Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη



Γ. Χατζηκωστής

Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη
Λευκωσία 2012

Το 2011 συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και 100 χρόνια από το θάνατό του. Κι όμως, όπως πολύ σωστά σημειώνει επιλογικά στο βιβλίο του ο Γιώργος Χατζηκωστής, «Η παρέλευση εκατό χρόνων από το θάνατο του συγγραφέα αφήνει αναλλοίωτη την αξία του έργου του, η οποία κατορθώνει να ξεπερνά τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα του σήμερα, εθνική, κοινωνική, αισθητική, γλωσσική και άλλη και να παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς για όσους, κατά τον ίδιο, εξακολουθούν να σωφρονούν».
Αφιερώματα περιοδικών, συνέδρια, μελέτες, μεταφράσεις, επανειλημμένες εκδόσεις, όχι μόνο σε έντυπη αλλά τώρα και σε ηλεκτρονική και ακουστική μορφή, επιβεβαιώνουν τη διαχρονική αξία του μεγάλου αυτού λογοτέχνη. Με μια πολύ πρόχειρη έρευνα, εντόπισα 199 βιβλία που σχετίζονται με τον Παπαδιαμάντη. Εκδόσεις των απάντων του, βιογραφίες, εκδόσεις μεμονωμένων διηγημάτων, εκδόσεις ομαδοποιημένων, όπως χριστουγεννιάτικα ή πρωτοχρονιάτικα διηγήματα. Πολύ πρόσφατα εκδόθηκαν από δυο διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους συλλογές των ερωτικών του διηγημάτων: Ο ερωτικός Παπαδιαμάντης (Πατάκης 2010) και Να είχεν ο έρωτας σαΐτες (Μεταίχμιο 2010). Και τα δύο κυκλοφορούν και σε ηλεκτρονική μορφή.
Έγινε ακόμη απόπειρα και «μεταγλώττισης», που όμως δεν βρήκε ανταπόκριση. Ο Παπαδιαμάντης είναι άρρηκτα δεμένος με τη δική του, ιδιάζουσα γλωσσική διατύπωση. Η γλωσσική του έκφραση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γοητείας και της ανεπανάληπτης δημιουργίας του.
Πολλοί αγαπήσαμε τον Παπαδιαμάντη, αλλά λίγοι πιστεύω είναι αυτοί που έσκυψαν με αγάπη και προσοχή στο σύνολο του έργου του, πεζού, ποιητικού, δοκιμιακού και άλλου. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος Χατζηκωστής, ξαναδιάβασε μέσα στο 2011, όπως ο ίδιος ομολογεί, αργά και με προσοχή, το σύνολο των 2675 σελίδων του Παπαδιαμάντη, το έργο του οποίου είχε γνωρίσει και αγαπήσει ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Αποτέλεσμα της καινούρια αυτής θεώρησης το ευσύνοπτο  βιβλίο στο οποίο απομόνωσε, καταγράφει και μας παρουσιάζει τον κόσμο των παιδιών, όπως αυτός εμφανίζεται στο έργο του Παπαδιαμάντη.
Αρχίζοντας στο πρώτο κεφάλαιο από διηγήματα του Παπαδιαμάντη, στα οποία ο ίδιος μας παρέχει στοιχεία της παιδικής του ηλικίας, προχωρεί σε άλλα 19 κεφάλαια και μας αποτυπώνει τον κόσμο των παιδιών της μακρινής εκείνης εποχής, που συχνά θα απορήσουμε πόσα κοινά στοιχεία θα βρούμε με την εποχή μας, παρ’ όλες τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Τα παιδιά είναι πάντα παιδιά.
Η προκατάληψη για τα θηλυκά παιδιά, ορφανά παιδιά, υιοθετημένα, νόθα και έκθετα παιδιά, ασθένειες, θάνατοι και κηδείες παιδιών, υλικές συνθήκες της ζωής των παιδιών, φτώχεια, εξωτερική εμφάνιση, χαρακτήρες παιδιών, αταξίες, σκανταλιές, τιμωρίες, παιγνίδια, τα παιδιά στο σχολείο, είναι μόνο ελάχιστα από τα θέματα  που αφορούν στα παιδιά και  εξετάζονται και ταξινομούνται στα διάφορα κεφάλαια.
Το κυριότερο χαρακτηριστικό και η ιδιαιτερότητα του βιβλίου έγκειται στο ότι διαβάζοντάς το είναι σαν να διαβάζεις Παπαδιαμάντη. Η συμβολή του συγγραφέα περιορίζεται στην ομαδοποίηση των θεμάτων που αφορούν τα παιδιά και σε ελάχιστο κείμενο ως εισαγωγή ή ως σύντομο σχόλιο στην κάθε ενότητα. Θα μπορούσε η μελέτη αυτή να έχει άλλο χαρακτήρα. Αλλά εκ προθέσεως, σκοπίμως ο Γ. Χατζηκωστής αφήνει τον ίδιο τον συγγραφέα να μιλήσει, για να μη στερήσει «από τον αναγνώστη το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τη γοητεία, τη μαγεία του Παπαδιαμάντη».
Τα επιλεγμένα αποσπάσματα μας μεταφέρουν για άλλη μια φορά στη μαγεία που δίνει η υψηλή τέχνη, έστω κι αν μέσα από το βιβλίο προβάλλουν οι σκληρές για τα παιδιά συνθήκες της εποχής εκείνης. Η φτώχεια, οι αρρώστιες, οι συχνοί θάνατοι παιδιών. Είναι σελίδες που μας προκαλούν μια αβάσταχτη θλίψη, αλλά και άλλες που μας κάνουν να χαμογελάμε με τις σκανταλιές των παιδιών, ειδικά με τη συμπεριφορά τους στο σχολείο. Συχνά αυτή η συμπεριφορά δεν διαφέρει από των σημερινών παιδιών, όπως για παράδειγμα όταν κάποιος προσπαθεί να υποβάλει στον εξεταζόμενο συμμαθητή τη σωστή απάντηση ή άλλος να αντιγράψει τη μετάφραση!
Τελικά, ένα βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη που σε κάνει να θέλεις να  ξαναδιαβάσεις Παπαδιαμάντη.



Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Η κινηματογραφική λέσχη

Όπως ο ίδιος ο  Ντέιβιντ Γκίλμουρ εξομολογείται στο τέλος του βιβλίου του ¨Η κινηματογραφική λέσχη" (Πατάκης 2011, μετ. Γιώργος Καλαμαντής), πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά την οικογένειά του, ειδικά τη σχέση  με το γιο του, για ένα χρονικό διάστημα.
Ο συγγραφέας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής "αναπολεί με σχεδόν οδυνηρή νοσταλγία" τα τρία χρόνια που πέρασαν μαζί, εκείνος κι ο γιος του, ο Τζέσε. Ο Τζέσε, στη δευτέρα Λυκείου, όχι μόνο δεν έχει καμιά συμπάθεια για το σχολείο, αντιθέτως το αντιπαθεί και συχνά κάνει σκασιαρχείο. Ο πατέρας, που υπήρξε κινηματογραφικός κριτικός, έχει μια έμπνευση. Προτείνει στο γιο του να εγκαταλείψει το σχολείο, αν θέλει, με έναν όρο: Να βλέπουν μαζί τρεις ταινίες την εβδομάδα, τις οποίες θα διαλέγει ο πατέρας και να τις συζητούν. Ο νεαρός δέχεται και η κινηματογραφική μύηση αρχίζει.
Η πρώτη ταινία που βλέπουν είναι τα "400 χτυπήματα" (1959) του Φρανσουά Τρυφώ. Θα ακολουθήσει πληθώρα άλλων ταινιών στα τρία αυτά χρόνια. Μεταξύ άλλων, το "Βασικό ένστικτο" (1992), "Απιστίες κι αμαρτίες" (1989), "Πολίτης Κέιν" (1941), "Νύχτα της Ιγκουάνα" (1964), "Το λιμάνι της αγωνίας" (1954), "Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ" (1966), "Ασυμβίβαστη" (1985), "Ο Γίγας" (1956), "Ξεφάντωμα με τους Μπητλς (1964) και άλλες και άλλες, παλιές και καινούριες, κλασικές και αποτυχημένες.
Οι δυο τους συζητούν, κάποτε ο πατέρας κάνει μια σύντομη εισαγωγή. Δεν κρίνουν πάντα την ταινία στο σύνολό της, ούτε επικεντρώνονται στο μύθο, στην ιστορία. Μιλάνε για ηθοποιούς, κάποιους από τους οποίους δεν είχε καν ακούσει ο νεαρός, όπως ο Τζέιμς Ντιν, για σκηνοθέτες, για ερμηνείες, για στοιχεία του γυρίσματος των ταινιών, για σκηνές που αξίζει να ξαναδούν. Συχνά γίνεται λεπτομερής ανάλυση κάποιας σκηνής
Πολλά τμήματα του βιβλίου αφορούν γενικότερα τη σχέση πατέρα-γιου, συζητήσεις για άλλα θέματα, όπως η απογοήτευση του νεαρού, όταν τον εγκαταλείπει η κοπέλα του. Λέει ο Ντέιβιντ: "Οι ταινίες χρησίμευαν απλώς ως ευκαιρία να περνάμε κάποιο χρόνο μαζί, εκατοντάδες ώρες, όπως κι ένα μέσο για κάθε είδους συζητήσεις".
Πολλά άλλα λέγονται γύρω από την τέχνη του κινηματογράφου. Μια σκέψη μου θύμισε κάτι που ισχύει και για τα βιβλία. "Το να διαλέγεις ταινίες για ανθρώπους είναι επικίνδυνη δουλειά.  Οπότε, όταν συστήνεις ανεπιφύλακτα μια ταινία σε έναν φίλο, όταν λες "καταπληκτική, θα τη λατρέψεις", η εμπειρία γίνεται εμετική όταν συναντάς τον φίλο σου την επομένη και σου λέει με σηκωμένο φρύδι "Για πλάκα το έκανες;" (Ομολογώ ότι κάτι ανάλογο ένιωσα και για βιβλία)
Πολύ ενδιαφέρουσα η "εξέταση" στην οποία υποβάλλει ο πατέρας το γιο στο τέλος της τριετίας. Ερωτήσεις όπως "Μπορείς να μου αναφέρεις τρεις καινοτομίες που εμφανίστηκαν με το γαλλικό νέο κύμα;", ή "Μπορείς να μου πεις τρεις σκηνοθέτες του νέου κύματος;", ή "Ποια είναι η αγαπημένη σου σκηνή από τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ; Γιατί;", ή "Ποιος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας που προτιμούσε ο Μπέργκμαν;" και άλλες ανάλογες ερωτήσεις. Και φυσικά ο νεαρός περνά τις "εξετάσεις", αποφασίζει μάλιστα να συνεχίσει το σχολείο.
Φυσικά, στο τέλος του βιβλίου δεν έχουμε "βιβλιογραφία", αλλά μια εκτενή "φιλμογραφία".
Δεν θα το έλεγα εξαιρετικό βιβλίο, διαβάζεται όμως ευχάριστα και πιστεύω οι κινηματογραφόφιλοι θα το βρουν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2012

Η χρονιά της μαγικής σκέψης


 Η ζωή αλλάζει γρήγορα.
Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει.
Κάθεσαι για δείπνο κι η ζωή που ήξερες τελειώνει.

