Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2014

Εκτός νόρμας

Στέφανος Παντελίδης
Εκτός νόρμας
bookworm publication, 2014

Με την ποίηση ελάχιστα ασχολήθηκα σ' αυτό εδώ το blog, αφού έχω μόνο 5 ποιητικές αναφορές σε σύνολο 474 αναρτήσεων. Όχι γιατί δεν μου αρέσει ή γιατί δεν διαβάζω ποίηση, αλλά γιατί άλλο η ανάγνωση και άλλο η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Η ποίηση νιώθεται, δεν εκλογικεύεται ("δεν υπάρχει "άρα" στην ποίηση", για να θυμηθούμε  τον Ελύτη). Όταν εκλογικεύσεις (πράγμα που δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε όταν διδάσκουμε), κάτι απ' την αδιόρατη κι άπιαστη μαγεία της χάνεται. Ο φόβος λοιπόν μήπως προδώσω την ποίηση είναι που με συγκρατεί ώστε να την απολαμβάνω χωρίς να μιλώ πολύ γι' αυτήν, ο φόβος μήπως δεν μπορέσω να μεταδώσω αυτά που ένιωσα. 
Κι όμως πάλι κάποιοι στίχοι μου αναμοχλεύουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα που πιεστικά γυρεύουν διέξοδο έκφρασης. Αυτό μου συνέβη με μια πρόσφατη ποιητική συλλογή. Τίτλος της, "Εκτός νόρμας", πρώτη ποητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση σ' αυτή την ολιγοσέλιδη συλλογή είναι μια ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη. Μου φάνηκε πως έμοιαζε με τον ατμό που ξεπηδάει ορμητικός σαν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν. Δεν ξέρω τι μου δημιούργησε αυτή την εντύπωση. Ίσως είναι το ολιγόστιχο των ποιημάτων, όπου το συναίσθημα γνωρίζει μια άκρα συμπύκνωση (πολλά ποιήματα αποτελούνται από ένα ή δύο ή τρεις το πολύ στίχους), ίσως είναι η διαμαρτυρία που έντονα ξεχύνεται ακόμη και προς το Θεό ή η ειρωνεία, κάποτε και ο αυτοσαρκασμός. Κάποια ποιήματα σε κάνουν να χαμογελάσεις, άλλοτε να δακρύσεις κι άλλοτε να ταυτιστείς με τη φωνή διαμαρτυρίας του ποιητή.
Ο Στέφανος μοιάζει οργισμένος, Η οργή της διαμαρτυρίας του απευθύνεται συχνά και στο Θεό. "Πού ήσουν;" ρωτάει το Θεό για δυο αδερφάκια που πέθαναν κλεισμένα στο ασανσέρ. Κι αλλού πάλι διαμαρτύρεται γιατί "Εκείνος έφυγε νύχτα, ενώ άφησε τ' άλλα παιδιά να σφαγούν απ' τον κτηνώδη βασιλιά", θυμίζοντάς μας τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη. Κι όμως δεν δηλώνει άθεος. Γιατί, αν δεν πίστευε, "δεν θα Του απηύθυνε το λόγο, δεν θα Του ζητούσε εξηγήσεις", δικαιολογείται ειρωνικά και παραπονεμένα.
Με τρυφερότητα και αγάπη γράφει ειδικά για τα παιδιά. Άλλωστε αφιερώνει τη συλλογή "Στο γιο μου Γιώργο, που η ιδιαιτερότητά του μου ανοίγει ορίζοντες".
Καταφανείς οι επιδράσεις που δέχτηκε ο Στέφανος, με κυρίαρχες την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη. Όχι μόνο γιατί ονομαστικά τους αναφέρει σε αντίστοιχα ποιήματα, αλλά και για άλλους λόγους. Η φιλοσοφική διάθεση, η ειρωνεία, ο χωρίς ψιμμύθια λόγος που διακρίνει τους δυο ποιητές είναι χαρακτηριαστικά και του "Εκτός νόρμας". Παρόμοια με την τεχνική του Μόντη είναι και οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα. Π.χ. "Τα μάτια", "Τα μάτια[2]", "Τα μάτια [3]" κ.λπ..
Εξαιρετικό το ποίημα "Για το έτος Καβάφη 2013". Ποίημα συνθεμένο, θα 'λεγε κανείς, από στίχους του ίδιου του Αλεξανδρινού, που ο Στέφανος απευθύνει στον εαυτό του και στον καθένα μας.

Αφήστε τον τον Αλεξανδρινό,
στις σκοτεινές τις κάμαρές του,
πίσω απ' τα κλειστά παράθυρα,
πίσω απ' των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,
να κατεβαίνει τα σκαλιά,
και στα κρυφά να δοκιμάζει,
τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,
φτιάξε τα σπασμένα τα αγάλματά των.
Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.
σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.
Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.
Κι όσο μπορείτε προσπαθείστε,
έτοιμοι να είστε,
σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,
το μουσικό το θίασο να περνά.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 12, 2014

Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν

Λάϊονελ Σράιβερ
Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν
Μεταίχμιο, 2012
Μετ. Γωγώ Αρβανίτη
(Lionel Shriver, We need to talk about Kevin, 2003)
Σ' όλη την ως τώρα αναγνωστική μου πορεία, λίγα υπήρξαν τα βιβλία, όσο ενδιαφέροντα κι αν ήταν, που μ' έκαναν να ξενυχτήσω ως το πρωί. Τελευταίο, το "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν". Προσπαθώ να αναλύσω τους λόγους. Το κεντρικό θέμα, το ότι δηλαδή ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος σκότωσε επτά συμμαθητές του, μια καθηγήτρια κι έναν υπάλληλο της σχολικής καντίνας, αφενός το έχουμε ξανασυναντήσει (π.χ. "Δάσκαλος και μαθητής") αφετέρου το ξέρουμε τόσο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου όσο και από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Τι ήταν λοιπόν αυτό  που με έκανε άπληστα να προχωρώ και να μη θέλω να διακόψω την ανάγνωση των 579 σελίδων;
Δεν είναι ασφαλώς μόνο η δικαιολογημένη περιέργεια να μάθω το "γιατί". Είναι το όλο ύφος της συγγραφέως, είναι αυτά τα μικρά, ασήμαντα υπονοούμενα που σου ρίχνει σαν δόλωμα, είναι ο εξομολογητικός τόνος που κάνει τη γραφή να μοιάζει με μια εκμυστήρευση φίλης που δεν θέλεις να διακόψεις, είναι σκηνές και γεγονότα κοινής εμπειρίας και ασφαλώς και το μεγάλο "γιατί". Πώς μπορεί ένα παιδί ενός ευκατάστατου, ερωτευμένου ζευγαριού, που ζει σ' ένα άνετο, μεγάλο σπίτι, που δεν βιώνει καμιά στέρηση στη ζωή του, να φτάνει στο σημείο να γίνει δολοφόνος;
Η μορφή του μυθιστορήματος είναι επιστολική. Αρχίζοντας από το Νοέμβριο του 2000, δυο χρόνια μετά το μακελιό, η Ίβα Κατσατουριάν, αφηγήτρια και μητέρα του Κέβιν, απευθύνει εκτενείς επιστολές στον απόντα σύζυγό της Φράνκλιν, εν γνώσει της ότι δεν πρόκειται να τις διαβάσει ποτέ. Είναι η προσπάθειά της να καταλάβει η ίδια πώς και γιατί συνέβη κάνοντας μια αναδρομή στην κοινή τους ζωή, στον έρωτά τους, στη συνειδητή απόφαση να αποκτήσουν παιδί. Είναι η καταβύθιση στο δικό της ψυχικό κόσμο, η λεπτομερής εξιστόρηση της ζωής πριν και μετά τη γέννηση του Κέβιν, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται και στις επισκέψεις της στη φυλακή, όπου ήδη βρίσκεται ο γιος της. Προσπαθεί να καταλάβει αν ο Κέβιν γεννήθηκε ως φορέας του κακού ή αν η ίδια έφταιξε σε κάτι. Με άλλα λόγια να βρει απάντηση στο ερώτημα, ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται; Ερώτημα διαχρονικό και αναπάντητο.
Ο Κέβιν από τη γέννησή του φανέρωσε μια ιδιαιτερότητα. Αρνήθηκε να θηλάσει, δεν έμαθε να χρησιμοποιεί την τουαλέτα και φορούσε πάνες ως τα έξι του χρόνια, άργησε πολύ να μιλήσει, ενώ κατανοούσε τα πάντα και άλλες ενέργειές του φανέρωναν μια ιδιαίτερη ευφυΐα. Τα άπειρα περιστατικά στα οποία εκδήλωνε μια ανεξήγητη κακία, το ότι π.χ. καμιά μπέιμπι σίτερ δεν μπορούσε να τον ανεχτεί, το ότι κατέστρεφε με μανία τα πράγματα που τα άλλα παιδάκια αγαπούσαν, το ότι μεγαλώνοντας δεν είχε φίλους, το ότι πολύ συχνά βρέθηκε κοντά σε γεγονότα βίας, χωρίς τίποτα να μπορεί να αποδειχτεί, ο πατέρας τα δικαιολογούσε και φαινόταν να αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο δεσμό με το γιο του. Μάταια η Ίβα προσπαθούσε να αποδείξει στον Φράνκλιν αυτή την αποκλίνουσα συμπεριφορά του γιου τους. Ο πανέξυπνος Κέβιν καταλαβαίνει τη διαφορά. Ξέρει πως η μάνα του είναι αυτή που τον καταλαβαίνει, ίσως γι' αυτό κάποια στιγμή της φωνάζει "σε μισώ". Κι εκείνη όμως, ανατρέποντας την εμπεδωμένη πεποίθηση για τη μητρότητα και την απέραντη και ανιδιοτελή μητρική αγάπη, δεν διστάζει να ομολογήσει τα αρνητικά της συναισθήματα για το γιο της, σε αντίθεση με την τρυφερότητα και την προσκόλληση που  δείχνει στη μικρή της κόρη που απέκτησε επτά χρόνια μετά τη γέννηση του Κέβιν.
Το μυθιστόρημα της Σράιβερ πάει πολύ πιο πέρα από την ανατομία των οικογενειακών σχέσεων, προπάντων των σχέσων γονιών-παιδιών. Είναι και μια κριτική της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας με τις αντιθέσεις της, τον πλούτο της, την υποκρισία, την υπεροψία, την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας. Το εξομολογητικό ύφος της συγγραφέως πουθενά δεν γίνεται συναισθηματικό, οι σκληρές σκηνές περιγράφονται ρεαλιστικά χωρίς συγκινησιακή φόρτιση, γι' αυτό και συγκλονίζουν περισσότερο τον αναγνώστη, ενώ όχι σπάνια ένα πικρό χιούμορ, ή μάλλον σαρκασμός, παρεμβαίνει στην αφήγηση.
Δεν υπάρχει ίσως προσφυέστερος χαρακτηρισμός για το βιβλίο από τα λόγια της ίδιας της συγγραφέως: "Το βιβλίο θέτει σιωπηρά το ερώτημα: "Στράβωσε ο Κέβιν από την ψυχρότητα της μητέρας του ή γεννήθηκε στραβός;" Ελπίζω το βιβλίο να μη δίνει απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, έτσι όπως δεν απαντώνται στην πραγματική ζωή βασικά ερωτήματα του τύπου "η ανατροφή νικάει τη φύση ή αντίστροφα;". Όπως πολλές υπαρκτές μητέρες που αναγκάζονται να συμβιώσουν με το γεγονός ότι τα παιδιά τους έγιναν δολοφόνοι, ναρκομανείς ή κακοί άνθρωποι, καμιά γυναίκα στη θέση της Ίβα δεν πρόκειται ποτέ να συρθεί ένα πρωί μέχρι το γραμματοκιβώτιο και ν' ανοίξει το φάκελο με την "απάντηση" για το αν οι αδυναμίες του παιδιού της είναι αποκλειστικά δικό της φταίξιμο.
Είναι ο Κέβιν εκ γενετής κακός ή πρέπει να κατηγορηθεί τελικά μόνο η Ίβα -που ομολογεί: "Ήμουν φρικτή μητέρα"- για το πώς εξελίχθηκε ο γιος της; Δεν ξέρω. Εσείς να μου πείτε".

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2014

Είμαστε ακόμα εδώ

Δημήτρης Γιατρέλλης
Είμαστε ακόμα εδώ
Ωκεανίδα, 2014
Το πιθανότερο είναι πως, αν έβλεπα αυτό το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο, μάλλον δεν θα το είχα επιλέξει. Τι θα είχε άραγε να μου πει ένας άγνωστος συγγραφέας, ένα ακόμα όνομα μέσα στη σύγχρονη ελληνική πλημμυρίδα των συγγραφέων ή των "συγγραφέων"; Γι' αυτό ιδιαίτερα ευχαριστώ το Δημήτρη Γιατρέλλη που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το βιβλίο του, το οποίο αιχμαλωτίζοντας το ενδιαφέρον μου από τις πρώτες σελίδες, μου χάρισε ώρες αναγνωστικής απόλαυσης.
Αξιόλογο το "Είμαστε ακόμα εδώ" από πολλές απόψεις. Για τα θέματα που θίγει, για τον επιτυχή συνδυασμό του παρόντος με την αναπόληση μιας εποχής περασμένης, αλλά οικείας στους ...κάπως μεγαλύτερους, για τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες που στήνει, για την τεχνική που ακολουθεί.
Ο μύθος περιστρέφεται γύρω από τέσσερα βασικά πρόσωπα. Αρχίζει με τον Νίκο Πολίτη, έναν πενηντάχρονο υπάλληλο εταιρείας που κοντά στα επαγγελματικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, προστίθενται τα οικογενειακά και σε λίγο και τα προβλήματα υγείας. Ο δεύτερος χαρακτήρας είναι μια ώριμη, ωραία γυναίκα, η Ελένη Καμπά. Ανύπαντρη, μοναξιασμένη, που είτε από επιθυμία της ανθρώπινης επικοινωνίας είτε αναζητώντας σκοπό στη ζωή της, παρασύρεται σε μια παράνομη οργάνωση. Το τρίτο πρόσωπο είναι ο Βασίλης Σγουρός, αστυνομικός, στέλεχος της Αντιτρομοκρατικής, που κι αυτός κουβαλάει τα δικά του προβλήματα. Και τέλος ο Σωτήρης. Ένας νέος τρομοκράτης, ένας "αντάρτης των πόλεων", που με πάθος υπερασπίζεται τις απόψεις του.
Καθένα από τα κεφάλαια του βιβλίου επικεντρώνεται σε ένα από τα βασικά πρόσωπα. Πολύ σύντομα όμως οι ζωές τους θα διασταυρωθούν και το παρελθόν θα συνδυαστεί με το παρόν. Οι τρεις, ο Πολίτης, ο Σγουρός και η Καμπά υπήρξαν συμμαθητές και μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας με την ωραία Ελένη, διαφιλονικούμενο έπαθλο μεταξύ των δύο νεαρών. Η ζωή και οι συνθήκες τους χώρισαν, για να συναντηθούν τώρα, δεκαετίες μετά, σε διαφορετικούς ρόλους ο καθένας. Ποια θα είναι η εξέλιξη; Τι κατάληξη θα έχει αυτή η απρόσμενη συνάντηση ύστερα από τόσα χρόνια; Είναι οι  άνθρωποι ίδιοι με αυτούς που υπήρξαν κάποτε στα νιάτα τους;
Πρωτότυπη κι ενδιαφέρουσα και η τεχνική του συγγραφέα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο, η αναφορά όμως στο παρελθόν γίνεται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση καθενός από τα κύρια πρόσωπα, ξεδιπλώνοντας έτσι σκέψεις και συναισθήματα, αλλά και στιγμές του κοινού τους παρελθόντος.
Έχω την εύλογη υποψία πως ένας από τους λόγους που μου άρεσε τόσο αυτό το βιβλίο, είναι η ταύτιση και η αναπόληση δικών μου βιωμάτων. Αν και... ολίγον παλαιότερη από τους ήρωες του Γιατρέλλη, ξανάζησα μαζί τους τα φοιτητικά πάρτυ, ("τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει" που τραγουδά και η Πρωτοψάλτη), τα κορίτσια που περίμεναν να τα ζητήσει για χορό κάποιο αγόρι, τα αγόρια μες στη δική τους εφηβική δειλία, τις ιδεολογικές συζητήσεις, τα μουσικά ακούσματα της εποχής. Βρίθουν στο βιβλίο οι μουσικές από Jim Morison ως Μητροπάνο. Άλλωστε ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου είναι παρμένος από το ομώνυμο τραγούδι των αδελφών Κατσιμίχα, στίχους του οποίου ο συγγραφέας προτάσσει του βιβλίου:
Ακόμη κι αν αυτοί που θέλαμε δε γίναμε
ακόμη κι αν αυτοί που ήμασταν δε μείναμε.
Είμαστε ακόμα εδώ, είμαστε ακόμα εδώ,
ψάχνοντας στα  τυφλά καινούριους τρόπους.

