Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

Το όνομά μου είναι Νάνα


Το είχα κι άλλοτε δηλώσει πόσο με ενδιαφέρουν οι ζωές των ξεχωριστών προσωπικοτήτων, σε οποιοδήποτε τομέα κι αν έχουν διακριθεί, όχι ασφαλώς από κουτσομπολίστικη διάθεση, αλλά από μια βαθύτερη επιθυμία να δω πώς αυτοί οι άνθρωποι πέτυχαν ό,τι πέτυχαν, πώς σκέφτονταν, πώς αισθάνονταν, σε ποιο βαθμό συνήργησε στην επιτυχία τους η τύχη και τι μερίδιο είχε η δική τους προσπάθεια.

Έτσι, η ζωή της Νάνας Μούσχουρη, όπως την αφηγήθηκε στο δημοσιογράφο Φώτη Απέργη (Λιβάνης, 2007) υπήρξε η ευχάριστη αναγνωστική μου περιπλάνηση τούτη τη βδομάδα. Παρακολουθούμε πώς μια κοπέλα χοντρή, με γυαλιά, που δεν δίνει σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση, από μια φτωχή οικογένεια της Αθήνας, κατορθώνει να γίνει ένα παγκόσμιο, μουσικό αστέρι, κι όμως να παραμείνει το ίδιο απλή και ταπεινή, όπως όταν ξεκίνησε. Σίγουρα δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Τα εξωτερικά περιστατικά του βίου της είναι βέβαια πολύ γνωστά. Όμως εδώ, σ' αυτή την εκ βαθέων εξομολόγηση, βλέπουμε τη Νάνα Μούσχουρη "από μέσα", μας δίνεται μια άλλη εικόνα, που όμως δεν διαψεύδει την εικόνα που η παρουσία της για πάνω από μισό αιώνα στο μουσικό στερέωμα μας έχει δημιουργήσει. Η φτώχεια της παιδικής ηλικίας, το πάθος του χαρτοπαίκτη πατέρα που υπήρξε γι' αυτήν μια βαθιά πληγή, το πλημμυρισμένο ημιυπόγειο σπίτι τους που υπήρξε το απωθημένο που την ωθούσε αργότερα να αγοράζει σπίτια, τα πρώτα βήματα, η γνωριμία με τον Μάνο, η διακοπή των σχέσεών τους που κράτησε πάνω από 20 χρόνια, η στενή φιλία με τον Νίκο Γκάτσο που άντεξε μια ολόκληρη ζωή, η διεθνής καριέρα, ο γάμος, τα δυο παιδιά της, ο χωρισμός, ο 30χρονος δεσμός με τον Αντρέ, τον οποίο παντρεύτηκε μόλις το 2003 και προπάντων η μουσική της πορεία, συνθέτουν μια μαγική εικόνα του πιο ενδιαφέροντος μυθιστορήματος. Δεκάδες μυθικά ονόματα, όπως του Μποπ Ντίλαν, του Φρανκ Σινάτρα ή του Αλαίν Ντελόν περνούν απ' τη ζωή της κι απ' τις σελίδες του βιβλίου. Και πάνω απ' όλα η αγάπη και η αφοσίωση στο τραγούδι, η σκληρή δουλειά κι ένας χαρακτήρας απλός κι ανθρώπινος, που δεν άλλαξε με την παγκόσμια επιτυχία και προβολή. Ταξίδεψε το ελληνικό τραγούδι στα πέρατα του κόσμου κι ένα κρυφό παράπονο εκφράζεται γιατί η πατρίδα της της αρνήθηκε τη μόνη χάρη που ζήτησε, να τραγουδήσει στους Ολυμπιακούς της Αθήνας το 2004.

Το βιβλίο είναι γραμμένο χωρίς ωραιοποιήσεις, με απλότητα και ειλικρίνεια. Συστήνεται σε όσους αγαπούν το βιογραφικό είδος και προπάντων το τραγούδι της Νάνας.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 29, 2007

