε..
Η Ρωσία είναι και δεν είναι ό,τι υπήρξε στο παρελθόν. Δεν είναι πια η υπερδύναμη, η Μητερούλα των λαών, ο νοητός παράδεισος εκατομμυρίων ανθρώπων που με αίμα αγωνίστηκαν να επιβάλουν και στις δικές τους χώρες το κομμουνιστικό της καθεστώς, εξακολουθεί όμως να είναι μια μεγάλη χώρα, και μια δύναμη που ολοένα αυξάνει την επιρροή της στο παγκόσμιο σκηνικό. Δεν είναι πια ούτε η τσαρική Ρωσία με τις τάξεις των ευγενών και δουλοπάροικων. Είναι όμως η Ρωσία των εκατομμυριούχων και των πάμπτωχων που αγωνίζονται να επιβιώσουν ξενιτευόμενοι ή με την πενιχρή τους σύνταξη. Δεν υπάρχουν παλάτια ως κατοικίες προνομιούχων, διατηρούνται όμως ως μουσεία, ως κρατικές υπηρεσίες και προπάντων ως προσοδοφόρες πηγές συναλλάγματος με τις ορδές των τουριστών να συμβάλλουν σ’ αυτό. Το εθνικό νόμισμα της χώρας, το ρούβλι και οι υποδιαιρέσεις του, τα καπίκια, υπάρχουν, αλλά πλάι σ’ αυτά το δολάριο και, προπάντων το ευρώ, κυκλοφορούν ελεύθερα σαν να είναι νομίσματα της χώρας. Η Ρωσία δεν είναι πια η χώρα της καχυποψίας, της στέρησης της ελευθερίας, της λογοκρισίας. Εξακολουθεί όμως να είναι η χώρα των διατυπώσεων και μια νοοτροπία «κρατισμού» διακρίνεται ακόμα στη συμπεριφορά των κατοίκων, μια κάποια αργοπορία, κάποτε και αδιαφορία για την εξυπηρέτηση του ξένου.
Είναι άραγε καλύτερα ή χειρότερα τώρα; Πολλοί από τους παλαιότερους νοσταλγούν το παλιό καθεστώς. Τους βόλευε το ότι το κράτος είχε να φροντίσει για τα πάντα κι ακόμα συχνά αυτό περιμένουν. Οι νεότεροι απολαμβάνουν την ελευθερία, αλλά και πληρώνουν το τίμημα γι’ αυτό. Η απόκτηση στέγης είναι τώρα πολύ δυσκολότερη (έστω κι αν η παλιά παραχωρούμενη από το κράτος ήταν ελάχιστα τετραγωνικά) και η ασφάλεια δεν είναι πια αυτή που ήταν άλλοτε.
Είναι στ’ αλήθεια πολύ ενδιαφέρον και συνάμα άξιο απορίας, πώς στη «Μέκκα του αθεϊσμού» (αν επιτρέπεται αυτή η αντίφαση), την πόλη που κάποτε άλλοι ονειρεύονταν σαν τον επίγειο παράδεισο κι άλλοι σαν την πηγή κάθε κακού, σήμερα, που ελεύθερα πια μπορεί ο καθένας να την επισκεφθεί, που το ίδιο ελεύθερα οι κάτοικοί της μπορούν να την εγκαταλείψουν, από τα πιο τουριστικά αξιοθέατα είναι οι εκκλησιές της!