Τρίτη, Αυγούστου 26, 2014

'Αρια. Ο κόσμος από την αρχή.

Δημήτρης Στεφανάκης
'Αρια.Ο κόσμος από την αρχή.
Ψυχογιός, 2013
Δεν ξέρω αν έφταιγαν τα σαραντάρια της θερμοκρασίας με τα οποία μας αποχαιρετά ο φετινός Αύγουστος ή η συνήθης καλοκαιρινή ραστώνη ή η σαγήνη της θάλασσας ή το ότι η "Άρια. Ο κόσμος από την αρχή", το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη είναι  ένα μυθιστόρημα "flat", χωρίς ανατροπές, χωρίς απρόοπτα, που συνέβαλαν ώστε το διάβασμά μου να μην προχωρεί, να μην ανυπομονώ για τη συνέχεια, να μη μου διεγείρει το ενδιαφέρον για το παρακάτω. Δεν είναι κακό μυθιστόρημα. Είναι μια αξιοπρεπής  δουλειά που προϋποθέτει έρευνα και μελέτη ιστορικών πηγών. Όμως ο συγγραφέας δεν ανατέμνει, καταγράφει, δεν προβληματίζει, ενημερώνει.
Βρισκόμαστε  ξανά στο κλίμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πηγή αναρίθμητων λογοτεχνικών έργων. Εδώ έχουμε και μια πτυχή πολιτιστικού πολέμου, θα λέγαμε, ανάμεσα στους συμμάχους (Άγγλους-Έλληνες) και τους Γερμανούς ως προς την οικειοποίηση αρχαιολογικών ευρημάτων. Το έργο αρχίζει το 1939, πριν ακόμη από την κήρυξη του πολέμου. Ο νεαρός διπλωμάτης Στέφανος Μαυροειδής, που είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, στέλλεται από το Λονδίνο, όπου υπηρετεί, στην Ελλάδα, για να βοηθήσει στον εντοπισμό ενός διάσημου αρχαιολόγου, του Λόρδου Λόριμερ, του οποίου  η τύχη αγνοείται. Μ' ένα πάρτυ αρχαιολόγων στη Τζια αρχίζει το έργο και με μια ερωτική σκηνή με τη Μάρθα Γκράχαμ, γραμματέα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Σύντομα όμως ο Στέφανος θα ερωτευτεί μια άλλη κοπέλα, την πανέμορφη γαλλοαγγλίδα αρχαιολόγο Ρόζμαρι, που υπήρξε ερωμένη του εξαφανισμένου αρχαιολόγου. Οι ερωτικές τους συνευρέσεις πλημμυρίζουν το βιβλίο. Άλλοτε στις Μυκήνες όπου συνεχίζονται οι ανασκαφές, άλλοτε σ' ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι, άλλοτε στο πλοίο που αργότερα θα τους μεταφέρει στην Αίγυπτο, όπου, όταν πια οι Γερμανοί πλησιάζουν στην Αθήνα, ο Στέφανος στέλλεται  για να προετοιμάσει την άφιξη του βασιλιά και της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Ο πόλεμος συνεχίζεται αλλά οι δυο ερωτευμένοι σαν να ζουν σε άλλο κόσμο. Βεβαίως ο Στέφανος έχει και υπηρεσιακά καθήκοντα αλλά παράλληλα πάει κρουαζιέρα στο Νείλο, παίζει τένις ή πίνει τα ποτά του στη Λέσχη.
Κάποια στιγμή ο Στέφανος και η Ρόζμαρι αναλαμβάνουν μια μυστική αποστολή. Από το Κάϊρο, περνώντας από την Άκαμπα, την Πέτρα της Ιορδανίας, τη Δαμασκό, την Έφεσο, θα φτάσουν κρυφά στην Πελοπόννησο για να προστατεύσουν από τους Γερμανούς τις αρχαιότητες της Άριας, μιας μικρής Μυκηναϊκής πόλης στην Αργολίδα. Όλα αυτά βέβαια τα γεγονότα τοποθετούνται στο κλίμα, την ατμόσφαιρα και τα γεγονότα του  πολέμου. Πλήθος τα ιστορικά πρόσωπα που πλάι στα μυθιστορηματικά δρουν στο έργο, εξίσου ιστορικά και μυθιστορηματικά γεγονότα συνθέτουν το μυθιστόρημα. Η κήρυξη του πολέμου, ο Μεταξάς και ο θάνατός του, η Κατοχή, η αυτοκτονία του Αλέξανδρου Κορυζή, η Αντίσταση, η κυβέρνηση Τσουδερού, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο Γεώργιος Παπανδρέου, τα σπέρματα του Εμφυλίου που ήδη διαφαίνονται και οι προσπάθειες για αποτροπή του, η απελευθέρωση, όλα τα σημαντικά γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία των ετών 1939-1944 περνούν μέσα στο μυθιστόρημα.
Για αναγνώστες που δεν έχουν εμπειρία από ανάλογα έργα, η "Άρια" είναι ένα καλό ανάγνωσμα. Για όσους έχουν διαβάσει και αγαπήσει τις "Ακυβέρνητες πολιτείες" του Τσίρκα, αποτελεί μια χλομή αντανάκλαση.
(ebook)

