Παρασκευή, Μαΐου 25, 2012

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

" Η  ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατ' ευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις τον χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι".
Κι όμως, κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσειςς του. Το μυθιστόρημα του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά "Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων" (Πόλις, 2011, μετ. Φωτεινή Βλαχοπούλου), στο οποίο κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής διατυπώνει την πιο πάνω άποψη, δεν μου έδειξε από την αρχή πόσο σπουδαίο και ενδιαφέρον έργο θα ανακάλυπτα στη συνέχεια ότι είναι, αν και ο τίτλος και μόνο αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Κι ίσως θα ήταν καλύτερα για τον αναγνώστη να παραλείψει το σύντομο εισαγωγικό κεφάλαιο που τοποθετείται χρονικά στο 1980 ή καλύτερα να γυρίσει σ' αυτό και να το διαβάσει, αφού θα έχει τελειώσει το 693σέλιδο μυθιστόρημα.
Πολυπρόσωπο, καλύπτει μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή (1959-1964) σε μια πάντα ωραία  και με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα πόλη, το Παρίσι. Είναι τόσο πλούσιο, τόσο φορτωμένο με ιστορία, με κοινωνική διάσταση, με προσωπικές σχέσεις, με πρόσωπα άλλα υπαρκτά και άλλα μυθιστορηματικά, με πολιτικές θέσεις, με ανάλαφρο χιούμορ, με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της εφηβείας, που δυσκολεύεσαι να το χαρακτηρίσεις και να το κατατάξεις.
Βασικός αφηγητής είναι ο δωδεκάχρονος Μισέλ. Παθιασμένος αναγνώστης: "Το πρωί, με το που άναβα το φως, έπιανα το βιβλίο μου και όλη τη μέρα δεν το άφηνα απ' τα χέρια (...) Διάβαζα στο τραπέζι, κάνοντας έξω φρενών τον πατέρα μου. Διάβαζα καθώς έπλενα τα δόντια μου, αλλά και στην τουαλέτα. Χτυπούσαν πεισματικά την πόρτα για να βγω από το μπάνιο. Διάβαζα ακόμα και καθώς περπατούσα (...) Ο φύλακας άγγελός μου με προστάτευε και με καθοδηγούσε. Δεν είχα κουτουλήσει ποτέ σε κολόνα ούτε με είχε χτυπήσει αυτοκίνητο καθώς διέσχιζα το δρόμο, χωμένος κυριολεκτικά μέσα στο βιβλίο μου". 
Το πάθος του νεαρού Μισέλ για το διάβασμα δίνει αφορμή στον συγγραφέα να αναφερθεί σε πλήθος συγγραφείς και έμμεσα και υπαινικτικά να ασκήσει την κριτική του: Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Χένρι Τζέημς, Φρανσουάζ Σαγκάν, Καζαντζάκης, Κέρουακ, κλασικοί και νεότεροι, Γάλλοι και ξένοι, πλήθος συγγραφείς περνούν μέσα από το βιβλίο.
Εκτός από το διάβασμα, η άλλη μεγάλη αγάπη του Μισέλ ήταν το ποδοσφαιράκι. Μ' ένα φίλο του συχνάζουν στο μπιστρό "Balto", όπου επιδίδονται στο αγαπημένο τους παιγνίδι. Εκεί μια μέρα ο Μισέλ θα ανακαλύψει πως στο πίσω μέρος του μπιστρό λειτουργεί μια σκακιστική Λέσχη. "Έκπληξη όμως δεν ήταν η Λέσχη. Έκπληξη ήταν να βλέπεις τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τον Ζοζέφ Κεσέλ να παίζουν στην ντουμανιασμένη από τον καπνό πίσω αίθουσα του πολύχναστου μπιστρό. Τους ήξερα από την τηλεόραση. Ήταν διάσημοι. Κοιτούσα μαγεμένος", λέει ο Μισέλ.
Τη Λέσχη την είχαν ιδρύσει και σύχναζαν εκεί πολιτικοί πρόσφυγες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: Ούγγροι, Ρώσοι, Πολωνοί, Ρουμάνοι, Γιουγκοσλάβοι, Τσεχοσλοβάκοι. Ατέρμονες συζητήσεις, διαφωνίες, νοσταλγία για τις πατρίδες που είχαν εγκαταλείψει, κάποιοι παραμένοντας ιδεολογικά πιστοί στο κομμουνιστικό σύστημα που τους είχε εξωθήσει σ' αυτή την αναγκαστική εξορία.
Οι ατομικές ιστορίες του καθενός εμπλέκονται με τη ζωή του νεαρού Μισέλ. Οι απουσίες του από το σχολείο, η δύσκολη ζωή στο σπίτι λόγω των δυο διαφορετικών τάξεων από τις οποίες προέρχεται το οικογενειακό του περιβάλλον, πράγμα που θα οδηγήσει τελικά και στο διαζύγιο των γονιών του, η αγάπη του για τη μουσική και η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία, ο έρωτάς του για τη νεαρή Καμίγ, εξίσου παθιασμένη αναγνώστρια, η λιποταξία του αδερφού του από το Αλγερινό μέτωπο (είναι τα χρόνια του πολέμου στην Αλγερία), η φιλία του μ' ένα μυστηριώδη Ρώσο που οι θαμώνες της Λέσχης αποστρέφονται και που το μυστήριο της ζωής του θα λυθεί μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο, είναι κάποιες πτυχές του πολυσέλιδου αυτού μυθιστορήματος.
Εντυπωσιάζει το πώς ο Γκενασιά μπόρεσε να δώσει σ' όλα αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα θέματα την ενότητα ενός συναρπαστικού (αν και ενίοτε φλύαρου) μυθιστορήματος, συνδυάζοντας την ανάπλαση μιας εποχής (πόλεμος Αλγερίας, εξέγερση Ουγγαρίας, πρώτη διαστημική πτήση με τον Γκαγκάριν, ανέγερση του Τείχους, αυτομόληση του Νουρέγιεφ κ. ά) μ' ένα μυθιστόρημα μαθητείας.
Το δάκρυ της συγκίνησης διαδέχεται το χαμόγελο του χιούμορ, το ατομικό συνυφαίνεται με το συλλογικό δημιουργώντας έναν εξαιρετικό πίνακα, μια τεράστια τοιχογραφία της εποχής, ένα έξοχο μυθιστόρημα, που παρά τον όγκο του σου αφήνει ένα συναίσθημα μελαγχολίας καθώς, φτάνοντας στο τέλος, είσαι υποχρεωμένος να αποχωριστείς τους ήρωές του.
 

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2012

Πάσχα στο "Οικόπεδο του Θεού"


Φτάνουμε στο Ναύπλιο Μ. Παρασκευή. Μας συνοδεύει όλη μέρα ο πένθιμος ήχος της καμπάνας. Είναι βράδυ όταν για πρώτη φορά διασχίζουμε την πόλη πηγαίνοντας στη Μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου, για να παρακολουθήσουμε την ακολουθία και την περιφορά του Επιταφίου. Καφετέριες, ταβέρνες, μαγαζάκια με τουριστικά είδη πλημμυρίζουν τα στενά δρομάκια. Σε λίγο, όταν η περιφορά τελειώσει, όταν οι τρεις Επιτάφιοι των γειτονικών εκκλησιών θα συναντηθούν, σε μια συγκινητική στιγμή στην Πλατεία Συντάγματος, όλος ο κόσμος θα ξεχυθεί στις ταβέρνες και τις καφετέριες. Έθιμο που δεν το ‘χουμε στην Κύπρο, αλλά που το συναντήσαμε παντού στην Ελλάδα. Μοιάζει σαν ένα νεκρόδειπνο, το τραπέζι που σε πολλά μέρη συνηθίζουν να κάνουν μετά την κηδεία.
Είναι μια πρώτη, βραδινή ματιά στην πόλη που θα την περπατήσουμε, θα τη γνωρίσουμε και θα την αγαπήσουμε τις επόμενες μέρες.
Πλατεία Συντάγματος
 Κάθε γωνιά της ελληνικής γης είναι γεμάτη από θρύλους και παραδόσεις, από μνήμες ιστορικές από την αρχαιότητα ίσαμε σήμερα. Μου φαίνεται όμως πως κανένα άλλο μέρος δεν είναι τόσο φορτωμένο με μνήμες όσο το Ναύπλιο. Από τον μυθικό Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και ιδρυτή της πόλης, ίσαμε τα νεότερα χρόνια της Επανάστασης, σε κάθε γωνιά της πόλης αφουγκράζεσαι τα βήματα της Ιστορίας.
Σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου που το αντικρίζεις από παντού, ωραία φωταγωγημένο το βράδυ, είναι το κάστρο του Παλαμηδιού, που έχει άρρηκτα συνδέσει την ιστορία του με τη φυλάκιση εκεί του Κολοκοτρώνη. Λίγοι όμως έχουν την αντοχή να ανέβουν τα 999 σκαλοπάτια του! Οι πιο πολλοί προτιμούν την άνεση της ανάβασης με αυτοκίνητο.
Δρομάκι στο Ναύπλιο
 Εξίσου χαρακτηριστικό, αναγνωρίσιμο σημείο του Ναυπλίου, το μικρό νησάκι, το Μπούρτζι, που στέκεται φρουρός στην είσοδο του κόλπου. Οχυρωμένο πρώτα από τους Ενετούς, κυριευμένο ύστερα από τους Τούρκους, τόπος διαμονής κάποτε των δημίων, αποτελεί τώρα χώρο καλοκαιρινών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Αλλά για μας που το αντικρίζουμε αυτό το γαλήνιο, φωτεινό πρωινό, αποτελεί το κέντρο ενός πανέμορφου τοπίου, καθώς πίσω του αχνοφαίνονται τα βουνά της Αργολίδας.
Το Μπούρτζι
 Η ξενάγησή μας μέσα από τα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης είναι ένας περίπατος στο παρελθόν. Από τις πιο όμορφες πλατείες που έχουμε δει στον ελληνικό χώρο είναι χωρίς αμφιβολία η πλατεία Συντάγματος. Τεράστια, πλακόστρωτη, με ιστορικά κτήρια ποικίλων ρυθμών, κτήρια ενετικού, νεοκλασικού ή ακόμα μινωικού ρυθμού, ήταν κάποτε χώρος με σπίτια αγωνιστών. Τώρα, είναι μια απόλαυση να τριγυρνά κανείς εδώ, να κάθεται σε μια καφετέρια ενώ οι χαρούμενες φωνές των παιδιών που παίζουν  αντιλαλούν ακόμα και τα βράδια. Εδώ βρίσκεται και το Αρχαιολογικό Μουσείο, εδώ και το Μεγάλο Τζαμί. Αλήθεια, πόσο απρόβλεπτη η Ιστορία! Πόσο συγκινητική ανατροπή να σκέφτεσαι ότι στο Μεγάλο Τζαμί στεγάστηκε η πρώτη Βουλή των απελευθερωμένων Ελλήνων!
Ο Όθωνας στην Πλατεία των Τριών Ναυάρχων
Η πλατεία Συντάγματος δεν είναι βέβαια η μόνη πλατεία του Ναυπλίου. Στην Πλατεία των Τριών Ναυάρχων δεσπόζει το ωραίο νεοκλασικό κτήριο του Δημαρχείου της πόλης καθώς και η Δημοτική Πινακοθήκη. Ενώ στη μικρή  πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνος το βήμα μας επιβραδύνεται, η συγκίνηση μας κυριεύει, η σκέψη πάει πίσω, στο μακρινό εκείνο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, όταν ο σεμνός, εμπνευσμένος Κυβερνήτης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, που θα μπορούσε, αν τον άφηναν, να αλλάξει τη μοίρα και την πορεία της Ελλάδας, έπεφτε δολοφονημένος από ελληνικά χέρια. Το σημάδι από τη σφαίρα, προστατευμένο σε γυάλινη προθήκη, μένει ακόμα εκεί στον τοίχο της εκκλησίας να θυμίζει τις τραγικές στιγμές.
Σημάδι από τη σφαίρα που σκότωσε τον Καποδίστρια
 Πολύ κοντά η οδός Άγγελου Τερζάκη και η κάπως παραμελημένη προτομή του σπουδαίου αυτού λογοτέχνη και πνευματικού ανθρώπου. Η σκηνή από την «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» καθώς εκείνη διασχίζει έφιππη το Ναύπλιο θαμπώνοντας με την ομορφιά της το νεαρό Νικηφόρο Σγουρό ξανάρχεται ζωντανά στη σκέψη.
Ο Άγγελος Τερζάκης
 Ναύπλιο. Η πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. Εδώ κυβέρνησε για τρία χρόνια ο Καποδίστριας, εδώ αποβιβάστηκε λίγο αργότερα ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας κι απ’ εδώ έφυγε  εξόριστος το 1862. Εδώ δικάστηκε και καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης, εδώ έζησε η Μαντώ Μαυρογένους, εδώ πέθανε ο Δημήτριος Υψηλάντης… Πόσες μνήμες ξυπνούν μέσα μας καθώς τριγυρίζουμε στα στενά, πανέμορφα, λουλουδισμένα δρομάκια!
Δρομάκι στην παλιά πόλη