Ο δάσκαλος


Φαίνεται ότι οι μυθιστορηματικές αυτοβιογραφίες είναι του συρμού όχι μόνο εν Ελλάδι αλλά και εις την αλλοδαπήν! Έτσι, μετά από τρία αυτοβιογραφικά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, να που πέφτω και σ' ένα ανάλογο του Αμερικανο-Ιρλανδού Φρανκ ΜακΚόρτ. Τίτλος: Ο δάσκαλος (εκδ. Scripta, 2006). Τίτλος πρωτοτύπου:Teacher Man:A Memoir. Το χάρηκα, το απόλαυσα, το διασκέδασα. Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αμερική το 1930 από Ιρλανδούς γονείς, οι οποίοι ξαναγυρίζουν στην Ιρλανδία, και εκεί περνά την παιδική και νεανική του ηλικία με φτώχεια και στερήσεις. Έρχεται πάλι στη Νέα Υόρκη, αποκτά τα προσόντα δασκάλου και περνά πάνω από τριάντα χρόνια διδάσκοντας σε δημόσια σχολεία της Νέας Υόρκης, κυρίως επαγγελματικά και τεχνικά λύκεια. Τις εμπειρίες του από αυτά τα τριάντα χρόνια περιγράφει στον "Δάσκαλο", με χιούμορ, με ειλικρίνεια, μ' ένα ολοζώντανο ύφος που σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι μαζί του στην τάξη, ιδίως αν έχεις παρόμοια βιώματα. Από την πρώτη του μέρα στο επάγγελμα, όταν αδαής και φοβισμένος αντικρίζει την τάξη των τριάντα ζωηρών εφήβων ως την ημέρα που αποφασίζει να ζήσει με την "πενιχρή σύνταξη" του δασκάλου και να γράψει, παρακολουθούμε όλη την πορεία σ' ένα επάγγελμα δύσκολο αλλά και γοητευτικό για όσους το επέλεξαν από αγάπη και μόνο. Ο ΜακΚόρτ υπήρξε ένας τελείως αντισυμβατικός δάσκαλος. Πολύ συχνά ξεστρατίζει από το μάθημα διηγούμενος ιστορίες για την Ιρλανδία και την παιδική του ηλικία (σ' αυτό βέβαια είναι τεχνίτες στο να σε παρασύρουν οι μαθητές σου, κάτι που γνωρίζει και ο ίδιος), άλλες φορές επινοεί πρωτότυπους τρόπους διδασκαλίας, όπως για παράδειγμα να διδάξει τη δομή της πρότασης αποσυναρμολογώντας ένα στιλό. Μια μέρα, διαβάζοντας τα δικαιολογητικά των απουσιών και ξέροντας ότι πολλά απ' αυτά είναι πλαστογραφημένα αλλά διακρίνονται από μεγάλη ευρηματικότητα, εμπνέεται να αναθέσει ως εργασία στους μαθητές να γράψουν δικαιολογητικά για ιστορικά ή άλλα πρόσωπα, π.χ. τι δικαιολογία θα έγραφε η Εύα στον Θεό, ή ο Ιούδας, ή ο Αλ Καπόνε κλπ. Άλλοτε παίρνει τους μαθητές του για πικ-νικ στο κοντινό πάρκο κι άλλοτε τους οδηγεί να παρακολουθήσουν μια παράσταση του Άμλετ, η να...βάλουν μουσική σε συνταγές μαγειρικής. Πολύ επιεικής στις βαθμολογίες του, πάντα με καλά σχόλια στους γονείς για τα παιδιά τους, κάποτε απολύεται από ένα σχολείο για να αναζητήσει δουλειά σε άλλο. Με ειρωνικά σχόλια για τους επιθεωρητές και τους εκπαιδευτικούς των γραφείων, διαλύει κάποιες από τις ψευδαισθήσεις των δικών μας εκπαιδευτικών σχετικά με τις συνθήκες εργασίας σε άλλες χώρες. Βέβαια, αναφέρεται σε συνθήκες των δεκαετιών '60 και '70, δεν ξέρω αν άλλαξαν σήμερα. Όμως δίδασκε 25 ώρες την εβδομάδα, σε τάξεις των 30-35 μαθητών, υφίστατο επιθεωρήσεις και δεν είχε βεβαίως τη σιγουριά της μονιμότητας. Αν ήθελε καλύτερους όρους εργασίας και καλύτερα σχολεία, θα 'πρεπε να αποκτήσει περισσότερα προσόντα. Πράγματι, παίρνει μάστερ, αποτυγχάνει όμως να πάρει Phd. Σίγουρα όμως δεν απέτυχε ούτε ως δάσκαλος ούτε ως συγγραφέας, αφού το προηγούμενό του βιβλίο (Οι στάχτες της Άντζελα) τιμήθηκε με Πούλιντζερ, και "Ο δάσκαλος" γνωρίζει κι αυτό μεγάλη επιτυχία. Είναι ένας φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου και είναι πολλά τα σημεία που μου θύμισαν τον εαυτό μου και δικές μου εμπειρίες. Αντιγράφω μερικά:"Όταν κάθεσαι στην έδρα σου σημαίνει ότι φοβάσαι ή ότι βαριέσαι που ζεις. Χρησιμοποιείς την έδρα σαν προστατευτικό ανάχωμα. Το καλύτερο είναι να βγεις και να σταθείς όρθιος μπροστά της. Ν' αντιμετωπίσεις με θάρρος την καταιγίδα."

"Μιλούν σε φίλους τους στην άλλη άκρη της αίθουσας, κάθονται αραχτοί σε θρανία πολύ μικρά για να χωρέσουν τις διατάσεις τους, απλώνουν τις αρίδες τους στο διάδρομο, γελούν αν τύχει κάποιος και σκοντάψει"

"Σε κάθε σχολική τάξη πάντα κάτι συμβαίνει. Σε κρατάνε σ' εγρήγορση. Σε διατηρούν φρέσκο. Δεν θα γεράσεις ποτέ, αλλά ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να έχεις για πάντα το μυαλό ενός εφήβου"

Και το καλύτερό μου για όσους νομίζουν εύκολο το επάγγελμα του δασκάλου: "Αν μπορείς να διδάξεις συντακτικό σ' ένα επαγγελματικό λύκειο, μπορείς να διδάξεις τα πάντα σ' οποιονδήποτε"