Πέμπτη, Αυγούστου 07, 2014

Νίκη

Χρήστος Χωμενίδης
Νίκη
Πατάκης, 2014
Διερωτήθηκα, καθώς τέλειωνα το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη "Νίκη", χωρίς να το έχω αφήσει από τα χέρια μου από τη στιγμή που το ξεκίνησα, τι ήταν αυτό που έδινε την ιδιαιτερότητα σ' αυτό το βιβλίο που αντλεί το θέμα του από μια συγγραφική δεξαμενή, απ' την οποία δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες βιβλία νεολληνικής λογοτεχνίας έχουν εμπνευστεί και από τα οποία πάμπολλα έχουμε διαβάσει. Οι ιστορικές περιπέτειες της Ελλάδας τον εικοστό αιώνα, Μικρασιατική καταστροφή, δικτατορίες, Β΄ Παγκόσμιος, Κατοχή, Εμφύλιος (για να σταματήσω στους κυριότερους σταθμούς) έχουν δώσει έμπνευση σε πλήθος έργα. Κι όμως έρχεται ο Χωμενίδης μ' ένα καινούριο βιβλίο να ρίξει μια εντελώς ιδιαίτερη ματιά, μ' ένα ύφος που κάνει τη γραφή του ακαταμάχητη. Πιστεύω ότι η ιδιαιτερότητα του βιβλίου έγκειται κυρίως στο ύφος του. Ένα ύφος που ενώ αναφέρεται σε "βαριά" γεγονότα, έχει μια ελαφράδα, μια ζωντάνια, ένα ρυθμό που τρέχει, αναγκάζοντάς σε να τον ακολουθήσεις σ' αυτό το ζωηρό βήμα.
Το δεύτερο στοιχείο που καθιστά αυτό το βιβλίο τόσο ξεχωριστό πιστεύω είνει το ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται (μυθιστορηματική αδεία)  από τη νεκρή πια μητέρα του συγγραφέα. Έτσι τα γεγονότα φαίνονται από μια απόσταση, με την αντικειμενικότητα που χαρίζει ο χρόνος και η ύπαρξη πέρα από τα γήινα. Λέει η ίδια αρχίζοντας την εξιστόρηση της ζωής της: "...τώρα νιώθω πιο ελεύθερη από ποτέ. Ελεύθερη να τριγυρίσω τα εβδομήντα χρόνια της ζωής μου. Να πάω εμπρός και πίσω, να σταθώ σε γεγονότα-σταθμούς, κρίσιμες αποφάσεις που πήρα εγώ ή που έλαβαν άλλοι για μένα, να τα αντικρίσω όλα σφαιρικά και πεντακάθαρα. Να μεγεθύνω επίσης και να εξετάσω τις μικροσκοπικές λεπτομέρειες, να ξεχωρίσω τις πιο αδιόρατες αποχρώσεις, οι οποίες ίσως τελικά και να 'καναν τη διαφορά".
Η αφήγηση αρχίζει με τον παππού της Νίκης (από την πλευρά του πατέρα της), τον Ανέστη Αρμαόυ, από τα Μουδανιά της Μικρασίας. Λίγο πριν την καταστροφή μετακομίζει με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη, αλλά κατεστρραμμένος οικονομικά καταλήγει στην Αθήνα. Ένα από τα έξι παιδιά του είναι ο Αντώνης, πατέρας της Νίκης, χωρίς μόρφωση, αλλά ωραίος, έξυπνος, εργατικός, μελετηρός, εντάσσεται στο κομμουνιστικό κόμμα και σε πολύ νεαρή ηλικία εκλέγεται, πριν τη δικτατορία Μεταξά, βουλευτής του Κ.Κ..Ε. Ο συγγραφέας απλώνει την αφήγησή του καλύπτοντας, πάντα με συνοπτικότητα και γοργό ρυθμό, τις ζωές και των υπολοίπων μελών της οικογένειας, καθώς και της πλευράς της μητέρας της Νίκης, της Άννας. Το 1938 γεννιέται η Νίκη. Βρέφος ακόμα θα βρεθεί στην εξορία με τη μητέρα της, ενώ ο πατέρας της στη φυλακή.
Για μεγάλο διάστημα η Νίκη ζει  με τη γιαγιά Σεβαστή, μητέρα του πατέρα της, μια από τις πιο ωραίες μορφές του βιβλίου. Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος καταγράφονται όχι ως ιστορικά γεγονότα αλλά ως το πλαίσιο της ζωής των ηρώων. Πολυπρόσωπο έργο, θείοι και  θείες,  οι γάμοι τους, οι απώλειες στον πόλεμο, κατατρεγμοί, φυλακίσεις, εξορίες αλλά και δωσιλογισμός περνούν μέσα από την αφήγηση. Μέσα όμως σ' όλο αυτό το πλήθος των προσώπων και των γεγονότων ξεχωρίζει η ωραία μορφή του Αντώνη Αρμάου. Πιστός στην ιδεολογία του ακόμα κι όταν το κόμμα τον διαγράφει (ο συγγραφέας δεν επιμένει στους λόγους  της διαγραφής) θα βρεθεί κάποια στιγμή παγιδευμένος. Προς το τέλος του Εμφυλίου, διαγραμμένος από το κόμμα, κυνηγημένος από τις κρατικές δυνάμεις, μη έχοντας οδό διαφυγής, καταφεύγει με τη γυναίκα και την κόρη του, τη Νίκη, μεταμφιεσμένοι, με αλλαγμένα ονόματα, σε μια αυλή στη Νέα Σμύρνη, όπου ζουν πολλές άλλες οικογένειες. Άλλες ιστορίες προστίθενται στο βιβλίο, που φωτίζουν το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της εποχής. Θα μείνουν εκεί επτά χρόνια, με τη μικρή Νίκη να διδάσκεται "κατ' οίκον" από τον πατέρα της. Θα βγουν από την κρυψώνα τους το 1955, με τα πρώτα μέτρα επιείκειας για τους κομμουνιστές. Η Νίκη είναι πια μια ωραία, νεαρή γυναίκα. Ο έρωτας δεν αργεί να χτυπήσει την πόρτα της καρδιάς της. Κι εκεί μας την αφήνει ο συγγραφέας, όταν αποφασίζει να ακολουθήσει τον αγαπημένο της.
Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο ωραίο βιβλίο ελληνικής λογοτεχνίας. Η ατμόσφαιρα της εποχής, δοσμένη με πειστικότητα και ρεαλισμό, οι ολοζώντανοι χαρακτήρες, συμπαθείς ακόμα και όσων οι πράξεις θα έπρεπε να τους καθιστούν αντιπαθητικούς, η αντικειμενικόττηα στις ιδεολογίες, το χιούμορ και η μόλις διαφαινόμενη ειρωνεία που διανθίζουν το βιβλίο είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ένα καταπληκτικό ανάγνωσμα. Τέτοιο επιτυχημένο συνδυασμό ιστορίας και μυθοπλασίας χωρίς να προδίδεται ούτε η μια ούτε η άλλη, δεν συναντάμε συχνά.
(ebook)

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2014

Αρμενία; Πού είναι αυτή η χώρα;