Πόρος
Θεέ μου Πρωτομάστορα μ’ έκτισες μέσα στα βουνά
Θεέ μου πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα
Οι στίχοι του Ελύτη, ντυμένοι με τη μουσική του Θεοδωράκη, αντηχούν στη σκέψη μου καθώς με μάτια γεμάτα θάμπος αντικρίζω αυτή την απίθανη ομορφιά. Έχουμε διασχίσει το μικρότερο «δάχτυλο» της Πελοποννήσου και οδεύουμε από το Ναύπλιο προς το Γαλατά, απ’ όπου θα περάσουμε αντίκρυ στον Πόρο.
Από το Ναύπλιο προς το Γαλατά
 Πρωί του Μ. Σαββάτου. Ηρεμία. Γαλήνη. Φως κι ομορφιά. Το πράσινο κατεβαίνει ως τις ακτές και σμίγει με το γαλάζιο του Σαρωνικού, τοπίο που, αν και το συναντάς σε πλήθος παραλίες και νησιά της Ελλάδας, δεν παύει να σε μαγεύει όσες φορές κι αν το συναντήσεις.
Η έκπληξη μεγάλη για όσους από μας δεν είχαμε ξανάρθει, όταν βλέπουμε πόσο κοντά στις ακτές της Πελοποννήσου είναι ο Πόρος, τόσο που λες μπορείς να πας κολυμπώντας. Πόρος άλλωστε σημαίνει πέρασμα, μια στενή λωρίδα θάλασσας που αποτελεί πέρασμα για τ’ όμορφο αυτό νησί.
Ο Πόρος όπως φαίνεται από το Γαλατά
 «Είναι το πιο ευτυχισμένο μέρος που γνώρισα ποτέ μου», γράφει ο Λόρενς Ντάρελ στο βιβλίο του «Τα ελληνικά νησιά». Μα η εικόνα που περιγράφει ο Ντάρελ, κάπου σαράντα χρόνια πριν, δεν είναι ίδια μ’ αυτήν που αντικρίζουμε εμείς σήμερα. Γράφει ο Ντάρελ: «Μπορεί να είναι τα πεύκα που κάνουν αξέχαστο τον Πόρο. Τα δάση μοιάζουν ποτισμένα στο ρετσίνι, τα πάντα μυρίζουν σαν καινούργιο καράβι. Όταν καταπλέεις στο λιμάνι το καλοκαίρι, σε τυλίγουν κύματα έντονης μυρωδιάς πεύκου που αιωρούνται στα ήσυχα νερά του λιμανιού».
Καθώς πλησιάζουμε στον Πόρο
  Μα καθώς εμείς αποβιβαζόμαστε στο λιμάνι η μυρωδιά που κυριαρχεί είναι πιο πολύ η μυρωδιά των ψαρομεζέδων και οι δελεαστικές προσκλήσεις απ’ τα ταβερνάκια που πλαισιώνουν το λιμάνι. Τουριστική η πρώτη εντύπωση. Όμως πιο πάνω, ανηφορίζοντας ανάμεσα σε κάτασπρα σπίτια και λουλουδισμένες αυλές, σου αποκαλύπτεται όλη η ομορφιά του νησιού. Δυστυχώς ο χρόνος δεν μας παίρνει για να βγούμε έξω από την πόλη, να τριγυρίσουμε στις καταπληκτικές παραλίες ή να επισκεφθούμε τα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα, όπου κατέφυγε και αυτοκτόνησε ο μεγάλος ρήτορας, ο Δημοσθένης.
Πανέμορφη γωνιά στον Πόρο
 Πέρα απ’ την ιστορία του νησιού, δυο πράγματα είχα στο νου μου και δυο τοποθεσίες ήθελα να επισκεφθώ: τη βίλα «Γαλήνη» και το λεμονοδάσος. Και τα δυο με απογοήτευσαν. Τη βίλα «Γαλήνη», ένα μυθικό σχεδόν τόπο διαμονής και παραθερισμού πολλών διασημοτήτων του πνεύματος, την αντικρίζουμε μόνο από μακριά, μισοκρυμμένη ανάμεσα στα πεύκα του απέναντι βουνού. Οι ντόπιοι τους οποίους ρωτάμε μας αποτρέπουν να πάμε ως εκεί. «Δεν υπάρχει τίποτα να δείτε», μας είπαν, «τώρα είναι ιδιωτική κατοικία».
Κι όμως είχα τόση επιθυμία να δω το μέρος όπου πέρασε πολλές μέρες ο Σεφέρης κι όπου έγραψε την «Κίχλη»:
………………………………………………………….
Και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού
να κοιτάξεις πρώτα,
……………………………………………………….
Πόρος, «Γαλήνη», 1946

Έχοντας διαβάσει χρόνια πριν «Το λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη, με τον εξιδανικευμένο έρωτα  του Παύλου και της Βίργκω που εξελίσσεται στο ανθισμένο, μοσχοβολημένο τοπίο  των χιλιάδων λεμονιών και πορτοκαλιών, φανταζόμουν αυτό το τοπίο σαν ένα επίγειο παράδεισο. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στο Γαλατά, όμως, τι κρίμα, οικοπεδοποίηση και κτίσματα έχουν τελείως αλλάξει το τοπίο. Σκέφτομαι πως ίσως έχει δίκαιο ο Ουράνης που λέει πως δεν πρέπει να επισκεπτόμαστε τα μέρη που πολύ αγαπάμε, γιατί συχνά η πραγματικότητα διαψεύδει τη φαντασία.
Λουλουδισμένα σπίτια στον Πόρο

