Τετάρτη, Αυγούστου 21, 2019

Ο ξένος

Αλμπέρ Καμύ
Ο ξένος
Καστανιώτης, 1998
(L' Etranger, 1942)
μετ. Νίκη Καρακίτσου-Ντούζε
        Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν
Δεν υπάρχει, νομίζω, βιβλιόφιλος ή γενικά άνθρωπος που ασχολείται με τα Γράμματα και ειδικά τη φιλοσοφία, που δεν έχει διαβάσει το περίφημο αυτό βιβλίο. Πλείστες μελέτες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό, έχει αναλυθεί, έχει συζητηθεί. Θεωρείται ένα από τα κείμενα που έθεσαν τις βάσεις της θεωρίας του παραλόγου. Τελευταίως ακόμα μελετήθηκε από την άποψη της πάθησης του συνδρόμου του Asperger, καθώς θεωρήθηκε ότι ο βασικός του ήρωας, ο Μερσώ, πάσχει απ' αυτό το σύνδρομο.
Τι μπορώ εγώ λοιπόν να προσθέσω με την παρουσίασή μου σ' όλες αυτές τις αναγνώσεις και αναλύσεις; Τίποτα καινούριο ασφαλώς. Θέλησα απλώς να καταγράψω κάποιες σκέψεις, να καταθέσω τις δικές μου εντυπώσεις. Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που το διαβάζω. Και λυπάμαι που έχασα (ή δεν βρήκα μέσα στο χάος των βιβλίων μου) την παλιά έκδοση από την οποία το πρωτοδιάβασα κι έτσι το ξαναγόρασα.
Δεν θυμάμαι ακριβώς τις τότε μου σκέψεις. Σίγουρα μια μελαγχολία πρέπει να με είχε καταλάβει. Το ίδιο και τώρα, αλλά για άλλους νομίζω λόγους. Τότε ήταν μια μελαγχολία, μια απαισιοδοξία. Ένας άνθρωπος, ο Μερσώ, που ζει στο Αλγέρι (ο Καμύ, 1913-1960, είναι Γαλλο-Αργερινός) σκοτώνει χωρίς ουσιαστικό λόγο έναν Άραβα. Συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Γύρω από αυτό και μόνο το περιστατικό χτίζεται όλο το σύντομο μυθιστόρημα. Μέσα από ελάχιστα περιστατικά, τον θάνατο της μητέρας του με τον οποίο και αρχίζει το έργο, τη συνάντηση με το κορίτσι του, αργότερα με έναν γέρο συγκάτοικο που βγάζει περίπατο τον σκύλο του, μετά έναν φίλο του, τέλος μια εκδρομή με φίλους στη θάλασσα, τελικά τον φόνο. Το δεύτερο μισό του βιβλίου καταλαμβάνει η δίκη. Γύρω απ' αυτά τα βασικά περιστατικά πλέκονται οι αντιδράσεις και οι σκέψεις του που χαρακτηρίζονται από μια ακραία αδιαφορία. Καλά-καλά δεν ξέρει πότε πέθανε η μητέρα του ("σήμερα, μπορεί και χτες, δεν ξέρω"). Όταν ένας φίλος του  ζητάει μια βοήθεια, δεν αρνείται ("εμένα το ίδιο μου έκανε"), λέει. Όταν ο προϊστάμενός του του ανακοινώνει την μετάθεσή του στο Παρίσι "κατά βάθος το ίδιο μου έκανε", ομολογεί. Όταν η φιλενάδα του, η Μαρί, τον ρωτάει αν ήθελε να παντρευτούν, της απάντησε ότι το ίδιο του έκανε και πως θα μπορούσαν να παντρευτούν αν εκείνη το ήθελε. Όταν ο δικαστής τον ρωταέι γιατί έκανε το έγκλημα, λέει: "...το έκανα εξαιτίας του ήλιου". Καμιά συνειδητή πρσπάθεια δικαιολόγησης του εγκλήματος. Όταν ζητά ο ιερέας να τον επισκεφθεί στη φυλακή, τρεις φορές αρνείται, "δεν έχω όρεξη να μιλήσω". Αυτή η αδιαφορία κορυφώνεται στην αντιμετώπιση του θανάτου:"Τι σημασία έχει αν πεθάνω σήμερα ή ύστερα από τριάντα χρόνια;".
Δεν μου είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί η θλίψη (ίσως και κατάθλιψη) που ένιωσα διαβάζοντας τον ¨Ξένο" στα νιάτα μου, μετατράπηκε τώρα στην ώριμη (!) ηλικία σε μια εγκαρτέρηση, σε μια ήρεμη αποδοχή του αναπόφευκτου ζωής και θανάτου. Κι ίσως θα πρέπει, εκτός από όλες τις ερμηνείες και αναλύσεις που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια, να διαβάζουμε τον "Ξένο" έχοντας πρωτίστως υπ' όψιν τα λόγια του ίδιου του Καμύ: "...Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον Ξένο είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δίχως τίποτα ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί".

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2019

Καρκίνος

Περικλής Σφυρίδης
Καρκίνος
Εστία, 2018
Απορώ πώς στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, στην περιδιάβασή μου σε βιβλιοπωλεία, blogs, ηλεκτρονικές σελίδες κ.λπ. δεν έτυχε να συναντήσω τον Θεσσαλονικιώτη γιατρό-συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη, που έχει ένα πλουσιότατο λογοτεχνικό έργο: Ποίηση, διηγήματα, μυθιστορήματα, ανθολογίες, μελέτες, είναι είδη με τα οποία έχει ασχοληθεί. Ούτε τώρα θυμάμαι ποια σύμπτωση έφερε στα χέρια μου το τελευταίο του μυθιστόρημα "Καρκίνος", το οποίο λόγω του ολιγοσέλιδου διάβασα μέσα σε μια μέρα.
 Το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, όμως πιστεύω ότι τα περισσότερα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό είναι πραγματικά γεγονότα της προσωπικής του ζωής. Η όλη αφήγηση είναι δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο, σαν μια συνέντευξη που δίνεται σε κάποιον, πιθανότατα δημοσιογράφο, που την ηχογραφεί. Τα περιστατικά δεν έχουν μεγάλη ενότητα μεταξύ τους. Αρχίζει με την ανάμνηση της πρώτης εμπειρίας καρκίνου που είχε ως νεαρός, ειδεικευόμενος γιατρός και που αφορούσε μια πολύ ωραία, νέα κοπέλα. Συνεχίζει με πολλά άλλα ιατρικά περιστατικά που δεν αφορούν μόνο τον καρκίνο. Συγχρόνως παρεμβάλλει ποκίλες σκέψεις, αναφέρεται επικριτικά στις φαρμακοβιομηχανίες, σε γιατρούς που χρηματίζονται, σε διλήμματα όπως για παράδειγμα αν πρέπει ο γιατρός να λέει την αλήθεια στον άρρωστο, ποιος ο ρόλος του περιβάλλοντος του αρρώστου, συγκρίνει τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία και τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια κ.λπ. Συχνότατα αναφέρεται στο οικογενειακό του περιβάλλον, τη γυναίκα, τα παιδιά, τους φίλους και στη Σκύρο, όπου έχουν το εξοχικό τους. Πολύ φαίνεται να αγαπά το νησί, στο οποίο και μας ξεναγεί. Κι όταν η ξενάγηση αυτή γίνεται ακόμα κι όταν η γυναίκα του παλεύει με τον καρκίνο, αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί: "Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι αυτές οι βόλτες μου με τον ποιητή, τη γυναίκα του και την καθηγήτρια ήταν η ψυχική μου αποφόρτιση στο νησί από τον καρκίνο της γυναίκας μου; Πώς να σου εξηγήσω με λόγια που δεν μπορώ να βρω ότι στις ώρες αυτής της περιδιάβασής μας στα αξιοθέατα της Σκύρου ο καρκίνος της έφευγε από το μυαλό μου και επανερχόταν με την επιστροφή στο σπίτι;"
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αφορά αυτό ακριβώς, τον καρκίνο της γυναίκας του. Πώς άρχισε, πώς εξελίχθηκε, την πορεία της θεραπείας κι όσο πλησιάζει το τέλος, μήνα με τον μήνα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα όλη την εξέλιξη.
Μας εντυπωσιάζει το ότι η περιγραφή αυτή, ακόμα και το τέλος, γίνεται χωρίς συναισθηματισμό. Άραγε γιατί επικράτησε ο ορθολογισμός του γιατρού ή μήπως γιατί θεώρησε βεβήλωση την έκθεση των συναισθημάτων του μπροστά στα μάτια του κάθε αναγνώστη; Ποιος ξέρει...
Είναι ένα βιβλίο που μας εξοικειώνει (όσο αυτό είναι δυνατό) με την αρρώστια και τον θάνατο και μας κάνει να αναρωτηθούμε πάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Τρίτη, Αυγούστου 06, 2019

Στη ζωή νωρίς νυχτώνει

Ελένη Πριοβόλου
Στη ζωή νωρίς νυχτώνει
Καστανιώτης, 2019
Τόσο κοντά και τόσο μακριά μας! Ο Λίβανος, η Βηρυτός, μισή ώρα πτήση από την Κύπρο, ένα ευχάριστο σαββατοκυρίακο αναψυχής υπήρξε συχνά για μας κι όμως ποτέ δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε την  ταραγμένη ιστορία αυτής της λωρίδας γης. Ακούγαμε πάντα για τον πόλεμο στον Λίβανο, δεχτήκαμε κατά καιρούς Λιβανέζους πρόσφυγες, οι πιο πολλοί από μας επισκεφθήκαμε τη γειτονική χώρα κι όμως εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο.
Λίγο φως σ' αυτό το μυστήριο προσπαθεί να ρίξει με το ενδιαφέρον μυθιστόρημά της η Ελένη Πριοβόλου, αλλά ούτε κι αυτή το κατορθώνει νομίζω. Ίσως, αν δεν επεκτεινόταν χρονικά από το 1963 ως το 2015, ούτε τοπικά από Αθήνα ως Καναδά, ως Βηρυτό, ούτε σε τόσο πλήθος προσώπων, αν έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορία του Λιβάνου, την οποία φαίνεται πολύ να μελέτησε, ίσως τότε να μας έδινε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα. Ίσως όμως πάλι ο στόχος της να μην ήταν αυτός, αλλά να θέλησε να μας δώσει την επίδραση και τις συνέπειες που έχουν οι εποχές και τα πολιτικά γεγονότα στις απλές, ανθρώπινες ζωές.
Το μυθιστόρημα αρχίζει αρχές της δεκαετίας του '60 στην Αθήνα. Ωραία δοσμένη η εποχή για όσους τη γνωρίσαμε. Η αυστηρότητα των ηθών, η πατριαρχική κοινωνία, αλλά και η αρχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα νέα πνευματικά κινήματα, η Αθήνα της αντιπαροχής, η νεολαία των Λαμπράκηδων, η δικτατορία που θα ακολουθήσει... Μέσα σ' αυτό το κλίμα μια συγκυρία φέρνει κοντά δυο νεαρές, την Άρια, γεννημένη στην Αθήνα και την Οριάνθη, από τον Λίβανο. Η φιλία θα διακοπεί απότομα, με την Οριάνθη να γυρίζει στη Βηρυτό. Και οι δυο θα κάνουν τις οικογένειές τους, δεκαετίες θα τις χωρίσουν, ώσπου πάλι, κάπου πενήντα χρόνια αργότερα, μέσα από συμπτώσεις που  η ζωή συχνά δημιουργεί, εκεί προς το τέλος της ζωής τους θα ξανασυναντηθούν. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα γεμίζει με τις αναμνήσεις πότε της μιας, πότε της άλλης, αφηγημένες από τη συγγραφέα σε τρίτο πρόσωπο.
Πολυπρόσωπο έργο, τόσο που δεν είναι εύκολο να θυμόμαστε όλα τα πρόσωπα που περνούν μέσα απ' αυτό. Εκτός απ' τις δυο βασικές ηρωίδες ξεχωρίζουν δυο ανδρικές μορφές. Ο Εμίλ, σύζυγος της Οριάνθης και ο Γεώργιος Αργυριάδης, πατέρας της. Ο Εμίλ είναι Φαλαγγίτης, Χριστιανός Μαρωνίτης, παθιασμένος με την πατρίδα του, τον Λίβανο, ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις που πολεμούν για την απελευθέρωση του Λιβάνου. Από ποιούς άραγε; Ένα συνονθύλευμα λαών πλημμυρίζει αυτή τη μικρή χώρα. Από αποικία των Άγγλων πέρασε στους Γάλλους, απέκτησε κάποτε την ανεξαρτησία της, αλλά ένα πλήθος λαών και θρησκευμάτων δεν την άφησε ποτέ να ησυχάσει. Χριστιανοί, Μαρωνίτες κυρίως, Μουσουλμάνοι Σουνίτες και Σιίτες, Δρούζοι, Αρμένιοι, Σύριοι, Παλαιστίνιοι πρόσφυγες...Και επιπλέον, Συρία από ανατολικά, Ισραήλ από νότια να εμπλέκονται στη διαμάχη. Ένα φρικτό τέλος περιμένει τον Εμίλ.
Η δεύτερη ανδρική μορφή που ξεχωρίζει είναι ο έλληνας διπλωμάτης Αργυριάδης. Μια ευγενκή μορφή, αγωνίζεται ματαιοπονώντας να φέρει τη διαλλαγή, τη συμφιλίωση, την ηρεμία σ' αυτή την παθιασμένη αντιπαλότητα.
Το μεγαλύτερο, νομίζω, πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρα την οποία η συγγραφέας κτορθώνει να αποδώσει. Πειστική και η όλη πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της Αθήνας, όμως δεν εντυπωσιάζει τον έλληνα αναγνώστη που τη γνωρίζει, είτε γιατί την έζησε ο ίδιος είτε από πλήθος άλλα διαβάσματα. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η ατμόσφαιρα του Λιβάνου. Τόσο η πολεμική με τις εχθροπραξίες, τους βομβαρδισμούς, τις σφαγές, την ερήμωση, όσο και οι εικόνες της ανοικοδόμησης, της ειρηνικής ζωής πριν τις συρράξεις και της προσπάθειας επανόδου σ' αυτήν.
Όταν οι δυο φίλες ξανασυναντώνται στην Αθήνα το 2015, λέει κάποια στιγμή η Οριάνθη στην Άρια: "Είπα πως κάποια στιγμή θα σε αναζητούσα, μα όλο το ανέβαλλα. Μπορεί και να πίστευα πως είχα άπλετο χρόνο. Τώρα συνειδητοποιώ πως στη ζωή νυχτώνει νωρίς".
Δυστυχώς, πρέπει όλοι μας να φτάσουμε στην τρίτη (ή και τέταρτη!) ηλικία για να συνειδητοποιήσουμε αυτή την τραγική αλήθεια.

