Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

Αποχαιρετώντας το 2009 με καλοκαιρινές αναμνήσεις

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ


(12-26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2009)

Δυο βδομάδες στη θάλασσα

Κυριακή, 12 Ιουλίου

Αναχώρηση

Ξεκινώ σήμερα για ένα ταξίδι που χρόνια ονειρευόμουν μα που δεν ήλπιζα πως θα μπορούσα να πραγματοποιήσω ποτέ. Κι όμως να ‘μαι που ξεκινώ για εκεί όπου για αιώνες άνθησε ο ελληνικός πολιτισμός. Για εκεί όπου οι Αργοναύτες αναζήτησαν το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί όπου ο Ορέστης ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή. Εκεί όπου Έλληνες έμποροι οραματίστηκαν την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Ξεκινώ για τη Μαύρη Θάλασσα. Η δική μας Αργώ ονομάζεται Azamara Quest και Ιωλκός μας είναι η Civitavecchia («Παλιά Πόλη»), επίνειο της Ρώμης.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου


 Ξυπνάμε αγκυροβολημένοι στον Κόλπο του Σορρέντο. Όλο το βράδυ πλέαμε κατά μήκος της δυτικής ακτής της Ιταλίας, διασχίζαμε νερά τόσο γαλήνια και ήρεμα που κάποιοι δεν πήραν είδηση ότι είχαμε σαλπάρει. Το Σορρέντο μας αντικρίζει από το ύψος της ομορφιάς του.

Άποψη του Σορέντο από τη θάλασσα

Να ‘ναι άραγε, όπως η παράδοση το θέλει, σ’ αυτούς τους καταπράσινους λόφους καθισμένες οι μυθικές Σειρήνες τραγουδούσαν μαγεύοντας τους ναυτικούς; Ή μήπως ο μύθος δημιουργήθηκε γιατί πλήθος γνωστών και διασήμων, ξεκινώντας από τον αυτοκράτορα Τιβέριο και φτάνοντας στον Ντίκενς, τον Τολστόι, το Λόρδο Μπάιρον, τον Νίτσε, τον Λίστ, τον Καρούζο, τον Παβαρότι και τη σημερινή κοσμοπλημμύρα των τουριστών, μαγεύτηκαν από την ομορφιά και το εξαίσιο κλίμα του;
Εμείς, δυστυχώς, έχουμε λίγες μόνο ώρες να το τριγυρίσουμε, να περπατήσουμε στα στενά δρομάκια του, να ρίξουμε μια ματιά στη μισοσκότεινη, παλιά εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου και πιο πολύ να θαυμάσουμε τον Κόλπο της Νάπολης που απλώνεται στα πόδια του Σορρέντο.

Σορέντο. Στο βάθος ο Βεζούβιος

Κάποιοι πάνε για μια ξενάγηση στην κοντινή Πομπηία και στο Κάπρι. Τα ‘χω ξαναδεί, γι’ αυτό τριγυρίζω με φίλους στο όμορφο Σορρέντο ως την ώρα που ξανά επιβιβαζόμαστε για να συνεχίσουμε τ’ ωραίο ταξίδι.

Τρίτη, 14 Ιουλίου

Εν πλω

Χαράματα έχουμε περάσει τα στενά της Μεσσήνης, λίγο πιο πριν, όσοι άντεχαν να ξαγρυπνήσουν, είδαν το ηφαίστειο Στρόμπολι. Αργά-αργά περνάμε κάτω από την Ιταλία, διασχίζουμε το Ιόνιο και οδεύουμε προς την Πελοπόννησο. Η μέρα κυλάει με χίλιες δυο δραστηριότητες. Γυμναστήριο, διαλέξεις για μαγειρική, φωτογραφία, κομπιούτερ, πολύτιμους λίθους…διαλέγετε και παίρνετε. Πολλοί τεμπελιάζουν γύρω από την πισίνα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, απολαμβάνοντας αυτό το διάλειμμα ξέγνοιαστης ζωής. Η ζωντανή μουσική, μια ωραία κοπέλα στο μοναχικό χορό της, ένα ζαλιστικό ποτό, οδηγούν τη σκέψη σε δρόμους άλλους. Είναι τόση η ομορφιά και η ξεγνοιασιά της στιγμής, που άθελά μου με πιάνουν τύψεις για τις αντιθέσεις της ζωής, για όλη τη δυστυχία που υπάρχει ακόμη στον κόσμο. Και μια ενδόμυχη ευχή: Να ‘ρθει μέρα που ο κόσμος όλος να μοιάζει μ’ αυτό το πασίχαρο πλοίο…

Τετάρτη, 15 Ιουλίου

Σαντορίνη

Το πρωινό μας βρίσκει έξω από την Πελοπόννησο, στο ολόφωτο, γαλάζιο, γελαστό Αιγαίο, στη δική μας θάλασσα. Και οι Κυκλάδες…

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σέριφος η Μήλος

Γύρω στις 2 το απόγευμα το πλοίο μας ρίχνει άγκυρα έξω από τη Σαντορίνη.

Παραμένει αρόδο κι εμείς με βάρκες αποβιβαζόμαστε στο λιμάνι, τη Σκάλα, κάπου 270 μέτρα κάτω από τη μικρή πρωτεύουσα, τα Φηρά. Σηκώνουμε το βλέμμα. Πώς ανεβαίνει κανείς απάνω; Κάποτε…με γαϊδουράκια, ή σκαρφαλώνοντας τα 600 σκαλοπάτια ή, αυτό που προτιμούν οι περισσότεροι, με το τελεφερίκ.
Ξεκινάμε αμέσως για το πιο φημισμένο χωριό του νησιού, την Οία. Από μακριά φαντάζει σαν μια άσπρη, χιονισμένη βουνοκορφή.

…και τα σπίτια πιο λευκά…

Παρ’ όλο τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, τριγυρίζουμε στα στενά δρομάκια, πήχτρα από τουρίστες, ενώ δεν χορταίνουμε να φωτογραφίζουμε τ’ άσπρα σπιτάκια. Πουθενά αλλού, νομίζω, δεν βρίσκουν τόση επιβεβαίωση οι στίχοι του Ελύτη:

Και τα σπίτια πιο λευκά
Στου γιαλού το γειτόνεμα

Το περίφημο ηλιοβασίλεμα της Οίας δεν θα το δούμε, πρέπει να γυρίσουμε στα Φηρά. Στο γυρισμό σταματάμε σ’ ένα οινοποιείο για δοκιμή των εξαιρετικών, πραγματικά σαντορινιών κρασιών. Μα κι εδώ πιο πολύ μας τραβάει η θέα που απλώνεται μπροστά μας, η γαλάζια καλντέρα, το βυθισμένο ηφαίστειο, τα νησάκια-δημιούργημά του.

Σαντορίνη
Στο μικρό, αλλά τόσο ενδιαφέρον μουσείο των Φηρών «διαβάζουμε» την ιστορία του νησιού στα θαυμάσια ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης: πρωτοκυκλαδικά, ύστερα Κυκλαδικά, αμφορείς.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου
Κουσάντασι-Έφεσος

Το πρωινό μας βρίσκει στο Κουσάντασι, «Το νησί των πουλιών», ένα από τα πιο δημοφιλή παραθαλάσσια θέρετρα της Τουρκίας. Λίγες μόνο ώρες πριν βρισκόμαστε σ’ ελληνικά νερά, στη Σαντορίνη. Πώς άξαφνα όλα αλλάζουν! Τον ήχο της καμπάνας διαδέχεται η φωνή του μουεζίνη. Οι ήχοι, οι μυρωδιές, η όλη ατμόσφαιρα πώς άλλαξε μεμιάς!
Κι όμως, όταν μπαίνουμε στο λεωφορείο και ξεκινάμε για την Έφεσο, «Παράξενο», λέει μια φίλη, «πολύ οικείο μου φαίνεται το περιβάλλον». Πώς να μην είναι οικείο; Εδώ είναι η «Αιολική γη». Πράσινοι, απαλοί λόφοι, ροδακινιές, φιστικιές, βαμβάκια, πλούσια γη, δική μας κάποτε γη…
Σε περίπου είκοσι λεπτά απόσταση απλώνονται τα ερείπια ενός από τους πιο καλοδιατηρημένους και πιο εντυπωσιακούς αρχαιολογικούς χώρους. Είναι η αρχαία Έφεσος με τις πύλες της, τις λεωφόρους της, τους ναούς, το μεγάλο θέατρο (25. 000 θεατές μπορούσε να χωρέσει), το στάδιο, την αγορά, την περίφημη Βιβλιοθήκη του Κέλσου, ακόμα και τουαλέτες ή «το σπίτι του έρωτα».


Η Βιβλιοθήκη του Κέλσου


Οι Τούρκοι ξεναγοί όμως ξεκινούν την ίδρυση της πόλης από τους Ρωμαίους. Πρέπει να τους ρωτήσεις για να σου πουν «Ναι, προηγουμένως είχαν έρθει οι Έλληνες».

Μα όταν μπεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, όπου εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές, τότε καταλαβαίνεις την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού. Άγαλμα της Αφροδίτης, άγαλμα του Διονύσου. Γλυπτά, τοιχογραφίες, ένα κεφάλι του Σωκράτη, κιονόκρανα, όλα φωνάζουν για το ελληνικό παρελθόν της πόλης.



Το μουσείο της Εφέσου

Ένα παράξενο άγαλμα της Αρτέμιδος, με το στήθος γεμάτο από τα σύμβολα της γονιμότητας προσελκύει την προσοχή και προκαλεί τις λεπτομερείς εξηγήσεις της ξεναγού.
Στην Έφεσο άλλωστε βρισκόταν ο μεγάλος ναός της θεάς, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, και που υπήρξε η πιο μεγάλη απογοήτευση της επίσκεψής μας εδώ. Κανείς δεν μας είχε προϊδεάσει ότι από τον περίφημο αυτό ναό (που ο Ηρόστρατος έκαψε για να μείνει το όνομά του στην ιστορία-πράγμα που δυστυχώς κατόρθωσε) δεν σώζεται παρά μόνο…ένας κίονας.
Μα η Έφεσος δεν υπήρξε μόνο μια μεγάλη, πλούσια και ευημερούσα ρωμαϊκή πόλη. Υπήρξε και κέντρο του Χριστιανισμού. «Προς Εφεσίους» γράφει ο Απόστολος Παύλος, η Παναγία λέγεται ότι εδώ πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της και το σπίτι της είναι ιερό προσκύνημα, εδώ βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Ιωάννη και τα ερείπια της μεγάλης Βασιλικής που έκτισε στη μνήμη του ο Ιουστινιανός.
Η περιπλάνησή μας στον αρχαίο κόσμο τελειώνει. Ξαναγυρίζουμε στο Κουσάντασι. Τα μαγαζιά έχουν τώρα ανοίξει. Οι μαγαζάτορες συναγωνίζονται στη διαφήμιση των εμπορευμάτων τους. Δερμάτινα είδη, χάλκινα, μπρούντζινα, χαλιά. Με μια ενδιαφέρουσα επίδειξη κατασκευής χειροποίητων χαλιών (που κανείς μας βέβαια δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει) αποχαιρετούμε την τουρκική αυτή πόλη.
Στην αγορά του Κουσάντασι

Παρασκευή, 17 Ιουλίου
Χίος

Χαράματα το πλοίο ρίχνει άγκυρα στη Χίο. Ο ήλιος μόλις ανατέλλει φωτίζοντας το πανέμορφο τοπίο.


Ο ήλιος ανατέλλει στη Χίο

Μνήμες αναδεύονται μέσα μου. Μνήμες που πάνε δεκαετίες πίσω.

«Τζαι πε μου, κόρη μου, πόθθεν είσαι
τζαι τ’ όνομάν σου πώς το λαλούν;»
-«Από τη Χιον τη ματζελλεμένην
τζαι τ’ όνομάμ μου λαλούμ μ’ Ελένην».

Στη συνείδηση ανεβαίνουν οι στίχοι όπου για πρώτη φορά άκουσα την άγνωστη, μακρινή Χιό-Χίο, με τη φωνή της μητέρας μου, όταν μας απάγγελλε απέξω ολόκληρο το πολύστιχο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, τη «Χιώτισσα», που μικρούς μας τρόμαζε και μας γοήτευε.
Γνώρισα αργότερα τη Χίο μεσ’ από τα βιβλία της ιστορίας, μέσ’ από το στίχο του Ουγκώ:

«Η Χίος τ’ όμοφο νησί μαύρη απομένει ξέρα»

Και τώρα να την που προβάλλει μπροστά μου, κάθε άλλο παρά «μαύρη ξέρα». Καταπράσινη, γελαστή, όμορφη. Ας με συγχωρέσει η φήμη του πασίγνωστου νησιού, τη βρήκα όμως πιο όμορφη από τη Σαντορίνη. Ανηφορίζοντας το φιδογυριστό δρόμο φτάνουμε στην πιο γνωστή και την πιο φημισμένη Μονή του νησιού, τη Νέα Μονή, εξαίσιο Βυζαντινό κτίσμα του 11ου αιώνα.

Η Νέα Μονή

Ακούμε την ιστορία του, θαυμάζουμε τα ωραία ψηφιδωτά, αλλά μεγαλύτερη συγκίνηση αισθάνομαι αντικρίζοντας στο προσκυνητάρι στη μέση της εκκλησίας μια μικρή εικόνα: Ο Άγιος Κήρυκος και η Αγία Ιουλίττα. Δεν έτυχε να τους δω αλλού. Τι σύμπτωση! Προχθές, δεκαπέντε Ιουλίου, ήταν η γιορτή τους.

Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη
Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης.

Κι εδώ ο Ελύτης που νοερά δεν έπαψε να με συνοδεύει καθώς εδώ και τέσσερις μέρες διασχίζουμε το Αιγαίο.
Βγαίνοντας από την εκκλησία, σε μια μικρή μισοσκότεινη αίθουσα, μια προθήκη με γυμνά κρανία παραπέμπει και πάλι στα δεινά του νησιού, στη μνήμη των σφαγών που δεν λέει να σιγήσει.
Ψηλά, σ’ ένα γρανιτένιο βράχο, βρίσκεται σκαρφαλωμένο το χωριό Ανάβατος (αυτό που δεν μπορείς να το ανεβείς). Εγκαταλελειμμένο και ακατοίκητο πια, προσφέρεται μόνο σαν δείγμα της αρχιτεκτονικής του, με τους εξωτερικούς τοίχους των σπιτιών να ενώνονται, αποτελώντας ένα τείχος με το βουνό. Η υπέροχη θέα που απλώνεται μπροστά σου μέσα από τα ερείπιά του σε αποζημιώνει για το λαχάνιασμα του ανεβάσματος.

Στα δρομάκια του χωριού Ανάβατος

Πολύ κοντά, ένα άλλο χωριό, το Αυγώνυμα, φαντάζει από μακριά σαν ζωγραφιά σε παιδικό παραμύθι. Πέτρινα σπίτια, στενά δρομάκια μας μεταφέρουν σε εποχές περασμένες. Απέναντι στο βάθος μόλις διακρίνονται τα Ψαρά, άλλος πονεμένος τόπος της Ρωμιοσύνης. Πιο πίσω, μας λένε, είναι η Νάξος.

Θέα από τα Αυγώνυμα

Ξαναγυρνάμε στην πόλη, στη Χώρα. Για ώρα πολλή τριγυρίζουμε στον κεντρικό της δρόμο, την Απλωταριά, όπως είναι γνωστή. Ρωτώντας οδηγούμε τα βήματά μας στην όμορφη, μεγάλη Ιστορική Βιβλιοθήκη της Χίου, που φέρει το όνομα του μεγάλου της τέκνου, του Αδαμάντιου Κοραή. Μια απ’ τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, με πάνω από 250 000 τόμους, με συλλογές από χάρτες, γκραβούρες, πίνακες, χειρόγραφα και άλλα σπάνια κειμήλια. Ανάμεσά τους και η πρώτη σημαία που υψώθηκε το 1912 σημαίνοντας την απελευθέρωση του νησιού.
Εγκαταλείποντας το νησί δεν μπορούμε να μην πάρουμε μαζί μας τα πιο χαρακτηριστικά είδη, όλα προϊόντα της μαστίχας. Φαινόμενο μοναδικό στον κόσμο, τα μαστιχόδεντρα, που ευδοκιμούν σ’ ένα μονάχα μέρος, ούτε καν σε άλλο μέρος του ίδιου του νησιού, προσφέρουν το χυμό τους για ποτά, καλλυντικά, γλυκά, σαπούνια κ. ά. Όλα με το ωραίο, χαρακτηριστικό άρωμα της μαστίχας.

Σάββατο, 18 Ιουλίου
Κωνσταντινούπολη

«Είναι, αλήθεια, τόσο όμορφη, τόσο μαγευτική, τόσο απίστευτα ονειρική, όπως την είδαμε; Ή μήπως η εικόνα της Πόλης που χρόνια-αιώνες καλύτερα-κουβαλάμε μέσα μας και πλάθαμε στη φαντασία μας προβλήθηκε απάνω στη σημερινή Ισταμπούλ και την κάλυψε και αποκαλύφθηκε στα μάτια μας μια άλλη Πόλη; Όχι η κατακτημένη του Μωάμεθ και ων σουλτάνων αλλά η Πόλη του Κωνσταντίνου, η Πόλη του Ιουστινιανού, η Πόλη της δόξας του Βυζαντίου; Ποιος ξέρει…Σημασία έχει πως οι έξι μέρες που μείναμε στην Πόλη μας έκαναν να την ερωτευτούμε ακόμα περισσότερο απ’ ό, τι την είχαμε αγαπήσει από μακριά, πως φεύγοντας είπαμε: «Εδώ, δε γίνεται, πρέπει να ξανάρθω»
Αυτά έγραφα πέντε χρόνια πριν, όταν το 2004 επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Πόλη. Και να που η επιθυμία πραγματοποιείται. Ξανάρχομαι σήμερα, μόνο όμως για ένα Σαββατοκύριακο αυτή τη φορά.
Η ομορφιά της μας αποκαλύπτεται τώρα ακόμη καλύτερα καθώς την αντικρίζουμε πλησιάζοντάς την από τη θάλασσα. Διακρίνομε ήδη τους μιναρέδες που μολύνουν τον ορίζοντά της, την τουρκεμένη Αγιά-Σοφιά, τα παραθαλάσσια παλάτια της.

Πλησιάζοντας στην Πόλη
Το διήμερο της παραμονής μας ξαναζούμε το τούρκεμα στο ναό του Ιουστινιανού, θαυμάζουμε το κοντινό υδραγωγείο, διασχίζουμε τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους με μια τρομαχτική τροχαία κίνηση που δεν συναντάς πουθενά αλλού.
Στην Παναγία των Βλαχερνών
Ξαναχαζεύουμε στην Κλειστή Αγορά και στην Αγορά των Μπαχαρικών, με συγκίνηση ψάλλουμε το «Τη Υπερμάχω» στις Βλαχέρνες και ώρα πολλή θαυμάζουμε τα απίστευτης ομορφιάς, μοναδικά στον κόσμο, ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας. Όσες φορές κι αν τα δεις δεν τα χορταίνεις. Εμπνευσμένα από τα απόκρυφα ευαγγέλια, με σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Ο Κυριακάτικος εκκλησιασμός στο πατριαρχείο, αν και ο Πατριάρχης απουσιάζει, απαραίτητος. Με ενοχλεί όμως η τουριστικοποίηση κι αυτών ακόμη των ιερών στιγμών της λειτουργίας. Οι φωτογραφίσεις, με την πλάτη γυρισμένη στο Ιερό, μου φέρνουν στο νου τους «Περιηγητές στη λειτουργία»:

Καλοκαιρινοί. Ζέστη είχε αρχίσει από το πρωί.
Μπήκαν σαν κύμα. Φέραν ταραχή. (Παπατσώνης)





Το απόγευμα σαλπάρουμε και πάλι. Στο απαλό φως του απογευματινού ήλιου αποχαιρετούμε την Πόλη και σε λίγο διασχίζουμε τον Βόσπορο. Κανείς δεν εγκαταλείπει το υπέροχο θέαμα που για ώρα πολλή μας συνοδεύει, ώσπου τέλος περνάμε τις Συμπληγάδες και ξανοιγόμαστε στη Μαύρη Θάλασσα.


