Το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη ("Μιά ζωή δυο ζωές", Κέδρος, 2007), παρόλη την απογοήτευση που προκάλεσε το προηγούμενό του ("Για μια συντροφιά ανάμεσά μας"), βρίσκεται ήδη στην κορυφή των ευπώλητων. Υπάρχει φαίνεται ένα κοινό, ανάμεσά τους κι εγώ, που σε κάθε νέο βιβλίο του αναζητεί τη μαγεία που του δημιούργησε η "Αναζήτηση"
κι ας απογοητεύεται ολοένα και περισσότερο.
κι ας απογοητεύεται ολοένα και περισσότερο. Το "Μια ζωή δυο ζωές" σηματοδοτεί μια εμφανή στροφή από το ιστορικό στο σύγχρονο, αστικό μυθιστόρημα, στο οποίο όμως ο Θέμελης δεν φαίνεται να τα καταφέρνει εξίσου καλά. Δεν λέω ότι δεν διαβάζεται εύκολα ή ευχάριστα ή με ενδιαφέρον. Αλλά...πολλά είναι τα "αλλά" μου. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον κεντρικό ήρωα, τον πανεπιστημιακό Οδυσσέα Πολίτη, να ετοιμάζει τα χαρτιά του για ένα συνέδριο στις Βρυξέλλες, στο οποίο πρόκειται να πάρει μέρος. "Α", είπα, "να επιτέλους ένα ελληνικό campus novel". Αλλά δυστυχώς, παρόλο ότι υπάρχει προς το τέλος του βιβλίου ένα ακόμη συνέδριο, παρόλο που πολλοί φίλοι του Πολίτη είναι πανεπιστημιακοί, το μυθιστόρημα πόρρω απέχει απ' αυτό που νόμισα στην αρχή. Σε λίγο, με αφορμή μια συνέντευξη που δίνει σ' ένα μεταπτυχιακό του φοιτητή, κάνει μια αναδρομή στη ζωή και στις ιδέες του. Αυτό το δέχομαι, δένει. Παρακάτω όμως, δυο πολυσέλιδες, φανταστικές αναδρομές στην παιδική και νεανική του ηλικία που φτάνουν ως... τη Σαμαρκάνδη και τον Ταμερλάνο, τις βρήκα εντελώς άσχετες, όσο κι αν προσπάθησα να καταλάβω τι σημαίνουν και γιατί παίρνουν τόση έκταση. Στις αναδρομές του περιλαμβάνεται και η ιστορία του θείου Αλέκου, εκπροσώπου της διωχθείσας αριστεράς, που γυρίζει από την εξορία κι όμως είναι το χειρότερο είδος που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Κι εδώ πάλι μένει η απορία σε τι αποσκοπεί αυτή η "θρυμματισμένη προσωπικότητα".
Ο μεσήλικας Πολίτης, παντρεμένος εδώ και δώδεκα χρόνια σε δεύτερο γάμο με μια γιατρό, τη Μαρία, χωρίς παιδιά, φαίνεται να περνά μια κρίση ηλικίας. Στο ζευγάρι, παρόλο ότι φαινομενικά ζουν αρμονικά, υπάρχει μια "εύθραυστη ατμόσφαιρα". Ταιριάζουν σε πολλά, αλλά είναι έτοιμοι κάθε στιγμή να παρεξηγηθούν και να διαπληκτιστούν.
Στο συνέδριο ο Πολίτης γνωρίζει μια εντυπωσιακή, αρκετά νεότερη συνάδελφο, τη Ράνια. Η αμοιβαία έλξη δεν οδηγεί σε τίποτε άλλο πέραν από ένα δείπνο, μια μουσική που ακούνε στο μπαρ και μια συζήτηση περί ταυτότητας, ατομικής και συλλογικής. Θα ξανασυναντηθούν στο επόμενο συνέδριο που θα γίνει λίγες βδομάδες και...273 σελίδες αργότερα στη Βιέννη, οπότε και θα ενδώσουν σε μια παθιασμένη, ολιγοήμερη σχέση που, αφού τη συνεχίσουν για λίγο και στην Αθήνα, εκείνος θα αποφασίσει να διακόψει.
