Σάββατο, Απριλίου 14, 2007

Οι δυο ζωές του Θέμελη

Το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη ("Μιά ζωή δυο ζωές", Κέδρος, 2007), παρόλη την απογοήτευση που προκάλεσε το προηγούμενό του ("Για μια συντροφιά ανάμεσά μας"), βρίσκεται ήδη στην κορυφή των ευπώλητων. Υπάρχει φαίνεται ένα κοινό, ανάμεσά τους κι εγώ, που σε κάθε νέο βιβλίο του αναζητεί τη μαγεία που του δημιούργησε η "Αναζήτηση" κι ας απογοητεύεται ολοένα και περισσότερο.
Το "Μια ζωή δυο ζωές" σηματοδοτεί μια εμφανή στροφή από το ιστορικό στο σύγχρονο, αστικό μυθιστόρημα, στο οποίο όμως ο Θέμελης δεν φαίνεται να τα καταφέρνει εξίσου καλά. Δεν λέω ότι δεν διαβάζεται εύκολα ή ευχάριστα ή με ενδιαφέρον. Αλλά...πολλά είναι τα "αλλά" μου. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον κεντρικό ήρωα, τον πανεπιστημιακό Οδυσσέα Πολίτη, να ετοιμάζει τα χαρτιά του για ένα συνέδριο στις Βρυξέλλες, στο οποίο πρόκειται να πάρει μέρος. "Α", είπα, "να επιτέλους ένα ελληνικό campus novel". Αλλά δυστυχώς, παρόλο ότι υπάρχει προς το τέλος του βιβλίου ένα ακόμη συνέδριο, παρόλο που πολλοί φίλοι του Πολίτη είναι πανεπιστημιακοί, το μυθιστόρημα πόρρω απέχει απ' αυτό που νόμισα στην αρχή. Σε λίγο, με αφορμή μια συνέντευξη που δίνει σ' ένα μεταπτυχιακό του φοιτητή, κάνει μια αναδρομή στη ζωή και στις ιδέες του. Αυτό το δέχομαι, δένει. Παρακάτω όμως, δυο πολυσέλιδες, φανταστικές αναδρομές στην παιδική και νεανική του ηλικία που φτάνουν ως... τη Σαμαρκάνδη και τον Ταμερλάνο, τις βρήκα εντελώς άσχετες, όσο κι αν προσπάθησα να καταλάβω τι σημαίνουν και γιατί παίρνουν τόση έκταση. Στις αναδρομές του περιλαμβάνεται και η ιστορία του θείου Αλέκου, εκπροσώπου της διωχθείσας αριστεράς, που γυρίζει από την εξορία κι όμως είναι το χειρότερο είδος που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Κι εδώ πάλι μένει η απορία σε τι αποσκοπεί αυτή η "θρυμματισμένη προσωπικότητα".
Ο μεσήλικας Πολίτης, παντρεμένος εδώ και δώδεκα χρόνια σε δεύτερο γάμο με μια γιατρό, τη Μαρία, χωρίς παιδιά, φαίνεται να περνά μια κρίση ηλικίας. Στο ζευγάρι, παρόλο ότι φαινομενικά ζουν αρμονικά, υπάρχει μια "εύθραυστη ατμόσφαιρα". Ταιριάζουν σε πολλά, αλλά είναι έτοιμοι κάθε στιγμή να παρεξηγηθούν και να διαπληκτιστούν.
Στο συνέδριο ο Πολίτης γνωρίζει μια εντυπωσιακή, αρκετά νεότερη συνάδελφο, τη Ράνια. Η αμοιβαία έλξη δεν οδηγεί σε τίποτε άλλο πέραν από ένα δείπνο, μια μουσική που ακούνε στο μπαρ και μια συζήτηση περί ταυτότητας, ατομικής και συλλογικής. Θα ξανασυναντηθούν στο επόμενο συνέδριο που θα γίνει λίγες βδομάδες και...273 σελίδες αργότερα στη Βιέννη, οπότε και θα ενδώσουν σε μια παθιασμένη, ολιγοήμερη σχέση που, αφού τη συνεχίσουν για λίγο και στην Αθήνα, εκείνος θα αποφασίσει να διακόψει.
Όλ' αυτά συμβαίνουν λίγο πριν και λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2000. Η σύζυγός του, ο πιο στενός του φίλος, ο Άλκης, η γυναίκα, η κόρη του, άλλοι φίλοι και γνωστοί, πανεπιστημιακοί ή μεγαλοεπιχειρηματίες, μια κοινότητα αντιπροσωπευτική της μεγαλοαστικής τάξης της αθηναϊκής κοινωνίας, πλαισιώνουν τον κεντρικό ήρωα. Οι εορταστικές συγκεντρώσεις τους στην Αθήνα ή στα Ζαγοροχώρια όπου πάνε για τα Θεοφάνια, οι κουβέντες τους, οι οικογενειακές σχέσεις καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου. Στον επίλογο, μιλώντας για λίγο σε πρώτο πρόσωπο, ο καθηγητής θ' αποφασίσει να παραιτηθεί από το πανεπιστήμιο, να αρχίσει μια καινούργια ζωή, να χωρέσει, αν μπορεί, δυο ζωές μέσα σε μια ζωή.
Πολλά πράγματα σ' αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν ασύνδετα, κομμάτια που δεν δένουν μεταξύ τους, που δεν υπηρετούν μια βασική γραμμή. Εκτός από τις δυο φαντασιακές αναδρομές που ανέφερα, είναι ακόμα η ασυνεννοησία της νεαρής κόρης του φίλου του με τους γονείς της ως παρένθετη ιστορία, είναι και ο ξαφνικός θάνατος του φίλου του με υπονοούμενο κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης που μένει όμως μετέωρη και αδιευκρίνιστη, η συνάντηση με μια ομάδα κυνηγών και η έκφραση...ζωοφιλίας και άλλα. Καμιά πρωτοτυπία στην τεχνική, μια ευθύγραμμη αφήγηση με κάποιες αναδρομές, κοινότοπες οι συζητήσεις περί ταυτότητας, περί του χρόνου, περί των "Ελληναράδων" κ.λπ. Όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι μια επιφάνεια και (να με συγχωρέσει ο Θέμελης αν κάνω λάθος) μια προσπάθεια να μας εντυπωσιάσει, άλλοτε με τις μουσικές του γνώσεις και προτιμήσεις (η συνεχής αναφορά μουσικών κομματιών είναι εξόχως διδακτική) και άλλοτε με τον κοσμοπολιτισμό του. Για παράδειγμα, ποια η ανάγκη απαρίθμησης όλων των διάσημων Καφέ που έχει επισκεφθεί (σ.124); (Παρέλειψε βέβαια μερικά, αλλά θα υπέπιπτα στο ίδιο σφάλμα αν του τα υπεδείκνυα!).
Και κάτι τελευταίο. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ένας λανθάνων φαλλοκρατισμός. Τον μεσήλικα καθηγητή είναι η νεαρή που τον κυνηγά, είναι εκείνη που του στέλλει συνεχώς μηνύματα και εκείνη διευθετεί, αν και δεν είναι καλεσμένη, να πάει στο συνέδριο της Βιέννης και, τέλος, εκείνος αποφασίζει να διακόψει. Ακόμα όμως, ενώ η γυναίκα του φαίνεται να έχει μια τρυφερή σχέση με ένα συνάδελφό της, ποτέ ο συγγραφέας δεν την παρουσιάζει να απιστεί στον άνδρα της. Αυτό ας το αφήσουμε ως προνόμιο και συγχωρητέο μόνο για τους άνδρες!
Αν όλα όσα ο Θέμελης αναφέρει στο βιβλίο του είναι η σημερινή Αθήνα, τότε ναι, έγραψε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα.


Τρίτη, Απριλίου 03, 2007

Η ονειρεμένη πατρίδα μου

Την Ιζαμπέλ Αλιέντε έπαψα να την παρακολουθώ μετά τα πρώτα δύο βιβλία της, όταν το τρίτο, την "Εύα Λούνα", δεν κατάφερα να το τελειώσω. Έτσι, με επιφύλαξη πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της "Η ονειρεμένη πατρίδα μου" (Ωκεανίδα, 2004), που μια φίλη επέμενε να μου δανείσει. Και δεν το μετάνιωσα. Βιβλίο ενδιαφέρον τόσο για τη χώρα, τη Χιλή, όσο και για την ίδια τη συγγραφέα. Εν μέρει αυτοβιογραφία, εν μέρει πατριδογνωσία, με ύφος ανάλαφρο κι όταν ακόμα γράφει για τη δικτατορία του Πινοσέτ, συχνά με αυτοσαρκασμό και με την υπερβολή της γενίκευσης. Η γεωγραφία της χώρας, ο χαρακτήρας και οι συνήθειες του λαού, ταυτόχρονα τα δικά της παιδικά χρόνια, "το μαγεμένο σπίτι" που μας περιγράφει στο "Σπίτι των πνευμάτων" και που το γνώρισε μόνο μέσα από τις αφηγήσεις του παππού, ο χωρισμός των γονιών, η περιπλάνησή της σε άλλες χώρες, η τελική δική της εγκατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με το δεύτερο σύζυγό της, τα διαβάσματα, η λογοτεχνία και το γράψιμο, όλα σε συνάρτηση με μια χώρα που αγαπά, που δεν παύει όμως να βλέπει τα κουσούρια της και που, όπως λείπει καιρό απ' αυτήν, την περιγράφει πιο πολύ όπως την έχει πλάσει μες στο μυαλό της, όπως την ονειρεύεται, παρά όπως είναι.
Γραφή ελκυστική, καθόλου κουραστικό βιβλίο, που πέρα από τη γνωριμία μ' ένα λαό και μια συγγραφέα, σε κάνει να σκέφτεσαι πόσο τελικά μοιάζουμε όλοι οι άνθρωποι.


Τα χερουβείμ της μοκέτας

Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής ως λογοτεχνικός τρόπος γραφής. Ο συγγραφέας, ο παντογνώστης αφηγητής, δεν αφηγείται απλώς σε τρίτο πρόσωπο. Εισχωρεί ο ίδιος στη σκέψη και στη ψυχή του ήρωα ή της ηρωίδας του. Γράφει μεν σε τρίτο πρόσωπο, αλλά αποδίδει τη σκέψη και τα συναισθήματα σαν να είναι εκείνοι, οι ήρωές του που σκέφτονται. Η τεχνική αυτή, πιστεύω, είναι και ένας από τους λόγους που μου άρεσε τόσο το βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη (Εστία, 2006). Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας μονόλογος της Μαρίας, μιας 37χρονης οικοκυράς, και καλύπτει χρονικά μια μέρα, κατ' ακρίβειαν 18 ώρες, από το πρωί που ξυπνάει, ως τα μεσάνυχτα σχεδόν που κάνει το μπάνιο της πριν πάει για ύπνο, θυμίζοντάς μας έτσι άλλα έργα ανάλογης χρονικής διάρκειας ("24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας" του Τσβάιχ, τον "Οδυσσέα" του Τζόυς κ.λπ.). Κι όμως, τα κοινά και σε άλλα έργα στοιχεία τεχνικής, ο εσωτερικός μονόλογος και η χρονική διάρκεια, αλλά ακόμα και το πολύ κοινό θέμα, η ζωή μιας νοικοκυράς, δεν καθιστούν καθόλου κοινό το βιβλίο της Γιαννακάκη. Είχα διαβάσει και το προηγούμενό της, "Περί ορέξεως και άλλων δεινών", αλλά "Τα χερουβείμ" είναι πολύ καλύτερο.
Μέσα από το μονόλογο της Μαρίας, μέσα από τις σκέψεις που ρέουν συνειρμικά, χωρίς χρονολογική σειρά, ενώ καθαρίζει, βάζει πλυντήριο, μαγειρεύει (σ' αυτό το τελευταίο είν' αλήθεια δεν δίνει και πολλή σημασία), περνάει παρελθόν και παρόν, η ζωή της, οικογενειακές σχέσεις, φιλίες, έρωτες...Μα και πάλι, ούτε αυτό θα ήταν αρκετό για να μας δημιουργήσει το ενδιαφέρον που μας προκαλεί, ώστε να μην αφήνουμε το βιβλίο πριν φτάσουμε στην τελευταία σελίδα. "Τα χερουβείμ" είναι συνάμα κι ένα ψυχολογικό θρίλλερ. Από την αρχή φαίνεται πως αυτή η συγκεκριμένη μέρα έχει κάτι το ξεχωριστό για την ηρωίδα, κάτι που αποκαλύπτεται αργά και έντεχνα από τη συγγραφέα. Μοιάζει σαν η Γιαννακάκη να κρατάει στα χέρια ένα δόλωμα κι εκεί που πλησιάζουμε να το αρπάξουμε, τραβάει το σπάγγο και το απομακρύνει κι εμείς, ανυπόμονοι να το γευτούμε, την ακολουθούμε ως το τέλος.
Η Μαρία είχε σπουδάσει αρχιτέκτονας, εργάστηκε πολύ λίγο ως σχεδιάστρια, παντρεύτηκε τον εργοδότη της αποσπώντας τον δόλια από τη γυναίκα του, σταμάτησε να δουλεύει, απόκτησε τρία παιδιά και αφοσιώθηκε στο σπίτι και στην οικογένεια. Αφοσιώθηκε, είναι τρόπος του λέγειν. Δεν έπαψε να έχει εραστές και η ανάμνηση του τελευταίου, που υπήρξε ο φιλόλογος και φροντιστής της κόρης της, στοιχειώνει τη σκέψη της αυτή τη μέρα, που ακριβώς ένα χρόνο πριν, εκείνος πέθανε.
Πολλοί είναι οι συμβολισμοί και οι προεκτάσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στο μυθιστόρημα. Από τον τίτλο (όπου χερουβείμ είναι τα αγγελάκια-διακοσμητικά σχέδια της μοκέτας πάνω στην οποία η Μαρία έκανε έρωτα) ως την ψυχαναγκαστική μανία της με την καθαριότητα ("το 'φαγε το σπίτι με τα νύχια της", όπως της έλεγε ο άντρας της). Από τη σκέψη μου δεν φεύγει ένας λανθάνων συσχετισμός με τον "Αγάμέμνονα": μάνα και κόρη-λουτρό-φόνος.
Απ' τις μικρές αδυναμίες του βιβλίου θα έλεγα ότι είναι οι συχνές επισκέψεις της ηρωίδας στο μπάνιο και η περιγραφή της συχνουρίας της, καθώς και σε κάποια σημεία η εξονυχιστική περιγραφή του καθαρίσματος κάθε ρωγμής που κάποτε καταντά κουραστική.


