Κυριακή, Αυγούστου 14, 2011

"Δεύτερος πλους" (Ταξιδεύοντας στην Αμερική)

Ο Πλάτωνας πραγματοποίησε το «δεύτερον πλουν» στη Σικελία, ονειρευόμενος να συστήσει την ιδανική Πολιτεία. Τι άραγε αναζητούσα εγώ  πραγματοποιώντας αυτό το δεύτερο ταξίδι στην Αμερικανική Ήπειρο, τρία χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη; Είναι άραγε η απεραντοσύνη, το άκρως αντίθετο του μικρού μας νησιού αυτό που με ελκύει; Είναι η φύση; Είναι η ζωντάνια και το σφρίγος ενός νέου έθνους που δεν κουβαλάει στους ώμους του το βάρος της δικής μας ιστορίας; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί έχουν μάθει να πειθαρχούν; Είναι μήπως για την οργάνωση που βλέπεις παντού και τόσο μας λείπει; Είναι γιατί οι άνθρωποι εκεί διακρίνονται από μια ανοιχτοσύνη, μια ευπροσηγορία που δύσκολα συναντάς ακόμη και στον τόπο σου; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αυτός ο Νέος Κόσμος με τραβάει ακαταμάχητα.
Τριγυρίζοντας στη Νέα Υόρκη
Δεύτερο λοιπόν ταξίδι, αυτή τη φορά στη Δυτική Ακτή. Λος Άντζελες, Σαν Φρανσίσκο, Λας Βέγκας και οπωσδήποτε ξανά η Νέα Υόρκη. Γράφω για τον εαυτό μου πιο πολύ. Γράφω για να κρατήσω στη μνήμη όσα είδα κι όσα σκέφτηκα στις δυο βδομάδες της επίσκεψής μου. Ένα ταξιδιωτικό κείμενο πληροφοριακού και τουριστικού μάλλον χαρακτήρα, θα ‘λεγα ανάλογο με το χαρακτήρα που είχε και το ταξίδι μου.
Γράφω, ενώ φτάνουν ως εδώ οι φωνές και τα συνθήματα των «αγανακτισμένων» συμπολιτών μου, που δεν αντέχουν τα ολέθρια λάθη αυτών που μας κυβερνούν, τη μια τραγωδία που προστίθεται στην άλλη, τα μνημεία των νεκρών και των ηρώων που ακόμα λίγο δεν θα ‘χουμε πού να τα στήσουμε.
Ποια μοίρα μας έταξε να γεννηθούμε σ’ αυτό το βασανισμένο τόπο; Οι δυο βδομάδες στην Αμερική ήταν ένα διάλειμμα από τη δυστυχία που βιώνουμε σ’ αυτό το δύσμοιρο νησί. Εκεί όπου άνθρωποι που μαζεύτηκαν από κάθε γωνιά της γης, μαύροι και λευκοί και κίτρινοι δημιούργησαν ένα κράτος, ζουν με ισότητα (κερδισμένη έστω με αγώνες πολλούς), υπακούοντας αυστηρά στους ίδιους νόμους που διέπουν κάθε στιγμή της ζωής τους. Συχνά αναρωτήθηκα. Πώς εκπαιδεύεται ένας λαός στην υπακοή στο νόμο; Κι όχι μόνο στο νόμο, αλλά και στην πειθαρχία, σε κανόνες που η παράβασή τους δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και ποινή; Να είναι άραγε η εκπαίδευση από την τρυφερή τους ηλικία; Να είναι η αυστηρότητα της επιβολής του που δεν γνωρίζει εξαιρέσεις; Ό, τι κι αν είναι, ζηλεύω αυτή την πειθαρχία που δεν μας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα.
Δεν υπάρχει έγκλημα στην Αμερική; Ασφαλώς και υπάρχει, δεν είναι μια κοινωνία αγγέλων. Δεν υπάρχουν νεκροί από τους πολέμους; Χιλιάδες. Μα η καθημερινότητά τους δεν διέπεται από ένα εθνικό πρόβλημα όπως αυτό που διαποτίζει κάθε στιγμή και κάθε εκδήλωση της ζωής μας εδώ σ’ αυτό το νησί, αιώνες τώρα. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν μονοπωλούν τις καθημερινές συζητήσεις, δεν συναντάς σε κάθε βήμα μνημεία πεσόντων και ηρώων. Ακόμα και τη μεγαλύτερη συμφορά που τους έπληξε τα τελευταία χρόνια, την επίθεση της 11ης  Σεπτεμβρίου και την κατάρρευση των δίδυμων Πύργων δεν την έκαναν μνημείο πεσόντων. Στη θέση των δυο Πύργων ένας άλλος Πύργος 104 ορόφων κτίζεται τώρα. Η ζωή και η δημιουργία ως απάντηση στην καταστροφή και το θάνατο.
Στη θέση των Δίδυμων Πύργων ένας άλλος Πύργος υψώνεται
Μόνο λίγο πιο πέρα, μια εκκλησία που έμεινε άθικτη, η εκκλησία του Αγίου Παύλου, συγκεντρώνει τις θύμισες των τραγικών ωρών. Σημειώματα με ευχαριστίες και δεήσεις, αφιερώματα, φωτογραφίες αγνοουμένων. Σ’ αυτό το χώρο μαζεύονταν οι εθελοντές, εδώ πρόσφεραν τις πρώτες ώρες βοήθεια και ανακούφιση στους πληγέντες.
Η περιπλάνησή μας όμως δεν ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Αρχίσαμε από το Λος Άντζελες, την «Πόλη των Αγγέλων». Ταυτισμένη με την κινηματογραφική βιομηχανία κι όμως, όταν τη γνωρίσει κανείς από κοντά είναι κάτι πολύ περισσότερο από το Χόλλυγουντ, το Μπέβερλι Χιλς και τα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Είναι μια πόλη με ονομαστά πανεπιστήμια, με πολιτιστική ζωή, με ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο κτίριο, το Disney Concert Hall και απέναντι το Music Center, με καθαρούς δρόμους, ωραία σπίτια, καταπράσινες λεωφόρους, την καταπληκτική παραλία της Σάντα Μόνικα (οι τηλεορασόφιλοι ενθουσιάζονται όταν βλέπουν το χώρο που γυρίζεται το Baywatch!) και λίγο έξω από την πόλη δυο εξαιρετικά πολιτιστικά κέντρα, δημιουργήματα και τα δυο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Το πρώτο είναι το ίδρυμα Πωλ Γκετύ, του γνωστού μεγιστάνα των πετρελαίων. Ψηλά στο λόφο, που η ανάβασή του χαρίζει μια μοναδική θέα, δεσπόζει το κατάλευκο, πρωτότυπο κτίριο. Γκαλερί, μουσείο, ερευνητικό κέντρο, περιστοιχισμένα από κήπους που λειτουργούν ως υπαίθριο μουσείο και που δυστυχώς, εκτός από τη γκαλερί, δεν είχαμε το χρόνο να τους περιηγηθούμε.
Το Disney Concert Hall στο Λος Άντζελες


Στο δεύτερο κέντρο μπορέσαμε ευτυχώς να διαθέσουμε περισσότερο χρόνο. Ένας άλλος μεγιστάνας του πλούτου, των σιδηροδρόμων αυτή τη φορά, ο Henry Huntigton, λάτρης των βιβλίων, των έργων τέχνης και των κήπων, συγκέντρωσε τα αντικείμενα τους πάθους και της αγάπης του σ’ αυτό τον τεράστιο, 207 στρεμμάτων χώρο, που κάθε χρόνο δέχεται περίπου 500,000 επισκέπτες. Βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, που λειτουργεί ως ερευνητικό κέντρο, με 6 εκατομμύρια αντικείμενα (πολύ λίγα από αυτά εκτίθενται για το κοινό), καταπληκτικά έργα τέχνης που γεμίζουν τις αίθουσες της γκαλερί και που ήταν αρχικά η κατοικία του Huntigton, απέραντοι κήποι συνθέτουν το καταπληκτικό αυτό μέρος, όπου άνετα μπορεί κάποιος να διαθέσει ολόκληρη μέρα. Πόσο θα ‘θελα να μέναμε λίγο περισσότερο στο χώρο της έκθεσης των βιβλίων, όπου βιαστικά μπόρεσα να σημειώσω τη φράση: «Tis the good reader that makes the good book»!
            Απολαμβάνοντας τους κήπους Huntigkton
Βεβαίως δεν μπορούμε να παραλείψουμε τα περίφημα Γιουνιβέρσαλ Στούντιο. Η αποθέωση της ψευδαίσθησης. Αυτοκίνητα που καίγονται και μένουν άθικτα, χείμαρροι που πλημυρίζουν το δρόμο και αμέσως εξαφανίζονται, τεχνητή βροχή που ξεκινά και σταματά με το πάτημα ενός κουμπιού, δεινόσαυροι που ορμούν να σε φάνε και σε κάνουν άθελά σου να εκβάλλεις κραυγές τρόμου, τα σαγόνια του καρχαρία που δεν είναι παρά ένα πλαστικό κατασκεύασμα και ο ωκεανός μια μικρή λίμνη, σπίτια που είναι μόνο πρόσοψη και το πίσω μέρος ένα κενό. Όμως το μοτέλ στο οποίο διαδραματίζεται το «Ψυχώ» και πίσω απ’ αυτό το σπίτι της μητέρας του ανεπανάληπτου Άντονι Πέρκινς είναι σκηνικά που έχουν διατηρηθεί όπως τότε που γυρίστηκε η περίφημη ταινία και όχι χωρίς συγκίνηση τα φωτογραφίζουμε.
Το μοτέλ, σκηνικό του "Ψυχώ"
Καθαρότεροι δρόμοι, αριστοκρατικές μπουτίκ, μονοκατοικίες κρυμμένες μέσα σε κήπους συνθέτουν το Beverly Hills, τη συνοικία αυτή του Λος Άντζελες που, ομολογώ, την είχα φανταστεί πιο αρχοντική. Τα σπίτια είναι μάλλον μικρά, το δε σπιτάκι όπου μας λένε ότι ο Κένεντι συναντούσε τη Μονρόε (ιστορίες των ξεναγών!), μας φαίνεται φτωχικό κατάλυμα.  Προσπερνάμε τη συνοικία καθώς πορευόμαστε προς το Χόλυγουντ, τη Μέκκα του κινηματογράφου.
Στο Beverly Hills
Σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι διασχίζουμε τα πλήθη που πλημμυρίζουν τη λεγόμενη «Λεωφόρο της Δόξας» ή «Λεωφόρο των Αστέρων». Εκεί όπου όσοι έχουν διακριθεί στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, τη μουσική ή το ραδιόφωνο έχουν το δικό τους αστέρι τυπωμένο στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι, τι δόξα μπορεί να είναι να πατούν το όνομά σου χιλιάδες άτομα καθημερινά! Οπωσδήποτε είναι ένα αξιοθέατο που πρέπει ο τουρίστας να δει και να απαθανατίσει φωτογραφίζοντάς το. Στον ίδιο δρόμο το Codak Theatre, όπου από το 2002 δίνονται τα βραβεία Όσκαρ. Ξεναγούμαστε και μαθαίνουμε όλα τα σχετικά με το κινηματογραφικό αυτό βραβείο που απασχολεί κάθε χρόνο τους κινηματογραφόφιλους όλου του κόσμου. Σκέφτομαι πως η Αμερική δεν έχει ιστορία. Καινούριο έθνος, δεν έχει να αφηγηθεί για ένδοξους προγόνους ούτε να δείξει μνημεία αιώνων. Κι όμως κατορθώνει να δημιουργήσει ιστορία από το τίποτε, να προσελκύσει τουρίστες και να τους επιδείξει πότε ένα θεσμό όπως αυτό των Όσκαρ, πότε την ιστορία ενός μεγιστάνα του πλούτου που έκανε κάτι για τον τόπο του και πότε να αξιοποιήσει τουριστικά ένα φυσικό φαινόμενο όπως αυτό του Grand Canyon, που παρ’ όλο ότι είναι ένα έργο της φύσης πρέπει να πληρώσεις για να μπορέσεις να το δεις!

Τα πλήθη συνωστίζονται στο Χόλλυγουντ
Το αστέρι του Άντονι Πέρκινς
Αποχωρίζομαι χωρίς λύπη το Λος Άντζελες. Μας περιμένει το Σαν Φρανσίσκο.

If you are going to San Francisco
be sure you wear some flowers in your hair…
there’s a whole generation
with a new explanation…
Παρ’ όλη την προτροπή του ωραίου, παλιού τραγουδιού, που υπήρξε κάτι σαν εθνικός ύμνος των «παιδιών των λουλουδιών» το 1967, προσεγγίζουμε τη μυθική πόλη χωρίς λουλούδια στα μαλλιά. Θα μπορούσαμε πράγματι ν’ ανήκουμε σ’ εκείνη τη γενιά με τα καινούρια οράματα, αλλά ήμαστε τότε πολύ μακριά, άλλα προβλήματα αντιμετώπιζε ο πάντα βασανισμένος μας τόπος, το ίντερνετ δεν είχε εφευρεθεί κι η τηλεόραση δεν έπαιζε το ρόλο που έχει σήμερα. Όμως ο απόηχος του κινήματος εκείνου σίγουρα έφτασε ως εμάς και τώρα μάταια αναζητούμε στη Haight Street, που υπήρξε το επίκεντρο του κινήματος των χίπις, ίχνη εκείνης της εποχής. Δεν συναντήσαμε «παιδιά των λουλουδιών». Τι να απέγιναν άραγε οι επαναστατημένοι νέοι της δεκαετίας του ’60; Θα ‘ναι τώρα εξηντάρηδες κι εβδομηντάρηδες. Να έγιναν άραγε σοβαροί οικογενειάρχες, στελέχη επιχειρήσεων; Θυμούνται άραγε την τρελή νιότη τους που συντάραξε τον κόσμο; Τώρα καταφεύγουν εδώ τουρίστες σαν εμάς που θέλουν να δουν από πού ξεκίνησε το επαναστατικό, πρωτοποριακό κίνημα, άλλοι που θέλουν ν’ αγοράσουν μεταχειρισμένα ρούχα, να κάνουν τατουάζ ή, ποιος ξέρει, για να θυμηθούν τα νιάτα τους.
Στη γειτονιά των χίπις
Έχουμε φτάσει στο Σαν Φρανσίσκο οδικώς από το Λος Άντζελες μετά από μια περίπου δεκάωρη διαδρομή, που όμως η θέα των ακτών του Ειρηνικού, της Σάντα Μόνικα με τα εξοχικά των διασήμων, του Μάλιμπου, της Σάντα Μπάρμπαρα, των αφρισμένων κυμάτων, των γλάρων και των σέρφερς που μας συνόδευε, την έκανε ιδιαίτερα ευχάριστη και καθόλου κουραστική.
Σάντα Μπάρμπαρα
Σαν Φρανσίσκο. Το πρωτοαντικρίζουμε αργά το απόγευμα «τυλιγμένο στα δροσερά παραπετάσματα της ωκεάνιας  άχνας», της ομίχλης που ανεβαίνει από τον ωκεανό και του χαρίζει μέσα στον Ιούλιο όχι απλώς δροσιά αλλά ψύχρα, που δεν είναι ανεκτή από τα λεπτά καλοκαιρινά μας ρούχα. Κάτι που έκανε κάποτε τον Μαρκ Τουαίν να πει: «ο ψυχρότερος χειμώνας που έζησα ήταν ο Ιούλιος στο Σαν Φρανσίσκο»!
Άποψη του Σαν Φρανσίσκο από το Twin peaks
Πουθενά αλλού ένας δρόμος δεν έγινε αξιοθέατο, όπως η Lombard Street (ο στριφογυριστός δρόμος)
Σαν Φρανσίσκο. Μια από τις ωραιότερες πόλεις που έχουμε δει. Πλάι στη θάλασσα, ανεβοκατεβαίνοντας πάνω σε πλήθος λόφους, μια πόλη ανθρώπινη με πληθυσμό που δεν ξεπερνάει το εκατομμύριο, συνδυάζει ό,τι ο καθένας θα μπορούσε να ζητήσει από την πόλη του: ωραίο φυσικό περιβάλλον, υλικό και πνευματικό πολιτισμό και μια ανεκτικότητα που επιτρέπει την αρμονική συμβίωση ανθρώπων ποικίλης καταγωγής. Αυτή η ανεκτικότητα είναι πιθανόν και η αιτία που το Σαν Φρανσίσκο θεωρείται η πρωτεύουσα των γκέι και που αποτελούν (σύμφωνα με την ξεναγό) το 20% του πληθυσμού. Έχουν τη δική τους συνοικία στην είσοδο της οποίας κυματίζει η σημαία τους με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πιστεύω, αυτή η ανεκτικότητα κι η ελευθερία είναι που συνέβαλε και στη δημιουργία του κινήματος των χίπις αλλά και του επαναστατικού, αντισυμβατικού λογοτεχνικού κινήματος της beat generation. (Κρίμα, δεν μπόρεσα να επισκεφθώ τη γκαλερί όπου ο Γκίσμπεργκ διάβασε το περίφημο «Ουρλιαχτό», καθιερώνοντας το νέο κίνημα. Κανείς από τους συνταξιδιώτες δεν ήταν διατεθειμένος να ικανοποιήσει τέτοια παράξενα γούστα). Ακόμα και η ύπαρξη 8.000 αστέγων στο Σαν Φρανσίσκο, που τους βλέπουμε να κοιμούνται σε παγκάκια και πάρκα, είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της ελευθερίας να επιλέγουν αυτό τον τρόπο ζωής αντί να κλείνονται σε ιδρύματα.
Τα χαρακτηριστικά cable cars, απαραίτητα για την κυκλοφορία στις ανηφοριές του Σαν Φρανσίσκο