Όλ' αυτά συμβαίνουν λίγο πριν και λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2000. Η σύζυγός του, ο πιο στενός του φίλος, ο Άλκης, η γυναίκα, η κόρη του, άλλοι φίλοι και γνωστοί, πανεπιστημιακοί ή μεγαλοεπιχειρηματίες, μια κοινότητα αντιπροσωπευτική της μεγαλοαστικής τάξης της αθηναϊκής κοινωνίας, πλαισιώνουν τον κεντρικό ήρωα. Οι εορταστικές συγκεντρώσεις τους στην Αθήνα ή στα Ζαγοροχώρια όπου πάνε για τα Θεοφάνια, οι κουβέντες τους, οι οικογενειακές σχέσεις καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου. Στον επίλογο, μιλώντας για λίγο σε πρώτο πρόσωπο, ο καθηγητής θ' αποφασίσει να παραιτηθεί από το πανεπιστήμιο, να αρχίσει μια καινούργια ζωή, να χωρέσει, αν μπορεί, δυο ζωές μέσα σε μια ζωή.
Πολλά πράγματα σ' αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν ασύνδετα, κομμάτια που δεν δένουν μεταξύ τους, που δεν υπηρετούν μια βασική γραμμή. Εκτός από τις δυο φαντασιακές αναδρομές που ανέφερα, είναι ακόμα η ασυνεννοησία της νεαρής κόρης του φίλου του με τους γονείς της ως παρένθετη ιστορία, είναι και ο ξαφνικός θάνατος του φίλου του με υπονοούμενο κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης που μένει όμως μετέωρη και αδιευκρίνιστη, η συνάντηση με μια ομάδα κυνηγών και η έκφραση...ζωοφιλίας και άλλα. Καμιά πρωτοτυπία στην τεχνική, μια ευθύγραμμη αφήγηση με κάποιες αναδρομές, κοινότοπες οι συζητήσεις περί ταυτότητας, περί του χρόνου, περί των "Ελληναράδων" κ.λπ. Όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι μια επιφάνεια και (να με συγχωρέσει ο Θέμελης αν κάνω λάθος) μια προσπάθεια να μας εντυπωσιάσει, άλλοτε με τις μουσικές του γνώσεις και προτιμήσεις (η συνεχής αναφορά μουσικών κομματιών είναι εξόχως διδακτική) και άλλοτε με τον κοσμοπολιτισμό του. Για παράδειγμα, ποια η ανάγκη απαρίθμησης όλων των διάσημων Καφέ που έχει επισκεφθεί (σ.124); (Παρέλειψε βέβαια μερικά, αλλά θα υπέπιπτα στο ίδιο σφάλμα αν του τα υπεδείκνυα!).
Και κάτι τελευταίο. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ένας λανθάνων φαλλοκρατισμός. Τον μεσήλικα καθηγητή είναι η νεαρή που τον κυνηγά, είναι εκείνη που του στέλλει συνεχώς μηνύματα και εκείνη διευθετεί, αν και δεν είναι καλεσμένη, να πάει στο συνέδριο της Βιέννης και, τέλος, εκείνος αποφασίζει να διακόψει. Ακόμα όμως, ενώ η γυναίκα του φαίνεται να έχει μια τρυφερή σχέση με ένα συνάδελφό της, ποτέ ο συγγραφέας δεν την παρουσιάζει να απιστεί στον άνδρα της. Αυτό ας το αφήσουμε ως προνόμιο και συγχωρητέο μόνο για τους άνδρες!
Αν όλα όσα ο Θέμελης αναφέρει στο βιβλίο του είναι η σημερινή Αθήνα, τότε ναι, έγραψε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα.