Ύδρα-Σπέτσες
Τα ονόματά τους τ’ αποτυπώσαμε και τα τρία μαζί, έτσι όπως τ’ ακούγαμε στο μάθημα της Ιστορίας: Ύδρα-Σπέτσες-Ψαρά. Τα φανταζόμασταν τότε και τα τρία μαζί να μάχονται με το ναυτικό τους τους Τούρκους, χωρίς να περνά από το παιδικό μας μυαλό ότι τα Ψαρά βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Αιγαίου!
Τώρα βέβαια το ξέρουμε, καθώς το καΐκι του μπαρμπα-Γιάννη σχίζει τα γαλάζια νερά του Αργοσαρωνικού, πηγαίνοντάς μας στην Ύδρα και λίγο αργότερα στις Σπέτσες. Μας συνοδεύει η γλαφυρή ξενάγηση του καπετάνιου μας που επιμένει να μας δείχνει τις ωραίες, μεγάλες βίλες που μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού σ’ όλη την ακτογραμμή από το Πόρτο Χέλι που ξεκινήσαμε και να μας  δίνει πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες τους αλλά και για όλα όσα συναντάμε στο σύντομο θαλασσινό μας ταξίδι.
Ύδρα
 Η ενδιαφέρουσα ξενάγηση διανθίζεται με χαρούμενα θαλασσινά τραγούδια που τόσο αφθονούν σε μια θαλασσινή χώρα όπως η Ελλάδα.
Εκεί στης Ύδρας ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
…………………………………….
Το ποιητικό δελφινοκόριτσο του Ελύτη δεν το συναντήσαμε, βέβαια, αλλά πολλοί από μας πρόλαβαν να δουν τα δελφίνια στο θαλασσινό τους παιγνίδισμα.
Από μακριά  βλέπουμε κιόλας το νησί ν’ απλώνεται αμφιθεατρικά, με τα παλιά, πέτρινα αρχοντικά να στέκονται πίσω από τις καφετέριες που πλημμυρίζουν τώρα την παραλία. Στη γρήγορη περιδιάβασή μας δεν έχουμε το χρόνο να επισκεφθούμε κανένα αρχοντικό, μόνο στο αξιόλογο ιστορικό μουσείο του νησιού ρίχνουμε μια βιαστική ματιά. 
Ο Μιαούλης στην αυλή της Μητρόπολης
 Κειμήλια των πολέμων, ακρόπρωρα από πλοία του Αγώνα, ενδυμασίες, όπλα, χάρτες και μια πινακοθήκη με απεικονίσεις πλοίων του Αγώνα σε μεταφέρουν στο κλίμα του μεγάλου ξεσηκωμού, στον οποίο τόσο καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το νησί. Το πιο συγκινητικό σημείο του μουσείου είναι δίχως άλλο το σεμνό μνημείο όπου βρίσκεται ταριχευμένη η καρδιά του μεγάλου τέκνου του νησιού, του Ανδρέα Μιαούλη. Στον ίδιο χώρο λειτουργεί και ένα πολύ αξιόλογο Ιστορικό Αρχείο.
Κι άλλη άποψη της Ύδρας
 Έξω απ’ το μουσείο, η ομορφιά του νησιού μας τραβάει ακαταμάχητα. Καθώς ανηφορίζουμε στα στενά δρομάκια, ανάμεσα σε κάτασπρα σπίτια με γαλάζια παράθυρα, τοίχους καλυμμένους με πολύχρωμα αναρριχητικά, προλαβαίνουμε να ρίξουμε κλεφτές ματιές σε πανέμορφες, λουλουδισμένες εσωτερικές αυλές. Κι ώρα την ώρα νομίζω πως μπροστά μου, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, θα δω ν’ ανηφορίζει «Το κορίτσι με τα μαύρα», η αξέχαστη Έλλη Λαμπέτη σαν σκηνή από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη. Γιατί, αν εξαιρέσουμε τις καφετέριες της παραλίας, τίποτα δεν φαίνεται να ‘χει αλλάξει από τότε. Κανένα τροχοφόρο εξακολουθεί να μην επιτρέπεται να κυκλοφορεί στο νησί κι είναι μια απόλαυση να βλέπεις τα γαϊδουράκια να διαδραματίζουν ρόλο… ταξί.
Γαϊδουράκι σε ρόλο... ταξί
 Φεύγοντας από την Ύδρα ο μπαρμπα-Γιάννης μας προειδοποιεί: «Έχετε υπ’ όψιν ότι στην πορεία για τις Σπέτσες θα συναντήσουμε λίγο θαλασσάκι». «Θαλασσάκι» μπορεί να ήταν για τον ίδιο, για μας όμως τα 5-6 μποφόρ ήταν τρικυμία που μας έκανε να νομίζουμε ότι έφτασε το τέλος μας! Γι’ αυτό και η αποβίβασή μας στις Σπέτσες ήταν μια ιδιαιτέρως ευτυχής στιγμή. 
Σπέτσες
 Το πευκόφυτο («πιτυούσα» ονομαζόταν στην αρχαιότητα) νησί έχει ένα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Τελικά όμως μου φαίνεται πως η τουριστική ανάπτυξη των ελληνικών νησιών οδήγησε στην εξαφάνιση της ιδιαιτερότητάς τους και καθώς αποβιβάζεσαι στο λιμάνι μια πανομοιότυπη εικόνα προβάλλει, τουλάχιστον στα πιο κοσμοπολίτικα απ’ αυτά. Καφετέριες κι εστιατόρια στη σειρά και μικρά καταστήματα με τουριστικά είδη. Πρέπει να προχωρήσεις πιο πέρα από το λιμάνι, να τριγυρίσεις στο εσωτερικό, να σταθείς στα πιο ιστορικά του σημεία, για να αντιληφθείς και να εκτιμήσεις την ξεχωριστή φυσιογνωμία κάθε νησιού.
Η Μπουμπουλίνα
 Δίχως άλλο η μορφή που κυριαρχεί στις Σπέτσες είναι η σχεδόν μυθική μορφή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Από τους πιο αξιοποιημένους ιστορικούς χώρους είναι το αρχοντικό της, ένα πανέμορφο σπίτι-μουσείο. Αναπαλαιωμένο από απογόνους της θρυλικής ηρωίδας το παλιό κτήριο του 17ου αι., με έπιπλα εποχής, πορτρέτα, προσωπικά αντικείμενα της Μπουμπουλίνας, συλλογές όπλων, επιστολές, προσφέρει στον επισκέπτη ένα βύθισμα στους καιρούς της Επανάστασης, προπάντων στην ηρωική εκείνη μορφή. Κι άθελά σου η σύγκριση με τους σημερινούς πικρούς καιρούς σε βυθίζει σε μια απέραντη μελαγχολία.
Η είσοδος στο σπίτι-μουσείο της Μπουμπουλίνας
 Καθώς ακόμα ένα ελληνικό Πάσχα φτάνει στο τέλος του, με τη σκέψη πλημμυρισμένη από την ομορφιά και τη μοναδικότητα της ελληνικής γης, μου ‘ρχεται στο νου η εξής ιστορία που μας αφηγήθηκε φίλος συνταξιδιώτης, που κι αυτός τη διάβασε σε εφημερίδα.
Κάποτε, λέει, ο Θεός μοίραζε τις διάφορες χώρες στους ανθρώπους. Πήγαν όλοι, πήρε ο καθένας τον τόπο του και μόνο οι Έλληνες, φτάνοντας καθυστερημένοι, δεν βρήκαν τίποτα να πάρουν. Εισακούοντας όμως τις παρακλήσεις τους ο Θεός, τους είπε: «Δεν έμεινε τίποτα πλέον, αλλά, ας είναι, κράτησα μόνο ένα οικόπεδο για … τα γεράματά μου, σας το χαρίζω».
Κι αυτό είναι η Ελλάδα. Το πιο ωραίο οικόπεδο, το οικόπεδο  του Θεού.
Μια τελευταία ματιά στο πανέμορφο "Οικόπεδο του Θεού"

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2012

Σενάριο γάμου

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μυθιστόρημα του ελληνοαμερικανού τρίτης γενιάς Τζέφρυ Ευγενίδη "Σενάριο γάμου" ( Πατάκης, 2012, μετ. Άννα Παπασταύρου), γνωστού κυρίως από το μυθιστόρημά του Middlsex, είναι ένα "διαβαστερό" μυθιστόρημα. Καταταγμένο ήδη στα ευπώλητα στην ελληνική του μετάφραση, δικαιολογεί την εκεί παρουσία του. Ο συγγραφέας κατορθώνει να αναμείξει στην, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα πλοκή, στοιχεία ενός κάποιου προβληματισμού. Το ερωτικό στοιχείο, ένα νεανικό ερωτικό τρίγωνο, η αμερικανική φοιτητική νεολαία των αρχών της δεκαετίας  του '80, τα διαβάσματα και οι αμφισβητήσεις της, η εκτενής αναφορά στη μανιοκατάθλιψη του ενός ήρωα και στο χριστιανικό μυστικισμό του άλλου, δημιουργούν ένα γοητευτικό μείγμα που παρασύρει τον αναγνώστη. Το χιούμορ και η ειρωνεία σε μετρημένες δόσεις δεν απουσιάζουν.
Κεντρική ηρωίδα είναι η Μάντλιν Χάνα. Στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου γνωρίζει τον Μίτσελ Γκραμμάτικους που έχει ελληνικές ρίζες και δεν αποκλείεται να αποτελεί persona του συγγραφέα. Συνδέονται με κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί "ερωτική φιλία" από μέρους της, ενώ εκείνος είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της. Η καρδιά όμως της Μάντλιν είναι δοσμένη στον Λέναρντ Μπάνκχεντ, ένα ιδιόρρυθμο νεαρό που θα γνωρίσει σ΄ένα σεμινάριο σημειωτικής.
Το έργο αρχίζει την ημέρα της αποφοίτησης της Μάντλιν από το κολλέγιο Μπράουν της Πρόβιτενς το 1982. Στις επόμενες περίπου 140 σελίδες μεταφερόμαστε στα προηγούμενα φοιτητικά χρόνια, στην πανεπιστημιακή ατμόσφαιρα, στις γνωριμίες, στα διαβάσματα, στα πάρτι των φοιτητών, στα όνειρα και τα σχέδιά τους για το μέλλον. Εποχή ύφεσης για την Αμερική, οι νεαροί παθιασμένοι με τον Ντεριντά και τον Ρολάν Μπαρτ. Η καταιγιστική αναφορά σε συγγραφείς και κείμενα σ' αυτές τις πρώτες σελίδες (ολίγον τι επιδεικτικές, κατά τη γνώμη μου) αποβαίνει εν μέρει κουραστική για τον αναγνώστη, που συχνά αναγκάζεται να καταφεύγει στην πληθώρα των ερμηνευτικών σημειώσεων της μεταφράστριας.
Στη συνέχεια το μυθιστόρημα επικεντρώνεται στην πορεία ζωής των τριών ηρώων. Η Μάντλιν είχε κάνει την πτυχιακή της εργασία πάνω στο θέμα του γάμου στους βικτοριανούς συγγραφείς, την Τζέιν Όστιν, την Τζορτζ Έλιοτ και τον Χένρυ Τζέημς. Ο Λέναρντ στη βιολογία, ο Μίτσελ στη θεολογία. Αναζητούν τώρα τη συνέχιση των σπουδών και της ζωής τους.
Η Μάντλιν την ημέρα της αποφοίτησης θα ανακαλύψει τη μανιοκατάθλιψη από την οποία πάσχει ο Λέναρντ. Εντούτοις θα τον ακολουθήσει ένα καλοκαίρι στο Κέιπ Κοντ, όπου εκείνος αναλαμβάνει ως βοηθός εργαστηρίου σ' ένα κέντρο βιολογικών ερευνών. Δεν θα διστάσει μάλιστα να τον παντρευτεί και να σταθεί πλάι του στην αντιμετώπιση της αρρώστιας. Η περιγραφή των φάσεων της μανιοκατάθλιψης, η αναζήτηση των αιτίων στο οικογενειακό παρελθόν του Λέναρντ, η θεραπεία με λίθιο, καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της πλοκής, επηρεάζοντας την εξέλιξη. Σε κριτικές έχει επισημανθεί ότι πιθανόν πρότυπο του ήρωα του Ευγενίδη υπήρξε ο συγγραφέας Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας που αυτοκτόνησε το 2008, αν και ο Ευγενίδης το αρνείται.
Ο θρησκευτικός μυστικισμός του άλλου ήρωα, του Μίτσελ, δίνει επίσης ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ο Μίτσελ, πάντα απελπισμένος στον έρωτά του, ξεκινά με ένα συμφοιτητή του για ένα ταξίδι στην Ευρώπη, καταλήγοντας στην Ινδία, εθελοντής σ' ένα ίδρυμα της Μητέρας Τερέζας, στο οποίο όμως ελάχιστα αντέχει να μείνει.
Η τεχνική του flash back είναι συνεχής στο μυθιστόρημα, δίνοντας διαρκώς ερέθισμα στον αναγνώστη για να ξαναπιάσει το νήμα της αφήγησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της τεχνικής είναι ότι κάποιες σκηνές επαναλαμβάνονται περιγραφόμενες από άλλη οπτική, παρ' όλο ότι δίνονται όλες σε τρίτο πρόσωπο.
Εντύπωση προκαλεί η ζοφερή εικόνα που δίνεται για την Αθήνα του 1982, την οποία επισκέπτεται στην περιήγησή  του ο Μίτσελ. Δεν θα το περίμενε κανείς, ειδικά από ελληνοαμερικανό συγγραφέα. Αντίθετη με βρίσκει και η πληθώρα των σεξουαλικών σκηνών που αποδίδονται με απωθητικό συχνά νατουραλισμό. Διερωτώμαι γιατί, ενώ το κοίταγμα στις ιδιαίτερρες στιγμές ενός ζευγαριού στην πραγματική ζωή δεν είναι κάτι στο οποίο επιδίδονται  φυσιολογικά οι άνθρωποι, στη λογοτεχνία πρέπει να το παρακολουθούμε με τόσες μάλιστα λεπτομέρειες.
Γενικά, ενδιαφέρον μυθιστόρημα θα έλεγα. Όμως το βάθος που όλοι εμείς οι παθιασμένοι αναγνώστες αναζητούμε, απουσιάζει. Τελικά, αν και διάβασα χωρίς διακοπή το "Σενάριο γάμου", δεν κατόρθωσε να άρει τις επιφυλάξεις μου, για την πλειοψηφία τουλάχιστον, των ευπώλητων.