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

Η γυναίκα που πετάει

Δεν μπορώ να πω ότι είμαι fan του (σύγχρονου τουλάχιστον) διηγήματος, γι' αυτό και σε δυο-τρεις επισκέψεις στα βιβλιοπωλεία ξεφύλλιζα, αλλά προσπερνούσα το τελευταίο βιβλίο του Κουμανταρέα "Η γυναίκα που πετάει" (Κέδρος, 2006). Μου το έκανε δώρο μια φίλη μου (η οποία παρεμπιπτόντως με πληροφόρησε ότι είναι ξαδέλφη του συγγραφέα-πού να το ήξερα μια και τη γνώρισα με το συζυγικό της επώνυμο) και το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Όχι, δεν άλλαξε η γνώμη μου για το διήγημα, απλώς το βιβλίο του Κουμανταρέα δεν είναι καθαυτό διηγήματα. Είναι ανεξάρτητα κεφάλαια ενός βιβλίου που άνετα θα μπορούσε να γραφτεί και ως μυθιστόρημα. Είναι κεφάλαια ζωής, της ίδιας της ζωής του συγγραφέα, έκφραση, πιστεύω, της ίδιας αυτοβιογραφικής διάθεσης που υπήρξε το κίνητρο και για άλλα δυο σύγχρονα βιβλία, την "Καλοσύνη των ξένων" του Τατσόπουλου και το "Μονοπάτι της θάλασσας" του Σουρούνη. Η φαντασία ασφαλώς παίζει το ρόλο της, αλλιώς πώς θα ήταν τέχνη; Όμως στις έντεκα ιστορίες του Κουμανταρέα εύκολα αναγνωρίζεται ο αυτοβιογραφικός πυρήνας, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο εμφανής. Ο Μαρωνίτης σε δυο επιφυλλίδες του στο "Βήμα" της Κυριακής (14 και 21 Ιανουαρίου) αναφέρεται στο βιβλίο και κάνει μια ωραία ανάλυση του διηγήματος "Κουαρτέτο", το οποίο ξεχωρίζει από όλη τη συλλογή. Αλλού εστιάζεται η προσωπική μου προτίμηση (κι ας θεωρείται από πολλούς και από τον εαυτό του αυθεντία ο Μαρωνίτης!) Μου άρεσε πρωτίστως το "Θυμάμαι τη Μαρία". Το έξυπνο λογοτεχνικό τέχνασμα που επινόησε ο Κουμανταρέας για να μας περιγράψει την Κάλλας και την εμφάνισή της στο Ηρώδειο το 1957. Μπορεί να 'ναι και γιατί μ' αρέσει τόσο η Κάλλας και με συγκινεί η πρσωπική της ιστορία, αλλά την είδα μέσα από την ανάπλαση του συγγραφέα ολοζώντανη μπροστά μου, όπως μύθος και ιστορία μας την έχουν απεικονίσει, την άκουσα να τραγουδά, την χάρηκα σε ιδιωτικές στιγμές να γελά, την είδα με το φόρεμα που φορούσε σε κείνη την αλησμόνητη συναυλία. Χάρηκα μαζί και το κλείσιμο του ματιού του συγγραφέα (που συμβαίνει και σ' άλλες στιγμές του βιβλίου), όταν αφήνει τον υπαινιγμό πως "όλ' αυτά τα φαντάστηκε". Και το δεύτερο που μου άρεσε είναι "Ο Άρης". Αν και το πιο αυτοβιογραφικό, ανφερόμενο στην αρρώστια και το θάνατο του αδελφού του, εντούτοις είναι το μόνο στο οποίο εγκαταλείπεται η πρωτοπρόσωπη γραφή και καταφεύγει στον τριτοπρόσωπο αφηγητή, λες και η ιστορία τον πονάει τόσο που θέλει να αποστασιοποιηθεί από αυτήν. Και ο τίτλος της συλλογής; Στο ομότιτλο διήγημα αναφέρεται στην αυτοκτονία της γιαγιάς του, αλλά η γυναίκα έχει κυρίαρχη θέση, αν και όχι πάντα πολύ τιμητική γι' αυτήν, σε όλη τη συλλογή. Τα διηγήματα δεν βρίσκονται όλα στο ίδιο λογοτεχνικό ύψος. Υπάρχουν και οι αδύνατες στιγμές του συγγραφέα. Αλλά σε όσους τον ξέρουν από προηγούμενα βιβλία και σε όσους αρέσκονται στις αυτοβιογραφικές αναφορές, είναι σίγουρο πως το βιβλίο θα κρατήσει καλή συντροφιά.

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2007

Οι φύλακες της Ανατολίας

Ομολογώ ότι πιο πολύ έμαθα ιστορία διαβάζοντας λογοτεχνία, παρά καθαρά ιστορικά βιβλία, έστω κι αν δίδαξα και ιστορία. Νομίζω από το τελευταίο βιβλίο που διάβασα (Οι φύλακες της Ανατολίας, του Πασχάλη Λαμπαρδή, εκδ. Πατάκη), θα εύρισκα πολλά αποσπάσματα να διαβάσω στους μαθητές μου, αν ακόμα δίδασκα. Μύθος και ιστορία μαζί, ό,τι καλύτερο για να "μάθουμε", ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουμε. Μια κάπως άγνωστη πτυχή της ιστορίας του Ελληνισμού ξετυλίγεται στις 522 σελίδες του βιβλίου. Είναι η περίπτωση των κρυπτοχριστιανών, αυτών που στην κατακτημένη από τους Τούρκους και διαλυμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατήρησαν τη χριστιανική τους ταυτότητα (αξεδιάλυτα ταυτισμένη με την ελληνική εθνικότητα), κάτω από επιφανειακή μουσουλμανική προσωπικότητα. Πολυπρόσωπο έργο, παρακολουθώντας τρεις γενιές μιας οικογένειας, θα ήταν αδύνατο στον αναγνώστη να συγκρατήσει τόσα ονόματα, όταν μάλιστα εμφανίζονται πότε με το χριστιανικό και πότε με το μουσουλμανικό όνομα, αν δεν φρόντιζε ο συγγραφέας να προτάξει σε πίνακα το γενεαλογικό δέντρο, στο οποίο συχνά κατέφευγα. Χρήσιμος και ο χάρτης στο τέλος του βιβλίου, για να βλέπουμε τα μέρη στα οποία κινήθηκαν οι ήρωές του, μέρη γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα ή στα βάθη της Μικράς Ασίας. Μεγάλο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Κρώμνη, μια πόλη νότια της Τραπεζούντας, απ' όπου καταγόταν ο γενάρχης της οικογένειας, Σουλεϊμάν Αγάς, ή Γεώργιος Ερυθριάδης. Αλλά η δράση μετατοπίζεται σε πολλά άλλα μέρη. Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Νικόπολη, Βαν, Βατούμ, Σεβαστούπολη, Οδησσός αλλά και Βαγδάτη και Κωνσταντινούπολη είναι μερικά από τα μέρη στα οποία ταξιδεύουμε διασχίζοντας χρονικά ένα σχεδόν αιώνα ιστορίας, από το 1834 μέχρι περίπου το 1930. Ο τρόπος ζωής αυτών των κρυφοχριστιανών, οι σχέσεις με τους Τούρκους, η ζωή στο Σουλτανικό κράτος, οι μεγάλες ανατροπές της ιστορίας, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 (που έμμεσα μας επηρέασε κι εμάς εδώ στην Κύπρο, αν και αυτό δεν αναφέρεται στο βιβλίο), η επανάσταση των Νεοτούρκων, οι Βαλκανικοί, ο Α΄ Παγκόσμιος, οι διωγμοί, το ξερίζωμα του Ελληνισμού, η προσφυγιά, ξαναζωντανεμένα μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων του Λαμπαρδή μας γεμίζουν θλίψη και καημό, τον "καημό της Ρωμιοσύνης", που λέει και ο Σεφέρης. Δεν λείπουν βέβαια από το βιβλίο οι έρωτες, οι γάμοι, οι γεννήσεις, οι θάνατοι, όλες οι μικρές καθημερινές χαρές και λύπες των ανθρώπων κάθε εποχής, ούτε και οι σύντομες, αλλά τόσο χαρακτηριστικές περιγραφές της εποχής ή του χώρου. Προϊόν μακρόχρονης έρευνας τόσο επιτόπιας όσο και βιβλιογραφικής, "ΟΙ Φύλακες της Ανατολίας" είναι από τα βιβλία που χαρίζουν γνώση μαζί με τη λογοτεχνική απόλαυση.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2007

