Τετάρτη, Μαΐου 21, 2014

Και τα βουνά μίλησαν

Καλέντ Χοσεϊνί
Και τα βουνά μίλησαν
Ψυχογιός, 2014
Μετ. Αργυρώ Μαντόγλου.
"Δημιουργία σημαίνει βανδαλισμός της ζωής των άλλων ανθρώπων, τη μετατροπή τους σε συμμέτοχους χωρίς τη θέλησή τους. Κλέβεις τις επιθυμίες τους, τα όνειρά τους, υφαρπάζεις τα ψεγάδια τους, τα βάσανά τους. Παίρνεις κάτι που δεν σου ανήκει. Και το κάνεις συνειδητά".
Λόγια της Νίλα, μιας από τις βασικές ηρωίδες του Αφγανού συγγραφέα Καλέντ Χοσεϊνί στο μυθιστόρημά του "Και τα βουνά μίλησαν". Κι αυτό ακριβώς κάνει ο Χοσεϊνί στο τρίτο αυτό βιβλίο του (Τα άλλα δυο είναι το "Χαρταετοί πάνω από την πόλη" και "Στη χώρα των χρυσών ήλιων").
Γεννημένος το 1965 στην Καμπούλ ο Χοσεϊνί είναι γιατρός και από το 1980 ζει στην Καλιφόρνια. Είναι βέβαιο πως ξέρει να αφηγείται. Τα βιβλία του έχουν κάτι από τη γοητεία των ανατολίτικων παραμυθιών κι ας αποτυπώνουν όλη τη σκληρότητα της φτώχειας και των πολέμων που καταδυναστεύουν τη βασανισμένη αυτή χώρα.
Σ' ένα μικρό, φτωχικό χωριό του Αφγανιστάν ζει η οικογένεια του Σαμπούρ. Το βιβλίο αρχίζει μ' ένα μύθο που αφηγείται ο Σαμπούρ στα δυο παιδιά του, τον Αμπντουλάχ και την Παρί. Είναι ένας μύθος που στη συνέχεια του βιβλίου θα καταλάβουμε πως προοικονομεί και προοιωνίζεται την υπόθεση του μυθιστορήματος. Τουλάχιστον τον κεντρικό άξονα, γιατί το βιβλίο έχει μια περίεργη δομή. Όχι μόνο γιατί πηγαινοέρχεται στο χρόνο, αλλά και γιατί σ' αυτό ακούγονται πολλές αφηγηματικές φωνές. Άλλοτε ακολουθείται τριτοπρόσωπη γραφή, άλλοτε πρωτοπρόσωπη, πράγμα που ενίοτε δυσκολεύει τον αναγνώστη, όταν για παράδειγμα ένα κεφάλαιο αρχίζει με πρωτοπρόσωπη γραφή χωρίς να ξέρουμε ποιος μιλά.
Πλήθος πρόσωπα, ατομικά και συλλογικά πάθη και ιστορίες διαπλέκονται στο μυθιστόρημα. Μερικά γεγονότα και ιστορίες  συνδέονται πολύ χαλαρά με την βασική υπόθεση. Για παράδειγμα, τέτοια είναι η περίπτωση του Έλληνα γιατρού Μάρκου από την Τήνο, που για χρόνια εργάζεται ως εθελοντής στο Αφγανιστάν. Ή, η πολύ τραγική ιστορία της μικρής Ρόσι που είδε την οικογένειά της να κατακρεουργείται μπροστά στα μάτια της. Βεβαίως η χαλαρή σύνδεση με τον κύριο κορμό της ιστορίας δεν κάνει τα επεισόδια αυτά λιγότερο ενδιαφέροντα. Εκείνο όμως που δεσπόζει στο βιβλίο, η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία κινούνται όλες οι σχέσεις και τα επεισόδια  είναι η αγάπη των δυο μικρών αδελφιών, του Αμπντουλάχ και της Παρί, που μεγαλώνουν στο φτωχικό χωριό με τον πατέρα, τη μητριά και τον ετεροθαλή αδελφό τους. Το ότι η μητέρα τους πέθανε στη γέννα της Παρί, έδωσε στην αδελφική αγάπη μια ιδιαίτερη χροιά. Ο Αμπντουλάχ, αρκετά μεγαλύτερος από την Παρί, τη φροντίζει, παίρνει τη θέση της μάνας γι' αυτήν. Μπορούμε να φανταστούμε (μπορούμε άραγε;) τον πόνο, την πληγή, το μέγεθος της απώλειας, όταν ο φτωχός Σαμπούρ αναγκάζεται να πουλήσει την Παρί σε μια πλούσια, άκληρη οικογένεια στην Καμπούλ. Η Παρί είναι μικρή, θα ξεχάσει. Προπάντων όταν η γαλλικής καταγωγής μητέρα της, η Νίλα, μια ευαίσθητη αλλά προβληματική ποιήτρια, φεύγει από την Καμπούλ μαζί με την Παρί και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Μόνο αόριστα, σαν ένα φευγαλέο deja-vu η Παρί θυμάται πότε-πότε ένα σκυλί, ένα δέντρο, ένα τραγούδι...Μεγάλη πια κι όταν η Νίλα θα έχει πεθάνει, θα μάθει η Παρί την καταγωγή της και θα ψάξει να βρει τον αγαπημένο αδελφό. Ο Αμπντουλάχ από χρόνια ζούσε στην Αμερική, έχοντας δημιουργήσει εκεί τη δική του οικογένεια. Όμως το παρελθόν δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Η συνάντηση των δυο αγαπημένων αδελφιών δεν σημαίνει τίποτα πια, όχι μόνο γιατί τους χωρίζουν δεκαετίες διαφορετικής ζωής, αλλά και γιατί εκείνος πάσχει από γεροντική άνοια.
Παρ' όλη τη μελαγχολία που προκαλεί στον αναγνώστη η φτώχεια και η δυστυχία, οι αφάνταστα δύσκολες συνθήκες ζωής, οι πόλεμοι που βασάνισαν αυτή τη χώρα, η σκληρότητα κάποιων σκηνών, εντούτοις τα τρυφερά συναισθήματα της αγάπης, της στοργής, της προσφοράς, ο αγώνας για τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών ζωής, αφήνουν να εισχωρήσει ένα μήνυμα αισιοδοξίας και να επιβεβαιωθεί ο στίχος του ποιητή: "Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ' την καθημερινή την έγνοια του". (Ρίτσος, Ο αποχαιρετισμός)

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014

Γράμματα στην κόρη μου

Θοδωρής Καλλιφατίδης
Γράμματα στην κόρη μου
Γαβριηλίδης, 2013
Το όνομα του Θοδωρή Καλλιφατίδη το είχα συναντήσει πολλές φορές στις αναγνωστικές μου αναζητήσεις και περιπλανήσεις. Ήξερα ότι ήταν μετανάστης, μόνιμος πια κάτοικος Σουηδίας, ήξερα τίτλους έργων του κι όμως πρώτη φορά διαβάζω δικό του βιβλίο. Καιρός ήταν.
Ακόμα κι αν δεν ξέρει ο αναγνώστης πως ο συγγραφέας είναι μετανάστης, χρόνια μακριά από τη γενέθλια γη, διαβάζοντας τα "Γράμματα στην κόρη μου" καταλαβαίνει πως μόνο κάποιος με ανάλογες προσωπικές εμπειρίες θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο. Κι ας χωρίζουν κάπου είκοσι αιώνες το μυθιστορηματικό πρόσωπο από την πρωτοπρόσωπη γραφή του συγγραφέα. Ο συγγραφέας υποδύεται τον Οβίδιο, τον γνωστό Ρωμαίο ποιητή (43 π.Χ-17 μ.Χ.) που εξόριστος, πολύ μακριά από τη Ρώμη που αγαπά και νοσταλγεί, απευθύνει απελπισμένα γράμματα στην κόρη του (ουσιαστικά κόρη της τρίτης του γυναίκας).
Στα γράμματα αυτά αναπολεί όλη την περασμένη του ζωή, τον πρώτο του έρωτα που δεν είχε ευτυχή κατάληξη, άλλους δεσμούς, μιλά για τον τρόπο ζωής στη Ρώμη, για την ποίησή του. Δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ο Αύγουστος τον εξόρισε, μια και τα ποιήματά του, με αφορμή τα οποία εξορίστηκε, κυκλοφορούσαν χρόνια πριν.
Περιγράφει τον ξένο τόπο όπου υποχρεώθηκε να ζει, τους Τόμους (πιθανότατα τη σημερινή Κωστάντζα της Ρουμανίας), χωρίς την οικογένεια, τους φίλους του και τη ζωή όπως την ήξερε, με μόνο δεσμό από την πατρίδα τον μαύρο υπηρέτη του. Από τις κλιματολογικές συνθήκες, μέχρι τα φαγητά, τη γλώσσα, τις γιορτές ή το πένθος, όλα είναι διαφορετικά απ' αυτά που ήξερε. Σιγά-σιγά όμως αρχίζει να προσαρμόζεται. Non sum ego qui fueram, είναι το μότο του βιβλίου. Δεν είμαι πια αυτός που υπήρξα. Η εξορία και η ξενιτιά τον έχουν κάνει έναν άλλο άνθρωπο. Αλλά η νοσταλγία δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Παραπονείται γιατί φαίνεται όλοι να τον έχουν ξεχάσει. Παρακαλεί να μεσιτεύσουν στον Αύγουστο να ανακαλέσει την απόφασή του και την ίδια στιγμη μετανιώνει γιατί θεωρεί τα παρακάλια ξεπεσμό.
Πιστεύω όμως πως η μεγαλύτερη απόλαυση που μπορεί να προσφέρει ένα τέτοιο βιβλίο (ίσως και ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε) δεν είναι ούτε η υπόθεση (ποια υπόθεση άλλωστε;), ούτε οι πληροφορίες για την εποχή και τον τόπο. Η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου έγκειται νομίζω στις σκέψεις, στον προβληματισμό, στη φιλοσοφική αντίκρυση των γεγονότων. Λέει για την Ελλάδα, όταν αναπολεί τα χρόνια που πέρασε εκεί σπουδάζοντας: "Ήταν εύκολο να κάνεις όνειρα στην Ελλάδα. Το γελαστό φως, ο ουρανός, τα βουνά, η θάλασσα, όλα είχαν μια ελαφρότητα που έκανε και τη ζωή ελαφριά. Περπατούσα μόνος με τις ώρες βυθισμένος σε ευχάριστες σκέψεις για το μέλλον". Γράφει για τον έρωτα, τη φιλία, την ελευθερία και συχνά ξαναγυρίζει στην  τέχνη της γραφής. "Μπορεί μεν να βρεις τον έρωτα τυχαία, όμως για να γίνει μια ιστορία αγάπης, πρέπει να τη γράψεις. Το ίδιο και με την ευτυχία. Με τη δουλειά την κερδίζεις. Και με την τέχνη έτσι είναι". Και πάνω απ' όλα η αγιάτρευτη νοσταλγία. "Η νοσταλγία δεν έχει τέλος", γράφει κάπου. Και μια φράση που με σταμάτησε ιδιαίτερα:"Η επιστροφή είναι η μεγαλύτερη χαρά κάθε ταξιδιού".