Εδώ, στο Σαν Φρανσίσκο υπάρχει η μοναδική, πιστεύω, σ’ όλο τον κόσμο εκκλησία, ο Ναός της Χάριτος, που δεν ανήκει σε κανένα δόγμα, αλλά αποτελεί «έναν οίκο προσευχής για όλους τους ανθρώπους». Εντυπωσιακή η κύρια είσοδος του ναού, ένα ακριβές αντίγραφο της «Πόρτας του Παραδείσου» του Γκιμπέρτι, που κοσμεί το Βαπτιστήριο του Ντουόμο στη Φλωρεντία. Πρέπει να ‘χεις πολλή ώρα για να περπατήσεις το Λαβύρινθο που βρίσκεται στο κέντρο της εκκλησίας με σκοπό, καθώς με προσεκτικά βήματα τον ακολουθείς, να συγκεντρώνεσαι, να διαλογίζεσαι, να ηρεμείς. Ένα μικρό παρεκκλήσι μέσα στο ναό, ολοκληρώθηκε το 2000, αφιερώθηκε στη μνήμη των 20.000 που πέθαναν από aids και σ’ αυτό μπορεί κανείς να δει σύμβολα όλων των θρησκειών.
Ξενάγηση στο εσωτερικό του Δημαρχείου
Όπου κι αν πήγαμε στο Σαν Φρανσίσκο, ό,τι κι αν μας έλεγαν οι ξεναγοί, πάντα κάπου ξεπρόβαλλε η ανάμνηση του μεγάλου σεισμού. Λες και σφράγισε την ιστορία της πόλης και πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο. Ήταν ο σεισμός της 18ης Απριλίου 1906, μια από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές που συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τρεις χιλιάδες θύματα και μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε, προπάντων από την πυρκαγιά που ακολούθησε. Έτσι, πάρα πολλά οικοδομήματα είναι δημιούργημα του 20ου αι., όπως αυτά γύρω από το Civic Center. Εντυπωσιακό το Δημαρχείο, με θόλο ψηλότερο απ’ αυτόν του Καπιτωλίου, η μοντέρνα αίθουσα της Συμφωνικής Ορχήστρας, το πιο παραδοσιακό κτίριο της Όπερας, η Δημόσια Βιβλιοθήκη, το κτήριο των Παλαιμάχων, εδώ όπου το 1945 από αντιπροσώπους πενήντα κρατών υπογράφτηκε ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, το κτήριο του μπαλέτου, το μουσείο ασιατικής τέχνης, κρατικά κτήρια κ.λπ. Κρατάω στη μνήμη αυτό που μας είπε ο ευγενικός ξεναγός: «Ονομάσαμε το συγκρότημα των πολιτιστικών αυτών μνημείων War Memorial Center. Θελήσαμε αντί ένα μνημείο για τους νεκρούς του πολέμου να κάνουμε στη μνήμη τους ένα μνημείο ζωής». Αναπόφευκτη πάλι η σύγκριση με τα δικά μας.
War Memorial Opera House
Κάθε γωνιά του Σαν Φρανσίσκο κρύβει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανεβαίνεις στις Δίδυμες Κορυφές (Twin Peaks) και δεν θέλεις ν’ αποχωριστείς την υπέροχη θέα. Απολαμβάνεις υπέροχο ψάρι σ’ ένα από τα πολλά εστιατόρια στην κοσμοβριθή «Προκυμαία του ψαρά» (Fisherman’s Wharf), ενώ απέναντί σου αντικρίζεις, τόσο κοντά, το νησί με τις περίφημες φυλακές του Αλκατράζ, καταργημένες τώρα βέβαια. Πόσο πιο βαρύς θα φαινόταν στους φυλακισμένους ο εγκλεισμός τους, βλέποντας τόσο κοντά τα φώτα της ελευθερίας!
Ασφαλώς δεν μπορείς να παραλείψεις την πασίγνωστη, περίφημη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης, σύμβολο του Σαν Φραγκίσκο. Τη διασχίζουμε πηγαίνοντας σ’ ένα πανέμορφο, εξοχικό, παραθαλάσσιο προάστιο, το Σαουσαλίτο, με τα εστιατόρια, τα μαγαζάκια, τα τουριστικά σουβενίρ.
Διαχίζοντας τη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης
Η Chinatown είναι η μεγαλύτερη κινεζική συνοικία εκτός Κίνας. Μόλις περάσεις την είσοδο, μια πύλη με δυο δράκοντες, μαγαζάκια, επιγραφές, φαγητά, μυρωδιές σε μεταφέρουν στην ίδια την Κίνα.

Πάρκο Άλαμο. Παλιά Βικτωριανά σπίτια και στο βάθος η καινούρια πόλη
Κρίμα. Πρέπει να εγκαταλείψουμε το Σαν Φρανσίσκο. Όμως, τραγουδώντας μαζί με τη ξεναγό, το εννοούμε:
I left my heart in San Francisco
High on a hill, it calls me
To be where little cable cars
Climb halfway to the stars
The morning fog may chill the air,
I left my heart in San Francisco

Τι αντίθεση η άφιξή μας στον πασίγνωστο παγκόσμιο ναό των καζίνο και των τυχερών παιγνιδιών! «Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ» ή «Η αμαρτωλή πόλη», το Λας Βέγκας, έρχεται να προσθέσει τη δική του ψευδαίσθηση σ’ αυτή που ζήσαμε στα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ. Ένας φαντασμαγορικός, εξωπραγματικός κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος φως, διασκέδαση, θεάματα, τυχερά παιγνίδια. Ξενοδοχεία που το καθένα είναι μια ολόκληρη πόλη και που το καθένα έχει το δικό του θεματικό άξονα. Το Caesar’s αναπαριστά (αρκετά χοντροκομμένα, ομολογώ) την αρχαία Ρώμη, το Paris έχει τα χαρακτηριστικά του Παρισιού με τον Πύργο του Άιφελ να δεσπόζει στην πρόσοψη, μπροστά από το Λούξορ υψώνεται μια υπερμεγέθης πυραμίδα, το Bellagio διακρίνεται για το λεπτό γούστο, την πλημμυρίδα των λουλουδιών, τους απέραντους κομψούς διαδρόμους που περπατάς και θαυμάζεις χωρίς κανείς να σου πει τίποτα. Ολόκληρη η πλατεία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, με τις γόνδολες να διασχίζουν το κανάλι και τα πλήθη να κάθονται στα καφέ ή να βολτάρουν, αποτελεί πόλο έλξης στο ξενοδοχείο Venezia. Πού χρόνος όμως να περιηγηθείς τα 1701 καζίνο! Χρόνος όμως για να δοκιμάσεις έστω για λίγο την τύχη σου στη ρουλέτα ή σε κάποιο μηχανάκι οπωσδήποτε θα βρεθεί.
Το Ceasar's
Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στο Λας Βέγκας διασχίζοντας ένα μέρος της ερήμου της Νεβάδα όπου βρίσκεται η πόλη και ένα μεγάλο μέρος της ερήμου της Αριζόνα, φτάνουμε στο Grand Canyon. Για ώρες περνάμε τοπία εντελώς έρημα, διανθισμένα μόνο με τους χαρακτηριστικούς κάκτους που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις ταινίες γουέστερν. Το θέαμα του μεγαλοπρεπούς αυτού έργου της φύσης, του μήκους 446 χμ. σχηματισμένου από τον ποταμό Κολοράντο φαραγγιού, μας αποζημιώνει. «Μεγάλο φαράγγι: ανοιχτή αυλαία στα σπλάχνα της γης. Σχήματα κυκλικά με κυματισμούς στις γραμμές τους. Πύργοι εφαπτόμενοι. Τρούλοι. Κώνοι. Χρώμα αλλού αιμάτινο σαν βόδι σφαγμένο, αλλού πράσινο, μαύρο ή σταχτί, βράχοι κομμένοι κάθετα με μαχαίρι», περιγράφει ο Βασίλης Βασιλικός το φανταστικό θέαμα στη «Μυθολογία της Αμερικής». Υπολείμματα Ινδιάνων μας υποδέχονται εκεί όπου θα βγάλουμε τα εισιτήρια. Μεταφερόμαστε σε διάφορα σημεία του φαραγγιού, ενώ βέβαια η καλύτερη θέα είναι από αέρος με ελικόπτερα ή μικρά αεροπλάνα, πράγμα που εμείς λόγω χρόνου, κόστους ή… φόβου δεν αποτολμούμε.
Άποψη του Grand Canyon
Στην επιστροφή, μέσα στην έρημο, σταματάμε για το γεύμα σ’ ένα ράντζο. Φτιαχτό βέβαια κι αυτό, όμως τα άλογα, ο καουμπόι με το πιστόλι και το λάσο, το όλο σκηνικό, ο μουσικός με την κιθάρα και την country music μοιάζουν όλα βγαλμένα από κινηματογραφική ταινία μ’ εμάς να παίζουμε το ρόλο των κομπάρσων.
Ο cow boy μας δείχνει πώς ρίχνει το λάσο
Μια στάση στο φράγμα Hoover είναι επίσης απαραίτητη. Έργο του ανθρώπου αυτό, αλλά όχι λιγότερο αξιοθαύμαστο. Κατασκευασμένο από το 1931-1936 είναι ένα τεράστιο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που οι γεννήτριές του παρέχουν ενέργεια σε τρεις πολιτείες: Νεβάδα, Αριζόνα και Καλιφόρνια. Έχει χαρακτηριστεί ως «εθνικό ιστορικό αξιοθέατο» και χιλιάδες άνθρωποι το επισκέπτονται κάθε χρόνο.
Το εντυπωσιακό Φράγμα Hoover
Είμαστε ήδη «βαρυστομαχιασμένοι» από θεάματα, ακούσματα, έργα της φύσης και του ανθρώπου, όταν φτάνουμε στη Νέα Υόρκη. Οι πιο πολλοί έχουμε ξανάρθει. Κι όμως έχει τόσα ακόμα που δεν είδαμε και θα τ’ αναζητήσουμε σε τούτο το ταξίδι κι άλλα που θέλουμε να ξαναζήσουμε.
Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον απέναντι από το Χρηματιστήριο της Wall Street
Τριγυρίζουμε στην πόλη, τόσο εύκολο να μάθεις το κέντρο της, το Μανχάταν, τόσο απλό να το περπατήσεις. Λεωφόροι και δρόμοι, τεμνόμενοι κάθετα και οριζόντια σε οδηγούν αλάνθαστα στον προορισμό σου. Όσες φορές κι αν τα ‘χεις ξαναδεί, πάντα απολαμβάνεις μια μίνι κρουαζιέρα στο λιμάνι της Ν. Υόρκης. Η γραμμή των ουρανοξυστών στον ορίζοντα, το γεμάτο αναμνήσεις των μεταναστών Ellis Island, το Άγαλμα της Ελευθερίας, καθιερωμένο, πασίγνωστο σύμβολο της Αμερικής, οι γέφυρες (αχ, αυτή η γέφυρα του Μπρούκλιν), συνθέτουν μια πανέμορφη εικόνα.
Στο Central Park, μνήμη του δολοφονημένου λίγο πιο πέρα Τζον Λένον
Η αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων
Τι να προλάβεις να δεις και τι να μπορέσεις να κάνεις σε τέσσερις μέρες σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα; Η επιλογή είναι αναγκαστική. Ακόμα κι αν το’ χουμε ξαναδεί, το Metrpolitan Museum of Art, που περιλαμβάνει πάνω από 2 εκατομμύρια έργα τέχνης και που καλύπτουν 5.000 χρόνια πολιτισμού, δεν μπορεί να παραλειφθεί. Τρέχοντας και ασθμαίνοντας διασχίζουμε αίθουσες και διαδρόμους, ανεβοκατεβαίνουμε ορόφους χωρίς να προλαβαίνουμε να ρίξουμε ούτε μια ματιά στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που συναντάμε, αναζητώντας με μια εγωιστική εθνική υπερηφάνεια τις αίθουσες όπου εκτίθενται οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Κύπρου. Είμαστε, αλήθεια, τόσο σοβινιστές, ώστε όχι μόνο στο μουσείο αλλά και στο Μέγαρο των Ηνωμένων Εθνών ν’ αναζητούμε στην Αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων την καρέκλα με την επιγραφή «Κύπρος»; Ίσως να ‘πρεπε να προσγειωθούμε κάπως (κι εμείς και οι πολιτικοί μας) βλέποντας την έκπληξη του νεαρού που μας ξεναγούσε στους διάφορους χώρους αυτού του «ναού της υποκρισίας», όπως προσφυώς τον ονόμασε μια φίλη, όταν του είπαμε πόσο πληθυσμό έχει η Κύπρος!
Στην είσοδο του Μεγάρου των Ηνωμένων Εθνών
"In God we trust”, γράφουν επάνω τα δολάρια. Ποιο θεό άραγε εννοούν; Τον Θεό όπως τον ξέρουμε, για τον οποίο πλήθος εκκλησίες γεμίζουν τη Νέα Υόρκη ή τον θεό του χρήματος που έξω απ’ το ναό του, στη Wall street, συνωστίζονται πλήθη τουριστών;
Πολυτελή ξενοδοχεία, απέραντα πολυκαταστήματα που δεν κλείνουν ποτέ, φωτοχυσία και κοσμοπλημμύρα στο Broadway, μια κοσμοβριθής μέρα και νύχτα Times Square, θεάματα και παραστάσεις που κρατάνε χρόνια (κάποιοι από μας απόλαυσαν το Chicago, άλλοι το Mama mia), τα πιο προηγμένα είδη τεχνολογίας, το θορυβώδες Rokefeller Center, το ήρεμο Central Park, τι να πρωτοδεί κανείς και τι να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτή την πόλη που έχει τα πάντα;
Στο Metrpolitan Museum
Έχοντας επισκεφθεί ξανά αυτή τη ξελογιάστρα πόλη, εκμεταλλεύομαι περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο για να την περπατήσω, να φάω ένα μεσημέρι στο Rokefeller Center, να πιω ένα ποτό στο μπαρ του παλιού, αριστοκρατικού ξενοδοχείου Walndorf Astoria ή να δω από το ύψος του 44ου ορόφου του Marriot Hotel τη νυχτερινή Νέα Υόρκη.
Λαϊκή αγορά στη Madison Avenue
Στα πολυκαταστήματα είναι μια απόλαυση να τριγυρίζεις έστω κι αν δεν έχεις υπ’ όψιν να αγοράσεις κάτι. Κι όσο περίεργο κι αν φανεί, μια λαϊκή αγορά στημένη Κυριακή πρωί στη Madison Avenue είναι μια ευχάριστη, απροσδόκητη έκπληξη.
Κρουαζιέρα. Στο βάθος το Άγαλμα της Ελευθερίας.
Είναι, αλήθεια, τόσο γοητευτική η Νέα Υόρκη ή μήπως η ξεγνοιασιά των διακοπών και η ελευθερία του τουρίστα την κάνει να φαίνεται τόσο ελκυστική; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα αποτολμούσα και «τρίτο πλουν».


Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2011

Αθώο αίμα

Αν και σχετικά πρόσφατη έκδοση στα Ελληνικά (Καστανιώτης, 2009, μετ. Τούλα Τόλια), είναι αρκετά παλιό έργο (1980) της γνωστής αγγλίδας συγγραφέως Π. Ντ. Τζέιμς, γι' αυτό ίσως και χωρίς τον Νταγκλίς, το  συμπαθητικό, μόνιμο ντετέκτιβ των αστυνομικών της μυθιστορημάτων.
Τα σταθερά, κύρια γνωρίσματα της γραφής της γηραιάς αυτής κυρίας (γεν. 1920), θεωρούμενης άξιας διαδόχου της Άγκαθα Κρίστι, τα έχω αναφέρει σε άλλες δυο παρουσιάσεις έργων της, στο "Θάνατος σε ιδιωτική κλινική" και "Ο φάρος". Αριστοτέχνις της λεπτομερούς περιγραφής, τόσο που κάποτε καταντά κουραστική, όμως η ενδιαφέρουσα πλοκή, η ψυχολογική διείσδυση, οι στέρεοι χαρακτήρες καθιστούν τα έργα της μια αναγνωστική απόλαυση, για όσους βεβαίως αγαπούν το λογοτεχνικό αυτό είδος.
Στο "Αθώο αίμα" θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρωταγωνιστής είναι το Λονδίνο. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, οι γραμμές του υπογείου, οι σταθμοί του τρένου, διαδραματίζουν κυροιαρχικό ρόλο. Για όποιον ξέρει έστω και λίγο τη βρετανική πρωτεύουσα είναι σαν να ταξιδεύει ξανά εκεί. Με τη φαντασία του ακολουθεί τους ήρωες του βιβλίου στο Σεντ Τζέιμς Παρκ, στο Βικτώρια Στέισιον, στο Τσάριγκ Κρος, στο Όξφορντ Σίρκους, στο Έτζγουερ Ρόουντ και σε πλήθος άλλα γωνστά μέρη του Λονδίνου.
Όταν η ιστορία αρχίζει ένας βιασμός και ένας φόνος έχουν ήδη γίνει και ο αναγνώστης ξέρει από την αρχή ποιος τα έχει διαπράξει. Το ενδιαφέρον σ' αυτό το μυθιστόρημα δεν έγκειται στην ανακάλυψη του δολοφόνου. Έγκειται στην αναζήτηση ταυτότητας μιας υιοθετημένης κοπέλας και στην αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα του θύματος να εκδικηθεί το βιασμό και το θάνατο της μικρής του κόρης. Πιο συγκεκριμένα. Η Φίλιππα Πάλφρεϋ, υιοθετημένη από ένα ευκατάστατο ζευγάρι (ο πατέρας είναι καθηγητής Πανεπιστημίου), επωφελούμενη από ένα νόμο που επέτρεπε σε κάθε υιοθετημένο, όταν ενηλικιωθεί, να αναζητήσει τους φυσικούς του γονείς, μαθαίνει ότι οι πραγματικοί της γονείς είχαν καταδικαστεί για το βιασμό και το φόνο ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού, ότι ο πατέρας της έχει πεθάνει, αλλά ότι η μητέρα της, έχοντας περάσει δέκα χρόνια στη φυλακή, πρόκειται σύντομα να αποφυλακιστεί. Αποφασίζει όχι μόνο να τη γνωρίσει αλλά και να ζήσει για λίγο μαζί της μετά την αποφυλάκισή της, για δυο περίπου μήνες, ωσότου πάει στο Κέιμπριτζ, όπου την έχουν δεχτεί με υποτροφία.
Παράλληλα μια άλλη ιστορία εξελίσσεται. Ο πατέρας του δολοφονημένου κοριτσιού, ο Νόρμαν Σκέις, έχει τάξει σκοπό της ζωής του να σκοτώσει τη δολοφόνο του παιδιού του, μόλις αυτή αποφυλακιστεί. Τι θα γίνει; Πώς θα καταλήξουν αφενός η συγκατοίκηση μάνας και κόρης και αφετέρου ο στόχος της εκδίκησης; Πολλές ανατροπές περιμένουν τον αναγνώστη.
Η Π. Ντ. Τζέιμς, εκτός από το Λονδίνο που δεσπόζει στην αφήγησή της, κάνει έξοχες και λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, σκύβει με αγάπη και συμπάθεια πάνω σ' όλους τους χαρακτήρες, ενώ δεν λείπουν και οι λογοτεχνικές αναφορές.
Ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που δεν εξαντλείται στην αστυνομική ιστορία, αλλά παρέσει κίνητρα για σκέψη και προβληματισμό σε πλήθος θέματα.

Σημ. Οι φίλοι επισκέπτες του blog (όσοι δεν λείπουν για διακοπές) θα έχουν προσέξει τη μακρά απουσία των αναρτήσεών μου. Αιτία, ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Αμερική. Γι' αυτό όμως χρειάζεται κάποιος χρόνος για να τιθασευτούν και να ταξινομηθούν οι σκέψεις και εντυπώσεις. Ανάρτησή τους προσεχώς.

Σάββατο, Ιουλίου 16, 2011

Στο τέλος της γης

Είναι περίεργο και παράδοξο πώς λειτουργεί η μνήμη, πώς επιλέγει τι θα κρατήσει και τι θα απορρίψει, πώς συνδέει και πώς ανακαλεί  φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα.
 Πολλά βιβλία έχουν συνδεθεί άρρηκτα με συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μου, αν και δεν σχετίζονταν μ' αυτές, παρά μόνο ως προς τη χρονική συγκυρία της ανάγνωσής τους. Για παράδειγμα, θυμάμαι ότι διάβαζα "Το Μαγικό Βουνό" καθισμένη για ώρες σ' ένα παλιό μπαλκόνι αντικρίζοντας τη θάλασσα, κι αυτή η εικόνα έρχεται πάντα στη σκέψη κάθε φορά που θυμάμαι το συγκεκριμένο βιβλίο. Όταν γίνεται λόγος για "Τα σταφύλια της οργής" ξαναθυμάμαι τη γέννηση του πρώτου μου παιδιού, γιατί αυτό το βιβλίο διάβαζα όταν άρχισαν οι πόνοι (και βεβαίως ποτέ δεν τέλειωσα, ίσως είναι καιρός να το κάνω). Πλάι στο κρεβάτι του βαριά άρρωστου συζύγου μου θυμάμαι ότι διάβαζα την ιστορία του Εδουάρδου και της Γουόλις Σίμσον (δεν θυμάμαι τον τίτλο, δεν βρίσκω το βιβλίο, ίσως να ξέμεινε στο δωμάτιο του νοσοκομείου του Λονδίνου).
Και τώρα, τώρα πώς θα μπορέσω να ξαναπάρω στα χέρια μου, ή να δω ή ν' ακούσω για το μυθιστόρημα του Ισραηλινού Νταβίντ Γκρόσμαν χωρίς να αναπολήσω το μαύρο πρωινό της 11ης Ιουλίου, όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του τόπου μας; Οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου στριφογυρίζουν από κείνο το πρωινό αδιάκοπα στη σκέψη μου:
"...Κύπρος εσύ, παραφόρτωσες την καρδιά μου μ' ερείπια και με άτακτα ριγμένους νεκρούς..."
Κι όταν τα ερείπια και οι νεκροί είναι σε καιρό πολέμου, κάπως μπορεί να γίνουν αποδεκτά. Αλλά όταν συμβαίνουν σε καιρό ειρήνης, όταν οφείλονται στην ανευθυνότητα, στη βλακεία, στις λανθασμένες πολιτικές εμμονές, τότε αγανακτείς, επαναστατείς, δεν μπορείς να δεχτείς το ασύλληπτο γεγονός. Νέοι άνθρωποι κομματιασμένοι, νεκροί, πάνω από τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια χαμένη, τεράστια οικονομική και οικολογική καταστροφή. Οι τηλεοπτικές μας οθόνες μέρες τώρα γεμίζουν από κηδείες, από θρήνο, από το μαύρο του πένθους και τους αχρείαστους τσακωμούς των πολιτικών.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα συνέχισα να διαβάζω το "Στο τέλος της γης" (Καστανιώτης 2011, μετ. Λουίζα Μιζάν). Ίσως γιατί ταίριαζε τόσο πολύ με ό, τι συνέβαινε γύρω μου. Ένα βιβλίο 752 σελίδων χωρίς ουσιαστικά υπόθεση, εννοώ χωρίς δράση, με κεντρικό πρόσωπο μια μάνα που ο γιος της, έχοντας τελειώσει την τρίχρονη στρατιωτική του θητεία, ξαναπάει να συμμετάσχει εθελοντικά σε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. Πρόκειται για "τον πόλεμο των έξι ημερών", όπως έγινε γνωστή εκείνη η φάση του ισραηλινού πολέμου με την Αίγυπτο.
Η μάνα είναι η Όρα. Ο σύζυγός της, που την έχει εγκαταλείψει, και ο μεγαλύτερος γιος της τριγυρίζουν κάπου στη Νότιο Αμερική. Η Όρα, όταν ο μικρότερος γιος της, ο Όφερ, πάει να υπηρετήσει ξανά, δεν μπορεί να ησυχάσει. Αγωνιά, φοβάται, τρέμει στην πιθανότητα να της ανακοινώσουν το θάνατο του γιου της. Και τότε μια ιδέα αστράφτει μέσα της: "...αυτή η πόρτα όμως θα παραμείνει κλειστή και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα και την άλλη βδομάδα και τις άλλες δυο βδομάδες, και τα μαντάτα δεν θα παραδοθούν, γιατί για να παραδοθούν μαντάτα χρειάζονται πάντα δύο, σκέφτηκε η Όρα, ένας που τα δίνει κι ένας που τα λαμβάνει, κι αυτά τα μαντάτα δεν θα υπάρχει κανένας να τα λάβει, και γι' αυτό δεν θα παραδοθούν, κι αυτή η σκέψη άστραψε ξαφνικά με μια λάμψη που όλο και δυνάμωνε από τη μια στιγμή στην άλλη πετώντας σπίθες σαν βελόνες σε μια έξαλλη χαρά, αφού το σπίτι είναι ήδη κλειστό και ασφαλισμένο πίσω της".
Και φεύγει. Μ' ένα εκδρομικό σακίδιο και μ' ένα δεύτερο που θα δώσει στον Άβραμ, παλιό φίλο και εραστή της, τριγυρίζει για μέρες στη χώρα. Κουβεντιάζει, σκέφτεται, κάποτε γράφει. Μέσα από τη σκέψη προσπαθεί να ξαναζήσει όλη τη ζωή του γιου της και να τον κρατήσει έτσι ζωντανό. Όλο το βιβλίο είναι αυτή η περιπλάνηση, η σκέψη και η ανάπλαση της ζωής της, με κέντρο πάντα τον Όφερ.
Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται πολύ χρόνο και πολλή υπομονή για να το τελειώσει κανείς. Ο Γκρόσμαν γράφει όπως θα κεντούσε ένα λεπτοδουλεμένο κέντημα. Είναι απίστευτες οι λεπτομέρειες με τις οποίες περιγράφει αναμνήσεις, σκηνές από τη ζωή του παιδιού της, χωρίς να γίνονται κουραστικές για τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, η περιγραφή της μέρας που ο Όφερ έκανε τα πρώτα του βήματα κρατάει πέντε σελίδες (!) γεμάτες από λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις.
Το "Στο τέλος της γης" δεν είναι ένα βιβλίο που περιγράφεται. Είναι ένα βιβλίο που νιώθεται. Βαθύτατα αντιπολεμικό, ανατρέπει την εικόνα που συνήθως έχουμε για τους σκληρούς, τιμωρούς Ισρηλινούς που με προθυμία πάνε στον πόλεμο. Είναι η ανθρώπινη πλευρά της μάνας, της κάθε μάνας που αγωνιά για τη ζωή του παιδιού της.
Εν τέλει γίνεται ένα βιβλίο τραγικό καθώς, ενώ ο Γκρόσμαν το έγραφε, ο μικρότερος γιος του σκοτώθηκε. Γράφει σ' ένα σύντομο επίλογο: "Στις 12 Αυγούστου 2006, τις τελευταίες ώρες του Δεύτερου Πολέμου στο Λίβανο, ο Ούρι σκοτώθηκε στο νότιο Λίβανο (...) Με τη λήξη του επταήμερου πένθους στο σπίτι, επέστρεψα στο βιβλίο. Το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη γραφτεί. Αυτό που άλλαξε, πάνω απ' όλα, ήταν ο απόηχος της πραγματικότητας μέσα στον οποίο γράφτηκε η τελική εκδοχή του".