Στο Πατριαρχείο



Διασχίζοντας το Βόσπορο

Δευτέρα, 20 Ιουλίου
Σινώπη

Το πρωί μας βρίσκει να αντικρίζουμε από κάποια απόσταση τη Σινώπη, μια μικρή, επαρχιακή, νωθρή, τουρκική πόλη, στο βορειότερο σημείο της τουρκικής ευξείνειας ακτής. Το λιμάνι της θεωρείται από τα πιο προφυλαγμένα, αλλά η θάλασσα που αγρίεψε δεν μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε στην ακτή.
Αποβιβαζόμαστε με βάρκες του πλοίου. Τι να δούμε όμως; Τα πιο αξιοθέατα, ένα εθνογραφικό, δηλ. λαογραφικό μουσείο, θα λέγαμε, σ’ ένα πρώην αρχοντικό σπίτι. Η καθημερινή ζωή των ανθρώπων, η επίπλωση, η προετοιμασία των προικιών για το γάμο κ.λπ. Ελάχιστα ως καθόλου ενδιαφέρον. Ένας παλιός «μεντρεσές», δηλ. θεολογική μουσουλμανική σχολή, στεγάζει τώρα τουριστικά καταστήματα. Άδικα περιμένουμε για ώρα ένα καφέ που παραγγείλαμε. Η συνεννόηση δύσκολη έως αδύνατη με ανθρώπους που δεν μιλούν καμιά άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική.


Ο μεντρεσές στη Σινώπη
Πολύ πιο ενδιαφέρον βρήκα το απέναντι τζαμί, το λεγόμενο Alaaddin. Ο ιμάμης πρόθυμα μας δίνει όσες πληροφορίες του ζητάμε, πάντα βέβαια διά μέσου του ξεναγού που μεταφράζει. Ο ξεναγός μας είναι ένας ανίδεος νεαρός, που το μόνο αξιοσημείωτο σχόλιό του ήταν ότι η πόλη του προήλθε από ανάμειξη πολλών λαών που πέρασαν απ’ εδώ, απόδειξη ότι εμείς του θυμίζουμε…τη γιαγιά του!
Και μέσα σ’ αυτή την καθαρά τουρκική ατμόσφαιρα μπαίνουμε στο μικρό μουσείο της πόλης κι αναπνέουμε Ελλάδα. Βυζαντινές εικόνες, ψηφιδωτά, επιτύμβιες στήλες: Ιουλία-Σαββείνος, Ευνομία, Θεοτίμα σύζυγος Φαρνάκη, Είμαι ο τάφος της Βριταγόρας, συζύγου του Βρόμιου, κ.ά. χαραγμένα τα ελληνικά στις επιτύμβιες στήλες, σιωπηλά φωνάζουν για την προέλευση της πόλης. Ιδρύθηκε από Μιλησίους, ίδρυσε η ίδια άλλες αποικίες στον Εύξεινο Πόντο, υπήρξε η πρωτεύουσα του πανίσχυρου Μιθριδάτη, σφοδρού πολέμιου των Ρωμαίων και τώρα είναι μια υποβαθμισμένη, επαρχιακή πόλη. Μερικές χιλιάδες Έλληνες ζούσαν εδώ ως το 1914. Όσοι δεν εξοντώθηκαν, μετανάστευσαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923-24.

Σινώπη

Φεύγοντας βλέπουμε τα παλιά κανόνια στραμμένα στο βορρά, κατάλοιπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Πριν μπούμε ξανά στις βάρκες για το πλοίο, κάνουμε μια σύντομη στάση μπροστά στο κακόγουστο άγαλμα του γνωστού κυνικού φιλοσόφου, του Διογένη, που γεννήθηκε εδώ. Παριστάνεται μ’ ένα φανάρι στο χέρι κι ένα σκυλάκι στα πόδια του!





Τρίτη, 21 Ιουλίου
Γιάλτα

Όλο το βράδυ διασχίζαμε τη Μαύρη Θάλασσα από νότο προς βορρά, από τη Σινώπη στη Γιάλτα. Καιρός ήταν ο Άξενος Πόντος (κι ας τον είπαν Εύξεινο για να τον καλοπιάσουν) να δείξει το αληθινό του πρόσωπο. Μας ταρακούνησε λιγάκι. Κάποιοι ζαλίστηκαν, άλλοι, πιο προνοητικοί, έμειναν στα δωμάτιά τους. Το πρωί, ξυπνώντας, αντικρίσαμε την όμορφη Γιάλτα ν’ απλώνεται χαρούμενη και γελαστή προς τη θάλασσα, μπροστά από τα καταπράσινα βουνά της. Απάνεμο λιμάνι, με τους Έλληνες να το έχουν πρώτοι ανακαλύψει (Γιάλτα-από το γιαλός). Άραγε εδώ να άραξε ο Ορέστης με τον Πυλάδη, εδώ να ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή; Η μυθολογία, αλλά και η Ιστορία άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στην Κριμαία-Ταυρίδα.
Στην άκρη της χερσονήσου της Κριμαίας, η Γιάλτα φαντάζει πανέμορφη. Πριν ακόμη τη γνωρίσουμε από πιο κοντά, καταλαβαίνουμε γιατί υπήρξε αγαπημένο ενδιαίτημα των τσάρων, αργότερα των ηγετών του κομμουνισμού, της ρωσικής αριστοκρατίας και της ουκρανικής ελίτ. Μήλο της έριδος μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας γνώρισε πολέμους και αναταραχές, με αποκορύφωμα τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56). Αυτό τον πανέμορφο τόπο διάλεξαν και οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ και Στάλιν για να συναντηθούν και να μοιράσουν τον κόσμο.

Γιάλτα
Η γνωριμία μας με τη Γιάλτα αρχίζει με την επίσκεψη στο σπίτι του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, Άντον Τσέχοφ. Μέσα σ’ ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ανάμεσα σε δέντρα και λουλούδια, κυπαρίσσια, φοινικιές, θάμνους και τριανταφυλλιές, υψώνεται το κατάλευκο σπίτι, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας επισκεφθεί πολλές φορές προηγουμένως τη Γιάλτα. Εδώ έγραψε τον «Βυσσινόκηπο», (καθόλου απίθανο να εμπνεύστηκε από το περιβάλλον του), τις «Τρεις αδελφές», την «Κυρία με το σκυλάκι».


Σε ξεχωριστό οίκημα στεγάζεται το Μουσείο Τσέχοφ, γεμάτο από φωτογραφίες, χειρόγραφα, πρώτες εκδόσεις, κριτικές, επιστολές. Να βλέπεις σε φωτογραφίες τον Τσέχοφ με τον Τολστόι ή με τον Μάξιμ Γκόρκι Τι απίθανη συντροφιά!
Συνεχίζουμε για ένα από τα παλάτια της Γιάλτας, το Παλάτι Αλούπκα. Βέβαια, για τους πολυταξιδεμένους ένα ακόμη παλάτι δεν λέει και πολλά πράγματα. Όμως, αν κάτι κάνει το Αλούπκα να ξεχωρίζει είναι η εντυπωσιακή τοποθεσία του. Διασχίζουμε με τα πόδια ένα πανέμορφο δάσος και το αντικρίζουμε να υψώνεται στη μέση ενός απέραντου πάρκου, προστατευμένο από βορρά από τα Κριμαϊκά βουνά, από το νότο ν’ απλώνεται μπροστά του η καταπληκτική θέα της Μαύρης Θάλασσας. Σχεδιασμένο από Άγγλο αρχιτέκτονα, κτισμένο (1828-1846) ως κατοικία του πρίγκιπα Βοροντσόφ, συνδυάζει διάφορους ρυθμούς, από το γοτθικό ως τον αραβικό. Σ’ αυτό το παλάτι έμεινε το 1945 ο Τσόρτσιλ και η βρετανική αντιπροσωπία, όταν ήρθαν για τη γνωστή Διάσκεψη της Γιάλτας. Εμείς, δυστυχώς, δεν έχουμε αυτό το προνόμιο!


Το παλάτι Αλούπκα

Το επόμενο παλάτι που επισκεπτόμαστε δεν έχει αυτή την ομορφιά. Έχει όμως την Ιστορία να το σημαδεύει ανεξίτηλα. Στο παλάτι Livadia (η ελληνικότατη λέξη Λιβάδια) οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία, Αμερική, συνήλθαν από τις 4-11 Φεβρουαρίου 1945 και καθόρισαν τη μορφή που θα είχε ο μεταπολεμικός κόσμος. Πρώτος «ανακάλυψε» τη Γιάλτα ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ το 1860 και από τότε μπορεί να πει κανείς ότι η Γιάλτα έγινε η θερινή πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Τη σημερινή του μορφή το παλάτι πήρε από τον τελευταίο τσάρο, τον Νικόλαο Β΄ το 1911, αλλά η πολυμελής οικογένειά του με το τραγικό τέλος μόνο τέσσερις φορές έμεινε εδώ.


Το τραπέζι της συνδιάσκεψης

Τριγυρίζουμε στα δωμάτια του τσάρου, της τσαρίνας, των παιδιών, στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στην τραπεζαρία, στην αίθουσα μπιλιάρδου, βλέπουμε ωραίες εσωτερικές αυλές, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το ρίγος που σε καταλαμβάνει μπροστά στο τραπέζι όπου οι τρεις, Τσόρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν υπέγραψαν τη συμφωνία, όταν σκέφτεσαι ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν εδώ επηρέασαν και ίσως επηρεάζουν ακόμα εκατομμύρια ανθρώπων.


Πολύ έχουμε βυθιστεί στην Ιστορία. Καιρός να ξανάρθουμε στο παρόν. Σ’ ένα τοπικό εστιατόριο με μοναδική θέα προς το βράχο που ονομάζεται «φωλιά του χελιδονιού» δοκιμάζουμε τα ουκρανικά φαγητά κι απολαμβάνουμε ένα ποτήρι κρασί.
Εδώ υπογράφηκε η συμφωνία της Γιάλτας


Τετάρτη, 22 Ιουλίου
Σεβαστούπολη

Χαρά και συγκίνηση καθώς ξυπνώντας το πρωί αντικρίζουμε το λιμάνι που έχουμε φτάσει: CEBACTOPOLb. . Κτισμένη στη νοτιοδυτική άκρη της Χερσονήσου της Κριμαίας, αυτής της τόσο ταραγμένης περιοχής, μιας περιοχής διαφιλονικούμενης ανά τους αιώνες, η Σεβαστούπολη ήταν μέχρι το 1911 απαγορευμένη για τους ξένους, λόγω του ότι ήταν Σοβιετική ναυτική βάση. Και τώρα ακόμη, με ειδική συμφωνία μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, ο Ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας σταθμεύει εκεί. Αυτό μέχρι το 2017. Μετά, ποιος ξέρει. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει την Ιστορία, λέει και η ξεναγός μας, που χτες στη Γιάλτα μας μιλούσε για την τραγική ιστορία του τσάρου Νικόλαου. Τώρα όμως η Σεβαστούπολη είναι ανοιχτή και για τη διεθνή εμπορική ναυτιλία, αλλά και για τα εκατομμύρια των τουριστών που την επισκέπτονται κάθε χρόνο.
Σεβαστούπολη
 Δυο φορές η πόλη ισοπεδώθηκε, χωρίς να παραβλέπουμε και την καταστροφή που υπέστη κατά την επανάσταση των Μπολσεβίκων και κατά τις σφοδρές συγκρούσεις τους με το Λευκό στρατό που διεξήχθησαν εδώ. Την πρώτη φορά βομβαρδίστηκε από τους Αγγλογάλλους που συμμάχησαν με τους Τούρκους εναντίον της Ρωσίας κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56). Τη δεύτερη από τους Ναζί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα είναι μια όμορφη ανοικοδομημένη πόλη, όπου τίποτα δεν θυμίζει τις καταστροφές του παρελθόντος. Τη φοβερή πολιορκία, την άμυνα και την καταστροφή του 1855 μπορεί κανείς να δει στο «Πανόραμα». Ένα μουσείο που είναι ολόκληρο ένας πίνακας μήκους 115 μ. και ύψους 14 μ. Πίνακας με προοπτική που σου δίνει την εντύπωση του πραγματικού πεδίου της μάχης. Η τρισδιάστατη εικόνα, με τον ειδικό φωτισμό, τον ήχο, τις 4000 ανθρώπινες μορφές, τα όπλα, τους καπνούς, την πιστή αναπαράσταση του τοπίου, σου δίνει την εντύπωση πως παρακολουθείς από τον λόφο Μάλακοφ την άμυνα της πόλης την 6η Ιουνίου 1855.

Η νέα ζωή πλάι στην αρχαία

Το πιο αξιοθέατο όμως για μας στη Σεβαστούπολη είναι τα ερείπια της αρχαίας Χερσονήσου, αποικίας των Αθηναίων, ιδρυμένης το 422 π.Χ. Για ώρα τριγυρίζουμε στα ερείπια της αρχαίας πόλης, αψηφώντας τον ήλιο και τη ζέστη της ημέρας. Καλά διατηρημένο θέατρο, αγορά, οχυρώσεις, κίονες, ναός…Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε την υπόθεση ότι στην πολύ γειτονική Γιάλτα έφτασε ο Ορέστης; Μήπως η αρχαία Ταυρίδα ταιριάζει πιο πολύ να ταυτιστεί με τη Σεβαστούπολη-Χερσόνησο;
Οι ξένοι, αντιθετική πινελιά μέσα στα αρχαία ερείπια, που απολαμβάνουν το μπάνιο τους αγνοώντας τα αφιλόξενα βράχια της ακτής, ενισχύουν αυτή την υπόθεση.
Λίγο πιο πέρα ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Βλαδιμήρου τιμά τη Σεβαστούπολη ως λίκνο του Ρωσικού Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Εδώ, τον 9ο αι. ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, καθιστώντας τον θρησκεία της Ρωσίας.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου
Οδησσός

Και να την που προβάλλει μπροστά μας, πανέμορφη μέσα στο ηλιόφωτο, καλοκαιρινό πρωινό, αυτή για την οποία κυρίως ξεκινήσαμε τ’ ωραίο ταξίδι.. Δρόμοι και λεωφόροι, βουλεβάρτα και πάρκα, πανέμορφα κτίρια και πλήθος μουσεία, η ιστορία η ίδια περιδιαβάζει στους δρόμους της. Στην 7ωρη ξενάγησή μας προσπαθούμε να δούμε όσο πιο πολλά μπορούμε, να συνδυάσουμε αυτά που βλέπουμε με όσα η φαντασία και τα διαβάσματά μας ανακαλούν.


Η όπερα της Οδησσού
Σχετικά καινούρια πόλη, με ιστορία 200 μόνο χρόνων, ουσιαστικά δημιούργημα της Μεγάλης Αικατερίνης στη θέση ενός παλιού οχυρού, έγινε με τη φροντίδα εμπνευσμένων κυβερνητών της, με την αγάπη του πολυπολιτισμικού πληθυσμού της, με την ανάπτυξη του εμπορίου το 19ο αι. το «μαργαριτάρι της Μαύρης Θάλασσας». Μια πανέμορφη πόλη που μαγεύει τον επισκέπτη.



Αρχίζουμε την περιήγησή μας από τη Λεωφόρο Πριμόρσκι. Ένας κατάφυτος με σκιερές δεντροστοιχίες φαρδύς πεζόδρομος, με νεοκλασικά κτίρια του 19ου αι. δεξιά και αριστερά. Μια μικρή πλατεία σχηματισμένη από δύο ημικυκλικά κτίρια, είναι αφιερωμένη στο Δούκα Ρισελιέ, πρώτο κυβερνήτη της πόλης, στον οποίο οφείλει τόσα πολλά. Ντυμένος με τη ρωμαϊκή τήβεννο απλώνει το δεξί χέρι προς τη θάλασσα σαν να καλωσορίζει και να προσκαλεί τους ξένους, ενώ στο αριστερό κρατάει τη ανακήρυξη της πόλης σε ελεύθερη ζώνη εμπορίου.

Η περίφημη σκάλα Ποτέμκιν

Μπροστά από το Δημαρχείο με τη νεοκλασική πρόσοψη, υψώνεται το μνημείο στον αγαπημένο Ρώσο ποιητή Πούσκιν, που στο σύντομο πέρασμά του από την πόλη (που ουσιαστικά ήταν εξορία) τη σημάδεψε με το έργο του.