Δεν ξέρω αν κάποιος που δεν βίωσε παρόμοιες εμπειρίες απώλειας και πένθους μπορεί να εκτιμήσει όσο του αξίζει το εξαιρετικό αυτό βιβλίο της Τζόαν Ντίντιον, "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" (Κέδρος 2011, μετ. και επίμετρο Ξένιας Μαυρομμάτη). Η Τζόαν Ντίντιον, Αμερικανίδα συγγραφέας, αρθρογράφος και σεναριογράφος και ο επίσης συγγραφέας σύζυγός της Τζον Γκρέγκορι Νταν, το βράδυ της 30ης Δεκεμβρίου 2003, μόλις είχαν γυρίσει από το νοσοκομείο, όπου επισκέφθηκαν τη βαριά άρρωστη κόρη τους. Εκείνη ετοίμαζε το δείπνο. Εκείνος διάβαζε και κάτι σχετικό έλεγε. Ξαφνικά σταμάτησε. Εκείνη γύρισε και τον είδε να σωριάζεται χάμω. Ήταν νεκρός.
Περίπου εννιά μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2004, η Τζόαν αρχίζει να γράφει αυτό το βιβλίο. Γράφει η ίδια στις πρώτες σελίδες:
"Το παρόν κείμενο είναι η απόπειρα να βγάλω νόημα από την περίοδο που ακολούθησε, τις εβδομάδες και κατόπιν τους μήνες που ξερίζωσαν όποια ακλόνητη ιδέα είχα ποτέ σχηματίσει για το θάνατο, για την αρρώστια, για την τύχη και τις πιθανότητες, για τη μοίρα την καλή και την κακή, για το γάμο και τα παιδιά και τη μνήμη, για το πένθος, για τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι χειρίζονται και δε χειρίζονται το γεγονός ότι η ζωή τελειώνει, για τη ρηχότητα της λογικής, για την ίδια τη ζωή".
Κι αυτό κάνει σ' ολόκληρο το βιβλίο. Τα σαράντα χρόνια του γάμου τους, η συγγραφική τους δουλειά, οι μετακομίσεις τους, τα ταξίδια τους, οι λεπτομέρειες της τελευταίας μέρας και των τελευταίων στιγμών που έζησαν μαζί, όλα περνούν και καταγράφονται σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει τον πόνο της. Σ΄αυτή τη μακρά αφήγηση αναλογίζεται γιορτές, διακοπές, εντάσσει λογοτεχνικά κείμενα (εντυπωσιακή μια αναφορά στην τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστις"), ιατρικές γνωματεύσεις, παιδικά τραγούδια, αναφορές σε φίλους. Με άλλα λόγια είναι η ενδιαφέρουσα εξιστόρηση μιας μακράς ευτυχισμένης ζωής, πάντα με άξονα τους όρους ζωή-θάνατος.
Καθετί που βλέπει της θυμίζει κάτι από την περασμένη της ζωή. Αποφεύγει να περάσει μπροστά από ένα κτήριο ή από ένα δρόμο ή να μείνει σ' ένα ξενοδοχείο που τα είχε συνδέσει με στιγμές ευτυχίας με το σύζυγό της.
Προβληματίζεται διαρκώς γύρω από το θέμα του θανάτου και του πένθους. Η παντοτινή απουσία, η μοναξιά είναι αφόρητη. "Και τι δε θα 'δινα να μπορούσα να συζητήσω οτιδήποτε με τον Τζον", γράφει. Και πόσο οδυνηρή είναι η συνειδητοποίηση του αμετάκλητου, του οριστικού γεγονότος. "Μου είναι δύσκολο να σκέφτομαι ότι τώρα είμαι χήρα. Θυμάμαι ότι δίστασα την πρώτη φορά που έπρεπε να σημειώσω το αντίστοιχο τετραγωνάκι στην "οικογενειακή κατάσταση" κάποιου εντύπου".
Δεν ξέρω αν με την παρουσίασή μου δίνω την εντύπωση ενός καταθλιπτικού βιβλίου. Όχι, δεν είναι καταθλιπτικό, έστω κι αν μιλάει για θάνατο. Είναι ένα βιβλίο προβληματισμού, αυτογνωσίας, κατάφασης της ζωής, ένα βιβλίο που ξεκινά σαν καταγραφή προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων, που είναι όμως διαχρονικά και πανανθρώπινα. Είναι η απάντηση της λογοτεχνίας στο φιλοσοφικό ερώτημα του θανάτου.

Σημ. Το πιο τραγικό είναι ότι 20 μήνες μετά το θάνατο του συζύγου πεθαίνει και η (υιοθετημένη) κόρη τους.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2012

Ο κίτρινος στρατιώτης

Μου το είχε δανείσει μια φίλη μου. Για μέρες κειτόταν σ' ένα έπιπλο στην είσοδο του σπιτιού. Το έβλεπα μπαίνοντας, το έβλεπα βγαίνοντας, αλλά καθόλου δεν με ενέπνεε για να το αρχίσω. Αφενός γιατί το μοναδικό άλλο βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου που είχα διαβάσει, "Ο κύριος Επισκοπάκης", κάθε άλλο παρά με είχε ενθουσιάσει. Και αφετέρου, γιατί η πρώτη φράση του οπισθοφύλλου "Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος", λειτουργούσε αποτρεπτικά. Πόσα βιβλία γι' αυτό τον πόλεμο, φτάνει πια, σκεφτόμουν.
Και ξαφνικά, μια μέρα βιβλιοστέρησης, το άρχισα. Και δεν μπορούσα να το αφήσω. Το τέλειωσα μέσα σε μια μέρα. Μου άρεσε. Μου άρεσε πολύ. Πιο πολύ απ' όλα με τράβηξε το ύφος. Κι άρχισα να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία της περίφημης ρήσης του Μπυφόν, "το ύφος είναι ο άνθρωπος". Καμιά σχέση με τον "Κύριο Επισκοπάκη".
Το ύφος του Ανδρέα Μήτσου στον "Κίτρινο στρατιώτη" (Καστανιώτης, 2012) είναι τόσο συνταιριασμένο με τον απλοϊκό ήρωά του που ξεχνάς τον συγγραφέα. Μικροπερίοδος λόγος, παρατακτική σύνταξη, είναι σαν ν' ακούς να σου μιλά ένας ολίγον αφελής, πανέμορφος νεαρός, που από ένα ορεινό χωριό, βρίσκεται νεοσύλλεκτος να υπηρετεί στην παραμεθόριο του Έβρου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που ξεσπά  σε λίγο, θα τον οδηγήσει μέσω Τουρκίας στην Αίγυπτο, θα πολεμήσει στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν. Στην Αίγυπτο, στη μέση του πολέμου, θα γνωρίσει την πανέμορφη Τζαμίλα και μαζί της θα ζήσει έναν παράφορο έρωτα. Όμως ο έρωτας δεν θα τον εμποδίσει να φύγει για να συνεχίσει τον πόλεμο. Στην Ιταλία, στο Ρίμινι, θα ανδραγαθήσει, αλλά θα χάσει το ένα χέρι και μεγάλο μέρος του ποδιού του.
Όταν ο πόλεμος τελειώνει και γυρίζει στο χωριό του, βρίσκει τα πάντα αλλαγμένα. Τ' αδέλφια του, όλο το χωριό, τον είχαν για πεθαμένο, του είχαν κάνει τα μνημόσυνα, δεν τον αναγνωρίζουν. Όμως ο Γιάννος νιώθει ο ίδιος άνθρωπος που είχε φύγει πριν από χρόνια. Το ίδιο όμορφος, με τον ίδιο εσωτερικό εαυτό. Αλλά οι άνθρωποι και ο τόπος είχαν αλλάξει."Μόνο όποιος φεύγει, μόνο αυτός μένει γαντζωμένος στον παλιό του εαυτό. Στον παλιό χρόνο. Αυτό λέω σήμερα. Και μονάχα μακριά μένεις ανέγγιχτος. Στον ίδιο τόπο παραλλάσσεσαι, μέρα με τη μέρα. Γερνάς και,  καθώς μεγαλώνεις, σαπίζεις, χάνεις κι εσύ την αθωότητά σου. Την αφέλεια", παρατηρεί πολύ εύστοχα.
Στην Ελλάδα ο εμφύλιος έχει αρχίσει. Ο Γιάννος στέκεται απόμακρα, αν και έμμεσα θα επηρεαστεί και η δική του ζωή. Αυτή η αποστασιοποίηση του επιτρέπει να βλέπει τα πράγματα απ' έξω, πιο αντικειμενικά, σαν ένας ουδέτερος παρατηρητής. Κι έτσι  βλέπει ακόμα και τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε και ο ίδιος. Η φρίκη του πολέμου δίνεται μέσα από μικρές, ανθρώπινες στιγμές από τις οποίες κάποτε δεν λείπει το χιούμορ. Με την απλοϊκότητα της σκέψης και της έκφρασης, συχνά με ποιητικότητα, διατυπώνει απόψεις που μας σταματούν. "Ξένοι τόποι που τους δίναμε νόημα από τα ονόματα των νεκρών μας. Καρφωμένοι σταυροί μες το νεκροταφείο του μυαλού". ("ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας"-Σεφέρης).
Μια ωραία ποιητική εικόνα μας δίνει με το ξημέρωμα στην έρημο: "Να χαράζει ο ουρανός πάνω από την άμμο, μικρά ροζ συννεφάκια να φεύγουν βιαστικά, να σκάει απροσδόκητα ένας ήλιος τεράστιος, τόσο, που να θέλεις να σηκώσεις και τα δυο σου χέρια ψηλά να τον αρπάξεις μέσα στις χούφτες σου, και να νιώθεις τότε πανύψηλος, σαν να έχει χαμηλώσει ο ουρανός κι εσύ να φεύγεις, ν' απογειώνεσαι. Όποιος δεν έχει δει αυτή την εικόνα, όποιος δεν έχει ελαφρύνει τόσο, δεν έχει ζήσει, σκέφτηκα, κι αμέσως κοπήκανε τα ποδια μου από την αγωνία. "Θεέ μου, πόσα δεν έχω δει", ψιθύρισα. "Τίποτα δεν έχω δει ακόμα".
Άλλοτε πάλι κάποιες σκηνές έχουν στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Όταν, μικρός, με τον αδελφό του, συναντούν έναν άγνωστο ιερέα να λειτουργεί σε μια άδεια εκκλησία, πιστεύουν ότι είδαν έναν άγιο. Ή πάλι, σε μια άλλη σκηνή, όταν κινδυνεύει να κατασπαραχτεί από ένα κοπάδι λυσσασμένων σκυλιών, γράφει: "Σηκώθηκα όρθιος μπροστά τους κι έλαμπα στο πρώτο φως της αυγής. Ένας άγιος. Έφεγγα με φωτοστέφανο στο κεφάλι, πάνω στα ωραία μαλιά με τις σκάλες. Τα σκυλιά σχημάτισαν γρήγορα έναν κύκλο γύρω μου. Κανένα δεν χύμιξε να με κατασπαράξει. Έβαλαν την ουρά στα σκέλια  και έφυγαν βιαστικά, το ένα κατόπιν του άλλου. Σαν δαρμένα".
Γιατί πολεμάει αυτός ο αγνός, σχεδόν "σαλός", απλοϊκός άνθρωπος; Όταν, ενώ βρισκόταν στο στρατό του Έβρου, ο Μέραρχος τους ανακοινώνει την κατάρρευση του μετώπου και την υποδούλωση της Ελλάδας, λέει: "Επειδή, καθώς είπα, μερικές φορές ήμουνα αργός στη σκέψη και δεν τα καταλάβαινα τα μεγάλα, προσπαθούσα απεγνωσμένα, εκείνη τη στιγμή, να εννοήσω τι συνέβαινε. Τι σήμαινε πατρίδα, η Ελλάδα, για τον καθένα φαντάρο που σπάραζε βουβά γι' αυτήν δίπλα μου. Κι αφού δεν μπορούσα να το αντιληφθώ αυτό, πήρα κι εγώ έναν όρκο μέσα μου. Αυτή την πατρίδα, που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι, δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ. Δεν θα την προδώσω". Κι αυτό θα κάνει όλη του τη ζωή. 
Το μόνο που με απογοήτευσε στο μυθιστόρημα του Μήτσου είναι ο επίλογος. Θα προτιμούσα να σταματήσει εκεί που ο ήρωας, χωρίς χέρι και με μισό πόδι, παρουσιάζεται με μια χειροβομβίδα στην επιτροπή που του έχει αρνηθεί τη σύνταξη, επειδή έχει αραβωνιαστεί μια κομμουνίστρια. Δεν θα 'θελα να ξέρω πως όλο αυτό που διάβασα ήταν η εξομολόγηση ενός γέρου κλεισμένου στο ψυχιατρείο.
Όμως, ακόμα κι έτσι, απόλαυσα ένα ωραίο μυθιστόρημα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2012