Πέμπτη, Ιουλίου 07, 2011

Ίχνη ρήγματος

Το "Ίχνη ρήγματος" της Nancy Huston (Άγρα, 2008, μετ. Ειρήνη Τσολακέλλη) είναι μια ιστορία τεσσάρων γενεών, αφηγημένη από εξάχρονα παιδιά, ένα από κάθε γενιά. Η αφήγηση γίνεται σε παροντικό χρόνο, ένα παρόν διαφορετικό για κάθε παιδί,  που πάει αντίστροφα στο χρόνο.
Αφηγητής στο πρώτο κεφάλαιο είναι ο Σολ, ένα ιδιοφυές, χαρισματικό παιδί του 2004. Το δεύτερο κεφάλαιο καλύπτει η αφήγηση του Ράνταλ, πατέρα του Σολ, τοποθετημένη το 1982, όταν ο Ράνταλ ήταν έξι χρόνων. Η τρίτη στη συνέχεια αφήγηση είναι της Σέιντυ, μητέρας του Ράνταλ, όταν εκείνη το 1962 ήταν έξι χρόνων και, τέλος, οπισθοδρομώντας φτάνουμε στο 1944-45, όταν η προγιαγιά, η Κριστίνα, ήταν στην ίδια ηλικία.
Υπάρχει ομολογουμένως μια πρωτοτυπία στην ανάδρομη αυτή αφήγηση. Η περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη διεγείρεται για το παρελθόν των προσώπων που στο πρώτο κεφάλαιο εμφανίζονται ενήλικες ή υπερήλικες. Προπάντων γιατί αφήνονται υπονοούμενα για οικογενειακά μυστικά που θα αποκαλυφθούν στο τέλος.
Η παιδική ηλικία κάθε γενιάς έχει ασφαλώς κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και πλήθος διαφορές, οφειλόμενες στο διαφορετικό χρονικό, τοπικό ή οικογενειακό περιβάλλον. Το παιδί του 2004 δεν είναι όμοιο  με το παιδί του 1944, όπως και η προσωπική μας εμπειρία διδάσκει. Κι αυτό κατορθώνει να το αποδώσει με επιτυχία η συγγραφέας.
Μέσα από τις τέσσερις αφηγήσεις περνάνε τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν μισό αιώνα ζωής. Ο Σολ του 2004 παίζει με τους υπολογιστές, θυμάται την 11η Σεπτεμβρίου, ζει τον πόλεμο του Ιράκ. Ο Ράνταλ του 1982 παίζει με Playmobil  και lego κι όταν η οικογένεια μετακομίζει για ένα χρόνο στο Ισραήλ, εικόνες από την εκεί ζωή και τον πόλεμο Ισραηλινών-Αράβων προστίθενται στην αφήγηση. Οι δραστηριότητες ενός εξάχρονου κοριτσιού του 1962 και σημαντικά γεγονότα της εποχής μας δίνονται μέσα από την αφήγηση της Σέιντυ: "(Ο παππούς) ανοίγει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει το βραδινό δελτίο ειδήσεων. Μαθαίνουμε (...) ότι το τείχος του Βερολίνου αποπερατώθηκε και ότι ο πρόεδρος Κέννεντυ θέλει να τιμωρήσει την Κούβα επειδή αιχμαλώτισε όλα τα γουρούνια που έστειλε πέρυσι εκεί. Ξεσπούν διαρκώς διαμάχες, σχεδόν παντού στον κόσμο, δεν μπορώ να τις καταλάβω, αλλά κάθε φορά που είναι εδώ η μαμά πυροδοτούν έναν καβγά, για παράδειγμα εκείνη αγανακτεί που η Αμερική ξοδεύει μια περιουσία για να στείλει πυραύλους στο διάστημα, ενώ εκατομμύρια πολίτες της είναι φτωχοί και άνεργοι και μαύροι, θα είχα την τάση να συμφωνήσω μαζί της, αλλά οι γονείς της διαφωνούν και τη ρωτούν μήπως κατά τύχη έχει σκοπό να γίνει μια τιποτένια κομμουνίστρια".
Το βιβλίο κλείνει με την τέταρτη αφήγηση, της Έρρα (ή Κλαρύσα ή Κριστίνα) που μας μεταφέρει στις σκοτεινές μέρες του πολέμου στη Γερμανία και σε μια μαύρη σελίδα των Ναζί, όχι και τόσο γνωστή, αυτή του προγράμματος "γερμανοποίησης" ξένων παιδιών, αρπαγμένων από την Πολωνία, την Ουκρανία και αλλού.
Ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Η συγγραφέας βλέπει τα πράγματα μέσα από την αθώα ματιά εξάχρονων παιδιών, διατυπώνοντας με φαινομενική αφέλεια βαθείς προβληματισμούς είτε αυτοί αφορούν τις σχέσεις γονιών-παιδιών, είτε τη θρησκεία, τη γλώσσα ή τον πόλεμο. Γράφει: "Στην προσευχή ο παππούς ζητάει από το Θεό να προστατεύει τον πατέρα και τον Λόταρ από τον εχθρό και αυτό με ενοχλεί, διότι σίγουρα υπάρχουν οικογένειες στη Ρωσία οι οποίες του ζητούν να προστατεύσει τους δικούς τους άνδρες από τον εχθρό, μόνο που όταν λένε εχθρό, αναφέρονται σε μας, και στην εκκλησία όταν ο ιερέας λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε για τον Χίτλερ, σκέφτομαι τους ανθρώπους στις ρώσικες εκκλησίες οι οποίοι προσεύχονται για το δικό τους Ηγέτη και μπορώ να φανταστώ το δυστυχή Θεό, εκεί ψηλά στα σύννεφα, να πιάνει το κεφάλι του και να προσπαθεί να ευχαριστήσει όλο τον κόσμο και να αντιλαμβάνεται ότι απλούστατα αυτό είναι αδύνατο".
Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο σημεία κοινότοπα ή ανιαρά. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή του πώς τρώει το αυγό του ένα παιδί ή πώς αλλάζονται ή διπλώνονται τα σεντόνια δεν προσθέται τίποτα, εκτός από επέκταση της αφήγησης. Επίσης νομίζω θα μπορούσε η συγγραφέας να εκμεταλλευτεί περισσότερο τα ιστορικά στοιχεία κάθε εποχής. Δεν παύει όμως το "Ίχνη ρήγματος" να είναι ένα αξιόλογο ανάγνωσμα.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

Άγιοι και δαίμονες

Για δυο περίπου βδομάδες μου κράτησε συντροφιά το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου "Άγιοι και δαίμονες" με υπότιτλο "Εις ταν Πόλιν" (Μεταίχμιο, 2011). Σαν έκλεισα την 741η τελευταία σελίδα, έμεινα για ώρα πολλή να αναλογίζομαι όλη εκείνη τη μακρινή εποχή, την Πόλη, τις γειτονιές, τους δρόμους και τους καφενέδες της, τις ευτυχισμένες στιγμές αλλά και τη φρίκη των αποκεφαλισμών. Τα χαρέμια, την πανούκλα και τις πυρκαγιές, τη Φιλική Εταιρεία, τους έρωτες και τις προδοσίες. Ένιωθα μια θλίψη αποχωρισμού, καθώς είχα ζήσει μέρες και νύχτες με τους ήρωες του Καλπούζου, πεθαμένους εδώ και χρόνια, που η τέχνη του συγγραφέα τους ξανάφερε στη ζωή και τώρα, με το τέλος του βιβλίου, ξαναγύριζαν στην ανυπαρξία..
Λίγο-πολύ βέβαια αυτό συμβαίνει με κάθε βιβλίο. Όμως, δεν ξέρω γιατί, αυτή τη φορά τα συναισθήματα ήταν πολύ πιο έντονα. Ίσως γιατί ήταν τόσο ζωντανή, τόσο λεπτομερειακή, τόσο πειστική η αναπαράσταση της ζωής των αρχών του 19ου αι., που οι ήρωες του βιβλίου έπαψαν να είναι μυθιστορηματικά πρόσωπα, δημιουργήματα της μυθοπλαστικής φαντασίας, πήραν σάρκα και οστά, έγιναν γνωστοί και οικείοι και με πήραν μαζί τους στις περιπέτειες του βίου τους.
Είναι αδύνατο να προσπαθήσει κανείς να αποδώσει το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίς να το αδικήσει. Θα περιοριστώ λοιπόν σε μια πολύ γενική θεώρηση και θα σταθώ σε κάποιες σκηνές που χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου. (Κι όμως κι αυτό το έργο αποδεικνύεται δυσχερές, όταν προσπαθώ να αναλογιστώ ποιες από τις σκηνές αυτές να αναφέρω).
Η χρονική περίοδος που καλύπτει το έργο είναι 1808-1832. Με δυο βασικούς κεντρικούς χαρακτήρες, τον Τζανή, που είναι και ο κύριος αφηγητής, ενώ παράλληλα ακούγονται και άλλες φωνές, και τον Ανθία, παιδιά της Πόλης, φίλους από τα παιδικά τους χρόνια, που άλλοτε συναντιούνται και άλλοτε χωρίζονται στις περιπέτειές τους, και με πλήθος άλλα πρόσωπα που τους περιστοιχίζουν, Έλληνες και Τούρκους, Εβραίους κι Αρμένηδες, άλλοτε πρόσωπα φανταστικά κι άλλοτε ιστορικά,  μεταφερόμαστε στη μακρινή εκείνη εποχή. Ζούμε τη φοβερή επιδημία της πανούκλας, ταξιδεύουμε και ναυαγούμε στη Μαύρη Θάλασσα, συναντάμε κρυπτοχριστιανούς στον Πόντο, γνωρίζουμε τη ζωή στη φυλακή αλλά και στο χαρέμι, μυούμαστε στη Φιλική Εταιρεία και παρακολουθούμε τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Πολλές είναι οι συγκλονιστικές σκηνές του βιβλίου, τα κομμένα κεφάλια και το αίμα πλημμυρίζουν τις σελίδες του. Ταυτόχρονα όμως και σκηνές ερωτικές και επεισόδια όπου η πονηριά κι η επινοητικότητα, ιδίως του πανέμορφου Ανθία, προκαλούν ένα χαμόγελο.
Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου περιγράφεται στις σελίδες 97-101. Ο Λεωνής, αδερφός του Τζανή, συλλαμβάνεται γιατί διατηρεί σχέσεις με την αγαπημένη του, την οποία είχε αρπάξει ο πασάς. Ετοιμάζεται η δημόσια εκτέλεσή του. Γονατιστός περιμένει το χαντζάρι να πέσει στο λαιμό του, ενώ ο καδής ρωτάει: "Δέχεσαι να γίνεις μουσουλμάνος;", πράγμα βέβαια που θα του έσωζε τη ζωή. Η αγωνία κρατάει την αγαπημένη του που παρακολουθεί, τους οικείους του, που γι΄αυτούς είτε ο θάνατος είτε το να αλλαξοπιστήσει ήταν το ίδιο, αλλά η αγωνία διακατέχει κι εμάς τους αναγνώστες. Δεν θα πω τι έγινε. Όταν όμως τέλειωσα το διάβασμα της σκηνής, έκλεισα το βιβλίο, δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήθελα κάποιο χρόνο να συνέλθω.
Εξίσου δυνατή σκηνή είναι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ τον Απρίλη του 1821 (σ. 542-548).Έχω επισκεφθεί την Πόλη, έχω δει την κλειστή από τότε Πύλη στην οποία τον κρέμασαν, κι έτσι μπορούσα με τη φαντασία μου να αναπαραστήσω στιγμή με στιγμή το θλιβερό τέλος, όπως μας το αφηγείται ο Καλπούζος.
Η σκηνή του "σταυρώματος" του Τζανή, όταν οι γενίτσαροι τον καρφώνουν σ' έναν πλάτανο (συνήθης απ' ότι φαίνεται και από άλλα σημεία τρόπος βασανισμού), με τίποτα δεν μπορεί να σβηστεί από τη μνήμη. Τις σφαγές της Χίου το 1822 τις προσπερνάμε με λίγες γραμμές στην Ιστορία. Εδώ τις ζούμε σαν να ήμαστε εεκί, για μέρες ακούμε τις κραυγές τρόμου, βλέπουμε τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τα πτώματα που κείτονται άταφα. "Αλλά όσα και να ιστορήσω δεν φτάνουν για να ειπωθούν τα βάσανα του κόσμου", ομολογεί ο συγγραφέας ενώ κάνει το θλιβερό απολογισμό: "Είκοσι πέντε με τριάντα χιλιάδες κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν, κοντά στις πενήντα χιλιάδες πουλήθηκαν σκλάβοι".
Ανατριχιάζεις, κλείνεις τα μάτια, σαν να μη θέλεις να δεις παρακάτω, όταν περιγράφεται το γδάρσιμο ζωντανού ανθρώπου, μια σκηνή που μου θύμισε μια ανάλογη του Χαρούκι Μουρακάμι στο "Κουρδιστό πουλί".
Τραγούδια της εποχής, παροιμίες με συμπυκνωμένη τη λαϊκή σοφία, σκέψεις γύρω από τη ζωή και το θάνατο δεν λείπουν από το βιβλίο, ούτε η αγάπη για τον τόπο και η εξύμνηση της ομορφιάς του. "Όποιος δεν έχει διαβεί τούτο το στενό να μην ειπεί πως ξεύρει τι σημαίνει ομορφιά του τόπου", λέει για το Βόσπορο.
Αλλά, πιστεύω, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Με αληθοφάνεια προσεγγίζει τη γλώσσα της εποχής "που έρχεται σαν μυρωδιά από μένα', λέει ο αφηγητής Τζανής. Πλήθος οι λέξεις και φράσεις που χρήζουν ερμηνείας για το σύγχρονο αναγνώστη, που ευκολύνεται όμως με την εξήγησή τους στο κάτω μέρος της σελίδας. Μεγάλη ήταν η έκπληξή μου διαπιστώνοντας την ομοιότητα με το κυπριακό ιδίωμα, σε σημείο που για πλήθος λέξεις δεν χρειαζόμουν γλωσσάριο: Περίτου (=περισσότερο), που (=από), συντυχά(ι)νω (=κουβεντιάζω), λαλώ (=μιλώ), άτζαπα (=άραγε), (μ)πιλέ (=ούτε), αμά (=αλλά), κουμάρι (=χαρτοπαίγνιο) και δεκάδες άλλες είναι όχι μόνο κατανοητές αλλά και εν χρήσει τουλάχιστον από τους παλαιότερους Κυπρίους.
"Άγιοι και δαίμονες" λοιπόν, με το "και" να γράφεται αχνά στο εξώφυλλο του βιβλίου, έτσι που, κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, να διαβάζεται και ως "Άγιοι δαίμονες". Η σύνθεση των αντιθέτων μέσα στον ίδιο λαό, ακόμα και μέσα στο ίδιο άτομο. Καλοσύνη και κακία, ομορφιά και σκήμια, πατριωτισμός και προδοσία, έρωτας και μίσος... Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2011

Τα πέμπτα μου γενέθλια

Σαν σήμερα, πριν από πέντε χρόνια, έγραφα το πρώτο σύντομο σημείωμά μου στο μόλις δημιουργηθέν μπλογκ. Πέντε χρόνια από τότε, αναπολώ τις δεκάδες τα βιβλία που διάβασα, τις γνωριμίες με ανθρώπους που έκανα, την ανταλλαγή απόψεων με άλλους βιβλιόφιλους...
"Ένα φτερούγισμα είναι η ζωή και πάει" μου 'ρχεται στο νου μια σκέψη από το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου που διαβάζω τώρα. Ας κρατήσει αυτό το φτερούγισμα όσο πιο πολύ γίνεται κι ας είναι ένα ανάλαφρο πέταγμα σ' ένα ασυννέφιαστο ουρανό, πάντα παρέα μ' ένα καλό βιβλίο.

