Τρίτη, Φεβρουαρίου 25, 2014

20 Διηγήματα

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
20 Διηγήματα
Κάρβας Εκδόσεις, 2014
Το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος δεν είναι και το πιο δημοφιλές στις προτιμήσεις των βιβλιοφίλων. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που έχει την πρωτοκαθεδρία. Κι όμως, όταν άρχισα να διαβάζω τα "20 Διηγήματα" του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ένιωσα σαν να διάβαζα τα είκοσι κεφάλαια ενός μυθιστορήματος. Συνέχισα να τα διαβάζω χωρίς διακοπή, σαν να διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα.  Θεματική συνέχεια δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ο κοινός τόπος, η Κύπρος, υπάρχουν τα κοινά συναισθήματα, η νοσταλγία, η αναπόληση ενός παρελθόντος γεμάτου θρύλους, η αγνότητα και η ομορφιά από την "πρώτη ποίηση της ζωής μας", η αγάπη γι΄αυτόν τον τόπο, μια απαλή θλίψη που δεν εκτρέπεται σε θρηνώδεις οιμωγές.
Στη συντριπτική πλειοψηφία τους γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, τα διηγήματα δίνουν στις προσωπικές εμπειρίες τη λογοτεχνική καθολικότητα που τις καθιστά εμπειρίες όλων μας. Πρωταγωνιστές κυρίως παιδιά και γέροι, τα δυο άκρα όπου βασιλεύει από τη μια η χαρά της ζωής και η αθωότητα κι από την άλλη ο πλούτος των εμπειριών και η αναπόληση. Μια πόλη-φάντασμα μ' ένα πουλί να την αγναντεύει από ψηλά και να διαλαλεί την ελληνικότητά της, μια κιθάρα γεμάτη αναμνήσεις που άλλοι τώρα τη διεκδικούν, η ανεκλάλητη χαρά όταν ένα παιδί μπορεί να ποδηλατήσει για πρώτη φορά, η αναγγελία ενός θανάτου μέσα από τα παιδικά μάτια, θρύλοι που φτάνουν ως το Μεγαλέξανδρο, ένας οραματιστής, μια παράξενη Αγία Ρόδη-ποιήτρια, κάποιος που προσπαθεί να δημιουργήσει το "αεικίνητο" (αχ, "Αιολική γη"), πρόσωπα και σκηνές που δεν ξεχνιούνται.
Ξεχώρισα και στάθηκα για ώρα πολλή, γύρισα και ξαναγύρισα στο διήγημα "Επιστροφή στην ευτυχία", που ίσως να ταίριαζε και ως τίτλος για όλη τη συλλογή. Δεν μεγάλωσα στην Αμμόχωστο, δεν έμαθα να χορεύω στην "Κυψέλη", όπως ο συγγραφέας, αλλά οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα όσων μπορούμε να πάμε πίσω καμιά πενηνταριά χρόνια είναι κοινά. Ταυτίστηκα με τον ήρωα του Νίκου, διάβασα το διήγημα ακούγοντας στο youtube το "Walking back to happiness" κι ένιωσα κι εγώ να βουρκώνω. "Τώρα, μισόν αιώνα σχεδόν μετά, κάθε φορά που τυχαίνει ν' ακούσω αυτό το τραγούδι, βουρκώνουν τα μάτια μου, όχι γιατί με μεταφέρει σε μια αθώα κι ανέμελη εποχή που ο καθένας από μας θα ήθελε να ξαναζήσει, αλλά γιατί ο πολυαγαπημένος τόπος που ζήσαμε αυτά τα ανεπανάληπτα χρόνια, δεν υπάρχει πια όπως τον γνωρίζαμε. Eίναι ένας τόπος εγκλωβισμένος ασφυκτικά μέσα σε ανατριχιαστικά αγκαθωτά συρματοπλέγματα και γύρω γύρω στρατιώτες με οπλοπολυβόλα έτοιμα να γαζώσουν με ριπές, όποιον τολμήσει να περάσει μέσα στην πόλη".
Η πόλη που ζω δεν είναι "ένας τόπος εγκλωβισμένος", αλλά η ανάμνηση της πόλης όπου καθένας έζησε τη νιότη του δεν  μπορεί παρά να φέρει δάκρυα στα μάτια.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2014

Ερεβάν

Ζιλμπέρ Σινουέ
Ερεβάν (Μια κραυγή για την Αρμενία)
Ψυχογιός, 2011
Μετ. Βασιλική Κοκκίνου
Ποτέ δεν συμπάθησα τον τύπο του ιστορικού μυθιστορήματος στον οποίο ιδιαίτερα διακρίνεται ο πολυγραφότατος και γνωστότατος Γαλλοαιγύπτιος συγγραφέας Ζιλμπέρ Σινουέ. Όμως, η πιθανότητα  ενός προσεχούς ταξιδιού στην Αρμενία υπήρξε το κίνητρο για να διαβάσω το μυθιστόρημά του "Ερεβάν". Δεν με απογοήτευσε, αλλά με αρρώστησε. Ξέρουμε από την ιστορία αλλά και από πλήθος λογοτεχνικά έργα τα δεινά, τους διωγμούς, τον κατατρεγμό, τα εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων της Μικρασίας, συνεχώς συναντάμε σε κάθε μορφή τέχνης το ολοαύτωμα των Εβραίων, αλλά τα πάθη των Αρμενίων μας είναι πολύ λιγότερο γνωστά, παρ' όλο ότι κατόρθωσαν πρόσφατα να αναγνωριστεί η εις βάρος τους γενοκτονία.
Ο Σινουέ έχει μελετήσει σε βάθος το θέμα. Τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, πολιτικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, που αναφέρονται στο βιβλίο είναι απολύτως εξακριβωμένα. Βιογραφικά σημειώματα και ιστορικά στοιχεία της εποχής παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Γι' αυτό και το μυθιστόρημα του Σινουέ μπορεί να διαβαστεί και ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο, ενώ τα μυθιστορηματικά του πρόσωπα φωτίζουν τις λεπτομέρειες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται μεταξύ αυτών που διαδραματίζονται στην Κωνσταντινούπολη και αφορούν κυρίως την πολιτική διάσταση του μυθιστορήματος και αυτών που διεξάγονται στο Ερζερούμ, μια πόλη της ανατολικής Τουρκίας, όπου ζούσαν κάπου είκοσι χιλιάδες Αρμένιοι. Τα μυθιστορηματικά πρόσωπα αφορούν μια αρμενική οικογένεια, την οικογένεια Τομασιάν, που την αποτελούν ο παππούς Βαχέ, οι δυο γιοι του, ο Οβανές που είναι βουλευτής στην Κωνσταντινούπολη, ο Ασόντ, η γυναίκα του Άννα και τα δυο τους παιδιά, ο Αράμ και η Σουσάνα.
Το βιβλίο αρχίζει μ' ένα επεισόδιο του 1896, όταν Αρμένιοι μαχητές εισβάλλουν στην Οθωμανική Τράπεζα, συλλαμβάνουν ομήρους και ζητούν βασικές ελευθερίες για τους Αρμενίους. Η κύρια όμως δράση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μεταξύ του 1914, όταν μέσα στην αναστάτωση και τις ανακατατάξεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Νεότουρκοι εφαρμόζουν ένα σχέδιο εκτουρκισμού με εκδίωξη όλων των εθνοτήτων που αποτελούσαν το μωσαϊκό της χώρας τους.
Οι Αρμένιοι του Ερζερούμ, ανάμεσά τους και η οικογένεια Τομασιάν, υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να βαδίσουν μέσα από άγρια και αφιλόξενα τοπία σ' ένα, υποτίθεται, κανούριο τόπο εγκατάστασης. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες πόλεις και χωριά όπου ζούσαν συνολικά δύο εκατομμύρια Αρμένιοι. Πόσοι όμως θα απομείνουν στο τέλος; Η σκηνή όπου όλα τα μέλη της οικογένειας Τομασιάν, εκτός από τα δύο παιδιά, σκοτώνονται με βάναυσο και αποτρόπαιο τρόπο, αλλά και πολλές άλλες ανάλογες σκηνές σ' όλο το βιβλίο, περιγράφονται τόσο ωμά ρεαλιστικά που ήταν στιγμές που με έκαναν να διακόψω το διάβασμα, δεν άντεχα άλλο. Ίσως γιατί έρχονταν στο νου μου ανάλογες σκηνές βιαιότητας, όχι και τόσο μακρινές από τη δική μας ιστορία.
Το βιβλίο τελειώνει το 1921 με μια πράξη εκδίκησης, με την εκτέλεση ενός από τους πρωτεργάτες της τουρκικής θηριωδίας, του υπουργού εσωτερικών Ταλαάτ Πασά (1872-1921), από έναν επιζήσαντα Αρμένιο μαχητή.
Βιβλίο σκληρό που αξίζει να διαβαστεί ως ιστορία κυρίως παρά ως μυθιστόρημα, αν και η εμπλοκή μυθιστορηματικών προσώπων το καθιστά πιο ενδιαφέρον και πιο ευκολοδιάβαστο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