Κυριακή, Μαΐου 04, 2014

Πάσχα στην καρδιά της Ελλάδας

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Να ‘ναι άραγε αντικειμενικά τόσο όμορφη αυτή η χώρα όσο τη βρίσκουμε κάθε φορά, κάνοντας εκεί Πάσχα για δέκατη τέταρτη χρονιά, ή μήπως το βαθιά καταχωνιασμένο μας απωθημένο, αυτή η λαχτάρα για την ένταξή μας στον εθνικό κορμό (αλίμονο, ανέφικτο όνειρο πια) που μας κάνει να τη βλέπουμε τόσο ωραία; Που μας κάνει να δακρύζουμε στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου ή στο αντίκρισμα της γαλανόλευκης; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως απ’ όλες τις χώρες που έχω ταξιδέψει (κι έχω επισκεφθεί πολλές) πιο όμορφη, πιο μαγευτική, με την πιο μεγάλη ποικιλία φυσικού τοπίου, με την πιο μακρόχρονη ιστορία και πολιτισμό, βρίσκω την Ελλάδα. Ειδικά αυτή την εποχή, την εποχή της άνοιξης που όλα, φύση, άνθρωποι, γιορτές, έθιμα, είναι ένας ύμνος στη ζωή.
Μοναστήρια αιωρούμενα στις κορυφές των Μετεώρων

Κλείνω τα μάτια κι αναλογίζομαι όλα όσα και φέτος μας μάγεψαν. Τα καταπράσινα τοπία  διανθισμένα με το κίτρινο των ασπάλαθων, τις χιονισμένες κορυφογραμμές των Αγράφων, το απέραντο γαλάζιο της Λίμνης Πλαστήρα, τα μοναστήρια αιωρούμενα στην κορυφή των Μετεώρων, τα μικρά όμορφα χωριά γύρω από τη Λίμνη, το «Ω, γλυκύ μου έαρ» και το «Χριστός Ανέστη» να ψάλλεται εδώ, αλλά την ίδια στιγμή και σε χιλιάδες ναούς σε κάθε γωνιά της γης…
Οι χιονισμένες βουνοκορφές των Αγράφων
Το απέραντο γαλάζιο της Λίμνης Πλαστήρα
Και πάλι τα Μετέωρα


Βάση μας φέτος η Καρδίτσα. Μια ήσυχη, μικρή σχετικά πόλη κάπου εξήντα χιλιάδων κατοίκων, με ωραίους πεζόδρομους γεμάτους καφετέριες, με μια πλατεία από τις μεγαλύτερες που έχουμε δει σε ελληνική πόλη. Ένα χαρακτηριστικό που τόσο στερούμαστε στις κυπριακές πόλεις (θέμα, πιστεύω, για διερεύνηση). Ένας χώρος συγκέντρωσης, περιπάτου, χαλάρωσης, με τα παιδιά να συμβάλλουν στη ξένοιαστη, χαρούμενη ατμόσφαιρα τρέχοντας πάνω κάτω. Σε μια άκρη της πλατείας ένα ιδιόρρυθμο σιντριβάνι, ενώ τριγύρω σε ωραία γλυπτά οι Μούσες επιβλέπουν την όμορφη πλατεία.
Ακόμα μια άποψη της Λίμνης


Στην πλατεία της Καρδίτσας

 
Ωραίος πεζόδρομος στην Καρδίτσα
Πολλά αξιοθέατα δεν έχει η Καρδίτσα. Ξεχωρίζουμε το εντυπωσιακό κτήριο της Δημοτικής  Αγοράς (κλειστή δυστυχώς τις μέρες που ήμαστε εκεί) που λειτουργεί όχι μόνο ως εμπορικό κέντρο αλλά και ως χώρος πολιτισμού και ψυχαγωγίας και βεβαίως τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα. Αυτό όμως που θα σου υποδείξουν πρώτο οι Καρδιτσιώτες, αν τους ρωτήσεις για τα αξιοθέατα της πόλη τους, είναι το Παυσίλυπο. Ένα ωραίο πάρκο, μια όαση πρασίνου σε κεντρικό σημείο της πόλης που επιβεβαιώνει το όνομά του: παύση της λύπης. Ανάμεσα στο
Στο Παυσίλυπο

 
Η αγρότισσα
 πράσινο, τα πολύχρωμα λουλούδια και τα παγόνια που κυκλοφορούν ελεύθερα, περίλυπο και σκεφτικό, στέκεται ένα άγαλμα. Είναι το άγαλμα της αγρότισσας. Δεν συνάντησα πιο εκφραστική απεικόνιση της ταλαιπωρημένης, βασανισμένης, αλλά πάντα οπλισμένης με καρτερία και δύναμη, γυναίκας της υπαίθρου. Λίγο πιο πέρα υψώνεται το άγαλμα του μεγάλου τέκνου της περιοχής, δίκαιη πηγή περηφάνιας όχι μόνο για τον τόπο καταγωγής του, αλλά για όλο τον Ελληνισμό. Αυτού που υπήρξε ο πρώτος πολιτικός που κηδεύτηκε «δημοσία δαπάνη», καθώς μετά το θάνατό του δεν βρέθηκαν στην κατοχή του χρήματα που να του εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κηδεία! (Χρειάζεται άραγε σύγκριση με τους συγχρόνους;) Είναι το άγαλμα του «Μαύρου Καβαλάρη», του Νικόλαου Πλαστήρα. Το όνομα και τη μορφή του γενναίου στρατηγού, του καινοτόμου πρωθυπουργού, του αδέκαστου πολιτικού, θα τα συναντήσουμε όπου πάμε στη γύρω περιοχή. Θα το βρούμε σε δρόμους, πλατείες, ταβέρνες, στο χωριό του, το Μορφοβούνι, θα το ακούσουμε προπάντων καθώς θα περιδιαβάζουμε τριγύρω στη Λίμνη που εκείνος είχε ονειρευτεί.
Τόσο προορατικός (εκτός από τα τόσα άλλα χαρίσματά του) ώστε στις αρχές ήδη του 20ου αι. να οραματιστεί ένα φράγμα που θα συγκέντρωνε τα νερά του ποταμού Ταυρωπού, με σκοπό την άρδευση και την ύδρευση του Θεσσαλικού κάμπου. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση του έργου που ονειρεύτηκε, καθώς πέθανε το 1953, ούτε και τη δημιουργία της Λίμνης που φέρει το όνομά του και ήταν αποτέλεσμα της δημιουργίας του φράγματος. Μιας λίμνης που αν δεν τη δει κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το μέγεθος, την ομορφιά, τη σημασία της. Με συνολική έκταση 25 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αλλού στενότερη, αλλού πλατύτερη, αλλού να κρύβεται κι αλλού να προβάλλει ήρεμη ανάμεσα στις βουνοκορφές που την περιβάλλουν, παρέχει στους χιλιάδες επισκέπτες που την απολαμβάνουν κάθε χρόνο, ένα μοναδικό θέαμα. Περνάμε μέσα από μικρά χωριά με ποιητικά ονόματα, Μορφοβούνι, Μεσενικόλας, Μοσχάτο, Κρυονέρι…, χωμένα μέσα στο πράσινο, αμπέλια που μόλις πρωτοβγάζουν τα φύλλα τους, ξενοδοχεία, ξενώνες και χιονισμένες βουνοκορφές. Το μάτι δεν χορταίνει να βλέπει, η εκκλησιαστική φράση στριφογυρίζει στο μυαλό: «Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε…».
Νικόλαος Πλαστήρας-Ο Μαύρος Καβαλάρης
Το φράγμα Ταυρωπού