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2011

Άγιοι έρωτες-Τα Μεγάλα Χρόνια

Όταν πληροφορήθηκα ότι ο Γιώργος Μιχαηλίδης ετοιμάζει μια καινούρια τριλογία με το γενικό τίτλο "Άγιοι έρωτες", της οποίας ο πρώτος τόμος με τίτλο "Τα μεγάλα χρόνια" ήδη κυκλοφορεί (Εκδόσεις του Αυγούστου, 2011), δεν περίμενα να ενημερωθώ από κριτικές ή από άλλους βιβλιόφιλους ή από τη μπλογκόσφαιρα για την αξία του βιβλίου. Η προηγούμενη τριλογία του συγγραφέα με το γενικό τίτλο "Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας" που με είχε ενθουσιάσει ήταν η καλύτερη σύσταση.
Για μια βδομάδα βυθίστηκα στην απόλαυση ενός βιβλίου, αλλά ταυτόχρονα και στις σελίδες της Ιστορίας. Καθώς διάβαζα, ολοένα στριφογύριζε στο νου μου ο χαρακτηρισμός "Πόλεμος και ειρήνη". Κι ας διαφέρει η εποχή κι ας είναι άλλος ο τόπος και η όλη ατμόσφαιρα, όμως βρίσκω το έργο εξίσου μεγαλειώδες, εξίσου σημαντικό για την ελληνική λογοτεχνία όσο το ομώνυμό του για τη ρωσική. Πολεμικές σελίδες, περιγραφές μαχών, η αγριότητα του πολέμου, αλλά και σελίδες ειρηνικής ζωής και έρωτα. Η ίδια η εποχή το απαιτεί. Είναι η σκληρή αλλά και θριαμβευτική εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Η εποχή που με το αίμα και τη θυσία χιλιάδων νέων ελευθερώνονται εδάφη, η Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα ξαναγίνονται ελληνικά.
Έργο πολυπρόσωπο, με περισσότερρες από μιά αφηγηματικές φωνές που, ομολογώ, ενίοτε δυσχαίρεναν την ανάγνωση, από την άλλη όμως απαιτούσαν αμέριστη την προσοχή μου. Οι γενιές μπλέκονται, ο χρόνος πηγαινοέρχεται. Η ιστορία ξεκινά από ένα μικρό χωριό στα Τζουμέρκα, μεταφέρεται στη Μακεδονία και στις επιθέσεις των Βουλγάρων, στην Οδησσό με τον ακμάζοντα ελληνισμό, στη μάχη της Αετοράχης για κατάληψη των Ιωαννίνων, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα. Στη φρίκη του πολέμου, στα χειρουργεία του μετώπου, στα ακρωτηριασμένα, συχνά χωρίς αναισθητικό σώματα, αλλά και στα σαλόνια και τα κουτσομπολιά της Αθήνας.
Ένας μεγάλος έρωτας γίνεται ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται πρόσωπα και γεγονότα, ένα πάθος για τα βιβλία που ξεκίνησε χρόνια πριν σαν έμφυτη, ασύνειδη ορμή σ' ένα μικρό κορίτσι από τα Τζουμέρκα, δημιουργεί μια βιβλιοθήκη 360 χιλιάδων τόμων... Όπως σ'ένα πολυπρόσωπο πίνακα οι παλιοί, κλασικοί ζωγράφοι απεικονίζουν κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρόσωπο όσο ασήματο και δευτερεύον κι αν είναι στον πίνακά τους, έτσι κι ο Μιχαηλίδης φωτίζει κάθε χαρακτήρα ακόμα και πρόσωπα που ίσως θα συναντήσουμε για λίγο, μια μόνο φορά.
Δεν βρίσκω προσφορότερο τρόπο να χαρακτηρίσω αυτό το θαυμάσιο έργο (του οποίου ανυπόμονα θα περιμένουμε τη συνέχεια) και να αποδώσω το περιεχόμενό του από ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του ίδου του συγγραφέα:
" Η Ιστορία, λοιπόν, αυτό το τέναγος που μέσα του βυθίζονται ζωές, ακόμη και έθνη, που προχωρά με άπειρες μεταμφιέσεςι και μεταμορφώσεις, αυτό είναι το κέντρο της αφήγησής μας. Η Ιστορία και οι Άνθρωποι.
Για να μπορέσουμε να αποσπάσουμε από το βάθος του χρόνου όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που θα ζωντανέψουν την Ιστορία μας, ταξιδέψαμε πολύ, επισκεφθήκαμε τους τόπους που έζησαν, πολέμησαν ή και πέρασαν απλώς οι ήρωές μας, σκύψαμε πάνω από τη σκόνη πολλών βιβλίων, κοιτάξαμε πλήθος φωτογραφίες, διαβάσαμε αφηγήσεις, και για να καθησυχάσουμε τον αναγνώστη μας, τον διαβεβαιώνουμε πως όλα τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό το βιβλίο είναι αληθινά έως την παραμικρή λεπτομέρεια. Όσο για τα άλλα, "τα ανθρώπινα", ας διεκδικήσουν οι ήρωες, ο καθένας για λογαριασμό οτυ, το ενδιαφέρον σας, τη συμπάθεια ή και την περιφρόνησή σας".

Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2011

Τα δάκρυα των αγγέλων

Όποιος έχει διαβάσει τα δυο προηγούμενα βιβλία του Θοδωρή Παπαθεοδώρου "Οι κόρες της λησμονιάς" και "Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς" χωρίς αμφιβολία θα αναζητήσει και το τρίτο μέρος "Τα δάκρυα των αγγέλων" (Ψυχογιός 2011) που πρόσφατα εκδόθηκε, ενώ το τέταρτο, με τίτλο "Οι καιροί της μνήμης", αναμένεται τον Οκτώβριο του 2011. Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα-ποταμό περνά όλος ο τραγικός, ελληνικός εμφύλιος, ο τόσο κοντινός αλλά και τόσο μακρινός μας. Σπάνιο ισοζύγιασμα λογοτεχνίας και ιστορίας, χωρίς η μια να υπερτερεί της άλλης.
Το πρώτο μέρος άρχιζε κατά τη διάρκεια ακόμα της γερμανικής κατοχής και σταματούσε στο 1945. Στο δεύτερο παρακολουθήσαμε τα γεγονότα ως το 1948. Και τώρα, το τρίτο μέρος τελειώνει το 1949 με την οριστική ήττα του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος), χωρίς όμως να έχει γραφτεί ο επίλογος του μυθιστορήματος.
Με τρεις βασικές κεντρικές ηρωίδες, που η καθεμιά εκπροσωπεί μια διαφορετική γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας και μια διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση, προσπαθεί ο συγγραφέας να καλύψει όλες, κατά το δυνατό, τις όψεις του εμφυλίου. Ο άντρας της Αγγέλας, από το Μυριόφυλλο της Ηπείρου, έχει εκτελεστεί από τους Γερμανούς. Ο άντρας της Αριάδνης από την Αθήνα, λοχαγός, έχει σκοτωθεί πολεμώντας στις τάξεις του κυβερνητικού στρατού. Τέλος, ο άντρας της Μέλπως από τη Θεσσαλονίκη, ενταγμένος από χρόνια στο κομμουνιστικό κόμμα, πολεμά με τον ΔΣΕ. Τις τρεις βασανισμένες γυναίκες ενώνει ο πόνος για τις κόρες τους πού δεν ξέρουν πού βρίσκονται, δεν ξέρουν αν ζουν ή αν πέθαναν και απελπισμένα τις ψάχνουν. Και οι τρεις κόρες, άλλη βίαια και άλλη εκούσια έχουν απομακρυνθεί από τη μητρική αγκαλιά, έχουν στερηθεί την οικογενειακή θαλπωρή.
Μέσα από τα βασικά αυτά πρόσωπα και πολλά άλλα, ιστορικά και μυθιστορηματικά, μέσα από τα ατομικά δράματα ξετυλίγεται το συλλογικό δράμα της Ελλάδας. Οι φανατισμοί, τα εκατέρωθεν εγκλήματα και σ' αυτό, το τρίτο μέρος, μια από τις πιο σκοτεινές και εφιαλτικές πτυχές του εμφυλίου, αυτή του παιδομαζώματος. Από τη μια οι κομμουνιστές μαζεύουν τα παιδιά που είτε έμειναν ορφανά είτε για να τα "γλιτώσουν" και τα στέλλουν σε γειτονικές φιλικές χώρες, και από την άλλη το επίσημο κράτος δημιουργεί τις λεγόμενες "παιδουπόλεις της Φρειδερίκης". Και στις δυο περιπτώσεις χιλιάδες παιδιά στερήθηκαν βίαια  τις οικογένειές τους, πολλά απ' αυτά έμειναν για πάντα αγνοούμενα. Η βίαιη αρπαγή παιδιών, τα εικονικά στρατοδικεία, οι εκτοπισμοί και οι εξορίες, ο εξαναγκασμός των χωριών να τροφοδοτούν τους αντάρτες, ο ρόλος των γειτονικών κομμουνιστικών χωρών, οι άγριες φονικές μάχες λίγο πριν το τέλος, είναι μερικές μόνο από τις πτυχές του εμφυλίου που φωτίζονται από τον συγγραφέα.
Όπως και στα δυο προηγούμενα βιβλία, οι εκτενείς επεξηγηματικές σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος είναι κατατοπιστικότατες ιστορικές πληροφορίες. Θα έλεγα μάλιστα ότι, παρ' όλο ότι επεξηγούν και τεκμηριώνουν σημεία του μυθιστορήματος, διατηρούν μια αυτοτέλεια που άνετα επιτρέπει να διαβαστούν και από μόνες τους ως ιστορικές σελίδες.
Περιμένουμε τώρα το τέταρτο και τελευταίο μέρος.

Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

Έτσι θέλω να θυμάμαι

Για τη Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου το γράψιμο δεν είναι πάρεργο. Αφοσιωμένη σ' όλη της τη ζωή στη συγγραφή, μας έχει δώσει ως τώρα πολυάριθμα βιβλία: Διηγήματα, παιδική και νεανική λογοτεχνία, χρονογραφήματα, μυθιστορήματα.
 Ποικίλα είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται στη συγγραφική της δημιουργία. Άλλοτε είναι η σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα ("Το άλλο μου μισό"), άλλοτε η πάλη της ηρωίδας της με τον ερυθηματώδη λύκο ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου") κι άλλοτε πάλι μας μεταφέρει στην Ινδονησία και στο τσουνάμι που έπληξε τη χώρα το 2004 ("Ο γαλάζιος δράκοντας"). Όμως, πιστεύω, ότι το πιο προσφιλές της θέμα και με βάση το οποίο μας έδωσε τα καλύτερα έργα της είναι η ζωή στην Αφρική, όπου και η ίδια έζησε πολλά χρόνια.
Στον αγαπημένο αυτό χώρο, και συγκεκριμένα στη Νιγηρία, τοποθετείται και η καινούρια της δουλειά που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα, το πολυσέλιδο μυθιστόρημα "Έτσι θέλω να θυμάμαι" (Ωκεανίδα, 2011). Είναι η ιστορία του Μάικλ, του παιδιού που γεννήθηκε από λευκό, Έλληνα πατέρα και μαύρη μητέρα, ιστορία παρόμοια με χιλιάδων άλλων παιδιών που "δεν είναι μαύρα, που δεν είναι λευκά, μα που έχουν ομορφιά κια εξυπνάδα". Οι λευκοί μετανάστες, στερημένοι τις οικογένειές τους, χρόνια μακριά απ' αυτές, δημιουργούσαν συχνά δεσμούς με μαύρες γυναίκες "κι άφησαν πίσω τους τόσα παιδιά μιγάδες, χωρίς όνομα, χωρίς αναγνώριση, να διεκδικούν μόνα τους τις ρίζες και την ταυτότητά τους". Τη συγκινητική ιστορία ενός τέτοιου παιδιού μας αφηγείται η συγγραφέας.
Το βιβλίο αρχίζει το 2009 με τον κεντρικό ήρωά της, τον Μάικλ, να βρίσκεται στο πολύβουο Λονδίνο και να αρχίζει να γράφει αναπολώντας και αναπλάθοντας τη ζωή του. Παρ' όλο που ολόκληρο το βιβλίο, που κλείνει πάλι με ένα κεφάλαιο τοποθετημένο στο 2009, είναι όσα "θέλει να θυμάται" ο Μάικλ, ακολουθείται η τριτοπρόσωπη και όχι η πρωτοπρόσωπη γραφή, πράγμα που παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία γραφής στη συγγραφέα.
Μεταφερόμαστε στη Νιγηρία τη δεκαετία του '60. Είναι μια ταραγμένη εποχή, όταν, μετά από την ανεξαρτησία της Νιγηρίας από τους Άγγλους, τα σπέρματα της διχόνοιας που είχαν σπείρει όπως και παντού αλλού οι αποικιοκράτες, ξεσπούν στον πόλεμο μεταξύ των κυριότερων φυλών, των Ίγκμπο και των Χάουζα. Ωραίες περιγραφές μας μεταφέρουν το κλίμα της εποχής και η μυθιστορηματική ένταξη της ιστορίας της χώρας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο μικρός Μάικλ ζει ευτυχισμένος με τη μαύρη μητέρα του, την Ατλίν και τον λευκό πατέρα του, τον Βασίλη Σταματέλο. Δεν έχει στην αρχή επίγνωση της διαφορετικότητάς του, ώσπου, όπως συνήθως συμβαίνει, κάποια παιδιά τον κοροϊδεύουν "παλιομιγά, μπάσταρδο" ή στη γλώσσα τους "μπακίν μπατούρε". Αρκετές άλλες διαλεκτικές εκφράσεις, διασκορπισμένες στο βιβλίο, προσθέτουν στην αφρικανική ατμόσφαιρα.. Μια ατμόσφαιρα που ενισχύεται και επιτυχημένα αποδίδεται και με άλλες σκηνές, όπως αυτή με τον "ντίμπια", τον μάγο της φυλής, ή την περιγραφή του παραδοσιακού γάμου, ή ακόμη με την αναφορά σε αφρικανικά φαγητά κ.λπ.
Ο Μάικλ φοιτά σε ιεραποστολικό σχολείο, ο καλύτερός του φίλος είναι ένας λευκός Δανός, μα η ζωή δεν θα σταθεί τόσο ευνοϊκή γι' αυτόν. Ο πατέρας του, λόγω ποικίλων συγκυριών, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει κρυφά τη Νιγηρία και να επιστρέψει στην οικογένειά του στην Ελλάδα, χωρίς να τον αναγνωρίσει ως παιδί του. Με μια υποτροφία ο πανέξυπνος Μάικλ θα σπουδάσει μοριακή βιολογία και γενετική στο Λονδίνο, θα γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου και θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας ελληνίδας φοιτήτριας. Όμως δεν παύει σ' όλη του τη ζωή να βασανίζεται όχι μόνο από την έλλειψη αλλά και από την άγνοια του πατέρα και να τον αναζητά παντού. Κάτω από ποιες δραματικές συνθήκες θα τον βρει και γιατί το πρώτο κεφάλαιο μας εισάγει σ' ένα κλίμα μελαγχολίας του ενήλικα πια, καθηγητή Μάικλ;
Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω το τέλος του τόσο ενδιαφέροντος μυθιστορήματος. Θα ήθελα μόνο να επισημάνω πως ο περιορισμός στην έκταση θα προσέδιδε, νομίζω, μεγαλύτερο βάθος στο μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα ωριμότητας, από τις καλύτερες συγγραφικές στιγμές της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου.