Απουσία και διάβασμα


Η πολυήμερη απουσία από το μπλογκ δεν σημαίνει βέβαια και αποχή από το διάβασμα. Στο διάστημα από το προηγούμενο ποστ ως σήμερα διάβασα (μεταξύ άλλων) τη "Μεταμόρφωση" του Κάφκα και το "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν. Να μου πείτε τώρα; ε, τώρα, τι να κάνουμε, τώρα έτυχε, αλλά βέβαια δεν θα γράψω γι' αυτά.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να αναφερθώ στις φτηνές εκδόσεις "γράμματα" του βιβλιοπωλείου της Πρωτοπορίας (στις οποίες και διάβασα τα δυο αυτά βιβλία). Μπορεί να μην είναι σπουδαίες ως εκδόσεις, όμως είναι βολικές για μεταφορά λόγω του μικρού τους σχήματος, και προσιτές οικονομικά λόγω τιμής. Έτσι, καθένας μπορεί με 2,5, 3 ή 5 ευρώ να έχει στη διάθεσή του κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ακολουθούν ποστ για δύο άλλα βιβλία.





Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Η εξαιρετική "Γαλλική Σουίτα"

Από τις μεγαλύτερες ευτυχίες μου είναι η ευκαιριακή συγκυρία να 'χω στα χέρια μου ένα καλό βιβλίο κι απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μου για να μη διακόψω το διάβασμα, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει συχνά. Αυτή την ευτυχία δοκίμασα τις δυο τελευταίες μέρες. Άρχισα τη "Γαλλική Σουίτα" της Ιρέν Νεμιρόβσκυ και για δυο μέρες βυθίστηκα χωρίς διακοπή σ' ένα κόσμο τόσο μακρινό και συνάμα τόσο κοντινό. Μακρινό, γιατί διαδραματίζεται στη Γαλλία του 1940-41 και κοντινό, γιατί οι καταστάσεις, ο πόλεμος, η κατοχή, οι άνθρωποι κι η ψυχολογία τους είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο και σ' όλες τις εποχές (αθάνατε Θουκυδίδη!). Τίποτα από την καθημερινότητα δεν ήρθε να διακόψει αυτό το απολαυστικό βύθισμα. Λίγο φαγητό, λίγος ύπνος και ξανά η περιδιάβαση στη Γαλλία του 1940-41, έτσι όπως με τη δύναμη της λογοτεχνικής της γραφής την αναπαριστά η Νεμιρόβσκυ.
Η ίδια η ζωή της συγγραφέως μοιάζει με μυθιστόρημα. Από πλούσια οικογένεια της Ρωσίας, φεύγει για να γλιτώσει τη δίωξη από την κομουνιστική επανάσταση. Καταφεύγει στη Γαλλία, παντρεύεται, έχει δυο κόρες, γράφει. Είναι όμως Εβραία (κι ας έχει ασπαστεί τον Καθολικισμό). Μέσα στη φρίκη του πολέμου, κρυμμένη εδώ κι εκεί, γράφει πυρετωδώς. Δίνει στο χαώδη γύρω της κόσμο, στους Γερμανούς που προελαύνουν στο γαλλικό έδαφος, στο Παρίσι που εκκενώνεται, στην κατακτημένη τελικά Γαλλία, την αιωνιότητα που χαρίζει η Τέχνη σε όποια μορφή. Δεν θα αποφύγει τη σύλληψη η Νεμιρόβσκυ. Κι αυτή κι ο άντρας της στέλλονται στο Άουσβιτς, απ' όπου βέβαια δεν θα βγουν ποτέ. Τα πυκνογραμμένα χειρόγραφά της κουβαλάει σε μια βαλίτσα από καταφύγιο σε καταφύγιο η μια της κόρη. Χρόνια αργότερα, αρχίζει να τα μεταγράφει. Το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά το 2004 στη Γαλλία, 62 χρόνια μετά τη συγγραφή του, και στα Ελληνικά το 2005 (Πατάκης). "Σουίτα" το ονομάζει. Σκόπευε να το ολοκληρώσει σε πέντε μέρη, πρόλαβε να γράψει όμως μόνο τα δύο πρώτα.
Στο πρώτο μέρος, "Καταιγίδα τον Ιούνιο", απεικονίζεται η τρομαγμένη έξοδος από το Παρίσι. Οι άνθρωποι (πόσο καλά την ξέρουμε στην Κύπρο αυτή την εικόνα) φεύγουν πανικόβλητοι. Παίρνουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, κλειδώνουν τα σπίτια κι άλλοι με αυτοκίνητα, άλλοι με ποδήλατα, άλλοι πεζοί, αναζητούν ασφαλέστερη διαμονή στην ύπαιθρο. Η Νεμιρόβσκυ δεν γράφει αόριστα κι απρόσωπα. Μέσα στο αλλόφρον πλήθος ξεχωρίζουν πρόσωπα και χαρακτήρες: Μια πολυμελής, πλούσια οικογένεια, δυο μικρομεσαίοι υπάλληλοι Τράπεζας, ένας αριστοκράτης που η μόνη του έγνοια είναι να περισώσει την πολύτιμη συλλογή του από πορσελάνες, ένας σνομπ συγγραφέας και η ερωμένη του...Βομβαρδισμοί, έλλειψη τροφίμων, άνθρωποι που θυσιάζονται για τους άλλους κι άλλοι που, κυριαρχούμενοι από τα ένστικτα επιβίωσης κλέβουν βενζίνη ή τρόφιμα, ένα χάος, το οποίο αποδίδει με μοναδική δεξιοτεχνία, με φωτογραφική απεικόνιση της λεπτομέρειας.
Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται "Ντόλτσε". Η Γαλλία είναι πια υπό κατοχήν. Η Νεμιρόβσκυ μας μεταφέρει σ' ένα χωριό, το Μπισσύ, όπου οι Γερμανοί έχουν επιτάξει τα σπίτια. Τα πρόσωπα του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν εδώ, εκτός από μια χαλαρή αναφορά σε μερικά από αυτά. Στο επίκεντρο είναι τώρα οι άνθρωποι του χωριού, χωρισμένοι κι εδώ σε τάξεις. Ο απλός λαός κι οι αριστοκράτες. Με την ίδια απαράμιλλη τέχνη με την οποία η συγγραφέας απέδωσε το χάος του πρώτου μέρους, ζωγραφίζει τώρα την "ειρηνική" ζωή του χωριού. Ανταποκρινόμενη στον τίτλο του μυθιστορήματος, όπως σ' ένα μουσικό κομμάτι, από το βουερό, θορυβώδες, γεμάτο κίνηση πρώτο μέρος, μεταπίπτουμε σ' ένα απαλό, χαμηλόφωνο, ήρεμο δεύτερο μέρος. Ο μικρόκοσμος, οι καθημερινές του έγνοιες, η απουσία των ανδρών στο μέτωπο ή την αιχμαλωσία, τα αντιφατικά συναισθήματα που δημιουργούνται-ναι, οι Γερμανοί είναι ο εχθρός, είναι οι κατακτητές, αλλά ταυτόχρονα είναι νέοι και ωραίοι, μακριά κι αυτοί από τους δικούς τους, διαταγμένοι να εκτελούν εντολές- αποδίδονται σαν μέσα από μικροσκόπιο, με λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση χαρακτήρων και συναισθημάτων, με τη λεπτομέρεια της περιγραφής να κυριαρχεί και πάλι.
Δυο πρόσωπα πρωταγωνιστούν. Η Λουσίλ, μια νέα γυναίκα που ασφυκτιά στο πλουσιόσπιτο της αυστηρής πενθεράς της, ενώ ο άντρας της λείπει στον πόλεμο, κι ο νεαρός Γερμανός αξιωματικός που συγκατοικεί στο επιταγμένο σπίτι. Μια τρυφερή φιλία αναπτύσσεται, που δεν θα γίνει όμως απάτη και προδοσία.
Ένα μυθιστόρημα που κι έτσι ημιτελές όπως το άφησε η συγγραφέας του, είναι αρκετό για να το χαρακτηρίσουμε αριστούργημα. Δεν ξέρω αν θα φανώ υπερβολική, αλλά νομίζω είναι μια καινούρια, εξίσου σπουδαία εκδοχή του "Πόλεμος και ειρήνη".

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

Πέδρο Πάραμο, ένα παράξενο μυθιστόρημα


"Μυθιστόρημα μυστηριώδες, μυστικό, μουρμουριστό, ψιθυριστό, μυκώμενο και μουγγό, το Πέδρο Πάραμο συγκεντρώνει έτσι όλους τους νεκρούς ήχους του μύθου. Μύθος και Μόρος: αυτά είναι τα δύο "μι" που στεφανώνουν όλα τα άλλα, πριν τα στεφανώσει κι αυτά με τη σειρά του το ίδιο το όνομα του Μεξικού. Αρχετυπικό μεξικανικό μυθιστόρημα, αξεπέραστο και ανυπέρβλητο, το Πέδρο Πάραμο συνοψίζεται στο φάσμα της χώρας μας: ένα μουρμουρητό από σκόνη από την άλλη όχθη του ποταμού του θανάτου".
Ένα απόσπασμα από την πολύ κατατοπιστική ανάλυση του παράξενου αυτού μεξικανικού μυθιστορήματος, γραμμένη από τον Κάρλος Φουέντες. Διάβασα πολύ προσεκτικά το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας Έφης Γιαννοπούλου, τον πρόλογο στην αμερικανική έκδοση της Σούζαν Σόνταγκ, τις σκέψεις του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στο επίμετρο την ανάλυση του Φουέντες, τέλος μια συνομιλία του ίδιου του συγγραφέα Χουάν Ρούλφο με τον Τζόζεφ Σόμερς κι όμως δεν μπόρεσα να εισχωρήσω στον μυστηριώδη κόσμο του βιβλίου. Ένα βιβλίο γραμμένο το 1956, που επηρέασε αφάνταστα όλη τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Το αισθάνομαι σαν ένα καρπό με σκληρό περίβλημα που μάταια πάσχισα να το σπάσω για να απολαύσω το περιεχόμενο. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως γιατί είμαι τόσο μακριά απ' αυτό τον κόσμο, από τη μυθολογία του, τη ψυχοσύνθεσή του. Σκέφτομαι πως ίσως έτσι να αισθανθεί κι ένα Μεξικανός, αν διαβάσει τη Ζυράννα Ζατέλη. Ό,τι και να συμβαίνει βρίσκω υπερβολική την κρίση του Μάρκες:
"Δεν είναι περισσότερες από τριακόσιες σελίδες και πιστεύω πως θα έχουν την ίδια διάρκεια με τις σελίδες που έχουν διασωθεί από το έργο του Σοφοκλη".

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Οι Ντέβα (για γάτες και άλλα ζώα)

Έχω την άποψη πως ο Πάνος Ιωαννίδης, ένας από τους αξιολογότερους σύγχρονους Κύπριους πεζογράφους, κάπως σαν να σπατάλησε το εξαιρετικό του ταλέντο μ' αυτό το βιβλίο. Αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό, τόσο που πολλά πρόσωπα, χώροι, καταστάσεις να είναι εμφανώς ευδιάκριτα για μας που ζούμε εδώ, διασώζει ίσως μια πτυχή της οικογενειακής του ιστορίας, αλλά για τους αναγνώστες (αν εξαιρέσουμε τους φανατικούς ζωόφιλους), δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Και πρώτα ερμηνεία του παράδοξου τίτλου. Λέει ο συγγραφέας: "Ο όρος "Ντέβα" είναι λέξη σανσκριτική, που στη γλώσσα μας μπορεί να αποδοθεί σαν προστάτης άγγελος. Σύμφωνα με τις δοξασίες της Ανατολής, οι Ντέβα εποπτεύουν, προστατεύουν, καθοδηγούν και ωθούν προς εξέλιξη τα όντα του τρίτου βασιλείου της φύσης, του ζωικού". Ο συγγραφέας, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, μας παρουσιάζει την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά, τα οποία διαθέτουν μεγάλες ντεβαϊκές ικανότητες. Η κόρη του, σε ηλικία τεσσάρων μόνο χρόνων, εξημερώνει ένα... σκαντζόχοιρο και ακολουθούν πλήθος περιστατικά με ζώα και πτηνά. Στο βιβλίο όμως πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γάτες. Αγαπημένη γάτα των παιδιών η Τες που την περιμαζεύουν από το δρόμο, συνδέονται μαζί της, κι όταν ακόμα πεθαίνει, στο τέλος του βιβλίου, επισκέπτεται τον συγγραφέα ακόμα και στα όνειρά του. Επισκέψεις στον κτηνίατρο, αρρώστιες, εγχειρίσεις και γεννητούρια γάτων, απώλειες και εύρεσή τους παρεμβάλλονται στην πορεία της οικογενειακής ζωής. Και οι σκύλοι βέβαια δεν απουσιάζουν από το βιβλίο, όχι όμως στο βαθμό που κυριαρχούν οι γάτες. Υποβάλλεται η ιδέα μιας επικοινωνίας με τα ζώα, άλλοτε μέσω των ενστίκτων και άλλοτε μέσω των συναισθημάτων. Το θέμα μπορεί να μην ενδιαφέρει όλους μας, η συγγραφική ικανότητα όμως του Πάνου Ιωαννίδη, η ανάλαφρη γραφή και το χιούμορ που διανθίζουν το κείμενο, κάνουν το βιβλίο ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο. Κάποτε η αγάπη για τα ζώα προβάλλεται αντιστικτικά μέσα από σκηνές που σχεδόν σοκάρουν με τη ρεαλιστικότητα της περιγραφής. Μια τέτοια σκηνή είναι η περιγραφή μιας γάτας που αγωνίζεται να σώσει τα κουτάβια της από τον γείτονα που, αντιπαθώντας τις γάτες, τα πήρε και τα έθαβε ζωντανά, αψηφώντας τις πληγές που εκείνος της κατάφερε με το φτυάρι, κόβοντάς της το πόδι. Και μια άλλη παρόμοια, όταν μια γάτα απεγνωσμένα παλεύει μ' ένα σκύλο για να σώσει πάλι τα μικρά της. Δεν είμαι ιδιαίτερα ζωόφιλη, αλλά το βιβλίο του Πάνου Ιωαννίδη μ' έκανε να βλέπω τα ζώα με άλλο βλέμμα, έστω κι αν θα προτιμούσα να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του για ένα άλλου είδους μυθιστόρημα.


Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

Η "Σεκερίμ" της Μαρίνας Βαμβακά

Δεν ξέρω πού οφείλεται αυτή η μεγάλη άνθηση του ιστορικού μυθιστορήματος στην εποχή μας. Προτίμηση άραγε των συγγραφέων που δεν βρίσκουν εύκολα έμπνευση στο σήμερα, ή ανταπόκριση στη ζήτηση εκ μέρους του αναγνωστικού κοινού; Όποια και να' ναι η αιτία, γεγονός παραμένει πως το ιστορικό μυθιστόρημα στις μέρες μας πλημμυρίζει τα ράφια των βιβλιοπωλείων.
"Σεκερίμ" (που σημαίνει στα τούρκικα "γλυκιά σαν ζάχαρη") ονομάζεται το πρώτο μυθιστόρημα της Μαρίνας Βαμβακά (Λιβάνης, 2007) και, όπως μας πληροφορεί η ίδια, πρόκειται για την ιστορία της προγιαγιάς της και άλλων προγόνων της, πλαισιωμένων βέβαια με μυθιστορηματικά πρόσωπα. Η επίσημη κριτική μέχρι στιγμής το έχει αγνοήσει και μόνο σε μια εφημερίδα, σ' ένα δημοσίευμα για "τα βιβλία των υπεραγορών" συνάντησα μια ειρωνική αναφορά. Κι όμως το βιβλίο έχει πολλά θετικά στοιχεία, χωρίς να λείπουν βέβαια και τα αρνητικά. Ξεκινώ από τα θετικά:
1. Η συγγραφέας διαθέτει μεγάλη αφηγηματική ικανότητα. Οι περιγραφές της είναι ζωντανές, πειστικές, οι διάλογοι φυσικοί, οι χαρακτήρες ολοκληρωμένοι 2. Γλώσσα επιμελημένη, πλούσια, με περιορισμένο αριθμό τούρκικων λέξεων (ερμηνεύονται στο τέλος σε γλωσσάρι) που συμβάλλουν στην αληθοφάνεια της όλης ατμόσφαιρας 3. Προσφέρει ιστορική γνώση για μια πολυτάραχη εποχή (1876-1922) με τρόπο φυσικό, μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων της, αλλά και με εμβόλιμα κεφάλαια με καθαρά ιστορικό περιεχόμενο.
Αρνητικά: 1. Οι πολλές επαναλήψεις παρόμοιων γεγονότων και σκηνών αυξάνουν τον όγκο του βιβλίου και κουράζουν. Ξανά και ξανά περιγράφονται φαγητά, κεντήματα, οι συναντήσεις με τον Σουλτάνο, τα χαμάμ, το χαρέμι κ.λπ. 2. (Προσωπικές αντιρρήσεις). Είναι φυσικό και λογικό μια Ελληνίδα-Χριστιανή που γίνεται ερωμένη του Σουλτάνου να νιώθει υπερήφανη γι' αυτό και σ' όλη της τη ζωή να το θυμάται και να το καυχάται; Είναι κάτι για το οποίο θα 'πρεπε οι άλλες κοπέλες να τη ζηλεύουν και να ονειρεύονται κάποτε να τις αγαπήσει κι αυτές ένας Σουλτάνος; (σ.309). 3. Στο βιβλίο είναι διάχυτη μια αγάπη για τη σουλτανική Τουρκία και λύπη όταν ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ εξορίζεται. Ακόμα κι όταν αργότερα, με την επικράτηση του Κεμάλ, περιγράφονται λεηλασίες και σκηνές φρίκης εις βάρος των Ελλήνων και άλλων μειονοτήτων, ένας από τους ήρωες της Βαμβακά λέει: " Ίσως ήρθε η ώρα να πληρώσουμε για τα χορτασμένα στομάχια μας, για τα πλούτη μας, για τις πρωτιές μας" (σ. 364). Ομολογώ ότι ως Κυπρία είμαι προκατειλημμένη. Αδυνατώ να μπω σ' αυτή τη λογική, όταν βλέπω τον Τούρκο να με έχει εκδιώξει βίαια από το σπίτι μου και να κατοικεί αυτός εκεί.
Τελικά, βέβαια, δεν νομίζω ότι έχασα το χρόνο μου διαβάζοντας τις 528 σελίδες της "Σεκερίμ". Αν όμως ήταν λιγότερες, το βιβλίο σίγουρα θα κέρδιζε περισσότερο.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει τόσο δυνατά ο αέρας...

Στις 23 και 24 Φεβρουαρίου έγινε στη Λευκωσία μια Ημερίδα για τον Ελύτη, μεγάλο μέρος της οποίας παρακολούθησα. Θυμήθηκα τότε, το Μάρτη του 1996, όταν ακούσαμε το θάνατό του, ένα κείμενο που έγραψα, μια σύνθεση, καμωμένη από δικούς του στίχους. Έφαγα πολλή ώρα ψάχνοντας να ξαναβρώ το παλιό εκείνο κείμενο. Έτσι, το "σώζω" τώρα εδώ, να μπορώ να το ξαναβρίσκω εύκολα.
Το φτωχικό το σπίτι στις αμμουδιές του Ομήρου ορφάνεψε. Ο πλασμένος για τις μικρές κόρες και τα νησιά του Αιγαίου, ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών και μύστης των φύλλων της ελιάς έγινε πια για πάντα τιμαριώτης τ' ουρανού, εκεί όπου το δάκρυ δεν έχει νόημα κανένα, παρά μόνο υπάρχει ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.
Δεν ήταν Αύγουστος, όπως τ' ονειρεύτηκε, τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες, όταν ξεκίνησε για ένα μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό. 'Ανοιξη ήτανε, την ώρα που τα πουλιά δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους κι οι τρελές ροδιές ετοιμάζονταν να τινάξουν τις δροσερές φωτιές τους, όταν ο καημός του θανάτου τόσο τον πυρπόλησε, που η λάμψη του επέστρεψε στον ήλιο. Σε χώρα μακρινή κι αρυτίδωτη πορεύτηκε. Τον ακολουθούσαν το δίχως άλλο κορίτσια κυανά, η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα, η Ελένη, η Ρωξάνη, ενώ κάτω στο Αιγαίο τον χαιρετούσαν αλογάκια πέτρινα, η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, η Μήλος, σφουγγάρια, μέδουσες, όστρακα ρόδινα, τ' αετόμορφα βουνά, τα γαλάζια ηφαίστεια, τ' άσπρα σπίτια στου γλαυκού το γειτόνεμα.
Ο ίδιος πίστεψε πως το ποσοστό της ομορφιάς που του αναλογούσε το ξόδεψε όλο, πως έζησε και για τότε που δεν θα υπάρχει και πως πήγε να βρει την αλήθεια που μόνον έναντι θανάτου δίνεται, αφήνοντάς μας στον κήπο με τις αυταπάτες. Τι κι αν ο κόσμος μάταιος, έχει μιλήσει ελληνικά κι από την ομιλία του βγάνουν θυμίαμα ακόμη οι θαλασσινοί κρίνοι. Κι αν έφυγε, όμως για μας ο κόσμος θα 'ναι ακόμα ωραίος εξαιτίας του. Όχι εμείς, εκείνος θα πενθεί για μας μόνος στον Παράδεισο ενώ η φωνή του θ' ακούγεται πάντα:
Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.
Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2007

Η Λεία Βιτάλη μας "Παγιδεύει"


"...Στην ιστορία λίγες/γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,/κι έτσι πιο ελεύθερα σ' έπλασα μες στον νου μου./Σ' έπλασα ωραίο κ' αισθηματικό./ Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει/μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά..."
Κλείνοντας το μυθιστόρημα της Λείας Βιτάλη "Ιερή Παγίδα" (Πατάκης 2006), ώρα πολλή στριφογύριζαν στο μυαλό μου οι Καβαφικοί στίχοι. Ένας νεαρός, 14χρονος πρίγκηπας, προορισμένος από τον πατέρα του, τον Λουκά Νοταρά ή Κουρουλούκα, πανίσχυρο πρωθυπουργό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να διοικήσει την Πόλη "μετά", μετά δηλ. τη διαφαινόμενη πλέον, αναπόφευκτη κατάληψή της από τον νεαρό Μεχμέτ (αλήθεια, τώρα συνειδητοποίησα ότι ο Μωάμεθ ήταν μόνο 20 χρονών!), αναπλάθεται από τη Λεία Βιτάλη μέσα από αρχεία, ιστορικές πηγές, την παράδοση αλλά και τη δημιουργική της φαντασία. Μαζί του ζωντανεύει κι όλη η αγωνία, ο πόνος και τα πάθη της Άλωσης, καθώς και η φυγή στη Δύση και το ρίζωμα του Ελληνισμού στη Βενετία.
Πλήθος τα πρόσωπα, επώνυμα και ανώνυμα, της ιστορίας και της φαντασίας δημιουργήματα, τα οποία σε εισαγωγικό κατάλογο φροντίζει να μας παραθέσει η συγγραφέας. Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Είναι η αφήγηση της μικρής κόρης του Νοταρά Ιουστίνης, που είχε ένα ιδιαίτερο δεσμό με τον αδελφό της Ιάκωβο, ένα δεσμό στα όρια του υπερφυσικού, με δύναμη που της επιτρέπει να επικοινωνεί μαζί του με τη σκέψη, ευφάνταστο συγγραφικό εύρημα, όχι αταίριαστο με τη μαγεία και τη δεισιδαιμονία της εποχής. Αρχίζει το 1458 στη Βενετία, όπου είχαν φυγαδευτεί οι κόρες του Νοταρά, λίγο πριν την Άλωση. Η αφηγήτρια ανατρέχει στο παρελθόν, στη γέννηση του πανέμορφου αδελφού της, στη λειτουργία στην Αγία Σοφία που επισημοποίησε την Ένωση των εκκλησιών, στο φανατισμό των δυο αντιτιθέμενων παρατάξεων, ενωτικών και ανθενωτικών, στη φοβερή πολιορκία, στις μάχες, στο θάνατο, την καταστροφή. Παρουσιάζει την πτώση χωρίς αναφορά στην Κερκόπορτα κ.λπ. αλλά ως αποτέλεσμα της οικειοθελούς παράδοσης από την πλευρά των ανθενωτικών, που πίστευαν αφενός στην ευρέως κυκλοφορούσα φήμη πως ήταν θέλημα Θεού να τουρκέψει πρώτα η Πόλη και μετά Άγγελος Κυρίου θα εμφανιζόταν να τη σώσει (!) και αφετέρου στην υπόσχεση του Μωάμεθ πως, αν του παραδώσουν την Πόλη, θα τηρούσε τους όρους που του έθεσαν, δηλ. ελευθερία στην ορθόδοξη λατρεία, διοικητική εξουσία στον Πατριάρχη και φορολογική απαλλαγή στην εκκλησιαστική περιουσία. Βεβαίως όλ' αυτά όχι εκ μέρους του Κωνσταντίνου, του τελευταίου αυτοκράτορα, του οποίου περιορισμένη είναι η παρουσία στο βιβλίο και μια αοριστία χαρακτηρίζει το θάνατό του, αλλά εκ μέρους του Νοταρά και του ανθενωτικού ιερατείου. Όμως ο Νοταράς και οι επιζήσαντες από τον πόλεμο γιοι του σφαγιάζονται. Ο μικρότερος, ο πανέμορφος Ιάκωβος, που μια παράδοση θέλει τον Μωάμεθ να παίρνει την Πόλη από πάθος για την ομορφιά του, ευνουχισμένος (φοβερή η σκηνή του ευνουχισμού) ζει για λίγο με τον Σουλτάνο, εμφανίζεται να καταφεύγει στη Βενετία και να οργανώνει την εκεί "Αδελφότητα των Ελλήνων", αλλά είκοσι χρόνια μετά την Άλωση να αφήνεται η υπόνοια ότι πήρε εκδίκηση, ευθυνόμενος για το θάνατο του "κτήνους", του Μωάμεθ δηλαδή.
Μέσα από 11ετή μελέτη των πηγών και 6χρονη συγγραφή η Λεία Βιτάλη, με απαράμιλλη αφηγηματική ικανότητα, κάνει το παρελθόν παρόν. Τα ιστορικά πρόσωπα, απογυμνωμένα από την ιστορική αχλύ, γίνονται με την καθημερινότητά τους, τους έρωτες, τα πάθη, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, πρόσωπα συγκαιρινά.
"Η μυρωδιά και η φρίκη του πολέμου με έζωσαν", γράφει κάπου η συγγραφέας. Το ίδιο αισθάνεται και ο αναγνώστης του βιβλίου. Και μια ενδόμυχη επιθυμία κι ευχή: Να μπορούσε το παρελθόν να μας διδάξει...να μπορούσαμε ως Ελληνισμός και ως ανθρωπότητα να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος...




Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

Πού πας ξυπόλητη στ' αγκάθια;


Για δυο περίπου χρόνια (2003-2005) οι αναγνώστες της εφημερίδας «Πολίτης» απολάμβαναν το εβδομαδιαίο χρονογράφημα της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου. Τώρα, μια επιλογή από τα κείμενα αυτά εκδόθηκαν σε βιβλίο με τίτλο «Πού πας ξυπόλητη στ’ αγκάθια». Πενήντα τέσσερα χρονογραφήματα αποτελούν τη συλλογή. Σε πρωτοπρόσωπη γραφή (όπως κατά κανόνα γράφεται το χρονογράφημα, μια και έχει ένα τελείως υποκειμενικό χαρακτήρα), με εύθυμο και σατιρικό ύφος, περιγράφει, σχολιάζει, ειρωνεύεται, επισημαίνει, εισηγείται. Τα χρονογραφήματα παρατίθενται χωρίς καμιά χρονολογική σειρά και χωρίς θεματική ομαδοποίηση, πράγμα που, πιστεύω, δεν λειτουργεί εναντίον, αλλά υπέρ της ανάγνωσης, με την πρόκληση της περιέργειας, του ενδιαφέροντος και της προσμονής της επόμενης σελίδας.
Η θεματογραφία ποικίλη και πλούσια. Τα προβλήματα των παλιννοστούντων, η γραφειοκρατία, το «μέσον», η έλλειψη ευγένειας, τα προβλήματα που προκαλούν οι ξένες οικιακές βοηθοί ή το ξενόγλωσσο υπαλληλικό προσωπικό, η αδιαφορία για το περιβάλλον, τα βάσανα των μαθητών από ακατάλληλα βιβλία, οι σύγχρονες εφευρέσεις, η απουσία της σωστής συμπεριφοράς σ’ ένα κονσέρτο, οι εκδηλώσεις για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρώπη και πλήθος άλλα θέματα θίγονται με τρόπο ευχάριστο, απηχώντας βέβαια πάντοτε τις απόψεις της συγγραφέως, που όμως συχνά αποτελούν και τη συνισταμένη της κοινής γνώμης.
Υπάρχουν όμως και οι πιο σοβαρές στιγμές, που το χιουμοριστικό ύφος παραχωρεί τη θέση του σε μια αναπόληση ή και μελαγχολία. Για παράδειγμα, σε δυο χρονογραφήματα αποχαιρετά δυο φίλες που έφυγαν, πρόωρα, για πάντα. Αλλού εκφράζει την αγωνία της για το δίλημμα της ψηφοφορίας στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, ή ακόμα για ένα καινούργιο πόλεμο που αρχίζει, την εισβολή στο Ιράκ. Τα χρονογραφήματα που αφορούν παιδιά αφθονούν στη συλλογή. Ένα ακρωτηριασμένο παιδί στο Ιράκ, ένα κακοποιημένο κοριτσάκι, ένα φτωχό παιδί που τα Χριστούγεννα κάνουν πιο έντονη τη φτώχια του, τα βαρυφορτωμένα με υποχρεώσεις σημερινά παιδιά, τα παιδιά-θύματα ιατρικών λαθών, τα αθώα θύματα του αεροπορικού δυστυχήματος του 2005, δονούν την ευαίσθητη χορδή της λογοτεχνικής έκφρασης της συγγραφέως. Άλλοτε πάλι η αναπόληση ενός πιο ήρεμου, πιο ανθρώπινου, λιγότερο αγχωμένου παρελθόντος, δημιουργεί κείμενα πλημμυρισμένα από λυρισμό και νοσταλγία.
Θα μπορούσε ίσως κάποιος να διερωτηθεί, ποια η χρησιμότητα ή η σκοπιμότητα έκδοσης ενός βιβλίου με χρονογραφήματα, δεδομένου του επικαιρικού τους χαρακτήρα. Κι όμως, η συλλογική έκδοση χρονογραφημάτων δεν είναι χωρίς σημασία, όπως άλλωστε αποδεικνύουν συλλογικές εκδόσεις χρονογραφημάτων παλιών λογοτεχνών. Εν πρώτοις, πολλά θέματα, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος, η φτώχια, η υπευθυνότητα η ευγένεια στις σχέσεις των ανθρώπων, είναι θέματα διαχρονικά. Κι όσα όμως αφορούν απλώς επίκαιρα θέματα, όπως το δημοψήφισμα ή η συμπεριφορά των αστυνομικών της τροχαίας ή τηλεοπτικές εκπομπές, διασώζουν το κλίμα μιας εποχής. Δίνουν στους μελλοντικούς αναγνώστες την όλη ατμόσφαιρα, καταγράφουν γεγονότα μιας καθημερινότητας απεικονίζοντας τον κόσμο του καιρού μας ίσως πιο αληθινά, πιο ζωντανά και πιο παραστατικά από τις επίσημες ιστορικές καταγραφές.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Καθένας