Μεγάλο Σάββατο πρωί, μετά την πρώτη Ανάσταση, οδεύουμε προς την Καλαμπάκα και το παράδοξο των Μετεώρων. Οι περισσότεροι τα ‘χουμε δει κι άλλες φορές, όμως κάθε φορά δεν μπορούμε να μην πλημμυρίσουμε με δέος και θαυμασμό γι’ αυτό το θαύμα της φύσης. Πώς μέσα στον κάμπο υψώνονται ξαφνικά αυτοί οι γκρίζοι ογκόλιθοι, για την ύπαρξη των οποίων πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί. Μα πέρα από το πώς δημιουργήθηκαν πιο πολύ μας εκπλήσσει το πώς πάνω σ’ αυτές τις αετοφωλιές, πάνω στις κορυφές των απότομων, απόκρημνων βράχων μπόρεσαν οι άνθρωποι σε καιρούς περασμένους να οικοδομήσουν τα θαυμαστά αυτά μοναστήρια. Εδώ αναζήτησαν άλλοτε οι μοναχοί που τα έκτισαν την απομόνωση, την απομάκρυνση από τον κόσμο, την περισυλλογή, την αφιέρωση και την επικοινωνία με το Θείο. Σήμερα, τόπος τουριστικών επισκέψεων και μερικά μάλιστα τουριστικής εκμετάλλευσης. Κάποτε οι πιστοί που ήθελαν να τα επισκεφθούν ανασύρονταν προς τα ύψη μέσα σε δίχτυ. Σήμερα, σκαλοπάτια κάνουν εύκολη την πρόσβαση, για όσους βέβαια αντέχουν την οπωσδήποτε επίπονη ανάβαση.
Η ομάδα στη Μονή Βαρλαάμ
 Τα μοναστήρια των Μετεώρων δεν είναι τα μοναδικά της περιοχής. Δύο άλλα με ιδιαίτερη φήμη είναι η Παναγία η Πελεκητή και η Μονή Κορώνης. Στο πρώτο, επισκεπτόμαστε ένα μικρό εκκλησάκι, σκαλισμένο ολόκληρο μέσα στο βράχο, δείγμα βαθιάς πίστης και υπομονής αυτών που όχι μόνο το λάξεψαν αλλά και το στόλισαν με ωραίες αγιογραφίες.
Ανηφορίζοντας για τη Μονή Παναγίας Πελεκητής
 Στη Μονή Κορώνης δεν μπήκα. Όσο θαυμάζω και σέβομαι την πίστη  των ανθρώπων, άλλο τόσο απεχθάνομαι το σκοταδισμό, τη στενοκεφαλιά και την υποκρισία. Στην είσοδο της Μονής υπάρχει…face control ή μάλλον dress control. Δηλαδή όσες γυναίκες φορούν πανταλόνι (και ποιες δεν φορούν σήμερα) απαγορεύεται να μπουν. Σ’ ένα δωμάτιο υπάρχουν κάποιες χιλιοφορεμένες, βρώμικες φούστες που πρέπει όλες οι γυναίκες να βάλουν πάνω από το πανταλόνι. Αντιδρώ (και είμαι η μόνη). Όχι τόσο για τη βρώμικη φούστα όσο για τη μεσαιωνική αντίληψη και την υποκρισία, όταν επιτρέπεται η είσοδος σε κάποιες που φορούν φούστα όσο κοντή και να ‘ναι, απαγορεύεται όμως το πανταλόνι! Μένω απ’ έξω να θαυμάζω και να φωτογραφίζω το υπέροχο πραγματικά τοπίο, περιμένοντας την υπόλοιπη ομάδα να τελειώσει την επίσκεψη. Είμαι όμως βέβαιη πως αν όλες οι γυναίκες αντιδρούσαν κι αν οι μονές στερούνταν τα εισοδήματα στα οποία κυρίως οι γυναίκες συμβάλλουν, οι θυρωροί των μονών θα αναθεωρούσαν τη στάση τους. Είναι αδιανόητο η πίστη να κρίνεται από τη φούστα ή το πανταλόνι.
Η Γέφυρα του Ληθαίου στα Τρίκαλα
Καταπράσινο, δροσερό τοπίο στις όχθες του Ληθαίου

Στο γυρισμό από τα Μετέωρα κάνουμε μια σύντομη στάση για γεύμα στα Τρίκαλα. Είναι μια πόλη που σίγουρα αξίζει μια πιο πολύωρη επίσκεψη από τη σύντομη δική μας. Μια όμορφη, παλιά γειτονιά είναι τα Παλιά Μανάβικα, όπως επικράτησε να λέγεται. Σπίτια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, παραδοσιακές ταβέρνες, εστιατόρια, μπαράκια, σφύζουν από κίνηση και ζωή. 
 
Στα Παλιά Μανάβικα
Με δυσκολία βρίσκουμε κάπου να καθίσουμε, κι ας είναι Μεγάλο Σάββατο. Στην ίδια περίπου περιοχή ένα ξεχωριστό έργο τέχνης μας σταματά. Είναι μια τεράστια τοιχογραφία (150τ.μ.) έργο ομάδας ζωγράφων που έκανε και σε άλλες πόλεις παρόμοια έργα. Στην Ελλάδα είναι η μοναδική. Στην τοιχογραφία, που δίνει την εντύπωση τρισδιάστατου έργου, παριστάνεται η καθημερινότητα: νοικοκυρές που ψωνίζουν, μπαλκόνια με τραγουδιστές, ταβέρνες έτοιμες να δεχτούν τους επισκέπτες, παιδιά που παίζουν κ.λπ.
Η περίφημη τρισδιάστατη τοιχογραφία στα Τρίκαλα
Φαινόμενο σπάνιο για ελληνική πόλη, ένας ποταμός διασχίζει τα Τρίκαλα, αποτελώντας μέρος της ιστορίας αλλά και της γοητείας της πόλης. Είναι ο ποταμός Ληθαίος, παραπόταμος του Πηνειού. Δέκα γέφυρες συνδέουν τα δυο μέρη της πόλης, με μεγαλύτερη και ωραιότερη την κεντρική, μεταλλική, τοξωτή πεζογέφυρα. Πυκνή βλάστηση, το νερό που κυλάει, ο μύθος που θέλει τον Ασκληπιό να έχει γεννηθεί εδώ, ο εμπορικός πεζόδρομος που αρχίζει απ’ εδώ, συνθέτουν ένα θαυμάσιο περιβάλλον. Έστω και για λίγο απολαμβάνουμε την ομορφιά ακόμα μιας ελληνικής πόλης.


Καταθέτοντας το στεφάνι της ευγνωμοσύνης μας

Η πιο συγκινητική στιγμή όμως του ταξιδιού μας υπήρξε η επίσκεψη, το προσκύνημα θα έλεγα καλύτερα, ενός μικρού, απέριττου μνημείου σε μια απόμερη πλατεία της Καρδίτσας. Το μνημείο στήθηκε για να θυμίζει και να τιμά δώδεκα νέους της πόλης που θυσιάστηκαν στην Κύπρο το 1974. Πέντε πεσόντες και επτά αγνοούμενοι. Το στεφάνι της ευγνωμοσύνης μας και λίγα λόγια είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά τα νέα παιδιά. Αμίλητοι, με τη σκέψη στους ακατάλυτους δεσμούς μας και στους ποταμούς των αιμάτων που πότισαν την κοινή μας ιστορία, με βουρκωμένα μάτια αποχαιρετούμε την Καρδίτσα.
Οι πεσόντες στην Κύπρο Καρδιτσιώτες

Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα μια ανοικτή πληγή.