Σάββατο, Μαΐου 21, 2011

Εικόνες από το τίποτα

Δεν μπορώ να πω ότι με ελκύει ιδιαίτερα το λογοτεχνικό είδος της επιστημονικής φαντασίας, αν και κατά καιρούς τέτοια βιβλία υπήρξαν σταθμός στη λογοτεχνία. Ολόκληρες γενιές μεγαλώσαμε με τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, που εξακολουθούν ακόμα να μας γοητεύουν. Θυμάμαι επίσης πόσο μου είχε αρέσει πριν από αρκετά χρόνια το "Εγώ το ρομπότ" του Ισαάκ Ασίμοφ. Και ποιος δεν έχει διαβάσει, δεν έχει δει την ταινία ή έστω δεν έχει ακούσει για το "1984" του Όργουελ ή ακόμη το εξαιρετικό "Φάρεναϊτ 451" ("Κάψτε τα βιβλία");
Εκτός από μερικές λοιπόν εξαιρέσεις το είδος με αφήνει σχετικά αδιάφορη κι έτσι άρχισα κάπως επιφυλακτικά να διαβάζω το "Εικόνες από το τίποτα" του Γιάννη Πέτσα (Captainbook.gr 2011). Σ' ένα διαστημόπλοιο που διασχίζει το διάστημα εδώ και εκατοντάδες χρόνια βρίσκονται δυο "άτομα", αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τους σημερινούς συμβατικούς όρους. Ο κυβερνήτης   και ο εγκέφαλος, ο ιθύνων νους, που ονομάζεται Όλεφ. "Ο κυβερνήτης ήταν ένας πολίτης του διαστήματος, προγραμματισμένος για να μπορεί να αντεπεξέλθει σ' έναν τεράστιο βαθμό δυσκολιών, ένας υπεράνθρωπος με βάση τα γήινα πρότυπα (...) είχε εκπαιδευτεί γι' αυτό περίπου τετρακόσια χρόνια στην ύπνωση κι ήταν έτοιμος για οτιδήποτε". Η ύπνωση ή ανάπλαση, όπως την αποκαλούσαν, ήταν "ένα είδος επαναπρογραμματισμού, κάτι παρόμοιο μ΄αυτό που στο δικό μας πολιτισμό οι διάφορες θεολογικές δοξασίες είχαν αποκαλέσει κατά καιρούς νεκρανάσταση ή μετενσάρκωση".
Σκοπός του ταξιδιού ήταν να εξερευνήσουν τις απαρχές του κόσμου. "Πριν υπάρξει χρόνος, πριν υπάρξει οτιδήποτε με τη μορφή που υποθέτουμε πως συνέβησαν αυτά που νομίζουμε, πριν τη μεγάλη έκρηξη, πριν την πρώτη στιγμή της δημιουργίας και πριν την έννοια του υπέρτατου όντος, τι υπήρξε;"
Ο κυβερνήτης και ο εγκέφαλος συζητούν διαρκώς. Όλες οι έννοιες που ξέρουμε και χρησιμοποιούμε θα έχουν άλλο νόημα σ' αυτή τη μελλοντική εποχή. Ακόμα και η  συζήτηση δεν γίνεται με σημερινούς όρους, είναι μια μεταβίβαση της σκέψης. Συζητούν για το χρόνο, τη γλώσσα, για το Θεό, για τη σκέψη ή για την ψυχή.
Και ξαφνικά, εκεί που ο αναγνώστης αρχίζει να βαριέται διερωτώμενος πού και πώς θα καταλήξει ο συγγραφέας, μια ξαφνική και μεγάλη ανατροπή αλλάζει τα πάντα στην αφήγηση και το ενδιαφέρον ανανεώνεται ως το απροσδόκητο τέλος.
Γενικά προτιμώ πιο σύγχρονα και πιο...γήινα αναγνώσματα, νομίζω όμως πως οι θιασώτες των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας μπορούν να απολαύσουν ένα πρωτότυπο ανάγνωσμα.

[Ευχαριστίες στις εκδόσεις Captainbook.gr που είχαν την καλοσύνη να μου αποστείλουν το βιβλίο]

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2011

Η παγωμένη πριγκίπισσα

Κατά κανόνα, όταν τελειώνω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αισθάνομαι όπως όταν έχω φάει ένα ωραίο γλυκό! Το απολαμβάνω όση ώρα το τρώω, αλλά μετά αρχίζουν οι τύψεις για...τις περιττές θερμίδες που φορτώθηκα. Έτσι και με τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Τα απολαμβάνω όση ώρα τα διαβάζω και μετά αρχίζουν οι τύψεις για "το χρόνο που έχασα". Κι όμως, παρ' όλες τις τύψεις ξέρω ότι και στα γλυκά θα υποκύψω ξανά και στην αναγνωστική απόλαυση αστυνομικών μυθιστορημάτων!
Πιο πρόσφατη τέτοια απόλαυση υπήρξε το μυθιστόρημα της (άγνωστής μου ως τώρα) Σουηδής, Camilla Lackberg, "Η παγωμένη πριγκίπισσα" (Μεταίχμιο 20011, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Όπως πληροφορούμαστε από το "αυτί" του βιβλίου, αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα της γεννημένης το 1974 Καμίλα, το οποίο κυκλοφόρησε στη Σουηδία το 2003 και τόσο αυτό όσο και τα επόμενά της βιβλία έγιναν best sellers, έχοντας πουλήσει πάνω από 30 εκατομμύρια σε 30 χώρες. Γεννήθηκε στη Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι 140 χιλιόμετρα από το Γέτεμποργκ και εκεί διαδραματίζονται και οι αστυνομικές της ιστορίες με πρωταγωνιστές την Ερίκα Φαλκ, μια συγγραφέα, πιθανότατα persona της ίδια της Λάκμπεργκ, και τον επιθεωρητή Πάτρικ Χέντστρεμ. Ωραίος τύπος ο Πάτρικ, ικανός αστυνομικός, υφιστάμενος ενός δύστροπου, αντιπαθητικού και όχι τόσο ικανού διευθυντή, διαλευκαίνει τις υποθέσεις ενώ τη "δόξα" κερδίζει ο αστυνομικός διευθυντής Μέλμπεργ.
Η Ερίκα που έχει καταφύγει στο χωριό για να γράψει, βρίσκει την παιδική της φίλη Άλεξ νεκρή στη μπανιέρα της, με το αίμα να έχει πήξει γύρω της. Δολοφονία ή αυτοκτονία; Οι γονείς της Άλεξ, ο άντρας της, η αδελφή της της Ερίκα, ένας εκκεντρικός ζωγράφος, μια άλλη πλούσια οικογένεια του χωριού, ένας εξαφανισμένος γιος κι ένας άλλος υιοθετημένος, ένας παλιός έρωτας της Ερίκα, η φλύαρη, κουτσομπόλα γειτόνισσα είναι μερικά από τα πρόσωπα της κοινωνίας του χωριού που συνδέονταν με τον ένα ή άλλο τρόπο με τη νεκρή και ανάμεσα στα οποία θα βρεθεί ο δολοφόνος, αφού βεβαίως ακολουθήσει και άλλος βίαιος θάνατος. Τα αίτια θα αναζητηθούν και θα βρεθούν σε παλιά, κρυμμένα, οικογενειακά μυστικά.
Όπως γενικά συμβαίνει στο σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό δεν περιορίζεται αυστηρά στην αστυνομική πλοκή. Η κοινωνική διάσταση, ειδικά στην περίπτωση αυτή που αφορά την όχι και τόσο γνωστή μας σουηδική κοινωνία, προσδίδει ευρύτερο ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα. Ωραίες και οι περιγραφές του ψαράδικου χωριού, ενώ το κρύο και η βροχή που συνοδεύουν τη δράση αποδίδουν τέλεια και το φυσικό περιβάλλον.
Ήδη από το Μεταίχμιο προαναγγέλλεται η έκδοση άλλων δυο βιβλίων της Λάκμπεργκ: "Ο Ιεροκήρυκας" (φθινόπωρο 2011) και "Οικογενειακά μυστικά" (άνοιξη 2012). Όσες κι αν θα είναι οι αναμενόμενες τύψεις μου, δεν νομίζω ότι θα αποφύγω τον πειρασμό της ανάγνωσής τους!

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2011

Ελευθερία

Τεράστιο σε όγκο όπως η ίδια η Αμερική, απλωμένο σε χώρο δράσης σε πλείστες πολιτείες της, στη Μινεσότα, στη Βιρτζίνια, στη Ν. Υόρκη, στην Ουάσιγκτον, στη Νεβάδα, στη Φλόριντα, το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν "Ελευθερία" (Ωκεανίδα, 2011, μετ. Ρένα Χατχούτ), καλύπτοντας χρονικά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αι. και τις αρχές του 21ου, μέσα από τη ζωή πλήθους ανθρώπων, γίνεται ο  εκφραστής του σύγχρονου αμερικανικού κόσμου.
Ο Τζόναθαν Φράνζεν (γεν. 1959) έγινε ευρύτατα γνωστός το 2001 με το μυθιστόρημά του "Διορθώσεις". Τώρα, με το "Ελευθερία" εδραιώνει τη θέση του στο αμερικανικό συγγραφικό στερέωμα.
Έργο δυσχερέστατο η απόδοση του περιεχομένου ενός όγκου 800 σελίδων, με θέματα που καλύπτουν από τις εφηβικές ανησυχίες και όνειρα ως τα περιβαλλοντικά, από τον πόλεμο στο Ιράκ ως τον Κλίντον και τον Ομπάμα, από τα ναρκωτικά ως την πολιτική και την μουσική, με λίγα λόγια όλη τη σύγχρονη Αμερική. Δυσχέρεια η οποία εντείνεται από την ύπαρξη δεκάδων προσώπων που γίνονται οι φορείς της δράσης. Γιατί εκείνο που κυρίως δεσπόζει είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο εσωτερικός κόσμος των χαρακτήρων, οι έρωτες, οι οικογενειακές συγκρούσεις, η διάλυση και η επανασύνδεση, η μάταιη αναζήτηση της ευτυχίας καθώς οι ήρωές του φαίνονται να συντρίβονται από τις προσωπικές τους επιλογές. Αλλά παρ' όλα αυτά διεκδικώντας την ελευθερία των προσωπικών επιλογών. Η λέξη "ελευθερία" ακούγεται συχνά μέσα στο πολυσέλιδο βιβλίο, δικαιολογώντας τον τίτλο. "Αυτό δεν είναι το νόημα της ελευθερίας; Το δικαίωμα να σκέφτεσαι ό,τι θέλεις;" ακούγεται από έναν από τους ήρωες σε μια συζήτηση.
Κεντρικό ζευγάρι σ' όλο το μυθιστόρημα, του οποίου τη ζωή παρακολουθούμε από την αρχή ως το τέλος του έργου και γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα σχεδόν τα υπόλοιπα πρόσωπα, είναι ο Γουόλτερ και η Πάτι Μπέργκλαντ. Νεανικός έρωτας που κατέληξε σε γάμο και στην απόκτηση δυο παιδιών, της Τζέσικα και του Τζόι. Η Πάτι, ωραία, αθλήτρια του μπάσκετ στα νιάτα της, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει έπειτα από έναν τραυματισμό. Αμφιταλαντεύθηκε ανάμεσα στους δυο φίλους και συγκάτοικους, τον Ρίτσαρντ Κατς και τον Γουόλτερ, η αποτυχημένη όμως προσπάθειά της να κατακτήσει τον Ρίτσαρντ, την οδηγεί σε γάμο με τον Γουόλτερ που την αγαπούσε πιο πολύ απ' ό,τι εκείνη.
Ο Γουόλτερ, δικηγόρος, μανιώδης περιβαλλοντιστής, εργάζεται σε μια οργάνωση προστασίας της φύσης. Από τους πιο συμπαθείς χαρακτήρες του έργου, αγωνίζεται εναντίον του υπερπληθυσμού του πλανήτη, θεωρώντας τον ως το κυριότερο αίτιο καταστροφής του περιβάλλοντος.
Η Πάτι, αν και το να μείνει στο σπίτι και να μεγαλώσει τα παιδιά της ήταν δική της επιλογή, με τα χρόνια, όταν τα παιδιά φεύγουν, οδηγείται σταδιακά στην κατάθλιψη. Η καταπιεσμένη επιθυμία της για τον Ρίτσαρντ βρίσκει ικανοποίηση πολύ αργότερα, όταν θα βρεθούν μόνοι σ' ένα εξοχικό σπιτάκι που είχε η οικογένειά της κοντά σε μια λίμνη. Αυτό θα δώσει την έμπνευση στον Ρίτσαρντ  να γράψει ένα τραγούδι που θα γίνει τεράστια επιτυχία. Όταν ο Γουόλτερ θα μάθει για την απιστία της Πάτι, έστω και χρόνια μετά, η ήδη προβληματική σχέση του με την Πάτι θα οδηγηθεί σε ρήξη, ενώ ο Ρίτσαρντ,  θα γίνει διάσημος ροκάς μουσικός.
Το νήμα της κεντρικής αυτής ιστορίας διακόπτεται από τις παρεμβολές των ιστοριών των οικογενειών της Πάτι και του Γουόλτερ, των παιδιών τους, που το καθένα ακολουθεί το δικό του δρόμο, την πορεία του Ρίτσαρντ, άλλων φίλων και γνωστών. Εντονότατος ο σεξουαλισμός που διατρέχει το βιβλίο, με άκρως ρεαλιστικές και με αχρείααστες, θα έλεγα, λεπτομερειακές περιγραφές, περιλαμβάνει ενίοτε σκηνές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αηδιαστικές.
Όταν κλείσεις το βιβλίο, αναπολώντας όλα αυτά που διάβασες, το κυριότερο συναίσθημα που μένει είναι αυτό μιας κάποιας θλίψης, έστω κι αν ο Φράνζεν δίνει ένα τέλος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "happy end". Οι στόχοι του "αμερικανικού ονείρου" μοιάζει να είναι μόνο το σεξ και το χρήμα. Ακόμα κι αυτός ο εμφανιζόμενος ως ιδεολόγος περιβαλλοντιστής, ο Γουόλτερ, συμβιβάζεται κάποια στιγμή και δέχεται την αλλοίωση του περιβάλλοντος και τον εκτοπισμό των κατοίκων με αντάλλαγμα να γίνει μελλοντικά η περιοχή χώρος προστασίας του κουφαηδονιού. Ο δε γιος του, ο Τζόι, μεσολαβεί έναντι αδρής αμοιβής, για την πώληση ανταλλακτικών αυτοκινήτων που θα χρησιμοποιηθούν στο Ιράκ, εν γνώσει του ότι είναι ελαττωματικά και άχρηστα.
Δεν ξέρω αν αυτή είναι πράγματι η κυρίαρχη εικόνα της Αμερικής ή αν ο συγγραφέας επέλεξε σκόπιμα να δώσει αυτή τη σκοτεινή πλευρά. Σημασία έχει ότι ως λογοτεχνικό έργο, αν και κάπως φλύαρο και, κατά την άποψή μου, υπερτιμημένο, αξίζει.

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

Πάσχα στον Έβρο



Για μια ακόμα χρονιά Πάσχα στην αγαπημένη γη της Ελλάδας, της πιο όμορφης χώρας του κόσμου. Φετινή επιλογή η ακριτική περιοχή του Έβρου.