Αντώνη Σουρούνη, Το μονοπάτι στη θάλασσα

Μου πήρε σχεδόν μια βδομάδα να διαβάσω το "Μονοπάτι στη θάλασσα" (651 σελίδες-Καστανιώτης). Προσπαθώ να σκεφτώ γιατί το χαρακτηρίζει ως μυθιστόρημα, αφού είναι η ίδια η ζωή του, τουλάχιστον ένα μέρος της. Ο συγγραφέας, μεγάλος πια, γυρίζει με την ανάμνηση στα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Με την οδό Μουσών αρχίζει και με την οδό Μουσών τελειώνει το βιβλίο. Εκεί γεννήθηκε, το 1942, εκεί ξαναγυρίζει μετά από χρόνια για να τη δει πια με άλλα μάτια, να βρει το τέρμα της, που μικρός δεν το είχε εντοπίσει ποτέ. Ένας ολόκληρος κόσμος ζωντανεύει, η γειτονιά, παππούδες και γιαγιάδες, θείοι και θείες, φίλοι, αλάνες και παιγνίδια, φτώχια και αγώνας για την επιβίωση, η Θεσσαλονίκη εκεί γύρω στα 1950 παίρνει με τη λογοτεχνική της μετουσίωση τη μονιμότητα που δίνει στα πράγματα η απεικόνισή τους στην τέχνη. Από τις 651 σελίδες του βιβλίου οι 590 περιγράφουν τη ζωή του συγγραφέα στα χρόνια του δημοτικού και μόνο οι 60 τελευταίες μας δίνουν, με κάποια μελαγχολία, το τέλος όλων αυτών των προσώπων που μας είχαν συντροφέψει, το σκόρπισμα της οικογένειας, τους θανάτους, το ανέμελο παιδί που έχει γίνει πια ώριμος άντρας. Ο πατέρας του Μικρασιάτης, είχε έρθει μικρός από τη Σμύρνη. Τους γονείς του τους είχαν σφάξει οι Τούρκοι. Μας το επαναλαμβάνει αρκετές φορές ο Σουρούνης, χωρίς τραγικότητα, με την ανεμελιά του παιδιού που όσα έχουν γίνει πριν από τη γέννησή του φαντάζουν στα μάτια του πολύ μακρινά και χωρίς μεγάλη σημασία. Πιο πολύ απασχολεί και βασανίζει το μικρό Αντώνη η αδυναμία του να προφέρει το ρ, οι φίλοι, το πρωτοξύπνημα της σεξουαλικής επιθυμίας. Αδύνατο να μιλήσει κανείς για όλα τα πρόσωπα κι όλα τα γεγονότα του βιβλίου, που προχωρεί συνειρμικά, όχι με χρονολογική σειρά, με σκέψεις που η μια ανασύρει στην επιφάνεια σωρό άλλες. Κάποτε οι παρεκβάσεις γίνονται τόσο μακρές που ξεχνάς από πού ξεκίνησε, με πιο χαρακτηριστική την εξής: Στη σ. 43 ο μικρός Αντώνης, έχοντας πάει στο σχολείο για να πάρει το απολυτήριο του δημοτικού, γυρίζει στο σπίτι λυπημένος, λέγοντας στους δικούς του ότι ο διευθυντής του σχολείου για να του δώσει το χαρτί απαιτούσε την καταβολή εκατό δραχμών. Ο πατέρας ξεκινάει οργισμένος με τον μικρό. Ε, λοιπόν, στο σχολείο θα φτάσει στη σ. 559! Αυτές οι παρεκβάσεις, η μια κουβέντα που φέρνει την άλλη, η μια ανάμνηση που τραβάει τη γειτονική της, αποτελούν μεγάλο μέρος της γοητείας του βιβλίου. Πέρα από την οικογένεια, τον πατέρα, με τον οποίο ο συγγραφέας μικρός φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη σχέση, τη μητέρα, μια σεμνή, καλοσυνάτη παρουσία, τον παππού, τη δυναμική γιαγιά που μεταξύ άλλων έριχνε τα κότσια και προμάντευε το μέλλον, θείους και θείες, τη μικρή αδελφή που η επιβίωσή της αποδόθηκε σε θαύμα, κυρίαρχη θέση στο βιβλίο έχουν οι φίλοι, οι παιδικές συντροφιές, γνωστοί περισσότερο με τα παρατσούκλια τους: Ο Λεκές, ο Αλιάμπρας, το Χέλι, ο Σερπετός και άλλοι ακόμα, πρωταγωνιστούν μαζί με τον συγγραφέα στο βιβλίο και αρκετοί απ' αυτούς, με τα ίδια παρατσούκλια, τον συντροφεύουν και στη μελαγχολική έξοδο, αν και ακόμα κι εδώ δεν λείπει το χιούμορ. Τη Θεσσαλονίκη ελάχιστα την ξέρω. Αλλά όταν θα ξαναβρεθώ εκεί θα ψάξω να βρω την οδό Μουσών, το Γεντί Κουλέ, το Κουλέ Καφέ, τον Ταξιάρχη...Ή μήπως είναι καλύτερα να τα κρατήσω στη σκέψη μου με τη μυθιστορηματική χρυσόσκονη με την οποία τα πασπάλισε ο Σουρούνης;

Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2007

Τελευταία διαβάσματα του χρόνου

Αυτό το δεκαπενθήμερο των διακοπών θέλησα να...τιμωρήσω λίγο τον εαυτό μου, αναγκάζοντάς τον να ξεκαθαρίσει όλα τα αδιάβαστα ή μισοδιαβασμένα βιβλία που μαζεύτηκαν στο σπίτι. Βιβλία που αγόρασα γιατί με τράβηξε το όνομα του συγγραφέα, ή μια κριτική, ή το σχόλιο κάποιου φίλου, βιβλία που μου χάρισαν, βιβλία που τα άρχισα αλλά δεν με τράβηξαν να τα συνεχίσω, βιβλία που δεν τα άνοιξα καν. Είπα ότι θ' αντισταθώ στον πειρασμό να επισκεφθώ βιβλιοπωλείο, αν δεν ξεκαθαρίσω την πραμάτια που έχει μαζευτεί. Τέλειωσα μόνο τρία απ' αυτά:1)Το αηδόνι της Σμύρνης (εκδ. Διόπτρα), της Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου. Γραμμένο αρχικά ως σενάριο για τηλεοπτική σειρά, αναπτύχθηκε τώρα ως πολυσέλιδο μυθιστόρημα που εξιστορεί τη ζωή μιας νεαρής Σμυρνιάς με εξαιρετική φωνή που παντρεύεται ένα Κύπριο γύρω στα 1919, έρχεται στην Κύπρο και μαζί με τις περιπέτειες του βίου της που φτάνουν ως το 1974 παρακολουθούμε με σύντομες αναφορές όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Σμύρνη, Λάρνακα, Λευκωσία, Αμμόχωστος αλλά και Κάιρο, είναι ο χώρος όπου κινούνται τα πλήθος πρόσωπα του μυθιστορήματος. Πολλοί διάλογοι που δεν οφείλονται μόνο στη σεναριακή καταγωγή του βιβλίου, αλλά προπάντων στη θεατρική γραφή της Αδαμίδου, σύντομες περιγραφές, αλλά και μια ενδιαφέρουσα ιστορική εποχή καθιστούν το βιβλίο ευκολοδιάβαστο. 2) Δεν θα έλεγα το ίδιο για τα Καμένα λεφτά του Αργεντινού Ρικάρντο Πίλια (εκδ. Καστανιώτη). Απαιτεί συγκέντρωση στο διάβασμα, να μη συγχίζεις τα πρόσωπα που κάποτε αναφέρονται με ένα όνομα και κάποτε με άλλο, να θυμάσαι πράγματα και γεγονότα πολύ μακριά από μας, έστω κι αν οι υποσημειώσεις της μεταφράστριας βοηθούν. Ο αγαπητός Librofilo έχει μια θαυμάσια παρουσίαση του μυθιστορήματος στο μπλογκ της 6ης Νοεμβρίου, αλλά δεν θα συμφωνήσω μαζί του ότι ξεπερνά το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε. 3) Το τρίτο βιβλίο που "ξεκαθάρισα" ήταν το Ο παλιάτσος και η άνιμα (εκδ. Ψυχογιός) της Μάρως Βαμβουνάκη. Θυμάμαι ότι το αγόρασα γιατί θέλησα να ξαναγυρίσω στη δεκαετία του '80, να διαβάσω κάτι ανάλαφρο, όπως ήταν το Χρονικό μιας μοιχείας. Η Βαμβουνάκη όμως το έριξε στην ψυχολογία. Ομολογώ ότι έχω διαβάσει πολύ καλύτερα βιβλία ψυχανάλυσης! Και ξαφνικά, τελευταία μέρα του χρόνου, μια φίλη μου συστήνει το βιβλίο μιας άγνωστης συγγραφέως: Σαμίμ Σαρίφ, Ενώ έπεφτε το χιόνι (Ωκεανίδα). Το άρχισα.Το τηλέφωνο χτυπούσε και δεν το απαντούσα, η βασιλόπιτα δεν φτιάχτηκε (έχουν και τα ζαχαροπλαστεία), αλλά το βιβλίο ευτυχώς πρόλαβα και το τελείωσα πριν από τη βραδινή, οικογενειακή συγκέντρωση. Ένα βιβλίο απ' αυτά που δεν μπορείς να αφήσεις πριν το τελειώσεις, ένα βιβλίο για ένα μεγάλο έρωτα, τέτοιο που οι νέοι ονειρεύονται και οι πιο μεγάλοι εύχονται να είχαν ζήσει, δοσμένο μέσα στο περιβάλλον της χιονισμένης Μόσχας, μέσα στο φόβο, την καχυποψία, την καταπίεση, την ανελευθερία του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται σε χρόνο και τόπο. Από τη Βοστόνη του 2000 μεταφερόμαστε στη Μόσχα του 1956 και τανάπαλιν. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξάντερ Ιβανόφ, σαράντα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμερική, έχοντας γίνει ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, δεν μπορεί να ξεχάσει, δεν μπορεί να κλείσει την πληγή από το θάνατο της αγαπημένης του Κάτιας. Πώς γνωρίστηκαν, πώς έζησαν τα λίγα χρόνια της κοινής ζωής τους, γιατί και πώς εκείνη χάθηκε, θα μας αποκαλυφθούν σιγά-σιγά, καθώς το παρελθόν θα ζωντανεύει και για τον ίδιο, τον οποίο πέρα από την αγιάτρευτη πληγή που του άφησε ο θάνατος της αγαπημένης του, τον βασανίζουν και οι τύψεις, γιατί πιστεύει ότι ευθύνεται και ο ίδιος για το χαμό της. Απόηχοι της Άννας Καρένινα, του Δρα Ζιβάγκο και άλλων ανάλογων έργων φέρνουν το έργο κοντά στη ρωσική λογοτεχνία και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι η συγγραφέας είναι μια νεαρή Αγγλίδα (1969), με γονείς από την Ινδία και τη Νότιο Αφρική. Ήταν για μένα ένας ωραίος αναγνωστικός επίλογος του 2006.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