Τρίτη, Απριλίου 29, 2014

Άρωμα πάγου

Γιόκο Ογκάουα
Άρωμα πάγου,
Άγρα, 2011 (α΄έκδ. 2007, στα Ιαπωνικά 1998)
Μετ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Πόσο ξέρουμε άραγε τους άλλους, ακόμα και τους πιο κοντινούς μας; Τι ρόλο παίζει στη ζωή μας η μνήμη; Ερωτήματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται το βιβλίο της  Ογκάουα. Ένα βιβλίο πιο "ιαπωνικό" από το "Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή",
 που τόσο μου είχε αρέσει. Παρ' όλο ότι μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Πράγα, εντούτοις και εκεί η ηρωίδα μας μεταφέρει μια ατμόσφαιρα που θυμίζει περισσότερο Ιαπωνία παρά Τσεχία. Δεν μπορώ να διευκρινίσω ακριβώς τι είναι που δημιουργεί αυτή την εντύπωση. Είναι βέβαια τα ονόματα, αλλά είναι και κάτι πολύ περισσότερο, που το διαισθάνεσαι, που σου υποβάλλεται, που δύσκολα το εντοπίζεις και το εκλογικεύεις. Αυτή η ατμόσφαιρα του εξωλογικού, ενίοτε του μεταφυσικού,  αποτελεί μέρος της γοητείας του βιβλίου, που ασφαλώς δεν έγκειται μόνο σ' αυτό.
Η αφηγήτρια, η Ρυόκο, ελεύθερη δημοσιογράφος, γνωρίζει σ' ένα αρωματοποιείο στο οποίο πήγε για ένα ρεπορτάζ, τον αρωματοποιό Χιρογιούκι. Δημιουργούν δεσμό, κι ενώ το βράδυ γιορτάζουν την πρώτη επέτειο της συμβίωσής τους, εκείνος αναίτια και ανεξήγητα, την επομένη αυτοκτονεί, αφού της έχει χαρίσει ένα άρωμα ειδικά φτιαγμένο γι' αυτήν, που είχε ονομάσει "Η πηγή της μνήμης".
Στο νεκροτομείο η Ρυόκο συναντά το μικρότερο αδελφό του Χιρογιούκι, τον Άκιρα, για τον οποίο ποτέ δεν της είχε μιλήσει. Όμως δεν είναι το μόνο στοιχείο της ζωής του αγαπημένου της που αγνοούσε. Αγνοούσε ότι είχε πάθος με το πατινάζ στον πάγο, στο οποίο ήταν δεξιοτέχνης, αγνοούσε ότι ήταν ιδιοφυία στα μαθηματικά, ότι είχε  πάρει πλήθος βραβεία σε σχετικούς διαγωνισμούς. Στα όσα πολύ τακτοποιημένα είχε αφήσει ο Χιρογιούκι (ένα ακόμα πάθος του ήταν η αυστηρή ταξινόμηση των πραγμάτων) και τα οποία ψάχνουν στην προσπάθεια να εξηγήσουν τους λόγους της αυτοκτονίας, βρίσκουν τρεις δισκέτες, Σε μια απ' αυτές διαβάζουν κάποια αποσπάσματα φράσεων:
"Σταγόνες νερού από σχισμή βράχου. Υγρός αέρας σπηλιάς".-"Βιβλιοθήκη ερμητικά κλειστή. Φως γεμάτο σκόνη",-"Το πρώτο στρώμα πάγου στη λίμνη την αυγή".-"Μπούκλα απ' τα μαλλιά ενός πεθαμένου".-"Παλιό, τρυφερό ακόμα, ξεθωριασμένο βελούδο".
Υποθέτουν αρχικά πως είναι ποιητικές απόπειρες, αλλά καταλήγουν στο ότι είναι "εκόνες οσμών που έβαλε σε λέξεις" και όπως τους πληροφορεί η υπεύθυνη του αρωματοποιείου "οι εικόνες από μυρωδιές είναι κάτι πολύ προσωπικό, συσχετισμένες βαθιά με τη μνήμη του κάθε ανθρώπου, και γι' αυτό μπορούν ίσως να δώσουν ενδείξεις για τη γνώση της ψυχής του Χιρογιούκι".
Με βάση τις φράσεις αυτές η Ρυόκο, ψάχνοντας πότε στην Πράγα και πότε στην Ιαπωνία θα προσπαθήσει να αναπλάσει τον Χιρογιούκι. Θα γνωρίσει την παράξενη μητέρα του, η οποία διατηρεί ένα δωμάτιο γεμάτο από τα βραβεία που είχε πάρει ο Χιρογιούκι, θα αναζητήσει την αιτία που εκείνος διέκοψε ξαφνικά την ενασχόληση με τα μαθηματικά για να ασχοληθεί με την αρωματοποιία.
Βιβλίο ιδιόρυθμο αλλά γοητευτικό, έτσι όπως φαντάζομαι την Ιαπωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το βιβλίο δεν είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρον για κάθε άνθρωπο, καθώς η μνήμη και ο θάνατος είναι στοιχεία παναθρώπινα.

Τρίτη, Απριλίου 15, 2014

Στην καρδιά της πόλης

Ζέιντι Σμιθ
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. Ιωάννα Ηλιάδη
(ebook)
Προσπάθησα, δεν μπορώ να πω πως δεν προσπάθησα. Διάβασα ό,τι βρήκα στο διαδίκτυο σχετικά μ' αυτό το βιβλίο, είδα τα επαινετικά σχόλια και τους εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς για την Αγγλίδα αυτή συγγραφέα και το έργο της, αλλά παρ' όλα αυτά στη σελίδα 253 (από τις 403 συνολικά) αποφασίζω να εγκαταλείψω την ηρωική προσπάθεια να τελειώσω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν γι'αυτή τη λιποταξία (που δεν μου συμβαίνει συχνά) φταίει η δική μου ανεπάρκεια ή το είδος γραφής της Σμιθ.
Θα το χαρακτήριζα "σουρεαλιστική πεζογραφία", αν υπήρχε μια τέτοια γραφή. Ήδη όμως ένας καινοφανής λογοτεχνικός όρος χρησιμοποιείται για να το χαρακτηρίσει. Η Αργυρώ Μαντόγλου (και όχι μόνο αυτή) στην κριτική της χρησιμοποιεί τον όρο "υστερικός ρεαλισμός", που συνίσταται σ' ένα "μείγμα πειραματικής γραφής και κοινωνικού σχολιασμού, εφάμιλλου του ρεαλισμού του μυθιστορήματος του 19ου αι.", όπως σημειώνει άλλος κριτικός, εξού και ο χαρακτηρισμός της Ζέιντι Σμιθ ως "νέου Ντίκενς".
Ο ελληνικός τίτλος "Στην καρδιά της πόλης"  δεν αποδίδει τον πρωτότυπο NW (North West=Βορειοδυτικό Λονδίνο). Άλλωστε, οι ήρωες δεν κυκλοφορούν πολύ στους δρόμους του Λονδίνου. Η καρδιά της πόλης μάλλον βρίσκεται μέσα τους, τον εσωτερικό τους κόσμο παρακολουθούμε, μέσα από σκέψεις, διαλόγους ή διαπιστώσεις της συγγραφέως.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του έργου, τη ζωή των οποίων ανιχνεύουμε, όχι κατ' ανάγκη με ευθεία χρονολογική διάταξη. Αποτελούν δείγμα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Η Λία, με σύζυγο αφρικανικής καταγωγής και μητέρα Ιρλανδέζα, η φίλη της Κίσα από την Καραϊβική που μετονομάζεται σε Νάταλι, ο Φίλιξ, πρώην αλκοολικός, του οποίου η προσωπική ιστορία μοιάζει ανεξάρτητη και άσχετη με τους υπόλοιπους, ο Νέιθαν, ναρκομανής, και φυσικά και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα.
Ο αναγνώστης όμως χρειάζεται να καταβάλει πολύ κόπο, να μην αφαιρεθεί ούτε λεπτό, ή ακόμη και να ξαναδιαβάσει μερικές σελίδες, για να ξεχωρίσει τα πρόσωπα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Η γραφή είναι ελλειπτική, υπαινικτική, η φαντασία και η νόηση του αναγνώστη πρέπει να 'ναι σε διαρκή ερήγορση. Προτάσεις ασύνδετες, αλλού σύντομες, χωρίς ρήμα, αλλού ολόκληρες παράγραφοι χωρίς τελεία. Πολλές γνώσεις προϋποτίθενται, γι' αυτό και αφθονούν οι επεξηγηματικές σημειώσεις (60) που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, πράγμα ενοχλητικό, αλλά ακόμα δυσχερέστερο για τον αναγνώστη του ηλεκτρονικού βιβλίου. Να ένα τέτοιο σύντομο δείγμα με πληθώρα στοιχείων των οποίων η άγνοια μειώνει δραστικά την απόλαυση της ανάγνωσης: "Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχε γίνει μια προσπάθεια να ανακατευτεί εκείνη η παρέα από το Κάμντεν Λοκ με την παρέα εδώ στο Κόλντγουελ, αλλά η Κίσα Μπλέικ δεν πολυσυμπαθούσε τον Μποντλέρ και τον Μπουκόφσκι, τον Νικ Ντρέικ και τους Sonic Youth και τους Joy Division και τα αγόρια που έμοιαζαν με  κορίτσια ή το αντίστροφο, και την Ανν Ράις και τον Ουίλιαμ Μπάροους και τη Μεταμόεφωση του Κάφκα και το Κίνημα υπέρ του Πυρηνικού Αφοπλισμού και το φεστιβάλ του Γκλάστονμπερι και την Καταστασιακή Διεθνή και το Με κομμένη την ανάσα και τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Άντι Ουόρχολ και ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα του Κάμντεν"...
Η λύση ενός σταυρολέξου ή μαθηματικών προβλημάτων είναι ασφαλώς απολαυστική. Αλλά η λογοτεχνία απαιτεί μια άλλου είδους απόλαυση. Την απόλαυση που προκαλεί η μέθεξη, η άμεση μετάδοση σκέψεων και συναισθημάτων και όχι η επίλυση νοητικών ασκήσεων.

