Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021

Η εμμονή της μνήμης


 Ελένη Κ. Τσαμαδού
Η εμμονή της μνήμης
Ψυχογιός, 2021
γαπητή Αναγνώστρια, καλό απόγευμα. Έπεσα τυχαία στο blog σου και μου άρεσε. Είναι προφανές πως έχεις διαβάσει πολύ και πολλά. Σε ορισμένα σημεία οι απόψεις σου συμπίπτουν με τις δικές μου, σε άλλα όχι. Μου αρέσει όμως ο τρόπος γραφής σου και πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι μου άνοιξες την όρεξη να διαβάσω το βιβλίο της παλιάς σου φίλης".
Ήταν  Τρίτη, 29 Μαΐου 2007, όταν βρήκα αυτό το σχόλιο στο blog μου. Έτσι άρχισε η γνωριμία μου με την Ελένη Τσαμαδού, μέσα από τον άυλο και αόρατο κόσμο του διαδικτύου, κι ας λένε ότι η σύγχρονη τεχνολογία απομονώνει και αποξενώνει. Μια γνωριμία που εξελίχθηκε σε φιλία. Συναντηθήκαμε στην Κύπρο τo 2008. Συναντηθήκαμε πολύ περισσότερρες φορές στην Αθήνα. Ποτέ δεν μας έφτανε ο χρόνος να μιλάμε για βιβλία, για εμπειρίες, για απόψεις  ζωής. Έχω διαβάσει όλα της τα βιβλία, έχω γράψει γι' αυτά και τώρα έχω την ιδιαίτερη χαρά να κρατάω στα χέρια μου το πιο πρόσφατο βιβλίο της, την "Εμμονή της μνήμης". Όχι μόνο χαρά αλλά και συγκίνηση, αφού με τη μυθοπλασία συνδυάζονται ιστορικές στιγμές από το παρελθόν και το παρόν της ιδιαίτερής μου πατρίδας. Η ιστορία μας, εξαρτημένη από τη γεωγραφία μας, βρίθει κατακτήσεων, βασάνων, δυστυχιών.
Στο πολυσέλιδο μυθιστόρημα παρόν και παρελθόν συνείρονται. Άλλωστε το παρόν ποτέ δεν είναι άσχετο με το παρελθόν. Τόσο το συλλογικό όσο και το ατομικό. Το παρόν της κάθε χώρας, του κάθε λαού, άμεσα σχετίζεται με το παρελθόν του. Αλλά και ο καθένας μας, πέρα από τη συλλογική εθνική μνήμη και συνείδηση, κουβαλάει και όσα του κληροδότησαν γενιές προγόνων του. Τη συλλογική ιστορία του τόπου κατορθώνει η Ελένη Τσαμαδού να συνδυάσει με άκρα επιτυχία με τις ατομικές ιστορίες των ηρώων της. Μπορεί κάποια γεγονότα να φαίνονται σαν απίθανες συμπτώσεις. Άπειρες όμως τέτοιες συμπτώσεις συναντάμε συχνά στην καθημερινότητά μας.
Η ιστορία αρχίζει τον Απρίλιο του 2010 κατά τη διάρκεια μιας υπερατλαντικής πτήσης, από την Αμερική προς το Λονδίνο. Το αεροπλάνο θ' αναγκαστεί να σταματήσει στο Δουβλίνο, γιατί μια έκρηξη ηφαιστείου στην Ισλανδία εκτόξευσε τέφρα που εμπόδιζε τις πτήσεις της βόρειας Ευρώπης. Στην τριήμερη στάση  μια νέα επιβάτις, η Ντέφνι Χάρρις και ένας νέος δικηγόρος, ο Φοίβος Δημητρίου, γνωρίζονται και λόγω των συνθηκών έχουν μια σύντομη, πρόσκαιρη σχέση. Εκείνη οδεύει προς την Άγκυρα να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα της, εκείνος στην πατρίδα του την Κύπρο. Οι δρόμοι τους χωρίζουν.