Πέμπτη, Ιουλίου 25, 2019

Το αηδόνι

KRISTIN HANNAH
Το αηδόνι
Κλειδάριθμος, 2016
Μετ. Χριστίνα Σωτηροπούλου
Έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ιστορία. βιογραφίες, έχουμε δει ταινίες για τον Β΄ Π΄ Πόλεμο, που πια ένα έργο με θέμα τη (σχετικά κοντινή) σκοτεινή αυτή περίοδο της ανθρωπότητας, πρέπει να 'ναι πολύ εξαιρετικό για να ελκύσει το ενδιαφέρον μας. Και "Το αηδόνι" της Αμερικανίδας Kristin Hannah δεν είναι. Διερωτώμαι γιατί (όπως διαφημίζεται τουλάχιστον) υπήρξε για 45 εβδομάδες στη λίστα best seller των New York Times και στα καλύτερα βιβλία της Amazon για το 2015!
Υπήρξαν στιγμές που ήθελα να διακόψω το διάβασμα, αλλά μη έχοντας άλλο βιβλίο, συνέχιζα, ίσως θέλοντας να του δώσω κι άλλη ευκαιρία. Δεν θα έλεγα ότι είναι κακογραμμένο. Όμως οι 630 σελίδες είναι πάρα πολλές για το θέμα του, που είναι η συμμετοχή δυο γυναικών-αδελφών στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία. Αναπόφευκτα υπάρχουν επαναλήψεις, ανιαρές πληροφορίες, περιττές αναφορές. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις ή ανατροπές που θα αναζωπύρωναν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχει επίσης μια τεχνική που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί. Πιο συγκεκριμένα. Το εισαγωγικό κεφάλαιο τοποθετείται χρονικά το 1995 στην Αμερική. Σε πρώτο πρόσωπο και επομένως ανώνυμα, μια γυναίκα εκθέτει τις σκέψεις της: "Τώρα τελευταία όμως, χωρίς να το θέλω, ο νους μου τρέχει στον πόλεμο, στους ανθρώπους που έχασα". Στη συνέχεια, σε τριτοπρόσωπη γραφή μεταφερόμαστε στο 1939, στην έναρξη του πολέμου, στην Κατοχή της Γαλλίας. Οι δυο βασικές πρωταγωνίστριες είναι η Βιαν, παντρεμένη με τον Αντουάν, με μια μικρή κόρη, τη Σοφί,, που ζει σ' ένα μικρό χωριό, το Καριβό. Ο Αντουάν φεύγει γγια το μέτωπο και μέσα από τις συνθήκες ζωής της Βιάν γνωρίζουμε (για άλλη μια φορά !) την Κατοχή, την πείνα, τις στερήσεις, την επίταξη των σπιτιών, τους θανάτους, τον εκτοπισμό των Εβραίων κ.λπ.
Η δεύτερη αδελφή είναι η Ιζαμπέλ. Διαφορετικός χαρακτήρας. Εντάσσεται στην Αντίσταση, οδηγεί τους  αεροπόρους των συμμάχων, Αμερικανούς, Καναδούς, Άγγλους, των οποίων τα αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, να σωθούν διασχίζοντας τα Πυρηναία από τη Γαλλία προς την Ισπανία, παίρνοντας το ψυδώνυμο Ροσινιόλ (Αηδόνι).
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρώτου κεφαλαίου επανέρχεται μερικές φορές πολύ αργότερα, χωρίς να ξέρουμε ποια από τις δυο αδελφές μιλά, παρά μόνο εντελώς στο τέλος, πράγμα που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί, αφού ώσπου να φτάσουμε από το πρώτο κεφάλαιο στο τέλος, σχεδόν το έχουμε ξεχάσει.
Δεν ξέρω αν από τις νεότερες γενιές αναγνωστών υπάρχουν κάποιοι  που ακόμα δεν έχουν κουραστεί να διαβάζουν για τον Β΄Π΄ Πόλεμο.Για τους μεγαλύτερους πολύ αμφιβάλλω.

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2019

Ισπανική Διαθήκη

Άρθουρ Καίστλερ
Ισπανική Διαθήκη
Κάκτος, 1975
Μετάφρ. Ανδρέας Ρικάκης
"Κανένα από τα πρόσωπα αυτής της διήγησης δεν είναι φανταστικό. Τα περισσότερα είναι σήμερα πεθαμένα. Ο συγγραφέας ήταν ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας "Νιους Κρόνικλ", στην Ισπανία. Κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες οι Εθνικιστές τον συνέλαβαν και τον κατεδίκασαν σε θάνατο μετά τη πτώση της Μάλαγκα. Για τέσσερις περίπου μήνες περίμενε την εκτέλεσή του και είδε πώς τουφέκιζαν τους συντρόφους του της αιχμαλωσίας. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αρχίζει σαν ρεπορτάζ, τελειώνει όμως τελείως διαφορετικά. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει "Παραλλαγές στο θέμα του θανάτου, ή  ακόμα καλύτερα: "στο θέμα του φόβου του θανάτου".
Έτσι αρχίζει τον πρόλογο αυτού του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας. Δεν φτάνει, βέβαια, το ύψος και τη φιλοσοφική σκέψη του "Το μηδέν και το άπειρο", όμως  οι σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο έχουν τη δική τους αξία. Τελικά σώζεται, απελευθερώνεται. Είναι ανταποκριτής εφημερίδας, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Λέγεται ότι οι Ισπανοί τον αντάλλαξαν μ' ένα δικό τους.
Δεν υπάρχει υπόθεση. Υπόθεση είναι η φυλακή, οι στερήσεις και πάνω απ' όλα ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Λίγα αποσπάσματα μπορούν να δείξουν το στυλ και το ύφος του βιβλίου:

-Στοχαζόμουν αυτό το παράδοξο, καθώς περπατούσα απ΄το κρεβάτι στη λεκάνη, εξίμισι βήματα, μισή στροφή, εξίμισι βήματα στην άλλη κατεύθυνση. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτές οι μέρες που, με την έλλειψη γεγονότων και με το κενό τους, έμοιαζαν ατέλειωτες, συστέλλονταν μες τη μνήμη ακριβώς εξαιτίας αυτού του κενού τους. Όταν τις εξέταζες αναδρομικά δεν είχαν ούτε επιφάνεια ούτε όγκο, ούτε καθαρό βάρος. Είχανε μεταβληθεί σε γεωμετρικό σημείο, σε τρύπα, σε τίποτα. Όσο περισσότερο μια μέρα είναι άδεια, τόσο λιγότερο ζυγίζει στη ζυγαριά της ανάμνησης. Όσο ο χρόνος, όταν είναι παρόν, περνάει αργά. Τόσο, όταν γίνεται παρελθόν, φαίνεται να έχει περάσει γρήγορα.
-Το νόστιμο της ιστορίας είναι ότι δεν είμαστε ποτέ απόλυτα πεισμένοι, κι εμείς οι ίδιοι ακόμα, ότι όλα αυτά είναι η πραγματικόττα κι όχι ένα αμφίβολο παιχνίδι. Ποιος πιστεύει σοβαρά σττον ίδιό του τον θάνατο;
..........................
Ο καθένας ξέρει, φυσικά, ότι θα πεθάνει μια μέρα. Όμως το να το ξέρεις είναι ένα πράγμα και να το πιστεύεις ένα άλλο.
Αν δεν ήταν έτσι, πώς, μα πώς, θα είχα την εντύπωση, γράφοντας αυτά, ότι πρόκειται για μια θεωρητική πραγματεία που δεν με αφορά άμεσα;

Άλλοτε με ψυχρότητα καταγράφει τις εκτελέσεις: Απ' την Τρίτη στην Τετάρτη, τουφέκισαν δεκαεπτά.
Απ΄την Πέμπτη στην Παρασκευή, τουφέκισαν οχτώ.
Απ' την Παρασκευή στο Σάββατο, τουφέκισαν εννιά.
Απ' το Σάββατο στην Κυριακή, τουφέκισαν δεκατρείς.
Κάποια στιγμή, από το "τυφλό", στενόχωρο, βρώμικο κελλί, τον μεταφέρουν σ'ένα δωμάτιο με παράθυρο. Γράφει:

-Όταν κύταξα για πρώτη φορά απ' το παράθυρο κι είδα παρτέρια με λουλούδια και δέντρα σκεπασμένα με φύλλα, νόμισα πως ζω σ' ένα παραμύθι. Τα λουλούδια και τα δέντρα δεν είναι βέβαια υπέροχα. Η "όμρφη αυλή" μοιάζει αρκετά με τα αναιμικά περιβολάκια των εργαατικών συνοικιών. Όμως το υπέροχο είναι πως τα δέντρα και τα λουλούδια έχουν χρώματα. Αντιλήφθηκα, ξαφνικά, ότι όλοι εδώ μέσα ζούμε σ' ένα κόσμο γκρίζο και μαύρο.

 Ξαναδιαβάζω τούτες τις σελίδες, γραμμένες πάνω από ογδόντα χρόνια πριν, με κείνον που τις έγραψε νεκρόν απ' το ίδιό του το χέρι εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν οπαδός της ευθανασίας.