Στην Κόκκινη Πλατεία δεσπόζει ο Άγιος Βασίλειος, με τους πολύχρωμους, κρεμμυδόσχημους τρούλους του έμβλημα της Μόσχας, το Κρεμλίνο είναι γεμάτο εκκλησιές, κάπου εβδομήντα χιλιόμετρα από τη Μόσχα, στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου όχι μόνο εκκλησιές, αλλά και Ιερατική Σχολή και 300 μοναχοί. Και πάνω απ’ όλα ο Ναός του Χριστού Σωτήρος, σε κεντρική περιοχή της Μόσχας, είναι ό,τι πιο εμβληματικό για την ήττα της αθεΐας και τη ζωογόνο δύναμη του Χριστιανισμού. Είναι ο ναός που με διαταγή του Στάλιν γκρεμίστηκε, στη θέση του χτίστηκε ένα κολυμβητήριο (!) κι όμως, τη δεκαετία του ’90, περήφανος υψώθηκε και πάλι στην ίδια θέση. Αν ο Στάλιν μπορεί από κει που είναι να δει αυτό το θαύμα, σίγουρα θα σκέφτεται: «Νενίκηκάς με Ναζωραίε».
Ασφαλώς δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε τη γνωριμία μας με την πόλη από πουθενά αλλού, παρά από την Κόκκινη Πλατεία. Γνωστή όσο και το Κρεμλίνο, απλώνεται στη μια πλευρά του. Πόσες φορές την είδαμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες, σε παρελάσεις της Πρωτομαγιάς ή της επετείου της Επανάστασης, ενώ το επιτελείο της Σοβιετικής ηγεσίας παρακολουθούσε αγέλαστο και σοβαρό μπροστά από το μνημείο του Λένιν! Τώρα βρισκόμαστε εμείς εδώ. Στεκόμαστε μπροστά ακριβώς από το ναό του Αγίου Βασιλείου που υψώνεται τεράστιος, πολύχρωμος, με ανάμικτο ρυθμό, ένας άναρχος συνδυασμός αετωμάτων, κρεμμυδόσχημων τρούλων, οξυκόρυφων στεγών και με τον ίδιο άναρχο συνδυασμό και στο εσωτερικό του. Εντυπωσιακός μεν, πολύ μακριά όμως από τις απλές, βυζαντινές μας εκκλησιές.
Απέναντι ακριβώς, στο άλλο άκρο της μεγάλης πλατείας, ένα κτίριο από κόκκινο τούβλο στεγάζει το Ιστορικό Μουσείο της Μόσχας. Στα δεξιά μας εκτείνεται το περίφημο πολυκατάστημα Γκουμ. Σχεδιασμένο το 1889-93 είναι πράγματι ένα εντυπωσιακό οικοδόμημα, με τις στοές του, τις αψίδες, τα κιγκλιδώματα από σφυρήλατο σίδηρο, τα γεφυράκια που ενώνουν τους χώρους, το κεντρικό σιντριβάνι, τις γύψινες διακοσμήσεις, ενώ καφετέριες και όλες οι επώνυμες μάρκες των δυτικών επιχειρήσεων προκαλούν τον επισκέπτη. Αξίζει να το επισκεφθεί κανείς, τουλάχιστον για ένα καφέ, αν δεν επιθυμεί ή…δεν αντέχει το πορτοφόλι του για κάποια αγορά.
Στην τελευταία πλευρά της πλατείας, αυτή που εφάπτεται του τείχους του Κρεμλίνου, το μνημείο του πρωτεργάτη της Οκτωβριανής Επανάστασης και ιδρυτή της Σοβιετικής Ένωσης, του Λένιν, προσελκύει ακόμα τους προσκυνητές της ταριχευμένης σορού του. Οι απόψεις για την τύχη της διίστανται. Κάποιοι λένε πως είναι τόσο ζωντανή που μεγαλώνουν ακόμα τα νύχια και τα μαλλιά του! Κι άλλοι, πως έχει ήδη μετακινηθεί κι ότι αυτό που βλέπουν είναι ένα κέρινο ομοίωμα. Ποιος ξέρει…
Φυσικά κανένας τουρίστας που σέβεται τον τουριστικό εαυτό του δεν θα παραλείψει να επισκεφθεί την καρδιά της άλλοτε Σοβιετικής Ένωσης και σήμερα της Ρωσίας, το Κρεμλίνο. Στεκόμαστε στην κεντρική του πλατεία κι ακούμε τις πληροφορίες της ξεναγού. Εκκλησίες (Καθεδρικός ναός του Ευαγγελισμού, του Αρχαγγέλου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), το Ανάκτορο των Συνεδρίων, το Οίκημα των Μελών του Ανωτάτου Σοβιέτ, η Προεδρική Διοίκηση, ιστορικά κτήρια και μνημεία, πύργοι και κωδωνοστάσια, μουσεία, συνθέτουν αυτό το μεγαλοπρεπές σύνολο που λέγεται Κρεμλίνο και το όνομά του συμβολίζει όχι μόνο ολόκληρη τη χώρα, αλλά και τη δύναμη και την επιρροή της.
