Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2011

Omega minor

Εξαιρετικό, ανυπόφορο, ενδιαφέρον, ανιαρό, φλύαρο, υπέροχο, πορνογραφικό, ιστορικό, επιστημονικό, φιλοσοφικό, ρεαλιστικό, λυρικό...
Πώς είναι δυνατό ένα μυθιστόρημα να συγκεντρώνει όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς και άλλους ακόμη; Κι όμως τέτοιο βρήκα το ογκώδες (830 σελίδες) μυθιστόρημα του Βέλγου Πάουλ Βεράχεν "Omega minor" (Πόλις, 2011, μετ. Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά). Αξιοθαύμαστος και ο συγγραφέας και η μεταφράστρια και ο εκδοτικός οίκος.
Θα προσπαθήσω να δώσω μια ιδέα μόνο του έργου αυτού, γιατί είναι αδύνατο οποιαδήποτε κριτική ή παρουσίαση να το αποδώσει χωρίς να το αδικήσει. Ομολογώ ότι στις πρώτες σελίδες ήθελα να το εγκαταλείψω, δεν είναι και ο πιο ενδιαφέρων τρόπος αυτός με τον οποίο αρχίζει. Όμως πεισματικά προχώρησα θέλοντας να του δώσω μια ευκαιρία. Και από κει και πέρα δεν μπορούσα να το αφήσω.
Δυο είναι οι βασικοί μυθιστορηματικοί ήρωες που τους βρίσκουμε να συναντώνται στο Βερολίνο το 1995. Ένας νέος Βέλγος φυσικός, ο Πάουλ Άντερμανς επεμβαίνει όταν μερικοί σκίνχετς (νεοναζί) επιτίθενται σε κάποιο ξένο με αποτέλεσμα ο Πάουλ να βρεθεί στο νοσοκομείο, όπου και γνωρίζει τον ηλικιωμένο Εβραίο Ντε Χέιρ, που βρισκόταν εκεί μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Ο Ντε Χέιρ ζητά από τον Πάουλ να καταγράψει τη ζωή του, την οποία και αφηγείται. Ο Ντε Χέιρ είχε ζήσει έντονα όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, την άνοδο του ναζισμού, τον πόλεμο, τους διωγμούς των Εβραίων, το Άουσβιτς, την ήττα της Γερμανίας, τη δημιουργία των δύο Γερμανιών, την ανέγερση του τείχους, το γκρέμισμά του.
Η αφήγηση του ντε Χέιρ διακόπτεται από πλήθος άλλα γεγονότα που άλλοτε οδηγούν στο παρελθόν και άλλοτε διαδραματίζονται στο παρόν. Εκτενώς αναφέρεται ο Βεράχεν στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, όταν δεκάδες επιστήμονες  κλεισμένοι στο Λος Άλαμος μυστικά αγωνίζονταν για την κατασκευή της. Ωραία η ατμόσφαιρα των πειραμάτων και οι χαρακτηρισμοί των φυσικών, "...αυτοί οι πιο αγνοί όλων των επιστημόνων, αυτοί οι χοντρέμποροι μοντέλων και εξισώσεων, αυτοί οι έμποροι υποθετικών φιλοσοφιών, αυτoί οι δεξιοτέχνες σε βεβαιότητες που εξ ορισμού είναι αβέβαιες..."
Δυσνόητες, για μένα τουλάχιστον, πολλές από τις επιστημονικές ορολογίες από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος: Omega minor, δηλ. ω μικρό, το τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Διάβασα και ξαναδιάβασα τα σημεία όπου γίνεται αναφορά στο ω, αλλά πάλι δυσκολεύομαι να το κατανοήσω πλήρως. "Αυτή η παράμετρος λέγεται Ω-η γνωστή αλλιώς κοσμολογική σταθερά. Ο Αϊνστάιν την πρωτοπαρουσίασε αλλά αργότερα την απέρριψε ως τη μεγαλύτερη ανοησία που είχε προφέρει ποτέ. Έκανε λάθος: Η παράμετρος Ω υπάρχει, και αυτή η παράμετρος είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα που υπάρχει. Η παράμετρος Ω καθορίζει τι θα συμβεί  στο σύμπαν, τι θα συμβεί σ' εμάς".
Το παρελθόν εκείνο συνδέεται με το παρόν λόγω ενός επιστήμονα, του Γκόλντφαρμπ, που συμμετείχε τότε στην κατασκευή της βόμβας και τώρα, με τη βοήθεια μιας νεαρής φυσικού, της Ντονατέλλα, την οποία ο Άντερμανς συναντά και με την οποία σχετίζεται, καταπιάνεται με νέα πειράματα που αφορούν το μέλλον του σύμπαντος και που θα δώσουν ένα απρόσμενο τέλος στο βιβλίο.
Όμως παράλληλα η ιστορία του Ντε Χέιρ συνεχίζεται. Καταδιωκόμενος, εντάχθηκε σε μια αντιστασιακή οργάνωση, έγινε βοηθός ταχυδακτυλουργού, συνελήφθη, οδηγήθηκε στο Άουσβιτς, επέζησε, ελευθερώθηκε. Αλλά μια μεγάλη ανατροπή σχετικά με τη ζωή και την προσωπικότητα του σκοτεινού αυτού προσώπου περιμένει τον αναγνώστη.
Τα φανταστικά, μυθιστορηματικά πρόσωπα πλαισιώνουν πλήθος ιστορικά. Ο ίδιος ο Χίτλερ πρώτα-πρώτα. Η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του, η περιγραφή των τελευταίων του στιγμών μέσα στο καταφύγιο είναι συναρπαστική και σαφής η προσπάθεια του συγγραφέα να ερμηνεύσει την επιρροή του. "Τι είδαν τα εκατομμύρια που τον υποστήριξαν; Έναν μετεωρίτη που εμφανίστηκε στον ουρανό από το πουθενά μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους. Ήταν η εκπλήρωση μιας μυστηριώδους επιθυμίας. Ένα θαύμα θείας φώτισης και πίστης σε έναν κόσμο γεμάτο σκεπτικισμό και απελπισία. Ήταν λες και όλος ο κόσμος περίμενε έναν Σωτήρα που θα τους έσωζε από τον διεφθαρμένο, δυστυχισμένο ντουνιά και τα ντέρτια του". Ο στενός συνεργάτης του Χίτλερ, ο Χίμλερ, ο γιατρός Μέγκελε και τα ανατριχιαστικά πειράματά του, ο Σπέερ, πρωτεργάτης του κτισίματος του τείχους, ο Έριχ Χόνεκερ είναι μερικά μόνο από τα πρόσωπα που ζωντανεύουν στο βιβλίο του Βεράχεν.
Το σεξ κατέχει επίσης κυρίαρχη θέση. Όμως και γι' αυτό υπάρχει εξήγηση. "Ίσως εξηγείται αν λάβεις υπόψη τις υπόλοιπες σωματικές ανάγκες. Το σώμα αντιμετωπίζει ένα σωρό απογοητεύσεις. Θέλεις να φας, αλλά δεν υπάρχει αρκετό φαγητό, θέλεις να κοιμηθείς, αλλά ακόμα και τις σπάνιες νύχτες χωρίς βομβαρδισμούς δεν κοιμάσαι αρκετά βαθιά, από τον φόβο και τον θόρυβο που κάνουν οι αρουραίοι. Θέλεις να ξαπλώσεις στην αγκαλιά του αγαπημένου ή της αγαπημένης σου, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για πραγματική αγάπη, μόνο για μια παρωδία αγάπης, εκφρασμένη με πράξεις χυδαίες. Όλα αυτά τα ερωτικά παιγνίδια εκφράζουν απλά την ανάγκη για ένα καταφύγιο".
Ο Βεράχεν ξεπερνά πολύ τα όρια της απλής αφήγησης. Το βιβλίο του βρίθει λογοτεχνικών αναφορών, σκέψεων και προβληματισμών. Για το Άουσβιτς, την Αμερική και τους Αμερικανούς, το Βερολίνο, τον Χίτλερ, την ατομικότητα σε σχέση με την Ιστορία, την επιστήμη, τις ενοχές των Γερμανών, την ελευθερία βουλήσεως. Σελίδες και παράγραφοι που τις υπογραμμίζεις, που θέλεις να επανέλθεις, να τις συζητήσεις με τον εαυτό σου ή με άλλους.
Με πολλή δυσκολία επιλέγω κάποια αποσπάσματα.
-Το Βερολίνο είναι μια πυρά. Το Βερολίνο είναι μια υπερβολική δόση Ιστορίας. Το Βερολίνο είναι ένα παλίμψηστο. Είναι μια πόλη που γνωρίζει καλά το θάνατο του Θ*ού.
-Τι θα πει ο κόσμος μετά τον πόλεμο; Δεν ήμασσταν εμείς αυτοί οι σκοτεινοί Σπαρτιάτες, ήταν άλλοι που μεταμφιέςστηκαν για να μας μοιάσουν; Ή θα πει:δεν το ξέραμε; Μας παραπλάνησαν; Ποντίκια ήμασταν και ακολουθήσαμε απλά τον αυλητή; Ακολουθήσαμε τον αρχηγό, αυτό ήταν το μόνο μας έγκλημα, και μαζικά ριχτήκαμε, χαρούμενοι και πρόθυμοι, πλην εντελώς αθώοι, από τον τελευταίο βράχο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πιστεύω ότι κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ότι υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ μιας πράξης που επετράπη και μιας επιτρεπτής πράξης.
-Η Ιστορία-και αυτή είναι η μόνη αλήθεια σ' ότι αφορά την Ιστορία- η Ιστορία είναι το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν.