Το δείπνο

Herman Coch
Το δείπνο
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. από τα Ολλανδικά: Μαρία Αγγελίδου
Το μυθιστόρημα του Ολλανδού Herman Coch (νομίζω είναι το πρώτο μυθιστόρημα της σύγχρονης ολλανδικής λογοτεχνίας που διαβάζω) είναι ένας συνδυασμός δυο άλλων (καλύτερων, πιστεύω) σύγχρονων μυθιστορημάτων: Του εξαιρετικού "Οι προσκεκλημένοι" του Pierre Assuline και του "Υπόθεση Jacob" του William Landay.Είναι εντυπωσιακό πώς ένας Ολλανδός, ένας Γάλλος (του Μαρόκου) κι ένας Αμερικανός συμπίπτουν σε θέματα που και σ' εμάς εδώ, "σ' αυτή τη μακρινή γωνιά", που λέει κι ο ποιητής, δεν είναι καθόλου άγνωστα. Φαίνεται πως ολοένα και περισσότερο ο κόσμος σμικρύνεται, πως πάει να γίνει μια γειτονιά.
Δεν θα ασχοληθώ με τη σύγκριση των τριών βιβλίων, παρ' όλο που θα ήταν ένα ενδιαφέρον θέμα. Θα αναφερθώ μόνο στο ολλανδικό που μόλις τέλειωσα. Βρισκόμαστε στο Άμστερνταμ, σ' ένα πολύ ακριβό εστιατόριο της μόδας, απ' εκείνα που για να βρεις θέση πρέπει να κάνεις κράτηση μήνες πριν! Όμως τα δυο φιλικά ζευγάρια που έδωσαν ραντεβού εκεί για ένα δείπνο έχουν τη δυνατότητα να βρουν αμέσως τραπέζι. Σύντομα μαθαίνουμε ότι πρόκειται για δυο αδέλφια με τις γυναίκες τους, τον Πάουλ και την Κλερ, τον Σερζ και τη Μπαμπέτ. Ο Πάουλ, που είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είναι καθηγητής της Ιστορίας, τώρα όμως σε διαθεσιμότητα. Ο Σερζ είναι εξέχων πολιτικός που στις προσεχείς εκλογές μπορεί να αναδειχτεί και σε πρωθυπουργό της χώρας.
Παρ' όλες τις ήδη διαφαινόμενες διαφορές μεταξύ τους, το δείπνο αρχίζει ήρεμα για τα δυο ζευγάρια. Οι κουβέντες τους έχουν ένα ανάλαφρο τόνο, είναι οι διακοπές, ο σχολιασμός ενός κινηματογραφικού έργου, η επιλογή του μενού κ.λπ. Όμως ο αναγνώστης το αισθάνεται ή καλύτερα το διαισθάνεται. Κάτω από την ανάλαφρη κουβέντα κάτι ανησυχητικό, κάτι σκοτεινό υποβόσκει, που δεν θ' αργήσει να βγει στην επιφάνεια. Τα δυο ζευγάρια έχουν από ένα γιο, ενώ ο Σερζ έχει ακόμα ένα υιοθετημένο παιδί από μια Αφρικανική χώρα. Σιγά-σιγά θα φανεί ότι γι' αυτά τα παιδιά γίνεται το δείπνο, τα δυο ζευγάρια θέλουν να συζητήσουν για κάτι εγκληματικό που έχουν διαπράξει τα παιδιά τους.
Τα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι πάρα πολλά και μπορούν να δώσουν αφορμή για πολλές συζητήσεις. Είναι η καυστική ειρωνεία γι' αυτού του είδους τα εστιατόρια, εκεί όπου ένα δείπνο για τέσσερα άτομα μπορεί να στοιχίσει και 400 ευρώ, εκεί όπου η δουλοπρέπεια του ιδιοκτήτη ή του σεφ βασιλεύουν για τους ξεχωριστούς πελάτες, εκεί όπου ένα καθώς πρέπει δείπνο περνάει από...έξι στάδια: απεριτίφ, ορεκτικό, κυρίως πιάτο, επιδόρπιο, ντιζεστίφ και βεβαίως το ανάλογο με το λογαριασμό πουρμπουάρ. Με τους τίτλους αυτούς, που καθορίζουν και την πορεία του δείπνου, τιτλοφορούνται τα κεφάλαια του βιβλίου.
Θέματα πολιτικής, μετανάστευσης, των αστέγων και πολλά άλλα διατρέχουν το μυθιστόρημα. Και στο επίκεντρο η αγάπη που καθένας αισθάνεται για τα παιδιά του, με  πόση επιείκεια ή αυστηρότητα τα σντιμετωπίζει, ως πού μπορεί να φτάσει από την αγάπη του γι' αυτά.
Παρ' όλο ότι είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, έχει τις αδυναμίες του. Για παράδειγμα, βρήκα σημεία των οποίων η σύνδεση με το κυρίως θέμα είναι από πολύ χαλαρή έως ακατανόητη. Επίσης με προβλημάτισε το τέλος του μυθιστορήματος. Δεν ξέρω αν είναι αυτό που κατάλαβα, ο συγγραφέας υπονοεί μάλλον παρά δηλώνει. Γενικά, είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που αναδεικνύει προβλήματα μιας κοινωνίας που δεν διαφέρει πολύ από τη δική μας, ίσως και από καμιά σήμερα δυτικοευρωπαϊκή χώρα.
(ebook)

Τρίτη, Φεβρουαρίου 04, 2014

Με ανοιχτά βιβλία



ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
Η βιβλιοφιλική παρέα του Μεταίχμιου
Λέσχη ανάγνωσης των εκδόσεων Μεταίχμιο στο Facebook
Description: http://www.metaixmio.gr/Images/Newsletter/Common/Blank.gif


Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ανέλαβαν πρόσφατα την πρωτοβουλία να δημιουργήσουν μία λέσχη ανάγνωσης, αυτή τη φορά στο facebook, με συντονιστή τον συγγραφέα Κώστα Ακρίβο. Τα μέλη της λέσχης ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η βιβλιοφιλική παρέα του Μεταίχμιου θα έχουν την ευκαιρία να διαβάζουν κάθε μήνα ένα βιβλίο, το οποίο θα επιλέγεται με φανερή ψηφοφορία των μελών από έναν κατάλογο βιβλίων ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σύγχρονης και παλαιότερης παραγωγής, ενώ σε καθορισμένο χρόνο θα διεξάγεται ανοιχτός διάλογος σχετικά με το βιβλίο που διαβάστηκε. Η πρωτοβουλία ανακοινώθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2014 και μέσα σε δεκαπέντε μέρες απέκτησε 3.517 μέλη. Στις 30 Ιανουαρίου αναρτήθηκε η λίστα με τους δέκα τίτλους προς ψηφοφορία, από την οποία νικητής αναδείχθηκε το τελευταίο βιβλίο της σκοτσέζας Kate Atkinson με τίτλο Ζωή μετά τη ζωή, πανταχού παρόν στις λίστες με τα καλύτερα βιβλία του 2013, ένα πρωτότυπο, πολυεπίπεδο και συγκινητικό μυθιστόρημα, μια έξοχη αποτύπωση του πρόσφατου παρελθόντος, ένας φόρος τιμής στην ίδια τη φύση του ανθρώπου.

ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Ο Κώστας Ακρίβος εξηγεί

Πριν από μερικά χρόνια δώδεκα συγγραφείς δεχτήκαμε μια πρόσκληση από το ΕΚΕΒΙ, προκειμένου να διαμορφώσουμε το πλαίσιο λειτουργίας, τη φιλοσοφία και τους στόχους των λεσχών ανάγνωσης. Στη συνέχεια κάθε συγγραφέας ανέλαβε να κάνει γνωστό τον θεσμό και να ιδρύσει λέσχες ανάγνωσης σ’ ένα ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας που του αναλογούσε. Με μεγάλη χαρά είδαμε χρόνο τον χρόνο οι λέσχες ανάγνωσης να πολλαπλασιάζονται και να αυξάνει ο αριθμός τους, όπως βέβαια πολλαπλασιάζονταν τα βιβλία που διαβάζονταν και συζητιούνταν στις συναντήσεις των μελών. Μάλιστα, οι συντονιστές των λεσχών ανάγνωσης είχαν την ευκαιρία για τρία συνεχόμενα χρόνια να συναντηθούν στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και να ανταλλάξουν τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς τους, μιας και ο ρόλος τους είχε αναβαπτιστεί σημαντικά συμμετέχοντας πλέον ενεργά στο Βραβείο Αναγνωστών.
Σήμερα κρίνουμε πως ήρθε ο καιρός ο θεσμός των λεσχών ανάγνωσης να επεκταθεί ακόμα περισσότερο, καθώς οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ανέλαβαν την πρωτοβουλία να δημιουργήσουν μία σχετική λέσχη ανάγνωσης, αυτή τη φορά στo facebook.
Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι όσοι θελήσουν να εγγραφούν στην ομάδα θα έχουν την ευκαιρία να διαβάζουν κάθε μήνα ένα βιβλίο, το οποίο θα επιλέγεται με φανερή ψηφοφορία των μελών από έναν κατάλογο βιβλίων ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σύγχρονης και παλαιότερης παραγωγής, ενώ σε καθορισμένο χρόνο θα διεξάγεται ανοιχτός διάλογος σχετικά με το βιβλίο που διαβάστηκε. Δηλαδή κάθε μέλος εντελώς ελεύθερα, αλλά με συνοπτικό τρόπο, θα καταθέτει με κείμενο την άποψή του, τι του άρεσε και τι όχι από το βιβλίο, θα καταθέτει την επιχειρηματολογία του, θα συζητάει με τα υπόλοιπα μέλη, συμφωνώντας ή διαφωνώντας, πάντοτε μέσα σε πλαίσια που ταιριάζουν σε έναν καλοπροαίρετο διάλογο, και γενικά θα γίνεται ό,τι και σε μια τυπική λέσχη ανάγνωσης. Το κέρδος θα είναι η εμβάθυνση στα βιβλία και η ανταλλαγή απόψεων πάνω σε θέματα τα οποία θίγει το υπό συζήτηση βιβλίο, αλλά και για ζητήματα της λογοτεχνίας ευρύτερα.
Πιο αναλυτικά: Τα μέλη της Λέσχης ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ θα έχουν την ευκαιρία να καταθέτουν τη γνώμη τους σχετικά με τη βασική ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφεται το εν λόγω βιβλίο, για το κοινωνικό ή ιστορικό πλαίσιο, τον τρόπο αφήγησης που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, ενώ θα μπορούν να προβαίνουν σε σύγκριση με άλλα βιβλία που έχουν σχετικά κοινό θέμα ή με βιβλία του ίδιου συγγραφέα ή σύγχρονων ομοτέχνων του. Ακόμη, ευπρόσδεκτη θα είναι η κριτική για διάφορα άλλα ζητήματα, που έχουν να κάνουν με τη μετάφραση, την ποιότητα της έκδοσης, το θέμα του εξωφύλλου, όπως δεκτές θα είναι και οι κάθε λογής προτάσεις για την έκδοση τίτλων ή συγγραφέων που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα. Μέσα από έναν τέτοιο ανοικτό και πλουραλιστικό διάλογο, γίνεται αντιληπτό ότι κερδισμένοι θα βγαίνουμε όλοι εμείς οι αναγνώστες, καθώς ο διάλογος θα μας βοηθήσει ακόμα περισσότερο στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και στην ουσιαστικότερη επαφή μας με τη λογοτεχνία.    
Επιπλέον, τα μέλη της λέσχης ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ θα απολαμβάνουν μια σειρά από προνόμια, όπως είναι η έκπτωση για την αγορά βιβλίων, η δωρεάν ταχυδρομική αποστολή, η κλήρωση δωρεάν βιβλίων κατά περιόδους, η διοργάνωση «ζωντανών» εκδηλώσεων, η διαδικτυακή επαφή με τον συγγραφέα του βιβλίου (όταν αυτό είναι εφικτό) και μια σειρά από άλλες δραστηριότητες, οι οποίες θα ανακοινώνονται στη σχετική σελίδα στο facebook.
Με αυτό το σκεπτικό, καλούμε τους ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο να δηλώσουν συμμετοχή και να εγγραφούν ως μέλη, δημιουργώντας έτσι μια νέα κοινότητα βιβλιόφιλων. Τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ μάς περιμένουν όλους!        
Κώστας Ακρίβος