Τετάρτη, Μαΐου 02, 2012

Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας

"Διήγημα είναι η έκθεση με τέχνη ενός κομματιού ζωής, δικής μας ή ξένης, πραγματικής ή φανταστικής, Το μυθιστόρημα διαφέρει από το διήγημα ως προς την έκταση".
Ο ορισμός αυτός (όχι πλήρης βέβαια) που τον διδάσκαμε χρόνια πριν, στριφογύριζε στη σκέψη μου καθώς έκλεινα την τελευταία (522η) σελίδα του μυθιστορήματος της Νοέλ Μπάξερ "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" (Ψυχογιός, 2012). Ένα κομμάτι ζωής όχι ενός αλλά πολλών προσώπων είναι το μυθιστόρημα. Μιας ζωής φανταστικής που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι πραγματική. Ζωής στην καθημερινότητά της, αλλά και στα όνειρα, τις επιθυμίες, τις επιδιώξεις της. Ζωής του σήμερα που την καθορίζουν όμως και την επηρεάζουν ζωές περασμένες.
Στο κέντρο του μυθιστορήματος δυο γυνακείες μορφές. Η γιαγιά Βενέτα και η εγγονή Βενετία. Στο φόντο όμως δυο άλλες μορφές κυριαρχούν. Ο Ερρίκος Σλήμαν και η γυναίκα του Σοφία, πρότυπα και πηγή έμπνευσης για τη νεαρή Βενετία, που όνειρο και στόχος ζωής ήταν να σπουδάσει αρχαιολόγος και να συνεχίσει το έργο εκείνου. Το πώς της γεννήθηκε αυτή η επιθυμία δεν μπορούσε ούτε η ίδια να εξηγήσει. "Ήταν σύνθετο. Ένα κουβάρι λόγοι. Θαυμασμός ανάκατος με σεβασμό κι ένα στοιχείο ζήλιας επειδή ο Ερρίκος Σλήμαν υπήρξε ο μοναδικός άντρας στην εποχή του στην υφήλιο, ο μόνος σε έναν ολάκερο πλανήτη δηλαδή, που αξιώθηκε και στόλισε τη σύζυγό του με τον τρωικό θησαυρό. Μετά το βασιλιά της Τροίας έκανε μια μεγάλη γούβα η Ιστορία περιμένοντας έναν Σλήμαν". Ίσως πάλι, ζώντας στην Κεφαλονιά, έβλεπε καθημερινά απέναντί της την Ιθάκη. "Την ίδια Ιθάκη έβλεπαν με τον Ερρίκο Σλήμαν". Οι ιστορίες του παππού της, του οποίου ο παππούς είχε γνωρίσει τον Σλήμαν, τη γοητεύουν και δυναμώνουν την αγάπη και το θαυμασμό για το πρότυπο και ίδαλμά της.
Όμως, τρεις απόπειρες να εισαχθεί στην Αρχαιολογική Σχολή απέτυχαν. Ξέρει πως πια η πραγματοποίηση του ονείρου της είναι αδύνατη. Αποφασίζει, λοιπόν, να κάνει μόνη ένα ταξίδι αποχαιρετισμού, "το τελετουργικό της λήξης του Ονείρου της". Να ακολουθήσει την ίδια πορεία που ακολούθησε ο Σλήμαν στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, το 1868. Δεν θέλει κανένα μαζί της ούτε το νεαρό ποδοσφαιριστή με τον οποίο έχει δεσμό.
Από την Κεφαλονιά, με μόνη συντροφιά τα ημερολόγια του Σλήμαν κι ένα μισοσχισμένο χάρτη ενός Ενετού προγόνου που της έδωσε η γιαγιά της, αποβιβάζεται στην Πάτρα, απ' εκεί στο Αίγιο, στον Ακροκόρινθο, στην Κόρινθο, στις Αρχαίες Κλεωνές, στη Νεμέα, στις Μυκήνες, στο Άργος, στην Τίρυνθα, στο Ναύπλιο, όπου και αποχαιρετά τον Σλήμαν, γιατί εκείνος είχε φύγει απ' εκεί με πλοίο για την Αθήνα. Η Βενετία συνεχίζει προς τη Σπάρτη, το Μυστρά, κατεβαίνει ύστερα στην Καλαμάτα και στο Μάραθο.
Στο όνειρο που διέπει τη ζωή και την πορεία της Βενετίας παρεμβάλλεται η ιστορία της γιαγιάς Βενέτας, από τα ωραιότερα, πιστεύω, μέρη του βιβλίου.
Ακολουθώντας την τεχνική των δυο προηγούμενων μυθιστορημάτων της, η Νοέλ Μπάξερ ενσπείρει κι εδώ αποσπάσματα από άλλα κείμενα. Πρόκειται για αποσπάσματα από τα ημερολόγια του Σλήμαν ή από επιστολές της γυναίκας του, της Σοφίας. Είναι καταφανής η αγάπη και ο θαυμασμός της συγγραφέως για τον ονειροπόλο εκείνον που έκανε το όνειρό του πράξη σε αντίθεση με την ηρωίδα της. Υπάρχουν στο βιβλίο πολύ ωραίες περιγραφές της πορείας του Σλήμαν (και της Βενετίας) στην Πελοπόννησο.
Το μυθιστόρημα προϋποθέτει όχι μόνο αγάπη αλλά και μελέτη και γνώση, ένα στέρεο υπόβαθρο στο οποίο φαίνεται ότι στηρίζεται η συγγραφέας. Η μόνη μου επιφύλαξη είναι ο όγκος του βιβλίου. Έχω την εύλογη υποψία ότι αυτό οφείλεται σε προτίμηση των εκδοτών, πράγμα όμως που αναγκάζει τον συγγραφέα να "βιάζει" την έμπνευσή του, προσπαθώντας να επεκτείνει το έργο. Για παράδειγμα, στο παρόν μυθιστόρημα είτε παρεμβάλλονται θέματα πολύ χαλαρά συνδεδεμένα με τον κύριο κορμό της ιστορίας, είτε παρατηρούνται αχρείαστες επαναλήψεις. Π.χ. η ιστορία ενός γέρου που επισκέπτεται το ανθοπωλείο της μητέρας της Βενετίας ή η ακόμα εκτενέστερη ιστορία μιας γυναίκας που η Βενετία συναντά στην Πελοπόννησο, είναι επεισόδια άσχετα με την κεντρική ιστορία. Η πολύ ωραία περιγραφή του σπιτιού του Σλήμαν (που είναι ως γνωστό το Ιλίου Μέλαθρον στην Αθήνα, στο οποίο στεγάζεται τώρα το Νομισματικό Μουσείο) δεν υπήρχε νομίζω λόγος να δίνεται δυο φορές. Ούτε η επίσκεψη της μητέρας της Βενετίας στην Παναγία των Σισσίων ήταν απαραίτητο να επαναληφθεί, πολύ περισσότερο που μας δόθηκε μια πολύ ωραία περιγραφή με την επίσκεψη της Βενετίας εκεί.
Το τέλος έρχεται με μια απρόοπτη ανατροπή, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν, καθαίροντας πολλά λάθη, αποκαθιστώντας δικαιοσύνη.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012

Ταξιδιωτικές περιπλανήσεις

Ένα βιβλίο μοιάζει μ' ένα ταξίδι. Διαβάζοντας περιπλανιέσαι σε χρόνους και τόπους άλλους. Κι ένα ταξίδι δεν είναι τίποτ' άλλο από ένα βιβλίο ανοιχτό στον κόσμο. Γι' αυτό ίσως και τα δυο, βιβλία και ταξίδια, στάθηκαν δυο μεγάλες αγάπες της ζωής μου. Κάποιες από τις ταξιδιωτικές μου περιπλανήσεις  θέλησα να κλείσω σ' ένα βιβλίο, ερέθισμα μνήμης για όσους βίωσαν παρόμοια ταξίδια, για τους άλλους αφορμή ταξιδιωτικής αναγνωστικής περιπλάνησης.
                                                                             

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν βρήκα το Χριστό στα Ιεροσύλυμα.
Αναλήφθηκε από  τα χέρια των ανθρώπων
που ακόμα πουλάνε τίμιο ξύλο του Σταυρού,
ίσως γιατί ο Χριστός σταυρώνεται κάθε μέρα.
Μπορεί να πλανιέμαι, μα δεν πιστεύω πως ξαναπήγε στους ουρανούς.
Έμεινε εδώ στη γη μια κι ήρθε, μια και μας αγάπησε όλους.
Κάποτε μαζεύει ρύζι στους βάλτους της Κίνας, 
κάρβουνο με τους Σκωτσέζους αναθρακωρύχους στις γαλαρίες,
μα πιο συχνά τον βλέπω στα νησιά του Αιγαίου,
γιαλό-γιαλό με τους ψαράδες να τραβά τα δίχτυα τους, 
να κοιμάται στα λευκά ξωκλήσια, ο βοσκός ο καλός.
(Γιάννης Παπαδόπουλος)
Φεύγω. Πάω να γιορτάσω το Πάσχα στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, στην Ελλάδα. 
Φίλοι και φίλες,
 ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ




 