Παρασκευή, Αυγούστου 26, 2011

Νέμεσις

Είχα γράψει σε μια προηγούμενη ανάρτηση ότι ο Φίλιπ Ροθ εξακολουθεί να είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ακόμα και στα όχι και τόσο επιτυχημένα έργα του και ότι δεν θα πάψω να τον παρακολουθώ σε κάθε καινούριο βιβλίο του.
Όμως το τελευταίο του, το "Νέμεσις" (Πόλις, 2011, μετ. Κατερίνα Σχινά) με απογοήτευσε τόσο που ίσως αναιρέσω την προηγούμενη δήλωσή μου. Το βρήκα πολύ φτωχό, ισχνό περιεχόμενο, κυρίως επίπεδο, χωρίς ανατροπές που να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μοιάζει σαν γραμμική αφήγηση αναμνήσεων από το καλοκαίρι του 1944, μια καταγραφή των συνεπειών της επιδημίας πολιομυελίτιδας που είχε ξεσπάσει τότε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσι.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπάκυ Κάντορ, καθηγητής Φυσικής Αγωγής, αθλητής του ακοντισμού αλλά και των καταδύσεων, που εκείνο το καλοκαίρι, λίγο πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εργάζεται στο υπαίθριο αθλητικό κέντρο της περιοχής του. Από φτωχή οικογένεια, Εβραίος βεβαίως, μεγαλωμένος από τους παππούδες του, είχε απαλλαγεί από τη στράτευση λόγω κακής όρασης.
Τα χαρακτηριστικά της πολιομυελίτιδας, η πορεία, οι συνέπειές της, παράλυση ή και θάνατος, περιγράφονται καθώς η αρρώστια προσβάλλει πολλούς από τους μαθητές του. Ενώ η επιδημία εξαπλώνεται όλο και περισσότερο, η αγαπημένη του Κάντορ, η Μάρσια, που αυτό το καλοκαίρι εργαζόταν σε μια ορεινή θερινή κατασκήνωση, τον καλεί επίμονα εκεί, όπου χρειάζονται αντικαταστάτη. Ο Κάντορ, παρ' όλα τα διλήμματά του, την ακολουθεί. Η κατάληξη της ιστορίας είναι που δίνει κάποιο ενδιαφέρον, ιστορία την οποία, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, αφηγείται ένας παλιός μαθητής του Κάντορ, που είχε κι εκείνος προσβληθεί από την αρρώστια.
Υπάρχει στο βιβλίο μια απόπειρα προβληματισμού, μια κοινότοπη συζήτηση περί Θεού ή περί του αν η τύχη ή οι επιλογές μας καθορίζουν τη ζωή μας, όμως είναι ένας πολύ επιφανειακός προβληματισμός ("γιατί ο Θεός δημιούργησε την πολιομυελίτιδα" κ.λπ.)
Πασίγνωστος, βραβευμένος, πέρσι μάλιστα με το Man Booker International, συγγραφέας με σημαντικά έργα στο ενεργητικό του, ο Φίλιπ Ροθ φαίνεται να στηρίζεται πια μόνο στο όνομά του.

Κυριακή, Αυγούστου 14, 2011

"Δεύτερος πλους" (Ταξιδεύοντας στην Αμερική)

Ο Πλάτωνας πραγματοποίησε το «δεύτερον πλουν» στη Σικελία, ονειρευόμενος να συστήσει την ιδανική Πολιτεία. Τι άραγε αναζητούσα εγώ  πραγματοποιώντας αυτό το δεύτερο ταξίδι στην Αμερικανική Ήπειρο, τρία χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη; Είναι άραγε η απεραντοσύνη, το άκρως αντίθετο του μικρού μας νησιού αυτό που με ελκύει; Είναι η φύση; Είναι η ζωντάνια και το σφρίγος ενός νέου έθνους που δεν κουβαλάει στους ώμους του το βάρος της δικής μας ιστορίας; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί έχουν μάθει να πειθαρχούν; Είναι μήπως για την οργάνωση που βλέπεις παντού και τόσο μας λείπει; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί διακρίνονται από μια ανοιχτοσύνη, μια ευπροσηγορία που δύσκολα συναντάς ακόμη και στον τόπο σου; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αυτός ο Νέος Κόσμος με τραβάει ακαταμάχητα.
Τριγυρίζοντας στη Νέα Υόρκη
Δεύτερο λοιπόν ταξίδι, αυτή τη φορά στη Δυτική Ακτή. Λος Άντζελες, Σαν Φρανσίσκο, Λας Βέγκας και οπωσδήποτε ξανά η Νέα Υόρκη. Γράφω για τον εαυτό μου πιο πολύ. Γράφω για να κρατήσω στη μνήμη όσα είδα κι όσα σκέφτηκα στις δυο βδομάδες της επίσκεψής μου. Ένα ταξιδιωτικό κείμενο πληροφοριακού και τουριστικού μάλλον χαρακτήρα, θα ‘λεγα ανάλογο με το χαρακτήρα που είχε και το ταξίδι μου.
Γράφω, ενώ φτάνουν ως εδώ οι φωνές και τα συνθήματα των «αγανακτισμένων» συμπολιτών μου, που δεν αντέχουν τα ολέθρια λάθη αυτών που μας κυβερνούν, τη μια τραγωδία που προστίθεται στην άλλη, τα μνημεία των νεκρών και των ηρώων που ακόμα λίγο δεν θα ‘χουμε πού να τα στήσουμε.
Ποια μοίρα μας έταξε να γεννηθούμε σ’ αυτό το βασανισμένο τόπο; Οι δυο βδομάδες στην Αμερική ήταν ένα διάλειμμα από τη δυστυχία που βιώνουμε σ’ αυτό το δύσμοιρο νησί. Εκεί όπου άνθρωποι που μαζεύτηκαν από κάθε γωνιά της γης, μαύροι και λευκοί και κίτρινοι δημιούργησαν ένα κράτος, ζουν με ισότητα (κερδισμένη έστω με αγώνες πολλούς), υπακούοντας αυστηρά στους ίδιους νόμους που διέπουν κάθε στιγμή της ζωής τους. Συχνά αναρωτήθηκα. Πώς εκπαιδεύεται ένας λαός στην υπακοή στο νόμο; Κι όχι μόνο στο νόμο, αλλά και στην πειθαρχία, σε κανόνες που η παράβασή τους δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και ποινή; Να είναι άραγε η εκπαίδευση από την τρυφερή τους ηλικία; Να είναι η αυστηρότητα της επιβολής του που δεν γνωρίζει εξαιρέσεις; Ό, τι κι αν είναι, ζηλεύω αυτή την πειθαρχία που δεν μας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα.
Δεν υπάρχει έγκλημα στην Αμερική; Ασφαλώς και υπάρχει, δεν είναι μια κοινωνία αγγέλων. Δεν υπάρχουν νεκροί από τους πολέμους; Χιλιάδες. Μα η καθημερινότητά τους δεν διέπεται από ένα εθνικό πρόβλημα όπως αυτό που διαποτίζει κάθε στιγμή και κάθε εκδήλωση της ζωής μας εδώ σ’ αυτό το νησί, αιώνες τώρα. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν μονοπωλούν τις καθημερινές συζητήσεις, δεν συναντάς σε κάθε βήμα μνημεία πεσόντων και ηρώων. Ακόμα και τη μεγαλύτερη συμφορά που τους έπληξε τα τελευταία χρόνια, την επίθεση της 11ης  Σεπτεμβρίου και την κατάρρευση των δίδυμων Πύργων δεν την έκαναν μνημείο πεσόντων. Στη θέση των δυο Πύργων ένας άλλος Πύργος 104 ορόφων κτίζεται τώρα. Η ζωή και η δημιουργία ως απάντηση στην καταστροφή και το θάνατο.
Στη θέση των Δίδυμων Πύργων ένας άλλος Πύργος υψώνεται
Μόνο λίγο πιο πέρα, μια εκκλησία που έμεινε άθικτη, η εκκλησία του Αγίου Παύλου, συγκεντρώνει τις θύμισες των τραγικών ωρών. Σημειώματα με ευχαριστίες και δεήσεις, αφιερώματα, φωτογραφίες αγνοουμένων. Σ’ αυτό το χώρο μαζεύονταν οι εθελοντές, εδώ πρόσφεραν τις πρώτες ώρες βοήθεια και ανακούφιση στους πληγέντες.
Η περιπλάνησή μας όμως δεν ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Αρχίσαμε από το Λος Άντζελες, την «Πόλη των Αγγέλων». Ταυτισμένη με την κινηματογραφική βιομηχανία κι όμως, όταν τη γνωρίσει κανείς από κοντά είναι κάτι πολύ περισσότερο από το Χόλλυγουντ, το Μπέβερλι Χιλς και τα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Είναι μια πόλη με ονομαστά πανεπιστήμια, με πολιτιστική ζωή, με ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο κτίριο, το Disney Concert Hall και απέναντι το Music Center, με καθαρούς δρόμους, ωραία σπίτια, καταπράσινες λεωφόρους, την καταπληκτική παραλία της Σάντα Μόνικα (οι τηλεορασόφιλοι ενθουσιάζονται όταν βλέπουν το χώρο που γυρίζεται το Baywatch!) και λίγο έξω από την πόλη δυο εξαιρετικά πολιτιστικά κέντρα, δημιουργήματα και τα δυο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Το πρώτο είναι το ίδρυμα Πωλ Γκετύ, του γνωστού μεγιστάνα των πετρελαίων. Ψηλά στο λόφο, που η ανάβασή του χαρίζει μια μοναδική θέα, δεσπόζει το κατάλευκο, πρωτότυπο κτίριο. Γκαλερί, μουσείο, ερευνητικό κέντρο, περιστοιχισμένα από κήπους που λειτουργούν ως υπαίθριο μουσείο και που δυστυχώς, εκτός από τη γκαλερί, δεν είχαμε το χρόνο να τους περιηγηθούμε.
Το Disney Concert Hall στο Λος Άντζελες