Δευτέρα, Ιουλίου 01, 2019

Εκεί που δεν με σπέρνουν

Στέφανος Παντελίδης
Εκεί που δεν με σπέρνουν
Εκδόσεις Βακχικόν, 2019
Στην τρίτη του ποιητική συλλογή ο Στέφανος Παντελίδης εξακολουθεί να στοχάζεται: "Εκτός νόρμας", συνεχίζει να  "πηγαίνει γυρεύοντας" ψάχνοντας "πάνω σε βράχους και γκρεμούς" με την ίδια απελπισμένη αναζήτηση. Με ποίηση ολιγόστιχη, μ' ένα πικρό χαμόγελου σαρκασμού, συχνά αυτοσαρκασμού, με την αγωνία αυτού που δεν έχει βρει (ακόμα) το νόημα της ζωής (και ποιος το βρήκε άραγε;).
Αυτό το νόημα εξακολουθεί να ψάχνει. Άλλοτε καταφάσκοντας και άλλοτε αρνούμενος τη ζωή. Γι' αυτό κλαίνε τα νεογέννητα, ξέρουν σε ποιο σκληρό κόσμο έρχονται (Εκ γενετής σοφία). Όμως τι υπέροχη αντίφαση όταν λίγο παρακάτω γράφει:

Προς τον βαρκάρη για τον άλλο κόσμο
Εμένα αλέ ρετούρ
παρακαλώ

Υμνεί την αληθινή ζωή σε αντίθεση με τη θεωρία: Τα όμορφα κορίτσια κι η άνοιξη ακυρώνουν τη θεωρία της ποίησης (Λύκειο 1989) κι οι δυο ερωτευμένοι νέοι, με τη φλόγα του έρωτα έτοιμη να λαμπαδιάσει τα κορμιά τους, εκμηδενίζουν και τους πιο σπουδαίους ερωτικούς ποιητές (Οι πιο ερωτικοί ποιητές).
Εξακολουθεί να αναζητά το Θείο. Το αναζητά εκλογικεύοντάς το - μα το ξέρει κι ό ίδιος, η λογική δεν συνδυάζεται με την πίστη (Δύσκολη η ζωή των θνητών). Κάποτε φαίνεται να αρνείται τη θρησκεία (τι Δίας, τι Ιησούς). Πώς όμως είναι δυνατό να απευθύνεται στον Θεό παρακαλώντας τον να τον βοηθήσει στην απιστία (Πικρόν ποτήριον: Θεέ μου/δώσε μου/ σοφία ν' αντιληφθώ πως δεν υπάρχεις/και δύναμη να ζήσω/με τούτη την επίγνωση) ή να ζητά από τον Ιησού να μεσολαβήσει στον Πατέρα ( Παράκληση);
Φανερή η απογοήτευσή του για την εκλογίκευση και την απομυθοποίηση των πάντων στην εποχή μας, στην οποία όχι λίγο συμβάλλει ο τεχνολογικός μας πολιτισμός (Έρωτας εν έτει 2018 Ι, ΙΙ).
Το ολιγόστιχο, η ανέκκλητη συμπύκνωση "το να μη χρησιμοποιείς δυο λέξεις όταν στη θέση τους μπορείς μια", κατά μία ωραία ρήση του Σεφέρη, ο φιλοσοφικός στοχασμός, η αγωνία για το "Εδώ" και το "Επέκεινα" είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Στέφανου, που κατορθώνει να διατυπώσει με άκρα συντομία σκέψεις και συναισθήματα κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Και πάνω απ' όλα η προμετωπίδα που συμπυκνώνει το νόημα όλης της συλλογής" : Δεν είναι όλα μια μάχη με τη θνητότητα;

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

Εκεί που ζούμε

Χρίστος Κυθρεώτης
Εκεί που ζούμε
Πατάκης, 2019
"Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια  ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν, όπως επίσης-και ακόμα καλύτερα-τι ήτανε η Σχολή του Αμμωνίου Σακκά. Να μας πει όμως για ποιο λόγο συνιστά ποίηση "της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι" και, από το άλλο άκρο, το "μια κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν", ποτέ. Ούτε θα ήταν δυνατό".
Αυτή η σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη από το δοκίμιό του "Η μέθοδος του "ΑΡΑ" με κυνηγούσε καθώς διάβαζα και προπάντων όταν τέλειωσα το μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη "Εκεί που ζούμε". Γιατί μου  άρεσε αυτό το βιβλίο; Γιατί το διάβαζα με τόση απόλαυση και ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που δεν έχει συγκλονιστικά γεγονότα, ούτε ιστορικές πληροφορίες, ούτε πρωτότυπη πλοκή, ένα βιβλίο που καταγράφει απλώς μια μέρα από τη ζωή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, του νέου δικηγόρου Αντώνη Σπετσιώτη; Εκτός από τον "Οδυσσέα" του Τζόυς, πολύ λίγα βιβλία ξέρω που η διάρκειά τους είναι μόνο ένα εικοσιτετράωρο. Θυμάμαι τώρα το "Στην ακτή" του ΜακΓιούαν, ή την "Κυρία Νταλλογουαίη", της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Μακριδάκη, αλλά, αν εξαιρέσουμε τον "Οδυσσέα", τα υπόλοιπα είναι ολιγοσέλιδα. Όμως το βιβλίο του Κυθρεώτη αριθμεί 440 σελίδες κι ούτε στιγμή βαριέσαι κι ούτε θέλεις να διακόψεις την ανάγνωση πριν φτάσεις στο τέλος.
Τέσσερις μόνο υποχρεώσεις προγραμματίζει για μια Παρασκευή του 2014 ο Αντώνης: Να παραστεί στο δικαστήριο ως συνήγορος μιας κυρίας που εξαπατήθηκε από ένα Ινστιτούτο Αισθητικής και έφτασε να χρωστάει 75 χιλιάδες ευρώ, τα οποία βέβαια αδυνατεί να πληρώσει, να συναντήσει ύστερα σε μια καφετέρια τη Στέλλα, ένα παλιό του δεσμό, τον οποίο είχε από καιρό διακόψει, ακολούθως να συνοδέψει τον πατέρα του που έπρεπε να παραδώσει το γεωτρύπανό του στον Ορχομενό για να τον μεταφέρει πίσω και, τέλος, αν προλάβει, να περάσει αργά το βράδυ από ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα είχε μαζέψει κάποιους φίλους η Άννα που, όπως λέει ο ίδιος, "είναι ό,τι πιο κοντινό σε "δική μου γυναίκα είχα ποτέ".
Πώς γύρω απ' αυτά τα τέσσερα γεγονότα εμπλέκονται ενέργειες, σκέψεις, συναισθήματα, αναπολήσεις που κρατούν αιχμάλωτο τον αναγνώστη, είναι ένα μυστήριο παράλληλο με την ανερμήνευτη μαγεία της ποίησης, εξού και η συσχέτιση με τη σκέψη του Ελύτη. Έχουμε εδώ τη μαγεία της πεζογραφίας, που αν γνωρίζαμε τα συστατικά της στοιχεία, θα μπορούσαμε όλοι να γράφουμε καλή πεζογραφία. Θα προσπαθήσω να επισημάνω κάποια στοιχεία που αναλογίζομαι (εκ των υστέρων, βέβαια) ότι δημιούργησαν αυτό το γοητευτικό, λογοτεχνικό παράδοξο.
Η αφηγηματική και περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα πρώτα απ' όλα. Με απλό, θα έλεγα κουβεντιαστό, ύφος αποδίδεται η ατμόσφαιρα των αθηναϊκών δικαστηρίων, η περιγραφή της διαδρομής από τον Ορωπό στον Ορχομενό, οι δρόμοι της Αθήνας, η ατμόσφαιρα του νυχτερινού μπαρ κ.λπ. Έπειτα οι ανατροπές. Όσο λίγα και συνήθη είναι τα τέσσερα γεγονότα, δεν λείπουν οι ανατροπές, αυτά που συμβαίνουν χωρίς να το περιμένει ούτε ο αφηγητής ούτε, ασφαλώς, ο αναγνώστης. Αυτές οι ανατροπές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: "Για να δούμε τι θα γίνει μετά από αυτό;" σκέφτεται και προχωρεί. Είναι ύστερα οι αναδρομές στο παρρελθόν. Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, γεγονότα και πρόσωπα της περασμένης του ζωής κ.λπ. Και τέλος κυρίως, σκέψεις. Σκέψεις που λειτουργούν σαν σταθμός, που θέτουν σε λειτουργία και του αναγνώστη τη σκέψη. Για παράδειγμα: "Αν αυτά που κάναμε συμφωνούσαν πάντα με αυτά που πιστεύαμε η ζωή θα ήταν πολύ απλούστερη απ' όσο ξέρουμε ότι είναι". Ή, "Η χρονολογική σειρά είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας συνήθως για να συνδέει τα γεγονότα, όμως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, μέσα στους οποίους έννοιες όπως πριν ή μετά ή παλιά χάνουν τη σημασία τους-και τότε μπορεί να βρεθείς σε μια κατάσταση όπου δεν αναπολείς απλώς το παρελθόν, αλλά είσαι στο παρελθόν".
Και ο τίτλος; Ανέτρεξα στους στίχους  του ομότιτλου ραπ τραγουδιού."Εκεί που ζούμε". Τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω προσπαθώντας να τους συνδέσω με το μυθιστόρημα. Είναι άραγε μια άρνηση όχι μόνο όσων συμβαίνουν στη ζωή του ήρωα εκείνη τη μέρα, προπάντων υπό τη σκιά της απόφασής του να εγκαταλείψει τα πάντα και να φύγει για το Λουξεμβούργο; Ή μήπως άρνηση της ζωής γενικότερα όπως την έχουμε καταντήσει, αλλά ταυτόχρονα και μια πίστη στη δύναμη του ανθρώπου, αν δεχτούμε τους στίχους του τραγουδιού:
.........................................................................................................................
Ό,τι κι αν γίνει όμως δεν παύουμε να ελπίζουμε
Μέσα στη χώρα των θαυμάτων εκεί ζούμε 
Και με αυτά τα θαύματα θα σε διαλύσουμε.

Παρασκευή, Ιουνίου 21, 2019

Δεκατριών χρονών σήμερα

Σαν σήμερα, 13 χρόνια πριν, γεννήθηκε το blog μου. Ο προσωπικός μου χώρος στο αχανές πέλαγος του διαδικτύου. Σε 593 αναρτήσεις κατέθεσα προσωπικές στιγμές, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλλά προπάντων σκέψεις για βιβλία, βιβλία, βιβλία... Ο χώρος άνθιζε τα πρώτα χρόνια. Σχόλια, συζητήσεις, ομοφωνίες ή διαφωνίες με άλλους βιβλιόφιλους. Λυπάμαι γιατί τα blogs δεν είναι πια αυτό που ήταν άλλοτε. Άλλα μέσα επικοινωνίας, πιο εύχρηστα μεν αλλά πιο ρηχά (και συχνά ανόητα), το face book, twitter κ.λπ.  επισκίασαν τα blogs. Γι'αυτό κι εμείς, οι επιζώντες bloggers, καταφεύγουμε και σ' αυτά τα μέσα για αναδημοσίευση των αναρτήσεών μας.
"Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ", κατά τον αγαπημένο Κοσμοκαλόγερο, δεν θα πάψω να καταφεύγω στην ομορφιά, τη γοητεία και την παρηγοριά του blog, έστω κι αν πολλοί αγαπημένοι bloggers έχουν χαθεί στο δρόμο.
Χρόνια πολλά και σ' εσένα, Πατριάρχη Φώτιε, αν και τώρα πια, φαίνεται υπερβαίνοντας το Σχίσμα, συνοδοιπορείς με την Πάπισσα Ιωάννα.