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό εξώφυλλο απ' αυτό το θανατερό κατάμαυρο για ένα βιβλίο που μιλάει για αρρώστιες και για θάνατο. Πολύ γνωστός βέβαια ο Φίλιπ Ροθ (έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του), με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έργα του, φαίνεται εδώ να εκφράζει όλο το φόβο και την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο μέγα άγνωστο. Δεν προσπαθεί να ξορκίσει αυτό το φόβο με καταφυγή στις διάφορες παραμυθιτικές θεωρίες, δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική ανησυχία, καμιά φιλοσοφική ενατένιση του θέματος. Είναι απλώς αυτός και το σώμα του, ένα σώμα που από τη σφριγηλή νεότητα περνάει σιγά-σιγά στην έκπτωση της αρρώστιας και του αναπόφευκτου τέλους. Ένα τέλος που μας το δίνει για τον ήρωά του ευθύς εξ αρχής, μια και με την κηδεία του αρχίζει το βιβλίο. Είναι περίεργο, αλλά παρόλο που το βιβλίο είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, ο ήρωας παραμένει ανώνυμος, είναι ο "Καθένας", είμαστε όλοι μας, σαν να θέλει να μας πει ο συγγραφέας. Ο συγκεκριμένος ήρωας, Εβραίος όπως και ο ίδιος ο Ροθ, είχε παντρευτεί τρεις φορές, είχε δυο γιους από την πρώτη σύζυγο, με τους οποίους δεν είχε καμιά σχέση, μια κόρη από το δεύτερο γάμο, η μόνη η οποία τον αγαπούσε, είχε ζήσει τη ζωή του, είχε μια έντονη σεξουαλική ζωή (η οποία και περιγράφεται σε αρκετές σελίδες), αλλά στα 70 του βρίσκεται μόνος με τις αρρώστιες του. Μικρός είχε κάνει εγχείρηση κήλης, αργότερα παθαίνει περιτονίτιδα από ρήξη σκωληκοειδούς και μόλις γλιτώνει, υφίσταται ένα πενταπλό μπαϊπάς, μια απόφραξη νεφρικής αρτηρίας, μια απόφραξη καρωτίδας, ε, στην απόφραξη της δεύτερης δεν ξύπνησε πια! Η θλίψη για το επερχόμενο τέλος γίνεται πιο έντονη καθώς θυμάται το νεανικό σφρίγος και τις χαρές της ζωής που κάποτε απολάμβανε. Πολλές αρρώστιες και θάνατοι και άλλων, συγγενών ή φίλων, αναφέρονται στην ιστορία του Ροθ. Η λεπτομερής περιγραφή της ταφής του πατέρα του (σ.72-76) αλλά και ο τρόπος διάνοιξης των τάφων που του περιγράφει, λίγο πριν το τέλος, ένας εργάτης, (σ.197-207) νομίζει κανείς ότι είναι εικόνες από θρίλλερ. Και σ' ένα προηγούμενο έργο του (Το ζώο που ξεψυχά) ο Ροθ μιλούσε για τα γηρατειά και το θάνατο. Όμως όχι με την κατάθλιψη με την οποία τα αντικρίζει τώρα. Εκεί είναι η νέα που πάθαινε καρκίνο και όχι ο ηλικιωμένος εραστής της. Εδώ όμως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Γηρατειά=μοναξιά=αρρώστια=θάνατος.
Μπορεί το περιεχόμενο του μυθιστορήματος να είναι μαύρο όπως το εξώφυλλο. Αλλά ο Ροθ είναι ένας τεχνίτης του λόγου. Το αποδεικνύει για άλλη μια φορά.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

Το όνομά μου είναι Νάνα


Το είχα κι άλλοτε δηλώσει πόσο με ενδιαφέρουν οι ζωές των ξεχωριστών προσωπικοτήτων, σε οποιοδήποτε τομέα κι αν έχουν διακριθεί, όχι ασφαλώς από κουτσομπολίστικη διάθεση, αλλά από μια βαθύτερη επιθυμία να δω πώς αυτοί οι άνθρωποι πέτυχαν ό,τι πέτυχαν, πώς σκέφτονταν, πώς αισθάνονταν, σε ποιο βαθμό συνήργησε στην επιτυχία τους η τύχη και τι μερίδιο είχε η δική τους προσπάθεια.

Έτσι, η ζωή της Νάνας Μούσχουρη, όπως την αφηγήθηκε στο δημοσιογράφο Φώτη Απέργη (Λιβάνης, 2007) υπήρξε η ευχάριστη αναγνωστική μου περιπλάνηση τούτη τη βδομάδα. Παρακολουθούμε πώς μια κοπέλα χοντρή, με γυαλιά, που δεν δίνει σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση, από μια φτωχή οικογένεια της Αθήνας, κατορθώνει να γίνει ένα παγκόσμιο, μουσικό αστέρι, κι όμως να παραμείνει το ίδιο απλή και ταπεινή, όπως όταν ξεκίνησε. Σίγουρα δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Τα εξωτερικά περιστατικά του βίου της είναι βέβαια πολύ γνωστά. Όμως εδώ, σ' αυτή την εκ βαθέων εξομολόγηση, βλέπουμε τη Νάνα Μούσχουρη "από μέσα", μας δίνεται μια άλλη εικόνα, που όμως δεν διαψεύδει την εικόνα που η παρουσία της για πάνω από μισό αιώνα στο μουσικό στερέωμα μας έχει δημιουργήσει. Η φτώχεια της παιδικής ηλικίας, το πάθος του χαρτοπαίκτη πατέρα που υπήρξε γι' αυτήν μια βαθιά πληγή, το πλημμυρισμένο ημιυπόγειο σπίτι τους που υπήρξε το απωθημένο που την ωθούσε αργότερα να αγοράζει σπίτια, τα πρώτα βήματα, η γνωριμία με τον Μάνο, η διακοπή των σχέσεών τους που κράτησε πάνω από 20 χρόνια, η στενή φιλία με τον Νίκο Γκάτσο που άντεξε μια ολόκληρη ζωή, η διεθνής καριέρα, ο γάμος, τα δυο παιδιά της, ο χωρισμός, ο 30χρονος δεσμός με τον Αντρέ, τον οποίο παντρεύτηκε μόλις το 2003 και προπάντων η μουσική της πορεία, συνθέτουν μια μαγική εικόνα του πιο ενδιαφέροντος μυθιστορήματος. Δεκάδες μυθικά ονόματα, όπως του Μποπ Ντίλαν, του Φρανκ Σινάτρα ή του Αλαίν Ντελόν περνούν απ' τη ζωή της κι απ' τις σελίδες του βιβλίου. Και πάνω απ' όλα η αγάπη και η αφοσίωση στο τραγούδι, η σκληρή δουλειά κι ένας χαρακτήρας απλός κι ανθρώπινος, που δεν άλλαξε με την παγκόσμια επιτυχία και προβολή. Ταξίδεψε το ελληνικό τραγούδι στα πέρατα του κόσμου κι ένα κρυφό παράπονο εκφράζεται γιατί η πατρίδα της της αρνήθηκε τη μόνη χάρη που ζήτησε, να τραγουδήσει στους Ολυμπιακούς της Αθήνας το 2004.

Το βιβλίο είναι γραμμένο χωρίς ωραιοποιήσεις, με απλότητα και ειλικρίνεια. Συστήνεται σε όσους αγαπούν το βιογραφικό είδος και προπάντων το τραγούδι της Νάνας.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 29, 2007

Ο δάσκαλος


Φαίνεται ότι οι μυθιστορηματικές αυτοβιογραφίες είναι του συρμού όχι μόνο εν Ελλάδι αλλά και εις την αλλοδαπήν! Έτσι, μετά από τρία αυτοβιογραφικά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, να που πέφτω και σ' ένα ανάλογο του Αμερικανο-Ιρλανδού Φρανκ ΜακΚόρτ. Τίτλος: Ο δάσκαλος (εκδ. Scripta, 2006). Τίτλος πρωτοτύπου:Teacher Man:A Memoir. Το χάρηκα, το απόλαυσα, το διασκέδασα. Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αμερική το 1930 από Ιρλανδούς γονείς, οι οποίοι ξαναγυρίζουν στην Ιρλανδία, και εκεί περνά την παιδική και νεανική του ηλικία με φτώχεια και στερήσεις. Έρχεται πάλι στη Νέα Υόρκη, αποκτά τα προσόντα δασκάλου και περνά πάνω από τριάντα χρόνια διδάσκοντας σε δημόσια σχολεία της Νέας Υόρκης, κυρίως επαγγελματικά και τεχνικά λύκεια. Τις εμπειρίες του από αυτά τα τριάντα χρόνια περιγράφει στον "Δάσκαλο", με χιούμορ, με ειλικρίνεια, μ' ένα ολοζώντανο ύφος που σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι μαζί του στην τάξη, ιδίως αν έχεις παρόμοια βιώματα. Από την πρώτη του μέρα στο επάγγελμα, όταν αδαής και φοβισμένος αντικρίζει την τάξη των τριάντα ζωηρών εφήβων ως την ημέρα που αποφασίζει να ζήσει με την "πενιχρή σύνταξη" του δασκάλου και να γράψει, παρακολουθούμε όλη την πορεία σ' ένα επάγγελμα δύσκολο αλλά και γοητευτικό για όσους το επέλεξαν από αγάπη και μόνο. Ο ΜακΚόρτ υπήρξε ένας τελείως αντισυμβατικός δάσκαλος. Πολύ συχνά ξεστρατίζει από το μάθημα διηγούμενος ιστορίες για την Ιρλανδία και την παιδική του ηλικία (σ' αυτό βέβαια είναι τεχνίτες στο να σε παρασύρουν οι μαθητές σου, κάτι που γνωρίζει και ο ίδιος), άλλες φορές επινοεί πρωτότυπους τρόπους διδασκαλίας, όπως για παράδειγμα να διδάξει τη δομή της πρότασης αποσυναρμολογώντας ένα στιλό. Μια μέρα, διαβάζοντας τα δικαιολογητικά των απουσιών και ξέροντας ότι πολλά απ' αυτά είναι πλαστογραφημένα αλλά διακρίνονται από μεγάλη ευρηματικότητα, εμπνέεται να αναθέσει ως εργασία στους μαθητές να γράψουν δικαιολογητικά για ιστορικά ή άλλα πρόσωπα, π.χ. τι δικαιολογία θα έγραφε η Εύα στον Θεό, ή ο Ιούδας, ή ο Αλ Καπόνε κλπ. Άλλοτε παίρνει τους μαθητές του για πικ-νικ στο κοντινό πάρκο κι άλλοτε τους οδηγεί να παρακολουθήσουν μια παράσταση του Άμλετ, η να...βάλουν μουσική σε συνταγές μαγειρικής. Πολύ επιεικής στις βαθμολογίες του, πάντα με καλά σχόλια στους γονείς για τα παιδιά τους, κάποτε απολύεται από ένα σχολείο για να αναζητήσει δουλειά σε άλλο. Με ειρωνικά σχόλια για τους επιθεωρητές και τους εκπαιδευτικούς των γραφείων, διαλύει κάποιες από τις ψευδαισθήσεις των δικών μας εκπαιδευτικών σχετικά με τις συνθήκες εργασίας σε άλλες χώρες. Βέβαια, αναφέρεται σε συνθήκες των δεκαετιών '60 και '70, δεν ξέρω αν άλλαξαν σήμερα. Όμως δίδασκε 25 ώρες την εβδομάδα, σε τάξεις των 30-35 μαθητών, υφίστατο επιθεωρήσεις και δεν είχε βεβαίως τη σιγουριά της μονιμότητας. Αν ήθελε καλύτερους όρους εργασίας και καλύτερα σχολεία, θα 'πρεπε να αποκτήσει περισσότερα προσόντα. Πράγματι, παίρνει μάστερ, αποτυγχάνει όμως να πάρει Phd. Σίγουρα όμως δεν απέτυχε ούτε ως δάσκαλος ούτε ως συγγραφέας, αφού το προηγούμενό του βιβλίο (Οι στάχτες της Άντζελα) τιμήθηκε με Πούλιντζερ, και "Ο δάσκαλος" γνωρίζει κι αυτό μεγάλη επιτυχία. Είναι ένας φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου και είναι πολλά τα σημεία που μου θύμισαν τον εαυτό μου και δικές μου εμπειρίες. Αντιγράφω μερικά:"Όταν κάθεσαι στην έδρα σου σημαίνει ότι φοβάσαι ή ότι βαριέσαι που ζεις. Χρησιμοποιείς την έδρα σαν προστατευτικό ανάχωμα. Το καλύτερο είναι να βγεις και να σταθείς όρθιος μπροστά της. Ν' αντιμετωπίσεις με θάρρος την καταιγίδα."