Λειτουργία της λέσχης
• Η πρώτη φάση εγγραφής μελών ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου. Έως τότε 3.517 αναγνώστες δήλωσαν τη συμμετοχή τους. Η λέσχη δεν είναι κλειστή. Όποιος επιθυμεί να συμμετάσχει και να διαβάσει το βιβλίο που ψηφίστηκε, μπορεί να το κάνει ανά πάσα στιγμή.
• Η λίστα των δέκα προτεινόμενων τίτλων προς ανάγνωση τέθηκε σε ψηφοφορία την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου, και η ψηφοφορία ολοκληρώθηκε την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου.
• Το αποτέλεσμα της ανοιχτής ψηφοφορίας, δηλ. το πρώτο βιβλίο που θα διαβαστεί και θα συζητηθεί από τα μέλη της Λέσχης, ανακοινώθηκε σήμερα (3 Φεβρουαρίου) και είναι το μυθιστόρημα της Kate Atkinson Ζωή μετά τη ζωή. Από σήμερα ξεκινάει η διαδικασία ανάγνωσης του βιβλίου. Στη φάση αυτή δεν υποβάλλονται σχόλια για το συγκεκριμένο βιβλίο. Συνεχίζεται όμως η γενικότερη συζήτηση. Τη λίστα με τα δέκα βιβλία προς ψηφοφορία μπορείτε να τη βρείτε
ΕΔΩ.
• Η συζήτηση για το βιβλίο ξεκινά στις 4/3 και θα ολοκληρωθεί στις 9/3, οπότε και θα ξεκινήσει ένας νέος κύκλος εγγραφών, ψηφοφορίας και ανάγνωσης.

Όροι – Προϋποθέσεις
• Η εγγραφή στη Λέσχη είναι ελεύθερη και μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή.
• Μέλη της Λέσχης θα θεωρούνται όλοι όσοι θα δηλώσουν συμμετοχή σε αυτήν και θα συμπληρώσουν τη σχετική φόρμα με τα στοιχεία τους (επειδή το προφίλ πολλών μελών του facebook δεν είναι ονομαστικό, τα στοιχεία -ονοματεπώνυμο, διεύθυνση- είναι απαραίτητα προκειμένου να μπορούν τα μέλη να ταυτοποιηθούν και να επωφεληθούν από τα προνόμια που προβλέπονται. Τα στοιχεία αυτά δεν δημοσιοποιούνται.).
Ειδικότερα ενεργά μέλη της Λέσχης (τα οποία θα επωφελούνται από τα επιπλέον προνόμια που θα ανακοινώνονται κατά καιρούς) θεωρούνται όσοι λαμβάνουν ενεργά μέρος στις διαδικασίες της λέσχης (ψηφοφορία επιλογής βιβλίου προς ανάγνωση, υποβολή σχολίων).
• Τα προς ανάγνωση βιβλία είναι των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Επιλέγονται κατόπιν ψηφοφορίας των μελών από έναν κατάλογο δέκα τίτλων που καταρτίζει κάθε φορά ο συντονιστής.

Προνόμια μελών
• Τα προς ανάγνωση βιβλία τα μέλη μπορούν να τα προμηθεύονται:
Α. από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο
Β. από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ με τους εξής τρόπους:

• Από το site των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (
www.metaixmio.gr) χωρίς να επιβαρύνονται με τα έξοδα αποστολής
• από το
ebooks.metaixmio.gr σε ψηφιακή μορφή
• από τα βιβλιοπωλεία των εκδόσεων: 1. Πολυχώρος Μεταίχμιο (Ιπποκράτους 118, Αθήνα), 2. Ασκληπιού 18, Αθήνα, 3. Οξυγόνο (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη)
Τα μέλη της Λέσχης που θα πραγματοποιήσουν τις αγορές από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ θα έχουν έκπτωση:
• 10% για τους τίτλους που έχουν εκδοθεί την τελευταία διετία (νόμος για την ενιαία τιμή βιβλίου)
• 30% για τους παλιότερους τίτλους.
• Όσα μέλη λάβουν μέρος σε πέντε συνεχόμενες αναγνώσεις θα μπαίνουν σε κλήρωση και τρεις αναγνώστες κάθε φορά θα κερδίζουν βιβλία των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ονομαστικής αξίας 200 ευρώ.



Ντόρα Τσακνάκη
Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου
Τηλ. 211 3003500 (εσωτ. 525)
e-mail:
pressoffice@metaixmio.gr, dora@metaixmio.gr

Τρίτη, Ιανουαρίου 28, 2014

Ζωή μετά τη ζωή

Kate Atkinson
Ζωή μετά τη ζωή
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. Μυρσίνη Γκανά
Μπορώ να κατανοήσω τις διθυραμβικές κριτικές του αγγλόφωνου (του βρετανικού καλύτερα) κοινού και κριτικής για το βιβλίο αυτό, αν και, βεβαίως δεν ήταν ο λόγος που το αγόρασα και το διάβασα. Είναι ένα "αγγλικό" βιβλίο. Όχι μόνο λόγω της συγγραφέως που είναι Αγγλίδα, όχι λόγω γλώσσας, αλλά κυρίως λόγω περιεχομένου. Με επίκεντρο μια μέση, αστική, αγγλική οικογένεια που ζει λίγο έξω από το Λονδίνο, η ιστορία αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1967. Οι συνήθειες, η αγγλική εξοχή, οι δρόμοι και οι γειτονιές του Λονδίνου, οι οικογενειακές σχέσεις και συνάξεις, η συμμετοχή της οικογένειας, εκπροσώπου μιας ολόκληρης γενιάς, στους δυο Παγκόσμιους Πολέμους, η όλη ατμόσφαιρα σε μεταφέρει πολύ ρεαλιστικά στο χώρο και στο χρόνο. Και το τσάι...α, το τσάι, τόνοι ολόκληροι καταναλώνονται σ' αυτό το βιβλίο, με κάθε ευκαιρία! Κατανοητή λοιπόν η ανάδειξη του βιβλίου σε ευπώλητο, κατανοητές και οι διακρίσεις και βραβεύσεις της συγγραφέως στη χώρα της.
Εμένα, βεβαίως, μου κίνησε την προσοχή και την περιέργεια όχι η "αγγλικοσύνη" του βιβλίου, αλλά το θέμα, που κινείται γύρω από το εξής βασικό ερώτημα: Τι θα συνέβαινε αν είχες την ευκαιρία να ζήσεις ξανά και ξανά τη ζωή σου ώσπου να τα κάνεις όλα σωστά;
Το Φεβρουάριο του 1910, κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας, γεννιέται ένα κοριτσάκι που πεθαίνει πριν προλάβει να έρθει ο γιατρός. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο γιατρός προλάβαινε και το κοριτσάκι ζούσε; Το κοριτσάκι είναι η Ούρσουλα και η συγγραφέας της δίνει ξανά και ξανά καινούρια ζωή και σε κάθε ζωή που της χαρίζεται διαφορετικές είναι και οι περιπέτειες του βίου της. Άλλοτε πέφτει θύμα βιασμού και αναγκάζεται να διακόψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε μια άλλη ζωή είναι παντρεμένη και υφίσταται ψυχολογική και σωματική κακοποίηση από το σύζυγό της κι άλλοτε είναι παντρεμένη στο Βερολίνο κι έχει ένα κοριτσάκι. Μαζί της και με τις ποικίλες ζωές της (ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του περιβάλλοντός της, οι γονείς, τα τέσσερα αδέλφια, μια θεία που διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο, οι γείτονες, οι συνάδελφοι παραμένουν ίδια) διασχίζουμε κι εμείς τις δεκαετίες, ζούμε τις συνέπειες του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, την ανακωχή, το Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο, τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου αλλά και του Βερολίνου. Μεταφερόμαστε και στη Γερμανία, γνωρίζουμε την Εύα Μπράουν και το Χίτλερ, φτάνουμε ως τη μεταπολεμική εποχή και το 1967, οπότε η Ούρσουλα συνταξιοδοτείται.
Ο χρόνος πηγαινοέρχεται. Αρχίζει το 1930, πηγαίνει πίσω στο 1910, στο '15, στο '18, στο '47, στο '23 κ.ο.κ. ενώ διαρκώς ξαναγυρίζει στο 1910 δίνοντας στην ηρωίδα της ξανά και ξανά καινούρια ζωή. Είναι ασφαλώς μια πρωτότυπη ιδέα της Atkinson, όμως, πιστεύω, για να λειτουργήσει έστω και υποθετικά, για να ζεις δηλαδή και να ξαναζείς τη ζωή σου διορθώνοντάς την, θα πρέπει να θυμάσαι τι ήσουν στην προηγούμενή σου ζωή, πράγμα που πολύ ακροθιγώς συμβαίνει στο βιβλίο. Κάποια ψήγματα dejas-vu υπάρχουν στην ηρωίδα που όμως δεν αλλάζουν προς το καλύτερο την επόμενη ζωή της. Τη ζει σαν να είναι κάποια άλλη. Και μόνο μια ακραία πράξη του 1930, με την οποία και αρχίζει το βιβλίο, θα μπορούσε να είχε αλλάξει την ίδια την Ιστορία.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Atkinson (πιστεύω στην προσπάθεια να αναβαθμίσει λογοτεχνικά ένα "ευπώλητο") είναι οι πλείστες όσες αναφορές, στίχοι και φράσεις από άλλα βιβλία. Σαίξπηρ, Τζέην Όστιν, Σαρλότ Μπροντέ, Ντίκενς, Κητς, Έλιοτ, Δάντης και πολλοί άλλοι μνημονεύονται, τα παραθέματα των οποίων καταγράφονται σε ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου.
Αν και ενδιαφέρον στην πρωτοτυπία του βιβλίο, συχνά καταντά κουραστικό όταν η αφήγηση γίνεται επίπεδη, χωρίς εξάρσεις και οι 568 σελίδες του υπερβολικά πολλές. Το μειονέκτημα των πλείστων ευπώλητων...
(Ηλεκτρονική ανάγνωση)