Ίσως η Μόσχα είναι η μόνη πόλη στα αξιοθέατα της οποίας περιλαμβάνεται και το μετρό της. Το μετρό της Μόσχας είναι ένα έργο τέχνης, τουλάχιστον οι πιο παλιοί σταθμοί του. Δεν θυμάμαι κι ούτε μπορώ να καταγράψω τα δυσκολοπρόφερτα ονόματα των σταθμών που επισκεφθήκαμε. Θυμάμαι όμως το μάρμαρο και τον γρανίτη, τις υπέροχες τοιχογραφίες, τα αγάλματα, τα μωσαϊκά, τις πορσελάνες, τους πολυελαίους, τις σκηνές που απεικονίζουν μορφές της επανάστασης ή της τέχνης. Θυμάμαι ακόμα την πληροφορία πως όλο αυτό το δημιούργημα κατασκευάστηκε από γυναίκες και άντρες απ’ όλη τη χώρα με εθελοντική εργασία. Κι αναρωτιέμαι (όπως συχνά σ’ αυτό το ταξίδι) πώς γίνεται ένα καθεστώς που μπορεί να εμπνεύσει τόση θέληση και προθυμία για δημιουργία, τόση προσφορά, να καταρρέει τόσο άδοξα. Να μη μπορέσει να οδηγήσει αυτό τον υπέροχο λαό στην ευτυχία που του υποσχόταν. Μεγάλο το θέμα…
Ένα πρωινό διασχίζουμε μέρος της μοσχοβίτικης υπαίθρου κατευθυνόμενοι βορειοανατολικά, στο μοναστήρι του Αγίου Σεργίου. Πότε-πότε ξύλινες αγροικίες προβάλλουν τριγυρισμένες από το πράσινο του δάσους. Είναι οι «ντάτσες», τα εξοχικά των Μοσχοβιτών, η μόνη περίπτωση που βλέπουμε μονοκατοικίες. Μας παίρνει μια ώρα περίπου για να διανύσουμε τα 75 χιλιόμετρα και κάπου… δυόμισι ώρες για να γυρίσουμε. Είναι να μη μπλέξεις με τη φοβερή τροχαία κίνηση της Μόσχας.
Ιδρυμένο το 1345, το μοναστήρι είναι ένα από τα σημαντικότερα κέντρα λατρείας και προσκυνήματος της Ρωσίας. Κλείστηκε το 1919 από τους κομμουνιστές, ξαναλειτούργησε το 1946 και έγινε μάλιστα έδρα της Ρωσικής ορθόδοξης Εκκλησίας, ως το 1988, οπότε τα γραφεία της Εκκλησίας μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι Ντανίλοφσκι. Ένα συγκρότημα εκκλησιών και άλλων κτισμάτων αποτελούν το ονομαστό αυτό μοναστήρι. Στο ναό της Ανάληψης με το θαυμάσιο τέμπλο του 17ου αι. ζητάμε την άδεια να ψάλλουμε κάποιον ύμνο. Η βυζαντινή μελωδία της αυτοσχέδιας χορωδίας αντηχεί κάτω απ’ το θόλο της ρωσικής εκκλησίας, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης.