Στο δεύτερο κέντρο μπορέσαμε ευτυχώς να διαθέσουμε περισσότερο χρόνο. Ένας άλλος μεγιστάνας του πλούτου, των σιδηροδρόμων αυτή τη φορά, ο Henry Huntigton, λάτρης των βιβλίων, των έργων τέχνης και των κήπων, συγκέντρωσε τα αντικείμενα τους πάθους και της αγάπης του σ’ αυτό τον τεράστιο, 207 στρεμμάτων χώρο, που κάθε χρόνο δέχεται περίπου 500,000 επισκέπτες. Βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, που λειτουργεί ως ερευνητικό κέντρο, με 6 εκατομμύρια αντικείμενα (πολύ λίγα από αυτά εκτίθενται για το κοινό), καταπληκτικά έργα τέχνης που γεμίζουν τις αίθουσες της γκαλερί και που ήταν αρχικά η κατοικία του Huntigton, απέραντοι κήποι συνθέτουν το καταπληκτικό αυτό μέρος, όπου άνετα μπορεί κάποιος να διαθέσει ολόκληρη μέρα. Πόσο θα ‘θελα να μέναμε λίγο περισσότερο στο χώρο της έκθεσης των βιβλίων, όπου βιαστικά μπόρεσα να σημειώσω τη φράση: «Tis the good reader that makes the good book»!
            Απολαμβάνοντας τους κήπους Huntigkton
Βεβαίως δεν μπορούμε να παραλείψουμε τα περίφημα Γιουνιβέρσαλ Στούντιο. Η αποθέωση της ψευδαίσθησης. Αυτοκίνητα που καίγονται και μένουν άθικτα, χείμαρροι που πλημυρίζουν το δρόμο και αμέσως εξαφανίζονται, τεχνητή βροχή που ξεκινά και σταματά με το πάτημα ενός κουμπιού, δεινόσαυροι που ορμούν να σε φάνε και σε κάνουν άθελά σου να εκβάλλεις κραυγές τρόμου, τα σαγόνια του καρχαρία που δεν είναι παρά ένα πλαστικό κατασκεύασμα και ο ωκεανός μια μικρή λίμνη, σπίτια που είναι μόνο πρόσοψη και το πίσω μέρος ένα κενό. Όμως το μοτέλ στο οποίο διαδραματίζεται το «Ψυχώ» και πίσω απ’ αυτό το σπίτι της μητέρας του ανεπανάληπτου Άντονι Πέρκινς είναι σκηνικά που έχουν διατηρηθεί όπως τότε που γυρίστηκε η περίφημη ταινία και όχι χωρίς συγκίνηση τα φωτογραφίζουμε.
Το μοτέλ, σκηνικό του "Ψυχώ"
Καθαρότεροι δρόμοι, αριστοκρατικές μπουτίκ, μονοκατοικίες κρυμμένες μέσα σε κήπους συνθέτουν το Beverly Hills, τη συνοικία αυτή του Λος Άντζελες που, ομολογώ, την είχα φανταστεί πιο αρχοντική. Τα σπίτια είναι μάλλον μικρά, το δε σπιτάκι όπου μας λένε ότι ο Κένεντι συναντούσε τη Μονρόε (ιστορίες των ξεναγών!), μας φαίνεται φτωχικό κατάλυμα.  Προσπερνάμε τη συνοικία καθώς πορευόμαστε προς το Χόλυγουντ, τη Μέκκα του κινηματογράφου.
Στο Beverly Hills
Σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι διασχίζουμε τα πλήθη που πλημμυρίζουν τη λεγόμενη «Λεωφόρο της Δόξας» ή «Λεωφόρο των Αστέρων». Εκεί όπου όσοι έχουν διακριθεί στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, τη μουσική ή το ραδιόφωνο έχουν το δικό τους αστέρι τυπωμένο στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι, τι δόξα μπορεί να είναι να πατούν το όνομά σου χιλιάδες άτομα καθημερινά! Οπωσδήποτε είναι ένα αξιοθέατο που πρέπει ο τουρίστας να δει και να απαθανατίσει φωτογραφίζοντάς το. Στον ίδιο δρόμο το Codak Theatre, όπου από το 2002 δίνονται τα βραβεία Όσκαρ. Ξεναγούμαστε και μαθαίνουμε όλα τα σχετικά με το κινηματογραφικό αυτό βραβείο που απασχολεί κάθε χρόνο τους κινηματογραφόφιλους όλου του κόσμου. Σκέφτομαι πως η Αμερική δεν έχει ιστορία. Καινούριο έθνος, δεν έχει να αφηγηθεί για ένδοξους προγόνους ούτε να δείξει μνημεία αιώνων. Κι όμως κατορθώνει να δημιουργήσει ιστορία από το τίποτε, να προσελκύσει τουρίστες και να τους επιδείξει πότε ένα θεσμό όπως αυτό των Όσκαρ, πότε την ιστορία ενός μεγιστάνα του πλούτου που έκανε κάτι για τον τόπο του και πότε να αξιοποιήσει τουριστικά ένα φυσικό φαινόμενο όπως αυτό του Grand Canyon, που παρ’ όλο ότι είναι ένα έργο της φύσης πρέπει να πληρώσεις για να μπορέσεις να το δεις!

Τα πλήθη συνωστίζονται στο Χόλλυγουντ
Το αστέρι του Άντονι Πέρκινς
Αποχωρίζομαι χωρίς λύπη το Λος Άντζελες. Μας περιμένει το Σαν Φρανσίσκο.

If you are going to San Francisco
be sure you wear some flowers in your hair…
there’s a whole generation
with a new explanation…
Παρ’ όλη την προτροπή του ωραίου, παλιού τραγουδιού, που υπήρξε κάτι σαν εθνικός ύμνος των «παιδιών των λουλουδιών» το 1967, προσεγγίζουμε τη μυθική πόλη χωρίς λουλούδια στα μαλλιά. Θα μπορούσαμε πράγματι ν’ ανήκουμε σ’ εκείνη τη γενιά με τα καινούρια οράματα, αλλά ήμαστε τότε πολύ μακριά, άλλα προβλήματα αντιμετώπιζε ο πάντα βασανισμένος μας τόπος, το ίντερνετ δεν είχε εφευρεθεί κι η τηλεόραση δεν έπαιζε το ρόλο που έχει σήμερα. Όμως ο απόηχος του κινήματος εκείνου σίγουρα έφτασε ως εμάς και τώρα μάταια αναζητούμε στη Haight Street, που υπήρξε το επίκεντρο του κινήματος των χίπις, ίχνη εκείνης της εποχής. Δεν συναντήσαμε «παιδιά των λουλουδιών». Τι να απέγιναν άραγε οι επαναστατημένοι νέοι της δεκαετίας του ’60; Θα ‘ναι τώρα εξηντάρηδες κι εβδομηντάρηδες. Να έγιναν άραγε σοβαροί οικογενειάρχες, στελέχη επιχειρήσεων; Θυμούνται άραγε την τρελή νιότη τους που συντάραξε τον κόσμο; Τώρα καταφεύγουν εδώ τουρίστες σαν εμάς που θέλουν να δουν από πού ξεκίνησε το επαναστατικό, πρωτοποριακό κίνημα, άλλοι που θέλουν ν’ αγοράσουν μεταχειρισμένα ρούχα, να κάνουν τατουάζ ή, ποιος ξέρει, για να θυμηθούν τα νιάτα τους.
Στη γειτονιά των χίπις
Έχουμε φτάσει στο Σαν Φρανσίσκο οδικώς από το Λος Άντζελες μετά από μια περίπου δεκάωρη διαδρομή, που όμως η θέα των ακτών του Ειρηνικού, της Σάντα Μόνικα με τα εξοχικά των διασήμων, του Μάλιμπου, της Σάντα Μπάρμπαρα, των αφρισμένων κυμάτων, των γλάρων και των σέρφερς που μας συνόδευε, την έκανε ιδιαίτερα ευχάριστη και καθόλου κουραστική.
Σάντα Μπάρμπαρα
Σαν Φρανσίσκο. Το πρωτοαντικρίζουμε αργά το απόγευμα «τυλιγμένο στα δροσερά παραπετάσματα της ωκεάνιας  άχνας», της ομίχλης που ανεβαίνει από τον ωκεανό και του χαρίζει μέσα στον Ιούλιο όχι απλώς δροσιά αλλά ψύχρα, που δεν είναι ανεκτή από τα λεπτά καλοκαιρινά μας ρούχα. Κάτι που έκανε κάποτε τον Μαρκ Τουαίν να πει: «ο ψυχρότερος χειμώνας που έζησα ήταν ο Ιούλιος στο Σαν Φρανσίσκο»!
Άποψη του Σαν Φρανσίσκο από το Twin peaks
Πουθενά αλλού ένας δρόμος δεν έγινε αξιοθέατο, όπως η Lombard Street (ο στριφογυριστός δρόμος)
Σαν Φρανσίσκο. Μια από τις ωραιότερες πόλεις που έχουμε δει. Πλάι στη θάλασσα, ανεβοκατεβαίνοντας πάνω σε πλήθος λόφους, μια πόλη ανθρώπινη με πληθυσμό που δεν ξεπερνάει το εκατομμύριο, συνδυάζει ό,τι ο καθένας θα μπορούσε να ζητήσει από την πόλη του: ωραίο φυσικό περιβάλλον, υλικό και πνευματικό πολιτισμό και μια ανεκτικότητα που επιτρέπει την αρμονική συμβίωση ανθρώπων ποικίλης καταγωγής. Αυτή η ανεκτικότητα είναι πιθανόν και η αιτία που το Σαν Φρανσίσκο θεωρείται η πρωτεύουσα των γκέι και που αποτελούν (σύμφωνα με την ξεναγό) το 20% του πληθυσμού. Έχουν τη δική τους συνοικία στην είσοδο της οποίας κυματίζει η σημαία τους με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πιστεύω, αυτή η ανεκτικότητα κι η ελευθερία είναι που συνέβαλε και στη δημιουργία του κινήματος των χίπις αλλά και του επαναστατικού, αντισυμβατικού λογοτεχνικού κινήματος της beat generation. (Κρίμα, δεν μπόρεσα να επισκεφθώ τη γκαλερί όπου ο Γκίσμπεργκ διάβασε το περίφημο «Ουρλιαχτό», καθιερώνοντας το νέο κίνημα. Κανείς από τους συνταξιδιώτες δεν ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει τέτοια παράξενα γούστα). Ακόμα και η ύπαρξη 8.000 αστέγων στο Σαν Φρανσίσκο, που τους βλέπουμε να κοιμούνται σε παγκάκια και πάρκα, είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της ελευθερίας να επιλέγουν αυτό τον τρόπο ζωής αντί να κλείνονται σε ιδρύματα.
Τα χαρακτηριστικά cable cars, απαραίτητα για την κυκλοφορία στις ανηφοριές του Σαν Φρανσίσκο