(Στιγμές του Αρμενικού ταξιδιού)
-Στην Αρμενία; Πού είναι αυτή η χώρα;
Δυο τουλάχιστον φίλες μου έκαναν αυτή την ερώτηση, όταν τους είπα ότι προορισμός του καθιερωμένου καλοκαιρινού ταξιδιού θα ήταν φέτος η Αρμενία.
- Και τι θα πάτε να δείτε στην Αρμενία; Ήταν η απορία άλλων φίλων.
Όλοι όσοι πήραμε μέρος σ’ αυτό το ταξίδι (μια ομάδα 35 ατόμων) είχαμε τις επιφυλάξεις και τις απορίες μας. Πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η χώρα; Πόση είναι η έκταση και ο πληθυσμός της; Ποια η φύση και η ιστορία της; Πώς μοιάζει η γλώσσα της; Τι το ενδιαφέρον μπορούσαμε να δούμε;
Το πάρκο Καφετζιάν
Αρμενία. Μια άγνωστη χώρα. Κι ας ζούμε χρόνια τώρα πλάι σε Αρμένιους-Κύπριους, φερμένους, αυτούς ή τους προγόνους τους, ποιος ξέρει από ποια κύματα διωγμών κι εκτοπισμών.
Είχε κάποτε το ελληνικό Έθνος χαρακτηριστεί ως «ανάδελφο». Μα μου φαίνεται πως πιο «ανάδελφο» είναι το Αρμενικό. Πανάρχαιο έθνος, αλλά νεότατο (μόλις το 1991) κράτος. Χώρα χωρίς θάλασσα, τριγυρισμένη από λαούς όχι μόνο αλλόθρησκους αλλά κι εχθρικούς, περιορισμένη στο ένα δέκατο απ’ ό,τι υπήρξε κάποτε, γλώσσα που δεν μοιάζει με καμιά άλλη, θρησκεία χριστιανική κι όμως ιδιότυπη, φύση παράξενη, εκκλησιές και μοναστήρια με το μοναδικό, δικό τους στυλ, κορίτσια πανέμορφα, με λευκή επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και μεγάλα, κατάμαυρα μάτια, μουσική συγκινητικά θλιμμένη. Κι όμως όλ’ αυτά συνθέτουν την μοναδική ομορφιά και μαγεία αυτής της μικρής χώρας.
Άποψη του Γιερεβάν
***
Σύμβολο της Αρμενίας, δεμένο αναπόσπαστα με την ιστορία της, το πανύψηλο, μονίμως χιονισμένο Αραράτ. Όταν, μικροί στο δημοτικό, ακούγαμε απ’ τους δασκάλους την ιστορία του Κατακλυσμού και του Νώε, όταν με χαρά μαθαίναμε πως η Κιβωτός του, διασώζοντας όλα τα ζωικά είδη, προσάραζε στο όρος Αραράτ, ρωτούσαμε: «Και πού είναι αυτό το όρος;» «στην Αρμενία», απαντούσαν οι δάσκαλοι. Το πού ήταν η Αρμενία δεν ξέραμε βέβαια κι ούτε ρωτούσαμε. Ήταν μια μυθική, μακρινή χώρα. Τώρα όμως το Αραράτ δεν είναι πια στην Αρμενία. Δεν μετακινήθηκε το βουνό. Μετακινήθηκαν τα σύνορα της χώρας και το Αραράτ βρίσκεται στην Τουρκία.
Το μοναστήρι Khor Virap (στο βάθος το Αραράτ)
Το Αραράτ, η Κιβωτός, ο Νώε ζωντανεύουν όχι μόνο λόγω του χώρου και της γλαφυρής ξενάγησης. Το περιστέρι που έστειλε ο Νώε για να δει αν αποσύρθηκαν τα νερά είναι ακόμα εδώ! Νεαροί Αρμένιοι μας υποδέχονται, καθώς φτάνουμε στο σημείο απ’ όπου φαίνεται καλύτερα το ιερό βουνό, προσφέροντας άσπρα περιστέρια. Έναντι 2000 ντραμς (3,5 περίπου ευρώ) σου δίνουν ένα περιστέρι προτρέποντάς σε να το αφήσεις να πετάξει κάνοντας μια ευχή που θα πραγματοποιηθεί. Περιττό  να πούμε ότι τα περιστέρια γρήγορα ξανάρχονται στο κλουβί τους και φυσικά ξαναπουλιούνται!
Τα ... περιστέρια του Νώε
Αντικρίζουμε το μυθικό βουνό από μακριά, καθώς υψώνεται πίσω από ένα ιερό προσκύνημα των Αρμενίων, το Khor-Virap, ίσως το ιερότερό τους προσκύνημα, γιατί εδώ, μέσα σε μια τρύπα στη γη, φυλακίστηκε για 13 χρόνια ο Άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής.  Γιάτρεψε όμως από μια ασθένεια το βασιλιά, ο οποίος όχι μόνο έγινε Χριστιανός, αλλά το 301 αναγνώρισε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Πολλές φορές στις ξεναγήσεις ακούσαμε με υπερηφάνεια να τονίζεται πως η Αρμενία υπήρξε το πρώτο χριστιανικό κράτος στον κόσμο.
Τον Νώε λες και τον συναντάμε σε κάθε μας βήμα. Τον συναντάμε στα αμπέλια που πλημμυρίζουν την περιοχή αυτή της Αρμενίας (θυμόμαστε ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη, όταν βγήκε από την κιβωτό φύτεψε αμπέλια κι απ’ το κρασί τους ήπιε και μέθυσε), τον θυμηθήκαμε στο μουσείο του Echmiatsin, του Πατριαρχείου της Αρμενίας, όπου σώζεται ένα κομμάτι της Κιβωτού, την ιστορία του και πάλι ακούσαμε στην ερμηνεία του ονόματος της πρωτεύουσας: Γιερεβάν ή Ερεβάν. Λέγεται πώς μόλις η Κιβωτός προσάραξε στο Αραράτ κι ο Νώε είδε ξηρά, «Yerevants», φώναξε, δηλ. «εμφανίστηκε». Κι απ’ εδώ το όνομα της πόλης.
Στην Πλατεία Δημοκρατίας
***
Αν η ύπαιθρος και τα χωριά της Αρμενίας απέχουν ακόμα πολύ από την ανάπτυξη, αν οι περισσότεροι δρόμοι είναι στενοί και δύσβατοι, το Γιερεβάν δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από καμιά μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη. Ένα ταξίδι στην Αρμενία αξίζει και μόνο γι’ αυτή την πόλη. Με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους παραμένει μια πόλη πεντακάθαρη (άδικα ψάχνουμε για κάποιο γκράφιτι στους τοίχους), με πλατιές λεωφόρους, καταπράσινες δεντροστοιχίες, όμορφες πλατείες που σφύζουν από κίνηση και ζωή, ειδικά τα βράδια, με δροσερά σιντριβάνια, με λουλουδισμένα πάρκα, με κτήρια στην πλειοψηφία τους κτισμένα με μια ειδική ροζ πέτρα που τους δίνει μια όψη παραμυθένια.
Βράδυ στην Πλατεία Δημοκρατίας με πανσέληνο
Κάθε βράδυ, ντόπιοι και ξένοι ζούμε σε μια ονειρώδη ατμόσφαιρα στην τεράστια, κεντρική πλατεία, την Πλατεία Δημοκρατίας. Τριγύρω πανέμορφα κτήρια, ξενοδοχεία, μουσεία, Υπουργεία, με το φωτισμό να αυξάνει την ομορφιά και τη γοητεία τους. Πολύχρωμοι πίδακες, νερά που χορεύουν στους ρυθμούς μαγευτικής μουσικής, πότε βαλς του Στράους, πότε η γλυκιά φωνή της Εντίθ Πιάφ, άλλοτε το χορωδιακό του Ναμπούκο ή πιο μοντέρνοι ρυθμοί, μας κρατούν καθηλωμένους στη μαγεία της βραδιάς.
Κυριακάτικη  λειτουργία
Παραδοσιακά τραγούδια στο Garni
Η μουσική μας χαρίζει μοναδικές στιγμές απόλαυσης. Γλυκές φωνές  κοριτσιών συνοδεύουν τις πρωινές λειτουργίες, παραδοσιακά τραγούδια από ζωντανές ορχήστρες σκορπούν μια γλυκιά μελαγχολία, μουσική τζαζ αλλά και όπερα προσφέρονται αφειδώλευτα στον επισκέπτη. Και με τι καμάρι μας υποδέχονται σ’ ένα ωραίο, παραδοσιακό εστιατόριο λέγοντας ότι σ’ αυτό γιόρτασε ο (Αρμένιος βέβαια) Σαρλ Αζναβούρ τα ενενηκοστά του γενέθλια!
Η είσοδος του μουσείου χειρογράφων
Όσο για μουσεία, οι φίλοι τους δεν θα βρουν χρόνο να τα επισκεφθούν όλα. Επισκεπτόμαστε τρία μόνο. Το Ιστορικό, όπου η ιστορία της χώρας προβάλλει μέσα από τα αδιάψευστα ιστορικά τεκμήρια, το Μουσείο Τέχνης που διαθέτει μια τεράστια συλλογή έργων Τέχνης και το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα, το Μουσείο Χειρογράφων, το Ματεναταράν. Πουθενά αλλού δεν έχουμε δει μια τόσο μεγάλη συλλογή χειρογράφων. Χιλιάδες χειρόγραφα καλύπτουν κάθε τομέα της γνώσης. Θρησκευτικά βέβαια, αλλά και φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, μαθηματικά και άλλα κείμενα μαρτυρούν την αγάπη του ανθρώπου για τη γνώση, αλλά και την αγάπη και την έγνοια των Αρμενίων να διαφυλάξουν μέσα από τους αιώνες όλο αυτό τον κόσμο του γραπτού λόγου. Στην είσοδο του καταπληκτικού αυτού μουσείου δεσπόζει το άγαλμα του ανθρώπου που τον 5ο αι. μ.Χ. επινόησε το αρμενικό  αλφάβητο, του μοναχού Μεσρόπ Μαστότς, όνομα που έχει και μια από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες λεωφόρους του Γιερεβάν. Παράξενο αλφάβητο, 38 ψηφία που δεν μοιάζουν με καμιάς άλλης γλώσσας.
Ωραίο χειρόγραφο ευαγγέλιο
***
Δροσερό, αν και ηλιόλουστο πρωινό. Από μακριά αντικρίζουμε ήδη να υψώνεται πάνω στο λόφο η πανύψηλη στήλη στο σημείο όπου το 1968 αναγέρθηκε το μνημείο της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Πεζοί διασχίζουμε το ήρεμο πάρκο, πλάι στις δεντροστοιχίες που κάθε επίσημος ξένος μεγαλώνει με το φύτεμα ενός δέντρου. Μπροστά μας το απέριττο μνημείο. Δώδεκα ψηλές, λίθινες στήλες βαλμένες κυκλικά, γέρνουν ελαφρά προς τα μέσα, σαν να υποκλίνονται στην άσβεστη φλόγα που ανάβει στο κέντρο του μνημείου. Στο πλάι λουλούδια αφημένα από ευλαβικούς επισκέπτες.
Σιωπηλοί μπροστά στην άσβεστη φλόγα
Το μνημείο Γενοκτονίας
Η ήρεμη, απαλή φωνή της νεαρής ξεναγού είναι ο μόνος ήχος που διακόπτει τη στοχαστική σιωπή. Αφηγείται τα πάθη της φυλής της, πάθη που η ίδια ασφαλώς δεν γνώρισε, μα που σίγουρα σημάδεψαν τις γενιές των προγόνων της.  Οι διωγμοί άρχισαν από το τέλος του 19ου αι., μα εντάθηκαν με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η 24η Απριλίου είναι η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας. Ολόκληρα χωριά αφανίστηκαν, οικογένειες ξεκληρίστηκαν, σφαγές, βιασμοί, διωγμοί σ’ ένα εθνικό ξεκαθάρισμα της Τουρκίας. Μας μιλάει κι ο νους μας ταξιδεύει στις αιματοχυσίες των αιώνων, στα ανάλογα δικά μας πάθη, στην αγριότητα  του ανθρώπου. Μας μιλάει για μια μάχη στην οποία ο αδύναμος Αρμενικός στρατός αντιμετώπισε με γενναιότητα, αν και ήξερε ότι θα ηττηθεί (πού είσαι Λεωνίδα!) τους Τούρκους. Πριν από τη μάχη πήγαν οι αρχηγοί να ζητήσουν την ευλογία του Πατριάρχη τους. Εκείνος δεν μπορούσε να τη δώσει. Μικρή παύση. Απορημένοι περιμένουμε τη συνέχεια. «Δεν μπορούσε να τους ευλογήσει. Στο ένα χέρι κρατούσε το Ευαγγέλιο και στο άλλο το όπλο. Πήγαινε κι αυτός να πολεμήσει».
Άθελα τα μάτια βουρκώνουν. Σιωπηλοί οδεύουμε προς την έξοδο.
***
Στο ναό της αγίας Hripsime
Γεμάτη η Αρμενία από εκκλησίες και μοναστήρια, δεμένα με θρύλους και παραδόσεις, τα πιο πολλά ερειπωμένα, καθώς είχε απαγορευτεί η λειτουργία τους κατά τη Σοβιετική περίοδο. Έχουμε δει τόσα πολλά που χρειάζεται προσπάθεια (κι οι φωτογραφίες ασφαλώς) για να τα επαναφέρουμε στη μνήμη.
Ακόμα ένα πανέμορφο μοναστήρι
Μια αγία που ιδιαίτερα τιμάται είναι η Αγία Xripsime, που μαρτύρησε γύρω στο 300 μ.Χ. μαζί με 35 άλλες νέες για να μην αρνηθούν την πίστη τους. Στον κομψό ναό της ακούμε με άκρα αγαλλίαση μια ωραία γυναικεία χορωδία σε μια πρωινή λειτουργία.
Στο λαξευμένο σε βράχους μοναστήρι Gueghard, σπηλιά μάλλον, φυλασσόταν τμήμα της λόγχης με την οποία τρύπησαν την πλευρά του Χριστού (τώρα φυλάσσεται στο μουσείο του Πατριαρχείου, του Ejmiatzin). Καθώς γυναικείες γλυκές φωνές συνοδεύουν την κυριακάτικη λειτουργία στη μισοσκότεινη σπηλιά, τριγυρίζει διαρκώς στο νου μου το «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης»… Έξω μικροπωλητές εκθέτουν τα τοπικά τους προϊόντα: αποξηραμένα φρούτα, μαρμελάδες, είδος σουτζούκου και άλλα.
Η είσοδος στο Πατριαρχείο
Διασχίζουμε ένα άγριο τοπίο, ένα φαράγγι με ψηλούς κατακόρυφους βράχους που έχουν μια ιδιαίτερη, άγρια ομορφιά, για να φτάσουμε σ’ ένα ακόμα μοναστήρι, το Noravank. Πιο πολύ νομίζω άξιζε η διαδρομή παρά το ίδιο το μοναστήρι, απομονωμένο μέσα στην άγρια αυτή ερημιά.
Και βεβαίως δεν μπορούσαμε να παραλείψουμε το Πατριαρχείο, στο Ejmiatjin, πνευματικό κέντρο όλων των Αρμενίων. Απέραντο πάρκο περιβάλλει τον Καθεδρικό ναό, κτισμένο σύμφωνα με την παράδοση στο σημείο που υπέδειξε στον Άγιο Γρηγόριο χτυπώντας με ένα χρυσό σφυρί ο ίδιος ο Χριστός.
Ο ελληνιστικός ναός του Garni
Και μια απρόσμενη έκπληξη. Ξαφνικά μας φαίνεται πως μεταφερθήκαμε από την Αρμενία στην αρχαία Ελλάδα. Ένας θαυμάσιος ελληνιστικός ναός προβάλλει μ’ όλη την απλότητα και την ομορφιά του μέσα σ’ ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, σ’ ένα μικρό χωριό, το Garni, που υπήρξε κάποτε θερινή κατοικία της βασιλικής οικογένειας. Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα παρούσα…
***
Γεύμα σε αγροτόσπιτο