Σημ. Επειδή πλέον οι αναγνώσεις μου είναι κατά βάση ηλεκτρονικές, καταργώ τη σχετική ετικέτα, διατηρώντας τις υπόλοιπες. Θα σημειώνω όμως σε κάθε ανάρτηση αν το βιβλίο είναι ηλεκτρρονικό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 25, 2014

Η Γαλλίδα δασκάλα

Ντίνος Γιώτης
Η Γαλλίδα δασκάλα
Ψυχογιός, 2013
Μέσα στην πλημμυρίδα των βιβλίων της εύπεπτης "ροζ λογοτεχνίας" με τις χιλιάδες πωλήσεις, να ένα καλό ελληνικό βιβλίο. Συγκρινόμενο βέβαια με το σχεδόν ομότιτλο "Η δασκάλα των Γαλλικών" του Πολωνού Άντονι Λιμπέρα, το τοποθετώ αξιολογικά αρκετά πιο κάτω, αν και ίσως η σύγκριση στην περίπτωση αυτή δεν ενδείκνυται, μια και η σχέση των δυο βιβλίων εξαντλείται στον τίτλο και στον έρωτα του νεαρού προς τη δασκάλα, θέμα όχι και τόσο σπάνιο. Η περιέργεια για την πιθανή σχέση των δύο βιβλίων, καθώς και η ευμενής κριτική του Βιβλιοκαφέ με ώθησε στην αναζήτηση και στην ανάγνωση του βιβλίου του Γιώτη. Και δεν με απογοήτευσε.
Το θέμα δεν θα το έλεγα πρωτότυπο. Αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, στη λογοτεχνία δεν έχει τόση σημασία το "τι" αλλά το "πώς". Ένας μεσήλικας, επιμελητής εκδόσεων, ενώ την επομένη θα έφευγε για το ετήσιο ταξίδι του στο Σαν Φρανσίσκο, όπου ζούσε ο γιος του, παίρνει ένα δέμα, όπου μέσα βρίσκεται ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι. Αναβάλλει το ταξίδι του και αντί για την Αμερική, παίρνει το δρόμο για το γενέθλιο τόπο, που είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στο παρελθόν, στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας και στα γεγονότα που τον σημάδεψαν για πάντα. Προχωρεί και θυμάται. Θυμάται τους τρεις αχώριστους φίλους του, τα μακριά, αργόσυρτα καλοκαίρια, το ελεύθερο τριγύρισμά τους στη φύση, το σκαρφάλωμα στα δέντρα, το δεντρόσπιτο που στα μάτια τους γινόταν διαστημόπλοιο που τους ταξίδευε "στη χώρα της φαντασίας, μακριά από τη μιζέρια της ζωής μας", το κολύμπι στο ποτάμι. Θυμάται πάνω απ' όλα τη Μπριζίτ, τη Γαλλίδα δασκάλα, που ο πλούσιος γαιοκτήμονας Παπάζογλου προσλάμβανε τα καλοκαίρια για να κάνει μαθήματα στο γιο του. Μια νεαρή, πανέμορφη κοπέλα, με την οποία οι πάντες ήταν ερωτευμένοι και φυσικά και ο αφηγητής, ο μικρός τότε Άγης.
Φτάνει τελικά στην επαρχιακή πόλη, εκεί που γνώρισε για πρώτη φορά τον έρωτα, και που μαζί με το δραματικό του τέλος τέλειωσε και η παιδική του ηλικία. Όμως τίποτα δεν είναι πια όπως τότε, ή τουλάχιστον όπως το είχε διαφυλάξει στη μνήμη του. "Φτάσαμε στη μυστική λιμνούλα από το μονοπάτι όπου είχα δει πριν από πολλά χρόνια να εμφανίζεται η μαγική οπτασία της Μπριζίτ. Αυτό  που αντίκρισα με έκανε να συνειδητοποιήσω πως όλα περνάνε ανεπιστρεπτί. Καμία από τις εικόνες που είχα φυλάξει ως πολύτιμο θησαυρό μέσα στη μνήμη μου δεν υπήρχε πια. Εκεί όπου κάποτε τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων και τα αναρριχητικά φυτά σχημάτιζαν τον καταπράσινο θόλο τώρα κρέμονταν ξεραμένα κλαδιά, όπως τα φίδια στο κεφάλι της Μέδουσας. Εκεί όπου βρισκόταν η κόκκινη αντλία τώρα είχε απομείνει ένας σκουριασμένος σωλήνας. Εκεί όπου έτρεχε το νερό μέσα στο υγρό αυλάκι τώρα πήρχε μια κοίτη με στεγνή άμμο. Εκεί όπου ήταν η εξωτική λίμνη τώρα βρισκόταν ένας ξεραμένος λάκκος, όπου φύτρωναν αγριόχορτα και βάτα. Εκεί όπου στεκόμουν παιδί, έκπληκτο μποστά στο κάλλος της ζωής, τώρα ένας γέρος έσερνε τα βήματά του προς το θάνατο" .
Είναι ένα βιβλίο που ενώ το απολαμβάνεις διαβάζοντάς το, η ταύτιση με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα σε κάνει να μελαγχολείς, προπάντων αν δεν βρίσκεσαι πια στην πρώτη νεότητα! "Αναρωτήθηκα γιατί να μην εξακολουθεί να υπάρχει για πάντα εκείνος ο φυσικός μηχανισμός που διέστελλε το χρόνο όταν ήμαστε παιδιά, όταν όλα μας φαίνονταν αιώνια και η ενηλικίωση ήταν κάτι που δεν θα ερχόταν ποτέ. Η ενηλικίωση-όπως πιστεύαμε- αφορούσε μόνο τις προηγούμενες γενιές, που κύρτωναν μπροστά στα παιδικά μας μάτια κάτω από το βάρος του χρόνου και τους λυπόμαστε επειδή εμείς δε θα γινόμαστε ποτέ σαν αυτούς".

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014

Κανείς δεν θέλει να πεθάνει

Κατερίνα Μαλακατέ
Κανείς δεν θέλει να πεθάνει
Ο κήπος με τις λέξεις, 2013
"Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλαμβάνει ο νους κι έπειτα η καρδιά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε". Η σολωμική ρήση (λέγεται ότι την είπε στον Ιταλό ποιητή Monti όταν διαφώνησαν για την ερμηνεία ενός στίχου του Δάντη) είναι αυτή που κατά κανόνα κυριαρχεί στο βαθύ ορθολογισμό μου, στην προσπάθεια είτε ερμηνείας είτε απόλαυσης ενός έργου τέχνης, είτε ακόμα στην καθημερινότητά μου. Κι όμως έρχονται κάποτε στιγμές που η ρήση ανατρέπεται. ( Άλλωστε στην εποχή του Σολωμού ούτε ο υπερρεαλισμός στην ποίηση ούτε ο μαγικός ρεαλισμός στην πεζογραφία είχαν κάνει την εμφάνισή τους). Κάποτε αισθάνεται η καρδιά χωρίς την παρέμβαση του νου. Πώς να παρέμβει ο νους σε "ένα πούπουλο ύπνου", ή "τα λουλούδια τα οικόσιτα της νοσταλγίας" ή "των ψιθύρων η επώαση μες στα κοχύλια" ή "το λιγάκι πουκάμισο" ή "τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας"; (όλα Ελύτης).
Σπανιότερα το θέμα απασχολεί την πεζογραφία που πολύ περισσότερο από την ποίηση στηρίζεται στον ορθό λόγο, όμως το θέμα υπάρχει. Μου συνέβη τώρα με το βιβλίο της μπλογκερικής φίλης Κατερίνας Μαλακατέ,  "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει". Ο νους δυσκολεύεται να συλλάβει αυτά που η καρδιά αισθάνεται. Βοηθούν βέβαια εν μέρει οι τίτλοι των τριών μερών του βιβλίου: "Το μοτίβο είναι ο θάνατος", "Το μοτίβο είναι ο έρωτας", "Το μοτίβο είναι ο θεός", καθώς και η περίληψη του οπισθόφυλλου που σκιαγραφεί το βασικό μύθο. Από κει και πέρα όμως όλα είναι θέμα καρδιάς.
Καθώς κλείνω το βιβλίο, σκηνές και εικόνες επανέρχονται στη μνήμη. Ο μαύρος άντρας, ριγμένος ποιος ξέρει από ποια μοίρα από τον παράδεισο της μακρινής του πατρίδας στο δουλεμπόριο της Αθήνας, η Ελίζα, η ηλικιωμένη ετοιμοθάνατη αγγλίδα, φερμένη κι αυτή σε ξένο τόπο, που η ακράτητη επιθυμία της για ζωή την κάνει να ξαναζήσει μέσα από το κορμί μιας νέας Ουκρανής, ο Ινδός που μπορεί και να 'ναι ένας από οτυς πολλούς θεούς της πατρίδας του, η Λένα, εγγονή της Ελίζας, ο γιος της Νίκος, η γυναίκα του Ρούλα, κι άλλα ακόμα πρόσωπα, όλοι μπλέκονται σ' ένα χορό μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Και μέσα απ' όλες τις σκηνές και τα πρόσωπα κι ένα πράσινο, πολύτιμο μενταγιόν (σύμβολο ζωής;) η επιθυμία για ζωή αναδύεται και υλοποιείται στο καινούριο έμβρυο που κυοφορεί η Λένα.
Νομίζω πως  η Κατερίνα προσπάθησε να δώσει μυθιστορηματική μορφή στα δικά της αλλά και του καθενός μας βασανιστικά ερωτήματα. Τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, "τι είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ανάμεσό τους;" για να θυμηθούμε και το αγωνιώδες ερώτημα του Σεφέρη. Ερωτήματα στα οποία απάντηση δεν υπάρει, όπως δηλώνει και η συγγραφέας.