Η Ντέφνι ή Ντεφνέ στα τούρκια ή Δάφνη στα ελληνικά, μόλις προλαβαίνει τον πατέρα της. Υπήρξε ανώτερος στρατιωτικός, είχε υπηρετήσει σε διάφορες πρεσβείες, γι' αυτό και η Ντέφνι είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια στο εξωτερικό κι είχε φοιτήσει σε ξένα σχολεία. Στα κατάλοιπα του Τούρκου πατέρα της με έκπληξη βρίσκει ένα χρυσό σταυρό κι ένα αρχαίο ελληνικό νόμισμα, που της δημιουργούν πολλές απορίες. Ήξερε πως ο πατέρας της είχε πολεμήσει το 1974 στην Κύπρο. Να ήταν άραγε λάφυρα του πολέμου εκείνου; Η πρόσκληση της Αϊρίν, μιας Αγγλίδας φίλης της από τα μαθητικά χρόνια στην Αγγλία που τώρα ζει στην Κύπρο, τη φέρνουν στο νησί. Ευκαρία να ερευνήσει  την προέλευση των περίεργων ευρημάτων. Όχι όμως μόνο γι' αυτά. Τη βασανίζουν και κάποιες άλλες απορίες που αφορούν την παιδική της ηλικία, τη μητέρα της που είχε αυτοκτονήσει, κάποιες ανεξήγητες αναλαμπές της μνήμης.
Η Ελένη Τσαμαδού την ξέρει την Κύπρο. Την ξέρει και την αγαπά. Είχε ζήσει για δυο χρόνια εδώ (1978-1980) με τον αείμνηστο σύζυγό της, τον Κίμωνα, που υπηρετούσε ως διοικητής του Ναυτικού. Χρόνια δύσκολα, με νωπή ακόμα την καταστροφή, τους πρόσφυγες, τους αγνοούμενους, τα κατεστραμμένα χωριά και πόλεις. Αυτή η αγάπη  και η νοσταλγία την κάνει να μας δώσει ωραίες εικόνες της Λευκωσίας, της Κερύνειας, του Πέλλαπαϊς με την καταπληκτική ομορφιά και τη μυρωδιά των λεμονανθών.
Με τη μεσολάβηση της φίλης της η Δάφνη προσλαμβάνεται ως γραμματέας ενός Άγγλου ιστορικού, ερευνητή κλασικών και μεταβυζαντινών σπουδών. Η εργασία κοντά του γίνεται αφορμή να ανατρέξει στον Λεόντιο Μαχαιρά, στις τελευταίες βασίλισσες της Κύπρου, την Ελένη Παλαιολογίνα, την Κατερίνα Κορνάρο και στη δραματικότατη αφήγηση του Άγγελου Γάττου για την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Τούρκους το 1571. Οι τραγικές στιγμές και το μαρτυρικό τέλος του υπερασπιστή της πόλης, Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου δεν μπορούν να αφήσουν κανένα ασυγκίνητο. 
Μα η Δάφνη δεν ζει μόνο το παρελθόν. Ζει και το παρόν, τη δική της προσωπική ιστορία, γεμάτη απρόοπτα και ανατροπές. Η μνήμη δεν χάνεται, η μνήμη εμμένει. Η ιστορική μνήμη, αλλά και η ατομική μνήμη της Δάφνης θα βγει κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Πόσο δύσκολο είναι αφενός να θέλω να μιλήσω για όλα όσα ο συνδυασμός ιστορικής έρευνας  με τις τύχες των μυθιστορηματικών προσώπων δημιουργεί  στο εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα κι αφετέρου να μην πρέπει να αποκαλύψω στοιχεία από τη συνέχεια!
Νομίζω πως ο γνωστός πίνακας του Σαλβατόρ Νταλί "Η εμμονή της μνήμης" βρίσκει τη λογοτεχνική του έκφραση στο μυθιστόρημα της Έλλεν: 
 "Τα ρολόγια που λιώνουν αντιπροσωπεύουν το χάσιμο της σημασίας του χρόνου που θέλει να δείξει ο Νταλί. Τα μυρμήγια που περπατούν πάνω στο ρολόι αντιπροσωπεύουν τη φθορά του χρόνου. Ο τίτλος του έργου αφορά την ικανότητα της μνήμης να συγκρατείται στον χρόνο, καθώς αυτός φθείρεται γύρω της".
Άκρως συγκινητική η αφιέρωση της συγγραφέως: 
"Για εκείνους που δεν γύρισαν
 και εκείνους που περίμεναν και περιμένουν".
 Αγαπητή Έλλεν,
ευχαριστούμε