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Λίγο πριν πούμε αντίο

Πόση διαφορά μπορεί να έχει μια γενικόλογη, απρόσωπη είδηση σαν κι αυτή που ακούσαμε πολλές φορές, όταν ζωσμένοι με εκρηκτικά Παλαιστίνιοι ανατινάσσονται, από μια προσωποποιημένη αναφορά σ' ένα ανάλογο περιστατικό; Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στη στεγνή, δημοσιογραφική πληροφορία και στο ίδιο γεγονός δοσμένο με τη δύναμη της λογοτεχνίας.
Στις 28 Μαρτίου του 2002, η δεκαοχτάχρονη Παλαιστίνια Αγιάτ αλ-Ακράς ανατινάχτηκε με τα εκρηκτικά που κουβαλούσε σε μια υπεραγορά της Ιερουσαλήμ, παρασύροντας στο θάνατο και την επίσης δεκαοκτάχρονη Εβραία Ραχήλ Λέβι. Το βιβλίο της Cabriella Ambrosio "Λίγο πριν πούμε αντίο"(Ψυχογιός, μετάφραση-πρόλογος Χρήστος Σιάφκος, πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2012), είναι μια ελεύθερη διασκευή της πραγματικής αυτής ιστορίας. Η συγγραφέας μεταπλάθει το γεγονός αυτό σ' ένα ολιγοσέλιδο (98 σελίδες) αλλά πολύ δυνατό λογοτεχνικό κείμενο που συγκλονίζει τον αναγνώστη.
Ξεκινώντας από το πρωινό της μέρας εκείνης, η Ambrosio καταγράφει ώρα με την ώρα την πορεία των δυο νεαρών κοριτσιών προς το θάνατο. Η Παλαιστίνια Ντιμά και η Εβραία Μυριάμ δεν γνωρίζονται, δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τις συνδέουν όμως τα νιάτα τους, τα όνειρά τους για το μέλλον, οι νεκροί που στοιχειώνουν τη σκέψη τους.
Κλεισμένη στον προσφυγικό συνοικισμό Ντέισα η Ντιμά, άλλοτε αποκλεισμένη για μέρες λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, άλλοτε υφιστάμενη τις εξευτελιστικές έρευνες στα σημεία ελέγχου, έχει δει γείτονες, μικρά παιδιά να εκτελούνται από Ισραηλινούς, σπίτια να ανατινάσσονται. Η Μυριάμ δεν μπορεί να ξεχάσει το μπράτσο του νεαρού φίλου της Μάικλ, που ήταν ό,τι απέμεινε για να θάψουν μετά την ανατίναξη που τον διέλυσε. Κι ο αδερφός της, ο Νάθαν, που υπηρετεί στο στρατό, είδε να ανατινάσσονται φίλοι του δυο βήματα από τον ίδιο.
Καθώς η μέρα προχωρεί παρακολουθούμε τα δυο κορίτσια, ενώ παράλληλα φωτίζονται οι σκέψεις τους, γεγονότα της ζωής τους, αλλά και η πορεία όλων των άλλων προσώπων που αυτή τη μέρα βγαίνουν από το σπίτι τους και "πάνε να βρουν τη μοίρα τους". Ο Αβραάμ που καλείται εκτάκτως να πάει φρουρός στην υπεραγορά και θα ανατιναχτεί κι εκείνος, ο Χασάν, ειδικός στα εκρηκτικά, η Λεϊλά, δημοσιογράφος του αραβικού τηλεοπτικού καναλιού, ο Σαΐντ, πατέρας της Ντιμά, η Σόσι, μητέρα της Μυριάμ και άλλοι.
Στις 14.05΄ τα δυο κορίτσια μπαίνουν ταυτόχρονα στην υπεραγορά. "Ο Αβραάμ είχε όλο το χρόνο να καταλάβει: μια Παλαιστίνια που έμπαινε μαζί με μια Ισρηλινή, ίδια ηλικία, ύψος, χρώματα, ίδια χαρακτηριστικά σαν δυο αδερφές. Ο πρώτος φρουρός αναγνώρισε την Ισραηλινή ως τακτική πελάτισσα και γι' αυτό τις άφησε αφηρημένος να περάσουν. Είχαν κι δυο όμορφα μαύρα μάτια. Είχαν κι οι δυο βαθιά, χαμένα μάτια. Στη μία όμως ο Αβραάμ αναγνώρισε το βλέμμα που τον ακολουθούσε από το πρωί όλη μέρα ή μπορεί και να το έψαχνε ολόκληρη ζωή. Και είχε προλάβει να της το επιστρέψει".
Και μετά η έκρηξη, τα ουρλιαχτά του τρόμου, οι κραυγές των πληγωμένων, ενώ η αραβική τηλεόραση θα έδειχνε σε λίγο το βίντεο με τα τελευταία λόγια της Ντιμά.
Η Cabriella Ambrosio δεν αποδίδει ευθύνες, δεν αναζητά αίτια, δεν καταδικάζει. Καταγράφει τις συνέπειες της αλληλοεξόντωσης των δυο λαών μέσα από τις παράλληλες ζωές των δυο κοριτσιών. Είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας, μια φωνή που υψώνεται ενάντια στον πόλεμο και το μίσος.
Μπορεί όμως άραγε η λογοτεχνική καταγραφή, όσο έντονα και συγκινησιακά κι αν λειτουργεί στην ψυχή του αναγνώστη, να επηρεάσει πολιτικές καταστάσεις, ν' αλλάξει νοοτροπίες, να συμβάλει στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου; Πολύ αμφίβολο.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

Οικογενειακά μυστικά

Ομολογώ το αμάρτημά μου: υπέπεσα ξανά στον πειρασμό της ανάγνωσης αστυνομικού μυθιστορήματος! Του τρίτου της ίδιας συγγραφέως. Είναι το "Οικογενειακά μυστικά" της Σουηδής Camilla Lackberg (Μεταίχμιο 2012, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Το πρώτο δικό της βιβλίο, "Η παγωμένη πριγκίπισσα", μου είχε αρέσει. Το δεύτερο, "Ο ιεροκήρυκας", λιγότερο. Το τρίτο τώρα, με απογοήτευσε. Ίδια ακριβώς συνταγή, ίδια ατμόσφαιρα, ίδια θέματα. Το όποιο ενδιαφέρον δημιουργείται στην αρχή επειδή το πτώμα ανήκει- πράγμα όχι συνηθισμένο- σ' ένα επτάχρονο κοριτσάκι, σύντομα εξαντλείται λόγω της φλύαρης αφήγησης, των χωρίς εκπλήξεις διαλόγων, των σκηνών που δεν σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση αλλά απλώς αυξάνουν τις σελίδες του βιβλίου και γιατί η λύση και οι λόγοι που οδήγησαν στο έγκλημα δεν είναι πολύ πειστικοί. Ως προς αυτό δυστυχώς δεν μπορώ να προβάλω τα επιχειρήματά μου, γιατί δεν πρέπει να αποκαλύψω το τέλος.
Για ακόμα μια φορά διερωτήθηκα γιατί να είναι τόσο αναγκαίος ο όγκος των σελίδων σε πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα, αστυνομικά και μη. Η υποψία ότι η ποσότητα κρίνεται αναγκαία για να καλύψει την έλλειψη ποιότητας τείνει να γίνει βεβαιότητα. Για παράδειγμα, αν συγκρίνουμε τα αστυνομικά της Lackberg των 600 σελίδων με τα βιβλία των 200 περίπου σελίδων μικρού σχήματος  της Άγκαθα Κρίστι,  η σύγκριση αποβαίνει σαφώς υπέρ της δεύτερης. Διαβάζοντας Άγκαθα Κρίστι ο αναγνώστης έχει όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το θύμα ενώπιόν του. Φτάνοντας στο τέλος λες "α, έπρεπε να το καταλάβω ότι αυτός είναι ο δολοφόνος", γιατί η συγγραφέας αφήνει κάποιες ενδείξεις, σε καθοδηγεί να υποψιαστείς, το μυαλό σου επεξεργάζεται συνεχώς τα δεδομένα.
Στην περίπτωση της Lackberg είναι μεν παρόντα τα πρόσωπα του δράματος, είναι όλοι κάτοικοι του μικρού ψαράδικου χωριού  Φιελμπάκα, εκεί όπου τοποθετεί  τις αστυνομικές της ιστορίες, αλλά τίποτα δεν σε παρακινεί ν' αρχίσεις να υποψιάζεσαι κάποιον. Το αίτιο βρίσκεται στο πολύ μακρινό παρελθόν, σε μια ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία στο παρόν.
Νομίζω πως αν δεν αλλάξει συνταγή η συγγραφέας, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού δεν θα παραμείνει το ίδιο.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

Αγκριτζέντο

Καθώς έκλεινα την τελευταία (ηλεκτρονική) σελίδα του "Αγκριτζέντο", του βραβευμένου με το Ευρωπαϊκό Βραβείο μυθιστορήματος του Κώστα Χατζηαντωνίου (Λιβάνης 2011), είχα έντονη την αίσθηση πως το μυθιστόρημα αυτό ταιριάζει να το κρατά κανείς και μ' αυτό οδηγό να διασχίζει τη Σικελία. Να περπατά στους δρόμους του Παλέρμο, να περιδιαβάζει στην Κατάνη, ν' ανεβαίνει στην Αίτνα, να τριγυρίζει στον Ακράγαντα και στην Κοιλάδα των ναών. Ταυτόχρονα να διαπερνά τους αιώνες και να ταξιδεύει στην παλιά Σικελία, στις ελληνικές αποικίες και στην ιστορία του τόπου, της οποίας αδιάψευστοι μάρτυρες στέκονται τα ερείπια των αρχαίων ναών, ονόματα ανθρώπων και τόπων.
Χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να εισχωρήσεις στο μυθιστορηματικό σύμπαν του "Αγκριτζέντο", γιατί τα νήματα μοιάζουν στην αρχή άσχετα μεταξύ τους. Ένας ηλικιωμένος γιατρός, η κόρη του, ένας φυγόδικος, μέλος παράνομης οργάνωσης, ένας Έλληνας από τη Ρόδο, ένας αποσχηματισμένος ιερέας, ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής φαίνονται  ασύνδετα. Όμως βαθμηδόν οι σχέσεις αποκαλύπτονται, η Σικελία, όχι μόνο ως χώρος αλλά και ως πάθος γίνεται ο συνεκτικός δεσμός.
Ο γιατρός Παυσανίας Ανκίτε, που έχασε την αγαπημένη του σύζυγο μετά από τέσσερα μόνο χρόνια γάμου, και που η μονάκριβη κόρη του μεγάλωσε σχεδόν μακριά του, τώρα, σε προχωρημένη ηλικία, με τα σημάδια της στηθάγχης να προοιωνίζουν το τέλος, γράφει την ιστορία της Σικελίας. Την παρακολουθούμε σταδιακά σ' όλο το βιβλίο. Ιστορία στην οποία παρεμβάλλονται όχι μόνο οι σκέψεις του γιατρού, αλλά και η φιλοσοφία του μεγάλου Ακραγαντίνου, του Εμπεδοκλή. Αυτού που υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής, γιατρός, πολιτικός, μύστης. Σπαράγματα των λόγων του πλημυρίζουν το βιβλίο. Η θεωρία του για "τη φιλότητα και το νείκος" βρίσκει έμπρακτη εφαρμογή στο μυθιστόρημα. Η πίστη του στην αέναη γέννηση και φθορά επανέρχεται συχνά στο βιβλίο. "Από το μη ον τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί κι ανέφικτο κι ανήκουστο θα ήταν κάτι που υπάρχει να εξαφανιστεί. Πάντα θα είναι εκεί, όπου για μια φορά στεριώσει".
Ρόδιοι είχαν ιδρύσει τη Γέλα κι η Γέλα τον Ακράγαντα, το σημερινό Αγκριτζέντο. Ρόδιος είναι και ο Λίνος, ο νέος Έλληνας που είχε γνωρίσει την κόρη του γιατρού όταν σπούδαζε στη Ρώμη και ύστερα από 15 χρόνια χωρισμού επισκέπτεται την πατρίδα της αναζητώντας νόημα και σκοπό στη ζωή του, υποσυνείδητα ίσως την Ισαβέλλα ψάχνοντας.
Κι ο φυγόδικος που με τη συνέργεια και του γιατρού κρύβεται, θα δώσει την ευκαιρία στο συγγραφέα να μιλήσει και να ερμηνεύσει την περίφημη Μαφία."Δεν ήταν μια οργάνωση ό,τι ονομάζουν "Μαφία", δεν είχε σχέση με τα κόμματα, δεν ήτανε κλέφτης ή ληστής ο μαφιόζος. Ήτανε η αντίσταση μιας ράτσας, η ανυπόταχτη σικελική ψυχή μας. Το αίσθημα περηφάνιας, τιμής και ανυπακοής κάθε Σικελού απέναντι σε κάθε ισχυρό, ενάντια σε κάθε άδικο νόμο. Η συνείδηση της ξεχωριστής μας ύπαρξης", θα πει ένα από τα πρόσωπα του έργου.
Μα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, ιστορία και φιλοσοφία, ανθρώπινα πάθη και προβληματισμός, που καθιστούν το βιβλίο ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Είναι και ο λόγος, η έκφραση, συχνά ποιητική, η περίτεχνα διατυπωμένη σκέψη που απαιτεί αμέριστη την προσοχή του αναγνώστη.
Το βέβαιο είναι πως το "Αγκριτζέντο" δεν εξαντλείται με μια ανάγνωση. Είναι βιβλίο στο οποίο θέλεις να ξαναγυρίζεις, είτε απομονώνοντας την πολύπαθη ιστορία της Σικελίας, είτε παρακολουθώντας την Εμπεδόκλεια φιλοσοφία, άλλοτε τριγυρίζοντας στα αρχαία ερείπια ή στις σύγχρονες σικελικές πόλεις.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ

Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Φεβρουαρίου 1963, η τριαντάχρονη ποιήτρια και πεζογράφος Σύλβια Πλαθ άνοιξε το παράθυρο του δωματίου των δυο μικρών παιδιών της, άφησε πλάι στις κούνιες τους ψωμί και γάλα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Ύστερα δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο.
Με αυτό τον απλό και γι΄αυτό τόσο συγκλονιστικό τρόπο περιγράφει ο Ronald Hayman στο βιβλίο του "Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ" (Μελάνι, 2005, μετ. Έφη Φρυδά) την αυτοκτονία της Σύλβιας Πλαθ. Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογό του, "δεν είναι ούτε βιογραφία ούτε μελέτη, πρόκειται για μια βιογραφική μελέτη".
Πολύ δικαιολογημένα ο συγγραφέας προτάσσει στον τίτλο του βιβλίου το "θάνατος" αντί το "ζωή" όπως θα περίμενε κανείς. Γιατί ο τρόπος του θανάτου είναι που έδωσε ζωή στη Σύλβια Πλαθ ως λογοτέχνιδα. Μέχρι το θάνατό της το όνομά της ήταν σχεδόν άγνωστο. Μετά την αυτοκτονία της μια χιονοστιβάδα δημοσιεύσεων την καθιστά διεθνώς γνωστή και φεμινιστικό σύμβολο. Ποιήματά της, τα ημερολόγιά της, μελέτες για το έργο της, βιογραφίες εκδίδονται συνεχώς.
Το βιβλίο του Hayman, όπως και ο ίδιος δηλώνει, συνδυάζει τη βιογραφία με τη μελέτη. Γιατί, πράγματι, η κατανόηση του έργου της τραγικής αυτής γυναίκας, το οποίο είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, απαιτεί τη γνώση της ζωής της.
Γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1932. Ο πατέρας της, εντομολόγος καθηγητής πανεπιστημίου, πεθαίνει όταν η Σύλβια ήταν οχτώ χρονών, κάτι που τη σημάδεψε για πάντα και έγινε αφορμή να ενταθεί η σχέση αγάπης-μίσους που είχε με τη μητέρα της. Αρχίζει να γράφει από πολύ νεαρή ηλικία, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί δεσμούς με διάφορους νεαρούς, ποιος ξέρει τι αναζητώντας στις σχέσεις αυτές. Το 1953 κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια, αλλά σώζεται και περνά από ψυχοθεραπεία και ηλεκτροσόκ.
Κερδίζει μια υποτροφία για το Κέιμπριτζ, εκεί γνωρίζει τον επίσης ποιητή Τεντ Χιουζ και παντρεύονται. Περνούν οικονομικές δυσκολίες ενώ αναζητούν και οι δυο την λογοτεχνική τους καθιέρωση. Αποκτούν δυο παιδιά, οι δυσχέρειες εντείνονται, προπάντων λόγω των εξωσυζυγικών σχέσων του Χιουζ, ειδικά με την Άσια Ουέλβιλ, για την οποία και εγκαταλείπει την Σύλβια. Ίσως ήταν αυτό που τελικά οδήγησε την Σύλβια στην αυτοκτονία, τουλάχιστον όπως οι φεμινιστικές οργανώσεις του καταλογίζουν. Αλλά, σαν μια εκδίκηση της μοίρας, και η Άσια αυτοκτονεί 6 χρόνια αργότερα, αφού σκοτώσει και την τετράχρονη κόρη που είχε αποκτήσει με τον Χιούζ. ( Και το ακόμα πιο συγκλονιστικό, που δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Hayman, μια και αυτό γράφτηκε το 1991, ο γιος της Σύλβιας και του Χιούζ, ο Νίκολας, που ήταν ενός χρόνου όταν αυτοκτόνησε η μητέρα του, ωκεανολόγος καθηγητής πανεπιστημίου, αυτοκτονεί και αυτός στα 47 του χρόνια, το 2009!).
Στο βιβλίο του ο Hayman συνδυάζει τα βιογραφικά στοιχεία με το έργο της Πλαθ. Τόσο τα πεζά, ειδικά το μυθιστόρημά της "Ο γυάλινος κώδωνας", όσο και τα ποιήματά της αναλύονται και συνδέονται με γεγονότα της ζωής της. Είναι ένα βιβλίο που προϋποθέτει μεγάλη έρευνα, χρήσιμο για τους μελετητές του έργου της Πλαθ αλλά και ενδιαφέρον για τον καθένα που προβληματίζεται πάνω στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2012

Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων

Δεν μπορώ να πω ότι με ελκύουν ιδιαίτερα τα έργα που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στο είδος "κατασκοπευτικά". Αν λοιπόν διάβασα το "Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων" του Αμερικανού Άλαν Φερστ (Πατάκης 2010, μετ. Χριστιάνα Σακελλαροπούλου) είναι γιατί αφενός το βρήκα σε ηλεκτρονική μορφή και αφετέρου για τις καλές κριτικές που είχε, όπως αυτή στο "Βήμα". Τελικά, δεν πέρασα άσχημα μαζί του. 
Το έργο αρχίζει το φθινόπωρο του 1940, λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου κατά της Ελλάδας και τελειώνει με την επίθεση και την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τον Απρίλη του '41.
Μετά τη Χίσλοπ με το "Νήμα", άλλο ένα βιβλίο ξένου συγγραφέα τοποθετείται στη Θεσσαλονίκη. Φαίνεται ότι η φυσική ομορφιά της τοποθεσίας της, η μακρόχρονη ιστορία της που μαρτυρείται ακόμα σε κτίσματα και δρόμους, η εθνογραφική ποικιλία του πληθυσμού της, τουλάχιστον μέχρι τον πόλεμο, αποτελούν πηγή έμπνευσης και ενδιαφέρον λογοτεχνικό πλαίσιο.
Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα είναι ο σαραντάχρονος Κώστας Ζαννής, υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας, επικεφαλής ειδικών ερευνών. Συμπαθής, ικανός αστυνομικός, αναλαμβάνει ποικίλες υποθέσεις αυτή την ταραγμένη εποχή που όλα προμηνούν τον επερχόμενο πόλεμο. Υποθέσεις που δεν διεκπεραιώνονται βέβαια πάντα με τον πιο ορθόδοξο τρόπο.
Ένας χορός κατασκόπων πλημμυρίζει την πόλη. Ένας ύποπτος Γερμανός  βρίσκεται νεκρός, ένας Άγγλος, εμφανιζόμενος ως συγγραφέας ταξιδιωτικών, δεν είναι άλλο από κατάσκοπος και η Ρωξάν, ερωτική σύντροφος του Ζαννή, διευθύντρια σχολής μπαλέτου, κι αυτή θα αποδειχτεί Αγγλίδα κατάσκοπος.
Σημαντικότερη δραστηριότητα του Ζαννή είναι η μεσολάβησή του ώστε Εβραίοι της Γερμανίας να φυγαδεύονται, διασχίζοντας τα Βαλκάνια, προς την Τουρκία με ανάλογη δωροδοκία Τούρκων διπλωματών, δραστηριότητα στην οποία συνεργάζεται με την πλούσια Γερμανοεβραία Εμίλια Κρεμπς.
Κατά το πρότυπο του Τζέιμς Μποντ ο Ζαννής δεν μένει ασυγκίνητος από το γυνακείο φύλο. Ενώ όμως έχει πρόσκαιρες και επιφανειακές σχέσεις, ερωτεύεται ξαφνικά την ωραιοτάτη Δήμητρα, σύζυγο ενός πάμπλουτου επιχειρηματία και η σχέση τους θα παρεμβληθεί στις ποικίλες άλλες περιπέτειες του ήρωα. Ανάμεσα στις οποίες είναι και τα ταξίδια εκτός Θεσσαλονίκης, άλλοτε στο Βελιγράδι για να συμβάλει στο αντιχιτλερικό πραξικόπημα και άλλοτε στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι για να διασώσει έναν Άγγλο επιστήμονα.
Η κινηματογραφική πλοκή και δράση κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Υπάρχουν σκηνές, όπως εκείνη ενός ζευγαριού Εβραίων που στην προσπάθεια διαφυγής τους από το Βερολίνο κινδυνεύουν να αναγνωριστούν, στις οποίες η αγωνία του αναγνώστη συναγωνίζεται εκείνην των μυθιστορηματικών ηρώων.
Συμπερασματικά, ένα πολύ καλό βιβλίο στο είδος του.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2012