Από τη Θεσσαλονίκη διασχίζουμε με άνεση την Εγνατία οδό, τελειωμένη μόλις το 2009, χαραγμένη αιώνες πριν απ’ τους Ρωμαίους, δρόμο που ένωνε τη Δυτική με την Ανατολική Αυτοκρατορία και που σήμερα φτάνει από την Ηγουμενίτσα ως τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Σταματάμε για το γεύμα στην όμορφη, παραθαλάσσια Ηρακλείτσα, όπου η ευθυμία και η ευπροσηγορία του εστιάτορα ενισχύει τη χαρούμενη εκδρομική διάθεση.
Άποψη της Ηρακλείτσας

Πρώτη εντύπωση από την Αλεξανδρούπολη, που δεν θα διαφοροποιηθεί όσες μέρες θα μείνουμε εκεί: μια ήρεμη, όμορφη, παραλιακή πόλη, με ήσυχους κι ευγενικούς κατοίκους. Το ξενοδοχείο μας, το ωραιότατο Classical Egnatia Grand, κτισμένο μέσα σε πάρκο, απλώνει τους καταπράσινους κήπους του ως τη θάλασσα. Κάποια δέντρα δεν πρόλαβαν ακόμα ν’ ανθίσουν, χωρίς αυτό να μειώνει την ομορφιά του τοπίου. Στο βάθος μόλις αχνοφαίνεται η Σαμοθράκη με την κορυφή του βουνού της ακόμη χιονισμένη.
Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης

Από τον κήπο του ξενοδοχείου. Στο βάθος η Σαμοθράκη

Στον πανέμορφο κήπο του ξενοδοχείου Egnatia Grand ο οβελίας ετοιμάζεται

Καινούρια πόλη η Αλεξανδρούπολη, στη θέση ενός παλιού οικισμού με τ’ όνομα Δεδεαγάτς, σχεδιάστηκε ρυμοτομικά από τους Ρώσους που την πήραν από τους Τούρκους το 1878. Τη Βουλγαρική κυριαρχία που ακολούθησε τερμάτισε η ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1920 και το παλιό Δεδεαγάτς μετονομάστηκε σε Νεάπολη, όνομα που κράτησε πολύ λίγο. Η επίσκεψη εκεί του λιγόζωου, άτυχου βασιλιά Αλέξανδρου της έδωσε το σημερινό της όνομα.

Σήμα κατατεθέν της πόλης ο φάρος της, που χτίστηκε το 1880 σχεδόν ταυτόχρονα με το λιμάνι της. Ακοίμητος φρουρός του λιμανιού, επιβλέπει τις καφετέριες που απλώνονται στα πόδια του, ενώ η μουσική των νερών συνοδεύει τη ραστώνη των θαμώνων.
Ο φάρος

Πλάι στο φάρο το μνημείο ευγνωμοσύνης σε μια όχι και τόσο γνωστή Θρακιώτισσα ηρωίδα της Επανάστασης, τη Δόμνα Βισβίζη. Ακούμε την ιστορία της, την προσφορά εκείνης, του συζύγου, των πέντε παιδιών της, όλης της μεγάλης περιουσίας τους στον αγώνα, αλλά και το θλιβερό, άδοξο τέλος της (πέθανε στον Πειραιά το 1852 φτωχή και περιφρονημένη) κι αναλογιζόμαστε όχι χωρίς θλίψη, το παρόμοιο τέλος των πιο αγνών και ιδεολόγων αγωνιστών.
Η Δόμνα Βισβίζη

Ο Έβρος, το μεγάλο ποτάμι, το φυσικό σύνορο Ελλάδας-Τουρκίας, που πηγάζει από την οροσειρά Ρίλα της Βουλγαρίας και καταλήγει στο Θρακικό πέλαγος, μας συνοδεύει στην πορεία μας προς τα βόρεια του νομού. Πρασινάδες, νερά, αλλού στενότερο κι αλλού πλατύτερο το ποτάμι, καταλήγει στο περίφημο Δέλτα, ένα προστατευόμενο υγροβιότοπο, πλούσιο σε ιχθυοπανίδα και περιζήτητο κυνηγότοπο. Δεν έχουμε χρόνο για να το τριγυρίσουμε με τις ειδικές βάρκες, όμως έστω και λίγο θα χαρούμε την άπλα του και λίγα υδρόβια πτηνά.
Στο Δέλτα του Έβρου

Σε μικρή απόσταση από το Δέλτα του Έβρου βρίσκεται η πόλη Φέρες. Είναι πραγματικά μεγάλη η συγκίνηση να μπαίνεις στην Παναγία Κοσμοσώτειρα και να σκέφτεσαι τους αιώνες που πέρασαν με την εκκλησία πάντα εδώ κι ας έγινε για ένα διάστημα μουσουλμανικό τέμενος. Παλιά μονή, ιδρυμένη το 1151 από τον Ισαάκιο Κομνηνό διατηρεί ως σήμερα σε λειτουργία στο κέντρο των Φερών το καθολικό της. Μ’ ένα ρόδινο χρώμα στο εξωτερικό της, διακοσμείται εσωτερικά με μοναδικά δείγματα υψηλής τέχνης του 12ου αι. Το τυπικό ίδρυσης της μονής, αναρτημένο στα αριστερά της εισόδου, προσελκύει την προσοχή και το θαυμασμό μας.
Παναγία η Κοσμοσώτειρα στις Φέρες

Το τυπικό ίδρυσης της μονής

Εξήντα πέντε χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη βρίσκεται το Σουφλί, πασίγνωστη «πόλη του μεταξιού». Για αιώνες παραδοσιακή ενασχόληση των κατοίκων η σηροτροφία εξακολουθεί και σήμερα να δημιουργεί ωραία μεταξωτά. Ο επισκέπτης ενημερώνεται για τον τρόπο εκτροφής του μεταξοσκώληκα, την όλη διαδικασία παραγωγής του μεταξιού και ασφαλώς δεν μπορεί να φύγει χωρίς να πάρει μαζί του ένα έστω αναμνηστικό μεταξωτό.

Άποψη του μουσείου μεταξιού στο Σουφλί


Διαλέγοντας μεταξωτά

Οδεύοντας βόρεια προς το Διδυμότειχο ταξιδεύουμε πάντα πλάι στο ποτάμι, στον Έβρο. Στη Γέφυρα των Κήπων σταματάμε για λίγο. Εδώ είναι το σύνορο, απ' εδώ το ελληνικό φυλάκιο, απ' εκεί των Τούρκων.

Στο βάθος η Γέφυρα των Κήπων


Ακόμα μια άποψη του Έβρου
Περιβεβλημένο με τη βυζαντινή αύρα, αποπνέοντας την τουρκική κυριαρχία, γεμάτο από ιστορία και παράδοση, ενενήντα οκτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Αλεξανδρούπολης βρίσκεται το Διδυμότειχο. Κτισμένο στη θέση της Ρωμαϊκής Πλωτινούπολης διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο. Αυτό ανακήρυξε πρωτεύουσά του ο Ανδρόνικος ο Γ΄ επαναστατώντας κατά του νόμιμου αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β΄, εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός, εδώ γεννήθηκε ο Ιωάννης Βατάτζης, αυτοκράτορας της εξόριστης στη Νίκαια αυτοκρατορίας, αυτό έκανε πρώτη πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους στην ευρωπαϊκή ήπειρο ο Μουράτ ο Α΄, εδώ φυλακίστηκε ο Κάρολος Α΄ της Σουηδίας όταν, νικημένος από τους Ρώσους το 1709, κατέφυγε στο σουλτάνο. Το μεγάλο τζαμί, ένα τεράστιο τετράγωνο κτίσμα, τουρκικά λουτρά, πλήθος χριστιανικές εκκλησίες, τα τείχη ψηλά στο κάστρο κι ο Ερυθροπόταμος, παραπόταμος του Έβρου που διασχίζει την πόλη, συνθέτουν την εικόνα που κρατάω μέσα μου από την παλιά αυτή, παραμεθόριο πόλη.


Το μεγάλο τζαμί


Το κάστρο του Διδυμότειχου

Απομονωμένη, μακριά από τις συστάδες των άλλων ελληνικών νησιών, ντυμένη με το μυστήριο των Καβείριων θεοτήτων της, η Σαμοθράκη δεν είναι συνήθως γνωστή παρά μόνο από το περίφημο άγαλμα, τη μοναδική στο είδος της Νίκη της Σαμοθράκης που κοσμεί το μουσείο του Λούβρου, ενώ ένα αντίγραφό της βλέπουμε στο μικρό μουσείο της Παλαιόπολης.

Αντίγραφο του περίφημου αγάλματος

Η απαξιωτική περιγραφή του Λόρενς Ντάρελ που, στο κατά τα άλλα αξιόλογο βιβλίο του «Τα ελληνικά νησιά» (Μεταίχμιο 2007-πρώτη έκδοση 1977) δεν της βρίσκει τίποτα θετικό, με είχε προϊδεάσει μάλλον δυσμενώς. Γράφει: «…ακόμα κι από τη θάλασσα η Σαμοθράκη δίνει μια εντύπωση χοντροκομμένης, μουτρωμένης αδιαφορίας για τους επισκέπτες. Είναι ζοφερή, είναι βάρβαρη. Δεν μου άρεσε ούτε τοσοδά…».

Λίγο αργότερα, ψάχνοντας σ’ ένα μαγαζάκι για κάποιο αναμνηστικό του νησιού, έπεσα σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι. Τίτλος, «Ίων Δραγούμης, Η Σαμοθράκη». Ενθουσιάστηκα. Αγαπημένη μορφή ο Δραγούμης, επισκέφθηκε το νησί όταν υπηρετούσε στο Προξενείο της Αλεξανδρούπολης το 1906 και μας δίνει με εξαιρετική γλαφυρότητα το φυσικό αλλά και το μυθολογικό και το ιστορικό περιβάλλον του νησιού. Πόση αντίθεση στη δική του περιγραφή για το νησί! «Και στεκόταν η Σαμοθράκη έτσι, ολοζώντανη, μαγεμένη, όμορφο, μεγάλο, ατίμητο στολίδι, ζωσμένο από την τρισεύγενη θάλασσα, νησί ξεχωριστό μέσα στα νησιά. Στη μορφή της αγαπούσα λιγάκι όλα τα νησιά με τα χρυσά τα ακρογιάλια».

Η δική μου πραγματικότητα ευτυχώς διέψευσε τον Ντάρελ κι επιβεβαίωσε τον Δραγούμη. Ασφαλώς, αν κανείς αναζητά την κοσμική ζωή, το θόρυβο και την πολυκοσμία άλλων νησιών, δεν θα τα βρει εδώ. Εδώ θα βρει την ηρεμία, τη γαλήνη, το καταπράσινο τοπίο, την ψηλή βουνοκορφή του μοναδικού βουνού του νησιού, του Σάος, που ακόμα και τώρα, τέλη του Απρίλη είναι χιονισμένη, θα βρει τα κρυμμένα μέσα στα πλατάνια χωριά, τις δροσερές πηγές, τα κατσίκια που ελεύθερα γεμίζουν τις πλαγιές, τις χαλικόστρωτες παραλίες που περιζώνουν το νησί.

Μετά από απόσταση δυόμιση ωρών με το φέρι-μπόουτ από την Αλεξανδρούπολη αποβιβαζόμαστε στο λιμάνι της Σαμοθράκης, την Καμαριώτισσα. Ο θρύλος λέει πως το όνομά της πήρε όταν τον καιρό της εικονομαχίας ένα κιβώτιο ξεβράστηκε από τη θάλασσα και μέσα ήταν το εικόνισμα της Παναγίας Καμαριώτισσας.

Στην Καμαριώτισσα

Σε λίγο ανηφορίζουμε με προορισμό τη Γριά Βάθρα. Πρόκειται για μια φυσική «πισίνα» που σχηματίζεται από τα νερά που κατρακυλούν από το όρος Σάος. Δεκαπέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Καμαριώτισσας βρίσκεται το χωριό Θέρμα, γνωστό για τις θερμές ιαματικές πηγές του. Τα σπίτια του χωριού σχεδόν δεν φαίνονται, κρυμμένα μέσα στο πράσινο.
Το χωριό Θέρμα

Παίρνουμε πληροφορίες για τη Γριά Βάθρα. Μας λένε ότι μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πάνω με το πούλμαν και από εκεί είναι πέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια. Δεν θα συμβούλευα κανένα να εμπιστευθεί τις τοπικές πληροφορίες! Με κόπο ανηφορίζουμε κι όλο ανηφορίζουμε ώσπου μετά από μισή ώρα να φτάσουμε στον προορισμό μας. Ομολογώ ότι η διαδρομή άξιζε τον κόπο. Πλατάνια, αιωνόβιοι κορμοί με παράξενους σχηματισμούς, ρυάκια, αλλά και δύσβατη ανάβαση που κάποια σημεία της δεν θα μπορούσαμε να διανύσουμε χωρίς αλληλοβοήθεια.
Κατεβαίνοντας από τη Γρια Βάθρα

Άλλο ένα ανηφορικό μονοπάτι μας περίμενε ωσότου φτάσουμε στον κυριότερο αρχαιολογικό χώρο του νησιού, εκεί όπου βρέθηκε και το περίφημο άγαλμα της Νίκης, στην Παλαιόπολη. Γράφει ο Ίων Δραγούμης: «Εκεί βλέπω ναών μαρμαρένιων και χτιρίων χαλάσματα, γκρεμισμένα τείχη, πέτρες κομμάτια και μάρμαρα μεγάλα και μικρά με γράμματα και δίχως γράμματα, μορφές ειδώλων κομματιασμένων και παραμορφωμένων και ένα λιμάνι χωσμένο από τις κατεβασιές των ποταμών. Και παντού μες στα ερείπια φυτρώνουν αγριλιές, πρινάρια και χόρτα, σα να πασκίζουν να τα αποσκεπάσουν».

Χρειάζεται πραγματικά μεγάλη δύναμη φαντασίας για να αναπλάσει κανείς μέσα από τα λιγοστά ερείπια το Ιερό των Μεγάλων Θεών, τα Καβείρια μυστήρια, το ανάκτορο που λειτουργούσε ως χώρος μύησης των πιστών, τη θόλο όπου τελούνταν οι θυσίες, ενώ αναλογίζεσαι κι όλους του μεγάλους ήρωες που, σύμφωνα με τη μυθολογία και την ιστορία πέρασαν απ’ εδώ. Τον Ιάσονα, τον Ηρακλή, τον Ορφέα, τον Οδυσσέα, τον Κάδμο που εδώ γνώρισε την Αρμονία, τον Φίλιππο που εδώ έπλεξε το ειδύλλιό του με την Ολυμπιάδα. Μα κι ο Ποσειδώνας λέγεται πως καθισμένος στην κορυφή του Σάος παρακολουθούσε απέναντι στην Τροία τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων.

Μικρό αλλά συμπαθητικό το μουσείο της Παλαιόπολης φιλοξενεί εκτός από το αντίγραφο της Νίκης της Σαμοθράκης, και άλλα ευρήματα της περιοχής. Ευρήματα, αδιάψευστους μάρτυρες της ζωής και της τέχνης αιώνων περασμένων.
Στα ερείπια της Παλαιόπολης

Την ώρα που φτάνουμε στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Χώρα, ένας ενοχλητικός και κρύος αέρας μας εμποδίζει να περιδιαβάσουμε στα στενά, πλακόστρωτα δρομάκια της μικρής πόλης. Μόνο για λίγο κοιτάζουμε και φωτογραφίζουμε το μνημείο που στήθηκε για τους σφαγιασθέντες κατοίκους του νησιού το 1821. Τότε που όσοι δεν εξοντώθηκαν εγκατέλειψαν το νησί για να σωθούν κι αυτό για χρόνια ερημώθηκε.

"Η μνημοσύνη στεφανώνει το ηρωικό νησί για τους σφαγιασθέντες το 1821"

Ψηλά στον Προφήτη Ηλία, σ’ ένα εστιατόριο με πανοραμική θέα της παραλίας, απολαμβάνοντας το φημισμένο σαμοθρακιώτικο κατσίκι ρίχνουμε μια τελευταία ματιά και αποχαιρετούμε τ’ όμορφο νησί.