"Μιλούν σε φίλους τους στην άλλη άκρη της αίθουσας, κάθονται αραχτοί σε θρανία πολύ μικρά για να χωρέσουν τις διατάσεις τους, απλώνουν τις αρίδες τους στο διάδρομο, γελούν αν τύχει κάποιος και σκοντάψει"

"Σε κάθε σχολική τάξη πάντα κάτι συμβαίνει. Σε κρατάνε σ' εγρήγορση. Σε διατηρούν φρέσκο. Δεν θα γεράσεις ποτέ, αλλά ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να έχεις για πάντα το μυαλό ενός εφήβου"

Και το καλύτερό μου για όσους νομίζουν εύκολο το επάγγελμα του δασκάλου: "Αν μπορείς να διδάξεις συντακτικό σ' ένα επαγγελματικό λύκειο, μπορείς να διδάξεις τα πάντα σ' οποιονδήποτε"

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

Η γυναίκα που πετάει

Δεν μπορώ να πω ότι είμαι fan του (σύγχρονου τουλάχιστον) διηγήματος, γι' αυτό και σε δυο-τρεις επισκέψεις στα βιβλιοπωλεία ξεφύλλιζα, αλλά προσπερνούσα το τελευταίο βιβλίο του Κουμανταρέα "Η γυναίκα που πετάει" (Κέδρος, 2006). Μου το έκανε δώρο μια φίλη μου (η οποία παρεμπιπτόντως με πληροφόρησε ότι είναι ξαδέλφη του συγγραφέα-πού να το ήξερα μια και τη γνώρισα με το συζυγικό της επώνυμο) και το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Όχι, δεν άλλαξε η γνώμη μου για το διήγημα, απλώς το βιβλίο του Κουμανταρέα δεν είναι καθαυτό διηγήματα. Είναι ανεξάρτητα κεφάλαια ενός βιβλίου που άνετα θα μπορούσε να γραφτεί και ως μυθιστόρημα. Είναι κεφάλαια ζωής, της ίδιας της ζωής του συγγραφέα, έκφραση, πιστεύω, της ίδιας αυτοβιογραφικής διάθεσης που υπήρξε το κίνητρο και για άλλα δυο σύγχρονα βιβλία, την "Καλοσύνη των ξένων" του Τατσόπουλου και το "Μονοπάτι της θάλασσας" του Σουρούνη. Η φαντασία ασφαλώς παίζει το ρόλο της, αλλιώς πώς θα ήταν τέχνη; Όμως στις έντεκα ιστορίες του Κουμανταρέα εύκολα αναγνωρίζεται ο αυτοβιογραφικός πυρήνας, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο εμφανής. Ο Μαρωνίτης σε δυο επιφυλλίδες του στο "Βήμα" της Κυριακής (14 και 21 Ιανουαρίου) αναφέρεται στο βιβλίο και κάνει μια ωραία ανάλυση του διηγήματος "Κουαρτέτο", το οποίο ξεχωρίζει από όλη τη συλλογή. Αλλού εστιάζεται η προσωπική μου προτίμηση (κι ας θεωρείται από πολλούς και από τον εαυτό του αυθεντία ο Μαρωνίτης!) Μου άρεσε πρωτίστως το "Θυμάμαι τη Μαρία". Το έξυπνο λογοτεχνικό τέχνασμα που επινόησε ο Κουμανταρέας για να μας περιγράψει την Κάλλας και την εμφάνισή της στο Ηρώδειο το 1957. Μπορεί να 'ναι και γιατί μ' αρέσει τόσο η Κάλλας και με συγκινεί η πρσωπική της ιστορία, αλλά την είδα μέσα από την ανάπλαση του συγγραφέα ολοζώντανη μπροστά μου, όπως μύθος και ιστορία μας την έχουν απεικονίσει, την άκουσα να τραγουδά, την χάρηκα σε ιδιωτικές στιγμές να γελά, την είδα με το φόρεμα που φορούσε σε κείνη την αλησμόνητη συναυλία. Χάρηκα μαζί και το κλείσιμο του ματιού του συγγραφέα (που συμβαίνει και σ' άλλες στιγμές του βιβλίου), όταν αφήνει τον υπαινιγμό πως "όλ' αυτά τα φαντάστηκε". Και το δεύτερο που μου άρεσε είναι "Ο Άρης". Αν και το πιο αυτοβιογραφικό, ανφερόμενο στην αρρώστια και το θάνατο του αδελφού του, εντούτοις είναι το μόνο στο οποίο εγκαταλείπεται η πρωτοπρόσωπη γραφή και καταφεύγει στον τριτοπρόσωπο αφηγητή, λες και η ιστορία τον πονάει τόσο που θέλει να αποστασιοποιηθεί από αυτήν. Και ο τίτλος της συλλογής; Στο ομότιτλο διήγημα αναφέρεται στην αυτοκτονία της γιαγιάς του, αλλά η γυναίκα έχει κυρίαρχη θέση, αν και όχι πάντα πολύ τιμητική γι' αυτήν, σε όλη τη συλλογή. Τα διηγήματα δεν βρίσκονται όλα στο ίδιο λογοτεχνικό ύψος. Υπάρχουν και οι αδύνατες στιγμές του συγγραφέα. Αλλά σε όσους τον ξέρουν από προηγούμενα βιβλία και σε όσους αρέσκονται στις αυτοβιογραφικές αναφορές, είναι σίγουρο πως το βιβλίο θα κρατήσει καλή συντροφιά.

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2007

Οι φύλακες της Ανατολίας

Ομολογώ ότι πιο πολύ έμαθα ιστορία διαβάζοντας λογοτεχνία, παρά καθαρά ιστορικά βιβλία, έστω κι αν δίδαξα και ιστορία. Νομίζω από το τελευταίο βιβλίο που διάβασα (Οι φύλακες της Ανατολίας, του Πασχάλη Λαμπαρδή, εκδ. Πατάκη), θα εύρισκα πολλά αποσπάσματα να διαβάσω στους μαθητές μου, αν ακόμα δίδασκα. Μύθος και ιστορία μαζί, ό,τι καλύτερο για να "μάθουμε", ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουμε. Μια κάπως άγνωστη πτυχή της ιστορίας του Ελληνισμού ξετυλίγεται στις 522 σελίδες του βιβλίου. Είναι η περίπτωση των κρυπτοχριστιανών, αυτών που στην κατακτημένη από τους Τούρκους και διαλυμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατήρησαν τη χριστιανική τους ταυτότητα (αξεδιάλυτα ταυτισμένη με την ελληνική εθνικότητα), κάτω από επιφανειακή μουσουλμανική προσωπικότητα. Πολυπρόσωπο έργο, παρακολουθώντας τρεις γενιές μιας οικογένειας, θα ήταν αδύνατο στον αναγνώστη να συγκρατήσει τόσα ονόματα, όταν μάλιστα εμφανίζονται πότε με το χριστιανικό και πότε με το μουσουλμανικό όνομα, αν δεν φρόντιζε ο συγγραφέας να προτάξει σε πίνακα το γενεαλογικό δέντρο, στο οποίο συχνά κατέφευγα. Χρήσιμος και ο χάρτης στο τέλος του βιβλίου, για να βλέπουμε τα μέρη στα οποία κινήθηκαν οι ήρωές του, μέρη γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα ή στα βάθη της Μικράς Ασίας. Μεγάλο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Κρώμνη, μια πόλη νότια της Τραπεζούντας, απ' όπου καταγόταν ο γενάρχης της οικογένειας, Σουλεϊμάν Αγάς, ή Γεώργιος Ερυθριάδης. Αλλά η δράση μετατοπίζεται σε πολλά άλλα μέρη. Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Νικόπολη, Βαν, Βατούμ, Σεβαστούπολη, Οδησσός αλλά και Βαγδάτη και Κωνσταντινούπολη είναι μερικά από τα μέρη στα οποία ταξιδεύουμε διασχίζοντας χρονικά ένα σχεδόν αιώνα ιστορίας, από το 1834 μέχρι περίπου το 1930. Ο τρόπος ζωής αυτών των κρυφοχριστιανών, οι σχέσεις με τους Τούρκους, η ζωή στο Σουλτανικό κράτος, οι μεγάλες ανατροπές της ιστορίας, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 (που έμμεσα μας επηρέασε κι εμάς εδώ στην Κύπρο, αν και αυτό δεν αναφέρεται στο βιβλίο), η επανάσταση των Νεοτούρκων, οι Βαλκανικοί, ο Α΄ Παγκόσμιος, οι διωγμοί, το ξερίζωμα του Ελληνισμού, η προσφυγιά, ξαναζωντανεμένα μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων του Λαμπαρδή μας γεμίζουν θλίψη και καημό, τον "καημό της Ρωμιοσύνης", που λέει και ο Σεφέρης. Δεν λείπουν βέβαια από το βιβλίο οι έρωτες, οι γάμοι, οι γεννήσεις, οι θάνατοι, όλες οι μικρές καθημερινές χαρές και λύπες των ανθρώπων κάθε εποχής, ούτε και οι σύντομες, αλλά τόσο χαρακτηριστικές περιγραφές της εποχής ή του χώρου. Προϊόν μακρόχρονης έρευνας τόσο επιτόπιας όσο και βιβλιογραφικής, "ΟΙ Φύλακες της Ανατολίας" είναι από τα βιβλία που χαρίζουν γνώση μαζί με τη λογοτεχνική απόλαυση.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2007

Αντώνη Σουρούνη, Το μονοπάτι στη θάλασσα

Μου πήρε σχεδόν μια βδομάδα να διαβάσω το "Μονοπάτι στη θάλασσα" (651 σελίδες-Καστανιώτης). Προσπαθώ να σκεφτώ γιατί το χαρακτηρίζει ως μυθιστόρημα, αφού είναι η ίδια η ζωή του, τουλάχιστον ένα μέρος της. Ο συγγραφέας, μεγάλος πια, γυρίζει με την ανάμνηση στα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Με την οδό Μουσών αρχίζει και με την οδό Μουσών τελειώνει το βιβλίο. Εκεί γεννήθηκε, το 1942, εκεί ξαναγυρίζει μετά από χρόνια για να τη δει πια με άλλα μάτια, να βρει το τέρμα της, που μικρός δεν το είχε εντοπίσει ποτέ. Ένας ολόκληρος κόσμος ζωντανεύει, η γειτονιά, παππούδες και γιαγιάδες, θείοι και θείες, φίλοι, αλάνες και παιγνίδια, φτώχια και αγώνας για την επιβίωση, η Θεσσαλονίκη εκεί γύρω στα 1950 παίρνει με τη λογοτεχνική της μετουσίωση τη μονιμότητα που δίνει στα πράγματα η απεικόνισή τους στην τέχνη. Από τις 651 σελίδες του βιβλίου οι 590 περιγράφουν τη ζωή του συγγραφέα στα χρόνια του δημοτικού και μόνο οι 60 τελευταίες μας δίνουν, με κάποια μελαγχολία, το τέλος όλων αυτών των προσώπων που μας είχαν συντροφέψει, το σκόρπισμα της οικογένειας, τους θανάτους, το ανέμελο παιδί που έχει γίνει πια ώριμος άντρας. Ο πατέρας του Μικρασιάτης, είχε έρθει μικρός από τη Σμύρνη. Τους γονείς του τους είχαν σφάξει οι Τούρκοι. Μας το επαναλαμβάνει αρκετές φορές ο Σουρούνης, χωρίς τραγικότητα, με την ανεμελιά του παιδιού που όσα έχουν γίνει πριν από τη γέννησή του φαντάζουν στα μάτια του πολύ μακρινά και χωρίς μεγάλη σημασία. Πιο πολύ απασχολεί και βασανίζει το μικρό Αντώνη η αδυναμία του να προφέρει το ρ, οι φίλοι, το πρωτοξύπνημα της σεξουαλικής επιθυμίας. Αδύνατο να μιλήσει κανείς για όλα τα πρόσωπα κι όλα τα γεγονότα του βιβλίου, που προχωρεί συνειρμικά, όχι με χρονολογική σειρά, με σκέψεις που η μια ανασύρει στην επιφάνεια σωρό άλλες. Κάποτε οι παρεκβάσεις γίνονται τόσο μακρές που ξεχνάς από πού ξεκίνησε, με πιο χαρακτηριστική την εξής: Στη σ. 43 ο μικρός Αντώνης, έχοντας πάει στο σχολείο για να πάρει το απολυτήριο του δημοτικού, γυρίζει στο σπίτι λυπημένος, λέγοντας στους δικούς του ότι ο διευθυντής του σχολείου για να του δώσει το χαρτί απαιτούσε την καταβολή εκατό δραχμών. Ο πατέρας ξεκινάει οργισμένος με τον μικρό. Ε, λοιπόν, στο σχολείο θα φτάσει στη σ. 559! Αυτές οι παρεκβάσεις, η μια κουβέντα που φέρνει την άλλη, η μια ανάμνηση που τραβάει τη γειτονική της, αποτελούν μεγάλο μέρος της γοητείας του βιβλίου. Πέρα από την οικογένεια, τον πατέρα, με τον οποίο ο συγγραφέας μικρός φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη σχέση, τη μητέρα, μια σεμνή, καλοσυνάτη παρουσία, τον παππού, τη δυναμική γιαγιά που μεταξύ άλλων έριχνε τα κότσια και προμάντευε το μέλλον, θείους και θείες, τη μικρή αδελφή που η επιβίωσή της αποδόθηκε σε θαύμα, κυρίαρχη θέση στο βιβλίο έχουν οι φίλοι, οι παιδικές συντροφιές, γνωστοί περισσότερο με τα παρατσούκλια τους: Ο Λεκές, ο Αλιάμπρας, το Χέλι, ο Σερπετός και άλλοι ακόμα, πρωταγωνιστούν μαζί με τον συγγραφέα στο βιβλίο και αρκετοί απ' αυτούς, με τα ίδια παρατσούκλια, τον συντροφεύουν και στη μελαγχολική έξοδο, αν και ακόμα κι εδώ δεν λείπει το χιούμορ. Τη Θεσσαλονίκη ελάχιστα την ξέρω. Αλλά όταν θα ξαναβρεθώ εκεί θα ψάξω να βρω την οδό Μουσών, το Γεντί Κουλέ, το Κουλέ Καφέ, τον Ταξιάρχη...Ή μήπως είναι καλύτερα να τα κρατήσω στη σκέψη μου με τη μυθιστορηματική χρυσόσκονη με την οποία τα πασπάλισε ο Σουρούνης;

Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2007

Τελευταία διαβάσματα του χρόνου

Αυτό το δεκαπενθήμερο των διακοπών θέλησα να...τιμωρήσω λίγο τον εαυτό μου, αναγκάζοντάς τον να ξεκαθαρίσει όλα τα αδιάβαστα ή μισοδιαβασμένα βιβλία που μαζεύτηκαν στο σπίτι. Βιβλία που αγόρασα γιατί με τράβηξε το όνομα του συγγραφέα, ή μια κριτική, ή το σχόλιο κάποιου φίλου, βιβλία που μου χάρισαν, βιβλία που τα άρχισα αλλά δεν με τράβηξαν να τα συνεχίσω, βιβλία που δεν τα άνοιξα καν. Είπα ότι θ' αντισταθώ στον πειρασμό να επισκεφθώ βιβλιοπωλείο, αν δεν ξεκαθαρίσω την πραμάτια που έχει μαζευτεί. Τέλειωσα μόνο τρία απ' αυτά:1)Το αηδόνι της Σμύρνης (εκδ. Διόπτρα), της Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου. Γραμμένο αρχικά ως σενάριο για τηλεοπτική σειρά, αναπτύχθηκε τώρα ως πολυσέλιδο μυθιστόρημα που εξιστορεί τη ζωή μιας νεαρής Σμυρνιάς με εξαιρετική φωνή που παντρεύεται ένα Κύπριο γύρω στα 1919, έρχεται στην Κύπρο και μαζί με τις περιπέτειες του βίου της που φτάνουν ως το 1974 παρακολουθούμε με σύντομες αναφορές όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Σμύρνη, Λάρνακα, Λευκωσία, Αμμόχωστος αλλά και Κάιρο, είναι ο χώρος όπου κινούνται τα πλήθος πρόσωπα του μυθιστορήματος. Πολλοί διάλογοι που δεν οφείλονται μόνο στη σεναριακή καταγωγή του βιβλίου, αλλά προπάντων στη θεατρική γραφή της Αδαμίδου, σύντομες περιγραφές, αλλά και μια ενδιαφέρουσα ιστορική εποχή καθιστούν το βιβλίο ευκολοδιάβαστο. 2) Δεν θα έλεγα το ίδιο για τα Καμένα λεφτά του Αργεντινού Ρικάρντο Πίλια (εκδ. Καστανιώτη). Απαιτεί συγκέντρωση στο διάβασμα, να μη συγχίζεις τα πρόσωπα που κάποτε αναφέρονται με ένα όνομα και κάποτε με άλλο, να θυμάσαι πράγματα και γεγονότα πολύ μακριά από μας, έστω κι αν οι υποσημειώσεις της μεταφράστριας βοηθούν. Ο αγαπητός Librofilo έχει μια θαυμάσια παρουσίαση του μυθιστορήματος στο μπλογκ της 6ης Νοεμβρίου, αλλά δεν θα συμφωνήσω μαζί του ότι ξεπερνά το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε. 3) Το τρίτο βιβλίο που "ξεκαθάρισα" ήταν το Ο παλιάτσος και η άνιμα (εκδ. Ψυχογιός) της Μάρως Βαμβουνάκη. Θυμάμαι ότι το αγόρασα γιατί θέλησα να ξαναγυρίσω στη δεκαετία του '80, να διαβάσω κάτι ανάλαφρο, όπως ήταν το Χρονικό μιας μοιχείας. Η Βαμβουνάκη όμως το έριξε στην ψυχολογία. Ομολογώ ότι έχω διαβάσει πολύ καλύτερα βιβλία ψυχανάλυσης! Και ξαφνικά, τελευταία μέρα του χρόνου, μια φίλη μου συστήνει το βιβλίο μιας άγνωστης συγγραφέως: Σαμίμ Σαρίφ, Ενώ έπεφτε το χιόνι (Ωκεανίδα). Το άρχισα.Το τηλέφωνο χτυπούσε και δεν το απαντούσα, η βασιλόπιτα δεν φτιάχτηκε (έχουν και τα ζαχαροπλαστεία), αλλά το βιβλίο ευτυχώς πρόλαβα και το τελείωσα πριν από τη βραδινή, οικογενειακή συγκέντρωση. Ένα βιβλίο απ' αυτά που δεν μπορείς να αφήσεις πριν το τελειώσεις, ένα βιβλίο για ένα μεγάλο έρωτα, τέτοιο που οι νέοι ονειρεύονται και οι πιο μεγάλοι εύχονται να είχαν ζήσει, δοσμένο μέσα στο περιβάλλον της χιονισμένης Μόσχας, μέσα στο φόβο, την καχυποψία, την καταπίεση, την ανελευθερία του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται σε χρόνο και τόπο. Από τη Βοστόνη του 2000 μεταφερόμαστε στη Μόσχα του 1956 και τανάπαλιν. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξάντερ Ιβανόφ, σαράντα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμερική, έχοντας γίνει ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, δεν μπορεί να ξεχάσει, δεν μπορεί να κλείσει την πληγή από το θάνατο της αγαπημένης του Κάτιας. Πώς γνωρίστηκαν, πώς έζησαν τα λίγα χρόνια της κοινής ζωής τους, γιατί και πώς εκείνη χάθηκε, θα μας αποκαλυφθούν σιγά-σιγά, καθώς το παρελθόν θα ζωντανεύει και για τον ίδιο, τον οποίο πέρα από την αγιάτρευτη πληγή που του άφησε ο θάνατος της αγαπημένης του, τον βασανίζουν και οι τύψεις, γιατί πιστεύει ότι ευθύνεται και ο ίδιος για το χαμό της. Απόηχοι της Άννας Καρένινα, του Δρα Ζιβάγκο και άλλων ανάλογων έργων φέρνουν το έργο κοντά στη ρωσική λογοτεχνία και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι η συγγραφέας είναι μια νεαρή Αγγλίδα (1969), με γονείς από την Ινδία και τη Νότιο Αφρική. Ήταν για μένα ένας ωραίος αναγνωστικός επίλογος του 2006.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

Έλλη Λαμπέτη-μια ζωή

Σπάνια βρίσκω βιβλίο που να με καθηλώσει, να με απορροφήσει πλήρως σε βαθμό που να εγκαταλείψω τα πάντα, να βυθιστώ με απόλαυση στο διάβασμά του και να μη σηκώσω κεφάλι μέχρι να το τελειώσω. Το παθαίνω (αραιά και πού) κυρίως με αληθινές ιστορίες, προπάντων όταν αφορούν γνωστά πρόσωπα. Ένα τέτοιο βιβλίο υπήρξε από την πρόσφατη εσοδεία η βιογραφία της Έλλης Λαμπέτη του Φρέντυ Γερμανού (Καστανιώτης, επανέκδοση, 2006). Δεν σχολιάζω τη λογοτεχνική γραφή του Φρέντυ, γνωστότατη και οικειότατη σε όλους όσοι διαβάζουν. Μιλάω για τη ζωή ενός ανθρώπου, μιας ηθοποιού που τη λατρέψαμε στις ταινίες της, που κάποιοι τυχεροί ανάμεσά μας πρόλαβαν να τη δουν στη σκηνή.
Ολόκληρη εποχή ζωντανεύει με το χαρακτηριστικό λόγο του Γερμανού, αλλά και με τις δεκάδες μονόχρωμες, καλλιτεχνικές φωτογραφίες και σκίτσα που συνοδεύουν σχεδόν κάθε σελίδα του βιβλίου. Απεικονίσεις όχι μόνο της ίδιας της μεγάλης ηθοποιού, αλλά και πολλών άλλων προσώπων που άγγιξαν τη ζωή της.
Η γέννησή της στο χωριό Βίλλια, η οικογένεια, η θεατρική και κινηματογραφική της πορεία, ο ερωτισμός, οι δεσμοί και οι γάμοι της, το πάθος για το θέατρο, οι θάνατοι στην οικογένεια, η πολύκροτη υπόθεση με τη μικρή Ελίζα και η δίκη, η ανάμιξη του ονόματός της με το "σκάνδαλο της βίλας", η δική της επώδυνη αρρώστια και η πορεία προς το τέλος στα 57 μόλις χρόνια της, και πάνω απ' όλα οι θεατρικοί ρόλοι τους οποίους ερμήνευσε, ζωντανεύουν με τρόπο μοναδικό. Δεν διαβάζουμε πια, συνεπαρμένοι θεατές παρακολουθούμε με κρατημένη την ανάσα την παράσταση μιας ζωής και μιας εποχής. Η "Πεγκ, καρδούλα μου", η "Αντιγόνη" του Ανούιγ, ο "Ματωμένος γάμος", ο "Γυάλινος κόσμος, το "Νυφικό κρεβάτι", η "Δεσποινίς Μαργαρίτα" και τέλος η κωφάλαλη Σάρα των "Παιδιών ενός κατώτερου Θεού", πόσοι και πόσοι ρόλοι, πόσες θεατρικές ηρωίδες! Τανίες αγαπημένες όσες φορές κι αν τις δούμε: Το κορίτσι με τα μαύρα, Το κυριακάτικο ξύπνημα, Η κάλπικη λίρα, το τελευταίο ψέμα...
Μια γλυκόπικρη γεύση μου έμεινε κλείνοντας το βιβλίο. Ξανάζησα ωραίες στιγμές του θεάτρου και του κινημτογράφου, αλλά και τις δραματικές στιγμές μιας πολύπλαγκτης ζωής κι ενός οδυνηρού θανάτου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

Ο Γαλάζιος Δράκοντας


Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, με αρκετά πλούσιο λογοτεχνικό έργο στο ενεργητικό της, μυθιστορήματα εκδομένα από την «ΑΓΚΥΡΑ» (Ο ψίθυρος του δάσους, Το ταξίδι της καρδιάς μας, Το πεπρωμένο μιας ζωής), τη συλλογή διηγημάτων Όλου του κόσμου τα παιδιά από τον Πατάκη και άλλα ακόμα έργα, μας έδωσε πρόσφατα το μυθιστόρημα νεανικής λογοτεχνίας Ο Γαλάζιος Δράκοντας, αυτή τη φορά εκδομένο στην Κύπρο από τις εκδόσεις «Εν τύποις».
Στηριγμένη σε στοιχεία και πληροφορίες που αντλούσε από εφημερίδες της Σρι-Λάνκα και που της μετέφραζε η Σριλανκέζα Μανόρη, αλλά και μέσα από αφηγήσεις της ίδιας κοπέλας, μας έδωσε ένα μυθιστόρημα που όχι μόνο απεικονίζει τη φοβερή θεομηνία που έπληξε τη χώρα αυτή το 2004, το τσουνάμι, αλλά μας μεταφέρει και τον τρόπο ζωής, το χαρακτήρα, τις συνήθειες, γενικά τη φυσιογνωμία αυτού του φτωχού, αλλά αισιόδοξου και αξιοπρεπούς λαού.
Κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος μια οικογένεια: πατέρας, μητέρα, γιαγιά και τρία παιδιά. Η μέρα της φοβερής καταστροφής, 26 Δεκεμβρίου 2004, βρίσκει την οικογένεια χωρισμένη. Ο πατέρας, όπως κάθε μέρα, από νωρίς στο ψάρεμα, η μητέρα σε κάποια άλλη δουλειά, ενώ τα δυο μικρότερα αδέλφια πάνε για να αποχαιρετήσουν κάποιους φίλους τους που ξεκινάνε για μια εκδρομή. Έτσι, η συγγραφέας δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ετοιμάζει το σκηνικό, για να μας περιγράψει μέσα από διάφορες οπτικές την αναπάντεχη, πρωτοφανή τραγωδία της χώρας, την οποία έντεχνα έχει προοικονομήσει. Σκηνές που όλοι είδαμε ξανά και ξανά να προβάλλονται στην τηλεόραση, παίρνουν με τη λογοτεχνική τους αποτύπωση τη μονιμότητα και τη διαχρονικότητα του γραπτού λόγου: Παιδιά που ενώ έπαιζαν ξέγνοιαστα στην ακρογιαλιά, τώρα τρέχουν έντρομα να σωθούν. Παιγνιδιάρικα κύματα μετατρέπονται στον γαλάζιο δράκοντα που ξεβράζει στην ακτή τα πάντα και απειλεί να καταπιεί τα πάντα. Τρόμος, αγωνία, αλλά και θάρρος, ψυχραιμία, αλτρουισμός, αλληλοβοήθεια χαρακτηρίζουν τα παιδιά-ήρωες της Γιόλας. Κάποια θα χαθούν, τα περισσότερα θα επιζήσουν και μαζί με τις οικογένειές τους θα προσπαθήσουν να ξαναφτιάξουν από την αρχή τη ζωή τους.
Διάσπαρτες στο βιβλίο βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τη χώρα. Για τα επαγγέλματα, τις ασχολίες των παιδιών, τα έθιμα, τη θρησκεία. Χριστιανοί και βουδιστές συμβιώνουν ειρηνικά, πάνε στα ίδια σχολεία, πλήττονται εξίσου από τη συμφορά και κοινός γίνεται ο αγώνας για την επιβίωση. Έμμεσα το βιβλίο δίνει στα παιδιά το καλύτερο μάθημα ανεξιθρησκίας, ανοχής του διαφορετικού και πανανθρώπινης αγάπης.
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ως « Σύγχρονη νεανική λογοτεχνία». Πιστεύω ότι ο ηλικιακός διαχωρισμός «παιδική» ή «νεανική» λογοτεχνία είναι κάπως συμβατικός. Ένα καλογραμμένο βιβλίο δεν γνωρίζει ηλικιακούς χαρακτηρισμούς, άνετα μπορεί να διαβαστεί από όποιον αγαπά το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Και τέτοιο είναι το βιβλίο «Ο γαλάζιος δράκοντας».

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Μια συλλογή διηγημάτων από την Κύπρο

Κώστα Λυμπουρή, «Προσωρινά κλειστό», διηγήματα, εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2006