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2019

Το Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου

Χίρο Αρικάουα
Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου
Μετάφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Μίνωας, 2018
Αν εξαιρέσω τον "Παπουτσωμένο γάτο" που μας γοήτευε στο παιδικό παραμύθι, ποτέ δεν συμπάθησα τα βιβλία στα οποία αφηγητής είναι ένα ζώο. Κι αυτός ακόμα " Ο Μάγκας" της αγαπημένης μου Πηνελόπης Δέλτα, δεν ήταν από τα πιο προσφιλή μου έργα της. Έτσι, με κάποια επιφύλαξη άρχισα να διαβάζω "Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου" που μου δάνεισε φίλη, ενθουσιασμένη με την ανάγνωσή του.
Η επιφύλαξη σύντομα έδωσε τη θέση της στο ενδιαφέρον, στην περιέργεια για τη συνέχεια, εν τέλει στην απόλαυση ενός ωραίου, τρυφερού, γεμάτου ευγένεια και καλοσύνη έργου. Πολλοί, πιστεύω, ήταν οι λόγοι γι' αυτή τη μεταστροφή. Εν πρώτοις, δεν αποτελεί ολόκληρο το έργο αφήγηση του πρωταγωνιστή γάτου. Η δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όσα έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, οι διάλογοι, η άκφραση σκέψεων και συναισθημάτων κ.λπ. δίνονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναξάρτητη από τη "φωνή" του γάτου. Και όσα λέει ο γάτος είναι ακριβώς αυτά που παρατηρούμε όσοι αγαπάμε τα ζώα, ειδικά τους γάτους, και έχουμε μια επικοινωνία μαζί τους. Π.χ. ότι δεν τους αρέσει να τους αγγίζουμε την ουρά, ότι αγαπάνε τις ζεστές γωνιές, ότι δεν συμπαθούν το νερό, ότι έχουν μια έχθρα με τα σκυλιά, τι φαγητά προτιμούν κ.ο.κ. Ένας ακόμα λόγος που καθιστά ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο είναι ο χώρος όπου διαδραματίζεται. Η Ιαπωνία, η φύση της, οι συνήθειες των ανθρώπων, οι νόμοι στους οποίους με απόλυτη φυσικότητα οι άνθρωποι υπακούουν (π.χ. αν δεν επιτρέπονται κάπου τα ζώα, δεν τίθεται θέμα συζήτησης. Αν  ένας μαθητής μετακινούμενος από ένα σχολείο σε άλλο πρέπει να δώσει εξετάσεις, τελεία και παύλα. Δεν ξενίζει κανένα. Αναφέρεται απλώς ως στοιχείο της ιστορίας. Και πολλά άλλα παρόμοια δείγματα υπακοής στον νόμο, από την οποία υπακοή τόσο απέχουμε...).
Ο Σατόρου είναι ένας νέος που ζει και εργάζεται στο Τόκιο. Μια μέρα περιποιείται ένα πληγωμένο γατί κι εκείνο δέχεται, αναγκάζεται καλύτερα, να εγκαταλείψει την ελευθερία του δρόμου που απολάμβανε και να ζήσει στο διαμέρισμα με τον Σατόρου. Τον ονομάζει Νάνα, που στα Ιαπωνικά σημαίνει επτά, από το σχήμα της ουράς του. Σατόρου και Νάνα ζουν μαζί πέντε χρόνια, όμως για κάποιους λόγους που δεν μας διευκρινίζονται, ο Σατόρου πρέπει να στερηθεί τον αγαπημένο του γάτο. Ξεκινάει λοιπόν ένα ταξίδι στη χώρα αναζητώντας παλιούς γνωστούς με τους οποίους τον έδεναν φιλικοί δεσμοί, για να εμπιστευθεί τον γάτο του. Η κάθε συνάντηση γίνεται αφορμή μιας αναδρομής στο παρελθόν, μέσα από την οποία αναπλαθεται η ζωή του Σατόρου. Αναζητά πρόσωπα που ξέρει ότι αγαπούν τα ζώα κι ότι ο γάτος του θα βρει ένα φιλικό περιβάλλον, ότι θα έχει την αγάπη και τη φροντίδα που απολάμβανε και κοντά του. Όμως όλες οι προσπάθειες αποδεικνύονται ατελέσφορες, κυρίως γιατί ο πανέξυπνος Νάνα, μη θέλοντας να αποχωριστεί τον Σατόρου, βρίσκει τρόπο να γίνει ανεπιθύμητος στο νέο περιβάλλον.
Ένα βιβλίο που πλημμυρίζεει από αγάπη, τρυφερότητα, φιλικούς δεσμούς, ήρεμη αποδοχή των συμβάντων του βίου. Ένα βιβλίο που οι ζωόφιλοι οπωσδήποτε θα απολαύσουν, αλλά που θα 'πρεπε να διαβάσουν κι όσοι αντιπαθούν ή, ακόμα χειρότερα, συμπεριφέρονται άσπλαχνα και σκληρά στα ζώα. Αν και αμφιβάλλω αν υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία και εχθρεύονται ή βασανίζουν τα ζώα...

Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2019

Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα

Roberto Vecchioni
Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα
Μετάφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου
Κριτική, 2019
Αν είναι ποτέ δυνατό, να δω ένα βιβλίο που  απεικονίζει στο εξώφυλλό του έναν τοίχο γεμάτο βιβλία, μπροστά του έναν άσχημο, ηλικιωμένο άντρα ανεβασμένο σ' ένα σκαμπώ, να τακτοποιεί (;) να ψάχνει (;) να τοποθετεί (;) βιβλία και να μην το αγοράσω χωρίς δεύτερη σκέψη! Τίτλος του, "Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα". Είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, νουβέλα θα έλεγα, που μέσα στις 124 σελίδες του δίνει στον αναγνώστη πολλές αφορμές για προβληματισμό γύρω από το θέμα της γλώσσας, των εννοιών, της σκέψης, της λογοτεχνίας.
Σε μια πόλη που κάποτε ονομαζόταν Σελινούντας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τη σημασία των λέξεων. Χρησιμοποιούν μόνο ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο μόνο όσο να συνεννοούνται για απλές, καθημερινές ανάγκες. Η σκέψη τους δεν αναπλάθει το παρελθόν, δεν μπορεί να εκφράσει συναισθήματα. Σ' αυτή την πόλη εμφανίζεται μια μέρα ένας βιβλιοπώλης. Ο Νικολίνο, ο φίλος του συγγραφέα που του αφηγείται την ιστορία, περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον βιβλιοπώλη: "Μόνος, σ' ένα τραπεζάκι, με μια δυσθεώρητα μεγάλη στοίβα βιβλίων μπροστά του, καθόταν ο πιο άσχημος άντρας που είχα δει ποτέ". Μα το πιο παράξενο δεν ήταν η άσχημη εμφάνιση αυτού του ξένου, μοναχικού βιβλιοπώλη. Το παράξενο ήταν πως δεν πουλούσε βιβλία. Μόνο κάποιες αφίσες που κυκλοφορούν στην πόλη γράφουν: "Κάθε βράδυ στις 9, στην οδό Τρεμόντι, λογοτεχνικές αναγνώσεις, είσοδος δωρεάν". Κάποιοι πάνε από περιέργεια να τον ακούσουν. Είναι όμως οι πρώτοι και οι τελευταίοι. Ο μόνος που μαγεύεται από την ανάγνωση του παράξενου βιβλιοπώλη είναι ο δεκατριάχρονος Νικολίνο, που κάθε βράδυ το σκάει κρυφά από το σπίτι του και κρυμμένος ακούει τις παράδοξες αναγνώσεις. Τις ακούει μαγεμένος έστω κι αν δεν καταλαβαίνει το νόημά τους. "Ο βιβλιοπώλης ήταν καθισμένος και διάβαζε. Διάβαζε χωρίς κοινό. Η γλώσσα ήταν ακατάληπτη, ελληνικά, σκέφτηκα και μου ράγισε η καρδιά. Μα τι φωνή ήταν αυτή; Προκαλούσε ανατριχίλα, όμοιά της δεν είχα ξανακούσει. Έμοιαζε με νανούρισμα, λιτανεία, προσευχή, όχι όμως μονότονη, ούτε πάντα ίδια (...) σαν να τραγουδούσε με λόγια χωρίς μουσική".
Κάθε βράδυ ο Νικολίνο ακούει τα αποσπάσματα που διαβάζει ο παράξενος βιβλιοπώλης. Αποσπάσματα, πολλών, ακόμα και χωρίς τις παραπομπές του τέλους, αναγνωρίζουμε την προέλευσή τους: Πεσσόα, Σοφοκλής, Τολστόη, Σαπφώ, Προυστ κ.ά. Ώσπου μια νύχτα μια πυρκαγιά καταστρέφει τα πάντα. Δεν μένει τίποτα από το παράξενο βιβλιοπωλείο κι ο βιβλιοπώλης εξαφανίζεται χωρίς ν' αφήσει ίχνος. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, τα βιβλία (αυτά ή άλλα;) δεν χάθηκαν. Το άλλο βράδυ "στον ουρανό πετούσανε βιβλία. Δεν έκανα λάθος, ήταν αληθινά βιβλία, όλα όμοια, με το ίδιο μπλε κάλυμμα που γνώριζα καλά (...) Από δεξιά, από αριστερά, από κοντά ή μακριά, τα βιβλία κατέφθαναν, άλλα αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αρκετά απ' αυτά περνούσαν ξυστά από το παράθυρό μου, έπαιρναν ύψος και γύρευαν να βρουν τα υπόλοιπα βιβλία που ήτανε συγκεντρωμένα στην πλατεία". Ένας μικρός αυλητής, σαν άλλος Πήτερ Παν εμφανίζεται και στο άκουσμα του αυλού του τα βιβλία τον ακολουθούν πέφτοντας στη θάλασσα.
Κι όμως τα βιβλία δεν θα πεθάνουν. Κάηκαν, πνίγηκαν, όμως ο Νικολίνο γεμάτος αισιοδοξία, τα περιμένει: "Το πατρικό μου θα 'ναι γεμάτο βιβλία, θα' ναι γεμάτο με τα συγκεκριμένα βιβλία με το μπλε εξώφυλλο. Θ' αντικρίσω ένα βουνό, έναν ωκεανό βιβλίων να έχει κατακλύσει το σαλόνι, το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα, το μπάνιο, το μπαλκόνι. Όπου κι αν στρέφω το βλέμμα θα υπάρχουν μόνο βιβλία, αραδιασμένα σε στοίβες, πεταμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κλειστά, ανοιχτά, στο πλάι ή μπροστά μου..."
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε ερμηνεία των αλληγοριών του βιβλίου, ούτε να παραθέσω το  πλήθος των σκέψεων που μου προκάλεσε. Μια τελευταία μόνο σκέψη: Πόσο ευγνώμων αισθάνομαι γι' αυτούς που με μύησαν στην απόλαυση της καλής λογοτεχνίας ( ή μήπως άραγε είναι κάτι που φέρουμε στο DNA μας;) και πόσο λυπάμαι γι' αυτούς που δεν μπόρεσαν να αισθανούν την απόλαυση που χαρίζει η καλή λογοτεχνία. Εύχομαι, στη διδακτική μου πορεία, να μπόρεσα να μεταδώσω αυτή τη δίψα και τη χαρά σε κάποιους έστω από τους μαθητές μου.