Εδώ, στο Σαν Φρανσίσκο υπάρχει η μοναδική, πιστεύω, σ’ όλο τον κόσμο εκκλησία, ο Ναός της Χάριτος, που δεν ανήκει σε κανένα δόγμα, αλλά αποτελεί «έναν οίκο προσευχής για όλους τους ανθρώπους». Εντυπωσιακή η κύρια είσοδος του ναού, ένα ακριβές αντίγραφο της «Πόρτας του Παραδείσου» του Γκιμπέρτι, που κοσμεί το Βαπτιστήριο του Ντουόμο στη Φλωρεντία. Πρέπει να ‘χεις πολλή ώρα για να περπατήσεις το Λαβύρινθο που βρίσκεται στο κέντρο της εκκλησίας με σκοπό, καθώς με προσεκτικά βήματα τον ακολουθείς, να συγκεντρώνεσαι, να διαλογίζεσαι, να ηρεμείς. Ένα μικρό παρεκκλήσι μέσα στο ναό, ολοκληρώθηκε το 2000, αφιερώθηκε στη μνήμη των 20.000 που πέθαναν από aids και σ’ αυτό μπορεί κανείς να δει σύμβολα όλων των θρησκειών.
Ξενάγηση στο εσωτερικό του Δημαρχείου
Όπου κι αν πήγαμε στο Σαν Φρανσίσκο, ό,τι κι αν μας έλεγαν οι ξεναγοί, πάντα κάπου ξεπρόβαλλε η ανάμνηση του μεγάλου σεισμού. Λες και σφράγισε την ιστορία της πόλης και πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο. Ήταν ο σεισμός της 18ης Απριλίου 1906, μια από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές που συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τρεις χιλιάδες θύματα και μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε, προπάντων από την πυρκαγιά που ακολούθησε. Έτσι, πάρα πολλά οικοδομήματα είναι δημιούργημα του 20ου αι., όπως αυτά γύρω από το Civic Center. Εντυπωσιακό το Δημαρχείο, με θόλο ψηλότερο απ’ αυτόν του Καπιτωλίου, η μοντέρνα αίθουσα της Συμφωνικής Ορχήστρας, το πιο παραδοσιακό κτίριο της Όπερας, η Δημόσια Βιβλιοθήκη, το κτήριο των Παλαιμάχων, εδώ όπου το 1945 από αντιπροσώπους πενήντα κρατών υπογράφτηκε ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, το κτήριο του μπαλέτου, το μουσείο ασιατικής τέχνης, κρατικά κτήρια κ.λπ. Κρατάω στη μνήμη αυτό που μας είπε ο ευγενικός ξεναγός: «Ονομάσαμε το συγκρότημα των πολιτιστικών αυτών μνημείων War Memorial Center. Θελήσαμε αντί ένα μνημείο για τους νεκρούς του πολέμου να κάνουμε στη μνήμη τους ένα μνημείο ζωής». Αναπόφευκτη πάλι η σύγκριση με τα δικά μας.
War Memorial Opera House
Κάθε γωνιά του Σαν Φρανσίσκο κρύβει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανεβαίνεις στις Δίδυμες Κορυφές (Twin Peaks) και δεν θέλεις ν’ αποχωριστείς την υπέροχη θέα. Απολαμβάνεις υπέροχο ψάρι σ’ ένα από τα πολλά εστιατόρια στην κοσμοβριθή «Προκυμαία του ψαρά» (Fisherman’s Wharf), ενώ απέναντί σου αντικρίζεις, τόσο κοντά, το νησί με τις περίφημες φυλακές του Αλκατράζ, καταργημένες τώρα βέβαια. Πόσο πιο βαρύς θα φαινόταν στους φυλακισμένους ο εγκλεισμός τους, βλέποντας τόσο κοντά τα φώτα της ελευθερίας!
Ασφαλώς δεν μπορείς να παραλείψεις την πασίγνωστη, περίφημη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης, σύμβολο του Σαν Φραγκίσκο. Τη διασχίζουμε πηγαίνοντας σ’ ένα πανέμορφο, εξοχικό, παραθαλάσσιο προάστιο, το Σαουσαλίτο, με τα εστιατόρια, τα μαγαζάκια, τα τουριστικά σουβενίρ.
Διαχίζοντας τη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης
Η Chinatown είναι η μεγαλύτερη κινεζική συνοικία εκτός Κίνας. Μόλις περάσεις την είσοδο, μια πύλη με δυο δράκοντες, μαγαζάκια, επιγραφές, φαγητά, μυρωδιές σε μεταφέρουν στην ίδια την Κίνα.

Πάρκο Άλαμο. Παλιά Βικτωριανά σπίτια και στο βάθος η καινούρια πόλη
Κρίμα. Πρέπει να εγκαταλείψουμε το Σαν Φρανσίσκο. Όμως, τραγουδώντας μαζί με τη ξεναγό, το εννοούμε:
I left my heart in San Francisco
High on a hill, it calls me
To be where little cable cars
Climb halfway to the stars
The morning fog may chill the air,
I left my heart in San Francisco