Κυριακή, Απριλίου 11, 2021

Το πικρό ποτήρι


 Λένα Διβάνη

Το πικρό ποτήρι

[Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα]

Πατάκης, 2020

"Μεγάλα μνημεία, αγάλματα και στολίδια περιττά δεν ορθώθηκαν στην τελευταία του κατοικία. Το μνήμα του είναι διακριτικό, λιτό, όπως  εκείνος. Ακόμα και σήμερα, αν θέλεις να το βρεις, δε θα 'ναι εύκολο, αφού δεν είναι σε δημόσια θέα, πρέπει να το αναζητήσεις. Στο μάρμαρο που τον σκεπάζει είναι χαραγμένο μόνο το όνομά του και από κάτω: "Κυβερνήτης της Ελλάδος". Κρίμα που δε χάραξαν μια φράση που είπε κάποτε και ήταν οδηγός για τη ζωή του: "Ας λέγουν και γράφουν ό,τι θέλουν. Θα έλθει όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ' αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των".
Διερωτώμαι αν υπάρχει πια κάτι άγνωστο, κάποια πτυχή της ζωής του που δεν γνωρίζουμε. Βιογραφίες, κείμενα, άρθρα, μελέτες, δημοσιεύματα έχουν αποκαλύψει τα πάντα για τη ζωή, τη δράση και το άδικο τέλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια. Κι όμως με αδιάπτωτο ενδιαφέρον αναζητώ και διαβάζω κάθε καινούριο δημοσίευμα. Όχι μόνο γιατί θαυμάζω απεριόριστα τον πολιτικό και τον άνθρωπο, αλλά υποσυνείδητα ίσως γιατί θέλω να ξεχνώ τους σύγχρονους πολιτικούς. 
Δυο χρόνια πριν, το 2019, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα "Κάτι κρυφό μυστήριο" που αναφερόταν κι αυτό στον Καποδίστρια. Πιο πρόσφαταα το βιβλίο της Λένας Διβάνη, "Το πικρό
 ποτήρι". Πιο μυθιστορηματικό το πρώτο βιβλίο, πιο ιστορικό το δεύτερο. Για άλλη μια φορά βυθιζόμαστε στον 19ο αι., στους Ναπολεόντειους πολέμους, στον αγώνα της Ελλάδας όχι απλώς να ελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό, αλλά να υπάρξει ως κράτος. Είναι η εποχή της Ιεράς Συμμαχίας, των ισχυρών που προσπαθούν να καταπνίξουν κάθε προσπάθεια των υπόδουλων λαών για ελευθερία. Μέσα σ' αυτό το κλίμα αναταράξεων και αναταραχών μεγαλώνει ο Καποδίστριας. Γεννημένος το 1776 στην Κέρκυρα, από οικογένεια ευγενών (ο πατέρας του δικηγόρος, η μητέρα του, Διαμαντίνα Γονέμη με καταγωγή από παλιά, αριστοκρατική οικογένεια της Κύπρου) σπουδάζει γιατρός στην Ιταλία. Η ανάμιξή του στην πολιτική και ποικίλες συγκυρίες τον φέρνουν στη Ρωσία, στη θέση του Υπουργού εξωτερικών του Τσάρου. Εκεί θα γνωρίσει και τον μοναδικό έρωτα της ζωής του, τη Ρωξάνα Στούρτζα, την οποία όμως δεν παντρεύτηκε ποτέ, σχέση μαρτυρημένη από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία τους.