Παρασκευή, Μαΐου 24, 2019

Ο παίχτης

Φ. Ντοστογιέφσκη
Ο παίχτης
Εκδ. Δαρεμά, 1957
Μετάφρ. Τάσου Ζομπόλα
Πρόλογος, Μα. Βατάλα
Είναι γνωστή, νομίζω, η αγάπη μου για το ebook, το ηλεκτρονικό ή ψηφιακό βιβλίο και στο ipad μου διαθέτω δεκάδες τέτοια βιβλία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ το παραδοσιακό χάρτινο ή έντυπο βιβλίο. Προπάντων αισθάνομαι ιδιαίτερη αγάπη, στοργή και αφοσίωση, θα έλεγα, στα πολύ παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό βιβλία μου. Τα κοιτάζω και θλίβομαι στη σκέψη πως ίσως κάποτε θα κακοπέσουν, πως αυτοί που θα τα κληρονομήσουν ποτέ δεν θα μπορέσουν να νιώσουν την αγάπη που νιώθω εγώ γι' αυτά.
Τις σκέψεις αυτές μου προκάλεσε ακόμα μια φορά ένα τέτοιο παλιό βιβλίο που θέλησα να ξαναδιαβάσω, να το δω τώρα με τη ματιά της συσσωρευμένης με τα χρόνια εμπειρίας. Εμπειρίας διαβασμάτων αλλά και εμπειρία ζωής. Πρόκειται για τον "Παίχτη" του Ντοστογιέφσκι. Είναι πράγματι εκπληκτικό. Ένα βιβλίο γραμμένο πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια πριν, το 1866, να διαβάζεται άνετα και σήμερα και, τηρουμένων των αναλογιών, να συναντά σ' αυτό κανείς χαρακτήρες και καταστάσεις που άνετα μπορεί να συναντήσει και σήμερα.
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς, ένας νεαρός παιδαγωγός των παιδιών ενός απόστρατου Ρώσου στρατηγού, τον συνοδεύει στην (φανταστική) γερμανική πόλη Ρουλέττενμπουργκ. Ερωτευμένος με την Πολίνα, θετή κόρη του στρατηγού, υπακούει στην προτροπή της να παίξει στο καζίνο. Είναι γνωστό βέβαια το πάθος του ίδιου του Ντοστογιέφσκι για τον τζόγο και τη ρουλέτα (Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφεται το πάθος αυτό στο βιβλίο του Λεονίντ Τσίπκιν "Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν). Βουτηγμένος στα χρέη ο Ντοστογιέφσκι, απειλούμενος από τον εκδότη του ότι θα του αφαιρούσε τα πνευματικά δικαιώματα από προηγούμενα βιβλία του, αν δεν παρέδινε μέσα σ' ένα μήνα καινούριο βιβλίο, γράφει μέσα σ' ένα μήνα το σχεδόν αυτοβιογραφικό "Ο παίχτης". Κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, συγκρίσεις του χαρακτήρα των Γάλλων, Άγγλων, Γερμανών, Ρώσων, όλου του πολυποίκιλου πλήθους που ενδημεί στη γερμανική πόλη, αλλά προπάντων παρατηρήσεις των παθιασμένων παιχτών, άνετα θα μπορούσαν να αφορούν τους σημερινούς παίχτες. Ο παίχτης συχνά γίνεται προληπτικός, άλλοτε παρατηρεί και καταγράφει τη σειρά με την οποία βγαίνουν οι αριθμοί, για να ανακαλύψει τελικά ότι τίποτε δεν ισχύει. Όταν χάνει επιμένει ποντάροντας ξανά και ξανά, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα κερδίσει κι όταν κερδίζει, ξαναποντάρει ελπίζοντας ότι θα κερδίσει περισσότερα. Βάζει ενέχυρα ή δανείζεται για να συνεχίσει.
Ο στρατηγός, στον οποίο δουλεύει ο Αλεξέι, χρωστάει πολλά. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην πλούσια, γριά θεία του που βρίσκεται στη Ρωσία και την οποία περιμένει να κληρονομήσει. Αντί όμως της είδησης του θανάτου της, καταφθάνει πάνω στην αναπηρική της καρέκλα η ίδια η ηλικιωμένη θεία που κι αυτή παρασύρεται από τη ρουλέτα. Χάνει, κερδίζει και πάλι χάνει αλλά δεν σταματά να παίζει. "Εγώ απόρησα που μπόρεσε να κρατηθεί έτσι εφτά οχτώ ώρες στην πολυθρόνα της, σχεδόν χωρίς ν' αφήσει καθόλου τη θέση της. Είχε πραγματικά τρεις φορές κερδίσει μεγάλα ποσά. Τότε ο εαυτός της παραδίνονταν σε μια καινούρια ελπίδα, που δεν την άφηνε να φύγει από το παιχνίδι. Άλλωστε οι παίχτες ξέρουν καλά ότι μπορεί κανείς να καθίσει σχεδόν για εικοσιτέσσερις ώρες στην ίδια θέση, με τα χαρτιά στα χέρια, χωρίς να στρέψει τα μάτια του δεξιά ή αριστερά."
Το έργο μεταφέρθηκε τόσο  στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, δείγμα και αυτό της διαχρονικότητάς του.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Τα τάπερ της Αλίκης

Έλενα Ακρίτα
Τα τάπερ της Αλίκης
Διόπτρα, 2019
"Ο χρόνος εκδικείται τις αναμνήσεις μας. Τις συμπιέζει και τις καταχωνιάζει όλο και πιο βαθιά στις εσοχές της μνήμης. Παλιές φωτογραφίες κιτρινίζουν και θαμπώνουν μέχρι που δεν μπορείς πια να διακρίνεις πρόσωπα. Μέχρι που δεν σε νοιάζει πια να διακρίνεις πρόσωπα. Κι είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή που οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά. Όταν δεν ζουν στην καρδιά μας, όταν κανένας δεν τους θυμάται πια. Ο χρόνος εκδικείται".
Σαν να θέλει να αντιπαλαίψει την εκδίκηση του χρόνου, σαν να επιδιώκει να πάει κόντρα και να εκδικηθεί αυτή τον χρόνο, η Έλενα Ακρίτα γράφει αυτό το μυθιστόρημα. Μια εικοσετία, 1980-2000, περνάει και καταγράφεται μνημειώνοντας πρόσωπα και γεγονότα. Πρόσωπα φανταστικά που θα μπορούσαν όμως να είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που όλοι γνωρίζουμε, πρόσωπα που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας.
Τρεις γενιές γυναικών περνούν μέσα από το βιβλίο. Είναι η Κοραλία που, εγκαταλελειμμένη από τον μετανάστη-εξαφανισμένο σύζυγό της, έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα μ' ένα μικρό κοριτσάκι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι το κοριτσάκι της, η Ελένη, που μεγαλώνοντας εργάζεται ως πωλήτρια στο πρώτο γνωστό πολυκατάστημα της Αθήνας, το Μινιόν, που πολλοί από μας της...κάποιας ηλικίας γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, ενώ παράλληλα κάνει κι επιδείξεις τάπερ (ήταν τόσο διαδεδομένες αυτές οι επιδείξεις κάποτε, δεν ξέρω, υπάρχουν ακόμα;). Είναι η μικρή Αλίκη, εξώγαμο παιδί της Ελένης, με όνομα δοσμένο από την άλλη Αλίκη, τη λατρεμένη ηθοποιό, που στο θέατρό της δούλευε ως ταξιθέτρια η γιαγιά Κοραλία.
Τι και τι δεν περνάει από την ελκυστική, μοναδική γραφή της Ακρίτα! Έρωτες και γάμοι, χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, φιλίες κι έχθρες, bullying (που τότε βέβαια δεν το λέγαμε έτσι), ένας ομοφυλόφιλος έρωτας, ταινίες και τραγούδια, ηθοποιοί και θεατρικά έργα, γεγονότα που σημάδεψαν την εικοσετία. Η πυρκαγιά που όχι μόνο αποτέφρωσε το Μινιόν στις 18 Οκτωβρίου του 1980, αλλά έβαλε τέλος σε ολόκληρη εποχή, ο μεγάλος σεισμός της Καλαμάτας στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986, η εκλογή του Σημίτη το 1997, η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1991, η Κυψέλη και ο Βύρωνας, τα "σπίτια" της οδού Φυλής, τα θερινά σινεμά, το ουζερί του Απότσου...Όλα συνδεδεμένα με τους ήρωές της. Και πάνω απ' όλα η Αλίκη. Η μια και μοναδική Αλίκη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη που έδωσε τ' όνομα στη βαφτιστήρα της, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές του έργου σαν για να προσδώσει λίγη από τη λάμψη της. Κι ο θάνατός της. Εκεί η εύθυμη, σατιρική γραφή της Ακρίτα δίνει τη θέση της σε μια λιτή, θλιμμένη, απέριττη γραφή που άθελά σου σε κάνει να βουρκώνεις. Ένα καταπληκτικό requiem της συγγραφέως για την αγαπημένη της φίλη.
 Την πολύ γνωστή έναρξη του μυθιστορήματος του Τσαρλ Ντίκενς βάζει η Έλενα Ακρίτα ως προμετωπίδα του μυθιστορήματος της. Και με μια παραλλαγή της κλείνει το έργο: "Ήταν οι μέρες από φως, ήταν οι μέρες από σκοτάδι. Ήταν οι μέρες του γλεντιού κι ήταν οι μέρες του θρήνου. Ήταν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που τρεις γυναίκες, η Κοραλία, η Ελένη και η Αλίκη, βαδίσανε μαζί σ' αυτό τον κόσμο κρατώντας σφιχτά η μια το χέρι της άλλης".

Κυριακή, Μαΐου 05, 2019

Η σιωπηλή ασθενής

Alex Michaelides
Η σιωπηλή ασθενής
μετάφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Διόπτρα, 2019
Ευρηματικό, ευφάνταστο, ελκυστικό, ένα καλογραμμένο θρίλερ που, τουλάχιστον από  ένα σημείο και μετά, μπορεί να σε κάνει να ξενυχτήσεις για να δεις το τέλος. Αν είναι λογοτεχνία; Δεν ξέρω, το θέμα, που αφορά  γενικότερα και το αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι συζητήσιμο. Όμως "Η σιωπηλή ασθενής" εκτός από το ενδιαφέρον που δημιουργεί γύρω από την ψυχοθεραπεία, εκτός από το ότι αποτελεί κίνητρο για τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει την τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστη", είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τα καθημερινά του προβλήματα και έγνοιες, βυθιζόμενος στην ανάγνωση ενός "τραβηχτικού" βιβλίου!
Αρκετά όμως γύρω από το βιβλίο. Ας δούμε και το ίδιο το βιβλίο. Η Αλίσια Μπέρενσον ζει στο Λονδίνο και είναι μια επιτυχημένη ζωγράφος. Ο άντρας της, ο Γκάμπριελ, είναι επίσης πασίγνωστος φωτογράφος μόδας. Αγαπημένο ζευγάρι, τίποτα δεν προμήνυε το ότι ένα βράδυ η Αλίσια θα πάρει ένα όπλο, θα φυτέψει πέντε σφαίρες στο κεφάλι του συζύγου της και θα τον αφήσει νεκρό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Αλίσια κλείνει το στόμα της και δεν εκστομίζει λέξη. Το δικαστήριο τη χαρακτηρίζει διαταραγμένη προσωπικότητα, με άλλα λόγια τρελή και την κλείνουν σε μια υψηλού επιπέδου ψυχιατρική μονάδα, το Γκρόουβ. Καμιά θεραπεία δεν κατορθώνει να την κάνει να πει έστω μια λέξη. Ο τελευταίος πίνακας που ζωγραφίζει είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Τίτλος της "Άλκηστη". Ποια ήταν η Άλκηστη; Σύμφωνα με τον μύθο του Ευριπίδη, η Άλκηστη, σύζυγος του βαασιλιά Άδμητου, ήταν η μόνη που δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της, όταν οι θεοί τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά θα του χάριζαν τη ζωή αν βρισκόταν κάποιος να πεθάνει στη θέση του. Ο Ηρακλής την επαναφέρει στη ζωή, ορίζει όμως ότι για τρεις μέρες η Άλκηστη δεν πρέπει να μιλήσει για να καθαρθεί. Η τραγωδία τελειώνει χωρίς ν' ακούσουμε ξανά την Άλκηστη.
Ένας νέος ψυχοθεραπευτής, ο Θίο Φέιμπερ, επιδιώκει και πετυχαίνει την πρόσληψή του στο Γκρόουβ. Στόχος του να αναλάβει την Αλίσια, που ακόμα δεν έχει αρθρώσει λέξη, να την κάνει να μιλήσει, να εκφραστεί, να εξηγήσει γιατί σκότωσε τον άντρα της.
Παράλληλα με την ψυχοθεραπεία που επιχειρεί ο Θίο, παρακολουθούμε και την προσωπική του ζωή. Υπήρξε στο παρελθόν και ο ίδιος ψυχοθεραπευόμενος, παντρεύτηκε από κεραυνοβόλο έρωτα μια ηθοποιό, την Κάθι, αλλά τώρα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο του. Παρ' όλα αυτά η προσπάθειά του με την Αλίσια συνεχίζεται. Θα τα καταφέρει; Θα μιλήσει η Αλίσια; Τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή της; Ο αναγνώστης προχωρεί με αυξανόμενη περιέργεια. Και ξαφνικά, λίγο πριν το τέλος, μια εντελώς απρόσμενη ανατροπή σε αφήνει ενεό. Ξαναγυρίζεις πίσω τις σελίδες να δεις αν υπήρχαν κάποια σημάδια που δεν είχες προσέξει, ξαναφέρνεις στη σκέψη το όλο μυθιστόρημα προσπαθώντας να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα.
Δικαιολογημένα, πιστεύω, το βιβλίο μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες και ετοιμάζεται να γίνει ταινία.