Σκοτεινές επιγραφές

Κάτι από το "Τρίτο στεφάνι" και κάτι από τα "Εκατό χρόνια μοναξιάς" και προπάντων κάτι το εντελώς ιδιαίτερο, κάτι καθαυτό δικό του, χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου "Σκοτεινές επιγραφές" (Μεταίχμιο 2011). Πολυπρόσωπο, με πολλές αφηγηματικές φωνές, συνδυάζοντας το μαγικό ρεαλισμό με το κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα, με ιστορίες που μοιάζουν ανεξάρτητες αλλά που η μια εισχωρεί ή εφάπτεται της άλλης, με μια ολοζώντανη Αθήνα, Αθήνα του χτες και Αθήνα του σήμερα, διαμορφώνει ένα τελικό αναγνωστικό επίτευγμα, σπάνιο για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.
Αρχίζει με τον κεντρικότερο ήρωά του, τον σχεδόν 70χρονο Γιάννη Αργυρίου, αντιπροσωπευτικό τύπο της γενιάς του '40, βουτηγμένο στο πένθος από το θάνατο της συζύγου του, να παθιάζεται με μια μυστηριώδη επιγραφή, ένα γκράφιτι που βλέπει γραμμένο ψηλά στον τοίχο μιας πολυκατοικίας. Το βλέπει σαν ένα μήνυμα ή σαν μια απειλή, θέλει οπωσδήποτε να βρει τι σημαίνει. Καταφεύγει στη νεότερη γενιά των γκράφιτι για να μπορέσει να ερμηνεύσει τη γριφώδη επιγραφή, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να μιλήσει για τη μηχανόβια και μπαρόβια σημερινή νεολαία. Σε αντιδιαστολή, εμφανίζεται η νεολαία μιας περασμένης γενιάς, της γενιάς του Γιάννη, των συμφοιτητών και φίλων του. Η φοιτητική νεολαία του '60, γεμάτη όνειρα που δεν ευοδώθηκαν, που σφύζει από ερωτικές επιθυμίες, θλιβερά ξεθυμασμένες πια ύστερα από δεκαετίες. Ο Γιάννης, ο Στάθης, ο Πίπης, ο Νίκος..., τα γυνακεία πρόσωπα, η Πέπη, η Αποστολία, η Αριάδνη, η Χλόη...πλήθος πρόσωπα παρελαύνουν, ενώ εμφανίζονται και δυο άλλες γενιές, οι γονείς των κύριων προσώπων, αλλά και μια νεότερη, τα παιδιά τους, που κάνουν τη σύντομη ή εκτενέστερη εμφάνισή τους.
Πρόσωπα που συναντάμε νεκρά στις επόμενες σελίδες ζωντανεύουν, όχι σαν μια νεκρανάσταση αλλά σε μια μεταφορά σε περασμένο χρόνο. Ο Γιάννης πορεύεται σ' όλο το βιβλίο με συντροφιά τη νεκρή πια σύζυγο. Της μιλάει, του απαντά εκείνη κάποτε, η περασμένη τους ζωή είναι διαρκώς παρούσα.
Όμως κάποτε εικόνες και γεγονότα μένουν κάπως ασαφή και αδιευκρίνιστα και  μπερδεύουν τον αναγνώστη. Το νεαρό κορίτσι, η Ρόη, που βοηθά τον Γιάννη στην αναζήτηση της ερμηνείας του γκράφιτι, σκοτώθηκε ή μήπως ο Γιάννης ζει έναν εφιάλτη; Επίσης, σχετικά με όσα αφορούν μια συνωμοσία μυστικής οργάνωσης και αγιορειτών μοναχών δεν είμαι σίγουρη ότι κατάλαβα ακριβώς τι συμβαίνει. Όμως η αφήγηση, ο λόγος που ρέει αβίαστα σε παρασύρει, δεν σταματάς στις σκοτεινές σελίδες. Ο χρόνος που αφήνει παντού τη φθορά του κι ο θάνατος που τριγυρίζει διαρκώς, δημιουργούν μια μελαγχολική διάθεση. Συχνά η αφήγηση διακόπτεται από νησίδες σκέψεων και αποφθεγματικές διατυπώσεις για τη ζωή, το θάνατο, την πόλη, τις γενιές. Κι άλλοτε πάλι η αυτοαναφορικότητα και η επίκληση του αναγνώστη (πιο συχνά της "καλής αναγνώστριας") σε καλεί συνοδοιπόρο σ΄αυτό το ταξίδι ζωής.
Στίχοι παλιών τραγουδιών, παλιές διαφημίσεις, οι γειτονιές της Αθήνας, οι γερασμένες πολυκατοικίες, τα προσφυγικά της Λεωφόρου (οι πιο παλιοί τα θυμόμαστε ακόμα), όλα συμβάλλουν σε μια νοσταλγική αναδρομή στο χρόνο. Κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο Γιάννης και η Χλόη γνωρίζονται σ' ένα ταξί με αφορμή το "Χαμένο χρόνο" του Προυστ. Μια ακόμα σύμπτωση απ' αυτές που χαρακτηρίζουν τη ζωή των ηρώων και του καθενός μας.
"Πολυπρισματικό μυθιστόρημα με ποικίλες οπτικές".  Μια φράση από  το μυθιστόρημα που αποτελεί ένα τέλειο χαρακτηρισμό για το ίδιο.

Σημ. Gratias ago Πατριάρχη Φωτίω για τη γνωριμία μου με τις "Σκοτεινές επιγραφές".

Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

Πορτομπέλο

Παρ' όλο ότι έχω πάει αρκετές φορέςς στο Λονδίνο, δεν έτυχε ποτέ να επισκεφθώ το Πορτομπέλο. Και νομίζω, μετά την ανάγνωση του ομώνυμου μυθιστορήματος της Ρουθ Ρέντελ θα προβληματιστώ πολύ αν θα το επισκεφθώ στο μέλλον, φοβούμενη μήπως η πραγματικότητα διαψεύσει τη φανταστική εικόνα που η αγάπη και η δύναμη περιγραφής της Ρέντελ μου δημιούργησε.
Γιατί πραγματικός πρωταγωνιστής σ' αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα της γνωστότατης συγγραφέως αστυνομικών, κυρίως, μυθιστορημάτων είναι η γειτονιά αυτή του Λονδίνου, το Πορτομπέλο. Τα πρόσωπα του έργου κατοικούν στη γύρω περιοχή, διασχίζουν την οδό Πορτομπέλο, ψωνίζουν απ' τα μαγαζιά της, εργάζονται ή εγκληματούν εδώ. Οι αναφορές σ' αυτήν που αρχίζουν από το πώς πήρε το όνομά της και διανθίζουν ολόκληρο το μυθιστόρημα, είναι απ' τα πιο ωραία μέρη του βιβλίου.
-"Η Πορτομπέλο έχει πλούσια προσωπικότητα, παλλόμενη, γεμάτη λαμπερά χρώματα, θόρυβο, γκράφιτι που αγγίζουν τα όρια της τέχνης, αλλόκοτα και υπέροχα. Ένα απροσδόκητα σκληρό στοιχείο της δίνει μια πιπεράτη αίσθηση κινδύνου. Δεν υπάρχει τίποτα το ήπιο στην Πορτομπέλο, τίποτα το συνοικιακό. Διαφέρει όσο πιο πολύ μπορεί να φανταστεί κανείς από μια συνηθισμένη οδό με μαγαζιά. Εκείνοι που την αγαπούν αλλά και εκείνοι που ελάχιστα τη γνωρίζουν τη θεωρούν την καλύτερη υπαίθρια αγορά του κόσμου".
Σ' αυτή τη γειτονιά ο Γιουτζίν Ρεν διατηρεί μια γκαλερί, επέκταση κληρονομικής δουλειάς, που τον κατέστησε αρκετά ευκατάστατο. Μια μέρα βρίσκει στο δρόμο ένα φάκελο που περιείχε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που μόλις είχε πάρει  από μια ΑΤΜ ο Τζόελ Ρόουζμαν, αλλά που του έπεσε όταν έπαθε καρδιακό επεισόδιο. Ο Γιουτζίν, σε μια έμπνευση της στιγμής, αντί να παραδώσει το φάκελο στην αστυνομία, αναρτά σε μια κολόνα του ηλεκτρικού μια σχετική ανακοίνωση, καλώντας όποιον έχασε τα χρήματα να του τηλεφωνήσει, χωρίς βεβαίως να αναφέρει το ακριβές ποσό.
Αυτή η στιγμιαία έμπνευση του Γιουτζίν θα γίνει αφορμή για να τεθεί σε κίνηση η όλη δράση των προσώπων, να αναπτυχθούν σχέσεις, να ακολουθήσει μια αλληλοδιαδοχή γεγονότων που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Ο άνεργος, μικροαπατεώνας Λανς, που ζει με το επίδομα ανεργίας και κλοπές σ' ένα άθλιο δωμάτιο που του παραχωρεί ένας θείος του, δοκιμάζει ανεπιτυχώς να διεκδικήσει το φάκελο με τα χρήματα. Αυτά θα επιστραφούν στον πραγματικό κάτοχο, τον Τζόελ Ρόουζμαν που αναρρώνει από την καρδιακή προσβολή και γίνεται ασθενής της αρραβωνιαστικιάς του Γιουτζίν, της πολύ συμπαθούς, σαραντάχρονης Έλλας.
Ο αργός ρυθμός της αφήγησης δεν είναι καθόλου αποτρεπτικός για τον αναγνώστη, καθώς επιτρέπει στη συγγραφέα να διαγράψει καλύτερα τους χαρακτήρες και τις εμμονές τους, το συναισθηματικό τους κόσμο, τα όνειρα και τις αδυναμίες τους.
Δυο κόσμοι αντιπαρατίθενται στο "Πορτομπέλο" με μόνο συνδετικό στοιχείο την τοπική γειτνίαση. Ο κόσμος της ευμάρειας και ο κόσμος της φτώχειας. Τα ωραία πλούσια σπίτια και τα παλιά, μισογκρεμισμένα, άθλια ενδιαιτήματα. Ο κόσμος της καλλιέργειας με τα εκλεπτυσμένα γούστα και ο κόσμος που ζει με τα επιδόματα ανεργίας και ψυχαγωγείται μόνο με τα τηλεοπτικά σίριαλ.
Το "Πορτομπέλο" χαρακτηρίζεται ως αστυνομικό μυθιστόρημα. δεν είναι όμως αστυνομικό με την κλασική έννοια του όρου. Η αστυνομική πτυχή του αφορά κυρίως διαρρήξεις και κλοπές, τις οποίες παρακολουθούμε ξέροντας το δράστη. Ο αναγνώστης ξέρει από την αρχή τον ένοχο, ο οποίος προκαλεί μάλλον συναισθήματα συμπάθειας. Οι δυο φόνοι που υπάρχουν οφείλονται ο μεν ένας σε αμέλεια και ο άλλος είναι αποτέλεσμα φιλονικίας.
Χιούμορ και λεπτή παρατήρηση χαρακτηρίζουν τη γραφή της Ρουθ Ρέντελ. Οι συχνές  αναφορές στον καιρό, άνοιξη, βροχή, κρύο ή λιακάδα, αγαπημένο θέμα των Άγγλων, συμβάλλουν κι αυτές στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Τελικά, είναι ένα κομμάτι της σύγχρονης αγγλικής κοινωνίας, όπως αποτυπώνεται στην τόσο ενδιαφέρουσα αυτή περιοχή, το Πορτομπέλο, που η συγγραφέας φαίνεται πολύ να αγάπησε.

Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2012

Καλοκαιρινό ειδύλλιο

Με εξαίρεση ίσως τον Φρανκ ΜακΚορτ που διανθίζει με χιούμορ τα μυθιστορήματά του, δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ιρλανδικό μυθιστόρημα που να μη διαπνέεται από μια μελαγχολική διάθεση, μια ατμόσφαιρα θλίψης και συνήθως και με  μια άλλοτε εκτενέστερη και άλλοτε συντομότερη αναφορά στους αγώνες των Ιρλανδών για ελευθερία. Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Τρέβορ, "Καλοκαιρινό ειδύλλιο" (Μεταίχμιο, 2012, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου).
Ο αγώνας των Ιρλανδών δεν υπάρχει εδώ. Η ατμόσφαιρα όμως της επαρχιακής ακινησίας, της φθοράς, των ηρώων με τα ματαιωμένα όνειρα, του αδιεξόδου, της ανέφικτης ευτυχίας, πλημμυρίζει το βιβλίο.
Το έργο τοποθετείται στη μικρή πόλη Ραθμόι, πιθανότατα φανταστική, στη δεκαετία του πενήντα. Αρχίζει με μια σκηνή κηδείας. Είναι η κηδεία της κυρίας Κόναλτι, ισχυρής και αξιοσέβαστης προσωπικότητας της μικρής πόλης. Ο θάνατός της απελευθερώνει την ανύπαντρη κόρη της από την καταπιεστική παρουσία της μητέρας. Μια επίσης προβληματική σχέση υπάρχει μεταξύ της Μις Κόναλτι και του δίδυμου αδελφού της, με τον οποίο σπάνια επικοινωνούν γιατί "δεν έχουν τίποτα να πουν".
Οι χαρακτήρες του έργου μοιάζουν στην αρχή ασύνδετοι, άσχετοι μεταξύ τους. Η Μις Κόναλτι, ο αδελφός της, ο ηλικιωμένος  Όρπεν Ρεν που ζει με ιστορίες του παρελθόντος, οι ένοικοι της πανσιόν που διατηρεί η Μις Κόναλτι, άλλοι κάτοικοι της μικρής πόλης και προπάντων τα τρία κύρια πρόσωπα: Ο αγρότης Ντίλαχαν, η δεύτερη γυναίκα του Έλι κι ένας νεαρός, ξένος στην πόλη, ο Φλοριάν, που τριγυρίζει με το ποδήλατο και τη φωτογραφική του. Η παρουσία του θα λειτουργήσει σαν καταλύτης που θα συμβάλει στο να αναδειχτούν οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων, αλλά και να βγουν στο φως τα κρυμμένα συναισθήματά τους.
Ο Ντίλαχαν, αν και βασανιζόμενος από τύψεις και ενοχές για το θάνατο της γυναίκας και του μικρού παιδιού του που αποδίδει σε δική του αμέλεια, παντρεύεται τη νεαρή Έλι, μεγαλωμένη σε ορφανοτροφείο από αυστηρές μοναχές, περισσότερο από ανάγκη για βοήθεια στη φάρμα παρά από αγάπη. Ο Φλοριάν, μόνος στον κόσμο, αναζητώντας νόημα και σκοπό στη ζωή του, έτοιμος να πουλήσει το πατρικό σπίτι και να μεταναστεύσει, συναντά την Έλι κι ένας τρυφερός έρωτας αρχίζει. Όχι το τρελό πάθος, άλλωστε εκείνος δεν έχει ξεχάσει το νεανικό του έρωτα για μια ξαδέλφη του κι εκείνη, η Έλι, κατατρύχεται από ενοχές κι από την προσπάθεια να καταπνίξει τον έρωτά της.
Το "Καλοκαιρινό ειδύλλιο" είναι ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο. Πολύ λίγοι είναι οι διάλογοι, πιο πολλές οι σιωπές. Ούτε υπάρχει έντονη δράση, πιο πολύ απεικονίζονται οι ψυχικές καταστάσεις, συχνά, όπως η μεταφράστρια αναφέρει στο επίμετρο, μέσα από τα αντικείμενα που αναλαμβάνουν το ρόλο της απόδοσης μιας ψυχικής κατάστασης. Όπως επίσης η Μαντόγλου αναφέρει, η αναγνωστική επιλογή του Φλοριάν που διαβάζει το "Όμορφοι και καταραμένοι" του Φιτζέραλντ δεν είναι τυχαία, επισημαίνοντας τις ομοιότητες ανάμεσα στα δυο έργα. Δεν έχω διαβάσει το έργο αυτό του Φιτζέραλντ, όμως εμένα μου θύμισε ένα άλλο μυθιστόρημα, τις "Γέφυρες του Μάντισον", πιο γνωστό  από την κινηματογραφική του μεταφορά. Πολλές οι διαφορές βέβαια, ο τρόπος γραφής, το ύφος, η ψυχολογική εμβάθυνση, η λογοτεχνική αξία. Όμως ο λιγόζωος έρωτας της παντρεμένης αγρότισσας με τον περαστικό φωτογράφο παρέχουν αρκετά σημεία ομοιότητας.
Στο πολύ κατατοπιστικό και χρήσιμο για τον αναγνώστη επίμετρο, το οποίο γράφει η Αργυρώ Μαντόγλου, γίνεται εκτενής αναφορά όχι μόνο στο συγκεκριμένο έργο αλλά και γενικότερα στα χαρακτηριστικά γραφής του Τρέβορ.