Πολύ συχνά στις πληροφορίες της ξεναγού επανέρχεται η εισβολή του Ναπολέοντα. Το 1812 ο Μ. Ναπολέων εισέβαλε στη Ρωσία. Οι Ρώσοι, με τον στρατηγό Κουτούζοφ τον σταμάτησαν στο Μποροντίνο, 130 χμ. νοτιοδυτικά της Μόσχας. Η φονικότατη μάχη με χιλιάδες νεκρούς και από τις δύο παρατάξεις, λήγει με την υποχώρηση των Ρώσων. Όταν όμως οι Γάλλοι φτάνουν στην πόλη, τη βρίσκουν πυρπολημένη και κατεστραμμένη από τους ίδιους τους κατοίκους της. Χωρίς προμήθειες ο Ναπολέων, αντιμέτωπος με το ρωσικό χειμώνα, εγκαταλείπει άδοξα την εκστρατεία. Στο πεδίο της μάχης, μνημεία, μουσείο, αναπαράσταση κάθε χρόνο, εξακολουθούν να θυμίζουν το γεγονός, που τόσο εξαιρετικά απέδοσε λογοτεχνικά ο Τολστόι στο «Πόλεμος και ειρήνη». Εμείς δεν πάμε ως εκεί. Όμως η μάχη ζωντανεύει με καταπληκτική αληθοφάνεια, στο Μουσείο του Πανοράματος του Μποροντίνο, το οποίο και επισκεπτόμαστε. Σε μια κυκλική τρισδιάστατη προβολή απεικονίζεται με θέαμα και ήχους η περίφημη μάχη που σήμανε την αρχή του τέλους του Ναπολέοντα.
Ίσως να αποχαιρετούσαμε τη Μόσχα με την εντύπωση μιας άσχημης πόλης αν δεν διασχίζαμε τη λεωφόρο Κουτούζοφ κι αν δεν ανεβαίναμε στο «Λόφο των σπουργιτιών». Πλατιά, ωραία λεωφόρος, ανοιχτοσύνη, δέντρα και καταπράσινο γκαζόν, ωραίες πολυκατοικίες. Εδώ είχαν τα διαμερίσματά τους ο Γέλτσιν, ο Γκορμπατσόφ και άλλοι αξιωματούχοι, με εξαίρεση τον Πούτιν που ζει έξω από τη Μόσχα.
Στο «Λόφο των σπουργιτιών» πλήθος οι μικροπωλητές, με τις «ματριόσκες» ή «πάμπουσκες» σε πρώτη ζήτηση. Πίσω μας υψώνεται το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, το ψηλότερο από τις εφτά σταλινογοτθικές «γαμήλιες τούρτες», όπως είναι γνωστοί οι εφτά ουρανοξύστες που κτίστηκαν τις δεκαετίες 1940 και 1950 κατά διαταγή του Στάλιν, ενώ κάτω απλώνεται η πόλη με το πράσινο των πάρκων της, με τις εκκλησιές της και με τον Μόσκβα να τη διασχίζει. Ό,τι πρέπει για μια τελευταία, αποχαιρετιστήρια ματιά σε μια πόλη που σίγουρα δεν θα απογοητεύσει τον επισκέπτη της.




Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Οι θεοί πέθαναν στη Ρώμη


"Δεν υπάρχει μαύρο-άσπρο στην Ιστορία, δεν υπάρχουν κακοί και καλοί", πιστεύει ένας από τους ήρωες της Ελένης Τσαμαδού (Ψυχογιός, 2006), ο νεαρός Θεόδοτος, καθώς στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζεται να γράφει το χρονικό των Γότθων. Αυτή τη θέση μοιάζει να υπερασπίζεται και η συγγραφέας σ' όλο το βιβλίο της. Ναι, οι Γότθοι ήρθαν ως εισβολείς, στη Θράκη, στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο, πέρασαν στην Ιταλία, λεηλάτησαν τη Ρώμη. Πόσα όμως άραγε φρικιαστικά εγκλήματα και σφαγές διέπραξαν και οι Ρωμαίοι που η ιστορία αποσιωπά;

Στηριγμένη σε ιστορικές πηγές, στα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στην αρχαία Μεσσήνη, παρακινημένη από την αγάπη της για την ιδιαίτερή της πατρίδα και πλουτίζοντάς το με τη γόνιμη φαντασία της, η Ελένη μας έδωσε ένα ιστορικό μυθιστόρημα που μπορεί να γοητεύσει ακόμα και όσους δεν αγαπούν ιδιαίτερα το είδος αυτό.