Έλλη Λαμπέτη-μια ζωή

Σπάνια βρίσκω βιβλίο που να με καθηλώσει, να με απορροφήσει πλήρως σε βαθμό που να εγκαταλείψω τα πάντα, να βυθιστώ με απόλαυση στο διάβασμά του και να μη σηκώσω κεφάλι μέχρι να το τελειώσω. Το παθαίνω (αραιά και πού) κυρίως με αληθινές ιστορίες, προπάντων όταν αφορούν γνωστά πρόσωπα. Ένα τέτοιο βιβλίο υπήρξε από την πρόσφατη εσοδεία η βιογραφία της Έλλης Λαμπέτη του Φρέντυ Γερμανού (Καστανιώτης, επανέκδοση, 2006). Δεν σχολιάζω τη λογοτεχνική γραφή του Φρέντυ, γνωστότατη και οικειότατη σε όλους όσοι διαβάζουν. Μιλάω για τη ζωή ενός ανθρώπου, μιας ηθοποιού που τη λατρέψαμε στις ταινίες της, που κάποιοι τυχεροί ανάμεσά μας πρόλαβαν να τη δουν στη σκηνή.
Ολόκληρη εποχή ζωντανεύει με το χαρακτηριστικό λόγο του Γερμανού, αλλά και με τις δεκάδες μονόχρωμες, καλλιτεχνικές φωτογραφίες και σκίτσα που συνοδεύουν σχεδόν κάθε σελίδα του βιβλίου. Απεικονίσεις όχι μόνο της ίδιας της μεγάλης ηθοποιού, αλλά και πολλών άλλων προσώπων που άγγιξαν τη ζωή της.
Η γέννησή της στο χωριό Βίλλια, η οικογένεια, η θεατρική και κινηματογραφική της πορεία, ο ερωτισμός, οι δεσμοί και οι γάμοι της, το πάθος για το θέατρο, οι θάνατοι στην οικογένεια, η πολύκροτη υπόθεση με τη μικρή Ελίζα και η δίκη, η ανάμιξη του ονόματός της με το "σκάνδαλο της βίλας", η δική της επώδυνη αρρώστια και η πορεία προς το τέλος στα 57 μόλις χρόνια της, και πάνω απ' όλα οι θεατρικοί ρόλοι τους οποίους ερμήνευσε, ζωντανεύουν με τρόπο μοναδικό. Δεν διαβάζουμε πια, συνεπαρμένοι θεατές παρακολουθούμε με κρατημένη την ανάσα την παράσταση μιας ζωής και μιας εποχής. Η "Πεγκ, καρδούλα μου", η "Αντιγόνη" του Ανούιγ, ο "Ματωμένος γάμος", ο "Γυάλινος κόσμος, το "Νυφικό κρεβάτι", η "Δεσποινίς Μαργαρίτα" και τέλος η κωφάλαλη Σάρα των "Παιδιών ενός κατώτερου Θεού", πόσοι και πόσοι ρόλοι, πόσες θεατρικές ηρωίδες! Τανίες αγαπημένες όσες φορές κι αν τις δούμε: Το κορίτσι με τα μαύρα, Το κυριακάτικο ξύπνημα, Η κάλπικη λίρα, το τελευταίο ψέμα...
Μια γλυκόπικρη γεύση μου έμεινε κλείνοντας το βιβλίο. Ξανάζησα ωραίες στιγμές του θεάτρου και του κινημτογράφου, αλλά και τις δραματικές στιγμές μιας πολύπλαγκτης ζωής κι ενός οδυνηρού θανάτου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