Ο Λαοκόων μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Μπροστά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, γεμάτο από τις αδιάψευστες μαρτυρίες του ελληνικού παρελθόντος της πόλης, υψώνεται ένα θαυμάσιο αντίγραφο του Λαοκόοντα. Στο Μουσείο καλών Τεχνών παρακολουθούμε μια από τις πιο σημαντικές συλλογές έργων Ρώσων και Ουκρανών καλλιτεχνών.
Το μουσείο

Από τα ωραιότερα κτίρια της Οδησσού είναι το Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου, κτισμένο το 1837 από Βιεννέζους αρχιτέκτονες. Συμπλέγματα αγαλμάτων στολίζουν το επιβλητικό εξωτερικό: Η μούσα της τραγωδίας, η Μελπομένη, ο μυθικός Ορφέας, η μούσα του χορού, η Τερψιχόρη, ανάγλυφες απεικονίσεις σκηνών από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, από τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, αφιερώνονται στην τραγωδία και την κωμωδία. Οι καλύτεροι Ρώσοι και ξένοι καλλιτέχνες εμφανίστηκαν στη σκηνή αυτού του αρχιτεκτονικού κοσμήματος της Οδησσού, που τώρα εμείς ενεοί θαυμάζουμε το εξωτερικό του μόνο.
Και να επιτέλους η Σκάλα Ποτέμκιν, απαθανατισμένη στο περίφημο έργο του Άιζενστάιν. Κτισμένη στα 1840 σαν μια μεγαλοπρεπής είσοδος από τη θάλασσα στην πόλη, πήρε το όνομά της από το ομώνυμο θωρηκτό και από τους στασιασμένους ναύτες του 1905. Αντικρίζουμε τα 193 σκαλοπάτια της από την κορυφή της να κατεβαίνουν σαν ένα ορμητικό ποτάμι προς τη θάλασσα, που φαίνεται, χάρις στην ιδιαίτερη κατασκευή της (πλατύτερη στη βάση και στενότερη όσο ανεβαίνει) ψηλότερη απ’ ό,τι είναι. Μα δεν είναι η μόνη ιδιαιτερότητά της. Καθώς την κοιτάζει κάποιος από την κορυφή σκαλοπάτια δεν φαίνονται, φαίνονται μόνο πλατύσκαλα και το λιμάνι σου φαίνεται έτσι πολύ κοντά. Αντίθετα, αν την κοιτάξεις από τη βάση προς την κορυφή, φαίνονται μόνο τα σκαλοπάτια κι η σκάλα σου φαίνεται έτσι πιο ανάλαφρη, στοχεύοντας ολόισια τον ουρανό.
Μα εκεί που η καρδιά μας χτυπά συγκινημένη, εκεί όπου με άκρα ευλάβεια και σιωπή μπαίνουμε, είναι το μικρό, ασήμαντο εξωτερικά, απέριττο σπίτι της Φιλικής Εταιρείας.
Από το μουσείο της Φιλικής Εταιρείας

Εδώ όπου τρεις έμποροι οραματίστηκαν και έθεσαν τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον πολυαίωνο τουρκικό ζυγό. Τα μάτια βουρκώνουν. Αισθάνομαι σαν να θέλω να κάνω το σταυρό μου μπαίνοντας σ’ αυτή την αίθουσα όπου οι τρεις, γύρω από ένα τραπέζι αναπαριστούν τη σκηνή της ίδρυσης της μυστικής τους οργάνωσης. Η πρώτη προκήρυξη, επιστολές, δημοσιεύματα της εποχής, μνημειώνουν τη στιγμή, γεμίζουν, πολλαπλασιάζουν, επεκτείνουν τον μικρό χώρο. Δωρεά του Μαρασλή το σπίτι αυτό, της σχεδόν μυθικής αυτής προσωπικότητας που το όνομά του συναντάμε σε κάθε γωνιά της πόλης. Το θέατρο, το μουσείο, το Δημαρχείο, βασισμένα όλα σε δωρεές του Γρηγόρη Μαρασλή, που κυβέρνησε την πόλη από το 1878-1895.
Σ’ ένα τοπικό εστιατόριο, στον περίφημο δρόμο Deribasovskaya, ξεκουραζόμαστε μ’ ένα τυπικό ουκρανικό γεύμα. Μας συνοδεύουν γλυκύτατες μελωδίες από όμορφα , γελαστά κορίτσια της Οδησσού.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου
Βάρνα-Τελευταίος σταθμός

Το διάσημο Βουλγαρικό θέρετρο με τις εκτεταμένες παραλίες, η δημοφιλέστερη καλοκαιρινή πόλη της Βουλγαρίας, δεν μου άφησε ωραίες εντυπώσεις. Ίσως γιατί ήρθε μετά τη Γιάλτα και την Οδησσό που μπροστά τους μοιάζει με φτωχό συγγενή. Ή πάλι, ίσως γιατί δεν είχαμε αρκετό χρόνο να την περιηγηθούμε και να τη γνωρίσουμε καλύτερα.
Κτισμένη από Έλληνες (ποιους άλλους;) στη θέση παλιάς Θρακικής πόλης, χρωστά την ύπαρξη και την ευημερία της στη Μαύρη Θάλασσα, της οποίας αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά λιμάνια. Φίλιππος, Μ. Αλέξανδρος, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Βουλγαρικό βασίλειο, Τούρκοι, Σοβιετική Ένωση, πόσοι και πόσοι πέρασαν απ’ εδώ στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσουν στα Βαλκάνια! Σήμερα, Δημοκρατία της Βουλγαρίας, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάνω αυτές τις σκέψεις καθώς η ξεναγός ώρα πολλή, πολύ περισσότερη απ’ όση χρειάζεται, μας περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια τα Ρωμαϊκά λουτρά, στα ερείπια των οποίων στεκόμαστε.
Τα ρωμαϊκά λουτρά στη Βάρνα

Κι εγώ σκέφτομαι τους πολέμους με τους Έλληνες, τη διαμάχη για τη Μακεδονία, τον Βουλγαροκτόνο και τους τυφλωμένους Βουλγάρους, «Τα μυστικά του βάλτου» και την Πηνελόπη Δέλτα, τα πάθη και τα χυμένα αίματα και τώρα…Ελλάδα και Βουλγαρία αδελφωμένες στην Ενωμένη Ευρώπη. Και πάλι η απρόβλεπτη Ιστορία.
Κτισμένος στην καρδιά της Βάρνας, ο Καθεδρικός ναός της Αναλήψεως είναι ένα από τα πιο ελκυστικά οικοδομήματα στην πόλη. Κτίστηκε το 1880-85 σε ανάμνηση των Ρώσων στρατιωτών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους. Τεράστιος, εντυπωσιακός, με τους κρεμμυδόσχημους τρούλους του να θυμίζουν έντονα το ρωσικό στυλ των εκκλησιών, είναι όχι μόνο τόπος λατρείας αλλά και ένα ωραίο έργο τέχνης, τόσο εξωτερικά όσο και στο εσωτερικό του. Για λίγο καθισμένοι ακούμε μια δέηση στα Βουλγάρικα από ένα νεαρό ορθόδοξο ιερέα. Η προσευχή, σε όποια γλώσσα δεν παύει να συγκινεί και να ηρεμεί.
Το Εθνογραφικό (Λαογραφικό) Μουσείο που επισκεπτόμαστε στη συνέχεια δεν μας ενθουσιάζει ιδιαίτερα, παρά μόνο προκαλεί τα επιφωνήματά μας όταν αντικρίζουμε στα γεωργικά εργαλεία, στα αντικείμενα του σπιτιού ή στις ενδυμασίες, τόσες ομοιότητες με αντίστοιχα δικά μας.



Τα ωραία κρασιά και τους τοπικούς μεζέδες της Βάρνας θα δοκιμάσουμε στην καρδιά του δάσους, λίγο έξω από την πόλη, σ’ ένα υπαίθριο εστιατόριο. Το κέφι από το κρασί και το όμορφο περιβάλλον ενισχύουν οι παραδοσιακοί χοροί που ένα Βουλγαρικό συγκρότημα μας παρουσιάζει.







Σάββατο, 25 Ιουλίου
Εν πλω

Χτες, μ’ ένα απίθανο ηλιοβασίλεμα, αποχαιρετήσαμε τη Μαύρη Θάλασσα. Βράδυ περάσαμε αυτή τη φορά τον Βόσπορο. Κάποιο ξενύχτησαν, να δουν έστω από μακριά τα φώτα της Πόλης

Ηλιοβασίλεμα στη Μαύρη Θάλασσα

Το πρωί βρεθήκαμε να πλέουμε σε μια ακίνητη Προποντίδα, στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Τόσο ακύμαντη που κάποιος φίλος ετυμολογεί την ονομασία από το μάρμαρο! Οι γλάροι μας ακολουθούν.


Γύρω στο μεσημέρι διασχίζουμε τα Δαρδανέλια, το Τουρκικό Τσανάκαλε, το δικό μας Ελλήσποντο. Εδώ έπεσε η Έλλη από το χρυσό κριάρι, απ’ εδώ πέρασε ο Ξέρξης κατεβαίνοντας προς την Ελλάδα, απ’ εδώ διάβηκε ο Μ. Αλέξανδρος κάνοντας την αντίστροφη πορεία. Η σκέψη και πάλι στους πολέμους, στα αίματα, στις ανθρωποθυσίες, στην αποτυχημένη απόβαση των συμμάχων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που καθόρισε και την οριστική πια μοίρα της Πόλης. Τι αντίθεση με το ολοφώτεινο αυτό πρωινό και την ηρεμία που χαρίζει η θάλασσα!

Ξανά στο Αιγαίο, εδώ όπου, σε αντίθεση με τη Μαύρη Θάλασσα, κατά τη Μαριάννα Κορομηλά «Θάλασσα σημαίνει φως, διάφανα νερά, φιλόξενοι όρμοι, καλοί λιμένες, άπειρα νησιά και νησίδες, σύντομα περάσματα, κοντινές αποστάσεις». Το χαιρόμαστε όλη μέρα, τελευταία του ταξιδιού, το Αιγαίο μας.

Κυριακή, 26 Ιουλίου -Πειραιάς, 7 π.μ. -Τέλος του ταξιδιού




«Όπου κι αν ψάξω δε βρίσκω άλλο λιμάνι τρελή να μ’ έχει κάνει όπως τον Πειραιά…»












Το πέταγμα της βασίλισσας

"Γι' αυτόν, το μυθιστόρημα είναι μια βασίλισσα μέλισσα που πετάει προς τα πάνω, στα τυφλά, οικειοποιούμενη ό,τι συναντάει στην άνοδό της, δίχως οίκτο και τύψεις, γιατί έχει έρθει σ' αυτό τον κόσμο μόνο και μόνο γι' αυτό το πέταγμα. Το να πετάει προς το κενό είναι το μοναδικό της καμάρι και συνάμα η καταδίκη της".
Αν δεχτούμε τον ορισμό αυτό του μυθιστορήματος που υιοθετεί ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου του Τόμας Ελόι Μαρτίνες, τότε εξηγούμε τον παράδοξο τίτλο του μυθιστορήματος "Το πέταγμα της βασίλισσας" (Καστανιώτης 2008, μετ. Δανάη-Κατερίνα Φέρρη), που εκ πρώτης όψεως φαίνεται δυσερμήνευτος.
Πρώτο βιβλίο του Αργεντίνου συγγραφέα που διαβάζω, αλλά νομίζω δεν θα είναι και το τελευταίο. Παρ' όλη την παραδοξότητά του ως προς την πλοκή, τη χρονολογική ανακολουθία που συγχίζει κάπως, την αλλαγή στο αφηγηματικό εγώ που εν μέρει σε αποπροσανατολίζει, προπάντων και με τη χρήση του όχι συνήθους δευτέρου ενικού, είναι ένα βιβλίο με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ο Μαρτίνες δεν διστάζει να δώσει την άσχημη πλευρά της ίδιάς του της χώρας προβάλλοντας τη θρησκοληψία, τη διαπλοκή, την εκμετάλλευση της παντοδυναμίας του τύπου, τη διαφθορά. "Το μόνο που θέλω είναι να ξέρει ο κόσμος, όπως ξέρω κι εγώ, ότι κάτι στο Μπουένος Άιρες βρομάει σαπίλα", λέει κάπου.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Καμάργο, ένας παντοδύναμος διευθυντής μιας εφημερίδας στο Μπουένος Άιρες, που καταλαμβάνεται από ανεξέλεγκτο πάθος για τη Ρέινα Ρέμις, μια δημοσιογράφο που εργάζεται στην εφημερίδα του, έξυπνη και ικανή, αν και όχι ιδιαίτερα ωραία, που έχει τα μισά του χρόνια. Ο ίδιος είναι παντρεμένος, αλλά σχεδόν σε διάσταση με τη γυναίκα του και έχει δυο δίδυμες δεκαπεντάχρονες κόρες, από τις οποίες η μια πάσχει από καρκίνο. Ο Καμάργο προωθεί τη Ρέινα, της δίνει ξεχωριστή θέση στην εφημερίδα, πολλαπλασιάζει το μισθό της. Εκείνη ανταποκρίνεται, χωρίς ουσιαστικά αυτό που νιώθει να είναι έρωτας. "Ήταν ένα συναίσθημα για το οποίο δεν υπάρχει όνομα ούτε μέτρο". Οι δυο τους ζουν τρία χρόνια χωρίς να χωρίσουν σχεδόν καθόλου, πηγαίνοντας από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Μα μια τέτοια κτητική σχέση που έδενε τον Καμάργο με τη Ρέινα δεν μπορεί να τελειώσει ομαλά. Τη ζηλεύει, την χτυπά κι όταν εκείνη σε μια αποστολή στην Κολομβία γνώρισε κι ερωτεύτηκε ένα νέο δημοσιογράφο, η εκδίκηση του Καμάργο που παρακολουθούσε και μάθαινε τα πάντα, γίνεται μ' ένα τρόπο που και η πιο νοσηρή φαντασία δύσκολα θα επινοούσε. Σπάνια χαρακτήρας βιβλίου, νομίζω, γίνεται τόσο μισητός στον αναγνώστη. Ο Καμάργο γίνεται η προσωποποίηση της αλαζονείας, αυτού του ελαττώματος που είναι "το πιο γόνιμο από τα θανάσιμα αμαρτήματα", αυτό που γεννάει όλα τα άλλα. Αισθάνεται παντοδύναμος, θέλει και μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Το ψυχολογικό κενό που αισθάνεται από την εγκατάλειψή του από τη μητέρα του, η ανάγκη για τη στοργή και την αγάπη που του έλειψε μπορούν ως ένα βαθμό να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά του. Πώς να εξηγηθεί όμως το ότι δεν πάει να δει την κόρη του κι όταν ακόμη εκείνη είναι ετοιμοθάνατη;
Το ατομικό δράμα Καμάργο-Ρέινας τοποθετείται με φόντο το συλλογικό της σύγχρονης Αργεντινής. Το πλήθος τα θέματα που πλαισιώνουν την ερωτική ιστορία, θέματα θρησκευτικά, πολιτικά, ψυχολογικά, θέματα αστέγων και μεταναστών, ακόμη και λογοτεχνικά με μνεία συγγραφέων όπως ο Προυστ και ο Κάφκα, αλλά και η τεχνική του βιβλίου, το καθιστούν ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα.
Για το ίδιο βιβλίο στον Librofilo

Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2009

Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο

Το βιβλίο του Άλαν Μπένετ "Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο" (Μεταίχμιο, 2009, μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, τίτλος πρωτοτύπου "The Uncommon reader"), είναι ένα μικρό λογοτεχνικό διαμαντάκι. Καιρό είχα να απολαύσω τόσο ένα βιβλίο. Κρίμα μόνο που είναι τόσο σύντομο που το τελειώνεις μέσα σε δυο ώρες. Λεπτή ειρωνεία, χιούμορ, σάτιρα της άρχουσας Αγγλικής τάξης και προπάντων αγάπη για το διάβασμα και πώς αυτό μπορεί ν' αλλάξει τη ζωή μας (εδώ της ίδιας της βασίλισσας) γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου που τις διαβάζουμε "χωρίς να σταματάμε να χαμογελάμε", σύμφωνα με μια πολύ επιτυχή άποψη.
Μοιάζει μ' ένα "παραμύθι για μεγάλους", με κεντρική ηρωίδα μια βασίλισσα. Όχι μια φανταστική βασίλισσα, αλλά (παρ' όλον ότι δεν αναφέρεται τ' όνομά της) την ίδια τη βασίλισσα της Αγγλίας. Μια μέρα η βασίλισσα, εντελώς τυχαία, συναντά την κινητή βιβλιοθήκη του δήμου του Ουέσμινστερ, δανείζεται ένα βιβλίο και ανακαλύπτει τη γοητεία του διαβάσματος. Όσο διαβάζει τόσο περισσότερο μαγεύεται. Δεν μπορεί να πάει πουθενά χωρίς να έχει μαζί της ένα βιβλίο. Ακόμα κι όταν διασχίζει τους δρόμους του Λονδίνου στην κλειστή της άμαξα, χαιρετάει με το ένα χέρι και στο άλλο κρατάει ένα αθέατο βιβλίο και διαβάζει!
Αυτή όμως η καινούρια συνήθεια αρχίζει να γίνεται ενοχλητική για τους γύρω της. Προσπαθεί να τη διαδώσει και στους άλλους, δανείζει βιβλία στον πρωθυπουργό της και μάλιστα τον ρωτάει ύστερα γι' αυτά, αργεί στα ραντεβού της, ακόμη και τα σκυλιά της δυσανασχετούν, γιατί όταν τα βγάζει περίπατο δεν παίζει πια μαζί τους, αλλά κάθεται σ' ένα παγκάκι και διαβάζει. Ενοχλημένοι όμως είναι και οι υπήκοοί της. Στις διάφορες περιοδείες της στη χώρα συνήθιζε ως τότε να απευθύνει στερεότυπες ερωτήσεις στις οποίες οι αξιωματούχοι των ανακτόρων φρόντιζαν να εφοδιάζουν το κοινό με εξίσου στερεότυπες απαντήσεις. Τώρα όμως η βασίλισσα συνηθίζει να ρωτάει: "Τι διαβάζετε αυτόν τον καιρό;" ερώτηση που τη διαδέχεται μια αμήχανη σιωπή.
Το περιβάλλον της έχει φθάσει σε απόγνωση, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Απομακρύνουν από κοντά της ένα νεαρό που από τα μαγειρεία όπου δούλευε τον προσέλαβε ως γραφέα της λόγω της αγάπης του για τη λογοτεχνία, ζητούν τη συμβουλή ενός υπέργηρου λόρδου που είχε υπηρετήσει για δεκαετίες τα ανάκτορα κι όταν τη βλέπουν να κρατά σημειώσεις υποψιάζονται ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ!
Δεν θα αποκαλύψω βέβαια το τέλος. Ένα βιβλίο απολαυστικό, διασκεδαστικό, όπου εκτός από τη σάτιρα της αγγλικής αυλής δεν λείπουν και τα σύντομα, αλλά καίρια και αιχμηρά κάποτε σχόλια γύρω από τους συγγραφείς και το έργο τους.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2009

Ιστορία σαν παραμύθι

Τίτλος απόλυτα ταιριαστός με το περιεχόμενο, αν και διαφορετικός από τον τίτλο του πρωτοτύπου. "Questa storia" (Αυτή η ιστορία) τιτλοφορείται στα Ιταλικά το μυθιστόρημα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Στα Ελληνικά "Ιστορία σαν παραμύθι" (Πατάκης, 2008, μετ. Άννα Παπασπύρου). Πράγματι, πλάι στα ιστορικά γεγονότα πλέκεται ο μύθος. Παράλληλα με την κούρσα αυτοκινήτων της διαδρομής Παρίσι-Μαδρίτη του 1903, πλάι στη φονικότατη μάχη του Καπορέτο του 1917, αναπτύσσει το όνειρό της η μυθιστορηματική φιγούρα του Ούλτιμο Πάρι.
Ήδη, από τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, φαίνεται πως ο αναγνώστης δεν πρέπει να περιμένει ένα μυθιστόρημα με την κλασική έννοια του όρου. Ο Μπαρίκκο πρωτοτυπεί τόσο ως προς τη γλώσσα όσο και προς το θέμα και την πλοκή του βιβλίου του.
Το έργο χωρίζεται σε επτά μέρη, καθένα από τα οποία διατηρεί μια φαινομενική ανεξαρτησία. Διαφορετικοί χρόνοι και θέματα, διαφορετικά αφηγηματικά πρόσωπα. Πότε τριτοπρόσωπη, πότε πρωτοπρόσωπη γραφή, χωρίς να είναι ούτε και σ' αυτά το ίδιο πρόσωπο που μιλά. Όμως, συνδετικός κρίκος σε όλο το βιβλίο παραμένουν δυο στοιχεία: η αγάπη για το αυτοκίνητο και τις κούρσες και η πρωταγωνιστική μορφή, ακόμη κι εκεί που δεν είναι παρούσα, του Ούλτιμο Πάρι.
Στο πρώτο κεφάλαιο (Ουβερτούρα) παρακολουθούμε τον ιστορικό αγώνα ταχύτητας του 1903 με αυτοκίνητα που μπορούσαν να φτάσουν μέχρι και 140(!) χιλιόμετρα την ώρα. Μια κούρσα που ονομάστηκε "κούρσα-εκατόμβη" και που διακόπηκε άδοξα λόγω των πολλών δυστυχημάτων και των θανάτων που προκάλεσε.
Στο δεύτερο κεφάλαιο (Τα παιδικά χρόνια του Ούλτιμο) μεταφερόμαστε σ' ένα χωριό της βόρειας Ιταλίας και γνωρίζουμε την οικογένεια του Ούλτιμο. Είναι ο πατέρας Λίμπερο Πάρι, η μητέρα Φλοράνς και ο μικρός Ούλτιμο, ένα παράξενο παιδί που "έχει τη χρυσαφένια σκιά". Η τυχαία άφιξη εκεί του κόμη Ντ' Αμπρόζιο θα εισαγάγει την οικογένεια στον καινούριο κόσμο του αυτοκινήτου.
Στο τρίτο κεφάλαιο (Μνημόνιο του Καπορέτο) ο μικρός Ούλτιμο είναι πια 19 χρονών, στρατιώτης στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εδώ, λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στο επιλογικό σημείωμά του, "δεν χρειάστηκε να σκαρφιστώ τίποτα, γιατί εκεί η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία". Με ρεαλισμό περιγράφεται η φονικότατη μάχη του Οχτώβρη του 1917, όπου χιλιάδες ήταν οι νεκροί, οι τραυματίες και οι αιχμάλωτοι, κυρίως Ιταλοί, που νικήθηκαν από την Αυστρία-Γερμανία.
Στο τέταρτο κεφάλαιο (Ελιζαβέτα) συναντάμε τον Ούλτιμο μέσα από τις ημερολογιακές εγγραφές της Ρωσίδας Ελιζαβέτας να ζει μαζί της στην Αμερική, ενώ το όνειρό του να φτιάξει μια πίστα αυτοκινήτων με δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά δεν τον εγκαταλείπει.
Στο πέμπτο κεφάλαιο (1947. Σίνιγκτον. Αγγλία) ένας άλλος μεγάλος πόλεμος έχει τελειώσει, στον οποίο ο Ούλτιμο δεν πολέμησε, αλλά υπηρέτησε ως εθελοντής μηχανικός αεροπλάνων. Βρήκα το κεφάλαιο αυτό ως το πιο επιτυχημένο στο αφηγηματικό ύφος. Αφηγητής είναι ο προβληματικός ετεροθαλής αδερφός του Ούλτιμο. Οι παύσεις, οι επαναλήψεις, το απλοϊκό, αφελές ύφος της αφήγησης αποδίδει τέλεια το ύφος της ομιλίας ενός αυτιστικού παιδιού. Ο Ούλτιμο εδώ έχει επιτέλους υλοποιήσει το όνειρό του, μετατρέποντας ένα αεροδρόμιο μετά το τέλος του πολέμου, σ' αυτό που όλη του τη ζωή ονειρευόταν, σε πίστα αυτοκινήτων.
Στο έκτο κεφάλαιο (1950. Χίλια μίλια) μεταφερόμαστε σε έναν άλλο ιστορικό αγώνα αυτοκινήτων στην Ιταλία, αυτόν που ονομάστκε "χίλια μίλια", γιατί αυτή ήταν η απόσταση που έπρεπε να διανύσουν. Το τέλος του κεφαλαίου συμπίπτει και με το τέλος του Ούλτιμο. Όμως το όνομά του και η μνήμη του δεν τελειώνουν. Στο επιλογικό κεφάλαιο (Επίλογος) η παλιά του αγαπημένη, η Ελιζαβέτα, έχοντας παντρευτεί κάποιον πάμπλουτο, τριγυρίζει χρόνια ψάχνοντας να βρει την πίστα που είχε φτιάξει ο Ούλτιμο.
Ως κατακλείδα προτιμώ, αντί δικής μου αποτίμησης, να παραθέσω τη γνώμη της μεταφράστριας του έργου από το προλογικό της σημείωμα, με την οποία και απόλυτα συμφωνώ: "Με φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία ο Μπαρίκκο καταπιάνεται εδώ με ένα και μοναδικό θέμα: με το όνειρο, με το όραμα, με την προσδοκία. Αυτός είναι ο πυρήνας του βιβλίου:το όνειρο ως μοναδικός στόχος ζωής, ως αφετηρία και γραμμή τερματισμού συνάμα. Το όνειρο που γίνεται λόγος για να ζει κανείς και λόγος για να πεθάνει".