Σημ. Θερμά ευχαριστώ την Κατερίνα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το βιβλίο της.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε

Γιούνας Γιούνασον
Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε
Ψυχογιός, 2013
Μετ. Γρηγόρης Κονδύλης
Πρωτότυπο, έξυπνο, ευφάνταστο, διασκεδαστικό, το μυθιστόρημα του Σουηδού Γιούνας Γιούνασον μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη απίθανα ευχάριστες στιγμές, φτάνει ο αναγνώστης να διαθέτει την ανάλογη αίσθηση χιούμορ που απαιτεί αυτό το χαρισματικό βιβλίο.
Βεβαίως, είναι όχι μόνο αδύνατο να αναφερθούν όλα τα γεγονότα, αλλά επιπλέον αυτό θα στερούσε από τον αναγνώστη τη χαρά του απρόοπτου. Σε πολύ αδρές γραμμές το θέμα είναι το εξής: Ο εκατοντάχρονος Άλαν Κάρλσον που βρίσκεται σ' ένα γηροκομείο σε μια μικρή πόλη της Σουηδίας, την ημέρα ακριβώς που θα έκλεινε τα εκατό και που θα γιορτάζονταν με τις αρχές της πόλης, δημοσιογράφους κ.λπ. παρόντες, ανοίγει το παράθυρο του δωματίου του και δραπετεύει. Χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, χωρίς προορισμό, φτάνει στο σταθμό λεωφορείων, αγοράζει ένα εισιτήριο και, κουβαλώντας (κλέβοντας ουσιαστικά) μια βαλίτσα που του εμπιστεύτηκε ένας νεαρός, ξεκινάει για το άγνωστο. Η περιπέτεια αρχίζει. Θα αποβιβαστεί σ' ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί θα συναντήσει ένα κάπως...νεότερο κλέφτη και οι δυο τους παρέα θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν τόσο από τη συμμορία των εγκληματιών στην οποία ανήκε η βαλίτσα και που περιείχε ένα θησαυρό εκατομμυρίων, όσο και από την αστυνομία.
Ενώ αυτά διαδραματίζονται το 2005, ο συγγραφέας, ξεκινώντας από το 1905, έτος γέννησης του Άλαν, παρεμβάλλει κεφάλαια στα οποία εξιστορεί την πορεία ζωής του εκατοντάχρονου και τις απίστευτες εμπειρίες του. Μια πορεία ζωής που συμπίπτει με τους κυριότερους ιστορικούς σταθμούς του 20ου αι. Από τη Σουηδία στην Ισπανία και τον Εμφύλιο, από εκεί στην Αμερική και ...στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, στην Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση, στην Κορέα και στην Ινδοκίνα, στα γκουλάκ της Σιβηρίας και στη Γαλλία, ο Άλαν βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με κορυφαίες ιστορικές στιγμές αλλά και με τους πρωταγωνιστές τους: Φράνκο και Τρούμαν, Τσόρτσιλ και Στάλιν, Μάο και Κιμ Ιλ Σουγκ, Λύντον Τζόνσον και Σαρλ ντε Γκολ, με όλους κάποια στιγμή συναντιέται και...γευματίζει. Είναι τόσο πειστικός ο συγγραφέας στις περιγραφές και στη διασύνδεση των γεγονότων που τίποτα δεν μας φαίνεται απίθανο στις περιπέτειες του Άλαν.
Παράλληλα, οι φανταστικές περιπέτειες γίνονται αφορμή να αναφερθούν τα σχετικά πραγματικά ιστορικά γεγονότα και μάλιστα μέσα από την απλοϊκή, αλλά ίσως και την πιο αυθεντική ματιά του α-πολιτικού ανθρώπου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης για την κατασκευή της βόμβας, η εκατέρωθεν κατασκοπεία, η δημιουργία των δύο Γερμανιών, ο πόλεμος της Κορέας, η επανάσταση του Μάο και πλήθος άλλα γεγονότα δίνονται με αυθεντικότητα και χιούμορ.
Στο μεταξύ πολλά ευφάνταστα και χιουμοριστικά επεισόδια διανθίζουν το παρόν του εκατοντάχρονου φυγάδα και του φίλου του και, ενώ η παρέα τους διαρκώς μεγαλώνει, ξεφεύγουν συνεχώς από το  κυνηγητό τόσο των εγκληματιών όσο και του αρχιαστυνόμου. Ένα βιβλίο-κατόρθωμα του συγγραφέα που μπόρεσε να συνδυάσει την αστυνομική περιπέτεια με την ιστορία του 20ου αι., το χιούμορ με τη δράση, τη φαινομενικά απλοϊκή αλλά κατά βάθος ουσιαστική ερμηνεία των πολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Καθόλου ανεξήγητο το εκδοτικό φαινόμενο των πάνω από 5 εκατομμύρια αντιτύπων που πωλήθηκαν.

Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2014

Βουβή κραυγή

Karin Fossum
Βουβή κραυγή
Μεταίχμιο, 2012
Μετ. Έφη Φρυδά
Παρ' όλη την αγάπη  μου για την αστυνομική λογοτεχνία, είχα αποφασίσει να "αποτοξινωθώ" για ένα διάστημα. Όμως οι αναρτήσεις δυο blogger που ιδιαίτερα εκτιμώ, του Πατριάρχη Φώτιου και του Librofilo, (συν η ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου) με έκαναν να αναιρέσω την απόφασή μου. Και δεν το μετάνιωσα.
Η "Βουβή κραυγή" της Νορβηγίδας Karin Fossum έρχεται να προσθέσει ακόμα μια επιτυχία στην ανερχόμενη σκανδιναβική, αστυνομική λογοτεχνία. Είναι ένα βιβλίο που κινείται κυριολεκτικά και μεταφορικά στο ομιχλώδες τοπίο της βορινής αυτής χώρας. Ο αναγνώστης αισθάνεται μέρος του μικρού χωριού, του Έλβεσταντ, νιώθει σαν ένας από τους κατοίκους που κουτσομπολεύουν στο μοναδικό καφέ, που γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, που ο καθένας έχει τα μυστικά του, αλλά που δεν μπορούν να μείνουν για πολύ μυστικά μέσα σ' αυτή τη μικρή, κλειστή κοινωνία.
Η υπόθεση είναι η εξής: Ένας μονήρης, ενδοστρεφής, λιγομίλητος πενηντάρης, ο Γκίντερ Γιούμαν, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο με τίτλο "Άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο", μαγεύεται από την εικόνα μιας όμορφης Ινδής. Αποφασίζει να ταξιδέψει στη μακρινή αυτή χώρα για αναζήτηση μιας γυναίκας που θα μπορούσε να γίνει σύζυγός του. Η προσπάθειά του ευοδούται. Βρίσκει το ιδανικό του στο πρόσωπο της Πούμα, μιας όχι ιδιαίτερα όμορφης, αλλά συμπαθητικής σαραντάρας σερβιτόρας. Παντρεύονται, ζουν λίγες μέρες με αμοιβαία κατανόηση, στοργή και αγάπη και ο Γκίντερ γυρίζει στο χωριό του και γιατί η άδειά του τέλειωσε (ήταν πωλητής γεωργικών εργαλείων) αλλά και για να ετοιμάσει το σπίτι για την υποδοχή της γυναίκας του.
Η Πούμα φτάνει σε λίγες μέρες. Την ημέρα όμως της άφιξής της ο Γκίντερ αναγκάζεται να τρέξει στο νοσοκομείο, πλάι στην αδερφή του που είχε τραυματιστεί βαριά σε τροχαίο. Στο αεροδρόμιο για να παραλάβει την Πούμα στέλλει το μοναδικό ταξιτζή του χωριού, αλλά εκείνος γυρίζει άπρακτος. Δεν βρήκε πουθενά την Πούμα.
Το πτώμα μιας γυναίκας με φρικτά κακοποιημένο το πρόσωπο που θα βρεθεί την επομένη θέτει σε κίνηση την αστυνομική ιστορία. Είναι αυτή η γυναίκα η Πούμα; Πώς και γιατί μπορεί να σκοτώθηκε μια γυναίκα ξένη στον τόπο την πρώτη μέρα της άφιξής της; Ο αστυνομικός επιθεωρητής Σέγερ και ο βοηθός του ο Σκάρε αναλαμβάνουν την υπόθεση. Σ' ένα τόσο μικρό μέρος όπως το Έλβεσταντ όλοι κάτι ξέρουν, όλοι κάτι είδαν, αλλά και κάτι από την προσωπική τους ζωή κρύβουν. Με το να μιλήσουν αυτόματα εμπλέκουν την αστυνομία και στην ιδιωτική τους ζωή. Πίσω από κάθε μαρτυρία που ο επιθεωρητής Σέγερ κατορθώνει να εξασφαλίσει, υπάρχει και κάτι που δεν λέγεται αμέσως. Η γνώση της ψυχολογίας των ανθρώπων αποδεικνύεται το καλύτερο μέσο εξιχνίασης του εγκλήματος. Και η Fossum είναι ιδαίτερα ικανή στη σκιαγράφηση αυτής της ψυχολογίας.
Για δυο μέρες μεταφέρθηκα στο μικρό, νορβηγικό χωριό, με το δάσος του, τη λίμνη του, τους φιλήσυχους κατοίκους, αλλά και το έγκλημα στο οποίο οδήγησε μια σειρά από συμπτώσεις. Όταν έφτασα σ' αυτό που τελικά αποδείχτηκε τελευταία σελίδα, μάταια προσπαθούσα να μεταβώ στην επόμενη. Κρίμα. Το μυθιστόρημα είχε τελειώσει μ' ένα συγκινητικό, τρυφερό τρόπο, που πιο πολύ ταίριαζε σε αισθηματικό παρά σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως, με όχι μικρότερη ικανοποίηση για τον αναγνώστη.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013