Ο Γαλάζιος Δράκοντας


Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, με αρκετά πλούσιο λογοτεχνικό έργο στο ενεργητικό της, μυθιστορήματα εκδομένα από την «ΑΓΚΥΡΑ» (Ο ψίθυρος του δάσους, Το ταξίδι της καρδιάς μας, Το πεπρωμένο μιας ζωής), τη συλλογή διηγημάτων Όλου του κόσμου τα παιδιά από τον Πατάκη και άλλα ακόμα έργα, μας έδωσε πρόσφατα το μυθιστόρημα νεανικής λογοτεχνίας Ο Γαλάζιος Δράκοντας, αυτή τη φορά εκδομένο στην Κύπρο από τις εκδόσεις «Εν τύποις».
Στηριγμένη σε στοιχεία και πληροφορίες που αντλούσε από εφημερίδες της Σρι-Λάνκα και που της μετέφραζε η Σριλανκέζα Μανόρη, αλλά και μέσα από αφηγήσεις της ίδιας κοπέλας, μας έδωσε ένα μυθιστόρημα που όχι μόνο απεικονίζει τη φοβερή θεομηνία που έπληξε τη χώρα αυτή το 2004, το τσουνάμι, αλλά μας μεταφέρει και τον τρόπο ζωής, το χαρακτήρα, τις συνήθειες, γενικά τη φυσιογνωμία αυτού του φτωχού, αλλά αισιόδοξου και αξιοπρεπούς λαού.
Κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος μια οικογένεια: πατέρας, μητέρα, γιαγιά και τρία παιδιά. Η μέρα της φοβερής καταστροφής, 26 Δεκεμβρίου 2004, βρίσκει την οικογένεια χωρισμένη. Ο πατέρας, όπως κάθε μέρα, από νωρίς στο ψάρεμα, η μητέρα σε κάποια άλλη δουλειά, ενώ τα δυο μικρότερα αδέλφια πάνε για να αποχαιρετήσουν κάποιους φίλους τους που ξεκινάνε για μια εκδρομή. Έτσι, η συγγραφέας δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ετοιμάζει το σκηνικό, για να μας περιγράψει μέσα από διάφορες οπτικές την αναπάντεχη, πρωτοφανή τραγωδία της χώρας, την οποία έντεχνα έχει προοικονομήσει. Σκηνές που όλοι είδαμε ξανά και ξανά να προβάλλονται στην τηλεόραση, παίρνουν με τη λογοτεχνική τους αποτύπωση τη μονιμότητα και τη διαχρονικότητα του γραπτού λόγου: Παιδιά που ενώ έπαιζαν ξέγνοιαστα στην ακρογιαλιά, τώρα τρέχουν έντρομα να σωθούν. Παιγνιδιάρικα κύματα μετατρέπονται στον γαλάζιο δράκοντα που ξεβράζει στην ακτή τα πάντα και απειλεί να καταπιεί τα πάντα. Τρόμος, αγωνία, αλλά και θάρρος, ψυχραιμία, αλτρουισμός, αλληλοβοήθεια χαρακτηρίζουν τα παιδιά-ήρωες της Γιόλας. Κάποια θα χαθούν, τα περισσότερα θα επιζήσουν και μαζί με τις οικογένειές τους θα προσπαθήσουν να ξαναφτιάξουν από την αρχή τη ζωή τους.
Διάσπαρτες στο βιβλίο βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τη χώρα. Για τα επαγγέλματα, τις ασχολίες των παιδιών, τα έθιμα, τη θρησκεία. Χριστιανοί και βουδιστές συμβιώνουν ειρηνικά, πάνε στα ίδια σχολεία, πλήττονται εξίσου από τη συμφορά και κοινός γίνεται ο αγώνας για την επιβίωση. Έμμεσα το βιβλίο δίνει στα παιδιά το καλύτερο μάθημα ανεξιθρησκίας, ανοχής του διαφορετικού και πανανθρώπινης αγάπης.
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ως « Σύγχρονη νεανική λογοτεχνία». Πιστεύω ότι ο ηλικιακός διαχωρισμός «παιδική» ή «νεανική» λογοτεχνία είναι κάπως συμβατικός. Ένα καλογραμμένο βιβλίο δεν γνωρίζει ηλικιακούς χαρακτηρισμούς, άνετα μπορεί να διαβαστεί από όποιον αγαπά το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Και τέτοιο είναι το βιβλίο «Ο γαλάζιος δράκοντας».

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Μια συλλογή διηγημάτων από την Κύπρο

Κώστα Λυμπουρή, «Προσωρινά κλειστό», διηγήματα, εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2006