Παρόλο ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται από ένα αγχώδη, βιαστικό ρυθμό ζωής,
προσιδιάζοντα σ’ ένα εξίσου βιαστικό και με προτίμηση στα σύντομα κείμενα αναγνωστικό ρυθμό, εντούτοις η συνοπτικότητα του διηγήματος, σε αντίθεση με το απαιτητικό, πολύωρο, συνεχές διάβασμα του μυθιστορήματος δεν ασκεί, όπως θα περίμενε κανείς, ιδιαίτερη έλξη στο αναγνωστικό κοινό. Κι όμως, ένα ωραίο διήγημα δεν παύει πέρα από γοητευτικό και απολαυστικό, να είναι και χρηστικά πρακτικό, καθώς μπορεί να διαβάζεται μέσα σε λίγο χρόνο. Μια συλλογή διηγημάτων μπορεί να διαβάζεται διακεκομμένα, όποτε έχουμε καιρό. Αν και, μια αξιόλογη συλλογή, όπως αυτή του Κώστα Λυμπουρή, σε παρασύρει να τη διαβάσεις χωρίς διακοπή, σαν να διάβαζες ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα.
Δεκαέξι διηγήματα την αποτελούν. Αντλημένα όλα από την πρόσφατη, επώδυνη ιστορία του τόπου μας, γέννημα μιας βαθιάς και γνήσιας αγάπης για τον τόπο, για την παράδοση, για τους ανθρώπους αυτής της γης, έκφραση ευαισθησίας και πίστης στην ειρηνική συμβίωση, φαίνεται (παρόλο ότι είναι η πρώτη λογοτεχνική απόπειρα του γνωστού από άλλες εργασίες του συγγραφέα), να κυοφορούνταν και να ωρίμαζαν καιρό πολύ μέσα του, πριν βγουν στο φως.
Οι ήρωές του, ατόφιο γέννημα της κυπριακής γης, διακρίνονται για την άκρα αθωότητά τους, που συχνά τους καθιστά «σαλούς», διακατεχόμενους από την ιερή τρέλα. Θύματα των περιπετειών της ζωής, παράξενοι κι απροσάρμοστοι, κυκλοφορούν πράοι και άκακοι ανάμεσά μας. Ο Μάριος, με σαλεμένο το μυαλό από τραυματικές εμπειρίες της εισβολής του 1974, φτιάχνει ροδόσταγμα και με τις «μερρέχες» του ραντίζει όποιον συναντά. Ο Αντρίκκος αγωνίζεται όλη νύχτα να στυλώσει τους «αόρατους», τα πολύκλαδα, χαμηλά κυπαρίσσια που σχημάτιζαν αψίδα στο δρόμο προς τον Απόστολο Ανδρέα, για να μην περάσουν από κάτω θριαμβευτές οι Τούρκοι. Ο γερο-Ηλίας, που κουβεντιάζει με τον αγνοούμενο γιο του σαν να είναι ακόμα ζωντανός, καίει την έκθεση των επιστημόνων που πιθανόν να επιβεβαίωνε το θάνατο του γιου του. Τρεις μάνες κάνουν οι ίδιες εκταφή λειψάνων, για να ευαισθητοποιήσουν τους αρμοδίους. Πολλοί άλλοι τύποι, ένας παράξενος δάσκαλος, που σαν μπήκαν οι Τούρκοι αγωνίστηκε μόνος να σώσει το Καράβι της Κερύνειας και ζει τώρα με τις αναμνήσεις της ομορφιάς της πόλης, ο χορευτής του πηλού, η τρελο-Άρτεμη, ο γερο-Χριστόδουλος με το γαϊδούρι του, όλοι χαρακτήρες ολοζώντανοι, περιδιαβάζουν στη σκέψη μας ώρες και μέρες αφότου κλείσουμε το βιβλίο.
Ιδιαίτερα αξίζει να σχολιαστεί η τεχνική των διηγημάτων του Λυμπουρή. Διατηρούν την κλασική φόρμα του διηγήματος, πολύ συχνά όμως χρησιμοποιείται το flash-back, η αναδρομή στο παρελθόν, είτε ως τριτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα είτε ως ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα. Ιδιαιτερότητα διακρίνει και τους επιλόγους, πολλούς από τους οποίους χαρακτηρίζει το εξωλογικό στοιχείο. Για παράδειγμα, από τον τάφο της «αρχόντισσας» ακούγονται τα βράδια μικρασιάτικα τραγούδια. Εκεί που θάφτηκαν τα κόκαλα του αγνοούμενου αθλητή, οι τριανταφυλλιές παίρνουν ένα υπερφυσικό ύψος. Η μαύρη μαντίλα της μάνας λύνεται ξαφνικά και ανεξήγητα την ώρα που πεθαίνει ο γιος της.
Από τα διηγήματα δεν λείπει ούτε η λεπτή ειρωνεία. Στο διήγημα «Το φεστιβάλ» σατιρίζεται η προσποιητή, επιφανειακή, τεχνητή συντήρηση της παράδοσης, καθώς και η υποκρισία και ο καιροσκοπισμός των πολιτικών, σε αντιδιαστολή με τη γνησιότητα που ενσαρκώνει ο γερο-Χριστόδουλος. Η ειρωνεία, μαζί με τη διακωμώδηση του παραλογισμού των πολέμων, των στρατών και του διαχωρισμού των ανθρώπων, συνδυασμένα με τον έρωτα, την ευαισθησία, την αγνότητα των νέων, δίνεται σ’ ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, το «Στην πράσινη γραμμή». Εξίσου ψηλά στην προτίμησή μου στέκεται και το διήγημα «Οι φοινικιές». Μέσα σε λίγες σελίδες απεικονίζεται μια χαρακτηριστική γειτονιά της Λευκωσίας, αναβιώνουν παιδικές μνήμες, αναπολείται μια άλλη, ειρηνική ζωή, παρεμβαίνει το φυλετικό μίσος, αλλά επιλογικά και συμβολικά σμίγουν « η ψαλμωδία από τη διπλανή εκκλησιά και η φωνή του χότζα από τον απέναντι μιναρέ».

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

Ο μωβ μαέστρος

Τη Σοφία Νικολαΐδου την ήξερα μόνο από τη θαυμάσια διαδικτυακή πύλη που διατηρεί μαζί με την Τερέζα Γιακουμάτου (www.netschoolbook.gr)καθώς και το ομότιτλο (Διαδίκτυο και διδασκαλία) βιβλίο (Κέδρος,2001). Όμως λογοτεχνικά πρώτη φορά τη συναντώ τώρα, στον "Μωβ μαέστρο". Και δεν μου άρεσε. Δεν ξέρω γιατί το έγραψε. Τι ήθελε να δείξει; Τον κόσμο της νύχτας στη Θεσσαλονίκη; Ένα κόσμο που λίγο πολύ είναι ίδιος παντού. Τις χαλασμένες οικογενειακές σχέσεις; Καμιά πρωτοτυπία. Την άφιξη μεταναστών στην Ελλάδα; Πάλι κοινότοπο θέμα. Ένας ιδιοκτήτης δυο νυχτερινών κέντρων πεθαίνει. Tα δυο κέντρα τα αφήνει κληρονομιά στην κόρη του, που ούτε στα τελευταία του δεν πήγε να τον δει. Τον λόγο της μεταξύ τους έχθρας δεν κατάλαβα, ίσως να αφαιρούμουν πότε-πότε καθώς διάβαζα. Η μάνα είχε πεθάνει πριν, βυθισμένη στην κατάθλιψη. Η κόρη, η Λίζα, τριαντατετράχρονη μαθηματικός, αποφασίζει να κρατήσει τα μαγαζιά, με τη βοήθεια ενός παλιού φίλου του πατέρα, του δικηγόρου Σουγλέ, ενός Ρώσου που τους προμήθευε ουίσκι και όπλα, και του μπάρμαν, του επιλεγόμενου Μωβ, επειδή κάποτε από το πολύ όπιο που είχε πιει μια φορά, τα έβλεπε όλα μωβ. Δυο άλλες γυναικείες μορφές, η Μπίλλυ, κάτι σαν οικονόμος του σπιτιού και η Ταμάρα, οικιακή βοηθός και πρώην γυναίκα του Ρώσου, συμπληρώνουν τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας. Α, ναι και ο Ψυ, ο ψυχίατρος τον οποίο η Λίζα συναντά δυο φορές τη βδομάδα για δύο χρόνια. Η Λίζα ερωτεύεται τον Μωβ, κάνει όμως ένα γρήγορο σεξ με τον Ρώσο! Και η ιστορία τελειώνει αισιόδοξα, με τη Λίζα στο Παρίσι. Αν έχει κάποια αξία το βιβλίο της Νικολαΐδου, αυτό πιστεύω είναι η γλώσσα και το ύφος. Γλώσσα (ιδίως στους διαλόγους)-αποτύπωμα του σύγχρονου ιδιόλεκτου του κόσμου τον οποίο περιγράφει, φράση σύντομη, κοφτή, λαχανιαστή, κι ίσως ήταν αυτό που μ' έκανε να φτάσω το βιβλίο ως το τέλος.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2006

Αστυνομικό μυθιστόρημα, μαθηματικά και λογοτεχνία

Αν και στο σχολείο δεν ήμουν ξεφτέρι στα μαθηματικά, πάντα ασκούσαν σε μένα μια γοητεία. Που στις μέρες μας, με την εμπλοκή τους στη λογοτεχνία, αύξησαν ακόμα περισσότερο την έλξη που μου ασκούσαν. Εκτός από το "Θεώρημα του παπαγάλου" του Ντενί Γκετζ, είχα πέρσι απολαύσει και τα "Μαθηματικά επίκαιρα" του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Έτσι, με πολλή χαρά είδα την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματός του, "Πυθαγόρεια εγκλήματα" (Πόλις, 2006). Το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Γραφή απλή, ξεκάθαρη, διαυγής, ακόμα κι όταν διατυπώνει μαθηματικά προβλήματα (πώς αλλιώς θα μπορούσε να γράψει ένας μαθηματικός;) Οι δυο λογοτεχνικοί του ήρωες, ο Μιχαήλ Ιγερινός και ο Στέφανος Κανταρτζής, δυο μαθηματικοί, κινούνται σ' ένα απόλυτα τεκμηριωμένο ιστορικά, υπαρκτό πλαίσιο. Στην αρχή κάπως μπορεί να συγχιστεί ο αναγνώστης. Αρχίζει με ένα σύντομο "πρελούδιο", χρονικά τοποθετημένο στη σχολή του Πυθαγόρα, ακολουθεί ένα επίσης σύντομο κεφάλαιο στο οποίο πληροφορούμαστε τον αιφνίδιο θάνατο του Στέφανου και στη συνέχεια βρισκόμαστε στο Παρίσι του 1900. Τότε, παρακολουθώντας τις εργασίες ενός διεθνούς συνεδρίου μαθηματικών, είχαν γνωριστεί και είχαν γίνει φίλοι οι δυο νέοι. Από κει και πέρα ξεχνάμε και τους Πυθαγόρειους και το θάνατο του Κανταρτζή. Θα περιπλανηθούμε στο Παρίσι, θα τριγυρίσουμε στα μπιστρό, στο Μουλέν Ρουζ και στην Μονμάρτρη, θ' ακούσουμε μαθηματικές συζητήσεις και προβλήματα, θα γνωρίσουμε μαθηματικούς όπως τον Χίλμπερτ, τον Πουανκαρέ και τον Πεάνο, θα δούμε τον Τουλούζ Λωτρέκ και τον Πικάσο. Με απαράμιλλη τέχνη, χωρίς λογοτεχνικές περικοκλάδες, ο Τεύκρος Μιχαηλίδης μας μεταφέρει όλη τη χαρούμενη ατμόσφαιρα, τις πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις των αρχών του νέου αιώνα. Με την ίδια μαθηματική συντομία και σαφήνεια θα παρακολουθήσουμε τον ήρωά του στο γυρισμό στην Ελλάδα και τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Τα "ευαγγελικά", οι Βαλκανικοί πόλεμοι, οι Βενιζελικοί και οι Βασιλόφρονες, η καταστροφή της Σμύρνης, δίνονται σύντομα και λιτά, καθορίζοντας το χρονικό πλαίσιο της ζωής των ηρώων του. Θα φτάσουμε στη σ. 212, λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος, για να ξανασυνδεθούμε με την αρχή, με το θάνατο του Κανταρτζή, που θα αποδειχτεί ότι ήταν δολοφονία. Και τα μαθηματικά; Τα άφησα τελευταία να τα σχολιάσω. Με συγγραφική πονηριά ο Μιχαηλίδης μας εισάγει στον κόσμο των μαθηματικών, μας πληροφορεί για στοιχεία της ιστορίας των μαθηματικών, κατορθώνει να μας προκαλέσει το ενδιαφέρον γι' αυτή την "επιστήμη των επιστημών". Αλγόριθμος, απειροστικός λογισμός, πολυωνυμικές εξισώσεις, αξιωματικό σύστημα και άλλα παρόμοια, μπορεί να μην είναι...και το καλύτερό μου, αλλά συνέλαβα τον εαυτό μου να γοητεύεται από τις μαθηματικές συζητήσεις. Για παράδειγμα, ένα απλό πρόβλημα που τίθεται στη συντροφιά:"Με ποια κανονικά πολύγωνα μπορούμε να γεμίσουμε το επίπεδο;" Τα μαθηματικά στάθηκαν η αιτία μιας δολοφονίας στην αρχαιότητα, τα μαθηματικά θα οδηγήσουν στο έγκλημα και στο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη. Ένα βιβλίο-ιδανικό δώρο σε μαθηματικούς που διαβάζουν λογοτεχνία και όχι μόνο βέβαια.

Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006

Το "Σουέλ" της Ιωάννας Καρυστιάνη

Αν και ο παράξενος, ακατανόητος (πριν διαβάσω το βιβλίο) τίτλος δεν με ενέπνεε καθόλου, το όνομα της συγγραφέως ήταν αρκετό για να αγοράσω το βιβλίο. Έχοντας διαβάσει και τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά της ήμουν σίγουρη ότι δεν θα με απογοήτευε. Και δεν με απογοήτευσε. Βέβαια, ψηλά στην προτίμησή μου εξακολουθεί να παραμένει το "Κουστούμι στο χώμα", αλλά και το "Σουέλ" έχει πολλές λογοτεχνικές αρετές. Έχω διαβάσει δυο κριτικές ήδη, μια στα "Νέα" (27/10/2006), που δεν του βρίσκει κανένα ψεγάδι (εκτός ίσως τη θέση των γυναικών στο έργο) και στην "Καθημερινή" (21/11/2006), που του βρίσκει πολλά τρωτά. Η δική μου άποψη είναι κάπου ανάμεσα. Το "Σουέλ" (που σημαίνει βουβό κύμα) είναι ένα αφιέρωμα, θα έλεγα, στους Έλληνες ναυτικούς, στον αγώνα με τη θάλασσα, στην αγάπη της θάλασσας, στοιχείο σύμφυτο με τον Ελληνισμό. Για μήνες ταξιδεύουμε στο φορτηγό ATHOSIII με καπετάνιο τον Μήτσο Αυγουστή, έναν 75χρονο θαλασσόλυκο, που έχει 12 χρόνια να πατήσει στεριά. Από λιμάνι σε λιμάνι της Άπω Ανατολής κυρίως, φορτώνουμε και ξεφορτώνουμε εμπορεύματα, ακούμε τις κουβέντες των ναυτικών, ζούμε με τον γέρο καπετάνιο, την αχώριστη γάτα του και τον πιστό, αφοσιωμένο μάγειρα, ένα γεροντοπαλίκαρο που μαγειρεύει λες για πρώτης τάξεως εστιατόριο. Η εταιρεία ζητάει επίμονα από τον Αυγουστή να γυρίσει, να αφυπηρετήσει επιτέλους, το ίδιο ζητάει και η γυναίκα του (με την οποία είχε φτάσει στα πρόθυρα διαζυγίου και παρά τα τρία παιδιά τους δεν τους ενώνει τίποτα) που καταφθάνει μια μέρα ξαφνικά στην Ιαπωνία για να τον μεταπείσει. Μάταια όμως. Το μόνο που ανακαλύπτει η Φλώρα είναι ότι ο καπετάνιος είναι πια τυφλός. Κανένας δεν το έχει πάρει είδηση. Δεν ξέρω πόσο πειστικό ακούγεται, αφού συνεχίζει για μήνες να κυβερνάει το καράβι, καταφέρνει ακόμα και να το οδηγήσει με την όπισθεν, όταν η προπέλα παθαίνει βλάβη! Ας μην αποκαλύψω και το άλλο μυστικό που κρύβει η επιβίβαση στο πλοίο ενός νέου ναυτικού και που θα συμβάλει στην απόφαση του καπετάνιου να "αποστρατευτεί" επιτέλους. Η ζωή των ναυτικών απασχόλησε την Καρυστιάνη και στην "Μικρά Αγγλία", αλλά εκεί υπήρχε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και η στεριά. Εδώ η στεριά είναι μόνο στις αναμνήσεις και στις κουβέντες των ναυτικών. Είναι σελίδες που μοιάζουν με "προσκλητήριο" ναυτικών (π.χ. σ.141) και καταγραφή της πορείας της ζωής ή του θανάτου τους. Άλλες σελίδες (238-39) μας αραδιάζουν λιμάνια και εμπορεύματα, ενώ ο εξωσυζυγικός δεσμός του με μια κοπέλα από την Ελευσίνα που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια, διανθίζουν το βιβλίο με λυρικά κομμάτια- επιστολές που απευθύνονται στο γιο του (στο βιβλίο με κυρτά γράμματα και πρωτοπρόσωπη γραφή), πράγμα που ο αναγνώστης δεν καταλαβαίνει αμέσως. Είναι η εξιστόρηση ενός έρωτα, είναι η έκφραση των συναισθημάτων της γυναίκας που αγαπά και περιμένει, στο περιθώριο της επίσημης συζυγικής και οικογενειακής ζωής. Κάπως απίθανο, βέβαια, μια αμόρφωτη κοπέλα να εκφράζεται όπως την παρουσιάζει η Καρυστιάνη, αλλά "λογοτεχνική αδεία" ας το δεχτούμε. Η ένστασή μου είναι κυρίως για το τέλος του μυθιστορήματος, που καταντάει μελό. Θα προτιμούσα να αφήσει τον γέρο καπετάνιο, που τόσο ωραία ζωγράφισε, αν όχι στο καράβι του, τουλάχιστον στο αεροπλάνο που τον γύριζε στην πατρίδα. Από κει και πέρα το μυθιστόρημα νομίζω χάνει, στην προσπάθεια της συγγραφέως να δώσει ένα happy end.
Το ύφος της Καρυστιάνη, γοητευτικό όπως πάντα, δεν σηκώνει επιπόλαιο διάβασμα, απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη. Η αοριστία του προσώπου που μιλά διαπλέκεται με εσωτερικό μονόλογο, με διάλογο, με ανάμνηση, το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο. Ένα δείγμα:"Στην τραπεζαρία των αξιωματικών δεν άγγιξε το πιάτο του και ο Σιακαντάρης που παραφύλαγε τα βλέμματα και τα επιφωνήματα επιδοκιμασίας των αντρών για το χταπόδι με το κοφτό μακαρονάκι, κάθισε κοντά του, βαρέθηκε την ερμητική σιωπή του, πέταξε κάτι για τη δική του μαμά, μ' αρέσει να κόβω το κρέας μερίδες, έλεγε η κυρά-Δέσποινα, θεός σχωρέσ' την και, το δεξί χεράκι του αρνιού έχει πιο νόστιμο ψαχνό, καμία αντίδραση από τον άλλο, πού να βρω τώρα φράουλες κι αυτά τα κοριτσίστικα φρούτα που σ΄αρέσουνε, απολογήθηκε, στείλε μου αργότερα κάτι, τον καταδέχτηκε επιτέλους ο Αυγουστής με τον καινούργιο, το τόνισε αυτό και σηκώθηκε".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Η καλοσύνη των ξένων