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2009

Σ' ένα στρατόπεδο...


Πρωτογνώρισα τον Κουμανταρέα στον "Ωραίο λοχαγό" κι από τότε τον ακολουθώ σ' όλο το έργο του. Αν και πέρασαν τόσα χρόνια, θυμάμαι ακόμα το θάμβος μπροστά στην ομορφιά, αλλά και τη θλίψη από τη βαθμιαία έκπτωσή της. Ο Κουμανταρέας είναι από τους συγγραφείς που το όνομά τους και μόνο αποτελεί για μένα αρκετή εγγύηση για την ποιότητα του έργου, έστω κι αν δεν στέκονται όλα στο ίδιο ύψος.
Στο τελευταίο του μικρό βιβλίο, μια νουβέλα, με τίτλο "Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά" (Κέδρος, 2009) βρήκα απόηχους από τον "ωραίο λοχαγό". Σ' ένα στρατόπεδο, που δεν τιοποθετείται τοπικά ή χρονικά, η φιλότεχνος γυναίκα του Στρατηγού, Διοικητή του στρατοπέδου, τον πείθει να ζητήσει να του φτιάξουν το πορτρέτο του. Ζητάνε λοιπόν να παρουσιαστούν όσοι φαντάροι μπορούν να ζωγραφίζουν κι αφού δοκιμάσουν τις ζωγραφικές τους ικανότητες, η Στρατηγίνα διαλέγει εκείνον που ήταν "λεπτός, σχεδόν αέρινος, με ξανθά μαλιά που έπεφταν σε αφέλειες στο μέτωπό του. Οι βλεφαρίδες του, γι' άντρα, παραήταν μακριές και γυριστές και είχε μάτια παιδικά, ονειροπαρμένα". Ο φαντάρος, που από μέσα της η Στρατηγίνα τον αποκαλεί Ρώσο (για τη ξανθή ομορφιά του) είναι μια κάπως εξωλογική φιγούρα. Αφηγείται ωραία και τον ακούνε ενθουσιασμένοι οι άλλοι άντρες, δίνει περίεργες απαντήσεις και το πορτρέτο που ζωγραφίζει σαν ν' αλλάζει από μόνο του μέσα στη νύχτα. (Αδύνατο, βέβαια, να μην ανακαλέσει στη μνήμη ο αναγνώστης τον Ντόριαν Γκρέι). Μια εξέγερση, μια μαγική απόδραση και το έργο τελειώνει όπως άρχισε, με ένα πούλμαν γεμάτο τουρίστες να επισκέπτονται μια πινακοθήκη, όπου εκτίθεται, χρόνια μετά, το πορτρέτο και κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται η τελετουργία της φιλοτέχνησής του.
Ο Πατριάρχης Φώτιος έκανε μια εκτενή, λεπτομερή ανάλυση του έργου. Μου θύμισε κάποιες πολυσέλιδες αναλύσεις τις οποίες κάνουν κάποτε κριτικοί για ένα και μόνο απλό στίχο ενός ποιήματος και καταντά η ανάλυση να αξίζει περισσότερο από τον ίδιο το στίχο. Η δική μου άποψη είναι ότι η νουβέλα αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από μια κατασκευή. Δεν είναι προϊόν έμπνευσης, ούτε ενδόμυχης ανάγκης να "πει κάτι" ο συγγραφέας Ένα έργο που έγινε κατά παραγγελία, όπως λέει ο ίδιος, και που αναλύσεις σαν του Πατριάρχη του αποδίδουν προθέσεις που πιθανόν να μην είχε ούτε ο ίδιος ο δημιουργός του. Το βρίσκω ένα από τα πιο "αδύνατα" έργα του Κουμανταρέα.



Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2009

Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά


Διάβασα το δεύτερο μέρος της τριλογίας Millenium του Στιγκ Λάρσον, "Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά" (Ψυχογιός, 2009, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος)-Το πρώτο ως γνωστό είναι "Το κορίτσι με το τατουάζ"- για δυο κυρίως λόγους: α) δεν το αγόρασα, μου το δάνεισε μια φίλη και β) το διάβασα μια μέρα που είχα κυριευθεί από σωματική και πνευματική τεμπελιά! Βέβαια, 700 (ακριβώς) σελίδες δεν διαβάζονται σε μια μέρα, αλλά ομολογώ ότι πηδούσα μερικές. Εκεί, για παράδειγμα, όπου με κάθε λεπτομέρεια περιγράφονται συμπλοκές, δεν με ένοιαζε σε ποιο σημείο κλώτσησε ο ένας ή ποιο κόκκαλο του άλλου έσπασε ή από πού έτρεχε το αίμα του τρίτου, κι έτσι τις προσπερνούσα.

Το παράξενο, ιδιόρρυθμο, εν μέρει εξωπραγματικό κορίτσι, το κορίτσι με το τατουάζ, η Λίσμπετ Σαλάντερ, πρωταγωνιστεί κι εδώ. Τη βρίσκουμε στην αρχή στη Γρενάδα, ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, να απολαμβάνει τις διακοπές που της εξασφάλισαν τα εκατομμύρια που με μια ηλεκτρονική κομπίνα είχε ξαφρίσει. Τώρα βέβαια γιατί σ' αυτήν επιτρέπονται τέτοιες παρανομίες ενώ απαγορεύονται στους "κακούς" του βιβλίου, είναι άλλο θέμα. Μετά από ένα χρόνο που γύριζε τον κόσμο, ξαναγυρίζει στη Σουηδία. Εκεί θα βρεθεί ύποπτη για τρεις φόνους, οι δυο από τους οποίους αφορούσαν ένα ζεύγος δημοσιογράφων που ερευνούσαν το τράφικιγκ στη χώρα τους και ο τρίτος φόνος ένα δικηγόρο που ήταν ο διαχειριστής-κηδεμόνας της Σαλάντερ. Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο ασφαλώς διαδραματίζει και ο ήρωας του πρώτου βιβλίου, ο Μίκαελ Μπλούκμβιστ. Καταδιώξεις, σωματεμπορία, αστυνομικές έρευνες, διαπλοκή αστυνομικών-δημοσιογράφων, χάκερ, φόνοι, έρωτες, αφθονούν στο βιβλίο, όπου επίσης δίνεται μια ερμηνεία του χαρακτήρα και της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας, που στα 13 της χρόνια είχε κλειστεί σε ψυχιατρείο. 'Ομως, καμιά εξήγηση δεν δίνεται πώς, αυτή η αμόρφωτη κοπέλα είναι ξεφτέρι στους υπολογιστές (εδώ μάλιστα ασχολείται και με τα Μαθηματικά και ειδικά με το θεώρημα του Φερμά!), ούτε πείθει όταν με το μικροσκοπικό της σώμα καταφέρνει να τα βάλει με δυο μεγαλόσωμους άντρες και να τους κατατροπώσει! Ακόμα κι όταν τη θάβουν ζωντανή, αυτή κατορθώνει να επιβιώσει και να ξεθαφτεί! Βεβαίως, την τελική νικητήρια σκηνή θα μονοπωλήσει ο "καλός" του βιβλίου, ο δημοσιογράφος Μίκαελ, που θα σπεύσει για τη σωτηρία της, σε μια ακροτελεύτια εικόνα, τέτοια που κάποτε όταν τη βλέπαμε στο σινεμά χειροκροτούσαμε!
Τα δυο βιβλία του Λάρσον (υποθέτω και το τρίτο που, απ' ό,τι ξέρω δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά) είναι χωρίς αμφιβολία καλογραμμένα αστυνομικά μυθιστορήματα, που μπορούν να προσφέρουν στους λάτρεις αυτού του είδους των αστυνομικών (πολύ διαφορετικών από το είδος Άγκαθα Κρίστι ή Σέρλοκ Χολμς) ξεκούραστες ώρες πνευματικής αδράνειας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά

Κλείνω το μυθιστόρημα του νέου Αμερικανού συγγραφέα Τζόναθαν Σάφραν Φόερ "Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά" (Μελάνι, 2009, μετ. Ελένη Ηλιοπούλου) και μένω για ώρα συλλογισμένη να αναρωτιέμαι γιατί μου άρεσε αυτό το παράξενο, αινιγματικό, ενίοτε δυσκολονόητο (θα μπορούσα υπερβάλλοντας να το χαρακτηρίσω σουρρεαλιστικό) μυθιστόρημα. Υπάρχουν σελίδες στις οποίες δυσκολεύεσαι να καταλάβεις ποιος μιλά, καθώς το αφηγηματικό εγώ αλλάζει χωρίς προειδοποίηση, υπάρχει όμως στο κύριο σώμα του έργου η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του εννιάχρονου Όσκαρ Σελ, που κάνει το σύνολο ακαταμάχητα γοητευτικό.
Θα πρέπει βεβαίως να προσαρμοστούμε στη λογοτεχνική σύμβαση για να δεχτούμε την ωριμότητα, τις γνώσεις, τη στοχαστικότητα, την τόλμη, την ευφυΐα που διαθέτει ο μικρός Όσκαρ και που ξεπερνά κατά πολύ τη χρονολογική του ηλικία. Ο πατέρας του έχει πεθάνει στους Δίδυμους Πύργους κατά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Η θλίψη για το χαμό του πατέρα, η συμβολική αναζήτησή του σ' όλη τη Ν. Υόρκη, καθώς ο μικρός ψάχνει να βρει τι άνοιγε ένα κλειδί που βρήκε τυχαία στα πράγματα του πατέρα του, διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Ακούει ξανά και ξανά τον αυτόματο τηλεφωνητή όπου είχαν καταγραφεί τα τελευταία μηνύματα του πατέρα του, όταν τηλεφωνούσε μετά το χτύπημα και δεν σήκωνε κανείς το τηλέφωνο. Τριγυρίζει στους δρόμους και στις γειτονιές της Ν. Υόρκης, η σκηνή στο Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντιγκ του δίνει την ευκαρία να αναφερθεί λεπτομερώς σ' ένα από τα πιο εμβληματικά σημεία της πόλης και παντού η σκέψη του πατέρα τον ακολουθεί.
Αντιδρά στη φιλία της μητέρας του μ' έναν άλλο άντρα, οδηγείται σε ψυχίατρο για να ξεπεράσει τη θλίψη του και με μια λογική αφέλεια αναρωτιέται: "Δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο χρειαζόμουν βοήθεια, αφού εμένα μου φαινόταν ότι πρέπει να έχεις βαριά καρδιά όταν ο μπαμπάς σου πεθάνει, κι αν δεν έχεις βαριά καρδιά τότε είναι που χρειάζεσαι βοήθεια".
Μένει στον 5ο όροφο μιας πολυκατοικίας, επικοινωνεί με τη γιαγιά του που μένει απέναντι με γουόκι τόκι, πιάνει φιλία μ' έναν υπεραιωνόβιο και μαζί του τριγυρίζει αναζητώντας αυτό που άνοιγε με το κλειδί. Στη σχολική παράσταση παίζει τον Γιόρικ (που στο έργο είναι μόνο το κρανίο που κρατάει ο Άμλετ συλλογιζόμενος για τη ζωή και το θάνατο), γράφει γράμματα στον αστροφυσικό Στήβεν Χόκινς και παθιάζεται με τα τραγούδια των Μπητλς. Έχει τρομερή φαντασία και πλάθει με το νου του ένα σωρό φανταστικές εικόνες όταν τον πιάνει η αϋπνία.
Η αφήγηση του Όσκαρ διακόπτεται με κεφάλαια στα οποία, μέσω επιστολών, ο παππούς του απευθύνεται στον γιο του (και πατέρα του Όσκαρ), τον οποίο δεν είχε γνωρίσει ποτέ, μια και εγκατέλειψε τη γυναίκα του (γιαγιά του Όσκαρ) όταν εκείνη έμεινε έγγυος. Κάποιες άλλες επιστολές απαυθύνονται στον Όσκαρ από τη γιαγιά του. Μπορεί μέσα από τις επιστολές να μαθαίνουμε όλη την προϊστορία και τις απώλειες της οικογένειας, όμως θα προτιμούσα να υπάρχει μόνο η παιδική αφήγηση. Βρήκα επίσης περιττές τις εικόνες του βιβλίου που σχετίζονται με καταστάσεις που αναφέρονται στο κείμενο, όπως για παράδειγμα η φωτογραφία κάποιου που πέφει στο κενό από τους Δίδυμους Πύργους. Μια εικόνα που απασχολεί πολύ τον Όσκαρ. Έχω την άποψη πως ο δυνατός λόγος (και είναι δυνατός ο λόγος του Φόερ) δεν έχει ανάγκη από οπτικοποίηση.
Ο στόχος του συγγραφέα νομίζω πάει πολύ πιο πέρα από την ψυχογράφηση του μικρού Όσκαρ και των συνεπειών του ξαφνικού και αναίτιου θανάτου για τους επιζώντες. Ο Φόερ βρίσκει τρόπο να εμπλέξει στο μυθιστόρημά του το βομβαρδισμό της Δρέσδης κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (μήπως κι αυτός δεν ήταν μια παράλογη και άσκοπη καταστροφή μια και ο πόλεμος είχε πια κριθεί;), αλλά ακόμη και με την ατομική στη Χιροσίμα. "Δεν έχει σημασία τι στολή φοράνε οι στρατιώτες. Δεν έχει σημασία πόσο καλά είναι τα όπλα. Σκέφτηκα ότι αν μπορούσαν όλοι να δουν όσα είδα εγώ, δεν θα είχαμε ποτέ ξανά πόλεμο", λέει ο Ιάπωνας από τον οποίο ο Όσκαρ είχε πάρει συνεντευξη.
Παρά τους αχρείαστους, κατά τη γνώμη μου, μοντερνισμούς και τις κάποιες ενστάσεις μου, το βιβλίο του Φόερ μου άρεσε πολύ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

Το βιβλιοπωλείο των σκιών

Διερωτώμαι αν η απογοήτευσή μου από το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Δανού συγγραφέα Μίκκελ Μπίργκεγκορ (γεν. 1969) οφείλεται στις αυξημένες προσδοκίες που μου δημιούργησε ο ενθουσιασμός του Mike, από τον οποίο και έμαθα γι' αυτό το βιβλίο, ή αν πράγματι δεν αξίζει όσο διαφημίζεται ("μεταφράζεται ήδη σε 17 χώρες ενώ ετοιμάζεται και η μεταφορά του στον κινηματογράφο").
"Το βιβλιοπωλείο των σκιών" (Πατάκης, 2009, μετ. Λύο Καλοβυρνάς) κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε να είναι κι ένα γοητευτικό ανάγνωσμα για τους βιβλιόφιλους, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποίησε ως εκεί την ιδέα του ο νεαρός συγγραφέας.
Ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην Κοπεγχάγη, το Libri di Luca, είναι το κέντρο μιας ομάδας βιβλιόφιλων με ειδικές ικανότητες. Αποκαλούνται Λέτορες, όπως λέγονται οι αναγνώστες στα ιταλικά, και μπορούν κατά την ανάγνωση ενός κειμένου να δώσουν όποια έμφαση θέλουν και κατά συνέπεια να επηρεάσουν το βίωμα και τη στάση του ακροατή απέναντι στο ανάγνωσμα, μέχρι του σημείου να αλλάξουν τις αποφάσεις του ή τα συναισθήματά του σε τέτοιο βαθμό που ο ακροατής ή ο αναγνώστης που δέχεται μια τέτοια επίδραση να οδηγηθεί ακόμη και στο θάνατο. Οι Λέτορες ανήκουν σε δυο κατηγορίες, στους πομπούς και τους δέκτες (που για να είμαι ειλικρινής δεν καλοκατάλαβα τη διαφορά τους).
Το παλαιοβιβλιιοπωλείο ανήκει σ' έναν ηλικιωμένο Ιταλό, τον Λούκα, που πεθαίνει ενώ διαβάζει το βιβλίο Operette morali του Τζάκομο Λεοπάρντι. Ο θάνατός του αποδίδεται σε καρδιακή προσβολή και το βιβλιοπωλείο κληρονομεί ο δικηγόρος γιος του Γιον, που για είκοσι χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με τον πατέρα του, ούτε είχε ιδέα για τους Λέτορες. Σιγά-σιγά θα ενημερωθεί, θα "ενεργοποιηθεί" και ο ίδιος και η μια περιπέτεια ακολουθεί καταιγιστικά την άλλη στο βιβλίο. Ως συνήθως σε παρόμοιου τύπου υποθέσεις υπάρχουν οι "καλοί" και "οι κακοί". "Κακοί" είναι μια άλλη οργάνωση που αποκαλείται Σκιώδης Οργάνωση, που θέλει να εκμεταλλευτεί τη δύναμη των Λετόρων. Φόνοι, αναγνώσεις που προκαλούν με τη φόρτισή τους ακόμα και βραχυκύκλωμα ή πυρκαγιά αφθονούν στο βιβλίο. Υπάρχει επίσης ένας χάκερ που μπορεί να ανακαλύψει τα πάντα στους υπολογιστές του (ο συγγραφέας φαίνεται να εκμεταλλεύεται την ιδιότητά του ως προγραμματιστή) και η διαμάχη με τη Σκιώδη Οργάνωση θα οδηγήσει τους ήρωες του βιβλίου μέχρι την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδειας.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ιδέα του συγγραφέα και παρ' όλο ότι ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, υπάρχουν απόψεις που δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η επίδραση που ασκεί στο πνεύμα μας ένας χώρος γεμάτος από βιβλία ή ακόμη η ενέργεια που μας διοχετεύει ένα παλιό βιβλίο, προπάντων η πρώτη του έκδοση, είναι επιρροές που ίσως πολλοί από μας έχουν αισθανθεί.
Η απογοήτευσή μου από το βιβλίο έγκειται στο ότι ο συγγραφέας δεν αξιοποίησε όσο έπρεπε την ιδέα του. Ενώ όλο το μυθιστόρημα κινείται γύρω από τα βιβλία, ελάχιστοι τίτλοι αναφέρονται και ούτε ένα απόσπασμα. Θα περίμενε κανείς, όταν ένας δέκτης διαβάζει και επηρεάζει τόσο πολύ τους ακροατές του, να αναφερόταν και το συγκεκριμένο βιβλίο από το οποίο διαβάζει. Εξαίρεση αποτελεί...ο Πινόκιο και η απλή αναφορά σε 2-3 άλλους τίτλους. Ή ο συγγραφέας δεν έχει αρκετή γνώση της λογοτεχνικής παραγωγής ή... βαρέθηκε να ψάξει για τα κατάλληλα κείμενα.
Οπωσδήποτε, ένα βιβλίο που ασχολείται με βιβλία, παρ' όλες τις αδυναμίες του, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρει κάθε βιβλιόφιλο.