Παρασκευή, Απριλίου 04, 2014

Η πόλη και η σιωπή

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Η πόλη και η σιωπή
Καστανιώτης, 2013
Διερωτώμαι γιατί μια τόσο ωραία ιδέα, ένα κεντρικό θέμα σύγχρονο, άκρως ενδιαφέρον, να υπονομεύεται από την επεξεργασία του, από τη μετατροπή του σ' ένα φλύαρο και ενίοτε βαρετό και κουραστικό μυθυιστόρημα. Είναι τόσο μεγάλη ανάγκη να αυξάνεται ο αριθμός των σελίδων ή μήπως αυτό είναι το στυλ, το ιδιαίτερο ύφος γραφής του συγγραφέα; Δεν ξέρω γιατί δεν έχω διαβάσει άλλο δικό του βιβλίο.
Μ' αυτή την αυθόρμητη έκρηξη διαμαρτυρίας του προλόγου μου δε σημαίνει ότι το βιβλίο δεν αξίζει. Ίσα-ίσα, πολλές είναι οι αρετές του, μεγάλο το ενδιαφέρον και ο προβληματισμός που δημιουργεί στον αναγνώστη. Εν πρώτοις αποτυπώνει με μια διεισδυτική ματιά τη σύγχρονη Αθήνα, έστω κι αν επικεντρώνεται στη σκοτεινή πλευρά της, στην ασκήμια, στη θλιβερή της όψη. Όμως μέσα απ' αυτή την απαισιόδοξη εικόνα διαισθανόμαστε την αγάπη του συγγραφέα για την πόλη του, την επιθυμία για καλύτερες μέρες, την αχτίδα αισιοδοξίας που εκφράζεται με το χαρακτήρα του ήρωά του, έστω κι αν αυτός αποτελεί εξαίρεση μέσα στο ζόφο που τον περιβάλλει.
Κεντρικό πρόσωπο ένας καθημερινός άνθρωπος,  ένας από τα πολλά θύματα  της κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα, ο Αργύρης Τρίκορφος. Ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας βιοτεχνίας κουμπιών, την οποία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, παντρεμένος με τη Βάσω και πατέρας τριών παιδιών, μετατρέπεται σ' ένα "νεόπτωχο". Η βιοτεχνία του κλείνει, τα χρέη τον πνίγουν, χάνει το διώροφο σπίτι του στην Ηλιούπολη, το εξοχικό του στην Κυλλήνη, τα αυτοκίνητά του, η κόρη του από το ιδιωτικό φοιτά τώρα στο δημόσιο, η γυναίκα του που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά αλλά δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψει, τώρα τυλίγει σουβλάκια σε μια ψησταριά.
Ο Αργύρης, μ' ένα νοικιασμένο ταξί προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Μαζί του, καθώς τριγυρίζει στους δρόμους της Αθήνας, περιδιαβάζουμε κι εμείς σ' αυτή την πόλη που τόσο έχει αλλάξει. Οι εικόνες της ερήμωσης, ειδικά στο κέντρο, κυριαρχούν: "Μήτε οι στομωμένες από σκουπίδια σχάρες των υπονόμων, τα εγκαταλελειμμένα οχήματα με τα σπασμένα παράθυρα, που αφέθηκαν να εκθρέψουν την έμφυτη ροπή στην ευκολία των περαστικών μέχρι που κατάντησαν κάδοι σκουπιδιών, οι κουρελιασμένες τέντες σε μπαλκόνια γεμάτα παλιοπράματα που τα έκαναν να μοιάζουν με κρεμαστές χωματερές, οι αμπαρωμένες πόρτες και τα χτισμένα παράθυρα των ακατοίκητων σπιτιών που προσπαθούσαν να κρατήσουν έξω από ντουβάρια σκέτα όσους είχαν ακόμη λιγότερα, τα παρατημένα μικρομάγαζα με τα μουντζουρωμένα από καλλιτέχνες του ποδαριού ρολά, ήταν εικόνες που μπορούσαν να τον αποθαρρύνουν".
Οι κάθε λογής επιβάτες που μεταφέρει δίνουν αφορμή για συζητήσεις, αποτυπώνοντας, πέρα από το περιβάλλον και την ψυχολογία των ανθρώπων. Ώσπου μια μέρα βρίσκει στο ταξί του ένα τσαντάκι μ' ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Είναι σχεδόν 350 χιλιάδες ευρώ. Αδύνατο βέβαια να ξέρει ποιος από όλους τους επιβάτες της ημέρας είναι πιθανό να το έχασε. Τι θα κάνει λοιπόν; Είναι ένα ποσό το οποίο μπορεί να λύσει σχεδόν όλα του τα προβλήματα. Θα το παραδώσει στην αστυνομία ή θα το κρατήσει; Χωρίς να πει τίποτα σε κανένα προβληματίζεται για ένα βράδυ. Η απόφασή του τελικά θα επηρεάσει καταστροφικά ολόκληρη τη ζωή του. Δεν θα αποκαλύψω τι τελικά συνέβη, αφήνοντας την ενδιαφέρουσα συνέχεια στον αναγνώστη.
Ο librofilo στη δική του ωραία παρουσίαση του βιβλίου υποστηρίζει ότι θα ήταν καλύτερα αν το βιβλίο ήταν κατά το ένα τρίτο μικρότερο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του.
(ebook)
Σημ. Επιτέλους μια  ουσιαστική διαφορά στην τιμή μεταξύ του έντυπου (18.22 ευρώ) και του ηλεκτρονικού βιβλίου (9.90). Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλοι τίτλοι και να μην είναι η διαφορά μόνο 3-4 ευρώ ή και λιγότερο.

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

Ζήσαμε την ευτυχία

Λίλι Τακ
Ζήσαμε την ευτυχία
Κέδρος, 2013
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
Αν δεν είχα διαβάσει προηγουμένως δυο άλλα με παρόμοιο θέμα βιβλία, ίσως να μου άρεσε κάπως περισσότερο το "Ζήσαμε την ευτυχία". Δεν με άγγιξε συναισθηματικά, όπως κανονικά θα έπρεπε ένα τέτοιο βιβλίο, δεν ταυτίστηκα με την ηρωίδα του, όπως συνέβη με τα άλλα δυο βιβλία. Ίσως γιατί είναι πιο "εγκεφαλικό" και λιγότερο συναισθηματικό, ίσως και γιατί δεν στηρίζεται σε προσωπικές εμπειρίες όπως συμβαίνει στα δυο άλλα βιβλία.
Το πρώτο σχετικό βιβλίο που διάβασα ήταν ένα ευσύνοπτο βιβλιαράκι, έκδοση " Θεμέλιο" 1988, με τίτλο "Όσο κρατάει ένας στεναγμός". Γραμμένο από τη δημοσιογράφο Ανν Φιλίπ, σύζυγο του ηθοποιού Ζεράρ Φιλίπ, καταγράφει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Ανν, όταν πληροφορείται την ανίατη ασθένεια του συζύγου της και εν τέλει το θάνατό του. (Δυο φορές αγόρασα το βιβλίο και δυο φορές το χάρισα. Είναι κρίμα που δεν έχει επανεκδοθεί).
Το δεύτερο παρόμοιο βιβλίο είναι το πολύ πιο πρόσφατο "Η χρονιά της μαγικής σκέψης"  της Τζόαν Ντίντιον, όπου και πάλι μια γυναίκα, μετά το ξαφνικό θάνατο του συζύγου της αναπολεί την κοινή τους ζωή.
Μια από τις διαφορές στο "Ζήσαμε την ευτυχία" είναι ότι η γυναίκα, η Νίνα, που κι αυτή ξαφνικά κι αναπάντεχα χάνει το σύζυγό της ένα βράδυ, ενώ είχε ετοιμάσει το δείπνο και τον φωνάζει για να φάνε, είναι ότι μιλάει σε τρίτο πρόσωπο. Όλο το βράδυ μόνη, πλάι στο νεκρό σύντροφό της θυμάται. Συνειρμικά, μεταπηδώντας ασύνδετα από το ένα θέμα στο άλλο, αναπολεί στιγμές της κοινής τους ζωής, τη γνωριμία τους στο Παρίσι, τη γέννηση της κόρης τους, φίλους και διακοπές, σκηνές από τα ταξίδια τους και γενικά όλη την περασμένη τους ζωή. Η Νίνα ήταν ζωγράφος, ο Φίλιπ καθηγητής  Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο. Δεν ξέρω πόσο φυσιολογικό είναι, τη στιγμή που η Νίνα ξενυχτά πλάι στο νεκρό σύζυγό της, να ανακαλεί στη μνήμη και να παραθέτει πλήθος μαθηματικούς όρους ή προβλήματα. Για παράδειγμα, αναφέρονται οι πρώτοι αριθμοί, οι τέλειοι αριθμοί, οι φιλικοί αριθμοί, η ακολουθία Φιμπονάτσι (αυτό το τελευταίο μάλιστα ενώ έκαναν έρωτα !), ο αριθμός π και οι λεκτικοί τρόποι απομνημόνευσής του, η αλληλογραφία Πασκάλ-Φερμά, ο νόμος των πιθανοτήτων κ.λπ. Κάποιες απ' αυτές τις αναφορές επαναλαμβάνονται ως μέρος των διαλέξεων του Φίλιπ προς τους φοιτητές του, στις οποίες ασφαλώς η Νίνα δεν ήταν παρούσα. Να υποθέσουμε ότι τις της ανέφερε γυρίζοντας στο σπίτι;
Και μια τελευταία ένσταση στα επαινετικά σχόλια που συνοδεύουν το βιβλίο. Είναι αυτή η νύχτα της αγρύπνιας η ώρα να θυμηθεί η Νίνα τις δυο φορές που απάτησε τον άντρα της, για τις οποίες μάλιστα δεν φαίνεται καθόλου να μετανιώνει; Δεν ξέρω, ίσως να είμαι κάπως  παλιάς σχολής, αλλά αν το να "ζήσεις την ευτυχία" περιλαμβάνει και απιστίες, τότε, ναι, θα εξακολουθήσω να είμαι της παλιάς σχολής.