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012

Οι προσκεκλημένοι

Πλήθος θέματα αναδεικνύονται μέσα από το απολαυστικό μυθιστόρημα του Pierre Assouline "Οι προσκεκλημένοι" (Πόλις, 2012, μετ. Ρίτα Κολαΐτη): η διάκριση των τάξεων, η σημασία του "φαίνεσθαι", η προσποίηση, η κοινωνική υποκρισία, η επιδειξιομανία, η διασύνδεση συμφερόντων, ο ρατσισμός. Και όλα αυτά με μια έκφραση δουλεμένη σαν κέντημα, με λεπτές αποχρώσεις, με καταιγιστική υποβόσκουσα ειρωνεία, με καταλυτικό χιούμορ, με αφοριστικές διατυπώσεις.
Τόπος: Ένα αριστοκρατικό διαμέρισμα στην οδό Λα Καζ στο Παρίσι, όπου "η Γαλλική Επανάσταση έμοιαζε να έχει σταματήσει εδώ και καιρό μπροστά στις πύλες του Σαιν-Ζερμαίν".
Χρόνος: Η διάρκεια ενός δείπνου.
Πρόσωπα: Η κυρία "Ντυ Βι-βιέ" ή κυρία-ντυ, ο μεγαλοεπιχειρηματίας σύζυγός της, οι καλεσμένοι της και η υπηρέτρια, ή οικιακή βοηθός, ή "ακόμα πιο ψηλά στην κλίμακα Ρίχτερ της υποκρισίας" "οικιακή εργαζομένη", η Σόνια, Μαροκινής καταγωγής. Σε πολύ δευτερεύοντα ρόλο και ο Οτμάν, σεφ και σύντροφος της Σόνιας.
Τα δείπνα της κυρίας ντυ ήταν ξακουστά, κανείς δεν έπληττε σ' αυτά. Διάλεγε με προσοχή τους συδαιτημόνες φροντίζοντας "να μην υπερ-εκπροσωπείται κάποιο επάγγελμα", για να μη μονοπωλούνται οι συζητήσεις. Τοποθετούσε με μαθηματικούς υπολογισμούς τα σερβίτσια και φωτογράφιζε τα τραπέζια ώστε να μην ξαναστρώνει το ίδιο τραπεζομάντιλο στους ίδιους καλεσμένους!
Στην προετοιμασία του συγκεκριμένου δείπνου ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζε η κυρία ντυ ήταν ποιον καλεσμένο να βάλει στα δεξιά της. Τον πλούσιο ξένο που πρώτη φορά ερχόταν στο σπίτι της και που ο άντρας της ήθελε να εντυπωσιάσει και να προσελκύσει ως πελάτη ή μήπως ένα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ή πάλι έναν πρέσβη; Καταφεύγει, όπως και άλλες φορές, στις συμβουλές του  επικεφαλής του πρωτοκόλλου της προεδρικής κατοικίας, γνωστού της από τα φοιτητικά χρόνια.
Κι ενώ όλα είναι έτοιμα, με λεπτολόγο υπολογισμό διευθετημένα, οι καλεσμένοι καταφθάνουν και είναι έτοιμοι να καθίσουν στο τραπέζι, με τρόμο διαπιστώνουν ότι είναι δεκατρείς στο τραπέζι. Μεγάλη γρουσουζιά. Την κατάσταση σώζει ο επίτιμος ξένος που εισηγείται να καθίσει στο τραπέζι ως δέκατη τέταρτη η οικιακή βοηθός και, φυσικά, παρά την έκπληξή τους δεν μπορούν να μην ικανοποιήσουν την επιθυμία του.
Ενώ οι συζητήσεις, μέσα από τις οποίες ο Ασσουλίν έντεχνα αναδεικνύει ποικίλα θέματα, συνεχίζονται, η υποτίμηση, η περιφρόνηση, η υποτιμητική ματιά προς την υπηρέτρια-συνδαιτημόνα, της οποίας το πραγματικό όνομα Ουμελκχεΐρ κοροϊδεύουν, είναι σχεδόν προκλητική. Όμως, οποία έκπληξη όταν εμβρόντητοι ανακαλύπτουν ότι η Σόνια σπουδάζει στη Σορβόνη και ότι εργάζεται ως οικιακή βοηθός για να μπορέσει να ολοκληρώσει τη διδακτορική της διατριβή στην Ιστορία της Τέχνης!
Ο Πιέρ Ασσουλίν, που είχαμε γνωρίσει στο επίσης εξαιρετικό Ξενοδοχείο Lutetia, μας δίνει με τους "Προσκεκλημένους" του ένα σύγχρονο, πολύ "Γαλλικό" μυθιστόρημα, αλλά όπως κάθε αυθεντικά εθνικό είναι ταυτόχρονα και οικουμενικό. Τηρουμένων των αναλογιών παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται σ' όλες τις κοινωνίες. Η ψευδο-αριστοκρατία του χρήματος, το "φαίνεσθαι" ως αξία, η διαπλοκή, ο ρατσισμός, η κοινωνική διείσδυση των μεταναστών. Λίγοι όμως θα μπορούσαν να αποδώσουν όλα αυτά με τη λεπτή τέχνη της ειρωνείας, την επιμελημένη γλώσσα (που φαίνεται να διατηρείται και στη μετάφραση), τις αιφνιδιαστικές ανατροπές, την εν γένει συγγραφική ικανότητα του Ασσουλίν.

Δευτέρα, Ιουλίου 23, 2012

Ρουμανία: Η αποκάλυψη μιας χώρας


Ρουμανία. Τι ξέραμε γι’ αυτή τη χώρα πριν από την ολιγοήμερη επίσκεψή μας εκεί; Σχεδόν τίποτα. Κάπου σ’ εκείνη την περιοχή των Βαλκανίων που καταλαμβάνει σήμερα η Ρουμανία, τοποθετούσαμε στο μάθημα της Ιστορίας τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Μολδοβλαχία, ξέραμε το Ιάσιο, κι αυτό από την Ιστορία, τους Φαναριώτες Ηγεμόνες, τον Υψηλάντη και τον Ιερό Λόχο που ξεκίνησαν εδώ την Επανάσταση. Α, ναι, ασφαλώς και τον Κόμη Δράκουλα!

 Η φετινή καλοκαιρινή μας εξόρμηση μας γνώρισε μια όμορφη, καταπράσινη χώρα, την ιστορία της, τον πολιτισμό της, τη φύση, είδαμε πόλεις και μικρά χωριά, απολαύσαμε τη δροσιά των βουνών της, θαυμάσαμε τα καταπληκτικά, μοναδικά ζωγραφισμένα μοναστήρια, χαρήκαμε το πανέμορφο Βουκουρέστι. 

 Αρχίσαμε τη γνωριμία μας με τη Ρουμανία από τη μικρή, πανέμορφη πόλη Σινάια, σπουδαίο χιονοδρομικό κέντρο, που δίκαια αποκαλείται «μαργαριτάρι των Καρπαθίων», καθώς κρύβεται ανάμεσα σε καταπράσινα, δροσερά βουνά, 120 χμ. από το Βουκουρέστι. Επιφωνήματα θαυμασμού αυθόρμητα συνοδεύουν το θέαμα που αντικρίζουμε μόλις ανοίγουμε την μπαλκονόπορτα του δωματίου μας. Μια καταπράσινη κοιλάδα, δροσιά, λουλουδισμένα σπίτια, η απίστευτη ηρεμία του τοπίου μας καθηλώνει.