Ενώ βρίσκεται στην υπηρεσία του Τσάρου και αναλαμβάνει διάφορες διπλωματικές αποστολές, μεταξύ των οποίων σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή του στη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους και του συντάγματος της Ελβετίας, του προτείνουν να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας που είχε ήδη συσταθεί, προετοιμάζοντας την Επανάσταση. Ο Καποδίστριας αρνείται. Αφενός γιατί πίστευε ότι ως υπουργός του Τσάρου θα μπορούσε να βοηθήσει καλύτερα την Επανάσταση και αφετέρου γιατί είχε την άποψη πως δεν ήταν ακόμα καιρός για την εξέγερση.
Θα αναλάβει όμως ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, όταν τον καλεί η Τρίτη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, το 1827. Ποιας Ελλάδας όμως; Η επανάσταση δεν είχε τελειώσει, κράτος δεν υπήρχε ακόμη, η Τουρκία αντιδρά, δέχεται να ελευθερωθεί μόνο η Πελοπόννησος, συνέδρια, πρωτόκολλα, ανταγωνισμός Ρώσων-Άγγλων-Γάλλων, στα οποία ο Καποδίστριας αγωνίστηκε για να επιτύχει τελικά ένα κράτος που περιλαμβανόταν μόνο κάτω από τη νοητή γραμμή μεταξύ του κόλπου του Βόλου και του κόλπου της Άρτας. Κράτος; Ποιο κράτος; Χωρίς δομές, με ερειπωμένη ύπαιθρο, με προκρίτους και κοτζαμπάσηδες να διαμαρτύρονται γιατί έχαναν τα προνόμιά τους, με χρέη για δάνεια που  σπαταλήθηκαν στους εμφύλιους...
Σ' αυτό το χάος αγωνίστηκε να βάλει τάξη ο αγνός πατριώτης που εγκατέλειψε όχι μόνο πολιτική θέση και αξιώματα, αλλά θυσίασε και την προσωπική του ευτυχία για χάρη της πατρίδας του. Τρία χρόνια τον άφησαν να κυβερνήσει. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 οι σφαίρες των δολοφόνων τον βρίσκουν έξω από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.
"Οι πολιτικοί να γίνονται υποδείγματα να εμπνέουν και να παραδειγματίζουν για την προσωπική και τη δημόσια ζωή και να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν".
Κάποια από τις υποθήκες του. Ακούει άραγε σήμερα κανείς;


Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021

Για την αγάπη της Ινδίας

 


Κατρίν Κλεμάν

Για την αγάπη της Ινδίας

Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1994

Μετ. Μίρκα Σκάρα

Πώς να παρουσιάσεις ένα βιβλίο 514 σελίδων, με δεκάδες πρόσωπα να διαδραματίζουν τον μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο τους στην Ιστορία, με παράξενα ονόματα πόλεων και χωριών που είναι αδύνατο να συγκρατήσεις, με ρόλους και γεγονότα τόσο μακριά από μας σε χρόνο και τόπο; Όμως πέρα απ’ αυτά τα αναγνωστικά εμπόδια, η δυσκολία επιτείνεται και από το ότι τα γεγονότα δεν ακολουθούν μια αυστηρή, χρονολογική σειρά. Πιο πολύ, πιστεύω, η συγγραφέας ακολουθεί τα πρόσωπα και τον ρόλο τους στα γεγονότα.

Το πρώτο κεφάλαιο τοποθετείται στον Φεβρουάριο του 1922. Μας παρουσιάζεται ο Γκάντι με το γνωστό κήρυγμά του για μη βία, με τη νηστεία του που ουσιαστικά ήταν απεργία πείνας, τη σύλληψη και φυλάκισή του. Από εκεί μεταφερόμαστε στο 1944, σε άλλες στιγμές της ζωής του Γκάντι, στον θάνατο της γυναίκας του και στην εμφάνιση άλλων προσώπων που θα διαδραματίσουν ρόλο στην ιστορική αυτή περίοδο της Ινδίας. Εμφανίζεται ο Νεχρού, επικεφαλής των ινδουιστών, που θα γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της Ινδίας και ο Τζινά, ο μουσουλμάνος που φανατικά και πεισματικά αγωνίστηκε για τη  δημιουργία του Πακιστάν. Το κήρυγμα του Γκάντι δεν βρήκε, δυστυχώς, απήχηση: «Δεν αισθάνομαι μόνο ινδουιστής. Όλοι οι Ινδοί, μουσουλμάνοι, ζωροαστρικοί, σιχ, γιαϊνιστές, χριστιανοί, εβραίοι, όλοι τους είναι παιδιά μου». Και εντέλει θα βρει τον θάνατο, στις 30 Ιανουαρίου 1948, από χέρι φανατικού ινδουιστή. Η περιγραφή του τρόπου ταφής (κάψιμο στην πυρά και διασκορπισμός της τέφρας του στον Γάγγη) είναι από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει το έτος 1947, το έτος ανακήρυξης της ανεξαρτησίας τόσο της Ινδίας όσο και του Πακιστάν. Πρωταγωνιστές εδώ είναι το ζεύγος Μαουμπάντεν, του τελευταίου αντιβασιλιά της Μ. Βρετανίας. Προπάντων η λαίδη Εντουίνα στην οποία, νομίζω, αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου «Για την αγάπη της Ινδίας». Την αγάπησε την Ινδία, ερωτεύτηκε τον Νεχρού, βοήθησε αρρώστους και πρόσφυγες που γέμιζαν τους καταυλισμούς, όταν αποφασίστηκε ο διαχωρισμός, αλλά και μετά τον διαχωρισμό.

 Όταν κλείνεις το βιβλίο, δεν θυμάσαι ασφαλώς όλες τις λεπτομέρειες. Σου μένουν όμως ανεξίτηλες πλήθος στιγμές και εικόνες. Τοπία της Ινδίας, χωριά και συνήθειες, φανατισμοί και διενέξεις, σφαγές και αγριότητες, πρόσωπα και ιδέες και αναλογίζεσαι τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν τα πρόσωπα στην Ιστορία. Τα πρόσωπα, αλλά και οι φανατισμοί, προπάντων οι θρησκευτικοί φανατισμοί που ακόμα διχάζουν και προκαλούν χιλιάδες θύματα και αφάνταστη δυστυχία σ’ όλο τον κόσμο. Σκέφτομαι τους στίχους του δολοφονημένου Τζον Λένον στο καταπληκτικό «Imagine» και πόσο απέχουμε ακόμα απ’ αυτόν τον φανταστικό, ειρηνικό κόσμο.

Δύσκολο βιβλίο ως προς τη δομή, αλλά γοητευτικό. Τελειώνοντάς το, με πληροφορίες για το τέλος όλων των πρωταγωνιστών, για άλλη μια φορά σκέφτομαι αν θα αλλάξει κάποτε ο κόσμος, αν θα αλλάξει ο άνθρωπος, αν θα μπορέσει κάποτε να ζήσει ειρηνικά σ’ αυτόν τον μικρό πλανήτη…

 

 

Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2021

Για το καλό του τόπου


Αντώνης Κωνσταντίνου
Για το καλό του τόπου
Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, 2021
 Με τίτλο "Για το καλό του τόπου" και υπότιτλο "Ύμνοι και παρατράγουδα 40 χρόνων στην υπηρεσία της Γλυκείας Χώρας", ο Αντώνης Κωνσταντίνου εξέδωσε πρόσφατα ένα βιβλίο μοναδικό ως προς την πρωτοτυπία του. Συνδυάζοντας την αντικειμενική καταγραφή γεγονότων με προσωπικές κρίσεις και ενίοτε συναισθήματα, χωρίς να αναφέρεται σε πρόσωπα με το πραγματικό τους όνομα, τα οποία όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμα (τουλάχιστον τα πλείστα από αυτά), χωρίς ούτε μια φορά να ακούγεται η λέξη "Κύπρος", κατορθώνει να δημιουργήσει ένα συγγραφικό "υβρίδιο", ιδιαίτερα ενδιαφέρον, προπάντων για όσους είχαν σχέση με τον κλάδο της γεωργίας στα χρόνια 1974-2005, αλλά εξίσου και για τον μη ειδικό αναγνώστη.
Ο Αντώνης Κωνσταντίνου γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Συλίκου της επαρχίας Λεμεσού. Σπούδασε γενική γεωπονία, ζωοτεχνία, γενετική και δημόσια διοίκηση στη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κύπρο και είναι διδάκτορας των γεωπονικών επιστημών. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Γεωργίας της Κύπρου ως επιτελικό στέλεχος και ως διευθυντής του τμήματος Γεωργίας. Τελείωσε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως Διευθυντής Αγροτικής Ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2005-2012).
Γράφοντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο, με κεντρικό αφηγητή τον (εύκολα αναγνωρίσιμο) Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο, καταγράφει όλη την προσωπική του επαγγελματική πορεία, που άμεσα συνδέεται με την πορεία του κλάδου της γεωργίας, τόσο της Κύπρου όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζοντας από το 1974 και όσα τραγικά συνέβησαν τότε στη Γλυκεία Χώρα και προχωρώντας κατά δεκαετίες, μετά από μια μακρά πορεία γεγονότων, τελειώνει στην 24η Ιανουαρίου 2013 με την επιτυχή κατάληξη της ανάληψης της προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Γλυκεία Χώρα το δεύτερο εξάμηνο του 2012.
Ήταν μια πορεία δύσκολη, γεμάτη σκοπέλους και υπεράνθρωπες προσπάθειες, στις οποίες πολύ σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Αντωνόπουλου. Αντιπαλότητες και αντιπαραθέσεις, πολιτικά και κομματικά κίνητρα αλλά και ειλικρινείς προσπάθειες "για το καλό του τόπου" πλημμυρίζουν το βιβλίο. Όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προσπάθειες για την Τελωνειακή Ένωση της Γλυκείας Χώρας και εν τέλει για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αμέτρητες συναντήσεις, συζητήσεις, αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, η σημασία των προσωπικών σχέσεων και πλήθος άλλα θέματα διαπερνούν την αφήγηση. Ακόμα και ένας μη ειδικός, όπως εγώ, δεν μπορεί παρά να συγκινηθεί παρακολουθώντας την τελευταία, κρίσιμη συνεδρία, στην οποία μετά από σκληρή διαπραγμάτευση και αγωνία εγκρίθηκε η ένταξη της Γλυκείας 
Χώρας στην ΕΕ.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου που το καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρον και ελκυστικό, είναι η ανάμιξη με τα θέματα γεωργίας πολλών προσωπικών στιγμών του αφηγητή. Είτε αυτές αφορούν ατυχή συμβάντα σε καίριες στιγμές, όπως η καθυστέρηση της άφιξης των αποσκευών του, το σπάσιμο μιας γέφυρας δοντιών, το οδυνηρότατο τσίμπιμα από μια μέδουσα ή ευχάριστα γεγονότα, όπως ένα κολύμπι, απρόσμενες συναντήσεις κ.ά.
Ο συγγραφέας αποδεικνύεται ως ένας ικανότατος αφηγητής και, θα μπορούσα να πω, και ως  συγγραφέας ταξιδιωτικών κειμένων. Στα πλείστα επαγγελματικά του ταξίδια δεν παραλείπει να εντάξει σύντομες μεν, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες περιγραφές και εντυπώσεις του τόπου. Στο Μαρόκο μας μεταφέρει όλη την αραβική ατμόσφαιρα, στη χώρα του Μαχάτμα Γκάντι περιγράφει τη "λυτρωτική αναβάπτιση" που ένιωσε, παρασύροντάς μας μαζί του σ' ένα αρχαίο ινδουιστικό ιερό, τον ακολουθούμε στη Σμύρνη, στην Κωσταντινούπολη, στη Βραζιλία, στην Ταορμίνα, στη Ρόδο, στα Κανάρια νησιά...
Αν κάποιος μου ζητούσε να κατατάξω αυτό το βιβλίο σε κάποιο συγγραφικό είδος, θα δυσκολευόμουν πολύ.  Δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι χρονικό, δεν είναι ταξιδιωτικό, δεν είναι ιστορικό. Κι όμως είναι όλα αυτά μαζί και προπάντων είναι ένα αξιοδιάβαστο βιβλίο.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2021