Αποχαιρετώντας τη Σαμοθράκη

Η πασχαλινή εκδρομή πήρε τέλος. Οδεύοντας ξανά προς τη Θεσσαλονίκη για την επιστροφή, όλα όσα είδαμε, όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα αναπολήσαμε στριφογυρίζουν στη σκέψη. Βαδίσαμε σε μια ακόμη γωνιά της ελληνικής γης όπου περπατούν οι αιώνες, η ιστορία και η παράδοση και ο θρύλος, όπου οι αρχαίοι οι θεοί λες και περιδιαβάζουν μαζί σου. Παίρνουμε μαζί μας εικόνες, ακούσματα, μυρωδιές της άνοιξης να μας συνοδεύουν ως το επόμενο Πάσχα.

Οι "Πασχαλιστές"


Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

Η δύναμη και η δόξα

Πρωτοδιαβασμένο πριν από χρόνια το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην "Η δύναμη και η δόξα",  (Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989, μετ. Ελένη Δεληγιάννη) μου είχε αφήσει μια μελαγχολική, ζοφερή ανάμνηση δυστυχίας, φτώχιας, καταδίωξης. Ξαναδιαβασμένο τώρα δεν διαφοροποιεί την εικόνα που μου είχε δημιουργήσει, μόνο που αυτή η εικόνα ξαναγράφεται πιο έντονα μέσα μου, διεγείροντας καινούριους προβληματισμούς.
Μεξικό. Δεκαετία του '30. Η Καθολική Εκκλησία βρίσκεται υπό διωγμό από το φασιστικό καθεστώς. Οι ιερείς είτε εγκαταλείπουν τη χώρα είτε εξαναγκάζονται να παντρευτούν, αποβάλλοντας έτσι το ιερατικό σχήμα. Ένας ιερέας, ο ανώνυμος κεντρικός χαρακτήρας του Γκράχαμ Γκρην, τριγυρίζει στη ρημαγμένη χώρα προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να περάσει τα σύνορα. Κάθε άλλο παρά ιδανική μορφή ιερωμένου, "μπεκρόπαπας" αποκαλείται λόγω του αλκοολισμού του, με ένα εξώγαμο παιδί να βαραίνει ακόμα περισσότερο τη συνείδησή του. Οι "κοκκινοπουκάμισοι", όπως ονομάζονται οι παραστρατιωτικές ομάδες του καθεστώτος, στην προσπάθειά τους να τον εντοπίσουν, δεν διστάζουν να συλλάβουν και να εκτελέσουν ομήρους. Εκείνος, παρ' όλο τον κίνδυνο που διατρέχει, στα χωριά όπου καταφεύγει τελεί λειτουργίες, βαφτίζει παιδιά, εξομολογεί. Ένας μιγάδας τον αναγνωρίζει, τον ακολουθεί περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να τον καταδώσει, εισπράττοντας, ως άλλος Ιούδας, τα αργύρια της επικήρυξης.
Την ώρα που ο "μπεκρόπαπας" έχει βρει δυο μουλάρια κι έναν οδηγό για να φύγει από τη χώρα, ο μιγάδας εμφανίζεται και του ζητά να τον ακολουθήσει κοντά σ' έναν ετοιμοθάνατο "γιάνκη", ένα καταζητούμενο ληστή και δολοφόνο που θέλει να εξομολογηθεί. Ο ιερέας διστάζει. Ξέρει ότι είναι παγίδα, όμως νικά τους δισταγμούς του και σπέυδει κοντά στον ετοιμοθάνατο, ξέροντας ότι αυτό είναι το τέλος του.
Ο υπολοχαγός, που σαν άλλος Ιαβέρης τον καταζητούσε καιρό, δείχνει ευσπλαχνία κι ανθρωπιά. Εκτελώντας επιθυμία του ιερέα να εξομολογηθεί καταφεύγει σ΄ έναν άλλο ιερέα που είχε υποκύψει και παντρευτεί. Αλλά εκείνος αρνείται. Η σύγκριση ανάμεσα στους δυο ιερείς είναι αναπόφευκτη. Η δραματική τελευταία νύχτα πριν από την εκτέλεσή του είναι από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου. Ο φτωχός ιερέας εξομολογείται στον εαυτό του. "Τι ανόητος που ήταν να πιστέψει πως θα ήταν αρκετά δυνατός για να μείνει, ενώ οι άλλοι έφευγαν. "Τι απίθανος άνθρωπος είμαι", σκέφτηκε," και πόσο άχρηστος! Δεν έχω κάνει τίποτα για κανέναν. Θα μπορούσα και να μην είχα ζήσει ποτέ μου". Οι γονείς του είχαν πεθάνει. Σύντομα κι αυτός δεν θα ήταν ούτε μια ανάμνηση. Στο κάτω κάτω, ίσως, αυτή τη στιγμή να μη φοβόταν την αιώνια καταδίκη-ακόμα κι ο φόβος του πόνου κρύφτηκε στα κατάβαθα. Ένιωθε μόνο μια πελώρια απογοήτευση, γιατί θα 'πρεπε να παρουσιαστεί στο Θεό με άδεια χέρια, χωρίς να 'χει κάνει απολύτως τίποτα." 
Ο τίτλος του βιβλίου παρμένος από την εκκλησιαστική ευχή "ότι Σου εστίν η βασιλεία, η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος..." επιβεβαιώνεται με τον εξαιρετικό επίλογο του βιβλίου. Όταν νομίζουν πως όλοι οι ιερείς έχουν εξοντωθεί, ένας ξένος φτάνει στη χώρα. Είναι ένας νέος ιερέας.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Ο κλέφτης των ονείρων

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν εκείνο που με ώθησε να αγοράσω το μυθιστόρημα του Μισέλ Ζουβέ "Ο κλέφτης των ονείρων" (Ηλέκτρα, 2005, μετ. Μαρία Βώττα). Να ήταν το ότι διαδραματίζεται στη Βενετία ή γιατί έχει να κάνει με τα όνειρα, θέματα που και τα δύο πολύ με ενδιαφέρουν; Η λογοτεχνική Βενετία, η Βενετία ως λογοτεχνικός τόπος, μπορώ να πω ότι με ελκύει περισσότερο από την πραγματική Βενετία, την οποία επισκέφθηκα δυο φορές. Οι συγγραφείς (και δεν είναι λίγοι), εξιδανικεύοντάς την, κατορθώνουν να της προσδώσουν μια μυστηριακή εικόνα που δημιουργούν τα κανάλια, τα στενά δρομάκια, τα παλιά αρχοντικά, η ομιχλώδης ατμόσφαιρα, η ιστορία που τη συνοδεύει, πράγματα που ο επισκέπτης της πεζής πραγματικότητας δεν μπορεί πάντα να διακρίνει.
Κι από την άλλη τα όνειρα. Αυτή η εξίσου μυστηριακή διαδικασία του ύπνου που και αυτή απασχόλησε όχι λίγο τόσο τη λογοτεχνία όσο και την ψυχιατρική, με θεμελιωτή βέβαια τον Φρόιντ, αλλά ακόμη και τη λαϊκή παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες. Τι είναι το όνειρο, ποια η λειτουργία του, τι μπορούν να αποκαλύψουν για την προσωπικότητα και το υποσυνείδητο τα όνειρά μας; Υπάρχουν προφητικά όνειρα;
Παρ' όλο που το βιβλίο του Ζουβέ συνδυάζει και τα δυο αυτά αγαπημένα μου θέματα, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Αφενός βρίσκω ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη θεωρία του ίδιου του συγγραφέα όσον αφορά τα όνειρα, με όρους ενίοτε δυσνόητους και αφετέρου για το απίθανο της όλης υπόθεσης όπως εξελίσσεται στο τέλος.
Ας γίνω πιο σαφής. Ο Μισέλ Ζουβέ, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Λυών, ασχολήθηκε συστηματικά με το "μυστήριο" που περιβάλλει τον ύπνο και τα όνειρα. Ο ήρωας του μυθιστορήματός του δεν χρησιμοποιείται μόνο ως η persona του, αλλά  ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ίδιος είναι ο αφηγητής. Δηλαδή ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος επιστήμονας, με ιδιαίτερες έρευνες και ανακαλύψεις γύρω από τα όνειρα,  τον οποίο εξακολουθούν να καλούν σε συνέδρια ή να του ζητούν άρθρα για περιοδικά και που δεν τον αφήνει ασυγκίνητο το ωραίο φύλο. Ο Μισέλ Ζουβέ είναι ο εισηγητής της θεωρίας του παράδοξου ύπνου, δηλαδή μιας περιόδου του ύπνου μας όπου η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι ταχύτατη. Αν ξυπνήσουμε κάποιον την ώρα που βρίσκεται στο στάδιο του παράδοξου ύπνου, συνήθως μπορεί να αφηγηθεί τα όνειρά του με πολλές λεπτομέρειες. Επιπλέον ο Ζουβέ με πειράματα σε ποντίκια έδειξε ότι με τη χορήγηση ενός φαρμάκου μπορεί να επέμβει στα όνειρα και να αλλοιώσει την ίδια την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο Ζουβέ, υποφέροντας από πόνους στη μέση, έρχεται κάθε χρόνο στο Μοντεγκρότο, στα νότια της Πάντοβας, πολύ κοντά στη Βενετία, σ' ένα ξενοδοχείο με θερμά λουτρά και λασπόλουτρα (fango στα ιταλικά). Από εκεί επισκέπτεται καθημερινά τη Βενετία, ενώ παράλληλα προσπαθεί να γράψει ένα άρθρο, πάντα γύρω από τις έρευνές του. Σιγά-σιγά όμως παράξενα και ανεξήγητα γεγονότα αρχίζουν να του συμβαίνουν. Νομίζει πως βλέπει μια ωραία κοπέλα να εμφανίζεται ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικά μέρη. Ο ίδιος, με την παρέμβασή του σ' ένα συνέδριο ανατρέπει την ίδια τη θεωρία του. Η όλη προσωπικότητά του φαίνεται να έχει αλλοιωθεί. Τι να συμβαίνει; Το μυθιστόρημα παίρνει χροιά αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Η λύση που θα δοθεί άραγε θα επιβεβαιώσει ή θα ανατρέψει τη θεωρία του για τον παράδοξο ύπνο και τα όνειρα;
Ενδιαφέρον βέβαια ως θέμα, ωραία και ρεαλιστική η ατμόσφαιρα της λουτρόπολης και της Βενετίας, αλλά η υπερβολή στην επιστημονική πλευρά αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

Συνεσταλμένος δολοφόνος

Έχω την εντύπωση ότι σήμερα το διήγημα είναι ένα κάπως παραμελημένο, περιθωριοποιημένο λογοτεχνικό είδος. Το μυθιστόρημα κυριαρχεί στις αναγνωστικές προτιμήσεις, παρ' όλο ότι πολλοί νέοι λογοτέχνες αρχίζουν την πεζογραφική τους πορεία με την ευσύνοπτη φόρμα του διηγήματος (και καλά κάνουν). Όμως το διήγημα δεν έχει τη δεσπόζουα θέση που κατείχε το 19ο αι. και στις αρχές του 20ου αι., τότε που εύρισκε τη θέση του ακόμη και στις στήλες των εφημερίδων.
Κι όμως συχνά, αν οι συγκυρίες και, σπανιότερα, η συνειδητή επιλογή μας οδηγήσει στην ανάγνωση διηγημάτων, δεν είναι μικρότερη η αναγνωστική απόλαυση που αντλούμε απ' αυτά. Μια τέτοια συλλογή  διάβασα πρόσφατα και ομολογώ ότι, παρά τις εν μέρει επιφυλάξεις μου, τα απόλαυσα.
Πρόκειται για οκτώ διηγήματα του Τάσου Αναστασίου υπό τον τίτλο "Συνεσταλμένος δολοφόνος" (Κουκκίδα, 2011). Θα τα ονόμαζα μάλλον νουβέλες, γιατί η έκτασή τους κυμαίνεται μεταξύ των 30-40 σελίδων.
Μου θύμισαν το ευαγγελικό "οίνος νέος εις ασκούς παλαιούς", χωρίς το "παλαιούς" να χρησιμοποιείται απαξιωτικά. Το αντίθετο. Μου άρεσαν. Η σύχρονη ελληνική ζωή, οι νέες ιδέες, τα σύγχρονα προβλήματα εκτίθενται μέσα από την κλασική φόρμα του διηγήματος: Πλοκή, δέση, κορύφωση, λύση. Οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν, όμως δεν είναι οι ευτυχέστερες στιγμές. Για παράδειγμα, στο διήγημα "Φελλίνι my ass (ρε!)", όπου γίνεται απόπειρα για μια πρωτοτυπία στη μορφή, βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ κατώτερο από άλλα.
Από τα πλεονεκτήματα του βιβλίου ο γλωσσικός πλούτος. Μέσα στη σύγχρονη λεξιπενία που δεν αφήνει ανεπηρέαστη ούτε τη λογοτεχνική γραφή, η γλώσσα του Αναστασίου θυμίζει παλιές, καλές, πλούσιες γλωσσικά εποχές. Αν και ενίοτε φτάνει στη γλωσσική εκζήτηση σε σημείο που να ταιριάζει για τον ίδιο αυτό που διατυπώνει ένας από τους χαρακτήρες του ως κριτική ενός περιοδικού: "Ωραία γλωσσική συσκευασία ελαφρώς ανώτερη του κάποτε γλυκανάλατου περιεχομένου".
Οι ανθρώπινες σχέσεις, η ψυχολογική ανάλυση, ο ενδιάθετος λόγος και προβληματισμός κυριαρχούν στο βιβλίο, ενώ η όλη ατμόσφαιρα τόπου και χρόνου χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστικότητα της γραφής. Σ' ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, "Το χαμόγελο του Τούρκου", εκτός από τη λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως περπατάει μαζί με τους ήρωες του διηγήματος στα δρομάκια της τούρκικης συνοικίας της Κομοτηνής. Και σ' ένα άλλο ωραίο διήγημα, "Το περιστατικό στο χιόνι", η σχολική ατμόσφαιρα φαντάζει τόσο οικεία που ο εκπαιδευτικός-αναγνώστης ταυτίζεται, συμπάσχει, θυμάται.
Μου άρεσε ο τρόπος που κάθε διήγημα τελειώνει. Υπάρχει μια πρωτοτυπία, το θέμα δεν κλείνει οριστικά. Ο συγγραφέας μοιάζει να εισχώρησε για λίγο στη ζωή κάποιων προσώπων, μας περιέγραψε ένα κομμάτι της και σε μια στιγμή αποχώρησε, ενώ τα πρόσωπα συνεχίζουν τη ζωή και την πορεία τους.
Νομίζω πως ο τίτλος της συλλογής είναι εν μέρει παραπλανητικός. Όχι μόνο γιατί παραπέμπει σε αστυνομικό βιβλίο, αλλά και γιατί δεν πιστεύω ότι το ομότιτλο διήγημα είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της συλλογής.
Και μια τελευταία παρατήρηση. Στο βιβλίο αφθονεί η χρήση παρενθέσων, κάποτε σε σημείο ενοχλητικό. Συχνά δοκίμαζα να ξαναδιαβάσω μια φράση χωρίς την παρένθεση και το νόημα δεν άλλαζε. Δεν ξέρω γιατί αυτή η κατάχρηση ακόμη και σε σημεία που δεν είναι απαραίτητη.
Ο Τάσος Αναστασίου με το πρώτο του αυτό πεζογράφημα εμφανίζει πολλές δυνατότητες. Ως διηγηματογράφος πιστεύω θα έπρεπε να δώσει πιο συνεπτυγμένη φόρμα στα κείμενά του, αλλά θα ήταν, νομίζω, εξίσου καλός και ως μυθιστοριογράφος.