Αναγνωστικές αναπολήσεις

Τούτες τις μέρες κάποια διαβάσματα με ξαναγύρισαν πίσω, σε καιρούς περασμένους. Ξαναδιαβάσματα, θα 'λεγα καλύτερα, γιατί και τα τρία αναγνώσματα που μου κράτησαν συντροφιά την εβδομάδα που πέρασε τα είχα διαβάσει χρόνια πριν. Αφορμή για το ξαναδιάβασμά τους υπήρξε ο εντοπισμός τους ως ελεύθερων, ανοικτών αναγνωσμάτων στο διαδίκτυο και επομένως η δωρεάν απόκτησή τους στον e-reader μου, από τη διεύθυνση http://www.openbook.gr/
Ξεκινώ από τον "Τρελαντώνη" της αγαπημένης Πηνελόπης Δέλτα. Ξανάζησα όχι μόνο τη χαρούμενη ανεμελιά των τεσσάρων αδελφιών που με τόση νοσταλγία περιγράφει η Δέλτα, αλλά και τη δική μου ηλικία της αθωότητας. Θυμάμαι, όταν μικρή το πρωτοδιάβαζα, πόσο ζήλευα αυτά τα ωραία σπίτια, τα παιδιά με τις υπηρέτριες και την Αγγλίδα δασκάλα, αλλά ταυτόχρονα ταυτιζόμενη μαζί τους, ξέφευγα από το φτωχικό, επαρχιακό περιβάλλον της  εποχής στο οποίο ζούσα.
"Ο Τρελαντώνης" θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Σ' αυτό, τα τέσσερα αδέλφια στέλνονται ένα καλοκαίρι από τους γονείς τους, που έμεναν στην Αίγυπτο, στους θείους τους στον Πειραιά. Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αι. Παρακολουθούμε τη ζωή των παιδιών μέσα σ'αυτό το μεγαλοαστικό περιβάλλον, σε μια γειτονιά με ωραία, πλούσια εξοχικά, ανάμεσα στα οποία και του ίδιου του βασιλιά. Προβάλλονται οι σκανταλιές του Αντώνη, η αυστηρή πειθαρχία που απαιτούσε η εποχή και οι τιμωρίες για τις αθώες παιδικές αταξίες, αλλά μέσα  από το βιβλίο αναδύεται μια ολόκληρη εποχή.
Η δεύτερη αναγνωστική μου αναπόληση ήρθε με το διήγημα του Βιζυηνού "Μοσκώβ Σελήμ". Η εποχή και πάλι ο 19ος αι. Πόση διαφορά όμως και στη γλώσσα και στο θέμα. Εδώ απολαμβάνουμε (όσοι αξιωθήκαμε να την κατανοούμε) την ομορφιά, την πύκνωση, την καίρια διατύπωση της καθαρεύουσας του Βιζυηνού. Είναι η θλιβερή ιστορία ενός Τούρκου, όπως αυτός την αφηγείται στον συγγραφέα. Στοιχεία ψυχογραφικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά της σουλτανικής Τουρκίας, στοιχεία πολιτικά, οι πόλεμοι του δεύτερου μισού του 19ου αι. περνούν μέσα από την αφήγηση του αγαθού Τούρκου, που γέμισε τραύματα το κορμί του πολεμώντας για τον Σουλτάνο και το έθνος του, για να γνωρίσει την αληθινή ανθρώπινη συμπόνια και καλοσύνη μόνο όταν έζησε ως αιχμάλωτος των Ρώσων. Στη θαυμάσια αυτή νουβέλα μέσα  από την ατομική περίπτωση του Μοσκώβ Σελήμ διαζωγραφείται ένας κόσμος και μια εποχή.
Το τρίτο ανάγνωσμα με οδήγησε στην αναπόληση των φοιτητικών χρόνων. Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) με το "Φθινόπωρο" περιλαμβανόταν στην εξεταστέα ύλη. Θυμάμαι πως ούτε τότε μου άρεσε αυτό το έργο ούτε και τώρα με ενθουσίασε. Πιστεύω πως έχει πια γραμματολογική μόνο σημασία, γιατί καθώς γράφει και ο Απόστολος Χατζίνης  (Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Αθήνα, 1958) "αποτελεί το πρώτο συμβολιστικό μυθιστόρημα στη νεοελληνική λογοτεχνία". Υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία, καθόλου δράση, σύντομοι διάλογοι και περισσότερες σιωπές, μια θολή ατμόσφαιρα στη φύση και στις ψυχές των ανθρώπων.
Όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι ψάχνουμε απεγνωσμένα για το καινούριο βιβλίο που θα μας συναρπάσει. Σκέφτομαι πως κάποτε αξίζει να ξαναγυρίζουμε και στα παλιά.

Σημ. Οι φωτογραφίες των εξωφύλλων είναι βεβαίως από νεότερες εκδόσεις.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

Ο ερωτευμένος Ελύτης

"Ο ερωτευμένος Ελύτης" (Ψυχογιός 2011) του Φίλιππου Φιλίππου χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα. Δυσκολεύομαι όμως να εντοπίσω κάποιο έστω μυθιστορηματικό στοιχείο,  μια και τα πάντα στο βιβλίο, τοπικό πλαίσιο, χρόνος, πρόσωπα, γεγονότα, υπήρξαν πραγματικά: η Κέρκυρα με τους δρόμους της που αναφέρονται ονομαστικά (και ομολογώ με τρόπο κουραστικό για τον μη Κερκυραίο αναγνώστη που δεν μπορεί να αναπλάσει με τη φαντασία του το χώρο), οικογένειες της Κέρκυρας, όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν τον πληθυσμο του βιβλίου. Το μόνο ίσως μυθιστορηματικό στοιχείο θα μπορούσε να θεωρηθεί η υπόθεση του συγγραφέα ότι ο Ελύτης το 1937, στους εννιά μήνες που φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, γνώρισε κι ερωτεύτηκε μια ωραία κοπέλα, την Ελένη Βεντούρα. Όμως κι αυτή ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο είναι προϊόν μακράς έρευνας και μελέτης, όπως εμφαίνει και η επιλεκτική βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος. Κι ότι επίσης ο συγγραφέας αναπαριστά μια πολύ αληθοφανή εικόνα της κερκυραϊκής κοινωνίας του 1937, αν ληφθεί μάλιστα υπ' όψιν ότι όταν άρχισε την έρευνά του το 2006, ζούσαν ακόμα πρόσωπα που είχαν γνωρίσει τον ποιητή κατά την τότε παραμονή του στην Κέρκυρα. Αληθοφάνεια που καταδεικνύεται και με τα φωτοτυπημένα δημοσιεύματα  από εφημερίδες της εποχής που ενσπείρονται στο βιβλίο.
Πέρα από το πλήθος των κερκυραϊκών οικογενειών, πολλά γνωστά λογοτεχνικά πρόσωπα κυκλοφορούν στο βιβλίο. Είναι ο γνωστός Κύπριος λόγιος Ευάγγελος Λουίζος, που συνυπηρετούσε τότε με τον Ελύτη, ο Λόρενς Ντάρελ με την οικογένειά του, ο Εμπειρίκος, ο Καραγάτσης, συντροφιές και συζητήσεις μιας ανέμελης προπολεμικής ζωής.
Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του βιβλίου πιστεύω πως είναι η ερμηνεία που δίνεται σε θέματα που αφορούν το έργο του Ελύτη. Για παράδειγμα, πώς προέκυψε το ψευδώνυμό του (από Αλεπουδέλης-Ελύτης), ποια επίδραση δέχτηκε από τον Εμπειρίκο, γιατί τόσο συχνά, από τους "Προσανατολισμούς" ως το "Άξιον Εστί" και τη "Μαρία Νεφέλη" εμφανίζεται στην ποίησή του το όνομα Ελένη κ. ά.
"Πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω", 
λέει ο Σεφέρης σ' ένα ποίημά του, σαν άλλος Οδυσσέας που κατέβηκε στον Άδη για τον ίδιο σκοπό. Για τον Φίλιππο Φιλίππου "Οι νεκροί ξαναγυρίζουν . Επιστρέφουν σαν σκιές και περπατούν στους δρόμουςτους παλιούς, προσποιούμενοι τους αδιάφορους. Τους νιώθουμε να ακουμπάνε τα θλιμμένα τους δάχτυλα στα φατνώματα των μυστικών ζωών μας, να μας παρατηρούν, παρακαλώντας να τους θυμηθούμε και να τους ξαναδώσουμε να παίξουν κάποιο ρόλο. Επιστρέφουν για να μας θυμίσουν λησμονημένες αγάπες που παλεύουν να ξαναγεννηθούν. Ενίοτε εισβάλλουν στη ζωή μας με σάρκα και οστά, τα φωτεινά πρωινά ή τα σκοτεινά βράδια, είτε για να μας δυναστεύσουν είτε για να μας παρηγορήσουν".
Μυθιστόρημα μπορεί να μην είναι "Ο ερωτευμένος Ελύτης", είναι όμως ένα αξιόλογο βιβλίο που έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του μεγάλου μας ποιητή.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2012

Εις γην Χαναάν

Το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρυ "Εις γην Χαναάν" (Καστανιώτης 2011, μετ. Αύγουστος Κορτώ) πατάει πάνω στ' αχνάρια του επίσης δικού του "Μυστική γραφή". Και στα δυο παρακολουθούμε το μονόλογο μιας γυναίκας, αν και στη "Μυστική γραφή" ακουγόταν και μια ανδρική φωνή.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς ένας άνδρας συγγραφέας μπορεί να εισχωρήσει τόσο πολύ στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Δεν είναι σύνηθες στην πρωτοπρόσωπη λογοτεχνική γραφή ο συγγραφέας να υποδύεται ένα διαφορετικό φύλο. Όμως εδώ ακριβώς έγκειται η ικανότητα του μεγάλου συγγραφέα, που δεν στηρίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο, όπως συχνά συμβαίνει κυρίως με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, αλλά πλάθει ένα καινούριο σύμπαν εξαρχής.
Και πάλι η Ιρλανδία. Αλλά η Ιρλανδία υπάρχει μόνο στην αρχή της ιστορίας, γιατί το μεγαλύτερο μέρος τοποθετείται στη "Γη Χαναάν", στη Γη της Επαγγελίας, στην Αμερική, όπου κατατρεγμένοι Ιρλανδοί αναζήτησαν τη σωτηρία, αλλά που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν καθόλου "Γη Χαναάν".
Η ογδονταενιάχρονη Λίλι Μπιρ, κόρη αξιωματικού του βρετανικού στέμματος, γεννημένη σε μια Ιρλανδία που σπαρασσόταν από τον εμφύλιο, αναπολεί την ταραγμένη της ζωή, δηλώνοντας εξαρχής ότι όταν φτάσει στο τέλος της αφήγησης, θα θέσει τέρμα στη ζωή της. Στη μακρά ζωή της άντεξε πολλά: κατατρεγμούς, θανάτους, εγκατάλειψη, πόνο, πένθος. Όμως δεν μπορεί να αντέξει το θάνατο του εγγονού της. Γι' αυτό και τα δεκαεπτά κεφάλαια του βιβλίου τιτλοφορούνται "Πρώτη μέρα χωρίς τον Μπιλ", "Δεύτερη μέρα χωρίς τον Μπιλ" κ.ο.κ.
Οι σκέψεις προχωρούν συνειρμικά. Απ' το οδυνηρό παρόν στη μακρά, βασανισμένη της ζωή. Κατά τη δεκαετία του '20 καταφεύγει με τον αγαπημένο της Τατζ, τον οποίο καταδιώκουν οι αυτονομιστές, στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Σικάγο. Εκεί, στη "Γη Χαναάν", θα συναντήσει τη σκληρότητα και την εγκατάλειψη, αλλά και την καλοσύνη και τη συμπαράσταση. Οι πόλεμοι του 20ου αιώνα της πήραν τους αγαπημένους της. Ο αδελφός της σκοτώνεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρώτος της άνδρας πέφτει θύμα του ιρλανδικού εμφύλιου. Ο δεύτερος σύζυγος την εγκαταλείπει αναίτια και ξαφνικά, ο γιος της γυρίζει αλλαγμένος από τον πόλεμο του Βιετνάμ κι ο εγγονός της τελικά αυτοκτονεί μετά την επάνοδό του από τον πόλεμο του Κόλπου.
Κι όμως η αναπόληση όλων αυτών των δεινών γίνεται με μια ηρεμία και μια αποδοχή του αναπόδραστου, αφήνοντας στον αναγνώστη μια γαλήνη. Η Λίλι Μπιρ θλίβεται "έως θανάτου", αλλά πουθενά δεν δυσνασχετεί, δεν αποδίδει ευθύνες σε κανένα, είναι έτοιμη να συγχωρέσει. "Το να θυμάσαι καμιά φορά είναι μεγάλη λύπη, μα όταν τελειώσει η αναθύμηση, σου 'ρχεται μια πολύ παράξενη γαλήνη. Διότι έχεις καρφώσει τη σημαία σου στην κορυφή της λύπης. Την έχεις κατακτήσει".
Η ποιητικότηα της γλώσσας του Μπάρυ, οι ανατροπές που κι αυτές δεν έρχονται απότομα και αιφνιδιαστικά, η ηρεμία της αφήγησης, δικαιώνουν την ευρεία αποδοχή της οποίας έτυχε το βιβλίο.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