Τι αντίθεση η άφιξή μας στον πασίγνωστο παγκόσμιο ναό των καζίνο και των τυχερών παιγνιδιών! «Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ» ή «Η αμαρτωλή πόλη», το Λας Βέγκας, έρχεται να προσθέσει τη δική του ψευδαίσθηση σ’ αυτή που ζήσαμε στα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Ένας φαντασμαγορικός, εξωπραγματικός κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος φως, διασκέδαση, θεάματα, τυχερά παιγνίδια. Ξενοδοχεία που το καθένα είναι μια ολόκληρη πόλη και που το καθένα έχει το δικό του θεματικό άξονα. Το Caesar’s αναπαριστά (αρκετά χοντροκομμένα, ομολογώ) την αρχαία Ρώμη, το Paris έχει τα χαρακτηριστικά του Παρισιού με τον Πύργο του Άιφελ να δεσπόζει στην πρόσοψη, μπροστά από το Λούξορ υψώνεται μια υπερμεγέθης πυραμίδα, το Bellagio διακρίνεται για το λεπτό γούστο, την πλημμυρίδα των λουλουδιών, τους απέραντους κομψούς διαδρόμους που περπατάς και θαυμάζεις χωρίς κανείς να σου πει τίποτα. Ολόκληρη η πλατεία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, με τις γόνδολες να διασχίζουν το κανάλι και τα πλήθη να κάθονται στα καφέ ή να βολτάρουν, αποτελεί πόλο έλξης στο ξενοδοχείο Venezia. Πού χρόνος όμως να περιηγηθείς τα 1701 καζίνο! Χρόνος όμως για να δοκιμάσεις έστω για λίγο την τύχη σου στη ρουλέτα ή σε κάποιο μηχανάκι οπωσδήποτε θα βρεθεί.
Το Ceasar's
Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στο Λας Βέγκας διασχίζοντας ένα μέρος της ερήμου της Νεβάδα όπου βρίσκεται η πόλη και ένα μεγάλο μέρος της ερήμου της Αριζόνα, φτάνουμε στο Grand Canyon. Για ώρες περνάμε τοπία εντελώς έρημα, διανθισμένα μόνο με τους χαρακτηριστικούς κάκτους που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις ταινίες γουέστερν. Το θέαμα του μεγαλοπρεπούς αυτού έργου της φύσης, του μήκους 446 χμ. σχηματισμένου από τον ποταμό Κολοράντο φαραγγιού, μας αποζημιώνει. «Μεγάλο φαράγγι: ανοιχτή αυλαία στα σπλάχνα της γης. Σχήματα κυκλικά με κυματισμούς στις γραμμές τους. Πύργοι εφαπτόμενοι. Τρούλοι. Κώνοι. Χρώμα αλλού αιμάτινο σαν βόδι σφαγμένο, αλλού πράσινο, μαύρο ή σταχτί, βράχοι κομμένοι κάθετα με μαχαίρι», περιγράφει ο Βασίλης Βασιλικός το φανταστικό θέαμα στη «Μυθολογία της Αμερικής». Υπολείμματα Ινδιάνων μας υποδέχονται εκεί όπου θα βγάλουμε τα εισιτήρια. Μεταφερόμαστε σε διάφορα σημεία του φαραγγιού, ενώ βέβαια η καλύτερη θέα είναι από αέρος με ελικόπτερα ή μικρά αεροπλάνα, πράγμα που εμείς λόγω χρόνου, κόστους ή… φόβου δεν αποτολμούμε.
Άποψη του Grand Canyon
Στην επιστροφή, μέσα στην έρημο, σταματάμε για το γεύμα σ’ ένα ράντζο. Φτιαχτό βέβαια κι αυτό, όμως τα άλογα, ο καουμπόι με το πιστόλι και το λάσο, το όλο σκηνικό, ο μουσικός με την κιθάρα και την country music μοιάζουν όλα βγαλμένα από κινηματογραφική ταινία μ’ εμάς να παίζουμε το ρόλο των κομπάρσων.
Ο cow boy μας δείχνει πώς ρίχνει το λάσο
Μια στάση στο φράγμα Hoover είναι επίσης απαραίτητη. Έργο του ανθρώπου αυτό, αλλά όχι λιγότερο αξιοθαύμαστο. Κατασκευασμένο από το 1931-1936 είναι ένα τεράστιο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που οι γεννήτριές του παρέχουν ενέργεια σε τρεις πολιτείες: Νεβάδα, Αριζόνα και Καλιφόρνια. Έχει χαρακτηριστεί ως «εθνικό ιστορικό αξιοθέατο» και χιλιάδες άνθρωποι το επισκέπτονται κάθε χρόνο.
Το εντυπωσιακό Φράγμα Hoover
Είμαστε ήδη «βαρυστομαχιασμένοι» από θεάματα, ακούσματα, έργα της φύσης και του ανθρώπου, όταν φτάνουμε στη Νέα Υόρκη. Οι πιο πολλοί έχουμε ξανάρθει. Κι όμως έχει τόσα ακόμα που δεν είδαμε και θα τ’ αναζητήσουμε σε τούτο το ταξίδι κι άλλα που θέλουμε να ξαναζήσουμε.
Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον απέναντι από το Χρηματιστήριο της Wall Street
Τριγυρίζουμε στην πόλη, τόσο εύκολο να μάθεις το κέντρο της, το Μανχάταν, τόσο απλό να το περπατήσεις. Λεωφόροι και δρόμοι, τεμνόμενοι κάθετα και οριζόντια σε οδηγούν αλάνθαστα στον προορισμό σου. Όσες φορές κι αν τα ‘χεις ξαναδεί, πάντα απολαμβάνεις μια μίνι κρουαζιέρα στο λιμάνι της Ν. Υόρκης. Η γραμμή των ουρανοξυστών στον ορίζοντα, το γεμάτο αναμνήσεις των μεταναστών Ellis Island, το Άγαλμα της Ελευθερίας, καθιερωμένο, πασίγνωστο σύμβολο της Αμερικής, οι γέφυρες (αχ, αυτή η γέφυρα του Μπρούκλιν), συνθέτουν μια πανέμορφη εικόνα.
Στο Central Park, μνήμη του δολοφονημένου λίγο πιο πέρα Τζον Λένον
Η αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων
Τι να προλάβεις να δεις και τι να μπορέσεις να κάνεις σε τέσσερις μέρες σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα; Η επιλογή είναι αναγκαστική. Ακόμα κι αν το’ χουμε ξαναδεί, το Metrpolitan Museum of Art, που περιλαμβάνει πάνω από 2 εκατομμύρια έργα τέχνης και που καλύπτουν 5.000 χρόνια πολιτισμού, δεν μπορεί να παραλειφθεί. Τρέχοντας και ασθμαίνοντας διασχίζουμε αίθουσες και διαδρόμους, ανεβοκατεβαίνουμε ορόφους χωρίς να προλαβαίνουμε να ρίξουμε ούτε μια ματιά στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που συναντάμε, αναζητώντας με μια εγωιστική εθνική υπερηφάνεια τις αίθουσες όπου εκτίθενται οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Κύπρου. Είμαστε, αλήθεια, τόσο σοβινιστές, ώστε όχι μόνο στο μουσείο αλλά και στο Μέγαρο των Ηνωμένων Εθνών ν’ αναζητούμε στην Αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων την καρέκλα με την επιγραφή «Κύπρος»; Ίσως να ‘πρεπε να προσγειωθούμε κάπως (κι εμείς και οι πολιτικοί μας) βλέποντας την έκπληξη του νεαρού που μας ξεναγούσε στους διάφορους χώρους αυτού του «ναού της υποκρισίας», όπως προσφυώς τον ονόμασε μια φίλη, όταν του είπαμε πόσο πληθυσμό έχει η Κύπρος!
Στην είσοδο του Μεγάρου των Ηνωμένων Εθνών
"In God we trust”, γράφουν επάνω τα δολάρια. Ποιο θεό άραγε εννοούν; Τον Θεό όπως τον ξέρουμε, για τον οποίο πλήθος εκκλησίες γεμίζουν τη Νέα Υόρκη ή τον θεό του χρήματος που έξω απ’ το ναό του, στη Wall street, συνωστίζονται πλήθη τουριστών;
Πολυτελή ξενοδοχεία, απέραντα πολυκαταστήματα που δεν κλείνουν ποτέ, φωτοχυσία και κοσμοπλημμύρα στο Broadway, μια κοσμοβριθής μέρα και νύχτα Times Square, θεάματα και παραστάσεις που κρατάνε χρόνια (κάποιοι από μας απόλαυσαν το Chicago, άλλοι το Mama mia), τα πιο προηγμένα είδη τεχνολογίας, το θορυβώδες Rokefeller Center, το ήρεμο Central Park, τι να πρωτοδεί κανείς και τι να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα;
Στο Metrpolitan Museum
Έχοντας επισκεφθεί ξανά αυτή τη ξελογιάστρα πόλη, εκμεταλλεύομαι περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο για να την περπατήσω, να φάω ένα μεσημέρι στο Rokefeller Center, να πιω ένα ποτό στο μπαρ του παλιού, αριστοκρατικού ξενοδοχείου Walndorf Astoria ή να δω από το ύψος του 44ου ορόφου του Marriot Hotel τη νυχτερινή Νέα Υόρκη.
Λαϊκή αγορά στη Madison Avenue
Στα πολυκαταστήματα είναι μια απόλαυση να τριγυρίζεις έστω κι αν δεν έχεις υπ’ όψιν να αγοράσεις κάτι. Κι όσο περίεργο κι αν φανεί, μια λαϊκή αγορά στημένη Κυριακή πρωί στη Madison Avenue είναι μια ευχάριστη, απροσδόκητη έκπληξη.
Κρουαζιέρα. Στο βάθος το Άγαλμα της Ελευθερίας.
Είναι, αλήθεια, τόσο γοητευτική η Νέα Υόρκη ή μήπως η ξεγνοιασιά των διακοπών και η ελευθερία του τουρίστα την κάνει να φαίνεται τόσο ελκυστική; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα αποτολμούσα και «τρίτο πλουν».


Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2011

Αθώο αίμα

Αν και σχετικά πρόσφατη έκδοση στα Ελληνικά (Καστανιώτης, 2009, μετ. Τούλα Τόλια), είναι αρκετά παλιό έργο (1980) της γνωστής αγγλίδας συγγραφέως Π. Ντ. Τζέιμς, γι' αυτό ίσως και χωρίς τον Νταγκλίς, το  συμπαθητικό, μόνιμο ντετέκτιβ των αστυνομικών της μυθιστορημάτων.
Τα σταθερά, κύρια γνωρίσματα της γραφής της γηραιάς αυτής κυρίας (γεν. 1920), θεωρούμενης άξιας διαδόχου της Άγκαθα Κρίστι, τα έχω αναφέρει σε άλλες δυο παρουσιάσεις έργων της, στο "Θάνατος σε ιδιωτική κλινική" και "Ο φάρος". Αριστοτέχνις της λεπτομερούς περιγραφής, τόσο που κάποτε καταντά κουραστική, όμως η ενδιαφέρουσα πλοκή, η ψυχολογική διείσδυση, οι στέρεοι χαρακτήρες καθιστούν τα έργα της μια αναγνωστική απόλαυση, για όσους βεβαίως αγαπούν το λογοτεχνικό αυτό είδος.
Στο "Αθώο αίμα" θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρωταγωνιστής είναι το Λονδίνο. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, οι γραμμές του υπογείου, οι σταθμοί του τρένου, διαδραματίζουν κυροιαρχικό ρόλο. Για όποιον ξέρει έστω και λίγο τη βρετανική πρωτεύουσα είναι σαν να ταξιδεύει ξανά εκεί. Με τη φαντασία του ακολουθεί τους ήρωες του βιβλίου στο Σεντ Τζέιμς Παρκ, στο Βικτώρια Στέισιον, στο Τσάριγκ Κρος, στο Όξφορντ Σίρκους, στο Έτζγουερ Ρόουντ και σε πλήθος άλλα γωνστά μέρη του Λονδίνου.
Όταν η ιστορία αρχίζει ένας βιασμός και ένας φόνος έχουν ήδη γίνει και ο αναγνώστης ξέρει από την αρχή ποιος τα έχει διαπράξει. Το ενδιαφέρον σ' αυτό το μυθιστόρημα δεν έγκειται στην ανακάλυψη του δολοφόνου. Έγκειται στην αναζήτηση ταυτότητας μιας υιοθετημένης κοπέλας και στην αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα του θύματος να εκδικηθεί το βιασμό και το θάνατο της μικρής του κόρης. Πιο συγκεκριμένα. Η Φίλιππα Πάλφρεϋ, υιοθετημένη από ένα ευκατάστατο ζευγάρι (ο πατέρας είναι καθηγητής Πανεπιστημίου), επωφελούμενη από ένα νόμο που επέτρεπε σε κάθε υιοθετημένο, όταν ενηλικιωθεί, να αναζητήσει τους φυσικούς του γονείς, μαθαίνει ότι οι πραγματικοί της γονείς είχαν καταδικαστεί για το βιασμό και το φόνο ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού, ότι ο πατέρας της έχει πεθάνει, αλλά ότι η μητέρα της, έχοντας περάσει δέκα χρόνια στη φυλακή, πρόκειται σύντομα να αποφυλακιστεί. Αποφασίζει όχι μόνο να τη γνωρίσει αλλά και να ζήσει για λίγο μαζί της μετά την αποφυλάκισή της, για δυο περίπου μήνες, ωσότου πάει στο Κέιμπριτζ, όπου την έχουν δεχτεί με υποτροφία.
Παράλληλα μια άλλη ιστορία εξελίσσεται. Ο πατέρας του δολοφονημένου κοριτσιού, ο Νόρμαν Σκέις, έχει τάξει σκοπό της ζωής του να σκοτώσει τη δολοφόνο του παιδιού του, μόλις αυτή αποφυλακιστεί. Τι θα γίνει; Πώς θα καταλήξουν αφενός η συγκατοίκηση μάνας και κόρης και αφετέρου ο στόχος της εκδίκησης; Πολλές ανατροπές περιμένουν τον αναγνώστη.
Η Π. Ντ. Τζέιμς, εκτός από το Λονδίνο που δεσπόζει στην αφήγησή της, κάνει έξοχες και λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, σκύβει με αγάπη και συμπάθεια πάνω σ' όλους τους χαρακτήρες, ενώ δεν λείπουν και οι λογοτεχνικές αναφορές.
Ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που δεν εξαντλείται στην αστυνομική ιστορία, αλλά παρέσει κίνητρα για σκέψη και προβληματισμό σε πλήθος θέματα.