Γιάννα

Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη
Γιάννα
Λιβάνης, 2012
Όταν, ενώ ακόμα διάβαζα το βιβλίο, το ανέφερα σε φίλους, γοητευμένη και από τον τρόπο της αφήγησης αλλά και από τη σχεδόν μυθιστορηματική πορεία αυτής της γυναίκας, η αντίδραση ήταν συνήθως η εξής: "Ε, καλά, βρήκε τα λεφτά του ανδρός της κι έκανε τους Ολυμπιακούς". Ή, ακόμα, "τι άλλο είναι από μια τρομερά φιλόδοξη γυναίκα;"
Πάντα μ' ενοχλεί ν' αντιπαρατίθεμαι  σχετικά μ' ένα βιβλίο, όταν ο συνομιλητής δεν το έχει διαβάσει, αλλά στηρίζεται σε κάποιες γενικές απόψεις που έχει ακούσει ή, όπως στην περίπτωση αυτή, όταν επαναλαμβάνει στερεότυπα που έχουν εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη δεν ήταν φιλόδοξη ούτε ότι η οικογενειακή περιουσία δεν έπαιξε ρόλο στις επιτυχίες της, πράγμα άλλωστε που δεν αποκρύβει. Αλλά σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι λόγοι των επιτευγμάτων της. Ακόμα κι αν η ζωή και η όλη πορεία της παρουσιάζεται στο βιβλίο "ρετουσαρισμένη" (όπως συνήθως συμβαίνει στις αυτοβιογραφίες) ακόμα κι αν τα πράγματα δίνονται από τη δική της μόνο πλευρά χωρίς αντίλογο, αναμφισβήτητα παραμένουν τα γεγονότα: ένα κορίτσι από μια συνηθισμένη οικογένεια της Κρήτης σπουδάζει νομικά στη Θεσσαλονίκη, κάνει την άσκησή της στην Αθήνα, αναμιγνύεται στα κοινά, εκλέγεται δημοτική σύμβουλος, προχωρεί ως βουλευτής  και μετά από όλα αυτά παντρεύεται τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, μέλος μιας πλούσιας, πανίσχυρης οικογένειας επιχειρηματιών.
Πάνω από το μισό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη διεκδίκηση και στη συνέχεια στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Αυτός άλλωστε, σύμφωνα με την ίδια, είναι και ο λόγος συγγραφής του βιβλίου. Γράφει στον πρόλογό της: "Τα τελευταία χρόνια, όσο ταξίδευα σε διάφορα μέρη του κόσμου και συναντιόμουν με διάφορους ανθρώπους, ανθρώπους με ποικιλία ενδιαφερόντων και προσεγγίσεων στα πράγματα, δεν έπαυε να επανέρχεται ένα ερώτημα: "Μα τι συνέβη στην Ελλάδα;" Ή πάλι, "Μα τι πάθατε εσείς οι Έλληνες;" Γράφει λοιπόν, όπως λέει, για να δείξει πώς από μια Ελλάδα που δούλεψε με ομαδικό πνεύμα, με αφοσίωση, με όρεξη και πέτυχε το θαύμα των Ολυμπιακών, προέκυψε η σημερινή, εξαθλιωμένη χώρα.
Μέσα από το βιβλίο προβάλλει η εικόνα μιας γυναίκας έξυπνης, δυναμικής, γυναίκας που βάζει στόχους και δίνεται ολόψυχα στην επίτευξή τους. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα που παίρνει κανείς από το βιβλίο. Έχουν γραφτεί κι έχουν λεχθεί τόσα γι' αυτή τη γυναίκα που ίσως νομίζουμε πως δεν έχουμε να μάθουμε τίποτε περισσότερο διαβάζοντας το βιβλίο της. Κι όμως η αφήγηση των γεγονότων από τη δική της σκοπιά, μέσα από τις σκέψεις και τα συναισθήματά της έχει πολλά να προσφέρει. Δεν ωραιοποιεί τον εαυτό της, δεν διστάζει να καταγράψει τους χαρακτηρισμούς που της απέδιδαν τότε, όπως "σκύλα" ή "αυτοκράτειρα" ή ακόμα και να παραθέσει τις γελοιογραφίες με τις οποίες τη σατίριζαν. Όπως επίσης δεν παραλείπει να αναφερθεί στην εμφάνισή της, στο πόσο επεδίωκε να είναι πάντα περιποιημένη και καλοβαλμένη. Η περιγραφή του τι φορούσε σε διάφορες περιπτώσεις είναι συχνή στο βιβλίο, ούτε αισθάνεται ότι πρέπει να αποκρύψει τις γόβες Manolo, τη τσάντα Hermes ή την τουαλέτα Yves Saint Laurent!
Είναι μια γυναίκα που ποτέ δεν δέχτηκε το δεύτερο ρόλο. Όταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης της πρότεινε να ενταχθεί στην ομάδα διεκδίκησης των Ολυμπιακών, εκείνη αρνήθηκε αν δεν θα ήταν επικεφαλής, αν δεν θα ήταν πρόεδρος της ομάδας. Το βιβλίο είναι πραγματικά πολύ χρήσιμο και διαφωτιστικό για το παρασκήνιο της διεκδίκησης που αρχίζει χρόνια πριν από τη διεξαγωγή των Αγώνων και η πόλη όπου θα διεξαχθούν επιλέγεται επτά χρόνια προηγουμένως. Η Ελλάδα είχε διεκδικήσει τους Αγώνες και για το 1996, πιστεύοντας ότι δικαιωματικά της ανήκαν, καθώς τότε έκλεινε μια εκατονταετία από την επαναφορά των Αγώνων στη σύγχρονη εποχή (1896). Όμως "Η καμπάνια της Ελλάδας για τους Αγώνες του 1996 είχε ουσιαστικά απαιτήσει τους αγώνες ως κάτι που της ανήκε δικαιωματικά, ως αναπόδραστη επιταγή της ιστορίας. Όταν διαφώνησε μ' αυτήν την προσέγγιση η ΔΟΕ, έδειξε πόσο περιορισμένο ήταν το ενδιαφέρον της για τις κληρονομιές. Τις παλιές κληρονομιές τις είχαν προσπεράσει οι καινούργιες-τα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι, τα τραίνα, τα ειδικά χτισμένα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στάδια-, καθώς και οι νέες οικονιμικές συνέπειες των διοργανώσεων".
Η Γιάννα με ευγνωμοσύνη μνημονεύει όσους τη βοήθησαν αλλά δεν διστάζει να αναφερθεί ονομαστικά σ' όσους παρενέβαλαν εμπόδια. Τα βάζει ειδικά με τη γραφειοκρατία και τους πολιτικούς, που πάνω απ' όλα σκέφτονται το δικό τους συμφέρον και όχι το κοινό καλό. Γράφει για παράδειγμα για τον Αβραμόπουλο, που προσπάθησε να την αποτρέψει από την ανάληψη της προεδρίας: "Ίσως θα ήταν σωστό να τον είχα φοβηθεί περισσότερο: ήταν ο κλασικός πολιτικός που δεν κάνει καμιά ουσιαστική δουλειά, αλλά σπεύδει πάντα να τραβήξει επάνω του τον έπαινο για ό, τι πετυχαίνουν οι άλλοι. Ανάλογα προβλήματα μου έτυχε να έχω και με την επόμενη Δήμαρχο Αθηναίων-την Ντόρα Μπακογιάννη-αλλά αυτό κατά τη διάρκεια των Αγώνων του 2004. Οι πολιτικοί πάντα μου δυσκόλευαν τη δουλειά (...)"
Κι όταν, το 1997, μετά από επίπονη, εξαντλητική προσπάθεια μηνών, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς χαράς ανακοινώνεται στη Λωζάνη η απόφαση της διοργάνωσης της Ολυμπιάδας του 2004 στην Αθήνα, η Γιάννα αποσύρεται στο Λονδίνο, στην οικογένειά της (είχε μια κόρη από τον πρώτο της γάμο και δυο αγόρια από τον Αγγελόπουλο). Περνούν τρία χρόνια και η Ελλάδα φαινόταν τόσο ανέτοιμη για τους Αγώνες, ώστε η ΔΟΕ που πάντα επιβλέπει τις προετοιμασίες σκόπευε να πάρει από την Ελλάδα τους Ολυμπιακούς. Και τότε ξαναφωνάζουν τη Γιάννα.
Ένα βιβλίο γραμμένο με πάθος, ξέχειλο από συναισθήματα, συχνά με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο ως γνώση της ζωής μιας δυναμικής γυναίκας, αλλά και ως μάθημα βίου. Πιστεύω πως προπάντων πρέπει να διαβαστεί από όσους θέλουν να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, ειδικά τους πολιτικούς, αν βέβαια μπορούν  ποτέ αυτοί να ξεφύγουν από το στερεότυπο του "πολιτικού κόστους".