Άποψη της Λίμνης Σεβάν
Και γεύμα σε...σπηλιά

Φαράγγι με άγρια ομορφιά
.
Στο Dilijan
 

Στα ταξίδια είναι πράγματα που τα βρίσκεις ανώτερα από τις προδοκίες σου κι άλλα που σε απογοητεύουν. Περίμενα πως η πολυδιαφημισμένη πόλη
Dilijan, η περίφημη λουτρόπολη της Αρμενίας, η αποκαλούμενη και «Μικρή Ελβετία», θα με γοήτευε πολύ περισσότερο. Δεν ξέρω, ίσως η σύντομη παραμονή μας εκεί να μη μας έδωσε το χρόνο να τη γνωρίσουμε καλύτερα. Όμως ασφαλώς χαρήκαμε τη δροσιά, ψύχρα μάλλον, που έστω και για λίγο μας χάρισε, μετά από τον καύσωνα άλλων περιοχών της Αρμενίας. Χαρήκαμε το ομιχλώδες τοπίο που της έδινε μια όψη παραμυθένια και τα καταπράσινα τριγύρω βουνά.
Αποκλεισμένη από θάλασσα η Αρμενία, έχει για παρηγοριά την τεράστια λίμνη της με τα 70 χμ. μήκος της και σε σπάνιο για τέτοια λίμνη υψόμετρο (1900 μ.). Το γεύμα, ψάρι της λίμνης ασφαλώς, πλάι στην ομορφιά του γαλάζιου ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές του Αρμενικού ταξιδιού.
Επίσκεψη στο εργοστάσιο του περίφημου Αρμενικού κονιάκ