Σάββατο, Νοεμβρίου 07, 2009

Το μυστικό ποτάμι

Σπάνια βιβλίο που δεν έχει μια ελκυστική υπόθεση, που δεν σου δημιουργεί την περιέργεια να δεις τι θα γίνει παρακάτω, που σχεδόν μπορείς να μαντέψεις τη συνέχεια, με τράβηξε τόσο πολύ όσο το μυθιστόρημα της Αυστραλής συγγραφέως Κέιτ Γκρένβιλ "Το μυστικό ποτάμι" (Καστανιώτης, 2008). Γεμάτο ομορφιά και ποίηση, πλημμυρισμένο από περιγραφές της παρθένας αυστραλιανής φύσης πριν από την υποταγή της στους Άγγλους αποίκους, το βιβλίο σε μεταφέρει εκεί, στην Αυστραλία των αρχών του 19ου αι. Η σκέψη σου μετεωρίζεται ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου που αναζητούν ένα τόπο επιβίωσης και στους πρωτόγονους κατοίκους αυτής της γης, που γι' αυτούς τούτο το χώμα ήταν κομμάτι από τον ίδιο τον εαυτό τους. Ουσιαστικά το βιβλίο σε βάζει ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς και συχνά σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιοι πραγματικά ήταν οι πολιτισμένοι, οι Άγγλοι κατακτητές ή οι Αυστραλοί γηγενείς, οι δεμένοι με τη φύση και το περιβάλλον τους.

Στα 1806 ο Γουίλλιαμ Θόρνχιλ είναι ένας πάμπτωχος βαρκάρης στον Τάμεση. Η Ντικενσιανή ατμόσφαιρα του Λονδίνου (κατά τον προσφυέστατο χαρακτηρισμό του Librofilo) σε κάνει να αναρωτιέσαι: "αλήθεια, τι νοσταλγούμε, όταν μιλάμε για παλιούς, καλούς καιρούς;" Ο φτωχός βαρκάρης είναι από παιδί ερωτευμένος με τη συνομήλική του Σαλ. Παντρεύονται, αποκτούν ένα παιδί, ένα δεύτερο είναι στο δρόμο, μα οι φοβερές ανάγκες οδηγούν, όπως και πολλούς άλλους τότε, στην κλοπή. Τιμωρία, η καταδίκη σε δημόσιο απαγχονισμό. Μια ευκαρία έχει να γλιτώσει τη ζωή του. Να εξοριστεί ισόβια μαζί με την οικογένειά του στη μακρινή αποικία του Σίδνεϊ, όπου το πλοίο της εποχής χρειαζόταν περίπου ένα χρόνο για να φτάσει.
Αρχίζει κι εκεί ως βαρκάρης να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Όμως, ένα κομμάτι γης που αντικρίζει μια μέρα στις όχθες ενός "μυστικού ποταμού", λειτουργεί μέσα του σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Το θέλει αυτό το κομμάτι γης. Τίποτα ευκολότερο."Καταμεσής του ξέφωτου, έσυρε το τακούνι του στο χώμα τέσσερις φορές. Οι ευθείες και το τετράγωνο που σχημάτιζαν δεν έμοιαζαν με τίποτε άλλο εκεί κι άλλαξαν τα πάντα. Να λοιπόν ένα μέρος όπου ο άνθρωπος έβαλε το σημάδι του στη γη. Ήταν καταπληκτικό το πόσο λίγα χρειάζονταν για να έχεις ένα κομμάτι γης". Βοηθός και συμπαραστάτης στον αγώνα για επιβίωση η αγαπημένη του γυναίκα, η Σαλ, που όμως δεν παύει να σκέφτεται και να ονειρεύεται "τον γυρισμό στην πατρίδα". Τα παιδιά ακολουθούν το ένα το άλλο, έξι τελικά θα αποκτήσουν.
Η οικογένεια του Θόρνχιλ, καθώς και οι άλλοι άποικοι, μέσα στις προχειροφτιαγμένες καλύβες τους, μακριά ο ένας από τον άλλο, αγωνίζονται να ξεχερσώσουν τη γη που τους δόθηκε, να σπείρουν καλαμπόκι, να φυτέψουν λαχανικά. Τριγύρω τους το πυκνό δάσος και οι μαύροι ντόπιοι που τους παρακολουθούν από μακριά, που προβάλλουν βιαστικά σαν σκιές, γυμνοί, με τα ακόντια στο χέρι. Δεν φαίνονται να δουλεύουν ή να κοπιάζουν, εξασφαλίζουν την τροφή τους από τις ρίζες, τα φυτά, τα ζώα γύρω τους κι έχουν άφθονο χρόνο να καθίσουν γύρω από τη φωτιά, να χορέψουν και να τραγουδήσουν, να πουν παραμύθια και να χαϊδέψουν τα παιδιά τους. Η αντίθεση, η σύγκριση και η σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτισμών είναι αναπόφευκτη.
Οι λευκοί βεβαίως με τα όπλα θα επικρατήσουν. Οι σκηνές εξόντωσης των μαύρων είναι ανατριχιαστικές μέσα στη ρεαλιστικότητα της περιγραφής της Γκρένβιλ. Ο Θόρνχιλ, ο πρώην κατάδικος, όχι μόνο επιβιώνει, γίνεται ένας πλούσιος κτηματίας, με πολλούς άλλους να τον υπηρετούν, μ' ένα πανέμορφο σπίτι "που μπορούσε να φανταστεί ως μια εκδοχή της Αγγλίας", με άφθονο χρόνο στη διάθεσή του να κάθεται στη βεράντα και να κοιτάζει με το τηλεσκόπιο πέρα μακριά. Αλλά, με μια από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου, η συγγραφέας συμπυκνώνει όλη την ουσία του έργου της: "Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν αισθανόταν θριαμβευτής".

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Το κορίτσι με το τατουάζ

Το ότι κάλυψα αναγνωστικά τις 660 σελίδες του μυθιστορήματος του Στιγκ Λάρσον μέσα σε τρεις μόνο μέρες, είναι από τις πιο πειστικές αποδείξεις για το πόσο "τραβηχτικό" είναι αυτό το βιβλίο, γυρισμένο ήδη σε ταινία.
"Το κορίτσι με το τατουάζ" (Ψυχογιός 2009, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος, πρόλογος Μανώλης Πιμπλής) έχει μια ιδιάζουσα εκδοτική ιστορία. Αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με το γενικό τίτλο Millenium (ο δεύτερος τόμος ήδη κυκλοφορεί και στα Ελληνικά), την οποία ο Σουηδός συγγραφέας δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Έξι μήνες μετά την παράδοση των χειρογράφων, το 2004, πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Δεν είδε έτσι την τεράστια επιτυχία που σημειώνει το βιβλίο του σ' όλο τον κόσμο.
Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, αλλά όχι μόνο. Είναι ταυτόχρονα και μια ανατομία της σουηδικής κοινωνίας. Θέματα πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, οικονομικά, τεχνολογίας και άλλα περιβάλλουν την αστυνομική ιστορία. Θα 'λεγε κανείς πως το αστυνομικό μυστήριο είναι το δέλεαρ για να ειπωθούν όλα τα άλλα.
Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλούκμβιστ (δημοσιογράφος ήταν και ό ίδιος ο συγγραφέας). Συνεκδότης του περιοδικού Millenium, ειδικεύεται στο οικονομικό ρεπορτάζ προσπαθώντας να "ελέγχει και να αποκαλύπτει τους μεγαλοκαρχαρίες κεφαλαιούχους". Εξίσου σημαντικό ρόλο, αν όχι σημαντικότερο, διαδραματίζει "Το κορίτσι με το τατουάζ¨, η Λίσμπετ Σαλάντερ. Μικροκαμωμένη, με σώμα γεμάτο τατουάζ, με παράξενο, παράταιρο, συνήθως μαύρο ντύσιμο, απροσάρμοστη, γι' αυτό και ζει υπό επιτήρηση, με σεξουαλικές προτιμήσεις και για τα δύο φύλα, "ένα φρικιό", όπως λέει η ίδια. Δεν έχει τελειώσει καλά-καλά το σχολείο, είναι όμως ικανότατη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διαθέτει μια φωτογραφική μνήμη και εργάζεται ως εξωτερική συνεργάτις σε μια εταιρεία ασφάλειας.
Αυτοί οι δυο τόσο αταίριαστοι και ανόμοιοι τύποι, ο Μίκαελ και η Λίσμπετ, άγνωστοι μεταξύ τους ως το μισό σχεδόν βιβλίο, θα συνεργαστούν κάποια στιγμή για την εξιχνίαση μιας εξαφάνισης προσώπου που έγινε πριν από 36 ολόκληρα χρόνια! Το πρόσωπο αυτό ανήκε στη μεγάλη, πάμπλουτη, ισχυρή οικογένεια επιχειρηματιών, την οικογένεια Βάνιερ. Επικεφαλής του ομίλου εταιρειών της οικογένειας είναι ο ογδοντάχρονος Χένρικ Βάνιερ, που αναθέτει στον Μπλούκβιστ, με πρόσχημα τη συγγραφή της ιστορίας της οικογένειας, τη διερεύνηση της εξαφάνισης της δεκαεξάχρονης τότε, το 1966, Χάριετ. Τα περισσότερα από τα μέλη της οικογένειας Βάνιερ ζούσαν σ' ένα σουηδικό νησί, που συνδεόταν με τη μικρή πόλη Ένεσταντ μόνο με μια γέφυρα. Απ' αυτό το νησί εξαφανίστηκε χωρίς να βρεθεί ούτε νεκρή ούτε ζωντανή, παρά τις εξονυχιστικές έρευνες, η νεαρή Χάριετ. Αργά, μεθοδικά, με ανατροπές που ξαφνιάζουν, ο συγγραφέας παρασύρει τον αναγνώστη να αναζητεί μαζί με τον Μίκαελ και τη Λίσμπετ τη λύση. Ζούμε κι εμείς ένα χρόνο στο απομονωμένο νησί όπου έχει εγκαταστεθεί ο δημοσιογράφος, σύμφωνα με το συμβόλαιο που υπέγραψε με τον Χένρικ. Παγώνουμε μέσα στα χιόνια του σουηδικού χειμώνα με τις θερμοκρασίες 20 βαθμών κάτω από το μηδέν, γνωρίζουμε τους χαρακτήρες που, αν και πολλοί, δεν συγχίζουν τον αναγνώστη, γιατί η τέχνη του συγγραφέα τους καθιστά πλήρως ευδιάκριτους, η σκέψη μας ακονίζεται στις υποθέσεις του τι πράγματι μπορεί να συνέβη πριν από τόσα χρόνια.
Ελκυστικό και "διαβαστερό" μπορεί να είναι το βιβλίο, δεν παύω όμως να έχω τις μικρές μου ενστάσεις. Και πρώτα για την ηρωίδα του έργου, τη Λίσμπετ. Πόσο πιθανό είναι μια κοπέλα που δεν έχει τελειώσει το σχολείο να είναι μια ικανότατη χάκερ ή να μιλάει Αγγλικά με "οξφορδιανή προφορά"; Η διείσδυση στους ξένους υπολογιστές, ακόμα κι αν πρόκειται για να ξεσκεπαστεί ένας απατεώνας, δεν νομίζω ότι είναι ηθικά αποδεχτή ενέργεια. Πολύ περισσότερο θεωρώ απαράδεχτη την απόσπαση χρημάτων από ξένους λογαριασμούς, στην οποία προβαίνει η ηρωίδα. Μπορεί να εκδικήθηκε έναν απατεώνα, αλλά ποιος μπορεί να εμποδίσει την απόσπαση και από άλλους λογαριασμούς;
Οι σαδιστικές σκηνές του βιβλίου είναι ιδιαίτερα ενοχλητικές. Και αν στη μια περίπτωση δικαιολογούνταν γιατί συνδέονταν με φόνους, στην πρώτη περίπτωση που αφορούν τη Λίσμπετ τις βρήκα αχρείαστες, δεν συνδέονται άμεσα με την υπόθεση, εκτός αν αυτό θα φανεί στη συνέχεια, στο δεύτερο τόμο. Βρήκα γενικά το βιβλίο, παρά το ενδιαφέρον του, κάπως φλύαρο, θα μπορούσε να είναι συντομότερο, γι' αυτό και δεν θα βιαστώ να διαβάσω το δεύτερο τόμο. Χρειάζεται μια ανάσα πριν απ' αυτό.
Υ.Γ. Δεν ξέρω πόσο επιτρεπτό είναι να χρησιμοποείται ταυτόσημος τίτλος με ένα άλλο βιβλίο. Είναι "Το κορίτσι με το τατουάζ" της Τζόις Κάρολ Όουτς, εκδομένο από τον Καστανιώτη το 2006. Η ακριβής μετάφραση του τίτλου του σουηδικού βιβλίου είναι, όπως λέει στον πρόλογό του ο Μανώλης Πιμπλής, "Οι άντρες που μισούσαν τις γυναίκες".

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Σβησμένες ψυχές

Όποιος δεν αντέχει τη βία και τη σκληρότητα ας μη διαβάσει το μυθιστόρημα του Ναντίμ Ασλάμ. Είναι σκηνές που σε κάνουν ν' ανατριχιάζεις, που σε αναγκάζουν να κλείσεις για λίγο το βιβλίο για να μπορέσεις να συνέλθεις και να συνεχίσεις παρακάτω. Αν όμως, παρ' όλ' αυτά, θέλει κανείς να κατανοήσει έστω και αμυδρά την ιστορία και τη νοοτροπία της ταραγμένης αυτής χώρας, του Αφγανιστάν, τον τρόπο σκέψης του φανατικού ισλάμ, τις επεμβάσεις Ρωσίας και Αμερικής, τότε ένα από τα καλύτερα, πιστεύω, σχετικά βιβλία είναι το "Σβησμένες ψυχές" (εκδ. Τόπος, 2009, μετ. Αγγελική Τσιρούνη, τίτλος πρωτοτύπου The wasted vigil) .
Η γραφή του Πακιστανού συγγραφέα Ναντίμ Ασλάμ έχει κάτι από τη διάσπαση και τον κατακερματισμό της ίδιας της χώρας. Χαρακτήρες που εκπροσωπούν τάξεις και νοοτροπίες, πολύ χαλαρά συνδεδεμένοι μεταξύ τους, γεγονότα που θίγονται σε μια σελίδα για να ολοκληρωθούν πολλές σελίδες μετά, επεισόδια που σαν σε ομόκεντρους κύκλους αναφέρονται ξανά και ξανά, με καινούριες λεπτομέρειες να προστίθενται σε κάθε αναφορά, σηματοδοτούν την τεχνική του συγγραφέα.
Το έργο τοποθετείται χρονικά στο 2004, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αναφέρονται όμως και γεγονότα όλης της περασμένης τριακονταετίας. Βασικό πρόσωπο του έργου, που λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος για τα υπόλοιπα, είναι ο ηλικιωμένος γιατρός Μάρκους. Άγγλος αυτός, είχε ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό, για να μπορέσει να παντρευτεί την Αφγανή, επίσης γιατρό, Κατρίνα. Κι όμως, 39 χρόνια γάμου δεν υπήρξαν αρκετά για να μη θεωρηθεί εκείνη από τους Ταλιμπάν μοιχαλίδα και να θανατωθεί με λιθοβολισμό. Στο σπίτι του Μάρκους, ένα σπίτι που στο ταβάνι του έχει καρφωμένα βιβλία και τους τοίχους καλυμμένους με λάσπη για να κρύβονται οι απεικονίσεις, φθάνει η Λάρα. Είναι μια Ρωσίδα που ψάχνει το χαμένο αδερφό της, που 25 χρόνια πριν είχε έρθει στο Αφγανιστάν με την εισβολή των Ρώσων και από τότε αγνοείται. Θα μάθουμε αργότερα πως αυτός είχε βιάσει την κόρη του γιατρού, τη Ζαμίν, εξαφανισμένη τώρα. Ένα παιδί γεννήθηκε απ' αυτό το βιασμό, μα ο Ρώσος Μπενεντίκτ είχε ένα οικτρό τέλος. Αφού του έκοψαν τους τένοντες των ποδιών, τον χρησιμοποίησαν σ' ένα αφγανικό παιγνίδι, όπου δυο έφιππες ομάδες διεκδικούν τραβώντας το ένα ζώο. Στη θέση του ζώου έβαλαν τον Μπενεντίκτ. Μα οι σκηνές αποτρόπαιης βίας δεν έχουν τέλος. Από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές είναι ο ακρωτηριασμός του χεριού του Μάρκους, που υποχρεώνουν την ίδια τη γυναίκα του να τον κάνει.
Ένα άλλο πρόσωπο που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο είναι ο Κάζα, ένας νεαρός Αφγανός, μεγαλωμένος στα ορφανοτροφεία και εκπαιδευμένος στα "στρατόπεδα μαρτύρων" όπως οι ίδιοι θέλουν να τα αποκαλούν και όχι "στρατόπεδα αυτοκτονίας". Με τον Κάζα παρακολουθούμε τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, στοιχεία του μωμεθανισμού και την εκπαίδευση αυτών που εμείς ονομάζουμε τρομοκράτες κι εκείνοι μάρτυρες. Κι αυτός όμως θα πέσει θύμα των αλληλοπολεμούμενων αφγανικών πολεμάρχων και φατριών που θα τον τυφλώσουν στο ένα του μάτι. Άλλα πρόσωπα είναι ακόμη η Αφγανή δασκάλα Ντούνια, που κι αυτή διωκόμενη βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του γιατρού, είναι ο Ντέιβιντ, Αμερικανός πράκτορας της CIA που είχε ερωτευτεί τη χαμένη τώρα Ζαμίν, άλλοι πράκτορες, είναι ο νεαρός που οδηγώντας ένα φορτηγό με εκρηκτικά ανατινάσσει ένα σχολείο γιατί το είχαν ιδρύσει οι Αμερικάνοι, είναι ένας ολόκληρος λαός που δεν λέει να γλιτώσει από τη δυστυχία. Οι Ρώσοι το 1979, μετά οι Ταλιμπάν, μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι Αμερικανοί.
Εκείνο που σε εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Ασλάμ δεν είναι τόσο ο θάνατος, όσο τα βασανιστήρια που οδηγούν στο θάνατο. Άνθρωποι γδέρνονται ζωντανοί, θάβονται ζωντανοί, ακρωτηριάζονται, τυφλώνονται, στα μαγαζιά του Αφγανιστάν "πουλούν μονά παπούτσια"! Κι όμως, το Αφγανιστάν είναι μια όμορφη χώρα, ανάμεσα στη φρίκη ξεπροβάλλουν εικόνες γεμάτες ευαισθησία, κι όμως εδώ διατηρείται ακόμη η ανάμνηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ώστε κάποτε το κεφάλι του Βούδα να έχει τα χαρακτηριστικά ελληνικού αγάλματος. "Ακόμα κι ο αέρας τούτης της χώρας έχει να πει μια ιστορία για τον πόλεμο", θα πει κάπου ο συγγραφέας. Θα τελειώσουν άραγε ποτέ τα δεινά του Αφγανιστάν, τα δεινά των όπου γης Αφγανιστάν;