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2014

Το τανγκό της παλιάς φρουράς

Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε
Το τανγκό της παλιάς φρουράς
Πατάκης, 2013
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Αν ήθελα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα αυτό με μια μόνο λέξη, θα έλεγα: ατμοσφαιρικό. Και νομίζω πως για να το εκτιμήσει κανείς, να το απολαύσει, να το θεωρήσει ένα καλό βιβλίο που του χάρισε ωραίες αναγνωστικές στιγμές, έτσι θα πρέπει να το δει. Σαν ένα ευχάριστο κινηματογραφικό έργο με εξαιρετική σκηνοθεσία, χωρίς να περιμένει απ' αυτό ούτε προβληματισμό ούτε γνώσεις ούτε πληροφορίες. Τουλάχιστον έτσι το είδα εγώ. Για ώρες βυθίστηκα στις σελίδες του αναλογιζόμενη εποχές περασμένες, τόπους που γνώρισα, μουσικές και ταξίδια.
Το έργο κινείται σε τρεις χρόνους. Αρχίζει το 1928 πάνω σε ένα πολυτελές υπερωκεάνιο που διασχίζει τον Ατλαντικό οδεύοντας προς την Αργεντινή. Σ' αυτό ταξιδεύει ένα διάσημο, κοσμικό ζευγάρι, ο  συνθέτης Αρμάντο ντε Τροέγε που πάει εκεί για να συνθέσει ένα τανγκό και η πανέμορφη γυναίκα του  Μέτσα. Στο πλοίο εργάζεται ως κοσμικός χορευτής ο Μαξ Κόστα, ο κύριος χαρακτήρας του έργου, ένας "απατεώνας με άσπρα γάντια". Η δουλειά του στο πλοίο είναι να χορεύει με κυρίες που είτε είναι μόνες ή οι σύζυγοί τους δε θέλουν να τις συνοδέψουν στο χορό. Είναι μια χαρούμενη, αισιόδοξη εποχή. Ο Μεγάλος Πόλεμος έχει τελειώσει, τα νέφη του Β΄ Παγκοσμίου δεν φαίνονται ακόμη, ο κόσμος χαρούμενος διασκεδάζει, η διάκριση των τάξεων εμφανής.
Ο Μάξ είναι τώρα νέος και ωραίος, στα 25 του χρόνια, τον περιμένει όμως μια πολυτάραχη, περιπετειώδης ζωή ως τα 64 του χρόνια που θα τον ξανασυναντήσουμε. Τον συναντάμε στο παρόν, το 1967, στο Σορρέντο της Ιταλίας, κεφάλαια διατυπωμένα στον ενεστώτα, που εναλλάσσονται με τα κεφάλαια του παρελθόντος, γραμμένα στον αόριστο. Το παρελθόν είναι άλλοτε το 1928 και άλλοτε το 1937. 
Ο Μαξ και η Μέτσα θα ζήσουν στο πλοίο όμορφες, ρομαντικές στιγμές που θα εξελιχθούν σε έρωτα και σε μια, προσωρινή έστω, σχέση όταν αποβιβάζονται στο Μπουένος Άιρες. Ο Μαξ, που είχε γεννηθεί εκεί, αναλαμβάνει να οδηγήσει το ζευγάρι σε κάποια κακόφημα (και επικίνδυνα) καταγώγια όπου το τανγκό χορεύεται όπως είχε πρωτοεμφανιστεί και όχι όπως εξελίχθηκε αργότερα. Οι δυο τους θα ξανασυναντηθούν το 1937 στη Ριβιέρα, όπου και θα ζήσουν ένα θυελλώδη έρωτα. Ο Ισπανικός Εμφύλιος, οι δικτατορίες, οι κατασκοπίες, παράλληλα με το κοσμικό χρώμα της Νίκαιας, του Μόντε Κάρλο και γενικά της Κυανής Ακτής απεικονίζουν εξαιρετικά την ατμόσφαιρα της εποχής και του τόπου.
Τώρα όμως βρισκόμαστε στα 1967, εκείνος 64 χρόνων, εκείνη δυο χρόνια νεότερη. Το παρελθόν δεν έχει σβήσει από τη μνήμη κανενός. "Οι αναμνήσεις του Μαξ επιστρέφουν και στριμώχνονται στο μυαλό του στο χλιαρό άγγιγμα των μαργαριταριών-μουσική και κουβέντες, φώτα μιας άλλης εποχής που μοιάζουν από άλλον αιώνα, όχθες του Μπουένος Άιρες, κροτάλισμα βροχής σ' ένα παράθυρο μπροστά στη Μεσόγειο, γεύση χλιαρού καφέ στα χείλη μιας γυναίκας, μετάξι και λείο δέρμα. Σωματικές αισθήσεις από καιρό ξεχασμένες, που ξαφνικά επιστρέφουν βιαστικές, σαν ριπή φθινοπωρινού αέρα όταν παρασύρει τα ξερά φύλλα".
Μελαγχολικά τελειώνει το βιβλίο. Θα 'λεγα πως είναι ένα ρέκβιεμ για εποχές περασμένες, για τόπους κι ανθρώπους χαμένους πια για πάντα, αν η δύναμη της λογοτεχνίας δεν τους επανέφερε στη ζωή, έστω και για όσο χρόνο διαβάζουμε το βιβλίο.
(ebook)