Σημ. Οι φίλοι επισκέπτες του blog (όσοι δεν λείπουν για διακοπές) θα έχουν προσέξει τη μακρά απουσία των αναρτήσεών μου. Αιτία, ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Αμερική. Γι' αυτό όμως χρειάζεται κάποιος χρόνος για να τιθασευτούν και να ταξινομηθούν οι σκέψεις και εντυπώσεις. Ανάρτησή τους προσεχώς.

Σάββατο, Ιουλίου 16, 2011

Στο τέλος της γης

Είναι περίεργο και παράδοξο πώς λειτουργεί η μνήμη, πώς επιλέγει τι θα κρατήσει και τι θα απορρίψει, πώς συνδέει και πώς ανακαλεί  φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα.
 Πολλά βιβλία έχουν συνδεθεί άρρηκτα με συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μου, αν και δεν σχετίζονταν μ' αυτές, παρά μόνο ως προς τη χρονική συγκυρία της ανάγνωσής τους. Για παράδειγμα, θυμάμαι ότι διάβαζα "Το Μαγικό Βουνό" καθισμένη για ώρες σ' ένα παλιό μπαλκόνι αντικρίζοντας τη θάλασσα, κι αυτή η εικόνα έρχεται πάντα στη σκέψη κάθε φορά που θυμάμαι το συγκεκριμένο βιβλίο. Όταν γίνεται λόγος για "Τα σταφύλια της οργής" ξαναθυμάμαι τη γέννηση του πρώτου μου παιδιού, γιατί αυτό το βιβλίο διάβαζα όταν άρχισαν οι πόνοι (και βεβαίως ποτέ δεν τέλειωσα, ίσως είναι καιρός να το κάνω). Πλάι στο κρεβάτι του βαριά άρρωστου συζύγου μου θυμάμαι ότι διάβαζα την ιστορία του Εδουάρδου και της Γουόλις Σίμσον (δεν θυμάμαι τον τίτλο, δεν βρίσκω το βιβλίο, ίσως να ξέμεινε στο δωμάτιο του νοσοκομείου του Λονδίνου).
Και τώρα, τώρα πώς θα μπορέσω να ξαναπάρω στα χέρια μου, ή να δω ή ν' ακούσω για το μυθιστόρημα του Ισραηλινού Νταβίντ Γκρόσμαν χωρίς να αναπολήσω το μαύρο πρωινό της 11ης Ιουλίου, όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του τόπου μας; Οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου στριφογυρίζουν από κείνο το πρωινό αδιάκοπα στη σκέψη μου:
"...Κύπρος εσύ, παραφόρτωσες την καρδιά μου μ' ερείπια και με άτακτα ριγμένους νεκρούς..."
Κι όταν τα ερείπια και οι νεκροί είναι σε καιρό πολέμου, κάπως μπορεί να γίνουν αποδεκτά. Αλλά όταν συμβαίνουν σε καιρό ειρήνης, όταν οφείλονται στην ανευθυνότητα, στη βλακεία, στις λανθασμένες πολιτικές εμμονές, τότε αγανακτείς, επαναστατείς, δεν μπορείς να δεχτείς το ασύλληπτο γεγονός. Νέοι άνθρωποι κομματιασμένοι, νεκροί, πάνω από τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια χαμένη, τεράστια οικονομική και οικολογική καταστροφή. Οι τηλεοπτικές μας οθόνες μέρες τώρα γεμίζουν από κηδείες, από θρήνο, από το μαύρο του πένθους και τους αχρείαστους τσακωμούς των πολιτικών.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα συνέχισα να διαβάζω το "Στο τέλος της γης" (Καστανιώτης 2011, μετ. Λουίζα Μιζάν). Ίσως γιατί ταίριαζε τόσο πολύ με ό, τι συνέβαινε γύρω μου. Ένα βιβλίο 752 σελίδων χωρίς ουσιαστικά υπόθεση, εννοώ χωρίς δράση, με κεντρικό πρόσωπο μια μάνα που ο γιος της, έχοντας τελειώσει την τρίχρονη στρατιωτική του θητεία, ξαναπάει να συμμετάσχει εθελοντικά σε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. Πρόκειται για "τον πόλεμο των έξι ημερών", όπως έγινε γνωστή εκείνη η φάση του ισραηλινού πολέμου με την Αίγυπτο.
Η μάνα είναι η Όρα. Ο σύζυγός της, που την έχει εγκαταλείψει, και ο μεγαλύτερος γιος της τριγυρίζουν κάπου στη Νότιο Αμερική. Η Όρα, όταν ο μικρότερος γιος της, ο Όφερ, πάει να υπηρετήσει ξανά, δεν μπορεί να ησυχάσει. Αγωνιά, φοβάται, τρέμει στην πιθανότητα να της ανακοινώσουν το θάνατο του γιου της. Και τότε μια ιδέα αστράφτει μέσα της: "...αυτή η πόρτα όμως θα παραμείνει κλειστή και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα και την άλλη βδομάδα και τις άλλες δυο βδομάδες, και τα μαντάτα δεν θα παραδοθούν, γιατί για να παραδοθούν μαντάτα χρειάζονται πάντα δύο, σκέφτηκε η Όρα, ένας που τα δίνει κι ένας που τα λαμβάνει, κι αυτά τα μαντάτα δεν θα υπάρχει κανένας να τα λάβει, και γι' αυτό δεν θα παραδοθούν, κι αυτή η σκέψη άστραψε ξαφνικά με μια λάμψη που όλο και δυνάμωνε από τη μια στιγμή στην άλλη πετώντας σπίθες σαν βελόνες σε μια έξαλλη χαρά, αφού το σπίτι είναι ήδη κλειστό και ασφαλισμένο πίσω της".
Και φεύγει. Μ' ένα εκδρομικό σακίδιο και μ' ένα δεύτερο που θα δώσει στον Άβραμ, παλιό φίλο και εραστή της, τριγυρίζει για μέρες στη χώρα. Κουβεντιάζει, σκέφτεται, κάποτε γράφει. Μέσα από τη σκέψη προσπαθεί να ξαναζήσει όλη τη ζωή του γιου της και να τον κρατήσει έτσι ζωντανό. Όλο το βιβλίο είναι αυτή η περιπλάνηση, η σκέψη και η ανάπλαση της ζωής της, με κέντρο πάντα τον Όφερ.
Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται πολύ χρόνο και πολλή υπομονή για να το τελειώσει κανείς. Ο Γκρόσμαν γράφει όπως θα κεντούσε ένα λεπτοδουλεμένο κέντημα. Είναι απίστευτες οι λεπτομέρειες με τις οποίες περιγράφει αναμνήσεις, σκηνές από τη ζωή του παιδιού της, χωρίς να γίνονται κουραστικές για τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, η περιγραφή της μέρας που ο Όφερ έκανε τα πρώτα του βήματα κρατάει πέντε σελίδες (!) γεμάτες από λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις.
Το "Στο τέλος της γης" δεν είναι ένα βιβλίο που περιγράφεται. Είναι ένα βιβλίο που νιώθεται. Βαθύτατα αντιπολεμικό, ανατρέπει την εικόνα που συνήθως έχουμε για τους σκληρούς, τιμωρούς Ισρηλινούς που με προθυμία πάνε στον πόλεμο. Είναι η ανθρώπινη πλευρά της μάνας, της κάθε μάνας που αγωνιά για τη ζωή του παιδιού της.
Εν τέλει γίνεται ένα βιβλίο τραγικό καθώς, ενώ ο Γκρόσμαν το έγραφε, ο μικρότερος γιος του σκοτώθηκε. Γράφει σ' ένα σύντομο επίλογο: "Στις 12 Αυγούστου 2006, τις τελευταίες ώρες του Δεύτερου Πολέμου στο Λίβανο, ο Ούρι σκοτώθηκε στο νότιο Λίβανο (...) Με τη λήξη του επταήμερου πένθους στο σπίτι, επέστρεψα στο βιβλίο. Το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη γραφτεί. Αυτό που άλλαξε, πάνω απ' όλα, ήταν ο απόηχος της πραγματικότητας μέσα στον οποίο γράφτηκε η τελική εκδοχή του".