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Η κλέφτρα των βιβλίων

Μόλις έκλεισα την 612η σελίδα του μυθιστορήματος του Μάρκους Ζούσακ "Η κλέφτρα των βιβλίων" (Ψυχογιός, 2008, μετ. Κώστια Κοντολέων), αισθάνθηκα την ανάγκη να γυρίσω και να ξαναδιαβάσω τις πρώτες σελίδες. Ένιωθα ότι στην αρχή υπήρχε μια αοριστία, μια ασάφεια, που μόνο όταν τελειώσεις το μυθιστόρημα γίνεται πλήρως κατανοητή. Ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία τόσο στην τεχνική όσο και στο περιεχόμενο, αν και το χρονικό περιβάλλον (Γερμανία Β΄ Παγκόσμιος) το έχουμε βιώσει σε πλήθος άλλων βιβλίων.
Αφηγητής της ιστορίας είναι ο θάνατος, πράγμα που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μια ιδέα πρωτότυπη αλλά και συμβολική. Ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος αφηγητής από τον παντεπόπτη θάνατο που εκείνη ειδικά την περίοδο ήταν πανταχού παρών, έβλεπε επομένως τα πάντα; Ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο θάνατος παρακολουθεί τις τύχες των χαρακτήρων του βιβλίου, μας τις αφηγείται, συχνά παρεμβαίνει με σχόλια. Δεν είναι όμως ο φοβερός και τρομερός με το δρεπάνι στο χέρι, όπως συνήθως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του Ζούσακ είναι ευαίσθητος, λυπάται γι' αυτούς που αναγκάζεται να μεταφέρει, συχνά τους παίρνει με θλίψη στοργικά στην αγκαλιά του. Λέει μετά το βομβαρδισμό της Κολονίας: "Πεντακόσιες ψυχές. Άλλες τις κουβάλησα με τα χέρια μου, σαν να κουβαλούσα βαλίτσες. Άλλες τις κουβάλησα στον ώμο μου. Μόνο τα παιδιά κουβαλούσα στην αγκαλιά μου". Κι έρχεται μια στγμή, όταν πρόκειται να κουβαλήσει τον Ρούντι Στάινερ, το πιο προσφιλές του από τα πρόσωπα του έργου, που κι αυτός ακόμα ο θάνατος κλαίει. "Κάτι παθαίνω μ' αυτό το αγόρι. Κάθε φορά που το βλέπω. Είναι η μοναδική αρνητική επίδρασή του πάνω μου. Με κάνει και κλαίω".
Ο παντογνώστης θάνατος γνωρίζει και τα μέλλοντα (που κατά τον Καβάφη "γνωρίζουν οι θεοί"). Αυτή του η ιδιότητα συμβάλλει σε μια άλλη πρωτοτυπία του Ζούσακ. Συχνά η πρόβλεψη προτρέχει των γεγονότων, με άλλα λόγια προλέγει αυτά που πρόκειται να συμβούν, αόριστα και υπαινικτικά, όμως αυτό καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ίσα-ίσα το εντείνει, θέλεις να διαβάσεις παρακάτω, να δεις πώς θα οδηγηθούν τα πράγματα ως εκεί που με υπαινιγμούς ο συγγραφέας-θάνατος άφησε να διαφανούν.
Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Λίζελ Μέμινγκερ, ένα δεκάχρονο κορίτσι το 1939, όταν αρχίζει το έργο. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς γονείς της, ο μικρός εξάχρονος αδελφός της πεθαίνει. Στο νεκροταφείο κλέβει το πρώτο της βιβλίο, "Το εγχειρίδιο του νεκροθάφτη", χωρίς να ξέρει ακόμη ανάγνωση. Είναι μια έμφυτη αγάπη για το βιβλίο, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και για το βιβλίο ως αντικείμενο, μια αγάπη που θα τη συνοδεύει σ' ολόκληρη τη ζωή της, όταν η ίδια θα γράψει ένα βιβλίο.
Η μικρή Λίζελ, μόνη πια, καταλήγει στην φτωχική οικογένεια των Χούμπερμαν. Σύντομα ένας δυνατός συναισθηματικός δεσμός δημιουργείται με τους θετούς γονείς. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι μια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χανς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνουν στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.
Ακολουθούν σκηνές από την ήσυχη ακόμα ζωή στη μικρή πόλη, γνωριμία με άλλα παιδιά, στενή φιλία της Λίζελ με τον Ρούντι, αυτόν που θα γίνει αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της, ενώ η οργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας, ο φανατισμός και η σκληρότητα των μελών της μας εισάγει σταδιακά στο κλίμα της εποχής. Μιας εποχής που, μεταξύ άλλων, διακρίνεται και για τις πυρκαγιές της, όπου καίνε ό,τι θεωρείται εβραϊκό ή ανατρεπτικό στο ναζιστικό καθεστώς. Από μια τέτοια πυρκαγιά η μικρή Λίζελ σώζει και κλέβει, με κίνδυνο της ζωής της, ένα δεύτερο βιβλίο.
Η κλοπή των βιβλίων θα γίνει σχεδόν εθισμός, όταν, βοηθώντας τη μητέρα της που ξενοπλένει, η Λίζελ μεταφέρει τα πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στο σπίτι του δημάρχου κι εκεί βλέπει τη βιβλιοθήκη. Η έκπληξη και η χαρά της δεν περιγράφονται "Υπήρχαν βιβλία παντού! Ράφια φίσκα στα βιβλία στόλιζαν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το χρώμα των τοίχων. Υπήρχαν βιβλία όλων των ειδών και των μεγεθών, μαύρα, κόκκινα, γκρίζα, βιβλία σε όλες τις αποχρώσεις, με περίτεχνα γράμματα στις ράχες τους. Δεν είχε δει πιο όμορφο πράγμα στη ζωή της η Λίζελ Μέμινγκερ. (...) Διέτρεξε με την ανάστροφη του χεριού της το πρώτο ράφι σε όλο του το μήκος, ακούγοντας το σούρσιμο των χεριών της να γλιστράει στη ράχη κάθε βιβλίου σαν μουσικό όργανο. Χρησιμοποίησε και τα δυο της χέρια. Αγγίζοντας το ένα ράφι μετά το άλλο. Και ύστερα γέλασε. Η φωνή της ανέβηκε τσιριχτή στο λαιμό της, και όταν σταδιακά σταμάτησε να γελάει και στάθηκε στη μέση του δωματίου, πέρασε πολλά λεπτά κοιτάζοντας πότε τα ράφια και πότε τα δάχτυλά της".
Η κυρία δημάρχου, μια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει. Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Με τη βοήθεια του Ρούντι η Λίζελ αρχίζει να μπαίνει κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο της βιβλιοθήκης και να κλέβει βιβλία (παράθυρο που θα αποδειχτεί πως ξεπίτηδες αφηνόταν ανοιχτό!).
Μια μέρα στο σπίτι των Χούμπερμαν φτάνει ο Μαξ Φάντεμπουργκ, κρατώντας για καμουφλάζ το Mein Kampf. Είναι Εβραίος, γιος ενός παλιού συμπολεμιστή του Χανς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε σώσει τότε τη ζωή του Χανς. Έτσι τώρα αυτός το ανταποδίδει κρύβοντας τον Μαξ. Τα βιβλία θα ενώσουν τη Λίζελ και με τον Μαξ, που θα μείνει για δυο χρόνια κρυμμένος στο υπόγειο.
Η αγάπη για τα βιβλία μπλέκεται μέσα στο μυθιστόρημα με την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Είναι ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, είναι οι νέοι που χάνονται, είναι οι πατέρες που επιστρατεύονται, είναι η πείνα και οι διωγμοί των Εβραίων. Καθίσταται επομένως αφάνταστα δύσκολη η παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, χωρίς να το προδώσεις, που πλάι στη φρίκη του πολέμου τοποθετεί την ευαισθησία του θανάτου; Που πλάι στην πείνα και τους βομβαρδισμούς βάζει την αγάπη για τα βιβλία; Που πλάι στη φιλοσοφική σκέψη ρίχνει όμορφες ποιητικές εικόνες;
Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που χωρίς μεγαλόφωνα κηρύγματα υποβάλλει την αγάπη για τα βιβλία, την ειρήνη, τον άνθρωπο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

Ο μοναχός που πούλησε τη Ferrari του

Εδώ και πολλά χρόνια έχω πάψει να διαβάζω βιβλία του τύπου "Πώς να κατακτήσεις την ευτυχία", ή " Πώς να επιτύχεις στο επάγγελμά σου" κ.λπ., τα λεγόμενα δηλαδή βιβλία αυτοβελτίωσης ή αυτοβοήθειας. Αν έκανα τώρα (με δυσκολία, ομολογώ) μια εξαίρεση για το βιβλίο του Robin Sharma "Ο μοναχός που πούλησε τη ferrari του" (Ισόρροπον, 2006, γ΄ έκδοση), το έκανα για δυο κυρίως λόγους: Πρώτο, γιατί το βιβλίο αυτό μου το έκανε δώρο πρόσωπο αγαπητό και δεν ήθελα να το απογοητεύσω που με αγάπη και ενδιαφέρον διάλεξε αυτό το βιβλίο για μένα και δεύτερο, γιατί διαφημίζεται ως βιβλίο-φαινόμενο, που πούλησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, αν και κατά κανόνα δεν παρασύρομαι από τη διαφήμιση.
Στο βιβλίο ένας επιτυχημένος και πάμπλουτος δικηγόρος, ο Τζούλιαν, που έχει αποκτήσει τα πάντα στη ζωή του, καταρρέει μια μέρα στο δικαστήριο λόγω καρδιακής προσβολής που του προκάλεσε το άγχος και οι έντονοι ρυθμοί της ζωής του. Όταν συνέρχεται, εγκαταλείπει τα πάντα, ταξιδεύει στην Ινδία και επιστρέφει αγνώριστος. Όλο το βιβλίο είναι η αφήγηση σ' ένα φίλο του για το πώς άλλαξε η ζωή του, τι έμαθε από τους σοφούς της Σαβίνα (που σημαίνει ΄Οαση διαφωτισμού), ποιους κανόνες πρέπει να εφαρμόσει κανείς για να αποκτήσει "τέλεια υγεία, απεριόριστη ενέργεια, διαρκή ευτυχία και πνευματική γαλήνη" (αν είναι ποτέ δυνατό).
Συμβουλές που μας δίνουν καθημερινά γιατροί και ψυχολόγοι επαναδιατυπώνονται από τους σοφούς των Ιμαλαΐων. Όπως, να κοιμόμστε νωρίς και να ξυπνάμε πρωί, να τρεφόμαστε υγιεινά αποφεύγοντας το κρέας και ειδικά το κόκκινο, να ασκούμαστε, να έχουμε στόχους στη ζωή και να τους επιδιώκουμε σταθερά, να έχουμε αυτοπειθαρχία, να επιζητούμε καθημερινά λίγη ώρα με τον εαυτό μας, να διαλογιζόμαστε, να ζούμε το παρόν, να κάνουμε αυτό που θέλουμε και όχι αυτό που πρέπει (πράγμα με το οποίο προσωπικά διαφωνώ) κ.λπ.
Τελικά, θα συμφωνήσω με μια σκέψη που διατυπώνεται σχετικά με το διάβασμα βιβλίων, στο οποίο επίσης τον είχαν παρακινήσει οι σοφοί, σκέψη που, πιστεύω, ισχύει και γι΄αυτό το βιβλίο: "Δεν θα σε εμπλουτίσει αυτό που θα εκμαιεύσεις από τα βιβλία-είναι αυτό που τα βιβλία θα εκμαιεύσουν από σένα που θα αλλάξει, τελικά, τη ζωή σου. Τα βιβλία απλά σε βοηθούν να δεις αυτό που ήδη βρίσκεται μέσα σου". (Αθάνατε Σωκράτη!)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

Η μυστική γραφή

Το μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα Σεμπάστιαν Μπάρυ "Η μυστική γραφή" (Καστανιώτης 2009, μετ. Αύγουστος Κορτώ) μου άφησε την εντύπωση μιας μουσικής σύνθεσης που αρχίζει μ' έναν αργό, ήρεμο ρυθμό που όσο πάει δυναμώνει, εντείνεται, κορυφώνεται για να καταλήξει σ' ένα δυνατό, απρόσμενο φινάλε. Είναι βιβλίο για το οποίο δεν μπορείς να πεις πολλά χωρίς ν' αποκαλύψεις τα μυστικά (πόσο η λέξη ταιριάζει στον τίτλο!) που η τέχνη του συγγραφέα, αργά-αργά ξεσκεπάζει στον αναγνώστη. Θα περιοριστώ, λοιπόν, παρουσιάζοντάς το σε πολύ αδρές γραμμές.
Οι αφηγηματικές φωνές είναι δύο: σε πρωτοπρόσωπη γραφή μια εκατοντάχρονη γυναίκα, η Ροσίν ΜακΝάλτι, κλεισμένη για κάπου 60 χρόνια σε μια ψυχιατρική κλινική που πρόκειται σύντομα να κατεδαφιστεί, καταγράφει την ιστορία της ζωής της γιατί, όπως λέει, αφηγούμενη ιστορίες που έλεγε ο πατέρας της "ο άνθρωπος δίχως προσωπικές ιστορίες που θρέφονται όσο περνούν τα χρόνια, και επιζούν μετά το θάνατό του, είναι πολύ πιο πιθανόν να λησμονηθεί τελειωτικά όχι μονάχα από την Ιστορία μα και από τους επιγόνους του".
Μεγαλώνει μέσα στη δίνη του εμφύλιου της Ιρλανδίας και το ατομικό συμπλέει με το συλλογικό. Γεγονότα που αφορούν την προσωπική της ιστορία συνυφαίνονται με επεισόδια της ιστορίας της μικρής πόλης που γεννήθηκε, του Σλάιγκο και της Ιρλανδίας. Το μυθιστόρημα δεν είναι ιστορικό, το ιστορικό υπόβαθρο θεωρείται εκ προοιμίου γνωστό. Ποια ήταν η Πολιτοφυλακή, ποιοι οι Επαναστάτες και ποιος ο Ντε Βαλέρα θα πρέπει να τα έχει ήδη υπ' όψιν ο αναγνώστης.
Τα ιστορικά γεγονότα αναπόφευκτα βέβαια επηρεάζουν τη ζωή των ηρώων. Η Ροσίν ερωτεύεται τον Τομ, παντρεύονται, αλλά πλέον δεν μπορώ να αποκαλύψω τη συνέχεια.
Στα κεφάλαια με την αφήγηση της Ροσίν παρεμβάλλονται τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δόκτορος Γκρεν, διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής, στην οποία για τόσα χρόνια νοσηλεύεται η Ροσίν. Στην αφήγησή του εμπλέκονται τόσο γεγονότα της προσωπικής του ζωής όσο και η προσπάθειά του να ανιχνεύσει το παρελθόν της υπεραιωνόβιας ασθενούς του.
Εντυπωσιάζει η περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα, ο συνδυασμός σκηνών σκληρότητας και βίας με εικόνες ποιητικής ομορφιάς. Η φύση, η κοινωνία και η ιστορία της ιρλανδίας προβάλλουν για άλλη μια φορά πλάι σε τόσα άλλα "ιρλανδικά" μυθιστορήματα που γνωρίσαμε. Μα ταυτόχρονα το τοπικό γίνεται καθολικό, έτσι μόνο η λογοτεχνία αποκτά διαχρονικές και οικουμενικές διαστάσεις. Για παράδειγμα, ποιος αναγνώστης δεν θα υιοθετούσε σκέψεις όπως τις πιο κάτω:
-Πρέπει πάντα να αριθμούμε τις χαρές μας, υπάρχουν εξάλλου τόσες λύπες στη ζωή που αξίζει τον κόπο, όποτε μπορούμε, να βάζουμε κι ένα μικρό σελιδοδείκτη στις σελίδες της ευτυχίας.
-Στα μάτια μας ποτέ δεν είμαστε γέροι. Διότι, όταν το πλοίο θα σαλπάρει, μαζί του θα πάρει την ψυχή και όχι το σώμα μας.
-Καταπώς φαίνεται, βέβαια, η μοίρα είναι άφταστη στη στρατηγική και μπορεί να κάνει θαύματα συγχρονισμού προκειμένου να διευκολύνει την καταστρφή μας.
Και μια καταγραφή που λες και γράφτηκε για την Κύπρο:
-Στον εμφύλιο τουφεκιστήκαμε τόσο αναμεταξύ μας που το δολοφονήσαμε στην κούνια το νέο κράτος.
"Η μυστική γραφή" έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα σπουδαιότερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα της τελευταίας δεκαετίας. Το σίγουρο είναι πως μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη ευφρόσυνες στιγμές λογοτεχνικής απόλαυσης.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ακόμα