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2014

Επιχείρηση Ζάχαρη

Ιαν ΜακΓιούαν
Επιχείρηση Ζάχαρη
Πατάκης, 2013
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Ένα  βιβλίο απατηλά κατασκοπευτικό, ένα βιβλίο για τη λογοτεχνία κάτω από το κάλυμμα του αστυνομικού, ένα βιβλίο για μια εποχή, μ' ένα τόσο ανατρεπτικό τέλος που αξίζει να διαβαστεί έστω και μόνο γι' αυτό.
Αρχίζει με την ήρεμη, αυτοβιογραφική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός κοριτσιού, της Σερίνα Φρουμ, κόρης αγγλικανού επισκόπου, που μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη της ανατολικής Αγγλίας. Παρ' όλο που η ίδια θέλει να σπουδάσει αγγλική φιλολογία ("μου άρεσε πολύ να διαβάζω λογοτεχνία. Ήμουν ταχυαναγνώστρια-τελείωνα δύο με τρία βιβλία την εβδομάδα- και το να διαβάζω ασταμάτητα επί τρία χρόνια μου ταίριαζε γάντι"), πείθεται από το περιβάλλον της να ακολουθήσει Μαθηματικά στο Κέμπριτζ. Στο τελευταίο έτος θα γνωρίσει έναν καθηγητή, τον Τόνυ Κάννινγκ, με τον οποίο θα συνδεθεί ερωτικά, παρ' όλη τη διαφορά ηλικίας. Η σχέση αυτή θα της ανοίξει καινούριους δρόμους. Αν και εξακολουθεί να διαβάζει ασταμάτητα, τα συνήθως ανάλαφρα διαβάσματά της δίνουν τη θέση τους, με την καθοδήγηση του Κάννινγκ, στη μελέτη της Ιστορίας, στο διάβασμα σοβαρών εφημερίδων, στο ενδιαφέρον για την πολιτική και την εποχή.
Βρισκόμαστε στο 1972, "με τον πληθωρισμό να προκαλεί απεργίες και οι μειώσεις των μισθών πληθωρισμό, με τους χοντροκέφαλους μάνατζερ και τα επαγγελματικά τους γεύματα, με τα αιμοχαρή συνδικάτα που ονειρεύονταν εξέγερση, με την αδύναμη κυβέρνηση, τις ενεργειακές κρίσεις, τα συνεχή μπλακάουτ, τους σκίντχεντς, τους βρόμικους δρόμους, τις ταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία, τα πυρηνικά".
Η σεξουαλική επανάσταση συνεχίζεται, τα τρομοκρατικά κινήματα, ο ΙΡΑ, οι παλαιστινιακές ομάδες, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κ.λπ. κυριαρχούν, ο ψυχρός πόλεμος υπάρχει ακόμη.
Η σχέση της Σερίνα με τον Τόνυ θα διακοπεί απότομα και βίαια από εκείνον. Όμως, στο μεταξύ, με τη βοήθειά του η Σερίνα έχει προσληφθεί στην Υπηρεσία Πληροφοριών, την Μ15, σε μια κατώτερη θέση γραφειοκρτικών κυρίως καθηκόντων. Δεν αργεί όμως να αναβαθμιστεί. Την καλούν και της αποκαλύπτουν ένα σχέδιο, την "Επιχείρηση Ζάχαρη", όπως το ονόμασαν και είναι περίπου το εξής: Μέσα στα πλαίσια της πολιτιστικής πλευράς του ψυχρού πολέμου, αναζητούνται συγγραφείς, νεαροί κυρίως, που χρηματοδοτούμενοι από ένα ίδρυμα (οι φανεροί πόροι του οποίου είναι καθ' όλα νόμιμοι) θα συμβάλουν στην αντικομουνιστική προπαγάνδα. Η μέθοδος δεν είναι καινούρια. Λένε ότι χρησιμοποιήθηκε ακόμα και στην περίπτωση του Τζωρτζ Όργουελ, του οποίου "Η φάρμα των ζώων" και το "1984"μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν σε τόσες γλώσσες με τη συμβολή μυστικών κονδυλίων (Θα μπορούσε κανείς να πει πως η μέθοδος αυτή δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται και από τη Δύση και από την Ανατολή).
Οι συγγραφείς που αναζητούνται δεν είναι ανάγκη να συμβάλουν σ' αυτή την προπαγάνδα με το συγγραφικό οτυς έργο. Όπως της λένε όταν της αναθέτουν να προσεγγίσει ένα νέο συγγραφέα, τον Τομ Χάλεϊ, "αναζητούμε το είδος εκείνο του συγγραφέα που είναι πρόθυμος να ξοδέψει λίγο από τον χρόνο του προς χάριν των δεινά χειμαζόμενων ομοτέχνων του στο Ανατολοκό μπλογκ, που ταξιδεύει εκεί πέρα για να προσφέρει υποστήριξη, που στέλνει βιβλία, υπογράφει εκκλήσεις υπέρ των διωκόμενων συγγραφέων, διαπληκτίζεται με τους ψευδολόγους μαρξιστές συναδέλφους του εδώ, δε φοβάται να μιλήσει δημόσια για τους φυλακισμένους συγγραφείς στην Κούβα του Κάστρο".
Η Σερίνα δέχεται. Εκείνο όμως που δεν μπορούσαν να προβλέψουν ούτε οι πράκτορες της Μ15, ούτε η ίδια, ούτε ο νεαρός συγγραφέας που ευχαρίστως δέχεται τη χρηματοδότηση, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει την ακριβή της προέλευση, είναι ότι οι δυο νέοι θα ερωτευτούν. Περνούν απίθανες ώρες μαζί, εκείνη εκτός από τον ίδιο ερωτεύεται και το συγγραφικό του έργο. Διαβάζει τα διηγήματά του, πολλές σελίδες του βιβλίου καταλαμβάνουν εκτενείς περιλήψεις των διηγημάτων του. Συζητήσεις γύρω από τη λογοτεχνία, αναφορές σε συγγραφείς, η μύηση εκείνης στην ποίηση, εναλλάσσονται με ερωτικές συνευρέσεις, ρομαντικά δείπνα, εκστατικά σαββατοκύριακα, όταν εκείνη κάθε Παρασκευή βράδυ βρίσκεται κοντά του στο Μπράιτον.
Παρ' όλη την ευτυχία που βιώνει η Σερίνα κατατρύχεται από τις τύψεις και την αμφιταλάντευση αν πρέπει ή όχι να του αποκαλύψει την αλήθεια και τον πραγματικό της ρόλο. Η αλήθεια όμως θα την προλάβει αποκαλυπτόμενη από τον σκανδαλοθηρικό τύπο. Τι θα γίνει όταν εκείνος μάθει την αλήθεια;
Η τέχνη του ΜακΓιούαν δεν εξαντλείται στην πλοκή, ο συγγραφέας είναι και μάστορας της τεχνικής, όπως μας έχει δείξει και στα άλλα έργα του (Εξιλέωση, Σάββατο, Στην Ακτή κ.ά.). Μας γοητεύει με το στήσιμο των σκηνών, με τις λεπτομερείς αλλά καθόλου ανιαρές περιγραφές, με τη διύλιση σκέψεων και συναισθημάτων, με τις αιφνίδιες ανατροπές.
Η "Επιχείρηση Ζάχαρη" μπορεί να διαβαστεί μέσα από πολλά επίπεδα. Σαν μια αναβίωση της αγγλικής κοινωνίας και εποχής των αρχών της δεκαετίας του '70, ή σαν αποκάλυψη των κατασκοπευτικών μεθόδων και των σχέσεων Ανατολής-Δύσης, αλλά προπάντων, πιστεύω, σαν μελέτη πτυχών της λογοτεχνικής γραφής. Ό,τι και να 'ναι, αξίζει.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 25, 2014

20 Διηγήματα

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
20 Διηγήματα
Κάρβας Εκδόσεις, 2014
Το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος δεν είναι και το πιο δημοφιλές στις προτιμήσεις των βιβλιοφίλων. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που έχει την πρωτοκαθεδρία. Κι όμως, όταν άρχισα να διαβάζω τα "20 Διηγήματα" του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ένιωσα σαν να διάβαζα τα είκοσι κεφάλαια ενός μυθιστορήματος. Συνέχισα να τα διαβάζω χωρίς διακοπή, σαν να διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα.  Θεματική συνέχεια δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ο κοινός τόπος, η Κύπρος, υπάρχουν τα κοινά συναισθήματα, η νοσταλγία, η αναπόληση ενός παρελθόντος γεμάτου θρύλους, η αγνότητα και η ομορφιά από την "πρώτη ποίηση της ζωής μας", η αγάπη γι΄αυτόν τον τόπο, μια απαλή θλίψη που δεν εκτρέπεται σε θρηνώδεις οιμωγές.
Στη συντριπτική πλειοψηφία τους γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, τα διηγήματα δίνουν στις προσωπικές εμπειρίες τη λογοτεχνική καθολικότητα που τις καθιστά εμπειρίες όλων μας. Πρωταγωνιστές κυρίως παιδιά και γέροι, τα δυο άκρα όπου βασιλεύει από τη μια η χαρά της ζωής και η αθωότητα κι από την άλλη ο πλούτος των εμπειριών και η αναπόληση. Μια πόλη-φάντασμα μ' ένα πουλί να την αγναντεύει από ψηλά και να διαλαλεί την ελληνικότητά της, μια κιθάρα γεμάτη αναμνήσεις που άλλοι τώρα τη διεκδικούν, η ανεκλάλητη χαρά όταν ένα παιδί μπορεί να ποδηλατήσει για πρώτη φορά, η αναγγελία ενός θανάτου μέσα από τα παιδικά μάτια, θρύλοι που φτάνουν ως το Μεγαλέξανδρο, ένας οραματιστής, μια παράξενη Αγία Ρόδη-ποιήτρια, κάποιος που προσπαθεί να δημιουργήσει το "αεικίνητο" (αχ, "Αιολική γη"), πρόσωπα και σκηνές που δεν ξεχνιούνται.
Ξεχώρισα και στάθηκα για ώρα πολλή, γύρισα και ξαναγύρισα στο διήγημα "Επιστροφή στην ευτυχία", που ίσως να ταίριαζε και ως τίτλος για όλη τη συλλογή. Δεν μεγάλωσα στην Αμμόχωστο, δεν έμαθα να χορεύω στην "Κυψέλη", όπως ο συγγραφέας, αλλά οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα όσων μπορούμε να πάμε πίσω καμιά πενηνταριά χρόνια είναι κοινά. Ταυτίστηκα με τον ήρωα του Νίκου, διάβασα το διήγημα ακούγοντας στο youtube το "Walking back to happiness" κι ένιωσα κι εγώ να βουρκώνω. "Τώρα, μισόν αιώνα σχεδόν μετά, κάθε φορά που τυχαίνει ν' ακούσω αυτό το τραγούδι, βουρκώνουν τα μάτια μου, όχι γιατί με μεταφέρει σε μια αθώα κι ανέμελη εποχή που ο καθένας από μας θα ήθελε να ξαναζήσει, αλλά γιατί ο πολυαγαπημένος τόπος που ζήσαμε αυτά τα ανεπανάληπτα χρόνια, δεν υπάρχει πια όπως τον γνωρίζαμε. Eίναι ένας τόπος εγκλωβισμένος ασφυκτικά μέσα σε ανατριχιαστικά αγκαθωτά συρματοπλέγματα και γύρω γύρω στρατιώτες με οπλοπολυβόλα έτοιμα να γαζώσουν με ριπές, όποιον τολμήσει να περάσει μέσα στην πόλη".
Η πόλη που ζω δεν είναι "ένας τόπος εγκλωβισμένος", αλλά η ανάμνηση της πόλης όπου καθένας έζησε τη νιότη του δεν  μπορεί παρά να φέρει δάκρυα στα μάτια.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2014