Καταπράσινο τοπίο, από τα πολλά της Ρουμανίας
 Στις τρεις μέρες που μείναμε εδώ, που αποτέλεσε και τη βάση μας για εξερεύνηση της γύρω περιοχής, δεν παραλείψαμε πρωί ή βράδυ να απολαμβάνουμε τον περίπατο στους ήσυχους δρόμους της μικρής πόλης με τα ξενοδοχεία, τις καφετέριες, το μεγάλο πάρκο, το πράσινο και τα λουλούδια.
Άποψη του παλατιού Πέλες
 Ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Σινάια είναι το μοναστήρι, κτίσμα του Μιχαήλ Καντακουζηνού. Δυο εκκλησίες το αποτελούν. Η μικρή, παλιά, γεμάτη τοιχογραφίες εκκλησία του 1695 και η μεγάλη, νεότερη εκκλησία του 1846. Μετά από ένα σύντομο, πρωινό προσκύνημα κι έναν ύμνο που με την καθοδήγηση του εγκυκλοπαιδικότατου Παύλου ψάλλουμε σε όποιο μοναστήρι κι αν βρεθήκαμε, συνεχίζουμε για να επισκεφθούμε το παλάτι Πέλες. 
Το κάστρο του Δράκουλα
Εντυπωσιακό στο εξωτερικό του το παλάτι είναι εξίσου αξιοθαύμαστο και στο εσωτερικό. Η εξαιρετική τοποθεσία στους δυτικούς λόφους της Σινάια λέγεται ότι ενθουσίασε τον πρώτο βασιλιά της χώρας, τον Κάρολο Α΄ , που διέταξε την κατασκευή του. Κράτησε από το 1873-1883. Φυσικά δεν επισκεπτόμαστε και τα …160 δωμάτιά του. Ποικίλοι ρυθμοί, πλούσια, θα ‘λεγα υπερβολική διακόσμηση, τοιχογραφίες, πίνακες, συλλογές όπλων, κρύσταλλα, πορσελάνες, διακοσμητικά τζάκια (μια και ήταν το πρώτο κτήριο στην Ευρώπη που διέθετε ηλεκτρισμό και κεντρική θέρμανση) συνθέτουν το εσωτερικό του. Ένα καλοκαιρινό παλάτι, αντάξιο της βασιλικής οικογένειας, που από το 1948, με την επικράτηση του κομμουνιστικού κόμματος, πέρασε στην ιδιοκτησία του κράτους κι εκεί έκαναν πια τις διακοπές τους όχι οι βασιλιάδες αλλά τα στελέχη του κόμματος (ποια η διαφορά άραγε;). Εκεί φιλοξενήθηκαν πολλές διασημότητες, ο πρόεδρος Νίξον, ο Αράφατ και βέβαια και ο Καντάφι. Πρόσφατα το παλάτι παραχωρήθηκε στον  τελευταίο βασιλιά της Ρουμανίας, τον Μιχαήλ, πολύ δημοφιλή στη χώρα, που αφού διώχτηκε για ένα διάστημα, του επετράπη να επιστρέψει. Δεν ξέρω με ποιο αντάλλαγμα ο 92χρονος σήμερα Μιχαήλ δέχτηκε την παραχώρηση του παλατιού για να λειτουργεί ως μουσείο.
Μέσα από μια πανέμορφη διαδρομή, διασχίζοντας τα πυκνά δάση των Καρπαθίων, συναντώντας μικρά χωριά και εξοχικές κατοικίες, κυριολεκτικά χωμένες στο πράσινο, φτάνουμε στο Μπραν, όπου βρίσκεται το «Κάστρο του Δράκουλα». Σε κανένα άλλο μέρος της Ρουμανίας δεν είδαμε τόσο μεγάλη τουριστική κίνηση. Είναι αλήθεια πως συχνά οι μύθοι γοητεύουν περισσότερο από την Ιστορία.
Πλήθος τα μαγαζάκια με αναμνηστικά του Δράκουλα
 Ο περίφημος Δράκουλας είναι ένα μείγμα Ιστορίας, μύθου, λογοτεχνίας και… τουριστικής εκμετάλλευσης. Ως ιστορικό πρόσωπο ο Κόμης Βλαντ Ντράκουλα ή Τσέπες (1431-1476) υπήρξε ηγεμόνας της Βλαχίας που εξόντωνε τους αντιπάλους κυρίως με τη μέθοδο του ανασκολοπισμού (παλουκώματος). Χρησιμοποιήθηκε ως αιμοδιψής πρίγκιπας από τον Ιρλανδό συγγραφέα Στόκερ στο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε το 1897, από εκεί τον ανακάλυψε ο κινηματογράφος και ο μύθος ήταν πια γεγονός. 
Το σπίτι που γεννήθηκε ο Δράκουλας, στη Σιγκισοάρα
 Πιο ταιριαστή φανταστική κατοικία για το Δράκουλα δεν μπορούσε να βρεθεί από αυτό το κάστρο, πρωταρχικό κτίσμα του 1212. Από μακριά το βλέπουμε να υψώνεται σκυθρωπό, σκοτεινό, ενώ ο ξεναγός μας προειδοποιεί ότι όσοι δεν αντέχουν τις πολλές σκάλες, ή όσοι πάσχουν από κλειστοφοβία, καλύτερα να μη μπουν. Φυσικά κανένας μας δεν πτοείται και για αρκετή ώρα τριγυρίζουμε στα μικρά, σκοτεινά δωμάτια, ενώ πιο πολύ μας συναρπάζει η θέα που απολαμβάνουμε από τα παράθυρά του. Διερωτώμαι γιατί να είναι προσφιλές θέρετρο από το 1920 της βασίλισσας Μαίρης αυτό το άχαρο στο εσωτερικό του κάστρο. Ίσως να μην είναι χωρίς βάση τα κουτσομπολιά που τη θέλουν να συναντά εκεί τους εραστές της! Από το 1957 το κάστρο λειτουργεί ως μουσείο, αλλά το 2006 επεστράφη στον εγγονό της Μαίρης, έναν αρχιτέκτονα που ζει στις Η.Π.Α., ο οποίος όμως δήλωσε πως το κάστρο θα παραμείνει μουσείο.
Τριγύρω πλήθος υπαίθρια μαγαζάκια γίνονται πόλος έλξης για τους τουρίστες που σπεύδουν να αγοράσουν κάποιο αναμνηστικό του Δράκουλα, ενώ συμπαθητικά εστιατόρια περιμένουν να μας ξεκουράσουν μετά από την κοπιαστική επίσκεψη στο κάστρο.
Ο Πύργος του Ρολογιού στη Σιγκισοάρα
 Το κάστρο του Μπραν δεν είναι ο μόνος τόπος που συνδέεται με τον Δράκουλα. Η γενέτειρά του, η πόλη Σιγκισοάρα, είναι μια παλιά, μεσαιωνική πόλη, ιδρυμένη από Σάξονες το 12ο αι. Θεωρείται σημαντική για το διατηρημένο παλιό της κέντρο με τα μεσαιωνικά κτίσματα και τους λιθόστρωτους δρόμους, γι’ αυτό και περιλαμβάνεται στα «Μνημεία της Παγκόσμιας Κληρονομιάς» της Ουνέσκο. Δεν ξέρω αν η υπερβολική ζέστη εκείνης της ημέρας ή η τρίωρη διαδρομή που χρειαστήκαμε για να φτάσουμε εκεί από τη Σινάια, είναι αυτό που με έκανε να πιστεύω πως κι αν παραλείπαμε τη Σιγκισοάρα δεν θα ήταν άσχημα. Βέβαια, δεν θα συμφωνούσαν μαζί μου οι παθιασμένοι με το μύθο του Δράκουλα, που όχι μόνο μπορούν να δουν εδώ το σπίτι που γεννήθηκε, αλλά και να γευματίσουν σ’ αυτό, μια και σήμερα το σπίτι αυτό λειτουργεί ως εστιατόριο.
Το καμπαναριό της μαύρης εκκλησίας στο Μπρασόφ
 Αν τη Σιγκισοάρα μπορούσαμε να την παραλείψουμε, στο Μπρασόφ θα θέλαμε να μείνουμε όσο το δυνατό περισσότερο. Αν μας έκλειναν τα μάτια και μας έλεγαν να τα ανοίξουμε μπροστά από την πλατεία του, ή τον λουλουδισμένο του τεράστιο πεζόδρομο ή ακόμα μπροστά από ένα ανθοστολισμένο σπίτι, θα λέγαμε πως ξαφνικά βρεθήκαμε στη Γερμανία ή την Αυστρία. Τίποτα δεν θυμίζει Βαλκανική πόλη. Πλούσια, εμπορικό πέρασμα των Τευτόνων στην επαρχία της Τρανσυλβανίας που δεσπόζει στο κέντρο της Ρουμανίας, φαίνεται να διατηρεί την τευτονική της παράδοση. Σήμα κατατεθέν της πόλης είναι η λεγόμενη Μαύρη Εκκλησία, του 1477, από τους μεγαλύτερους καθολικούς ναούς, σε γοτθικό στιλ,. Η ονομασία οφείλεται στο σκούρο χρώμα των τοίχων, αποτέλεσμα μιας πυρκαγιάς του 1689. Στην επίσκεψή μας εκεί έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε ένα ημίωρο κονσέρτο μουσικής με εκκλησιαστικό όργανο. Ασυνήθιστα ακούσματα για μας, δεν νομίζω ότι το εκτιμήσαμε όσο του άξιζε. Ήταν όμως ένα ημίωρο δροσιάς, ξεκούρασης και ευκαιρία να θαυμάσουμε την εξαιρετική συλλογή χειροποίητων χαλιών που υπάρχουν εκεί, δώρο των εμπόρων από τα ταξίδια τους.
Η τεράστια, πανέμορφη πλατεία του Μπρασόφ
 Η Σινάια απέχει 360 χμ. από τη μικρή πόλη Γκούρα Χουμόρολουι στα βόρεια της χώρας, προς την οποία οδεύουμε, για να μπορέσουμε να επισκεφθούμε τα περίφημα ζωγραφισμένα μοναστήρια της Μπουκοβίνα. Βέβαια, 360 χμ. δεν είναι πολλά για μια άλλη ευρωπαϊκή ή αμερικανική πόλη. Όμως στη Ρουμανία δεν είναι το ίδιο. Στενοί δρόμοι, ο μόνος υπεραστικός δρόμος, κι αυτός με τρεις και όχι τέσσερις λωρίδες, ο δρόμος που ενώνει το Ιάσιο με το Βουκουρέστι. Χρειαζόμαστε 7 περίπου ώρες για τα 360 χμ., με σταθμούς βέβαια, αλλά και γιατί καθυστερούμε καθώς συναντούμε αμάξια που μεταφέρουν γεωργικά προϊόντα. Γραφικά ασφαλώς, αλλά όχι και πολύ βοηθητικά για τη διακίνηση. 
Γραφικά αμαξάκια χρησιμοποιούνται στην ύπαιθρο
 Μας αποζημιώνουν όμως τα υπέροχα δάση κι οι απέραντες πεδιάδες με το καταπράσινο καλαμπόκι ή τα υπέροχα κατακίτρινα χαλιά των ηλιοτροπίων, που θα συναντήσουμε ακόμα περισσότερα στη διαδρομή Ιάσιο-Βουκουρέστι. Γεωργική, ως επί το πλείστον χώρα η Ρουμανία, με το 40% του πληθυσμού της να κατοικεί στην ύπαιθρο. Πανέμορφα σπίτια, γεμάτα λουλούδια, καλαίσθητα, με στέγες σε διαφορετικά χρώματα, με προσεγμένες λεπτομέρειες, καθαρά, συνοδεύουν τη διαδρομή μας και η υπόνοια πως αυτή ειδικά η περιοχή της Ρουμανίας, λόγω γεωργικής παραγωγής αλλά και λόγω τουρισμού, αποπνέει ευημερία επιβεβαιώνεται από τον ξεναγό μας. 
Η είσοδος της Μονής Σέκου
 Μια παράκαμψη πριν από το Χουμόρολουι μας φέρνει στη μονή Σέκου. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι το όνομα αυτό, συνδεδεμένο ιστορικά με την αποτυχία της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ηρωική ανατίναξη του Γιωργάκη Ολύμπιου στις 8-9 Σεπτεμβρίου 1821, θα αφορούσε αυτό το μεγάλο, εντυπωσιακό, πεντακάθαρο μοναστήρι. Το φανταζόμουν σαν ένα μικρό, ίσως μισοερειπωμένο κτίσμα. Συχνά η διάψευση της φαντασίας μας είναι προτιμότερη από την επαλήθευσή της. 
Το σεμνό μνημείο για τον Γιωργάκη Ολύμπιο
Κτισμένο μέσα σε μια όμορφη κοιλάδα, περιτοιχισμένο σαν φρούριο, με πρώτο κτίσμα το 1602, ανδρικό μοναστήρι σήμερα, είναι αφιερωμένο στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ιδιαίτερης σημασίας για μας η ωραία εικόνα της Παναγίας «Κυπριώτας», όπως είναι γνωστή, που δωρίθηκε από την Κύπρο το 1647. Με την ίδια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια στεκόμαστε για λίγο μπροστά στο λιτό μνημείο, το αφιερωμένο στη θυσία του Γιωργάκη Ολύμπιου κι αφήνουμε τη σκέψη να σεργιανίσει στους περασμένους, ματωμένους και ηρωικούς εκείνους χρόνους.
Άποψη της Μονής Σέκου
 Διστάζω ν’ αρχίσω να γράφω για τα ζωγραφισμένα μοναστήρια της Ρουμανίας που ήταν ό, τι σημαντικότερο και ωραιότερο συναντήσαμε σ’ αυτό το ταξίδι. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να αποδώσω όπως τους αξίζει  τη θρησκευτικότητα, την ομορφιά, και την υψηλή τέχνη που τα διακρίνει.  Είναι πραγματικά ένα «αρχιπέλαγος μοναστηριών», όπως τιτλοφορείται ένας σύντομος οδηγός που αγοράζω απ’ εκεί.. Από το πλήθος των μοναστηριών επισκεπτόμαστε τα σημαντικότερα πέντε, όλα γυναικεία μοναστήρια: Το Χούμορ, το Βορονέτς, το Μολτοβίτσα, το Σουτσεβίτσα και το Πούτνα.
Η όμορφη, μικρή πόλη Γκούρα Χουμόρολουι
 Χτισμένα και ζωγραφισμένα όλα τον 15ο και 16ο αι., συχνά από ανώνυμους καλλιτέχνες, είχαν διπλό σκοπό. Αφενός να οπτικοποιήσουν την πίστη για τους αγράμματους πιστούς και αφετέρου να προστατέψουν την Ορθοδοξία από τις επιβουλές των καθολικών γειτόνων. Καμιά περιγραφή δεν νομίζω ότι μπορεί να ανταποκριθεί στο θέαμα που αντικρίσαμε. Σκηνές από τη ζωή του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, καλύπτουν κάθε γωνιά του εξωτερικού των μοναστηριών. Δεν ξέρουμε τι να πρωτοθαυμάσουμε. Την πίστη, την καλλιτεχνική δύναμη, ή τα ζωηρά χρώματα που παραμένουν αναλλοίωτα τόσους αιώνες μετά; 
Το μοναστήρι Χούμορ
 Είναι αδύνατη βέβαια η περιγραφή όλων. Σταματώ μόνο στην εξαιρετική τοιχογραφία που απλώνεται σε ολόκληρο το δυτικό τοίχο του πιο διάσημου μοναστηριού, του Βορονέτς. Για ώρα πολλή στεκόμαστε έκθαμβοι ακούγοντας τη λεπτομερή ερμηνεία της απεικόνισης. Πρόκειται για τη Μέλλουσα Κρίση, με την Κόλαση και τον Παράδεισο, με τον Θεό-Κριτή, τις στρατιές των δικαίων και των αμαρτωλών, με πλήθος μορφές και σύμβολα. 
Τμήμα της Μέλλουσας Κρίσης (Από το Βορονέτς)
 Το μοναδικό μπλε χρώμα που χρησιμοποιήθηκε εδώ περιλαμβάνεται στους καταλόγους χρωμάτων ως «μπλε του Βορονέτς». Όχι άδικα το μοναστήρι αυτό αποκαλείται «Καπέλα Σιξτίνα της Ανατολής». Κι η σκέψη που κάνω είναι πως ακόμα και όσοι δεν πιστεύουν οφείλουν να παραδεχτούν πως η συμβολή της θρησκείας, ειδικά του Χριστιανισμού στην τέχνη,  υπήρξε ανεκτίμητη.
Ακόμα ένα ζωγραφισμένο μοναστήρι (εδώ ο Ακάθιστος Ύμνος)
 Τελευταίο μοναστήρι που επισκεπτόμαστε είναι το Πούτνα, το μόνο που δεν είναι ζωγραφισμένο εξωτερικά. Είναι όμως σημαντικό και για την αρχιτεκτονική του, αλλά και γιατί εκεί είναι θαμμένος ο ηγεμόνας Στέφαν ο Μέγας, το όνομα του οποίου συχνά ακούμε σ’ αυτή την περιδιάβαση. Υπήρξε μέγας πολέμιος των Οθωμανών, και ιδρυτής τόσο αυτού του μοναστηριού όσο και του Βορονέτς. Η κατανυκτική μελωδία του εσπερινού μας κρατάει για λίγο συγκινημένους στο οικείο άκουσμά της χαρίζοντας ένα ευλαβικό επίλογο στην επίσκεψή μας στα μοναστήρια της Μπουκοβίνα.
Στο Χουμόρολουι απολαύσαμε τοπικούς χορούς