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

Υπόθεση Jacob

William Landay
Υπόθεση Jacob
Διόπτρα, 2012
Μετ. Μαρία Κωνσταντούρου
Όλοι εμείς που αγαπάμε την αστυνομική λογοτεχνία και συχνά εντρυφούμε σ' αυτήν, ξέρουμε πως λίγο μετά την ανάγνωση θα έχουμε ξεχάσει τις λεπτομέρειες, πολύ αδρομερώς θα θυμόμαστε την υπόθεση και ίσως ακόμα και η εικόνα του τελικού ενόχου να ξεθωριάσει μέσα μας. Κάποτε είχα παραλληλίσει την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με τη στιγμιαία απόλαυση που μας χαρίζει ένα γλυκό που τρώμε, αλλά που σε λίγο αρχίζουν οι τύψεις για...τις θερμίδες.
Νομίζω πως αυτό δεν θα συμβεί με το μυθιστόρημα "Υπόθεση Jacob". Δεν είναι κάτι που ξεχνιέται εύκολα. Ίσως να το θυμόμαστε ακόμα και μετά από χρόνια. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου; Εν πρώτοις δεν θα το χαρακτήριζα αστυνομικό με τη συνήθη έννοια, φόνος-έρευνα-ένοχος. Είναι πέρα από αστυνομικό κυρίως δικαστικό θρίλερ, αλλά είναι και κοινωνικό και ψυχολογικό και πολλά άλλα.
Το έργο τοποθετείται το 2007 στο Νιούτον, προάστειο της Βοστώνης. Πρόκειται για μια ήσυχη, μικρή πόλη, με ευκατάστατους κατοίκους, έναν ιδανικό τόπο για να μεγαλώνει κανείς παιδιά, μακριά από το απρόσωπο και τους κινδύνους των μεγαλουπόλεων. Κι όμως, σ' αυτό το σχεδόν ειδυλλιακό περιβάλλον, σ' ένα πάρκο όπου πολλοί  κάτοικοι κάθε πρωί κάνουν τζόκιγκ, ένα πάρκο που με ασφάλεια διασχίζουν τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο τους, ένα πρωινό βρίσκεται δολοφονημένο με τρεις μαχαιριές στο στήθος ένα δεκατετράχρονο αγόρι. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο βοηθός εισαγγελέα Άντριου (Άντι) Μπάρμπερ και από τη δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καιρό μετά τα γεγονότα, μαθαίνουμε την όλη υπόθεση. Ο Άντι πολύ γρήγορα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ρόλο του εισαγγελέα και να ταχθεί με το μέρος της υπεράσπισης, όταν ύποπτος για το φόνο θα θεωρηθεί ο γιος του και συμμαθητής του δολοφονημένου αγοριού, ο Τζέικομπ, ο οποίος και περνά από δίκη.
Οι συνέπειες είναι αλυσιδωτές και συγκλονιστικές. Ο ως τότε αρμονικός κοινωνικός ιστός διαταράσσεται. Το Νιούτον παύει να είναι  για τους κατοίκους ο ασφαλής χώρος που νόμιζαν. Η καχυποψία, ενισχυμένη ως συνήθως και από τα δημοσιογραφικά μέσα, απομονώνει την οικογένεια Μπάρμπερ. Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του νεαρού Τζέικομπ περνούν κρίση. Όσο και να πιστεύουν στην αθωότητα του γιου τους μαι σκιά αμφιβολίας  δεν παύει να υπάρχει. Κι αν είναι ένοχος; Πόσο καλά ξέρουμε τα παιδιά μας; Ο Άντι μένει έκπληκτος όταν μπαίνει στη σελίδα του γιου του στο Facebook και βλέπει να μηνύματα που ανταλλάσσει ο γιος του ή του γράφουν οι συμμαθητές του. Λέει: "Επίσης ένιωσα σαν ηλίθιος ειλικρινά. Θα έπρεπε να τα γνώριζα όλα αυτά. Κι οι δυο μας είχαμε μιλήσει με τον Τζέικομπ για το τι έκανε στο διαδίκτυο αλλά σε γενικές γραμμές. Το ξέραμε πως τα βράδια που κλεινόταν στο δωμάτιό του έμπαινε, αν ήθελε, στο ίντερνετ. Όμως είχαμε εγκαταστήσει κάποια λογισμικά στο κομπιούτερ του που τον εμπόδιζαν να παρακολουθεί συγκεκριμένες ιστοσελίδες, κυρίως πορνό, και πιστεύαμε πως αυτό ήταν αρκετό. Σίγουρα το Facebook δεν μας είχε φανεί ιδιαίτερα επικίνδυνο. Επίσης κανείς μας δεν ήθελε να τον κατασκοπεύει. Ως αντρόγυνο πιστεύαμε πως αν μεγαλώσεις το παιδί σου με σωστές αξίες κι έπειτα του αφήσεις το χώρο του, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα συμπεριφερθεί υπεύθυνα, τουλάχιστον μέχρι να σου δώσει κάποιο λόγο για να αμφιβάλλεις".
Ένα ακόμα καινούριο στοιχείο έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα, αλλά και να προβληματίσει. Το παρελθόν του πατέρα που ως τώρα απέκρυβε από τη σύζυγό του, αλλά και που ο ίδιος είχε απωθήσει, προβάλλει εφιαλτικό σαν ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Από τις έρευνες της γενετικής έχει εντοπιστεί ένα γονίδιο που σύμφωνα με τους ψυχολόγους ευθύνεται για την προδιάθεση στο έγκλημα. Ισχύει αυτή η θεωρία; Το ζεύγος Μπάρμπερ καταφεύγει στην ψυχολόγο Βόγκελ. Εκείνη τους καθησυχάζει. Ακόμα κι αν επιβεβαιωθεί η ύπαρξη του γονιδίου, αυτό δεν είναι αρκετό για να καταφύγει κάποιος στο έγκλημα. Τους λέει: "Δεν είμαστε μόνο προϊόντα των γονιδίων μας. Όλοι μας είμαστε προϊόντα πάρα πολλών παραγόντων: γονιδίων, περιβάλλοντος, φύσης και ανατροφής. Το γεγονός πως είσαι αυτός που είσαι, είναι το καλύτερο παράδειγμα που ξέρω για τη δύναμη της ελεύθερης βούλησης του ατόμου. Οτιδήποτε κι αν βρούμε κωδικωποιημένο στα γονίδιά σου, δεν θα μας πει τίποτα για το ποιος είσαι. Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολύ πιο περίπλοκη. Η ίδια γενετική αλληλουχία σ' ένα άτομο μπορεί να επιφέρει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικά άτομα και διαφορετικό περιβάλλον. Αυτό που συζητάμε εδώ είναι απλώς για τη γενετική προδιάθεση. Προδιάθεση δεν σημαίνει πεπρωμένο. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από το DNA μας".
Στο βιβλίο παρακολουθούμε όχι μόνο τις συνέπειες της πιθανής ενοχής του Τζέικομπ στους γονείς και το περιβάλλον του αλλά και την εξέλιξη της δίκης σαν να διαβάζουμε τα πρακτικά της. Αυτές οι μακρές περιγραφές των δικαστικών διαλόγων νομίζω είναι ένα αδύνατο σημείο του βιβλίου, γιατί ενίοτε καταντούν κουραστικές.
Κι ένα τελευταίο σημείο που θα 'θελα να θίξω. Θαύμασα την τέχνη του συγγραφέα να μπορεί να δημιουργεί μια αναμονή, μια προσδοκία για τον αναγνώστη, αντίθετη από εκείνη που φαινομενικά υπάρχει. Ενώ, για παράδειγμα, περιγράφει μια ευχάριστη εικόνα, μια σκηνή όπου τα πρόσωπα του έργου αισθάνονται ήρεμα κι ευτυχισμένα, ο αναγνώστης αισθάνεται κάτι κακό, κάτι δυσοίωνο να υποβόσκει. Δεν ξέρω με ποια τεχνική το πετυχαίνει αυτό, είναι όμως  κάτι που ένιωσα.
Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ακόμα κι απ' αυτούς που αποστρέφονται την αστυνομική λογοτεχνία. Γιατί είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 09, 2013