Ερεβάν

Ζιλμπέρ Σινουέ
Ερεβάν (Μια κραυγή για την Αρμενία)
Ψυχογιός, 2011
Μετ. Βασιλική Κοκκίνου
Ποτέ δεν συμπάθησα τον τύπο του ιστορικού μυθιστορήματος στον οποίο ιδιαίτερα διακρίνεται ο πολυγραφότατος και γνωστότατος Γαλλοαιγύπτιος συγγραφέας Ζιλμπέρ Σινουέ. Όμως, η πιθανότητα  ενός προσεχούς ταξιδιού στην Αρμενία υπήρξε το κίνητρο για να διαβάσω το μυθιστόρημά του "Ερεβάν". Δεν με απογοήτευσε, αλλά με αρρώστησε. Ξέρουμε από την ιστορία αλλά και από πλήθος λογοτεχνικά έργα τα δεινά, τους διωγμούς, τον κατατρεγμό, τα εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων της Μικρασίας, συνεχώς συναντάμε σε κάθε μορφή τέχνης το ολοαύτωμα των Εβραίων, αλλά τα πάθη των Αρμενίων μας είναι πολύ λιγότερο γνωστά, παρ' όλο ότι κατόρθωσαν πρόσφατα να αναγνωριστεί η εις βάρος τους γενοκτονία.
Ο Σινουέ έχει μελετήσει σε βάθος το θέμα. Τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, πολιτικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, που αναφέρονται στο βιβλίο είναι απολύτως εξακριβωμένα. Βιογραφικά σημειώματα και ιστορικά στοιχεία της εποχής παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Γι' αυτό και το μυθιστόρημα του Σινουέ μπορεί να διαβαστεί και ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο, ενώ τα μυθιστορηματικά του πρόσωπα φωτίζουν τις λεπτομέρειες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται μεταξύ αυτών που διαδραματίζονται στην Κωνσταντινούπολη και αφορούν κυρίως την πολιτική διάσταση του μυθιστορήματος και αυτών που διεξάγονται στο Ερζερούμ, μια πόλη της ανατολικής Τουρκίας, όπου ζούσαν κάπου είκοσι χιλιάδες Αρμένιοι. Τα μυθιστορηματικά πρόσωπα αφορούν μια αρμενική οικογένεια, την οικογένεια Τομασιάν, που την αποτελούν ο παππούς Βαχέ, οι δυο γιοι του, ο Οβανές που είναι βουλευτής στην Κωνσταντινούπολη, ο Ασόντ, η γυναίκα του Άννα και τα δυο τους παιδιά, ο Αράμ και η Σουσάνα.
Το βιβλίο αρχίζει μ' ένα επεισόδιο του 1896, όταν Αρμένιοι μαχητές εισβάλλουν στην Οθωμανική Τράπεζα, συλλαμβάνουν ομήρους και ζητούν βασικές ελευθερίες για τους Αρμενίους. Η κύρια όμως δράση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μεταξύ του 1914, όταν μέσα στην αναστάτωση και τις ανακατατάξεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Νεότουρκοι εφαρμόζουν ένα σχέδιο εκτουρκισμού με εκδίωξη όλων των εθνοτήτων που αποτελούσαν το μωσαϊκό της χώρας τους.
Οι Αρμένιοι του Ερζερούμ, ανάμεσά τους και η οικογένεια Τομασιάν, υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να βαδίσουν μέσα από άγρια και αφιλόξενα τοπία σ' ένα, υποτίθεται, κανούριο τόπο εγκατάστασης. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες πόλεις και χωριά όπου ζούσαν συνολικά δύο εκατομμύρια Αρμένιοι. Πόσοι όμως θα απομείνουν στο τέλος; Η σκηνή όπου όλα τα μέλη της οικογένειας Τομασιάν, εκτός από τα δύο παιδιά, σκοτώνονται με βάναυσο και αποτρόπαιο τρόπο, αλλά και πολλές άλλες ανάλογες σκηνές σ' όλο το βιβλίο, περιγράφονται τόσο ωμά ρεαλιστικά που ήταν στιγμές που με έκαναν να διακόψω το διάβασμα, δεν άντεχα άλλο. Ίσως γιατί έρχονταν στο νου μου ανάλογες σκηνές βιαιότητας, όχι και τόσο μακρινές από τη δική μας ιστορία.
Το βιβλίο τελειώνει το 1921 με μια πράξη εκδίκησης, με την εκτέλεση ενός από τους πρωτεργάτες της τουρκικής θηριωδίας, του υπουργού εσωτερικών Ταλαάτ Πασά (1872-1921), από έναν επιζήσαντα Αρμένιο μαχητή.
Βιβλίο σκληρό που αξίζει να διαβαστεί ως ιστορία κυρίως παρά ως μυθιστόρημα, αν και η εμπλοκή μυθιστορηματικών προσώπων το καθιστά πιο ενδιαφέρον και πιο ευκολοδιάβαστο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

Το δείπνο

Herman Coch
Το δείπνο
Μεταίχμιο, 2013
Μετ. από τα Ολλανδικά: Μαρία Αγγελίδου
Το μυθιστόρημα του Ολλανδού Herman Coch (νομίζω είναι το πρώτο μυθιστόρημα της σύγχρονης ολλανδικής λογοτεχνίας που διαβάζω) είναι ένας συνδυασμός δυο άλλων (καλύτερων, πιστεύω) σύγχρονων μυθιστορημάτων: Του εξαιρετικού "Οι προσκεκλημένοι" του Pierre Assuline και του "Υπόθεση Jacob" του William Landay.Είναι εντυπωσιακό πώς ένας Ολλανδός, ένας Γάλλος (του Μαρόκου) κι ένας Αμερικανός συμπίπτουν σε θέματα που και σ' εμάς εδώ, "σ' αυτή τη μακρινή γωνιά", που λέει κι ο ποιητής, δεν είναι καθόλου άγνωστα. Φαίνεται πως ολοένα και περισσότερο ο κόσμος σμικρύνεται, πως πάει να γίνει μια γειτονιά.
Δεν θα ασχοληθώ με τη σύγκριση των τριών βιβλίων, παρ' όλο που θα ήταν ένα ενδιαφέρον θέμα. Θα αναφερθώ μόνο στο ολλανδικό που μόλις τέλειωσα. Βρισκόμαστε στο Άμστερνταμ, σ' ένα πολύ ακριβό εστιατόριο της μόδας, απ' εκείνα που για να βρεις θέση πρέπει να κάνεις κράτηση μήνες πριν! Όμως τα δυο φιλικά ζευγάρια που έδωσαν ραντεβού εκεί για ένα δείπνο έχουν τη δυνατότητα να βρουν αμέσως τραπέζι. Σύντομα μαθαίνουμε ότι πρόκειται για δυο αδέλφια με τις γυναίκες τους, τον Πάουλ και την Κλερ, τον Σερζ και τη Μπαμπέτ. Ο Πάουλ, που είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είναι καθηγητής της Ιστορίας, τώρα όμως σε διαθεσιμότητα. Ο Σερζ είναι εξέχων πολιτικός που στις προσεχείς εκλογές μπορεί να αναδειχτεί και σε πρωθυπουργό της χώρας.
Παρ' όλες τις ήδη διαφαινόμενες διαφορές μεταξύ τους, το δείπνο αρχίζει ήρεμα για τα δυο ζευγάρια. Οι κουβέντες τους έχουν ένα ανάλαφρο τόνο, είναι οι διακοπές, ο σχολιασμός ενός κινηματογραφικού έργου, η επιλογή του μενού κ.λπ. Όμως ο αναγνώστης το αισθάνεται ή καλύτερα το διαισθάνεται. Κάτω από την ανάλαφρη κουβέντα κάτι ανησυχητικό, κάτι σκοτεινό υποβόσκει, που δεν θ' αργήσει να βγει στην επιφάνεια. Τα δυο ζευγάρια έχουν από ένα γιο, ενώ ο Σερζ έχει ακόμα ένα υιοθετημένο παιδί από μια Αφρικανική χώρα. Σιγά-σιγά θα φανεί ότι γι' αυτά τα παιδιά γίνεται το δείπνο, τα δυο ζευγάρια θέλουν να συζητήσουν για κάτι εγκληματικό που έχουν διαπράξει τα παιδιά τους.
Τα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι πάρα πολλά και μπορούν να δώσουν αφορμή για πολλές συζητήσεις. Είναι η καυστική ειρωνεία γι' αυτού του είδους τα εστιατόρια, εκεί όπου ένα δείπνο για τέσσερα άτομα μπορεί να στοιχίσει και 400 ευρώ, εκεί όπου η δουλοπρέπεια του ιδιοκτήτη ή του σεφ βασιλεύουν για τους ξεχωριστούς πελάτες, εκεί όπου ένα καθώς πρέπει δείπνο περνάει από...έξι στάδια: απεριτίφ, ορεκτικό, κυρίως πιάτο, επιδόρπιο, ντιζεστίφ και βεβαίως το ανάλογο με το λογαριασμό πουρμπουάρ. Με τους τίτλους αυτούς, που καθορίζουν και την πορεία του δείπνου, τιτλοφορούνται τα κεφάλαια του βιβλίου.
Θέματα πολιτικής, μετανάστευσης, των αστέγων και πολλά άλλα διατρέχουν το μυθιστόρημα. Και στο επίκεντρο η αγάπη που καθένας αισθάνεται για τα παιδιά του, με  πόση επιείκεια ή αυστηρότητα τα σντιμετωπίζει, ως πού μπορεί να φτάσει από την αγάπη του γι' αυτά.
Παρ' όλο ότι είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, έχει τις αδυναμίες του. Για παράδειγμα, βρήκα σημεία των οποίων η σύνδεση με το κυρίως θέμα είναι από πολύ χαλαρή έως ακατανόητη. Επίσης με προβλημάτισε το τέλος του μυθιστορήματος. Δεν ξέρω αν είναι αυτό που κατάλαβα, ο συγγραφέας υπονοεί μάλλον παρά δηλώνει. Γενικά, είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που αναδεικνύει προβλήματα μιας κοινωνίας που δεν διαφέρει πολύ από τη δική μας, ίσως και από καμιά σήμερα δυτικοευρωπαϊκή χώρα.
(ebook)