Κι ένα μάθημα για το πώς πρέπει να πίνεται το κονιάκ!
***
Καθώς αποχαιρετούμε την Αρμενία, αναλογιζόμενοι τα όσα είδαμε, τα όσα ζήσαμε, τα όσα μάθαμε, προπάντων την ιστορία του πολύπαθου αυτού λαού, οι σκέψεις του Αρμένιου συγγραφέα Γουίλιαμ Σαρογιάν ξανάρχονται στη σκέψη:
«Εμπρός, λοιπόν, καταστρέψτε την Αρμενία! Δοκιμάστε να το κάνετε. Στείλτε τους στην έρημο. Στερήστε τους το ψωμί και το νερό. Κάψτε τα σπίτια και τις εκκλησίες τους. Τότε θα δείτε αν το χαμόγελό τους ανθίσει ξανά, αν ξανατραγουδήσουν ή αν προσευχηθούν και πάλι. Γιατί αρκεί να συναντηθούν δύο απ’ αυτούς, δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος του κόσμου, για να δημιουργήσουν μια νέα Αρμενία»


Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

Τίτλοι τέλους-Ο επίλογος

Πέτρος Μάρκαρης
Τίτλοι τέλους-Ο επίλογος
Γαβριηλίδης, 2014
Μόλις τέλειωσα (σε δυο μέρες, θα μπορούσα και σε μια) το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη. Τι να πω πια για τα βιβλία του Μάρκαρη που τα 'χω διαβάσει κι έχω μιλήσει για όλα; Έχω μιλήσει για την τεχνική του, για το ύφος του, για τους χαρακτήρες των έργων του και προπάνων για το συμπαθή αστυνόμο Χαρίτο, πρωταγωνιστή σ' όλα τα έργα του. Έχω γράψει για τα "Ληξιπρόθεσμα δάνεια", για την "Περαίωση", για το "Ψωμί, παιδεία, ελευθερία", που αποτελούσαν την "Τριλογία της κρίσης", όπως ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήριζε τα τρία έργα. Έρχεται τώρα να ολοκληρώσει με το τέταρτο, το "Τίτλοι τέλους-Ο επίλογος". Προς στιγμή φοβήθηκα ότι αυτό θα σήμαινε και το τέλος του αστυνόμου Χαρίτου. Ευτυχώς όμως, όπως διάβασα σε μια συνέντευξη του συγγραφέα, αυτό  δεν συμβαίνει. Απλώς εννοεί ότι με αυτό το βιβλίο τερματίζει τις υποθέσεις που έχουν ως θέμα την κρίση.
Ασχολήθηκε με τους τραπεζίτες, με τους φοροφυγάδες, με τη γενιά του Πολυτεχνείου. Τώρα στο προσκήνιο έρχονται "Οι Έλληνες του '50"!
Η πρώτη σκηνή του έργου μας εισάγει ήδη στη σύγχρονη Αθήνα, χώρο όπου άλλωστε διαδραματίζονται (με μόνο μια εξαίρεση) όλα τα έργα του Μάρκαρη. Η κόρη του Χαρίτου, η Κατερίνα, δικηγόρος, ενώ βγαίνει από το δικαστήριο όπου είχε υπερασπιστεί δυο Αφρικανούς αλλοδαπούς, δέχεται επίθεση από Χρυσαυγίτες. Ευτυχώς δεν τραυματίζεται σοβαρά. Κι ενώ ο Χαρίτος ασχολείται με την οικογενειακή αυτή υπόθεση, ειδοποιείται για μια αυτοκτονία ενός Έλληνα από τη Γερμανία, που είχε από καιρό εγκατασταθεί στην Αθήνα, για να ασχοληθεί με επιχειρήσεις. Και ενώ είναι φανερό ότι πρόκειται για αυτοκτονία, ένα σημείωμα που στέλλεται στη Γερμανική Πρεσβεία αναφέρει: "Ο Ανδρέας Μακρίδης δεν πέθανε. Τον σκότωσαν". Υπογραφή: "Οι Έλληνες του '50". Ο πονοκέφαλος του Χαρίτου μεγαλώνει όταν κι άλλες δολοφονίες ακολουθούν, πάντα με την ίδια υπογραφή. Ποιοι είναι αυτοί οι " 'Έλληνες του '50"; Πού στοχεύουν; Κι αν πράγματι ανήκουν σ' εκείνη τη γενιά, θα κοντεύουν τώρα τα 90!
Το μυστήριο βεβαίως θα λυθεί στο τέλος. Δεν μου φάνηκε πολύ πειστικό, αν και βεβαίως αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ώσπου να φτάσουμε ως εκεί διασχίσαμε τη σύγχρονη Αθήνα, συναντήσαμε τους Χρυσαυγίτες, τις διασυνδέσεις και τη νοοτροπία τους, γνωρίσαμε αλλοδαπούς νομιμόφρονες και άλλους διακινητές ναρκωτικών, ταυτιστήκαμε με την Ελληνίδα νοικοκυρά και τον ηγετικό της ρόλο στην οικογένεια, γευτήκαμε τα φασολάκια, το μπριάμ και τα γεμιστά της, αγανακτήσαμε με την ελληνική γραφειοκρατία, παρακινηθήκαμε σε σκέψεις για τη σημερινή κρίση, συγκρίναμε την ελληνική και τη γερμανική νοοτροπία.
Πολλά είναι τα αποσπάσματα που θα 'θελα να μεταφέρω εδώ. Περιορίζομαι σ' ένα που εξηγεί, πάντα βέβαια κατά το συγγραφέα, την ελληνική νοοτροπία για την εργασία, σε σύγκριση με τη γερμανική: "Οι Γερμανοί έχουν μια ερωτική σχέση με τη δουλειά τους. Αντίθετα, οι Έλληνες την αισθάνονται σαν κατάρα. Σαν να τους καταράστηκε ο Θεός να περνάνε εργαζόμενοι τη ζωή τους (...). Όταν τελειώνει το ωράριό τους οι Γερμανοί είναι δυστυχισμένοι. Δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να βγουν και να διασκεδάσουν. Θέλουν να μείνουν στο σπίτι τους και να πάνε για ύπνο με την προσμονή και την ανυπομονησία της επόμενης μέρας, που θα επιστρέψουν πάλι στη δουλειά τους. Ο ύπνος συντομεύει το νεκρό χρόνο της προσμονής. Αντίθετα, το να βγουν έξω τον επιμηκύνει.
Επειδή οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τη δουλειά τους σαν καταναγκαστική εργασία και το χώρο δουλειάς τους σαν αποικία καταδίκων, ζουν όλη μέρα με την προσμονή του τέλους του ωραρίου, που θα σημάνει την απελευθέρωσή τους. Γι' αυτό και είναι κάθε βράδυ έξω, για να γιορτάσσουν τη λύτρωσή τους και να συγκεντρώσουν δυνάμεις για την επόμενη μέρα στο κάτεργο. Αυτή είναι για μένα η μεγάλη διαφορά. Το κλίμα της Ελλάδας απλώς συμβάλλει στη γιορτή της καθημερινής λύτρωσης".
Οι "Τίτλοι τέλους" είναι ένα βιβλίο που θα 'πρεπε να διαβαστεί όχι μόνο από όσους αγαπούν την αστυνομική λογοτεχνία και τη γραφή του Μάρκαρη. Θα 'πρεπε να το διαβάσουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι νομοθέτες, οι πολιτικοί κι όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά αυτό τον τόπο. Όχι βέβαια για να καταφύγουν σε ανάλογες μεθόδους, αλλά για να κατανοήσουν αυτό που οι "Έλληνες του '50" επαναλαμβάνουν  μετά από κάθε δολοφονία: "Γυρίστε πίσω και αρχίστε σωστά".

Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014

Η πόλη

Blake Crouch
Η πόλη 
(Τίτλος πρωτοτύπου: Pines)
Διόπτρα, 2014
Μετ. Ουρανία Τουτουντζή
Αρχίζει σαν ένα σκοτεινό, αδιέξοδο θρίλερ που θυμίζει τη "Δίκη" του Κάφκα. Συνεχίζεται αρκετά αργότερα με μια περιπετειώδη καταδίωξη τύπου Τζέιμς Μποντ και τελειώνει σαν έργο επιστημονικής φαντασίας. Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά σκηνές σκληρότητας και βασανιστηρίων  από τον πόλεμο του Κόλπου του 1991.
Ο σκηνικός χώρος όπου διαδραματίζεται το έργο είναι μια μικρή, απομονωμένη αμερικανική πόλη στο Αϊντάχο, το Γουέιγουορντ Πάινς. Ο ομοσπονδιακός μυστικός πράκτορας Ήθαν Μπερκ φτάνει εκεί αναζητώντας δυο άλλους πράκτορες που είχαν προηγηθεί και που τα ίχνη τους είχαν χαθεί. Μόλις όμως φτάνει, ένα αυτοκινητικό δυστύχημα όχι μόνο τον οδηγεί στο νοσοκομείο, αλλά και του στερεί όλα τα προσωπικά του αντικείμενα: πορτοφόλι, ταυτότητα, κινητό...Επιπλέον πολλά παράξενα φαίνεται να συμβαίνουν. Κανείς δεν τον πιστεύει ότι είναι αυτός που λέει πως είναι, η επικοινωνία με το σπίτι και τη γυναίκα του είναι αδύνατη, το ίδιο και με τον προϊστάμενό του στην υπηρεσία. Κανείς δεν απαντάει στα τηλεφωνήματά του κι ούτε έχει το μέσο να φύγει απ' αυτή την πόλη, που φαίνεται  να κατοικείται από ευτυχισμένους ανθρώπους, αλλά  που κάτι παράξενο πλανάται στην ατμόσφαιρά της.
Είναι αυτού του είδους τα βιβλία λογοτεχνία; Είναι το ίδιο ερώτημα που συχνά τίθεται και για τα αστυνομικά μυθιστορήματα και στο οποίο ερώτημα οι απαντήσεις ποικίλλουν. Θα έλεγα πως ναι, είναι ένα ιδιαίτερο είδος της τέχνης του λόγου, που σκοπό έχει την αναγνωστική τέρψη που υποκινείται από το ενδιαφέρον του μύθου και την περιέργεια για τη συνέχεια και το τέλος. Όσο αφορά το συγκεκριμένο μυθιστόρημα προχωρεί ένα βήμα παρακάτω. Μέσα στην όλη ατμόσφαιρα της περιέργειας και του ενδιαφέροντος για την κατάληξη, προβάλλουν ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, αν και, πιστεύω, δεν ήταν ο κύριος στόχος του συγγραφέα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι οι λάτρεις των θρίλερ θα βρουν εδώ ένα θέμα που θα τους συναρπάσει.

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2014

Των ημετέρων άλλων

Κώστας Λυμπουρής
Των ημετέρων άλλων
Παράκεντρο, Λεμύθου, 2014
"Ή εγώ, λόγω ηλικίας, έγινα πιο ευσυγκίνητη, ή η πένα σου έγινε πιο δυνατή. Σε μερικά από τα διηγήματά σου δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου ώστε να  μετατραπεί σε δάκρυ".
Αυτά περίπου έγραψα στον συγγραφέα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει την καινούρια του συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Των ημετέρων άλλων" (το "άλλων" ευφυώς στο εξώφυλλο τυπωμένο με διαφορετικό χρώμα).
"Ημέτεροι" και ταυτόχρονα "άλλοι". Είναι οι άνθρωποι που ζούνε δίπλα μας, που ζούνε μαζί μας, που μας βοηθούν, μας εξυπηρετούν, αλλά ταυτόχρονα είναι και "άλλοι". Έρχονται από μια άλλη χώρα, από έναν άλλο πολιτισμό,  έχουν ίσως διαφορετικό χρώμα, άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία. Σκηνές της καθημερινότητας, ιστορίες που θα μπορούσαν να αναφέρονται στον καθένα μας, εικόνες που συναντάμε συχνά, και που ίσως τις προσπερνάμε βιαστικά χωρίς να δίνουμε σημασία, έρχεται η λογοτεχνία να τις φωτίσει, να τις προβάλει, να ταρακουνήσει σκέψη και συναίσθημα, να τους δώσει μονιμότητα και διάρκεια.
Η τεχνική του Κώστα Λυμπουρή δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες συλλογές του, το "Προσωρινά κλειστό" και το "Για μια μικρή παύλα". Είναι η κλασική μορφή διηγήματος, με κεντρικό μύθο, αφήγηση, διάλογο, περιγραφή. Πότε σε πρωτοπρόσωπη και πότε σε τριτοπρόσωπη γραφή, ο συγγραφέας παρατηρεί, καταγράφει, αναδεικνύει. Δεκατέσσερα διηγήματα αποτελούν τη συλλογή, στο καθένα και μια πτυχή της ζωής των ημετέρων και των άλλων. Ένας Αφρικανός ταξιτζής που όχι μόνο ακούει ποιοτική μουσική αλλά αναλύει και τους στίχους, ένας οδηγός λεωφορείου που γίνεται απεργοσπάστης για να μεταφέρει ένα κωφάλαλο παιδάκι από τις Φιλιππίνες, ο Ρώσος που αγαπούσε την κλασική μουσική κι ο Ρουμάνος που έπαιζε σαξόφωνο, ο πάτερ φαμίλιας κι η υπεροπτική του συμπεριφορά προς την οικιακή βοηθό, ο Βούλγαρος που φτιάχνει εξαιρετικό παραδοσιακό ψωμί, η μικρή Παλαιστίνια που κακοποιείται γιατί αρνείται να βγάλει τη μαντίλα της, είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες του Λυμπουρή. Δεν είναι πάντα οι "άλλοι" καλοί και οι "ημέτεροι" κακοί, ούτε το αντίστροφο. Ο ρεαλισμός των διηγημάτων αναδεικνύει την ευγένεια και την καλοσύνη, καθώς και την κακία και την εκμετάλλευση όπου τη συναντά, τόσο ανάμεσα σ' εμάς όσο κι ανάμεσα στους άλλους.
Στάθηκα ιδιαίτερα σε δυο διηγήματα. Το ένα με τίτλο "Με μια πιρόγα" και το άλλο με τίτλο "Ελένη, η Βιετναμέζα". Είναι δυο πολύ δυνατά διηγήματα, όπου η καλοσύνη των δικών μας σμίγει με την καλοσύνη των ξένων. Στο πρώτο, ο μουσικόφιλος πρωτοπρόσωπος αφηγητής συναντά απροσδόκητα ένα εξίσου μουσικόφιλο Αφρικανό ταξιτζή. Η ευγένεια και των δύο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όταν προσκρούει στην υβριστική συμπεριφορά ενός "δικού" μας οδηγού.
Στο δεύτερο, το πιο συγκινητικό ίσως διήγημα της συλλογής, η μοναξιά της ηλικιωμένης Πηνελόπης σμίγει με τη μοναξιά της Βιετναμέζας Ελιέν-Ελένης. Δεν σμίγουν μόνο οι μοναξιές, σμίγουν οι πολιτισμοί, ο Λεωνίδας γίνεται Βιετκόγκ, η βιετναμέζικη μουσική πλημμυρίζει το σπιτάκι του προσφυγικού συνοικισμού, το skype φέρνει τη ξένη χώρα στο προσφυγικό δωμάτιο. Και η καταληκτήρια σκηνή του διηγήματος χαρίζει στο συγκινημένο πρόσωπο του αναγνώστη ένα χαμόγελο. Εξαιρετικό διήγημα.