Πέμπτη, Ιουλίου 07, 2011

Ίχνη ρήγματος

Το "Ίχνη ρήγματος" της Nancy Huston (Άγρα, 2008, μετ. Ειρήνη Τσολακέλλη) είναι μια ιστορία τεσσάρων γενεών, αφηγημένη από εξάχρονα παιδιά, ένα από κάθε γενιά. Η αφήγηση γίνεται σε παροντικό χρόνο, ένα παρόν διαφορετικό για κάθε παιδί,  που πάει αντίστροφα στο χρόνο.
Αφηγητής στο πρώτο κεφάλαιο είναι ο Σολ, ένα ιδιοφυές, χαρισματικό παιδί του 2004. Το δεύτερο κεφάλαιο καλύπτει η αφήγηση του Ράνταλ, πατέρα του Σολ, τοποθετημένη το 1982, όταν ο Ράνταλ ήταν έξι χρόνων. Η τρίτη στη συνέχεια αφήγηση είναι της Σέιντυ, μητέρας του Ράνταλ, όταν εκείνη το 1962 ήταν έξι χρόνων και, τέλος, οπισθοδρομώντας φτάνουμε στο 1944-45, όταν η προγιαγιά, η Κριστίνα, ήταν στην ίδια ηλικία.
Υπάρχει ομολογουμένως μια πρωτοτυπία στην ανάδρομη αυτή αφήγηση. Η περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη διεγείρεται για το παρελθόν των προσώπων που στο πρώτο κεφάλαιο εμφανίζονται ενήλικες ή υπερήλικες. Προπάντων γιατί αφήνονται υπονοούμενα για οικογενειακά μυστικά που θα αποκαλυφθούν στο τέλος.
Η παιδική ηλικία κάθε γενιάς έχει ασφαλώς κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και πλήθος διαφορές, οφειλόμενες στο διαφορετικό χρονικό, τοπικό ή οικογενειακό περιβάλλον. Το παιδί του 2004 δεν είναι όμοιο  με το παιδί του 1944, όπως και η προσωπική μας εμπειρία διδάσκει. Κι αυτό κατορθώνει να το αποδώσει με επιτυχία η συγγραφέας.
Μέσα από τις τέσσερις αφηγήσεις περνάνε τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν μισό αιώνα ζωής. Ο Σολ του 2004 παίζει με τους υπολογιστές, θυμάται την 11η Σεπτεμβρίου, ζει τον πόλεμο του Ιράκ. Ο Ράνταλ του 1982 παίζει με Playmobil  και lego κι όταν η οικογένεια μετακομίζει για ένα χρόνο στο Ισραήλ, εικόνες από την εκεί ζωή και τον πόλεμο Ισραηλινών-Αράβων προστίθενται στην αφήγηση. Οι δραστηριότητες ενός εξάχρονου κοριτσιού του 1962 και σημαντικά γεγονότα της εποχής μας δίνονται μέσα από την αφήγηση της Σέιντυ: "(Ο παππούς) ανοίγει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει το βραδινό δελτίο ειδήσεων. Μαθαίνουμε (...) ότι το τείχος του Βερολίνου αποπερατώθηκε και ότι ο πρόεδρος Κέννεντυ θέλει να τιμωρήσει την Κούβα επειδή αιχμαλώτισε όλα τα γουρούνια που έστειλε πέρυσι εκεί. Ξεσπούν διαρκώς διαμάχες, σχεδόν παντού στον κόσμο, δεν μπορώ να τις καταλάβω, αλλά κάθε φορά που είναι εδώ η μαμά πυροδοτούν έναν καβγά, για παράδειγμα εκείνη αγανακτεί που η Αμερική ξοδεύει μια περιουσία για να στείλει πυραύλους στο διάστημα, ενώ εκατομμύρια πολίτες της είναι φτωχοί και άνεργοι και μαύροι, θα είχα την τάση να συμφωνήσω μαζί της, αλλά οι γονείς της διαφωνούν και τη ρωτούν μήπως κατά τύχη έχει σκοπό να γίνει μια τιποτένια κομμουνίστρια".
Το βιβλίο κλείνει με την τέταρτη αφήγηση, της Έρρα (ή Κλαρύσα ή Κριστίνα) που μας μεταφέρει στις σκοτεινές μέρες του πολέμου στη Γερμανία και σε μια μαύρη σελίδα των Ναζί, όχι και τόσο γνωστή, αυτή του προγράμματος "γερμανοποίησης" ξένων παιδιών, αρπαγμένων από την Πολωνία, την Ουκρανία και αλλού.
Ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Η συγγραφέας βλέπει τα πράγματα μέσα από την αθώα ματιά εξάχρονων παιδιών, διατυπώνοντας με φαινομενική αφέλεια βαθείς προβληματισμούς είτε αυτοί αφορούν τις σχέσεις γονιών-παιδιών, είτε τη θρησκεία, τη γλώσσα ή τον πόλεμο. Γράφει: "Στην προσευχή ο παππούς ζητάει από το Θεό να προστατεύει τον πατέρα και τον Λόταρ από τον εχθρό και αυτό με ενοχλεί, διότι σίγουρα υπάρχουν οικογένειες στη Ρωσία οι οποίες του ζητούν να προστατεύσει τους δικούς τους άνδρες από τον εχθρό, μόνο που όταν λένε εχθρό, αναφέρονται σε μας, και στην εκκλησία όταν ο ιερέας λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε για τον Χίτλερ, σκέφτομαι τους ανθρώπους στις ρώσικες εκκλησίες οι οποίοι προσεύχονται για το δικό τους Ηγέτη και μπορώ να φανταστώ το δυστυχή Θεό, εκεί ψηλά στα σύννεφα, να πιάνει το κεφάλι του και να προσπαθεί να ευχαριστήσει όλο τον κόσμο και να αντιλαμβάνεται ότι απλούστατα αυτό είναι αδύνατο".
Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο σημεία κοινότοπα ή ανιαρά. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή του πώς τρώει το αυγό του ένα παιδί ή πώς αλλάζονται ή διπλώνονται τα σεντόνια δεν προσθέται τίποτα, εκτός από επέκταση της αφήγησης. Επίσης νομίζω θα μπορούσε η συγγραφέας να εκμεταλλευτεί περισσότερο τα ιστορικά στοιχεία κάθε εποχής. Δεν παύει όμως το "Ίχνη ρήγματος" να είναι ένα αξιόλογο ανάγνωσμα.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

Άγιοι και δαίμονες

Για δυο περίπου βδομάδες μου κράτησε συντροφιά το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου "Άγιοι και δαίμονες" με υπότιτλο "Εις ταν Πόλιν" (Μεταίχμιο, 2011). Σαν έκλεισα την 741η τελευταία σελίδα, έμεινα για ώρα πολλή να αναλογίζομαι όλη εκείνη τη μακρινή εποχή, την Πόλη, τις γειτονιές, τους δρόμους και τους καφενέδες της, τις ευτυχισμένες στιγμές αλλά και τη φρίκη των αποκεφαλισμών. Τα χαρέμια, την πανούκλα και τις πυρκαγιές, τη Φιλική Εταιρεία, τους έρωτες και τις προδοσίες. Ένιωθα μια θλίψη αποχωρισμού, καθώς είχα ζήσει μέρες και νύχτες με τους ήρωες του Καλπούζου, πεθαμένους εδώ και χρόνια, που η τέχνη του συγγραφέα τους ξανάφερε στη ζωή και τώρα, με το τέλος του βιβλίου, ξαναγύριζαν στην ανυπαρξία..
Λίγο-πολύ βέβαια αυτό συμβαίνει με κάθε βιβλίο. Όμως, δεν ξέρω γιατί, αυτή τη φορά τα συναισθήματα ήταν πολύ πιο έντονα. Ίσως γιατί ήταν τόσο ζωντανή, τόσο λεπτομερειακή, τόσο πειστική η αναπαράσταση της ζωής των αρχών του 19ου αι., που οι ήρωες του βιβλίου έπαψαν να είναι μυθιστορηματικά πρόσωπα, δημιουργήματα της μυθοπλαστικής φαντασίας, πήραν σάρκα και οστά, έγιναν γνωστοί και οικείοι και με πήραν μαζί τους στις περιπέτειες του βίου τους.
Είναι αδύνατο να προσπαθήσει κανείς να αποδώσει το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίς να το αδικήσει. Θα περιοριστώ λοιπόν σε μια πολύ γενική θεώρηση και θα σταθώ σε κάποιες σκηνές που χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου. (Κι όμως κι αυτό το έργο αποδεικνύεται δυσχερές, όταν προσπαθώ να αναλογιστώ ποιες από τις σκηνές αυτές να αναφέρω).
Η χρονική περίοδος που καλύπτει το έργο είναι 1808-1832. Με δυο βασικούς κεντρικούς χαρακτήρες, τον Τζανή, που είναι και ο κύριος αφηγητής, ενώ παράλληλα ακούγονται και άλλες φωνές, και τον Ανθία, παιδιά της Πόλης, φίλους από τα παιδικά τους χρόνια, που άλλοτε συναντιούνται και άλλοτε χωρίζονται στις περιπέτειές τους, και με πλήθος άλλα πρόσωπα που τους περιστοιχίζουν, Έλληνες και Τούρκους, Εβραίους κι Αρμένηδες, άλλοτε πρόσωπα φανταστικά κι άλλοτε ιστορικά,  μεταφερόμαστε στη μακρινή εκείνη εποχή. Ζούμε τη φοβερή επιδημία της πανούκλας, ταξιδεύουμε και ναυαγούμε στη Μαύρη Θάλασσα, συναντάμε κρυπτοχριστιανούς στον Πόντο, γνωρίζουμε τη ζωή στη φυλακή αλλά και στο χαρέμι, μυούμαστε στη Φιλική Εταιρεία και παρακολουθούμε τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Πολλές είναι οι συγκλονιστικές σκηνές του βιβλίου, τα κομμένα κεφάλια και το αίμα πλημμυρίζουν τις σελίδες του. Ταυτόχρονα όμως και σκηνές ερωτικές και επεισόδια όπου η πονηριά κι η επινοητικότητα, ιδίως του πανέμορφου Ανθία, προκαλούν ένα χαμόγελο.
Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου περιγράφεται στις σελίδες 97-101. Ο Λεωνής, αδερφός του Τζανή, συλλαμβάνεται γιατί διατηρεί σχέσεις με την αγαπημένη του, την οποία είχε αρπάξει ο πασάς. Ετοιμάζεται η δημόσια εκτέλεσή του. Γονατιστός περιμένει το χαντζάρι να πέσει στο λαιμό του, ενώ ο καδής ρωτάει: "Δέχεσαι να γίνεις μουσουλμάνος;", πράγμα βέβαια που θα του έσωζε τη ζωή. Η αγωνία κρατάει την αγαπημένη του που παρακολουθεί, τους οικείους του, που γι΄αυτούς είτε ο θάνατος είτε το να αλλαξοπιστήσει ήταν το ίδιο, αλλά η αγωνία διακατέχει κι εμάς τους αναγνώστες. Δεν θα πω τι έγινε. Όταν όμως τέλειωσα το διάβασμα της σκηνής, έκλεισα το βιβλίο, δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήθελα κάποιο χρόνο να συνέλθω.
Εξίσου δυνατή σκηνή είναι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ τον Απρίλη του 1821 (σ. 542-548).Έχω επισκεφθεί την Πόλη, έχω δει την κλειστή από τότε Πύλη στην οποία τον κρέμασαν, κι έτσι μπορούσα με τη φαντασία μου να αναπαραστήσω στιγμή με στιγμή το θλιβερό τέλος, όπως μας το αφηγείται ο Καλπούζος.
Η σκηνή του "σταυρώματος" του Τζανή, όταν οι γενίτσαροι τον καρφώνουν σ' έναν πλάτανο (συνήθης απ' ότι φαίνεται και από άλλα σημεία τρόπος βασανισμού), με τίποτα δεν μπορεί να σβηστεί από τη μνήμη. Τις σφαγές της Χίου το 1822 τις προσπερνάμε με λίγες γραμμές στην Ιστορία. Εδώ τις ζούμε σαν να ήμαστε εεκί, για μέρες ακούμε τις κραυγές τρόμου, βλέπουμε τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τα πτώματα που κείτονται άταφα. "Αλλά όσα και να ιστορήσω δεν φτάνουν για να ειπωθούν τα βάσανα του κόσμου", ομολογεί ο συγγραφέας ενώ κάνει το θλιβερό απολογισμό: "Είκοσι πέντε με τριάντα χιλιάδες κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν, κοντά στις πενήντα χιλιάδες πουλήθηκαν σκλάβοι".
Ανατριχιάζεις, κλείνεις τα μάτια, σαν να μη θέλεις να δεις παρακάτω, όταν περιγράφεται το γδάρσιμο ζωντανού ανθρώπου, μια σκηνή που μου θύμισε μια ανάλογη του Χαρούκι Μουρακάμι στο "Κουρδιστό πουλί".
Τραγούδια της εποχής, παροιμίες με συμπυκνωμένη τη λαϊκή σοφία, σκέψεις γύρω από τη ζωή και το θάνατο δεν λείπουν από το βιβλίο, ούτε η αγάπη για τον τόπο και η εξύμνηση της ομορφιάς του. "Όποιος δεν έχει διαβεί τούτο το στενό να μην ειπεί πως ξεύρει τι σημαίνει ομορφιά του τόπου", λέει για το Βόσπορο.
Αλλά, πιστεύω, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Με αληθοφάνεια προσεγγίζει τη γλώσσα της εποχής "που έρχεται σαν μυρωδιά από μένα', λέει ο αφηγητής Τζανής. Πλήθος οι λέξεις και φράσεις που χρήζουν ερμηνείας για το σύγχρονο αναγνώστη, που ευκολύνεται όμως με την εξήγησή τους στο κάτω μέρος της σελίδας. Μεγάλη ήταν η έκπληξή μου διαπιστώνοντας την ομοιότητα με το κυπριακό ιδίωμα, σε σημείο που για πλήθος λέξεις δεν χρειαζόμουν γλωσσάριο: Περίτου (=περισσότερο), που (=από), συντυχά(ι)νω (=κουβεντιάζω), λαλώ (=μιλώ), άτζαπα (=άραγε), (μ)πιλέ (=ούτε), αμά (=αλλά), κουμάρι (=χαρτοπαίγνιο) και δεκάδες άλλες είναι όχι μόνο κατανοητές αλλά και εν χρήσει τουλάχιστον από τους παλαιότερους Κυπρίους.
"Άγιοι και δαίμονες" λοιπόν, με το "και" να γράφεται αχνά στο εξώφυλλο του βιβλίου, έτσι που, κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, να διαβάζεται και ως "Άγιοι δαίμονες". Η σύνθεση των αντιθέτων μέσα στον ίδιο λαό, ακόμα και μέσα στο ίδιο άτομο. Καλοσύνη και κακία, ομορφιά και σκήμια, πατριωτισμός και προδοσία, έρωτας και μίσος... Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2011