Το δαχτυλίδι




Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος
Το δαχτυλίδι
Διόπτρα, 2013
«Λίγο πριν συνταξιοδοτηθώ, στα 70 μου χρόνια, διάφορα περιστατικά που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τυχαία ή συμπτώσεις με οδήγησαν στο να αποφασίσω να γράψω ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ. Θεώρησα πως έπρεπε να δοθεί μια απάντηση σε εκείνους που με ρωτούσαν συχνά: «Και τι έκαναν οι Κύπριοι για την Ελλάδα;», αλλά και για τις αξίες μας που θυσιάσαμε στο βωμό της εύκολης ζωής και της καλοπέρασης».
Έτσι μου απάντησε ο Γιώργος Παπαδόπουλος, όταν, πριν από λίγο καιρό, είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις που του υπέβαλα, με σκοπό να τον γνωρίσω καλύτερα τόσο εγώ όσο και οι επισκέπτες του blog μου. Ήταν η απάντηση στην ερώτηση τι τον έκανε από επιτυχημένος εκδότης (Διόπτρα) να στραφεί τώρα στη συγγραφή.
Ανήκω (όπως και ο Γιώργος Παπαδόπουλος) σε μια γενιά που μεγάλωσε με το όραμα της Ένωσης, που για την επίτευξή της δεν θεωρούσαμε καμιά θυσία μεγάλη, κανένα τίμημα πολύ ακριβό. Τούτο το όραμα, η συνείδηση πως αποτελούμε αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού Έθνους και πως αναφαίρετο δικαίωμα και προορισμός μας ήταν φυσιολογικά και η ενσωμάτωσή μας σ’ αυτό το Έθνος, δεν είναι κάτι που μας καλλιεργήθηκε, δεν ήταν κάτι που μας επιβλήθηκε από εθνικιστικούς κύκλους ή την εκκλησία ή την αποικιοκρατική κυβέρνηση, όπως υποστηρίζει ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ στο βιβλίο του «Ολική Κύπρος».
Από την παρουσίαση του βιβλίου στη Νήσου
Το όμαιμον, το ομόθρησκον, το ομόγλωσσον ξεκινάει από την εποχή του Ομήρου, όταν ο βασιλιάς Κινύρας έστειλε στον Αγαμέμνονα που ετοιμαζόταν για τον Τρωικό πόλεμο τον περίφημο θώρακα, όταν ο Ονήσιλος επαναστατούσε εναντίον των Περσών, όταν ο Κίμωνας πέθαινε έξω από τη Λάρνακα.
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος δεν χρειάζεται να κάνει καμιά προσπάθεια ν’ αποδείξει την ενότητα αυτή Κύπρου-Ελλάδας. Δεν προβάλλει επιχειρήματα, δεν αντικρούει τις διαφορετικές απόψεις. Φυσικά κι αβίαστα, σαν κάτι που βγαίνει από την κυπριακή ψυχή, χωρίς καμιά έξωθεν επιβολή, καταγράφει, μυθιστορηματικά βέβαια, τη συμμετοχή των Κυπρίων σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους, ξεκινώντας από το 1821 και φτάνοντας ως το 1959, αλλά και με μια αναδρομική αφήγηση πηγαίνοντας προς τα πίσω ως το 1773.
Η αφήγηση αρχίζει την παραμονή της μεγάλης γιορτής του δεκαπενταύγουστου, το 1821. Δυο ξαδέρφια, ο Χριστόδουλος και ο Γιάννης φεύγουν κρυφά και μαζί με άλλους Κυπρίους επιβιβάζονται στο πλοίο που θα τους μεταφέρει στην επαναστατημένη Ελλάδα, να συμμετάσχουν κι αυτοί στην Ελληνική Επανάσταση. Αφού πολέμησαν στο πλάι του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, ο Γιάννης παντρεύεται και μένει μόνιμα στην Ελλάδα, ο Χριστόδουλος επιστρέφει. Τον περιμένει η αρραβωνιαστικιά του, η Ζηνοβία.
Ο συγγραφέας συνομιλεί με το κοινό
Παρακολουθώντας το ζευγάρι Χριστόδουλου-Ζηνοβίας διασχίζουμε μαζί με τις γενιές που ακολουθούν τους κυριότερους σταθμούς της ιστορίας της Κύπρου, άρρηκτα συνδεδεμένους με την ιστορία της Ελλάδας. Γεννήσεις, θάνατοι, γάμοι, αγροτικές δουλειές, γιορτές και πανηγύρια, ό, τι συνθέτουν τη ζωή των ανθρώπων και την καθημερινότητά τους σε εποχές περασμένες, βρίσκουν τη θέση τους στην αφήγηση, παρασύροντάς μας σ’ ένα παρελθόν που μοιάζει μυθικό, αφηγημένο όμως με κάθε πειστικότητα. (Άλλωστε, ο συγγραφέας σαφώς  δηλώνει για το βιβλίο του: «Βασισμένο σε αληθινά περιστατικά»). Κάθε γενιά συμμετέχει με το δικό της τρόπο στους εθνικούς αγώνες. Επισημαίνω κάποια από τα ιστορικά γεγονότα που διαπερνούν την αφήγηση, έντεχνα συνυφασμένα με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του έργου. Σε πολλά απ’ αυτά ο συγγραφέας φωτίζει όχι και τόσο γνωστές πτυχές της ιστορίας, άλλοτε ερμηνεύει ή δικαιολογεί. Το τραγικό τέλος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ και  γιατί είχε αφορίσει τον Υψηλάντη, γιατί ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ζήτησε παράδοση των όπλων και υπακοή στο σουλτάνο, πληροφορίες για τη ζωή  και τον απαγχονισμό του, η άφιξη  των Άγγλων και οι ελπίδες των Κυπρίων ότι οι Άγγλοι θα ελευθέρωναν το νησί χωρίς να χυθεί αίμα, όπως είχαν κάνει λίγα χρόνια πριν με τα Επτάνησα, οι αγώνες της Κρήτης, πώς αποτράπηκε ο εβραϊκός εποικισμός της Κύπρου, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στους οποίους 2.000 Κύπριοι πήραν μέρος, είναι μερικά από τα γεγονότα αυτά. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η περιγραφή της συμμετοχής του Χριστόδουλου Σώζου στον Α΄ Βαλκανικό και ο ηρωικός του θάνατος. Αναφέρεται ακόμα σ’ένα δημοψήφισμα που προηγήθηκε του μεγάλου δημοψηφίσματος του 1950 και που  έγινε στις 25/3/1921. Σ’ αυτό υπέγραψαν οι ιερείς, οι μουχτάρηδες (κοινοτάρχες), οι δήμαρχοι και οι δάσκαλοι. Μα ούτε κι από τη Μικρασιατική εκστρατεία απουσίασαν οι Κύπριοι. Και μετά την καταστροφή «η Κύπρος έγινε κιβωτός σωτηρίας για τους πρόσφυγες», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας.
Από το 1930 ο αγώνας των Κυπρίων για την Ένωση εντείνεται. Ιδρύεται η ΕΡΕΚ, Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση Κυπρίων, ακολουθούν τα γνωστά Οκτωβριανά και τα σκληρά μέτρα που επιβλήθηκαν από τους Άγγλους.
Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κάπου 27.000 Κύπριοι πήραν μέρος με την ελπίδα ότι οι σύμμαχοι, στο πλευρό των οποίων πολέμησαν, θα τους απέδιδαν την ελευθερία, όπως είχαν υποσχεθεί.
Αναφορά γίνεται και στη Διασκεπτική του 1947, ενώ τελευταίος ιστορικός σταθμός βέβαια ο αγώνας της ΕΟΚΑ, με αφήγηση κορυφαίων στιγμών αυτού του αγώνα, όπως η θυσία του Αυξεντίου.
Απομόνωσα τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά φυσικά το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, όχι ιστορία. Τα πρόσωπα του έργου συμμετέχουν ενεργά, κάθε γενιά έχει τη δική της προσφορά, συχνά προσφορά αίματος, ενώ η ζωή δεν παύει να κυλά με τους δικούς της ρυθμούς.
Η Κρίστια με τη γλυκειά φωνή της ερμηνεύει δική της σύνθεση εμπνευσμένη από το βιβλίο
Τα ιστορικά γεγονότα, έντεχνα συνυφασμένα με τις προσωπικές ιστορίες των μυθιστορηματικών προσώπων αφορούν όλη την Κύπρο. Όμως κεντρικός χώρος δράσης δεν παύει να είναι η Λεμεσός, η πόλη του συγγραφέα. Στους δρόμους της, στις εκκλησίες της, στο λιμάνι, στις γειτονιές της κυκλοφορούν τα πρόσωπα του έργου: Στον Πεντάδρομο, στην οδό Αγίου Ανδρέα ή τη Γλάδστωνος, στην Αγία Ζώνη, στην Αγία Νάπα, στην Πλατεία Ηρώων (τότε Κεσουγλούδκια!), στο σινεμά Παλλάς και Γιορδαμλή, στο ξενοδοχείο «Κούριον»…
Η κυπριακή ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Με τις αγροτικές εργασίες όπως το μάζεμα των τερατσιών (χαρουπιών), με τα φαγητά (το χαλούμι, τη λούντζα, τα πουρέκια, τις κολοκωτές, τα ξεροτήγανα, το μαχαλεπί με τριαντάφυλλο, κ.λπ.), την περιγραφή του κυπριακού σπιτιού κ.ά.. Πολύ λίγες οι κυπριακές λέξεις που χρησιμοποιούνται κι αυτές ερμηνεύονται στο τέλος.
Πρωτογνωρίσαμε τον εκδοτικό οίκο Διόπτρα, ιδρυτής του οποίου είναι ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ως τον εκδοτικό οίκο βιβλίων εναλλακτικής ιατρικής, ψυχολογίας, φιλοσοφίας, πνευματικών αναζητήσεων. Η ακράδαντη πίστη του Γιώργου Παπαδόπουλου για την ύπαρξη ενός κόσμου πέραν της ύλης, που εν πολλοίς καθορίζει τη ζωή μας ακόμα και εν αγνοία μας, συχνά εμφανίζεται στο βιβλίο του. Υπάρχουν πρόσωπα που διαισθάνονται πράγματα που πρόκειται να συμβούν, υπάρχουν προφητικά όνειρα που επαληθεύονται, υπάρχουν οι αλαφροΐσκιωτοι, που οραματίζονται τα μέλλοντα. «Λένε κάποιοι πως, όταν θέλει η τύχη, παίζει πολλά παιχνίδια. Μα είναι κι άλλοι, που λένε πως τίποτε δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτελεί μέρος ενός γενικότερου σχεδίου, που κάποια ανώτερη δύναμη καταστρώνει».
Αλλού πάλι λέει ένας από τους ήρωές του: «Δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Ό, τι μας συμβαίνει έχει τη σημασία του. Άλλο αν εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Αν συμβούν πολλές «συμπτώσεις» σε μικρό διάστημα, πρέπει να τους δώσεις προσοχή. Κάτι σημαντικό έχουν να σου πουν».
Ο συγγραφέας και οι συντελεστές της παρουσίασης
Και το δαχτυλίδι; Γιατί αυτός ο τίτλος; Πώς συνδέεται με το όλο έργο;
Η πρώτη εμφάνιση του δαχτυλιδιού γίνεται στη σελίδα 115 του βιβλίου. Ένα από τα πρόσωπα του έργου, ο Αντωνής, πολεμά στην Κρήτη, σε μια από τις αμέτρητες εξεγέρσεις του μαρτυρικού νησιού, αυτήν του 1897. Οι σύμμαχοι, βοηθώντας στην κατάπνιξη της εξέγερσης, βομβάρδισαν το Ακρωτήρι, λίγο έξω από τα Χανιά. Τότε έγινε το γνωστό επεισόδιο με τον Κρητικό Καγιαλέ, που όταν μια βόμβα έκοψε τον ιστό της σημαίας, έκανε ο ίδιος το σώμα του ιστό. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος τοποθετεί πλάι του τον Κύπριο Αντωνή,  που έτρεξε πρώτος να σηκώσει τη σημαία αλλά τον πρόλαβε ο Καγιαλές. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ήταν εκεί, θέλησε να τον γνωρίσει. Τον ρώτησε από πού είναι κι αν έχει οικογένεια. Στις σελίδες αυτές εκτυλίσσεται μια από τις συγκινητικότερες σκηνές του βιβλίου: « Είμαι από την Κύπρο και διπλοπαντρεμένος», απάντησε ο Αντωνής στον καπετάν Λευτέρη. Κι αμέσως έβγαλε από το δάχτυλό του τη βέρα και του την έδωσε. Ο Βενιζέλος την πήρε και κοίταξε στο πρόσωπο τον Αντωνή, που στεκόταν μπροστά του. Γεμάτος περιέργεια τον ρώτησε: «Γιατί μου το δίνεις;» Προτού εκείνος ανοίξει το στόμα του για να του εξηγήσει, ο καπετάν Λευτέρης που όλη αυτή την ώρα παρατηρούσε το δαχτυλίδι, ακούστηκε να ψιθυρίζει έκπληκτος: «ΖΗΝΟΒΙΑ-ΕΛΛΑΣ».
 «Ναι, καπετάνιε, είμαι παντρεμένος με τη Ζηνοβία, που την αγαπώ απ’ όταν ήμασταν και οι δυο παιδιά», είπε ο Αντωνής στον Βενιζέλο. «Αλλά είμαι παντρεμένος και με την Ελλάδα, μ’ ένα δεσμό που άρχισε  από τότε που οι πρώτοι Έλληνες πάτησαν το πόδι τους στο νησί μου. Το δαχτυλίδι μου, καπετάνιε», του είπε τονίζοντας την κάθε του λέξη, «συμβολίζει την ΕΝΩΣΗ μου και με τις δύο, τη Ζηνοβία και την Ελλάδα, μ’ ένα δεσμό αέναης και αιώνιας αγάπης, πίστης και αφοσίωσης. Γι’ αυτό σου είπα πως είμαι διπλοπαντρεμένος».
Θα ξανασυναντήσουμε το δαχτυλίδι στο τέλος του βιβλίου. Πώς και γιατί δεν θα αποκαλύψω. Είναι άραγε μια σύμπτωση, όπως πιστεύουν οι ορθολογιστές ή αποτέλεσμα ενός γενικότερου σχεδίου που κάποια ανώτερη δύναμη καταστρώνει, όπως ο συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει; Θα ήθελα να κλείσω την παρουσίαση του τόσο ενδιαφέροντος βιβλίου «Το δαχτυλίδι» με μια προσωπική εμπειρία. Η μητέρα μου φορούσε ως το θάνατό της αντί χρυσή βέρα, ένα ευτελές δαχτυλίδι. Μας έλεγε, όταν τη ρωτούσαμε, ότι τη βέρα της την είχε δώσει για τον αγώνα της Ελλάδας το 1940. Κι αυτό που φορούσε ήταν το ευτελές αντάλλαγμα που τους έδιναν στη θέση της χρυσής βέρας. Το έχω φυλαγμένο αυτό το δαχτυλίδι. Είναι η πιο μεγάλη απόδειξη των ακατάλυτων δεσμών μας με τη μάνα Ελλάδα. Να είναι άραγε η συνάντησή μου με «Το δαχτυλίδι» του Γιώργου Παπαδόπουλου μια ακόμα σύμπτωση ή κάτι που μια ανώτερη δύναμη σχεδίασε; Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι το ότι νιώθω πολύ ευτυχής γι’ αυτή τη συνάντηση.
Σημ. Η παρουσίαση έγινε στην Ελληνική Σχολή Φόρουμ από το βιβλιοπωλείο Βεργίνα, στη Νήσου, στις 5/12/2013