Το σημερινό μου ποστ δεν αναφέρεται σε κανένα γνωστό βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ακόμη. Θα σας αφηγηθώ την ιστορία μιας ζωής που μοιάζει με μυθιστόρημα, μα είναι ό,τι πιο αληθινό μπορεί να υπάρχει. Σήμερα, αυτή η ιστορία μου χάρισε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου.
Σήμερα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο: "Κυρία, είστε η πρώτη που θέλω να το πω:Με κάλεσαν να πάω αναπληρώτρια σε Γυμνάσιο!". Η φωνή ήταν πολύ συγκινημένη, αλλά και τα δικά μου μάτια είχαν βουρκώσει. Ήταν η φωνή μιας παλιάς μου μαθήτριας από τα χρόνια που δίδαξα στο Εσπερινό Γυμνάσιο. Μιας μαθήτριας την ιστορία της οποίας (με την άδειά της) αξίζει να καταγράψω.
Δεν θα αναφέρω το πραγματικό της όνομα. Ας την πούμε Μαρία. Όταν ήταν δύο χρονών, οι γονείς της χωρίζουν και την εγκαταλείπουν Την αναλαμβάνει μια γιαγιά. Καταλήγει σε ορφανοτροφείο και από εκεί σε θετή οικογένεια. Από τα 12 και μετά μένει έξι μήνες με τον πατέρα και τη μητριά, όταν εκείνη γεννούσε και τη χρειαζόταν, κι έξι μήνες με τη γιαγιά. Στα 17 εγκαταλέιπει και σπίτι και σχολείο και ζει μόνη της. Αποκτά ένα παιδί ανύπαντρη και το δίνει για υιοθεσία. Στα 22 παντρεύεται και αποκτά άλλα τέσσερα παιδιά. Μετά από 7 χρόνια γάμου ο άντρας της την εγκαταλείπει και φεύγει στο εξωτερικό, ενώ τα παιδιά της ήταν 1, 3, 5 και 6 χρόνων. Αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες, χρέη. Μια μικρή οικονομική βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας, ένα παλιό σπίτι που της παραχώρησε ο Δήμος της πόλης, κάπως βοήθησαν. Κάνει δουλειές του ποδαριού. Φορτώνει ένα αυτοκίνητο με κάλτσες, εσώρουχα, κ.λπ. και γυρίζει τα παζαράκια για να συμπληρώσει το ασήμαντο βοήθημα. Ηθικός συμπαραστάτης, αποκούμπι, μόνο η ηλικιωμένη γιαγιά. Όταν η γιαγιά πεθαίνει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται. Βυθίζεται στην κατάθλιψη, χρειάζεται ψυχολογική στήριξη για να συνέλθει.
Σαν μια διέξοδο από την κατάθλιψη αποφασίζει στα 38 της χρόνια να τελειώσει το σχολείο φοιτώντας στο Εσπερινό Γυμνάσιο, όπου και τη γνώρισα. Ο περίγυρος την αποτρέπει: "Τι τα θέλεις τα γράμματα σε τέτοια ηλικία;" Η ίδια όμως επιμένει. Κι εκεί γίνεται το θαύμα. Η γνώση τη μαγνητίζει. "Όταν κάναμε τον Επιτάφιο και διαβάζαμε το αρχαίο κείμενο για μετάφραση, μου άρεσε τόσο πολύ που ήθελα να βρω κι άλλα κείμενα να διαβάσω. Όταν κάναμε τον Οιδίποδα στα αρχαία και σε μετάφραση έμαθα ότι υπάρχουν κι άλλες τραγωδίες και ήθελα να τις μάθω, να τις διαβάσω. Έλεγα, δεν είναι δυνατό να υπάρχουν αυτά τα πράγματα κι εγώ να μην τα ξέρω", λέει η ίδια.
Γνώρισα αυτή τη δίψα της για μάθηση τα δυο χρόνια της φοίτησής της στο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Μιλούσαμε, μου είπε κάποια πράγματα από την ταραγμένη της ζωή. Τα περισσότερα τα έμαθα αργότερα. Διάβαζε όπου μπορούσε. Διάβαζε στα παζαράκια ("Το βιβλίο των Λατινικών κιτρίνισε στον ήλιο", λέει πάλι η ίδια) κι άφηνε το βιβλίο μόνο για να εξυπηρετήσει κάποιον πελάτη. Κάποτε τα βράδια, θυμάμαι, έφερνε στο σχολείο και τη μικρή της κόρη που ήταν τότε στην πρώτη Δημοτικού. Δεν έλειψε ούτε ένα βράδυ, δεν είχε καμιά απουσία και πήρε το απολυτήριό της με άριστα.
Μα το μικρόβιο της δίψας για μάθηση την είχε κυριέψει για καλά. "Θέλω να συνεχίσω", μου είπε, "θέλω να σπουδάσω φιλολογία, θα τα καταφέρω όμως;" Την ενθάρρυνα. Δίνει εισαγωγικές, περνάει στην Κομοτηνή. Πάει εκεί μόνο στις εξεταστικές περιόδους, τον υπόλοιπο χρόνο γυρίζει στην Κύπρο, εργάζεται, να εξασφαλίσει χρήματα για την επόμενη εξεταστική, ν' αφήσει και στα παιδιά της. Τα βιβλία πάντα μαζί της. Διατηρήσαμε επαφή όλα τα χρόνια, μιλούσαμε για τα μαθήματα, για ποίηση, για λογοτεχνία. Όταν πήγαινε να απογοητευτεί και να λυγίσει της θύμιζα τον στίχο του Καβάφη από το "Πρώτο σκαλί": "Κι εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι", κάτι που ως τώρα αποτελεί ένα συνθηματικό λόγο μεταξύ μας.
Δάκρυσα μαζί της την ημέρα που μου τηλεφώνησε για να μου πει πως πήρε το πτυχίο της. Ξαναδακρύσαμε σήμερα που πήρε τον πρώτη της διορισμό. Με ευχαρίστησε. Αλλά, όπως είπα και στην ίδια, εγώ πρέπει να την ευχαριστήσω. Και μια περίπτωση σαν της Μαρίας να τύχει σ' ένα δάσκαλο, νομίζω πως είναι αρκετή για να δικαιώσει πλήως την επαγγελαμτική του επιλογή.
Καλή σταδιοδρομία, Μαρία.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

Άρνηση μαρτυρίας

Δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι χρονικό, δεν είναι άλλη μια εβραϊκή προπαγάνδα. Ίσα-ίσα ο τίτλος δηλώνει ότι η συγγραφέας αρνείται να μαρτυρήσει, δεν θέλει το βιβλίο της να είναι άλλη μια καταγγελία των ναζί. Τι είναι λοιπόν;
Η Ruth Kluger είναι βεβαίως Εβραία. Γεννήθηκε το 1931 κι έζησε ως τα 12 της χρόνια στη Βιέννη. Μαζί με τη μητέρα της στάληκαν στο στρατόπεδο Τερέζιενστατ, από κεί στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου και αργότερα στο Κρίστιανστατ. Το 1945 κατόρθωσαν να αποδράσουν κι έφτασαν σε μια μικρή πόλη της Βαυαρίας, το Στράουμπινγκ. Μετανάστευσαν ύστερα στην Αμερική, η Ρουθ σπούδασε, δίδαξε σε Πανεπιστήμια. Τα γεγονότα αυτά της ζωής της εξιστορεί στο βιβλίο "Άρνηση μαρτυρίας" (Θεμέλιο, 2008, μετ. Σοφία Γεωργοπούλου, α΄ έκδ. στα Γερμανικά 1992). Δεν είναι όμως μια συνηθισμένη αυτοβιογραφία, δεν ακολουθεί αυστηρά χρονολογική σειρά και όπου υπάρχει τη σπάζει με πολλές παρεκβάσεις. Για παράδειγμα, αρχίζει με την ανάμνηση μιας επίκεψης σ΄ένα ξάδελφο της μητέρας της στην Αγγλία και τελειώνει μ' ένα σοβαρό δυστύχημα που είχε, μεγάλη πια, στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας, το οποίο και στάθηκε αφορμή να ξυπνήσουν μέσα της όλες αυτές οι αναμνήσεις.
Η γραφή της, πέραν του να είναι συνειρμική, είναι ταυτόχρονα φιλοσοφική, θα έλεγα. Όσα της συνέβησαν είναι η βάση για να στοχαστεί, να προβάλει τις σκέψεις της, να προβληματιστεί και να προβληματίσει. Δεν κατηγορεί, δεν χαρακτηρίζει, δεν αιτιάται κανένα. Καταγράφει. Καταγράφει και συλλογίζεται.
Μεγάλωσε στη Βιέννη, μια πόλη που ήταν "σκυθρωπή, δίχως χαρά, και εχθρική στα παιδιά. Ως το μεδούλι μισούσε τα παιδιά των Εβραίων"), σ΄ένα αυστηρό, καθαρά εβραϊκό περιβάλλον, όπου εκτός από τις εξωτερικές διακρίσεις (για παράδειγμα δεν επιτρεπόταν να πάει, ως Εβραία, στο σινεμά, στο λεωφορείο έπρεπε να ταξιδεύει όρθια κ.λπ.) υφίστατο και τις διακρίσεις του φύλου της που ίσχυαν στην οικογένειά της. Ο πατέρας της, γιατρός, εκτοπίζεται από τη Βιέννη. Τόσο αυτός όσο και ο αδελφός της θα χαθούν και πολύ αργότερα θα μάθουν το θάνατό τους. Εκείνη και η μητέρα της στέλλονται στα διάφορα στρατόπεδα. Ασφαλώς έχει σχετικές αναφορές Στις απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς κρατουμένων, στο στοίβαγμα στους κοιτώνες, στην πείνα, τη δίψα, το κρύο, στις εκτελέσεις. Δεν στέκεται όμως σ' αυτά. Με αφορμή αυτά η σκέψη της απλώνεται πιο πέρα. Όταν στο χέρι της χαράζουν τον ανεξίτηλο αριθμό κρατουμένου στο Άουσβιτς, νιώθει, όπως λέει, κάτι σαν χαρά "βίωνε κάτι για το οποίο άξιζε να ζήσει για να γίνει μάρτυς". Ενοχλέιται αφάνταστα με τη στάση όσων δεν έζησαν τη φρίκη των στρατοπέδων, που δεν μπορούν να καταλάβουν ("Τι κάνατε εσείς τα παιδιά στο Άουσβιτς;", με ρώτησε πρόσφατα κάποιος. " Παίζατε;¨) σημειώνει με ειρωνεία και αγνάκτηση. Αλλού αναλύει τις τύψεις που συχνά αισθάνονται όσοι επέζησαν.
Η σχέση με τη μητέρα της υπήρξε πάντα προβληματική. Διαφορετικοί χαρακτήρες, η μάνα προστατευτική, δυναμική, αλλά με μη σταθερή συμπεριφορά απέναντι στην κόρη, η οποία ευαίσθητη και δειλή, βρίσκει καταφύγιο στο διάβασμα και στην ποίηση.
Παραθέτω ακόμη μερικές σκέψεις της όπου καταγράφει τα συναισθήματά της όταν κατάφεραν να δραπετεύσουν, πράγμα που μπόρεσαν ( προς το τέλος του πολέμου) λόγω του ότι ανήκαν σε ομάδες εργασίας: "Ήταν σαν να ήταν ο κόσμος δικός σου, μόνο και μόνο επειδή περπατούσες στο δρόμο με δική σου πρωτοβουλία. Το ερώτημα δεν ήταν προς τα πού να κινήσω, δε με απασχολούσε. Ελευθερία σήμαινε για μένα μακριά από-μακριά από τη θανατική πορεία, μακριά από τους πολλούς ανθρώπους, μακριά από τη διαρκή απειλή. Ο αέρας μύριζε αλλιώτικα, ήταν πιο ανοιξιάτικος, τώρα που ήταν δικός μας".
Η "Άρνηση μαρτυρίας" είναι ένα βιβλίο που το ενδιαφέρον του έγκειται όχι τόσο στα γεγονότα (γνωστά άλλωστε από τόσες άλλες πηγές) όσο στις σκέψεις και τους προβληματισμούς της συγγραφέως.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2009

Η μνήμη της πολαρόιντ

"Σε όσους με ρωτούσαν γιατί επέλεξα το αστυνομικό μυθιστόρημα για να γράψω για τα χρόνια του Εμφυλίου και την προβολή τους στο σήμερα δεν είχα απάντηση πειστική να δώσω, έως ότου διάβασα μια φράση του Γιώργου Κοτζιούλα. Την παραθέτω όπως την έχει αποθησαυρίσει ο Ε. Χ. Γονατάς στα Ανέκδοτα γράμματα: "Σου περιγράφω θλιβερές ημέρες με κάπως εύθυμο τόνο. Αυτός είναι ο τόνος ο δικός μου, αυτός με σώζει από την απελπισία".
Λόγια της Μαρλένας Πολιτοπούλου από το επιλογικό σημείωμά της στο μυθιστόρημα "Η μνήμη της πολαρόιντ" (Μεταίχμιο, 2009). Θλιβερές μέρες. Πολύ θλιβερές μέρες. Πληγή, που έστω κι αν έχει κλείσει, όποτε την αγγίξεις πονά, ο Εμφύλιος στην Ελλάδα. Αυτή την πληγή αγγίζει με το ενδιαφέρον μυθιστόρημά της η Πολιτοπούλου. Αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετημένο χρονικά σε τρεις εποχές: Στο 1976 που γίνεται το έγκλημα και το οποίο είχε μείνει ανεξιχνίαστο, στο 2006 που ξαναρχίζει η έρευνα για τη διαλεύκανσή του και στα χρόνια του Εμφύλιου (1946-49).
Ο Παύλος Γεωργούλας είναι γιος ενός πρώην διοικητή της αστυνομίας, που είχε σκοτωθεί εν ώρα υπηρεσίας. (Τίποτα περισσότερο δεν μας λέει η συγγραφέας για το πώς και γιατί τον σκότωσαν, ενώ θα περίμενε κανείς να έχει κάποια σχέση με την όλη υπόθεση, αλλιώς γιατί να μας ρίξει αυτή την πληροφορία). Ο Παύλος είναι αρχιτέκτονας, εργάζεται όμως στην αστυνομία ως σκιτσογράφος στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών. Δέκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του αισθάνεται την ανάγκη να κοιτάξει τα χαρτιά που εκείνος είχε αφήσει τα τακτοποιημένα στο γραφείο του. Ανάμεσά τους βρίσκει σημειώσεις για επτά ανεξιχνίαστες υποθέσεις. Μια απ' αυτές του τραβάσει ιδιαίτερα την προσοχή. Πρόκειται για ένα φόνο που έγινε το 1976 στο Πήλιο και συγκεκριμένα στο τούνελ της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου-Μηλεών. Ο Παύλος, με τη συνεργασία του υποδιευθυντή στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών αλλά και φίλου του, καθώς και μιας ψυχολόγου της αστυνομίας, αρχίζει την έρευνα. Η έρευνά του απλώνεται στο χώρο και στο χρόνο. Τοπικά μας οδηγεί στα χωριά του Πηλίου, του Κισσάβου, στην Αίγινα, στο Βόλο και στη Σκόπελο, λίγο και στην Αθήνα και μας δίνει πραγματικά θαυμάσιες εικόνες της ελληνικής φύσης και των χωριών, ενώ συχνές είναι οι αναφορές σε τοπικά ποτά και φαγητά.
Χρονικά το μυθιστόρημα κινείται από το παρόν του 2006 στο παρελθόν του Εμφυλίου, με ενδιάμεσο σταθμό το 1976. Από τον Εμφύλιο επικεντρώνεται στο θέμα των παιδιών, προπάντων των παιδιών που φυγαδεύονταν στις Ανατολικές χώρες, το λεγόμενο παιδομάζωμα. Σκηνές απίστευτης σκληρότητας, χαρακτήρες δόλιοι κια διεφθαρμένοι, αλλά και αγνοί ιδεολόγοι και αγωνιστές ζωντανεύουν μέσα από τη μνήμη επιζώντων.
Η συγγραφέας ως προς το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, βαδίζει στ' αχνάρια της Άγκαθα Κρίστι. Νεκρός είναι ο Αριστείδης Φάκας, μάγειρας, που δολοφονήθηκε παραμονή Χριστουγέννων του 1976, φεύγοντας από ένα εξοχικό στις Μηλιές, όπου μια συντροφιά γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Ο κύκλος της έρευνας ξεκινά από αυτή τη συντροφιά, απλώνεται όμως σε τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που καταντά συγχιστικό για τον αναγνώστη. Συνειδητοποιώντας ίσως η συγγραφέας αυτή τη δυσκολία (προσωπικά την καταλογίζω στα μειονεκτήματα του βιβλίου), παραθέτει στην αρχή ένα κατάλογο των εμπλεκόμενων προσώπων, στον οποίο ο αναγνώστης συχνά καταφεύγει για να ταυτοποιήσει κάποιο πρόσωπο. Και η αποκάλυψη της αλήθειας θα έρθει με τη συντροφιά του Πηλίου ξανά συγκεντρωμένη στον ίδιο χώρο.
"Η μνήμη των ανθρώπων είναι σαν της πολαρόιντ. Ξεθωριάζει με τα χρόνια". Δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση. Ίσως είναι το καλύτερο όταν πρόκειται για τέτοιες σκοτεινές σελίδες σαν αυτή του Εμφυλίου.

Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2009

Η έπαυλη των ανδρών

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κατάλαβα πλήρως τον ορισμό του συνεχούς, τη δημιουργία άπειρων αριθμών ή την έννοια του συνόλου (αν και αυτή μου θύμισε τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα), όμως το βιβλίο του Ντενί Γκετζ (Ψυχογιός, 2008, μετ. Γιώργος Παρλαλόγλου, πρόλογος Τεύκρος
Μιχαηλίδης) το χάρηκα, γιατί οι θεωρίες αυτές πολύ μικρό μέρος καταλαμβάνουν. Περισσότερο βλέπουμε στο μυθιστόρημα την αγάπη για τα Μαθηματικά, το πάθος ενός ανθρώπου για την επιστήμη του, την επιθυμία να μεταγγίσει τη γνώση σ' ένα νέο, την οικουμενικότητα των Μαθηματικών, το φιλειρηνικό πνεύμα σε αντιδιαστολή με τον πόλεμο κ.ά.
Βρισκόμαστε στα 1917, στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην ψυχιατρική κλινική μιας μικρής Γερμανικής πόλης, το Λούφσταντ, εισάγεται, όχι για πρώτη φορά, ο 72χρονος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης, Χανς Σίγκερ. Ο λόγος για τον οποίο οδηγείται εκεί είναι ότι συχνά απομονώνεται, κλείνεται στον εαυτό του, δεν επικοινωνεί, πάσχει από κατάθλιψη. Βέβαια, παρακολουθώντας τους μακρούς μονολόγους του, τους έξυπνους διαλόγους με το συγκάτοικό του, την καταπληκτική του μνήμη, διερωτόμαστε αν πράγματι είναι τρελός.
Στο ίδιο δωμάτιο, στον αριθμό 14 της πτέρυγας που ονομάζεται Έπαυλη των Ανδρών, τοποθετείται ένας άλλος ψυχολογικά διαταραγμένος, ο Ματτίας Ντιτούρ. Είναι ένας νεαρός Γάλλος στρατιώτης, προφανώς αιχμάλωτος πολέμου. Τίποτα κοινό δεν υπάρχει μεταξύ τους. Γέρος ο ένας, νέος ο άλλος, καθηγητής πανεπιστημίου-μηχανοδηγός τρένου, Γερμανός- Γάλλος, ευγενικής καταγωγής-αγνώστων γονέων υιοθετημένο παιδί. Κι όμως ανάμεσα σ' αυτές τις δυο τόσο αντίθετες φύσεις θα αναπτυχθεί μια σχέση δασκάλου-μαθητή που λίγο διαφέρει από τη σχέση πατέρα-γιου.
Στις μεταξύ τους ατέλειωτες συζητήσεις αυτοαποκαλύπτονται. Ο Σίγκερ μιλάει για τις θεωρίες του, προσπαθεί να τις εξηγήσει στον Ντιτούρ, εκφράζει την απογοήτευσή του για την απόρριψή τους από τους συντηρητικούς της εποχής του. Με την ίδια προσοχή ακούει το νέο μηχανοδηγό να μιλάει για την αγάπη του για τα τρένα, για τη ζωή του, για τη δίψα του για μάθηση. Ο Ντιτούρ υπήρξε οπαδός του ειρηνιστή, σοσιαλιστή Ζορές, είχε συνδικαλιστική δράση και η αγάπη του για μόρφωση τον είχε οδηγήσει σε διαλέξεις μορφωτικών συλλόγων. Αγαπημένο του βιβλίο που το είχε μαζί του ακόμη και στα χαρακώματα του πολέμου, ήταν "Το ανθρώπινο κτήνος" του Ζολά, που η μνεία του επανέρχεται συχνά στο μυθιστόρημα. (Σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε να βρω και να διαβάσω αυτό το βιβλίο).
Συχνά η συζήτησή τους περιστρέφεται γύρω από τον πόλεμο και η αντιπολεμική πνοή του βιβλίου είναι καταφανής, σε αντιδιαστολή με την οικουμενικότητα των μαθηματικών που ενώνει τους ανθρώπους.
"Στα μαθηματικά δεν τίθεται θέμα ούτε χρώματος του δέρματος, ούτε γεωγραφικών συνόρων. Για τους μαθηματικούς, ο κόσμος αποτελείται από μία και μοναδική χώρα. Τα σύνορα αντίκεινται στη φύση τους (305).
"Στα μαθηματικά όμως ούτε εντεύθεν ούτε εκείθεν. Τα μαθηματικά είναι, μαζί με το χρυσό, τα μόνα πράγματα που διατηρούν την αξία τους όπου κι αν βρίσκονται" (280)
" Η αγάπη για μια γυναίκα και η αγάπη για τα μαθηματικά δεν είναι της ίδιας τάξης-αλλά μπορούν να είναι εξίσου έντονες, να προσφέρουν την ίδια ευτυχία, να προκαλούν την ίδια δυστυχία" (240).
Αντιγράφω ακόμα μερικές σκέψεις, ενδεικτικές του πνεύματος του βιβλίου.
"Πρέπει να μπορεί ο εργάτης να συμμετέχει στις ανθρώπινες απολαύσεις για να αποδιώχνει τον πειρασμό των ηδονών του κτήνους" (268).
"Κανένας δεν θα μάθει ποτέ αν εκείνος ο στρατιώτης ήταν Γάλλος ή Γερμανός. Όταν το κρανίο γίνεται σμπαράλια, δεν είναι χρωματισμένη η φαιά ουσία" (218).
"Τα τείχη που καταρρίπτονται δυσκολότερα είναι αυτά που υψώνονται μες στα μυαλά μας. Έχουν τη στερεότητα των προσκολλήσεών μας σ' αυτό που φοβόμαστε" (176)
Το βιβλίο του Ντενί Γκετζ, που έρχεται να προστεθεί στα άλλα έργα του, ανάμεσα στα οποία το πασίγνωστο "Θεώρημα του παπαγάλου", είναι ένας ύμνος στην καθαρή επιστήμη, στην ειρήνη, στην κατανόηση μεταξύ των λαών.