Μαζί με τους Ρουμάνους χορευτές και οι δικοί μας
Λουλουδισμένο εστιατόριο κάπου στη Μπουκοβίνα
 Το Ιάσιο, η δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Ρουμανίας, υπήρξε ένας σύντομος σταθμός μιας νύχτας, για να μοιράσουμε την απόσταση μεταξύ Χούμορολουι και Βουκουρεστίου. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος, ή πάλι γιατί σχεδόν όλοι οι δρόμοι και πολλά από τα κτήριά του ήταν υπό ανακαίνιση, που το εγκαταλείπουμε χωρίς να παίρνουμε μαζί μας μια καλή εικόνα απ’ αυτή την ιστορική πόλη. Θα πρέπει πολύ να δουλέψει η φαντασία μας για να το πλάσει όπως πρέπει να ήταν τότε, όταν ήταν πρωτεύουσα της Μολδοβλαχίας, όταν Φαναριώτες Ηγεμόνες διοικούσαν, όταν έμποροι έρχονταν για να πλουτίσουν, όταν λόγιοι κατέφευγαν εδώ από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές κι όταν απ’ εδώ διάλεξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ν’ αρχίσει την Επανάσταση. Η αθάνατη ωδή που ο Κάλβος συνέθεσε για τους ηρωικούς Ιερολοχίτες, στριφογυρίζει στη σκέψη: Ας μη βρέξει ποτέ/ το σύννεφο κι ο άνεμος/ σκληρός ας μη σκορπίσει/το χώμα το μακάριον/που σας σκεπάζει.
Ξενοδοχείο στο χιονοδρομικό κέντρο Ποιάνα Μπρασόφ
 Ακόμα και η ωραία εκκλησία των Τριών Ιεραρχών που θέλουμε να επισκεφθούμε, είναι καλυμμένη ολόκληρη για ανακαίνιση. Προβάλλουν μόνο ψηλά οι κορυφές δυο κωδωνοστασίων από τα οποία μπορούμε να εικάσουμε πόσο όμορφη πρέπει να είναι αυτή η εκκλησία που μοιάζει σαν κέντημα στην πέτρα. Λέγεται πως αρχικά ήταν καλυμμένη με χρυσάφι και ασήμι που αφαίρεσαν οι Τούρκοι όταν κατέλαβαν την πόλη.
Καλυμμένη η εκκλησία των Τριών Ιεραρχών (Ιάσιο)
Το σπίτι της Κουλτούρας (Ιάσιο)
 Είναι γνωστή η θρησκευτικότητα των ορθοδόξων της Ανατολικής Ευρώπης και έχουμε την ευκαιρία για άλλη μια φορά να το διαπιστώσουμε. Μητροπολιτικός ναός του Ιασίου είναι ο ναός της Αγίας Παρασκευής, πολιούχου της πόλης, που το σκήνωμά της φυλάσσεται εδώ. Την ώρα που φτάνουμε στο ναό μια ωραία ψαλμωδία απλώνεται ως έξω. Μαθαίνουμε πως γίνεται μια παράκληση για ασθενείς. Σε λίγο η ακολουθία τελειώνει. Μπαίνουμε στην εκκλησία. Πλήθος κόσμου υπομονετικά στέκεται στην ουρά για να προσκυνήσει το σκήνωμα της Αγίας, ενώ άλλοι με ευλάβεια προσκυνούν το ευαγγέλιο και παίρνουν από το χέρι του ιερέα ένα είδος ψωμιού, παρόμοιου με το δικό μας αντίδωρο ή πίτα.
Ο ωραίος μικρός ναός του Αγίου Νικολάου (Ιάσιο)
 Ο μόνος ωραίος δρόμος που είδαμε στο Ιάσιο ήταν ο δρόμος των Πανεπιστημίων, με πραγματικά ωραία νεοκλασικά και το Παλάτι της Κουλτούρας, κι αυτό υπό ανακαίνιση. Νομίζω η εικόνα που αποκομίζουμε φεύγοντας αδικεί τη φήμη της πόλης.
Απέραντες εκτάσεις με ηλιοτρόπια στη διαδρομή Ιάσιο-Βουκουρέστι
 Καθώς μπαίνουμε στο Βουκουρέστι η απογοήτευση μας κυριεύει. Αυτή λοιπόν είναι η πόλη που έχει ονομαστεί «Μικρό Παρίσι»; Τεράστιες, σκυθρωπές, ομοιόμορφες πολυκατοικίες, με διαμερίσματα σαν κουτιά χωρίς μπαλκόνια, παρόμοιες με όσες έχουμε δει σε άλλες πρώην κομμουνιστικές χώρες, μας υποδέχονται. Η πρώτη απογοητευτική εντύπωση σύντομα θα ανασκευαστεί. Προπάντων την επομένη, όταν θα ‘χουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα την πρωτεύουσα της Ρουμανίας.
Άνετες λεωφόροι, καταπράσινα πάρκα, παλιά αρχοντικά, εντυπωσιακά νεοκλασικά δημιουργούν ένα σύνολο που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από καμιά άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Η Αψίδα του Θριάμβου, πανομοιότυπη με την ομώνυμη Παρισινή Αψίδα, ασφαλώς δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο κάποτε το Βουκουρέστι ονομαζόταν «Παρίσι της Ανατολής». Λυπούμαστε που έχουμε τόσο λίγο χρόνο να του αφιερώσουμε και προσπαθούμε να τον αξιοποιήσουμε όσο το δυνατό καλύτερα.
Στο ιστορικό κέντρο βρίσκεται η Πλατεία της Επανάστασης, όπου δεσπόζει το κτήριο που στέγαζε άλλοτε την κεντρική επιτροπή του κομμουνιστικού κόμματος. 
Η πλατεία της Επανάστασης
 Βλέπουμε το μπαλκόνι από το οποίο στις 21 Δεκεμβρίου του 1989 ο Τσαουσέσκου εκφώνησε τον τελευταίο του λόγο. Η εξέγερση εναντίον του καταπιεστικού του καθεστώτος είχε αρχίσει μέρες πριν στην Τιμισοάρα. Εδώ ο δικτάτορας νόμιζε πως θα προσφωνούσε τους υποστηρικτές του, όμως η συγκέντρωση δεν άργησε να γίνει διαδήλωση εναντίον του. Η σύγκρουση γενικεύτηκε. Τα θύματα υπολογίζονται στις δύο χιλιάδες. Αλλά και ο ίδιος ο Τσαουσέσκου και η γυναίκα του η Ελένα σε τρεις μέρες δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Στη μέση της πλατείας τώρα υψώνεται μια άσπρη, πανύψηλη στήλη, όπου κάποιος πέταξε μια κόκκινη μπογιά, να θυμίζει το χυμένο αίμα. Πόσο αίμα σ’ όλο τον κόσμο για την Ελευθερία!
Ο Κάρολος Α΄
Απέναντι ακριβώς, σ’ ένα τμήμα του πρώην Βασιλικού Παλατιού, φιλοξενείται η Εθνική Πινακοθήκη, όπου βλέπουμε εντυπωσιακές συλλογές έργων Βυζαντινής Αγιογραφίας και έργων Μεσαιωνικής και σύγχρονης Ρουμανικής Τέχνης.
Ένα από τα ωραιότερα κτήρια της πόλης θεωρείται το νεοκλασικό Atheneum, κτίσμα του 1888, το οποίο δυστυχώς βλέπουμε μόνο εξωτερικά. Εξωτερικά βλέπουμε και το επίσης νεοκλασικό Μουσείο Ενέσκου, του σημαντικότερου συνθέτη καλσικής μουσικής της Ρουμανίας, καθώς και το Ιστορικό Μουσείο στην Πλατεία του Πανεπιστημίου.
Παλιό κτήριο στο Βουκουρέστι
 Από το πλήθος των εκκλησιών του Βουκουρεστίου σταματάμε στην παλιά, μικρή, όμορφη εκκλησία Σταυροπόλεως. Είναι τόσο συγκινητικό να σκέφτεσαι πως τούτο το κτίσμα βρίσκεται εδώ από το 1724, όταν ηγεμόνας ήταν ο Φαναριώτης Νικόλαος Μαυροκορδάτος.
Η Μονή Σταυροπόλεως