Γύρισα απ' την Αθήνα έχοντας διαπιστώσει (όχι για πρώτη φορά) ότι πια δεν είμαι 18 χρονών, αλίμονο, ούτε 28, με μια ελαφριά "τενοντίτιδα" και με διαβασμένο το τελευταίο βιβλίο του Τατσόπουλου "Η καλοσύνη των ξένων" (Μεταίχμιο, 2006). Εκτός από την "Καρδιά του κτήνους", δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο του. Μου άρεσε η "Καλοσύνη". Μου αρέσουν οι αληθινές ιστορίες και "μια αληθινή ιστορία" είναι ο υπότιτλος του βιβλίου. Θα έλεγα ότι αποτελεί την αυτοβιογραφία του Τατσόπουλου, αν δεν ήταν τόσο νέος (47 χρονών) και αν το βιβλίο δεν ήταν γεμάτο με χίλια δυο άλλα στοιχεία πέραν των αυτοβιογραφικών. Βέβαια, το κύριο θέμα είναι η αποκάλυψη τόσο για τον ίδιο όσο και για μας, του γεγονότος ότι ήταν υιοθετημένο παιδί. Το όλο θέμα αντικρίζεται ανάλαφρα, εύθυμα, με χιούμορ θα έλεγα. Δεν μας το παρουσιάζει σαν ένα συγκλονιστικό γεγονός που αναστάτωσε τη ζωή του, έστω κι αν θέλησε, όπως όλοι οι υιοθετημένοι, να βρει τη φυσική του μητέρα, όχι και τον πατέρα, μια και ήταν εξώγαμο παιδί και θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Ίσως, επειδή τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε σε ίδρυμα και αργότερα σε ανάδοχη οικογένεια, κατά βάθος να υποψιαζόταν την αλήθεια, που επιβεβαιώθηκε στα 19 του χρόνια. Όμως, το βιβλίο δεν περιορίζεται στο θέμα της υιοθεσίας, παρόλο που διαρκώς επανέρχεται σ' αυτό. Γράφει για τις σπουδές του, για τα πρώτα του κείμενα, για τη συνάντησή του με τον Σαμαράκη, για λογοτεχνία και για ταινίες, για αναμνήσεις και διαβάσματα, για φιλίες, για πρόσωπα και γεγονότα των τελευταίων 40 χρόνων, για τα ετεροθαλή του αδέλφια και τη ζωή τους στα ιδρύματα, για το παιδομάζωμα και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, για τη λογοτεχνική του πορεία και τους φίλους του, ακόμα και για ένα ταξίδι στην Ονδούρα. Ειρωνικός, ενίοτε αυτοσαρκαστικός, αλλά εν γένει απολαυστικός, δίνει ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, μια γραφή που μοιάζει να την τραβά συνειρμικά η μνήμη από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, μια γραφή που σφύζει από ζωή αληθινή.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

Αθήνα, έρχομαι!

Αύριο πάω στην Αθήνα. Πόσες φορές έχω πάει ως τώρα; Δεκάδες. Κι όμως, η ανάμνηση εκείνων των έντονων συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όταν, δεκαοχτάχρονοι έφηβοι, πηγαίνοντας για να σπουδάσουμε, την αντικρίζαμε για πρώτη φορά απ' το κατάστρωμα ενός πλοίου (ουσιαστικά βέβαια τον Πειραιά) δεν λέει να φύγει. Σαν μυρωδιά από ένα παλιό άρωμα στο ντουλάπι μας που κρατάει ακόμα, κάθε φορά οι αναμνήσεις και η συγκίνηση ζωντανεύουν. Για μας, την "παλιά φρουρά", όπως λέει και ο Καίσλερ, για μας που μεγαλώσαμε με το όραμα της Ένωσης, που ο Εθνικός Ύμνος και η γαλανόλευκη μας φέρνουν ακόμα δάκρυα στα μάτια, για μας που ζήσαμε αντί της πραγματοποίησης του ονείρου την ίδρυση ενός "ανεξάρτητου" κράτους, η Αθήνα εξακολουθεί να είναι η ανέφικτη ουτοπία. Κι ας έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε. Η Αθήνα δεν είναι ό, τι ήταν τότε. Τις ζούμε, τις ξέρουμε τις αλλαγές, μια και τώρα έχουμε πολύ πιο συχνή επαφή. Για μας όμως η Αθήνα διατηρεί ακόμα κάτι απ' το ιδανικό που ονειρευτήκαμε, στην ατμόσφαιρά της πλανιέται ακόμα κάτι απ' την ανεμελιά και την αισιοδοξία της νιότης μας, συναισθήματα που δεν μπορούν να νιώσουν ούτε όσοι γεννήθηκαν και ζουν εκεί, ούτε και η νεότερη γενιά των παιδιών μας. Θα πάω, λοιπόν, αύριο στην Αθήνα. Θα τριγυρίσω στους δρόμους της (μερικοί δεν άλλαξαν καθόλου), θα περάσω ώρες στα βιβλιοπωλεία, θα δω θέατρο, θα συναντηθώ με φίλους. Για άλλη μια φορά μέσα από το παρόν θ' αναζητήσω και θα ξαναζήσω το παρελθόν, αυτό το παρελθόν που μας έχει σημαδέψει για πάντα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

Ξαναδιαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο

Τι αναγνωστική ευδαιμονία, τι ξέπλυμα της ψυχής από την ανία και την κενότητα των prada, versace και λοιπών ανάλογων συνομοταξιών, τι ευφροσύνη να βυθίζεσαι στην ανάγνωση ενός βιβλίου όπως "Το μηδέν και το άπειρο" του Άρθουρ Καίσλερ! Δεν ξέρω γιατί επίμονα μου είχε κολλήσει εδώ και μέρες η ιδέα να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο. Την πρώτη φορά που το διάβασα (εδώ και ...μερικές δεκαετίες) το είχα δανειστεί, δεν ήταν δικό μου. Δεν ήξερα καν αν κυκλοφορεί. Κι όμως το βρήκα. Και το ξαναδιάβασα, όχι μόνο πιο ώριμη, αλλά και με εντελώς διαφορετικές συνθήκες, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, Κι όμως, αυτό το βιβλίο, γραμμένο το 1949 και αναφερόμενο στις δίκες της Μόσχας της δεκαετίας του '30, εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο ενδιαφέρον στον αναγνώστη, κι ας έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε. Όπως κάθε μορφή αληθινής τέχνης, αγγίζει ερωτήματα και θέτει προβληματισμούς που ανάγονται στη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου. Το έργο τοποθετείται χρονικά στα 1938. Αρχίζει με τη σύλληψη του Ρουμπασόφ, ενός αγωνιστή της "παλιάς φρουράς", απ' αυτούς που έφαγαν τη ζωή τους στους αγώνες, στις φυλακίσεις, στα βασανιστήρια, μιας θρυλικής μορφής της ρωσικής επανάστασης. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από την επανάσταση. Η χώρα δεν αναφέρεται ποτέ με το όνομά της, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Ρωσία. Το ίδιο και ο Πρώτος, που ολοφάνερα υποδηλοί τον Στάλιν. Ο Ρουμπασόφ κατηγορείται για αντιπολιτευτική και αντεπαναστατική δραστηριότητα. Πριν από τη δημόσια δίκη του, γίνεται η ανάκριση, με σκοπό να τον κάνουν να ομολογήσει. Αναμνήσεις από το παρελθόν, όταν ο ίδιος συμπεριφερόταν σε συντρόφους του όπως τώρα συμπεριφέρονται σ' αυτόν, τύψεις, αμφιβολίες και προπάντων οι διανοητικοί διαξιφισμοί με τον ανακριτή παρασύρουν τον αναγνώστη. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος σε μια επανάσταση; Ήταν αναγκαίες οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να μπορέσει να επιβληθεί; Ποιο προέχει, το άτομο, ή το σύνολο; Μήπως κάποτε χρειάζεται η θυσία του ατόμου για να προχωρήσει το σύνολο; Δεν ξέρω τι προβληματισμούς θα είχε σήμερα ο Καίσλερ αν ζούσε (αυτοκτόνησε το 1983 μαζί με την τρίτη σύζυγό του). Το βέβαιο είναι ότι το μυθιστόρημα αυτό δεν θα πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο, όσο κι αν έχει αλλάξει η ιστορική πραγματικότητα. Θα αναζητήσω και την "Ισπανική διαθήκη", που επίσης είχα διαβάσει πριν από χρόνια. Κάποτε αξίζει νομίζω να ξαναδιαβάζουμε τα παλιά, καλά βιβλία αντί να πειραματιζόμαστε με αμφίβολα καινούργια.

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

Ο διάβολος φοράει prada

Έχω ένα νεαρό φίλο, συγγραφέα αλλά και φανατικό αναγνώστη, που αρνήθηκε να διαβάσει τον "Κώδικα ντα Βίντσι", όταν (και επειδή) τον διάβαζαν στις παραλίες, ακόμα και άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν πιάσει στα χέρια τους άλλο βιβλίο. Το ίδιο, είμαι σίγουρη, θα κάνει και με τον "Διάβολο (που) φοράει prada". Ως τώρα είχα άλλη θεωρία. Πάντα ήθελα να έχω προσωπική άποψη για πολυσυζητημένα βιβλία. Η ανάγνωση όμως του prada με έκανε να αρχίσω να αναθεωρώ (λέω να αρχίσω, γιατί δεν ξέρω αν δεν θα ξαναϋποκύψω στον πειρασμό!) Πέστε μου, όμως, ένα βιβλίο που μεταφράζεται σε 27(!) γλώσσες, που γίνεται ταινία, που για 6 μήνες βρίσκεται στην κορυφή των ευπώλητων στην Αμερική, που κάνει πασίγνωστη τη νεαρή, μόλις 23 χρονών συγγραφέα του, την Lauren Weisberger, δεν θα σας κινούσε την περιέργεια; Μια περιέργεια που έγινε ακόμα μεγαλύτερη, μετά που με κόπο και μόχθο τελείωσα το βιβλίο. Τι του βρήκαν; Και καλά η Αμερική, μια και σ' αυτό είναι ο δικός της κόσμος (μια τουλάχιστον πτυχή του) που περιγράφεται. Ο άλλος κόσμος όμως; Τι ενδιαφέρει τους Κινέζους, τους Αλβανούς, τους Ρουμάνους και όλους τους άλλους λαούς στη γλώσσα των οποίων μεταφράστηκε, αυτός ο γκλαμουράτος κόσμος της μόδας, οι Prada, Armani, Versace και όλοι οι άλλοι οίκοι μόδας που συνεχώς αναφέρει η συγγραφέας, τα λιμοκτονούντα μοντέλα, οι γόβες στιλέτο που προκαλούν αφόρητους πόνους στα πόδια, οι τσάντες των πέντε χιλιάδων δολαρίων ή οι τουαλέτες των σαράντα χιλιάδων, οι επιδείξεις μόδας που για τον κόσμο αυτό είναι κοσμοϊστορικά γεγονότα; Αυτά όλα περιγράφονται ξανά και ξανά στις 557 σελίδες του βιβλίου, σε πρώτο πρόσωπο, από την κεντρική ηρωίδα, την Άντρεα Ζαξ, που, έχοντας μόλις τελειώσει το κολλέγιο, προσλαμβάνεται ως βοηθός της παντοδύναμης, φοβερής, διαβολικής αρχισυντάκτριας του περιοδικού μόδας Runway. Ουσιαστικά γίνεται σκλάβα της αλαζονικής, υπεροπτικής, σαδιστικής, ιδιότροπης Μιράντα Πρίστλι, προσπαθώντας ν' αντέξει ένα χρόνο, για να μπορέσει μετά να πρσληφθεί ως δημοσιογράφος στο New Yorker. Το βιβλίο είναι επίπεδο, χωρίς κορυφώσεις ή ανατροπές, μια ανιαρή περιγραφή φορεμάτων, παπουτσιών, τσαντών και ιδιοτροπιών της Μιράντα Πρίστλι. Να είναι άραγε το βιβλίο αυτό η έμπρακτη απόδειξη της δύναμης της δαφήμισης, του marketing, της ικανότητας προώθησης προϊόντων, ή μήπως ο πολύς κόσμος αρέσκεται σε τέτοιου είδους αναγνώσματα, που απλώς αναπαράγουν μια πραγματικότητα;