Ανεμώλια

Το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού "Ανεμώλια" (Πατάκης 2011) αρχίζει όταν ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Νίκος Χαλκίδης, από τη Θεσσαλονίκη, εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και συναντά σ' ένα ιστιοπλοϊκό, ονόματι "Θερσίτης", τέσσερις παλιούς συμμαθητές και φίλους. Έχουν όλοι εγκαταλείψει τις οικογένειές τους, έχουν συμφωνήσει ότι δεν θα έχουν καμιά επικοινωνία, κλείνοντας μάλιστα και τα κινητά τους και ξεκινούν να διαπλεύσουν το Αιγαίο. Σκοπεύουν να κατευθυνθούν πρώτα στη Λέσβο και να πάρουν από εκεί την Ελένη, την ωραία Ελένη, παντρεμένη τώρα εκεί, με την οποία ήταν αγιάτρευτα ερωτευμένος από τα μαθητικά ακόμα χρόνια ένας από την παρέα. Από εκεί έχουν στόχο να τραβήξουν για τη Ρόδο, τόπο που τους είχε όλους σημαδέψει όταν, μαθητές, είχαν πάει στην πενθήμερη εκδρομή τους. 
Από τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε ότι όλα αυτά είναι πια παρελθόν. Ο αφηγητής γράφει, όπως λέει, για να μην τα ξεχάσει. Και η σκέψη του μετατοπίζεται διαρκώς από τη ναυτική περιπέτεια εκείνου του καλοκαιριού στις αναμνήσεις της παιδικής και νεανικής ηλικίας, "τότε που οι ώρες έμοιαζαν ατελείωτες, τότε που δε δίναμε καμιά σημασία στο χρόνο", τότε που "ο κόσμος ήταν καινούριος, αφόρετος", όπως είναι πάντα ο κόσμος για τους νέους. Αναφέρεται στη δική του πνευματική ωρίμαση, στην οποία καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε ένας μεγαλύτερος νέος κι ένα βιβλίο, ο "Ντέμιαν" του Έσσε. 
Οι πέντε συμμαθητές και φίλοι που τριγύριζαν ξένοιαστοι στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του '70, μεγάλωσαν, σπούδασαν, έκαναν οικογένειες, μα τώρα στα 47 τους, γεμάτοι διαψεύσεις, θέλουν να ξαναζήσουν από την αρχή, να ξαναγίνουν οι έφηβοι του τότε. Στο πλοίο τους, τον "Θερσίτη", περνούν ξένοιαστες μέρες και νύχτες, καπνίζουν, προπάντων πίνουν και θυμούνται.
Θα φτάσουν άραγε στη Λέσβο-Τροία; Θα πάρουν την ωραία Ελένη; Θα ξαναβρούν στη Ρόδο τη χαμένη τους νιότη; Ο αναγνώστης οδηγείται αργά, μ' ένα κορυφούμενο ενδιαφέρον στο τέλος που ασφαλώς δεν μπορώ να αποκαλύψω.
 Οι ομηρικές αντιστοιχίες είναι πέρα από διαφανείς. Χωρισμένο σε 24 κεφάλαια και αριθμημένα αλφαβητικά κατά το ομηρικό πρότυπο, με καταφανείς συσχετισμούς των πέντε φίλων με αντίστοιχους ομηρικούς ήρωες, με πολλούς άλλους υπονοούμενους συσχετισμούς, όπως για παράδειγμα με το μάντη Φινέα ή την Καλυψώ, το βιβλίο βρίθει επίσης λέξεων από τον ομηρικό κόσμο, έντεχνα και φυσιολογικά ενταγμένων στο κείμενο: κύδος, άναξ ανδρών, εκηβόλος Φοίβος, δημοβόρος βασιλιάς, λευκώλενος θεά κ.λπ. Ο ίδιος ο  τίτλος, Ανεμώλια, δηλ. λόγια του αέρα, ανώφελα, είναι παρμένος από το δ της Οδύσσειας.
Αν ο συγγραφέας ήθελε με το μυθιστόρημά του να μεταφέρει τον ομηρικό κόσμο στη σύγχρονη εποχή, αν ήθελε να δείξει τη διαχρονικότητα των ανθρωπίνων παθών, το πέτυχε απόλυτα. Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον και ως πείραμα και ως αυτόνομο λογοτεχνικό δημιούργημα.

[Αυτή είναι η πρώτη παρουσίαση βιβλίου που διάβασα σε ηλεκτρονική μορφή. Το αγόρασα για 9 ευρώ-αν και πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι ακόμα φθηνότερο το ηλεκτρονικό βιβλίο-. Πρώτη δυσκολία: δεν έχω το σώμα του βιβλίου στα χέρια μου, να το ξεφυλλίσω ξανά, να δω τι πιθανόν υπογράμμισα, να ρίξω ματιές εδώ κι εκεί, να θυμηθώ. Βεβαίως μπορώ να το κάνω και στον υπολογιστή ή στον e-reader, αλλά δεν είναι το ίδιο με το ξεφύλλισμα του βιβλίου. Όμως γενικά μπορώ να πω ότι η ηλεκτρονική ανάγνωση μου άρεσε, σαν να σε κάνει να εντείνεις την προσοχή σου διαβάζοντας, να συγκρατείς περισσότερα πράγματα και βεβαίως πάντα μπορείς να δημιουργείς bookmarks και να κρατάς σημειώσεις].

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

Ένα κάποιο τέλος

όσο συχνά διηγείται κανείς την ιστορία της ζωής του; Πόσο συχνά την προσαρμόζει, την εξωραΐζει και κάνει ύπουλες και πανούργες περικοπές; Και όσο περισσότερο τραβάει η ζωή σε μάκρος, τόσο λιγοστεύουν εκείνοι από τους γύρω μας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εξιστόρησή μας, να μας θυμίσουν ότι η ζωή μας δεν είναι η ζωή μας, αλλά μόνο η ιστορία που είπαμε γι' αυτήν. Η ιστορία που είπαμε στους άλλους, κυρίως όμως στον εαυτό μας".
 Ο εξαίρετος Τζούλιαν Μπαρνς, δίκαια βραβευμένος για το "Ένα κάποιο τέλος" (Μεταίχμιο 2011, μετ. Θωμάς Σκάσσης), έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα στη συγγραφική του δημιουργία. Ένα μυθιστόρημα για τα νιάτα, τη φιλία, τον έρωτα, τα όνειρα και τις διαψεύσεις, προπάντων όμως για το χρόνο, για τη μνήμη και πώς αυτή αναπλάθει τη ζωή μας.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Τόνι Γουέμπστερ, αναπολεί και αφηγείται. Στη μνήμη του αναδύονται σκόρπια κομμάτια από την περασμένη του ζωή. Θυμάται τους φίλους του από τα σχολικά χρόνια, τον Κόλιν και τον Άλεξ, στους οποίους προστέθηκε ένας καινούριος συμμαθητής, ο Έιντριαν Φιν, ψηλός, σοβαρός, προικισμένος με ιδιαίτερη ευφυία. Είναι αρχές της δεκαετίας του '60.  "Ήμασταν διψασμένοι για βιβλία, λιμασμένοι για σεξ, υπέρμαχοι της αξιοκρατίας και αναρχικοί. Παρόλο που όλα τα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα μας φαίνονταν διεφθαρμένα, αρνούμασταν να εξετάσουμε κάποια εναλλακτική λύση, πέρα από το ηδονιστικό χάος". 
 Τελειώνουν το σχολείο, σκορπίζουν σε διαφορετικά πανεπιστήμια, διατηρούν όμως επαφή. Ο Τόνι γνωρίζει τη Βερόνικα, έχουν μια σύντομη σχέση, αλλά τελικά χωρίζουν. Με σύντομες, αδρές πινελιές, σε ελάχιστες γραμμές ο Τόνι αναφέρεται στην πορεία της ζωής του, για να σταματήσει στο παρόν, όταν, εξηντάχρονος πια, μαθαίνει ότι η μητέρα της παλιάς του φίλης Βερόνικα έχει πεθάνει, κληροδοτώντας του ένα μικρό ποσό και κάποια έγγραφα. Είναι ο καταλύτης που θα γίνει αφορμή να αναζητήσει το παρελθόν, να ανακαλύψει αλήθειες που θα του ανατρέψουν βεβαιότητες.
Λίγες φορές συνάντησα τόση δυσκολία να μιλήσω για ένα βιβλίο, προπάντων για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ. Είναι ένα βιβλίο  η αξία του οποίου δεν στηρίζεται τόσο στο μύθο και στην πλοκή, για την οποία δεν μπορείς να πεις πολλά χωρίς να προδώσεις το αναπάντεχο τέλος, όσο στις σκέψεις, στους συλλογισμούς. "Ένα κάποιο τέλος". Μου φαίνεται κάπως ειρωνικός ο τίτλος. Δεν είναι "ένα κάποιο τέλος". Είναι ένα τέλος τραγικό, στην τραγικότητα του οποίου είχε ανεπίγνωστα συμβάλει και ο ίδιος ο αφηγητής του βιβλίου. 
"Οι αρνητές του χρόνου λένε: τα σαράντα δεν είναι τίποτα, στα πενήντα είσαι στο άνθος της ηλικίας σου, τα εξήντα είναι σήμερα σαν τα παλιά σαράντα, και πάει λέγοντας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι υπάρχει ο αντικειμενικός χρόνος, υπάρχει όμως και ο υποκειμενικός, αυτός που τον φοράς στη μέσα μεριά του καρπού σου, εκεί που χτυπάει ο σφυγμός. Κι αυτός ο προσωπικός χρόνος, που είναι αληθινός, μετριέται στη σχέση που έχεις με τη μνήμη. Έτσι, όταν συνέβη αυτό το παράδοξο γεγονός-όταν μου ήρθαν ξαφνικά οι καινούργιες αναμνήσεις-ήταν σαν να είχε αντιστραφεί εκείνη τη στιγμή ο χρόνος. Σαν να έρεε εκείνη τη στιγμή ο ποταμός προς την πηγή του"
Προς αυτή την πηγή μας στρέφει με την αφήγησή του ο Μπαρνς, χαρίζοντάς μας ένα εξαιρετικό λογοτέχνημα.