Γραφικός πεζόδρομος στο Βουκουρέστι
 Στον ίδιο δρόμο, στην οδό Σταυροπόλεως, απολαύσαμε το βράδυ το δείπνο μας, στο  πιο παλιό και πιο γνωστό εστιατόριο-μπιραρία της πόλης, το Caru’ cu bere, που λειτουργεί από το 1879! Είναι τέτοια η διακόσμηση εσωτερικά, με ξύλινες επενδύσεις, βιτρό, τοιχογραφίες, θυρεούς, πολυελαίους, που νομίζουμε πως υπήρξε κάποτε μέρος κάποιου παλατιού. Όχι, μας λένε. Λειτούργησε από την αρχή ως εστιατόριο. Η μπίρα, ειδική σπεσιαλιτέ του εστιατορίου, οι άφθονοι μεζέδες, η μουσική και ο χορός συμπλήρωσαν την ωραία βραδιά. Χαρακτηριστικό του πόσο γνωστό είναι, κάτι σαν σήμα κατατεθέν της πόλης, είναι το ότι όταν την άλλη μέρα ζητήσαμε από τον ταξιτζή να μας πάει στη Μονή Σταυροπόλεως, μας κοιτούσε απορημένος. Μόλις του είπαμε Caru’ cu bere κατάλαβε αμέσως. Η περιοχή, το παλιό ιστορικό κέντρο, πλημμυρίζει από πεζόδρομους, υπαίθρια καφέ και παλιά, όμορφα κτήρια, μια απόλαυση για τον επισκέπτη.
Σπίτι στο Μουσείο του Χωριού
 Ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα του Βουκουρεστίου είναι το πάρκο Χέρεστρεου που απλώνεται σε μια τεράστια έκταση στα βόρεια της πόλης. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα, στις λίμνες, στο όμορφο περιβάλλον έχει δημιουργηθεί το Μουσείο του Χωριού (Museul Satului). Είναι ένα υπαίθριο μουσείο, στο οποίο έχουν συγκεντρωθεί αυθεντικά σπίτια από όλη τη Ρουμανία. Ακόμα και μια ολόκληρη εκκλησία έχει μεταφερθεί εδώ. Στο ζεστό αυτό πρωινό του Βουκουρεστίου το όμορφο πάρκο μας χαρίζει λίγη δροσιά πριν συνεχίσουμε την περιδιάβασή μας στην πόλη.
Ανάπαυση στη σκιά
 Το ‘χουμε δει άπειρες φορές σε φωτογραφίες, έχουμε ακούσει άλλες τόσες να γίνεται λόγος γι’ αυτό, κι όμως μας εντυπωσιάζει μόλις το αντικρίζουμε. Πρόκειται για το μεγαλύτερο κτήριο όχι μόνο της Ρουμανίας αλλά και το δεύτερο σε μέγεθος κτήριο στον κόσμο, μετά το Πεντάγωνο των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι το περίφημο Σπίτι του Λαού, δημιούργημα της μεγαλομανίας του Τσαουσέσκου, που όμως δεν πρόλαβε να το χαρεί. Τέλειωσε, εσωτερικά τουλάχιστον,  μετά το θάνατό του.
Η Εθνική Πινακοθήκη
 Οι αριθμοί που σχετίζονται με την κατασκευή του είναι τρομακτικοί: εμβαδόν 330.000 τ.μ.,  700 αρχιτέκτονες, 20.000 εργάτες που εργάζονταν για πέντε χρόνια συνεχώς σε τρεις βάρδιες, 12 όροφοι, 1000 δωμάτια! Ο έλεγχος που γίνεται στους επισκέπτες είναι αυστηρότατος. Κανείς δεν μπαίνει χωρίς διαβατήριο ή ταυτότητα, τα οποία μάλιστα παραδίδει στην είσοδο και παραλαμβάνει κατά την έξοδο. Απαγορεύεται η φωτογράφιση, απαγορεύεται η χρήση ασανσέρ, απαγορεύεται να εγκαταλείψει κανείς το γκρουπ και να τριγυρίσει μόνος του…
Μικρό τμήμα από το Παλάτι του Λαού
 Πειθαρχικά ακολουθούμε τον ειδικό ξεναγό. Αφού μας ξενάγησε σε δέκα από τα χίλια δωμάτια, μας λέει ότι έχουμε διανύσει κάπου 2 χμ. κι έχουμε επισκεφθεί το 5% του κτηρίου! Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι αυτό το ογκώδες κατασκεύασμα διαθέτει ένα απροσδόκητα κομψό και καλαίσθητο εσωτερικό. Αν και χωρίς επίπλωση οι αίθουσες που επισκεπτόμαστε, αίθουσες συνεδρίων, αίθουσα τύπου, αίθουσα προβολών, δεξιώσεων κ.λπ. διαθέτουν εντυπωσιακό συνδυασμό υλικών. Μια αρμονία χρωμάτων, ωραία μάρμαρα, επίχρυσες διακοσμήσεις, καταπληκτικά φωτιστικά (ο πιο μεγάλος πολυέλαιος ζυγίζει 2 τόνους!), χαλιά τόσο μεγάλα που αναγκάστηκαν να τα συναρμολογήσουν επί τόπου, επειδή δεν μπορούσαν να τα μεταφέρουν.
Σήμερα το Σπίτι του Λαού αποτελεί την έδρα του Κοινοβουλίου και της Γερουσίας της Ρουμανίας. Θαυμάζουμε, ενώ ταυτόχρονα αναλογιζόμαστε μέχρι πού μπορεί να φτάσει η μεγαλομανία και η ματαιοδοξία του ανθρώπου, προπάντων σ’ ένα κομμουνιστικό σύστημα που υποτίθεται ότι υπηρετεί το λαό.
Το ξενοδοχείο Κάπσα. Στο ισόγειο το ομώνυμο λογοτεχνικό καφενείο
  Τη φιλολογική μας συντροφιά ελκύουν ακαταμάχητα τα παλιά λογοτεχνικά και γενικά τα ιστορικά καφενεία, που κάποτε έχουν ζωή αιώνων. Τ’ αναζητούμε σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα που επισκεπτόμαστε και περνώντας εκεί λίγη ώρα μ’ έναν καφέ ή γλυκό αναλογιζόμαστε τα πνεύματα που στοίχειωσαν αυτούς τους χώρους. Θυμάμαι τώρα το καφέ Graeco στη Ρώμη, στη Βιέννη το καφέ Landmann όπου σύχναζε ο Φρόιντ ή το περίφημο Sacher με την ομώνυμη σοκολατίνα, στο Όσλο το καφέ Central, όπου κάθε μεσημέρι, ακριβώς στις 12 έδινε το παρόν του ο Ίψεν.
Το καφέ Κάπσα
 Παρ’ όλο ότι η λογοτεχνική και γενικότερα η πνευματική δημιουργία της Ρουμανίας μας είναι ελάχιστα γνωστή, αναζητούμε κι εδώ το καφέ Capsa, που οι πληροφορίες μας λένε ότι στα χρόνια της Μπελ Επόκ υπήρξε διάσημο κέντρο συνάντησης της αριστοκρατίας και των πνευματικών και καλλιτεχνικών κύκλων. Ο νεαρός ξεναγός μας δεν μας ενθαρρύνει. «Δεν είναι πια αυτό που ήταν άλλοτε», μας λέει. Όμως εμείς επιμένουμε. Το βρίσκουμε. Είναι σε μια από τις πιο ιστορικές και ωραίες λεωφόρους του Βουκουρεστίου τη λεωφόρο Victoriei, στο ισόγειο του ομώνυμου ξενοδοχείου. Κάτι από την παλιά του αίγλη διατηρείται ακόμα. Μικρό, κομψό, με χρυσοποίκιλτους καθρέφτες και ωραία φωτιστικά, κάτι θυμίζει από το περασμένο του μεγαλείο, ενώ ένα σύντομο ενημερωτικό σημείωμα μας γνωστοποιεί το έτος της ίδρυσής του: 1891. Ο πρωινός μας καφές εκεί ήταν, νομίζω, ό,τι καλύτερο για να αποχαιρετήσουμε το Βουκουρέστι και τη Ρουμανία.
Ανθισμένη διακόσμηση, πολύ συχνή στη Ρουμανία
 Πηγαίνοντας στη Ρουμανία δεν ξέραμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτή τη χώρα των 22 εκατομμυρίων. Φεύγοντας, παίρνουμε μαζί μας τη δροσιά των βουνών της, το πράσινο των δασών της, τα λουλουδισμένα σπίτια της υπαίθρου της, τα ζωγραφισμένα της μοναστήρια, τους ζωηρούς χορούς της, την ευλάβεια των κατοίκων της, την ιστορικότητα των μνημείων της, την ομορφιά των κοριτσιών της, όλη την πολυκύμαντη ιστορία της. Ήταν πραγματικά η αποκάλυψη μιας χώρας.