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2009

Χαρταετοί πάνω απ' την πόλη

Διαβάζεται σαν ανατολίτικο παραμύθι αλλά αντικατοπτρίζει μια σκληρή πραγματικότητα που δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθός της. Ο Αφγανός συγγραφέας Κάλεντ Χοσεϊνί, γεννημένος στην Καμπούλ το 1965, ζει από το 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυθιστόρημά του "Χαρτετοί πάνω από την πόλη" που εκδόθηκε το 2003 (Ψυχογιός, 2005, μετ. Βαγγέλης Κατσάνης) όχι μόνο έκανε τον ίδιο παγκόσμια γνωστό με την τρομερή απήχηση που είχε και την κυκλοφορία του σε 48 χώρες, αλλά μας γνώρισε και μια χώρα για την οποία ελάχιστα ξέρουμε, έστω κι αν απασχολεί από καιρού εις καιρόν τα δελτία ειδήσεων. Μέσα από το μυθιστόρημα, που χωρίς αμφιβολία περιλαμβάνει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, προβάλλει το Αφγανιστάν όπως το βλέπει ένας Αφγανός που αγαπά τη χώρα του κι όμως οι συνθήκες του επέβαλαν να ζει μακριά της. Δεν είναι πολιτικό ούτε ιστορικό βιβλίο, η μυθοπλασία όμως και οι περιπέτειες των ηρώων του τοποθετούνται με φόντο το Αφγανιστάν των τελευταίων περίπου 40 χρόνων. Ο κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής Αμίρ ανήκει στη φυλή των Παστούν, που ήταν η άρχουσα τάξη. Δεν γνώρισε τη μητέρα του που πέθανε στη γέννα της και μεγαλώνει με τον πατέρα του, εναν πλούσιο επιχειρηματία, σ' ένα ωραίο σπίτι σε μια αριστοκρατική, όμορφη γειτονιά της Καμπούλ. Αχώριστος σύντροφος στα παιγνίδια του είναι ο συνομήλικός του Χασάν, γιος του υπηρέτη τους Αλή, υπηρέτης κι ο ίδιος. Τους χωρίζουν οι φυλές τους (Παστούν-Χάζαροι), τους χωρίζει η θρησκεία τους (Σουνίτες-Σιίτες), τους χωρίζει η μόρφωση, τους χωρίζει η τάξη τους. Όμως τα δυο παιδιά ενώνονται με μια άδολη παιδική φιλία. Απ' τα αγαπημένα τους παιγνίδια ήταν το πέταγμα του χαρταετού, ένα πολύ διαδεδομένο παιγνίδι στο Αφγανιστάν, για το οποίο και οργανώνονται ειδικοί αγώνες. Ωραίος χαρακτήρας ο πατέρας του Αμίρ που σ' όλο το βιβλίο αποκαλείται Μπάμπα, ένας προοδευτικός ορθολογιστής, προσπαθεί να δώσει μια σωστή διαπαιδαγώγηση στο γιο του που από μικρός έδειξε την κλίση του στο γράψιμο.
Η ωραία, ανέμελη, ευτυχισμένη ζωή τους θα διακοπεί με την εισβολή των Ρώσων και οι δυο, πατέρας και γιος, θα καταλήξουν στην Αμερική, αφού στο μεταξύ κάποια γεγονότα διέρρηξαν με οδυνηρό τρόπο τους δεσμούς της παιδικής φιλίας Αμίρ-Χασάν. Γι' αυτό το γεγονός ο Αμίρ θα βασανίζεται από τύψεις σ' όλη του τη ζωή. Αναζητώντας τη λύτρωση θα ξαναγυρίσει μεγάλος πια στο Αφγανιστάν, όταν είχαν επικρατήσει οι Ταλιμπάν. Η εικόνα της καταστρεμμένης Καμπούλ, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της μισαλλοδοξίας προβάλλει μέσα από το μυθιστόρημα πολύ πιο έντονα απ' τις εικόνες που κατά καιρούς βλέπουμε στις ειδήσεις. Υπάρχει μια σκηνή λιθοβολισμού ενός ζευγαριού μοιχών που δύσκολα αντέχεται, έστω και να τη διαβάζει κάποιος. Διακινδυνεύοντας τη ζωή του ο Αμίρ προσπαθεί να βγάλει από την κόλαση τον μικρό γιο του Χασάν, τον Σοχράμπ, ως ένα είδος εξιλέωσης γι΄αυτά που βαραίνουν τη συνείδησή του.
Ξεκίνησα το βιβλίο του Χοσεϊνί με πολλή επιφύλαξη και μόνο αφού έμεινε καιρό στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Όταν όμως το άρχισα δεν μπορούσα να το αφήσω. Γραμμένο με απλότητα (θα μπορούσα να πω απλοϊκότητα) φέρνει κοντά μας μια χώρα κι ένα λαό. Τη φύση της χώρας, τους παγωμένους χειμώνες και την όμορφη εξοχή της, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη θρησκεία, τους μύθους της, τις συνήθειες, αλλά και τα δεινά του πολέμου και της προσφυγιάς. Πάνω απ' όλα όμως είναι ένα βιβλίο εξύμνησης της φιλίας, ένα βιβλίο ενοχής και εξιλέωσης, ένα βιβλίο αγάπης στον άνθρωπο όπου κι αν αυτός ανήκει.

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009

Το πάθος χιλιάδες φορές

Σκέφτομαι, καθώς γοητευμένη για άλλη μια φορά από τη Ζυράννα Ζατέλη, κλείνω την 765η σελίδα του τελευταίου της μυθιστορήματος "Το πάθος χιλιάδες φορές" (Καστανιώτης, 2009), πως η Ζατέλη μοιάζει με κάποια ιστορικά πρόσωπα που από κάποιους αποθεώθηκαν και λατρεύτηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι αποπειράθηκαν (ή και κατάφεραν) να τους δολοφονήσουν. Υπάρχουν οι φανατικοί αναγνώστες της που με αδημονία περιμένουν κάθε καινούριο της βιβλίο κι υπάρχουν άλλοι που "ούτε δεμένοι στην καρέκλα" (κατά την έκφραση ενός γνωστού μου) δεν μπορούν να την αντέξουν.
Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Πιστεύω πως η Ζατέλη είναι μια από τις καλύτερες (αν όχι η καλύτερη) σύγχρονές μας πεζογράφους. Τα βιβλία της δεν είναι από τα βιβλία που "θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω". Είναι για να διαβάζονται αργά, απολαυστικά, για να επανέρχεσαι σε σελίδες τους, για να απολαμβάνεις τη γλώσσα, συχνά να στέκεσαι, να ανασηκώνεις το βλέμμα και να συλλογίζεσαι πάνω σε μια φράση της.
Αρχίζει σαν μ' ένα προσκλητήριο νεκρών. Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε στο προηγούμενό της βιβλίο, "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", συντρώγουν, παραμονή Πρωτοχρονιάς με όσους ακόμα ζουν, μια νύχτα όπου "τα πιθανά και τα απίθανα, τα τεκμαρτά και τα ανείκαστα", όλα μπορούν να συμβούν. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, νομίζω, που συναντάμε στο βιβλίο σκόρπιους στίχους από το "Τραγούδι του νεκρού αδελφού": Να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους (σ. 170), "Κάνει το σύννεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι (σ.401), Για δες θάμα κι αντίθαμα (σ. 347).
Οικοδέσποινα σ' αυτή την παράξενη, εξωλογική σύναξη είναι η Λεύκα, η δεκατριάχρονη εγγονή του Τριαντάφυλλου ή Ντάφκου, βασικού προσώπου και στο προηγούμενο βιβλίο της Ζατέλη. Μια ιδιόμορφη σχέση ενώνει παππού και εγγονή, μια σχέση που δεν απέχει από έρωτα. Αυτά είναι τα δυο κύρια πρόσωπα γύρω από τα οποία, πολυπρόσωπος χορός, συνωστίζονται πλήθος άλλα. Ο Ντάφκος, σιδεράς, καλοστεκούμενος εξηντάρης, ολιγόλογος, μ' ένα τσεκούρι διαρκώς στο χέρι, ξεθυμαίνει κόβοντας ξύλα, ενώ με μια κρυμμένη τρυφερότητα αγκαλιάζει ανθρώπους και ζώα.
Η μικρή με το πρωτότυπο όνομα Λεύκα ("στην αρχαιότητα η λεύκα συμβόλιζε με την διχρωμία των φύλλων της την χθόνια και την επίγεια λατρεία: η σκούρα πλευρά τους ήταν ο Κάτω Κόσμος και η ανοιχτόχρωμη πλευρά ο πάνω", θα της πει ο φαρμακοποιός, βοηθός του οποίου θα γίνει στα 20 της) είναι μια μυστήρια ύπαρξη. Απόμακρη, ενδοστρεφής, γράφει κλεισμένη στο δωμάτιό της με μια ανάποδη, δεξιόστροφη γραφή, που μόνο μέσα σε καθρέφτη διαβάζεται. Με πυρωμένα σιδεράκια χαράζει πληγές στο πρόσωπό της, θυμίζοντας ασκητές ή αγίους που βασάνιζαν το σώμα για να σώσουν την ψυχή τους. Η αγωνία της γραφής, οι ιστορίες του θανάτου που συνήθως γράφει οδηγούν στη σκέψη πως στο πρόσωπό της κρύβεται η ίδια η συγγραφέας. Η Λεύκα έχει μια παράξενη σχέση με το θάνατο, καθώς το χάδι του χεριού της χαρίζει ανακούφιση και βοηθά αυτούς που πάνε για την άλλη όχθη να τη διαβούν γαλήνια.
Ας μη ζητήσουμε μια ευθύγραμμη πορεία στην αφήγηση της Ζατέλη. Γνωρίζουμε τη Λεύκα δεκατριάχρονη, αλλά με αναδρομές πάμε σε επεισόδια της παιδικής της ηλικίας κι ύστερα τη βλέπουμε μέχρι τα 20 της. Ιστορίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες στον κύριο κορμό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστά αφηγήματα. Η πολυσέλιδη ιστορία της Ωραιοζήλης, ο τυφλός Σαράντης, οι δυο αδελφές που χρόνια τις ταλαιπωρούσε η κατάκοιτη θεία, η Μάργω και τα βότανά της, ο Άνθιμος ο φαρμακοποιός, ο Νικόλας-Ιωσήφ ο ξυλουργός, ο αδελφός της Ωραιοζήλης και η μνηστή του η Κάσση, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, ένα ολόκληρο σύμπαν δημιουργεί η συγγραφέας, μέσα στο οποίο περιδινούμαστε κι εμείς σαν μαγεμένοι, έστω κι αν θλιβερές είναι κατά κανόνα οι τύχες όλων αυτών των προσώπων.
Για τη γλώσσα της Ζατέλη θα μπορούσε να γίνει διατριβή. Λέξεις της αρχαίας σε αγαστή συνύπαρξη με την ωραία, στρωτή, ενίοτε διαλεκτική, δημοτική. Οσάκις, ενεά, ακκίστηκε, ίνα μη, υπό την χθόνα, έτι πλέον, ιχθύς, εν ακαρεί, γέρων, της ρινός και πολλά άλλα σε ξαφνιάζουν ευχάριστα. Αν προσθέσουμε σ'αυτά και το πολυτονικό σύστημα που ακολουθείται στην έκδοση, εμείς οι παλαιοί ευφραινόμαστε "έτι πλέον" . Πρωτότυπες δικές της γλωσσικές δημιουργίες, όπως: θελξικάρδιο (κορίτσι), υπνοβόρα (μάτια), ασωπασιά (του ραδιοφώνου), δυσλαλία, ιοβόλες (αυγές) κ.λπ. αγκιστρώνουν τη ματιά και την προσοχή μας.
Παροιμίες, γλωσσοδέτες, αινίγματα, παιδικά παιγνίδια, στίχοι τραγουδιών, λαϊκά δίστιχα, λαϊκοί θρύλοι, αποφθεγματικές ρήσεις που δεν ξεχνιούνται (Το αύριο είναι σαν ποτέ, Καρπούζι και γυναίκα η τύχη τα διαλέγει όχι εμείς, Μόνο οι πεθαμένοι δεν γυρνούν, κι αυτό γιατί περνούν καλά φαίνεται κ.ά.), τοπικές συνήθειες και γιορτές, διασώζουν με τη λογοτεχνική τους καταγραφή στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού.
Ελάχιστες, για ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο, αλλά πολύ χαρακτηριστικές και στο πνεύμα του βιβλίου οι λογοτεχνικές αναφορές: Η Φόνισσα, Η Παναγία των Παρισίων, η βιογραφία του βαν Γκογκ, ο Σινούε ο Αιγύπτιος, ο Σολωμός βεβαίως και... μισό ημιστίχιο του Καβάφη.
Δεν ολοκληρώνονται οι τύχες όλων των ηρώων της Ζατέλη, όσων τουλάχιστον έμειναν ζωντανοί, ανάμεσά τους η Λεύκα και ο Ντάφκος. Θα αναμένουμε τη συνέχεια.

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

Το φάντασμα φεύγει

Ενώ του Ροθ "Το φάντασμα φεύγει" εγώ ξαναγυρίζω έπειτα από τριών σχεδόν εβδομάδων απουσία, "πλούσια με όσα κέρδισα στο δρόμο", έχοντας για άλλη μια φορά καταλάβει "οι Ιθάκες τι σημαίνουν". Οι εμπειρίες του ταξιδιού σίγουρα θα βρουν κάποια στιγμή την καταγραφή τους, όμως για την ώρα περιορίζομαι στο σχολιασμό του τελευταίου μου αναγνώσματος.

Διερωτώμαι, καθώς διαβάζω ακόμα ένα Philip Roth, πώς γίνεται ένας συγγραφέας να μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον, συχνά να γοητεύσει τον αναγνώστη, στριφογυρίζοντας διαρκώς σχεδόν στα ίδια θέματα. Κι όμως αυτό συμβαίνει με τα βιβλία του γνωστού, Αμερικανού συγγραφέα. Η εβραϊκή του ταυτότητα, η σύγχρονη Αμερική, η έκπτωση του ανθρώπινου σώματος και τα γηρατειά (στα τελευταία του τουλάχιστον βιβλία) έρχονται και επανέρχονται. Κι όμως κάθε φορά βρίσκει τον τρόπο να τα χειρίζεται διαφορετικά, κάθε βιβλίο του είναι κι ένα καινούριο ελκυστικό ανάγνωσμα.
Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο του "Φεύγει το φάντασμα" (Πόλις, 2009, μετ. Κατερίνα Σχινά). Στην πρώτη κιόλας παράγραφο μας δίνονται καίριες πληροφορίες: ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που σε λίγο μαθαίνουμε ότι είναι ο συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν (λογοτεχνική persona του Roth), ξαναγυρίζει στη Ν. Υόρκη έπειτα από 11 χρόνια πλήρους απομόνωσης σ' ένα σπιτάκι στο βουνό, διακόσια δέκα χιλιόμερα μακριά. Έχει ήδη υποστεί αφαίρεση καρκινωματώδους προστάτη και τώρα επιστρέφει για να δοκιμάσει μια θεραπεία που πιθανόν να τον απαλλάξει από την ακράτεια, εξαιρετικά δυσάρεστη και ενοχλητική συνέπεια της εγχείρησης. Βρισκόμαστε τρία χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δηλ. στο 2004.
Στην πόλη κάποιες συναντήσεις θα τον επηρεάσουν σε βαθμό να σκέφτεται να μην επιστρέψει στην απομόνωση του βουνού του. Τυχαία συναντά την Έιμη Μπελέτ, που υπήρξε σύντροφος του Λόνοφ, ενός συγγραφέα που υπήρξε κάποτε πρότυπο για τον νεαρό τότε Ζούκερμαν και που εξακολουθεί να τον θαυμάζει και να τον μελετά. Η Μπελέτ είναι τώρα γερασμένη κι έχει κι αυτή υποστεί εγχείρηση για αφαίρεση όγκου στον εγκέφαλο. Η δεύτερη συνάντηση είναι μ' ένα νεαρό ζευγάρι, τον Μπίλι και την Τζέιμι, που σε μια αγγελία τους στην εφημερίδα ζητούσαν να ανταλλάξουν για ένα χρόνο το διαμέρισμά τους στη Ν. Υόρκη μ' ένα εξοχικό σπίτι στο βουνό. Στην αγγελία απαντά ο Ζούκερμαν κι έτσι γνωρίζονται. Η νεαρή γυναίκα ασκεί μια ακαταμάχητη έλξη στον ηλικιωμένο και ανίκανο πια σεξουαλικά συγγραφέα. Μια τρίτη συνάντηση γίνεται αφορμή για να εμπλέξει ο Roth και άλλα θέματα στη μυθοπλασία του. Ένας νεαρός επίδοξος συγγραφέας, ο Κλάιμαν, επίμονα πολιορκεί και ενοχλεί τον Ζούκερμαν. Θέλοντας να γράψει μια βιογραφία για τον αγαπημένο συγγραφέα του Ζούκερμαν, τον Λόνοφ, προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες για ένα μυστικό στη ζωή του νεκρού πια Λόνοφ.
Όλα αυτά τα πρόσωπα με έντεχνο τρόπο συνδέονται και γίνονται οι φορείς των θεμάτων που απασχολούν τον Roth: οι συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου, η απαξίωση της Κυβέρνησης Μπους, η σχέση ζωής και συγγραφής, η ερωτική επιθυμία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, οι ανθρώπινες σχέσεις, η σωματική αδυναμία, ο αδυσώπητος χρόνος, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται. Στο μυθιστόρημα επίσης παρεμβάλλονται θεατρικοί διάλογοι, έργο που υποτίθεται γράφει ο Ζούκερμαν. Ακριβώς εδώ βλέπουμε πώς οι πρσωπικές εμπειρίες μετατρέποντια σε τέχνη.
Το μυθιστόρημα βρίθει λογοτεχνικών και άλλων αναφορών που καθιστούν αναγκαίες τις επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας στο τέλος του βιβλίου.
Άλλος ένας λοιπόν κλασικός Roth. Για τους εθισμένους στον τρόπο γραφής του, πάντα ενδιαφέρων και ελκυστικός.