Σημ. Ο Alex Michaelides γεννήθηκε στην Κύπρο από Κύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα. Μετανάστευσε στην Αγγλία με τους γονείς του, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Κέιμπριτζ και σεναριογραφία στο Λος Άντζελες. Παρακολούθησε  επίσης μαθήματα Ψυχοθεραπείας. Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το πρώτο του, γράφτηκε στα αγγλικά και μετά μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Σάββατο, Απριλίου 27, 2019

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε

Άντονυ Ντορ
Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε
μετάφ. Νίνα Μπούρη
Πατάκης, 2016
Ένα ωραίο βιβλίο που όμως χρειάζεται πολλή υπομονή, πολλή προσπάθεια, στην αρχή τουλάχιστον, ώσπου ο αναγνώστης να μπει στο πνεύμα του, να κατανοήσει την τεχνική του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που η τεχνική αυτή δημιουργεί αρχικά. Από κει και πέρα σε συνεπαίρνει η μαγεία του. Η μαγεία την οποία δημιουργεί η ωραία γραφή, το συναίθημα που εκλύεται, η ποιητικότητα, κι ας είναι αυτή η ποιητικότητα αναμεμειγμένη με τη σκοτεινιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακόμα ένα βιβλίο γι' αυτόν τον πόλεμο; Φτάνει πια, ίσως σκεφτεί κάποιος. Μπουχτίσαμε. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που δεν αναφέρεται ούτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε στους διωγμούς των Εβραίων, ούτε σ' όλα εκείνα που μας συνήθισαν ανάλογα βιβλία.
Το "Όλο το φως..." προβάλλει τον πόλεμο μέσα από τις ζωές δυο νέων παιδιών. Μιας Γαλλιδούλας κι ενός Γερμανού, που θα συναντηθούν μόνο για λίγο προς το τέλος του βιβλίου. Μέσα από μια εντελώς ανθρώπινη πλευρά, μέσα από το ατομικό, που ασφαλώς δεν μπορεί να μην επηρεαστεί από το συλλογικό, θα παρακολουθήσουμε τη σκοτεινή τετραετία και θα φτάσουμε στο τέλος των 636 σελίδων με δυο από τα ωραιότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαια του βιβλίου, τα σύντομα κεφάλαια που τιτλοφορούνται 1974 και 2014.
Όλο το βιβλίο, γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα που δημιουργεί έτσι τη ζωντάνια του παρόντος, μετατοπίζεται στο χρόνο. Κάποια κεφάλαια αναφέρονται στο 1934, άλλα, τα περισσότερα, μετακινούνται μεταξύ 1940 και 1944. Η ίδια εναλλακτική κίνηση αφορά και τους δυο βασικούς πρωταγωνιστές. Την οχτάχρονη Γαλλίδα Μαρί Λορ και τον λίγο μεγαλύτερο Γερμανό Βέρνερ (όταν τους πρωτοσυναντάμε). Η Μαρί Λορ ζει με τον πατέρα της στο Παρίσι, πολύ κοντά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ο πατέρας της εργάζεται ως κλειθροποιός. Όταν το κοριτσάκι τυφλώνεται, ο πατέρας της της κατασκευάζει μια μακέτα της γειτονιάς τους ώστε εκείνη να μάθει να κυκλοφορεί.
Ο Βέρνερ είναι ένα ορφανό παιδί που μαζί με την αδερφή του Γιούττα, με την οποία είναι πολύ συνδεδεμένος, ζει σ' ένα ορφανοτροφείο κάπου κοντά στο Έσσεν. Προορισμός του είναι να εργαστεί στο κοντινό ανθρακωρυχείο, όπου είχε πεθάνει και ο πατέρας του. Όμως το ιδιαίτερο ταλέντο του στη μηχανική που εκδηλώνεται πολύ νωρίς καθορίζει αλλιώς το μέλλον του. Κατορθώνει από ένα χαλασμένο ραδιόφωνο που βρίσκει να φτιάξει ένα ραδιοπομπό, πράγμα που θα γίνει αιτία να γίνει δεχτός σε μια από τις καλύτερες στρατιωτικές σχολές της Γερμανίας. Είναι αφάνταστη η αυστηρότητα και η σκληρότητα με την οποία εκπαιδεύονται οι νεαροί Γερμανοί. "Θα γίνετε καταρράχτης, καταιγισμός από σφαίρες-θα ορμάτε προς την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο ρυθμό, προς τον ίδιο στόχο. Θα παραιτηθείτε από τις ανέσεις, θα ζείτε μόνο για το καθήκον. Θα τρώτε χώρα και θα αναπνέετε έθνος", είναι η βασική εντολή. Ή, όπως το θέτει ο Φρίντριχ, ένα παιδί που θα βγει σακατεμένο από την εκπαίδευση, "Το πρόβλημά σου Βέρνερ είναι ότι πιστεύεις ακόμα ότι η ζωή σου σου ανήκει".
Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, η Μαρί Λορ και ο πατέρας της εγκαταλείπουν το Παρίσι και καταφεύγουν στο Σαιν Μαλό, μια παραλιακή πόλη της Βρετάνης, όπου ζει ο ηλικιωμένος θείος Ετιέν. Ο νεαρός Βέρνερ, δεκαεξάχρονος ακόμη, επιστρατεύεται για να εντοπίζει παράνομες εκπομπές. Θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα ωσότου οι δυο ήρωες να συναντηθούν. Ο πόλεμος θα φτάσει στο τέλος, το Σαιν Μαλό θα βομβαρδιστεί από τους προελαύνοντες Αμερικανούς, λίγα από τα πρόσωπα του βιβλίου θα επιζήσουν. Ανάμεσά τους η αδελφή του Βέρνερ, η Γιούττα, που επιζεί μέχρι το 2014, συνδέοντας μας με το επώδυνο εκείνο παρελθόν.
Και ο τίτλος; Ποιο είναι άραγε "το φως που δεν μπορούμε να δούμε"; Να είναι μήπως το φως των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που στέλλονται άλλοτε από τον Βέρνερ και άλλοτε από τον αντιστασιακό Ετιέν; Ή μήπως είναι το φως της καλοσύνης που οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους έστω κι αν γύρω τους μαίνεται ο πόλεμος; Ποιος ξέρει...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2019

Βάναυση αγάπη

Έλενα Φερράντε
Βάναυση αγάπη
Μετ. Δήμητρα Βότση
Πατάκης, 2019
(L' amore molesto, 1999)
Έψαχνα αυτό το βιβλίο από τότε (2013)  που διάβασα το "Μέρες εγκατάλειψης". Ήταν όμως εξαντλημένο. Επομένως δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη όταν πρόσφατα το είδα να επανεκδίδεται από τις εκδόσεις "Πατάκη". Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι "Μέρες εγκατάλειψης". Είχε βέβαια μεσολαβήσει η "Τετραλογία της Νάπολης" που με ενθουσίασε, όπως και χιλιάδες άλλους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν είναι και αυτός ένας λόγος που η"Βάναυση αγάπη" τοποθετήθηκε χαμηλά στην αναγνωστική, αξιολογική μου κλίμακα. Είναι, νομίζω, το πρωτόλειο μιας συγγραφέως στο οποίο διακρίνονται όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της γραφής της που θα εξελιχθούν στη συνέχεια και θα δημιουργήσουν έργα πολύ ωριμότερα.
"Η μητέρα μου πνίγηκε τη νύχτα της 23ης Μαΐου, την ημέρα των γενεθλίων μου, στη θαλάσσια περιοχή απέναντι από εκείνο το μέρος που όλοι αποκαλούν Σπακκαβέντο, λίγα χιλιόμετρα από το Μιτούρνο". Είναι η εναρκήρια φράση του μυθιστορήματος που αυθόρμητα μου έφερε στη σκέψη το "Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω" , πασίγνωστη αρχή του "Ξένου" του Αλμπέρ Καμύ". Από κει και πέρα το παρόν σμίγει με το παρελθόν. Η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η προσπάθεια της Ντέλια, της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, να ανακαλύψει πώς πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της η μητέρα της, η Αμάλια, αν ο πνιγμός της ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή έγκλημα (πράγμα που ως το τέλος δεν εξηγείται σαφώς) εναλλάσσεται με τις αναμνήσεις. Η Ντέλια γυρίζει στη Νάπολη για την κηδεία της μητέρας της κι ύστερα επισκέπτεται το σπίτι της. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης όχι μόνο εδώ. Το ίδιο και στο σπίτι του πατέρα της που η βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του την είχε οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στον χωρισμό. Ακόμα κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο η ντέλια συναντάται μ' ένα παιδκό φίλο έχει την ίδια θλιβερή όψη. Η απόπειρα ερωτικής συνεύρεσης (που περιγράφεται με απωθητικές λεπτομέρειες) αποτυγχάνει. Ο αποτυχεμένος εραστής της ήταν γιος ενός μυστήριου προσώπου, του Καζέρτα, που υπήρξε εραστής της μητέρας της και τη συνόδεψε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Η Ντέλια νιώθει κάποτε να ταυτίζεται με τη μητέρα της. Μια βαλίτσα με καινούρια εσώρουχα και φόρεμα ανακαλύπτει τελικά ότι προορίζονταν για την ίδια. Λέει σε κάποιο σημείο: "Μα όση ώρα έτριβα δυνατά το πρόσωπό μου, ιδίως γύρω από τα μάτια, συνειδοτοποίησα με μια απρόσμενη τρυφερότητα πως εντέλει κουβαλούσα την Αμάλια μες το ίδιό μου το πετσί, σαν ένα ζεστό υγρό που ποιος ξέρει πότε μου είχαν ενσταλάξει". Και ο επίλογος ακόμα πιο σαφής: "Σκιτσάρισα μια ατίθαση μπούκλα πάνω από το δεξί μάτι, που συγκρατιούταν μετά βίας ανάμεσα στη γραμμή των μαλλιών και το φρύδι. Με κοίταξα, μου χαμογέλασα. Αυτό το ξεπερασμένο χτένισμα, της μόδας τη δεκαετία του '40 μα ήδη παρωχημένο στα τέλη του '50, μου πήγαινε. Η Αμάλια υπήρχε. Η Αμάλια ήμουν εγώ".

Σημ. Ο τίτλος του πρωτοτύπου στα ιταλικά είναι "L' amore molesto". Το "molesto" σημαίνει κατ'ακρίβεια "ενοχλητικός", εξού και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Troubling love". Δεν νομίζω ότι το "βάναυση" αποδίδει σωστά τον τίτλο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο.