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια


Στράτη Μυριβήλη
Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(τριακοστή πρώτη έκδοση)
 Είχα ξεχάσει την ομορφιά, τη λυρικότητα, την ιδιαίτερη έλξη του λόγου του Μυριβήλη. Είχα ξεχάσει τις λεπτομέρειες των περιγραφών, την ολοζώντανη απεικόνιση του γεμάτου φως καλοκαιριού σ' ένα ελληνικό νησί. Είχα ξεχάσει την καταπληκτική επικαιρότητα που μπορεί να έχει ένα έργο γραμμένο ενενήντα χρόνια πριν. Τα ανακάλυψα ξαναδιαβάζοντας τη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" και τα απόλαυσα και τα εκτίμησα πολύ περισσότερο από προηγούμενα διαβάσματα.
 Γνωστό το έργο, πολυδιαβασμένο, μεταφερμένο στην τηλεόραση (ΕΡΤ 1979), στο θέατρο πιο πρόσφατα. Ο Λεωνής Δρίβας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, γυρίζει στο νησί του, τη Λέσβο, μετά τη συμμετοχή του στη Μικρασιατική Εκστρατεία, τον ελαφρύ τραυματισμό του και τη νοσηλεία του σε νοσοκομείο στο Εσκί Σεχίρ. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν κι ένας συντοπίτης του, ο στρατής Βρανάς, πολύ πιο βαριά τραυματισμένος. Ο Λεωνής του συμπαραστέκεται. Οι σελίδες με τον ωμό ρεαλισμό της περιγραφής των  πολεμικών σκηνών, των πληγωμένων, των ακρωτηριασμών, λειτουργούν σαν αντίστιξη στην ομορφιά της φύσης και της ειρηνικής ζωής που ο Λεωνής θα συναντήσει, όταν επιτέλους αποστρατεύεται και γυρίζει στο νησί του. 
Είναι καλοκαίρι. Ο Λεωνής μαζί με την αδερφή του, την Αδριανή, πηγαίνουν στο Μεγαλοχώρι όπου έχουν πατρογονικά κτήματα και όπου πάντα συνήθιζαν να περνούν τα καλοκαίρια τους. Συναντάμε όλη την κοινωνία του χωριού, τον δήμαρχο, τον πλούσιο εργοστασιάρχη, τον αστυνόμο, τον γιατρό, τους δασκάλους, τους αγρότες, τους ψαράδες αλλά και τους πρόσφυγες που αναζητούν μια καινούρια πατρίδα. Στο χωριό κατοικεί και η ωραία Σαπφώ, δασκάλα, χήρα του Βρανά. Όλοι την ποθούν και όλοι είναι έτοιμοι να την σχολιάσουν. Ο Λεωνής έχει να της επιστρέψει κάποια θυμητάρια, όπως του είχε αφήσει παραγγελιά ο νεκρός πια Βρανάς. Την ερωτεύεται, Όμως η θύμηση του φίλου του στέκεται εμπόδιο. Μια συνεχής πάλη γίνεται μέσα του. Παρ' όλο ότι μαζί με την αδερφή του, έναν από τους πιο ωραίους χαρακτήρες του βιβλίου, που γίνεται φίλη με τη δασκάλα, απολαμβάνουν το καλοκαίρι, τη θάλασσα, τα ώριμα φρούτα, τις εκδρομές, ο Λεωνής διστάζει, αισθάνεται πως πάει να εκμεταλλευτεί τον νεκρό συμπολεμιστή, δεν τολμά να εκφράσει τον έρωτά του.