Διαδραματίζεται γύρο στο 400 μ.Χ. Εποχή ταραγμένη, εποχή μεγάλων μετακινήσεων πληθυσμών, εποχή που ο χριστιανισμός παλεύει ακόμα με τα απομεινάρια της ειδωλολατρίας. Στη Μεσσήνη, μια νεαρή ιέρεια στο ναό της Άρτεμης, η Μεγώ, ερωτεύεται τον Αριστόφρονα, μένει έγκυος, εγκαταλείπει τη θητεία της στο ναό και φεύγει μαζί του κρυφά. Θα παντρευτούν επίσης κρυφά (εκείνος είναι χριστιανός) αλλά η ευτυχία τους πολύ λίγο κράτησε. Σε μια εισβολή των Γότθων στην Πελοπόννησο εκείνος σκοτώνεται και η Μεγώ σύρεται αιχμάλωτη, έχοντας χάσει και τα ίχνη του παιδιού της. Η Μεγώ βρίσκεται στο περιβάλλον του τρομερού αρχηγού των Γότθων, του Αλάριχου, ο οποίος παρ' όλο ότι παντρεμένος, αλλά χωρίς αναγνωρισμένα παιδιά και διάδοχο, έχει πλήθος άλλες παλλακές και δεν αργεί να προσθέσει σ' αυτές και τη Μεγώ, η οποία υποκύπτει στις ανάγκες του σώματος. Η σχέση όμως αυτή θα γίνει έρωτας και αγάπη. Η Μεγώ γίνεται χριστιανή, όπως είναι και οι Γότθοι και από αγάπη πλέον ακολουθεί τον Αλάριχο. Ένα παιδί της πεθαίνει σε βρεφική ηλικία, ένα άλλο, κορίτσι, δίνεται στη νόμιμη σύζυγο του Αλάριχου, δυο δίδυμα τα γεννά μακριά από τον Αλάριχο, όταν πιάνεται αιχμάλωτη από τους Ρωμαίους. Οι περιπέτειές της ατέλειωτες, ακολουθούν τη φορά των ιστορικών περιπετειών της εποχής. Μάχες, αιχμαλωσίες, σφαγές, όροι ειρήνης, από τη μια η αυτοκρατορική οικογένεια της Ρώμης, από την άλλη η βασιλική οικογένεια του Αλάριχου και η Μεγώ να κινείται ανάμεσα στους δυο, πότε αιχμάλωτη, πότε επίσημη αγαπημένη, πότε αγγελιαφόρος. Ο Αλάριχος της Τσαμαδού δεν είναι ο βάρβαρος κατακτητής. Είναι το νέο αίμα που έρχεται να μπολιάσει τη γερασμένη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Είναι ένας ηγέτης που μπορεί να κρύβει και λεπτά αισθήματα και που αναζητά ένα τόπο να ζήσει ειρηνικά με το λαό του. Πεθαίνει χωρίς να το έχει επιτύχει, ενώ τη Μεγώ τη συναντάμε να γράφει την ιστορία της σ' ένα μοναστήρι, έχοντας χάσει όλους τους δικούς της, αλλά με την πιθανότητα, όπως η συγγραφέας συνδέει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου με το τελευταίο, να ξανασυναντήσει το πρώτο της παιδί που ως χρονικογράφος εξιστορεί κι αυτός τα γεγονότα της εποχής.

Ένα ωραίο μυθιστόρημα για μια ενδιαφέρουσα εποχή.