Δευτέρα, Απριλίου 08, 2019

Η άλλη Γκρέις

Μάργκαρετ Άτγουντ
Η άλλη Γκρέις
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Ψυχογιός (πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2019)
[έκδοση πρωτοτύπου 1997]
ebook
Αν κάποιος βιβλιόφιλος βρίσκεται σε όχι και τόσο καλή ψυχολογική διάθεση (σε όλους μας συμβαίνει κάποτε αυτό) ας μην επιχειρήσει την ανάγνωση αυτού του αξιολογότατου κατά τα άλλα βιβλίου. Ας περιμένει καλύτερες μέρες ώστε όλη η μελγχολία, η τραγικότητα, οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες του 19ου αι. να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Ακόμα και το κατά κάποιο τρόπο "ευτυχές" τέλος του μυθιστορήματος δεν στάθηκε ικανό να διαλύσει τη δυσθυμία που μου άφησε για μέρες το διάβασμά του.
Αν και το πρωτότυπο κυκλοφόρησε ήδη από το 1997, έγινε πρόσφατα ευρύτατα γνωστό με τη μεταφορά του σε 6 επεισόδια για λογαριασμό του Netflix με τίτλο "Alias Grace". "Η άλλη Γκρέις" τιτλοφορείται το μυθιστόρημα στα ελληνικά και είναι έργο της πολύ γνωστής και πολυγραφότατης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιολογότατη λογοτεχνική δημιουργία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Αλλά γι' αυτό ακριβώς, νομίζω, ασκεί τόση επίδραση στον αναγνώστη.
Διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αι. στον Καναδά. Όπως χιλιάδες άλλοι Ιρλανδοί, έτσι και η πολυμελής (9 παιδιά), πάμπτωχη οικογένεια της Γκρέις Μαρκς, η οποία ήταν τότε 13 χρονών, μεταναστεύει στον Καναδά. Η περιγραφή του ταξιδιού, οι άθλιες συνθήκες στο πλοίο, ο θάνατος της μητέρας, στοίχειωναν τη σκέψη μου για μέρες.
ο έτος: 1851. Θα γίνω είκοσι τέσσερα στα επόμενα γενέθλιά μου. Είμαι κλεισμένη εδώ απ' τα δεκάξι μου χρόνια. Είμαι υπόδειγμα κρατούμενης και δεν προκαλώ μπελάδες". Έτσι μας πρωτοσυστήνεται η Γκρέις, που τη συναντάμε να υπηρετεί στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών. Έχουν ήδη περάσει οχτώ χρόνια από την καταδίκη της σε ισόβια λόγω της συνέργειάς της στον φόνο του αφεντικού της Τόμας Κινίαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με τον αυτουργό των φόνων Τζέημς ΜακΝτέρμοντ, ο οποίος και εκτελέστηκε δημόσια δι' απαγχονισμού. Η ποινή της Γκρέις μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Εντούτοις, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην αθωότητά της και αγωνίζονται για την αποφυλάκισή της. Τα οχτώ χρόνια τα έχει περάσει μετακινούμενη σε φυλακές και φρενοκομεία, γιατί θεωρήθηκε φρενοβλαβής. Τώρα, στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών όπου μεταφέρεται καθημερινά για να υπηρετεί, τη συναντά ένας νέος γιατρός, ο Σάιμον Τζόρταν, που ερευνά τις ασθένειες του μυαλού. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές ξεδιπλώνεται με κάθε λεπτομέρεια, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όλη η δυστυχισμένη ζωή της Γκρέις. Από την Ιρλανδία και τον μέθυσο και βίαιο πατέρα ως τη θέση της ως υπηρέτριας όταν φτάνουν στον Καναδά. Πλήθος τα κοινωνικά στοιχεία που αποκαλύπτονται μέσα από τις εκτενείς, λεπτομερείς αφηγήσεις της Γκρέις. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του γιατρού, με επιστολογραφία, με αποσπάσματα δημοσιευμάτων της εποχής ή καταθέσων από τη δίκη, με ποίηση. Η ψυχιατρική επιστήμη, ο υπνωτισμός, τα όνειρα χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής. Ο Σάιμον μέσα από τις συναντήσεις με την Γκρέις και τις λεπτομερέστατες αφηγήσεις της αγωνίζεται να καταλάβει γιατί, ενώ θυμάται τα πάντα, ακόμα και πολύ απομακρυσμένα γεγονότα με τόσες  λεπτομέρειες, όταν φτάνει στους φόνους δεν θυμάται τίποτα; Είναι πραγματική η αμνησία της ή προσποιείται ότι δεν θυμάται; Και πώς μπορεί να διαπιστωθεί μια αμνησία όταν δεν υπάρχει σωματική έκφανση;
Δεν θα αποκαλύψω το τέλος του μυθιστορήματος, εκτός από το ότι η Γκρέις θα μείνει πάρα πολλά ακόμα χρόνια στη φυλακή. Είναι σίγουρα ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Βασισμένο, όπως αναφέρει η συγγραφέας στο επίμετρρο, σε πραγματικά γεγονότα, μπορεί να διαβαστεί ως κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό αλλά και αστυνομικό μυθιστόρημα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε μια αμερικάνικη εφημερίδα, "έχει τον ρυθμό ενός εμπορικού μυθιστορήματος και τη βαρύτητα ενός κλασικού".

Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2019

Η ξηρασία

Jane Harper
Η ξηρασία
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Μεταίμιο, 2019
(ebook)
(τίτλος πρωτοτύπου, The dry, 2016)

"Η ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού τις είχε κάνει [τις μύγες] πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές, αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα σκελετωμένα ζωντανά τους. Έλλειψη βροχής σήμαινε έλλειψη τροφής. Και η έλλειψη τροφής οδηγούσε σε δύσκολες αποφάσεις στη μικρή πόλη που λαμπύριζε θαμπά κάτω από τον ανελέητα φλογερό γαλάζιο ουρανό".
Ένας σύντομος πρόλογος μας εισάγει ήδη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης Αυστραλής, γεννημένης στην Αγγλία, συγγραφέως, Jane Harper. Αστυνομικό, αλλά όχι μόνο. Μια συγγραφέας που έρχεται να διεισδύσει και να ανταγωνιστεί το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνωρίζει τόσο μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια παρασύροντάς μας στους αντίποδές του. Από την παγωνιά της Lackberk και του Nesbo περνάμε στη ζέστη και τη ξεραΐλα της Αυστραλίας. "Επισήμως οι αρχές μιλούσαν για τις χειρότερες συνθήκες εδώ κι έναν αιώνα". Συνθήκες που επηρεάζουν όχι μόνο την οικονομική διαβίωση των κατοίκων της μικρής κοινότητας Κινβάρα αλλά και τον ψυχισμό τους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα έρχεται να κάνει ακόμα πιο δύσκολη και ζοφερή ένας τριπλός φόνος. Σε μια απομονωμένη αγροικία βρίσκονται νεκροί μια νέα γυναίκα, το εξάχρονο αγοράκι της, ενώ πιο πέρα στο αγρόκτημα ο σύζυγός της, ο Λιουκ, που όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος τους σκότωσε και μετά αυτοκτόνησε. Γιατί όμως άφησε να ζήσει το δεκτριών μηνών κοριτσάκι που επίσης ήταν μέσα στο σπίτι;
Αναπάντητα ερωτήματα πλανώνται στη μικρή πολιτεία, όταν για την κηδεία των τριών θυμάτων έρχεται στην Κινβάρα ο Άρον Φαλκ που είχε εγκαταλείψει βιαστικά την πόλη πριν από είκοσι χρόνια και τώρα υπηρετεί στην αστυνομία της Μελβούρνης. Ο Φαλκ με τον Λιουκ και δυο ακόμα κοπέλες, την Έλι και την Γκρέτσεν, υπήρξαν στην εφηβεία τους αχώριστοι φίλοι. Μια από εκείνες τις νεαρές, η Έλι, ειχε βρεθεί τότε νεκρή, πνιγμένη, με πέτρες στις τσέπες της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τότε τον θάνατό της, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ, παρ' όλο που, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι υποψίες και τα κουτσομπολιά δεν έπαψαν να υπάρχουν. Παρ' όλο που ο Φαλκ ήρθε μόνο για την κηδεία, εντελώς ανεπίσημα και εν μέσω της αντιπάθειας και της απόρριψης από τους κατοίκους της μικρής πόλης που δεν έπαψαν με αόριστες και αναπόδεικτες φήμες να τον εμπλέκουν  στον παλιό εκείνο θάνατο της Έλι, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον τοπικό αρχιφύλακα Ράκο, για να μπορέσουν να λύσουν το μυστήριο των τριών θανάτων. Το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν. Η μνήμη όχι μόνο του Φαλκ αλλά και των  κατοίκων της Κινβάρα ανασύρει πρόσωπα, γεγονότα, σχέσεις από τον προ εικοσαετίας θάντο της Έλι. Αργά, μεθοδικά, οι υποψίες μετακινούνται στη σκέψη του αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Η ψυχολογία των ανθρώπων επηρεάζεται, χωρίς αμφιβολία, απ' αυτή τη αποπνικτική ατμόσφαιρα ξηρασίας. Οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Σε πολλούς αναγνώστες ξέρω ότι δεν αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Όμως "Η ξηρασία" είναι κάτι πέρα από το αστυνομικό. Γι' αυτό ίσως και η τόσο μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Πολυμεταφρασμένο, ήδη μεταφερμένο στον κινηματογράφο, συνδυάζει άριστα την αστυνομική πλοκή με το ψυχολογικό θρίλες.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2019

Ασυγχώρητο λάθος

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ασυγχώρητο λάθος
Ψυχογιός, 2019
Διηγήματα, χρονογραφήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους και κυρίως μυθιστορήματα αποτελούν τη λογοτεχνική δημιουργία της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο, σε βιβλία που αγάπησαν χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλία βγαλμένα από τη ζωή, συχνά εμπλουτισμένα με προσωπικές εμπειρίες, βιβλία με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Αν κάτι ξεχωρίζει τα βιβλία της Γιόλας είναι ακριβώς αυτή η πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Στηριγμένη σε πραγματικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα μια ανίατη αρρώστια από την οποία πάσχει η ηρωίδα της ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου"), ή από ένα δυστύχημα που την αφήνει τετραπληγική ("Η ζωή είναι αγάπη"), ή από την ενδοοικογενειακή βία την οποία υφίσταται ("Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ"), ή από τη δράση της Μπόκο Χαράμ ("Ηλέκτρα, το δάκρυ της Αφρικής") κ.ά. προεκτείνει την πραγματική ιστορία, της δίνει διαστάσεις ώστε ν' αποκτά καθολικότητα, ώστε κάθε γυναίκα να μπορεί να βάλει τον εαυτό της στη θέση της ηρωίδας.
Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο της  "Ασυγχώρητο λάθος". Όπως η ίδια η συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο του βιβλίου, "Για τη γυναίκα που παραστράτησε τη δεκαετία του '30 και κατάφερε να ανέβει τα σκαλιά της υψηλής κοινωνίας, και να γίνει η πιο πολυσυζητημένη γυναίκα στον χώρο της, άκουσα στα χρόνια της εφηβείας μου να λέγονται πολλά". Είχε ξεχάσει την παλιά αυτή ιστορία, όταν με έκπληξη διάβασε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που αναφερόταν στην πολυτάραχη ζωή της. "Το διάβασα με περιέργεια, και με τη ματιά του ενήλικα διαπίστωσα πως η ιστορία της έκρυβε μια γοητεία-η πάλη που έκανε μια ολόκληρη ζωή να ξορκίσει τη μοίρα και να ζήσει το όνειρό και τις φιλοδοξίες της ήταν μοναδική". Αυτό υπήρξε το έναυσμα ώστε η Γιόλα να μας δώσει ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ακόμα ένα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Πέρα από την πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να προκαλεί το ενδιαφέρον  από το εισαγωγικό κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης να αδημονεί για τη συνέχεια. Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάμε και στο   "Ασυγχώρητο λάθος". Παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο μια καλοντυμένη, ωραία κυρία, τη Μαργαρίτα, να αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, όπου θα την περίμενε ο σύζυγός της. Όμως αντί αυτού ένας άγνωστος την περιμένει, για να τη μεταφέρει, με οδηγίες του συζύγου της, σ' ένα ξενοδοχείο. Τι συνέβη; Ποια θα είναι η συνέχεια; Θα το μάθει και θα το μάθουμε κι εμείς, όταν την άλλη μέρα οδηγείται στο γραφείο του δικηγόρου του συζύγου της. Κι ύστερα θα πάμε πίσω αρκετές δεκαετίες.
Την  τριτοπρόσωπη γραφή του πρώτου κεφαλαίου θα διαδεχτεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ίδιας της Μαργαρίτας. Τα δύο αυτά είδη γραφής θα εναλλάσσονται διαρκώς στο βιβλίο, ανάλογα με τις ανάγκες του περιεχομένου. Γεννημένη το 1934 η Μαργαρίτα σ' ένα χωριό του Παγγαίου στη Μακεδονία από μια πάμπτωχη οικογένεια, δωδεκάχρονη ακόμα θα σταλεί ως υπηρέτρια  σε μια πλούσια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. (Δεν μπορώ σ' αυτό το σημείο να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου ανάλογες περιπτώσεις πριν από αρκετές δεκετίες στη Λευκωσία, όταν έφερναν από χωριά μικρά κορίτσια ως υπηρέτριες, "κοπελούδες" τις έλεγαν, που δεν είχαν πάντα και την καλύτερη μεταχείριση). Η Μαργαρίτα θα γνωρίσει την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, ακόμα και  τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η θέλησή της όμως να ξεφύγει απ' αυτή την κατάσταση θα την οδηγήσει στην κοινωνική άνοδο και την καταξίωση.
Το ιστορικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή σκιαγραφούνται με αδρές πινελιές. Η Μαργαρίτα θα κατορθώσει να ανέβει την κοινωνική κλίμακα. Θα κάνει δυο γάμους, θα ταξιδέψει σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, την ατμόσφαιρα των οποίων ρεαλιστικά αποδίδει η συγγραφέας, θα μπορέσει να βοηθήσει άλλους με τον πλούτο που θα της αφήσουν οι γάμοι της. Το αν γνώρισε όμως μέσα στον περιπετειώδη βίο της και την ευτυχία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, παρ' όλο ότι το βιβλίο τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα.
Ακόμα ένα ωραίο μυθιστόρημα, με το  οποίο, όπως η συγγραφέας υποσχέθηκε στον πρόλογό της, "μας ταξίδεψε σε ήπιους τόνους, αντάμα με μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!"