Μέσα από τη δράση, τις συζητήσεις, τους χαρακτήρες του έργου, ο συγγραφέας διοχετεύει τις ιδέες του. Ιδέες εναντίον του πολέμου, αν και ο ήρωας του έργου και πολλοί άλλοι πίστεψαν και πολέμησαν για τη Μεγάλη Ιδέα. Απόψεις ακόμα εναντίον του κομμουνισμού όπως τις εκφράζει μια παρέα νέων φοιτητών, γιατί κι ο κομμουνισμός μέσω του πολέμου ζητά να επικρατήσει (να μη ξεχνάμε ότι το έργο γράφεται αρχές της δεκαετίας του '30). Συναντάμε σκηνές που θα' λεγε κανείς πως περιγράφουν σύγχρονα γεγονότα. Η εκμετάλλευση περιουσιών που άφησαν οι Τούρκοι, η διεκδίκησή τους από τους Εφέδρους που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο, η αντίδραση των εκμεταλλευτών προσφυγοπατέρων, θυμίζουν σημερινές καταστάσεις.
Μα πάνω απ' όλα σ' αυτό το εκπληκτικό έργο του Μυριβήλη απολαμβάνουμε τη γλώσσα, την αθάνατη ελληνική φύση, το φως, τη θάλασσα. Λέξεις ηχοποιημένες που ανακαλούν εικόνες και ήχους: Το κυματάκι σουσούριζε, τα φύλλα φουρφούρισαν χαρωπά και πλήθος άλλες. Και η θάλασσα παντού. Τριγυρίζει σε κάθε σελίδα όπως τριγυρίζει το νησί.
ράβηξε προς την αμμουδιά, ανάσανε με μεγάλες αναπνοές τον καθαρόν αγέρα. Ο ήλιος άγγιζε τη θάλασσα σαν πελώρια ασπίδα, κοκκινισμένη στη φωτιά. έλεγες πως τώραδα θ' ακούσεις το νερό να τσιτσιρίζει, να χουχλακίζει γύρω στο φλογισμένο χάλκωμα. Πάνω στα νερά παίζανε χρυσαφιές και ζουμπουλιές ανταύγειες, και τα βουνά της Ανατολής είχαν ένα τρυφερό χρώμα φράουλας, απαλό σαν παιδιάτική σάρκα".
 Κάποια στιγμή η Σαπφώ βρίσκει τον Λωνή να διαβάζει. Τον ρωτά τι διαβάζει. "Παπαδιαμάντη, λέει, και ρίχνει μια ματιά πίσω του, στο ανοιχτό βιβλίο. είναι κάτι παλιά πράματα. Τα διάβασα τόσες φορές και κάθε τόσο αιστάνομαι την ανάγκη να ξαναγυρίσω σ' αυτά όπως σε μια καθαρή πηγή".
Έτσι ακριβώς ένιωσα κι εγώ ξαναδιαβάζοντας τη "Δασκάλα".