Τα πέμπτα μου γενέθλια

Σαν σήμερα, πριν από πέντε χρόνια, έγραφα το πρώτο σύντομο σημείωμά μου στο μόλις δημιουργηθέν μπλογκ. Πέντε χρόνια από τότε, αναπολώ τις δεκάδες τα βιβλία που διάβασα, τις γνωριμίες με ανθρώπους που έκανα, την ανταλλαγή απόψεων με άλλους βιβλιόφιλους...
"Ένα φτερούγισμα είναι η ζωή και πάει" μου 'ρχεται στο νου μια σκέψη από το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου που διαβάζω τώρα. Ας κρατήσει αυτό το φτερούγισμα όσο πιο πολύ γίνεται κι ας είναι ένα ανάλαφρο πέταγμα σ' ένα ασυννέφιαστο ουρανό, πάντα παρέα μ' ένα καλό βιβλίο.

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2011

Άγιοι έρωτες-Τα Μεγάλα Χρόνια

Όταν πληροφορήθηκα ότι ο Γιώργος Μιχαηλίδης ετοιμάζει μια καινούρια τριλογία με το γενικό τίτλο "Άγιοι έρωτες", της οποίας ο πρώτος τόμος με τίτλο "Τα μεγάλα χρόνια" ήδη κυκλοφορεί (Εκδόσεις του Αυγούστου, 2011), δεν περίμενα να ενημερωθώ από κριτικές ή από άλλους βιβλιόφιλους ή από τη μπλογκόσφαιρα για την αξία του βιβλίου. Η προηγούμενη τριλογία του συγγραφέα με το γενικό τίτλο "Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας" που με είχε ενθουσιάσει ήταν η καλύτερη σύσταση.
Για μια βδομάδα βυθίστηκα στην απόλαυση ενός βιβλίου, αλλά ταυτόχρονα και στις σελίδες της Ιστορίας. Καθώς διάβαζα, ολοένα στριφογύριζε στο νου μου ο χαρακτηρισμός "Πόλεμος και ειρήνη". Κι ας διαφέρει η εποχή κι ας είναι άλλος ο τόπος και η όλη ατμόσφαιρα, όμως βρίσκω το έργο εξίσου μεγαλειώδες, εξίσου σημαντικό για την ελληνική λογοτεχνία όσο το ομώνυμό του για τη ρωσική. Πολεμικές σελίδες, περιγραφές μαχών, η αγριότητα του πολέμου, αλλά και σελίδες ειρηνικής ζωής και έρωτα. Η ίδια η εποχή το απαιτεί. Είναι η σκληρή αλλά και θριαμβευτική εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Η εποχή που με το αίμα και τη θυσία χιλιάδων νέων ελευθερώνονται εδάφη, η Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα ξαναγίνονται ελληνικά.
Έργο πολυπρόσωπο, με περισσότερρες από μιά αφηγηματικές φωνές που, ομολογώ, ενίοτε δυσχαίρεναν την ανάγνωση, από την άλλη όμως απαιτούσαν αμέριστη την προσοχή μου. Οι γενιές μπλέκονται, ο χρόνος πηγαινοέρχεται. Η ιστορία ξεκινά από ένα μικρό χωριό στα Τζουμέρκα, μεταφέρεται στη Μακεδονία και στις επιθέσεις των Βουλγάρων, στην Οδησσό με τον ακμάζοντα ελληνισμό, στη μάχη της Αετοράχης για κατάληψη των Ιωαννίνων, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα. Στη φρίκη του πολέμου, στα χειρουργεία του μετώπου, στα ακρωτηριασμένα, συχνά χωρίς αναισθητικό σώματα, αλλά και στα σαλόνια και τα κουτσομπολιά της Αθήνας.
Ένας μεγάλος έρωτας γίνεται ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται πρόσωπα και γεγονότα, ένα πάθος για τα βιβλία που ξεκίνησε χρόνια πριν σαν έμφυτη, ασύνειδη ορμή σ' ένα μικρό κορίτσι από τα Τζουμέρκα, δημιουργεί μια βιβλιοθήκη 360 χιλιάδων τόμων... Όπως σ'ένα πολυπρόσωπο πίνακα οι παλιοί, κλασικοί ζωγράφοι απεικονίζουν κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρόσωπο όσο ασήματο και δευτερεύον κι αν είναι στον πίνακά τους, έτσι κι ο Μιχαηλίδης φωτίζει κάθε χαρακτήρα ακόμα και πρόσωπα που ίσως θα συναντήσουμε για λίγο, μια μόνο φορά.
Δεν βρίσκω προσφορότερο τρόπο να χαρακτηρίσω αυτό το θαυμάσιο έργο (του οποίου ανυπόμονα θα περιμένουμε τη συνέχεια) και να αποδώσω το περιεχόμενό του από ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του ίδου του συγγραφέα:
" Η Ιστορία, λοιπόν, αυτό το τέναγος που μέσα του βυθίζονται ζωές, ακόμη και έθνη, που προχωρά με άπειρες μεταμφιέσεςι και μεταμορφώσεις, αυτό είναι το κέντρο της αφήγησής μας. Η Ιστορία και οι Άνθρωποι.
Για να μπορέσουμε να αποσπάσουμε από το βάθος του χρόνου όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που θα ζωντανέψουν την Ιστορία μας, ταξιδέψαμε πολύ, επισκεφθήκαμε τους τόπους που έζησαν, πολέμησαν ή και πέρασαν απλώς οι ήρωές μας, σκύψαμε πάνω από τη σκόνη πολλών βιβλίων, κοιτάξαμε πλήθος φωτογραφίες, διαβάσαμε αφηγήσεις, και για να καθησυχάσουμε τον αναγνώστη μας, τον διαβεβαιώνουμε πως όλα τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό το βιβλίο είναι αληθινά έως την παραμικρή λεπτομέρεια. Όσο για τα άλλα, "τα ανθρώπινα", ας διεκδικήσουν οι ήρωες, ο καθένας για λογαριασμό οτυ, το ενδιαφέρον σας, τη συμπάθεια ή και την περιφρόνησή σας".