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Πατσίνκο

Min Jin Lee
Πατσίνκο
Μετ. Βάσια Τζανάκαρη
Ίκαρος 2018
(ebook)
Είναι απ' τα βιβλία που στοιχειώνουν τη σκέψη σου και σε ακολουθούν για καιρό.  Βιβλίο που διαδραματίζεται πολύ μακριά από τον δικό μας, οικείο, δυτικό πολιτισμό, αλλά που κατορθώνει να αποκτήσει παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα. Είναι βιβλίο με κέντρο προπάντων τον άνθρωπο, έστω κι αν δρα μέσα σε διαφορετικές τοπικές, ιστορικές, πολιτιστικές συνθήκες. Τι κοινό έχουμε με την ιστορία, τη φύση, τη γλώσσα, τις συνήθειες Κορεατών και Ιαπώνων; Κι όμως η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο και ισχύουν παντού και πάντα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, δυστυχεί, υποφέρει, ελπίζει, αγαπά τον τόπο του, αγωνιά για τα παιδιά του, αισιοδοξεί ή απογοητεύεται, θρηνεί στον θάνατο πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
Με ύφος απλό, σχεδόν κουβεντιαστό, με σύντομες προτάσεις, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας ύφους ή εντυπωσιασμού, η Νοτιοκορεάτισσα-Αμερικανίδα συγγραφέας μας παρασύρει σ' αυτή τη μακρά αφήγηση, της οποίας οι 700 σελίδες δεν μας φαίνονται καθόλου πολλές. Αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1989. Βασική πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας που υπάρχει από την αρχή ως το τέλος, είναι η Σάντζα, μοναδικό επιζήσαν παιδί ενός φτωχού ζευγαριού, του Χούνι και της Γιάνγκτσιν, που ζουν σ' ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Κορέας (προτού ακόμα χωριστεί), το Γιόνγκτο. Φτωχοί αλλά εργατικοί και αγαπημένοι, αγωνίζονται όπως όλοι γύρω τους. Σύντομα ο Χούνι πεθαίνει και μόνη της η Γιάνγκτσιν μεγαλώνει τη Σάντζα, νοικιάζοντας τα φτωχικά της δωμάτια σε ψαράδες. Τα χρόνια περνούν, με τη Σάντζα να δουλεύει από πολύ μικρή πλάι στη μάνα της. Δεκαεξάχρονη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν πλούσιο έμπορο ψαριών, τον Κο Χάνσου, ο οποίος της αποκρύπτει ότι είναι ήδη παντρεμένος στην Ιαπωνία. Όταν εκέινη μένει έγκυος, της προτείνει να τη βοηθήσει, να τη συντηρεί, ουσιαστικά να γίνει ερωμένη του, πράγμα που η Σάντζα απορρίπτει. Θα την παντρευτεί όμως ένας φιλάσθενος ιερέας, ο Ίσακ, που έτυχε να μείνει στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους και μαζί θα μεταναστεύσουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας, της οποίας τότε η Κορέα ήταν αποικία, όπου ζει ο παντρεμένος αδελφός του Ίσακ. Το παιδί που γεννιέται, ο Νόα (Νώε) αποδεικνύεται ένα πανέξυπνο, ταλαντούχο παιδί, που όνειρό του είναι να μπορέσει να σπουδάσει, να πάει στο πανεπιστήμο παρ' όλη τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στην οποία ζουν. Το φαγητό με δυσκολία εξασφαλίζεται, το να φάνε "άσπρο ρύζι" ήταν μια σπάνια πολυτέλεια, στη θέση του κρέατος αγοράζουν και βράζουν κόκαλα.
Καθώς τα χρόνια περνούν καινούρια πρόσωπα περιβάλλουν τα αρχικά. Καινούριες γενιές, γεννήσεις και θάνατοι, παιδιά κι εγγόνια, δεσμοί δημιουργούνται ή διαλύονται. Μέσα από την ιστορία των προσώπων παρακολουθούμε τις ιστορικές συνθήκες που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν. Οι Κορεάτες στην Ιαπωνία, όπου καταφεύγουν ως μετανάστες αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ζουν σε ένα είδος γκέτο, περιφρονούνται, περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμα και το όνομά τους. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ιθαγένεια. Ακόμα και οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, έστω κι αν έχουν γεννηθεί στην Ιαπωνία, έστω κι αν μιλούν τέλεια τα Ιαπωνικά, αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους στην Ιαπωνία.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουν οι γυνακείοι χαρακτήρες, προπάντων η Σάντζα που επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας. Έχει αποκτήσει κι ένα δεύτερο παιδί με τον γάμο της κι εκτός από τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού, επινοεί τρόπους να ενισχύσει το φτωχό εισόδημα της οικογένειας. Ωραίος τύπος είναι και η άτεκνη συνυφάδα της, η Κιάουνκιν, με την οποία συγκατοικούν και  πάντα αγαπημένες αντιμετωπίζουν μαζί  όλες τις αντιξοότητες. Αλλά και η μητέρα, η Γιάνγκτζιν, που κάποια στιγμή έρχεται κι αυτή στην Ιαπωνία, δεν είναι κατώτερη. Είναι πολύ χαρκτηριστική η σκηνή κατά την οποία ηλικιωμένη πια, είναι άρρωστη και  ετοιμοθάνατη: "Το απρόσμενο δώρο αυτής της ασθένειας ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, ίσως από τη στιγμή που περπάτησε και ήταν σε θέση να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, η Γιάνγκτζιν δεν ένιωθε την επιθυμία να μοχθήσει. Πλέον δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να πλύνει πιάτα, να σκουπίσει πατώματα, να ράψει ρούχα, να τρίψει τουαλέτες, να φροντίσει παιδιά, να φτιάξει φαγητό για να πουλήσει ή να κάνει ό,τι άλλο έπρεπε να γίνει. Δουλειά της ήταν να ξεκουραστεί πριν πεθάνει". Και η Σάντζα κάποια στιγμή θα πει: "Η μοίρα μιας γυναίκας είναι να υποφέρει".
Ασφαλώς δεν λείπουν και οι ανδρικοί χαρακτήρες, ίσως μάλιστα είναι περισσότεροι και με  πιο καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Καλοί και κακοί, τίμιοι και μαφιόζοι, εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που συναντάμε σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Το βιβλίο αποπνέει αγάπη για την πατρώα γη, την Κορέα, στην οποία όμως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν μετά τον χωρισμό της. Θυμήθηκα το ποντιακό τραγούδι του Καζαντζίδη: "Στα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος". Το δράμα του μετανάστη εκφρασμένο και σ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "Πατσίνκο"; Είναι το όνομα ενός ιαπωνικού  παιγνιδιού που μοιάζει με  το φλίπερ, αλλά που παίζεται με λεφτά. Περίπου το 80% των μαγαζιών Παντσίνκο που υπήρχαν στην Ιαπωνία ανήκαν σε Κορεάτες, αλλά συνήθως ελέγχονταν από την Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία. Δυο από τα μέλη της οικογένειας της Σάντζα θα πλουτίσουν απ' αυτά τα μαγαζιά. Ο Νόα θα μπορέσι να μπει στο πανεπιστήμιο, μεγάλο επίτευγμα για Κορεάτη. Ένας εγγονός θα μπορέσει να σπουδάσει ακόμα και στην Αμερική. Όμως η ζωή παραμένει δύσκολη, απρόβλεπτη, συχνά οι ήρωες συντρίβονται από μια αδυσώπητη μοίρα.
Βιβλίο με ιστορικές αναφορές, χωρίς να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα που πολύ έχει μελετήσει και αγαπήσει την εθνική της καταγωγή, προπάντων που έχει πολύ αγαπήσει τον Άνθρωπο.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2019

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά

Κώστας Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο, 2018
Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει: Μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, το επόμενο ανάγνωσμα αδικείται. Ενώ από μόνο του ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολύ καλό, όταν έρθει μετά από ένα εξαιρετικό, μειώνεται. Το ξέρω. Κάθε βιβλίο πρέπει να κρινεται από μόνο του, αλλά άθελά μας η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το διαπιστώνω ακόμα μια φορά όταν, μετά το "Πατρίδα" του Αραμπούρου, διάβασα το "Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" του Κατσουλάρη. Ένας φιλόλογος, εκπαιδευτικός που αγαπάει ιδιαίτερα τον Όμηρο κι ένας προικισμένος μαθητής με παρόμοια αγάπη, ήταν αδύνατο να μην ελκύσουν την προσοχή μου και να μην αναζητήσω το βιβλίο. Το οποίο δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα. 
Το όλο μυθιστόρημα, από τον τίτλο, που είναι ομηρικός στίχος, ως τη διαίρεση των κεφαλαίων, την αναφορά αποσπασμάτων, τη σύγκριση μεταφράσεων ή τα ονόματα που δίνονται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, κινούνται γύρω από το μεγάλο ηρωικό έπος. Ο νεαρός μαθητής Νάσος Γκέτσος, αλβανικής καταγωγής, ενώ στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις διακρίνεται για την επίδοσή του, ξαφνικά εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τι έχει απογίνει. Ο φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός που τον είχε μαθητή στη Β' Γυμνασίου, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του με emails, πάντα γύρω από τον Όμηρο και τις μεταφράσεις του κι όταν ο Νάσος έπαψε να είναι μαθητής του. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση παρερμηνεύεται, ο καθηγητής παραπέμπεται σε  Πειθαρχικό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία. Παράλληλα αρχίζει να αναζητεί τον εξαφανισμένο, χαρισματικό μαθητή του. Τριγυρίζει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, στον Κολωνό κυρίως, συναντά τις αντιμαχόμενες ομάδες, τους χρυσαυγίτες και τους αντιφάδες (αντιφασίστες), βλέπει το αίμα που άδικα χύνεται. Έχει άραγε ο Νάσος καταλήξει σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες;
Ο συγγραφέας μας δίνει με πειστικότητα μια εικόνα της Αθήνας του 2013. Η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, ο ρατσισμός, το bullying, η φανατισμένη νεολαία, τα κύματα των προσφύγων που κατακλύζουν ιδιαίτερα τα απέναντι της Τροίας νησιά, ο υποδόριος παραλληλισμός του Τρωικού με τον τωρινό "πόλεμο" (δεν βρίσκω άλλη σχέση μεταξύ της εμμονικής αναφοράς στο ιλιαδικό έπος και στη σύγχρονη Αθήνα) διαποτίζουν το μυθιστόρημα. Ένα έργο που μοιάζει να  είναι ρεαλιστική καταγραφή γεγονότων παρά μυθοπλασία. Την άποψη αυτή ενισχύουν και αυτούσια αποσπάσματα από εφημερίδες ή διαδικτυακές αναφορές, καθώς και τα πραγματικά ονόματα νέων που θυσιάστηκαν σ' ένα παράλογο φανατισμό και μίσος.