Παρόλο ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται από ένα αγχώδη, βιαστικό ρυθμό ζωής,
προσιδιάζοντα σ’ ένα εξίσου βιαστικό και με προτίμηση στα σύντομα κείμενα αναγνωστικό ρυθμό, εντούτοις η συνοπτικότητα του διηγήματος, σε αντίθεση με το απαιτητικό, πολύωρο, συνεχές διάβασμα του μυθιστορήματος δεν ασκεί, όπως θα περίμενε κανείς, ιδιαίτερη έλξη στο αναγνωστικό κοινό. Κι όμως, ένα ωραίο διήγημα δεν παύει πέρα από γοητευτικό και απολαυστικό, να είναι και χρηστικά πρακτικό, καθώς μπορεί να διαβάζεται μέσα σε λίγο χρόνο. Μια συλλογή διηγημάτων μπορεί να διαβάζεται διακεκομμένα, όποτε έχουμε καιρό. Αν και, μια αξιόλογη συλλογή, όπως αυτή του Κώστα Λυμπουρή, σε παρασύρει να τη διαβάσεις χωρίς διακοπή, σαν να διάβαζες ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα.
Δεκαέξι διηγήματα την αποτελούν. Αντλημένα όλα από την πρόσφατη, επώδυνη ιστορία του τόπου μας, γέννημα μιας βαθιάς και γνήσιας αγάπης για τον τόπο, για την παράδοση, για τους ανθρώπους αυτής της γης, έκφραση ευαισθησίας και πίστης στην ειρηνική συμβίωση, φαίνεται (παρόλο ότι είναι η πρώτη λογοτεχνική απόπειρα του γνωστού από άλλες εργασίες του συγγραφέα), να κυοφορούνταν και να ωρίμαζαν καιρό πολύ μέσα του, πριν βγουν στο φως.
Οι ήρωές του, ατόφιο γέννημα της κυπριακής γης, διακρίνονται για την άκρα αθωότητά τους, που συχνά τους καθιστά «σαλούς», διακατεχόμενους από την ιερή τρέλα. Θύματα των περιπετειών της ζωής, παράξενοι κι απροσάρμοστοι, κυκλοφορούν πράοι και άκακοι ανάμεσά μας. Ο Μάριος, με σαλεμένο το μυαλό από τραυματικές εμπειρίες της εισβολής του 1974, φτιάχνει ροδόσταγμα και με τις «μερρέχες» του ραντίζει όποιον συναντά. Ο Αντρίκκος αγωνίζεται όλη νύχτα να στυλώσει τους «αόρατους», τα πολύκλαδα, χαμηλά κυπαρίσσια που σχημάτιζαν αψίδα στο δρόμο προς τον Απόστολο Ανδρέα, για να μην περάσουν από κάτω θριαμβευτές οι Τούρκοι. Ο γερο-Ηλίας, που κουβεντιάζει με τον αγνοούμενο γιο του σαν να είναι ακόμα ζωντανός, καίει την έκθεση των επιστημόνων που πιθανόν να επιβεβαίωνε το θάνατο του γιου του. Τρεις μάνες κάνουν οι ίδιες εκταφή λειψάνων, για να ευαισθητοποιήσουν τους αρμοδίους. Πολλοί άλλοι τύποι, ένας παράξενος δάσκαλος, που σαν μπήκαν οι Τούρκοι αγωνίστηκε μόνος να σώσει το Καράβι της Κερύνειας και ζει τώρα με τις αναμνήσεις της ομορφιάς της πόλης, ο χορευτής του πηλού, η τρελο-Άρτεμη, ο γερο-Χριστόδουλος με το γαϊδούρι του, όλοι χαρακτήρες ολοζώντανοι, περιδιαβάζουν στη σκέψη μας ώρες και μέρες αφότου κλείσουμε το βιβλίο.
Ιδιαίτερα αξίζει να σχολιαστεί η τεχνική των διηγημάτων του Λυμπουρή. Διατηρούν την κλασική φόρμα του διηγήματος, πολύ συχνά όμως χρησιμοποιείται το flash-back, η αναδρομή στο παρελθόν, είτε ως τριτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα είτε ως ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα. Ιδιαιτερότητα διακρίνει και τους επιλόγους, πολλούς από τους οποίους χαρακτηρίζει το εξωλογικό στοιχείο. Για παράδειγμα, από τον τάφο της «αρχόντισσας» ακούγονται τα βράδια μικρασιάτικα τραγούδια. Εκεί που θάφτηκαν τα κόκαλα του αγνοούμενου αθλητή, οι τριανταφυλλιές παίρνουν ένα υπερφυσικό ύψος. Η μαύρη μαντίλα της μάνας λύνεται ξαφνικά και ανεξήγητα την ώρα που πεθαίνει ο γιος της.
Από τα διηγήματα δεν λείπει ούτε η λεπτή ειρωνεία. Στο διήγημα «Το φεστιβάλ» σατιρίζεται η προσποιητή, επιφανειακή, τεχνητή συντήρηση της παράδοσης, καθώς και η υποκρισία και ο καιροσκοπισμός των πολιτικών, σε αντιδιαστολή με τη γνησιότητα που ενσαρκώνει ο γερο-Χριστόδουλος. Η ειρωνεία, μαζί με τη διακωμώδηση του παραλογισμού των πολέμων, των στρατών και του διαχωρισμού των ανθρώπων, συνδυασμένα με τον έρωτα, την ευαισθησία, την αγνότητα των νέων, δίνεται σ’ ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, το «Στην πράσινη γραμμή». Εξίσου ψηλά στην προτίμησή μου στέκεται και το διήγημα «Οι φοινικιές». Μέσα σε λίγες σελίδες απεικονίζεται μια χαρακτηριστική γειτονιά της Λευκωσίας, αναβιώνουν παιδικές μνήμες, αναπολείται μια άλλη, ειρηνική ζωή, παρεμβαίνει το φυλετικό μίσος, αλλά επιλογικά και συμβολικά σμίγουν « η ψαλμωδία από τη διπλανή εκκλησιά και η φωνή του χότζα από τον απέναντι μιναρέ».

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

Ο μωβ μαέστρος

Τη Σοφία Νικολαΐδου την ήξερα μόνο από τη θαυμάσια διαδικτυακή πύλη που διατηρεί μαζί με την Τερέζα Γιακουμάτου (www.netschoolbook.gr)καθώς και το ομότιτλο (Διαδίκτυο και διδασκαλία) βιβλίο (Κέδρος,2001). Όμως λογοτεχνικά πρώτη φορά τη συναντώ τώρα, στον "Μωβ μαέστρο". Και δεν μου άρεσε. Δεν ξέρω γιατί το έγραψε. Τι ήθελε να δείξει; Τον κόσμο της νύχτας στη Θεσσαλονίκη; Ένα κόσμο που λίγο πολύ είναι ίδιος παντού. Τις χαλασμένες οικογενειακές σχέσεις; Καμιά πρωτοτυπία. Την άφιξη μεταναστών στην Ελλάδα; Πάλι κοινότοπο θέμα. Ένας ιδιοκτήτης δυο νυχτερινών κέντρων πεθαίνει. Tα δυο κέντρα τα αφήνει κληρονομιά στην κόρη του, που ούτε στα τελευταία του δεν πήγε να τον δει. Τον λόγο της μεταξύ τους έχθρας δεν κατάλαβα, ίσως να αφαιρούμουν πότε-πότε καθώς διάβαζα. Η μάνα είχε πεθάνει πριν, βυθισμένη στην κατάθλιψη. Η κόρη, η Λίζα, τριαντατετράχρονη μαθηματικός, αποφασίζει να κρατήσει τα μαγαζιά, με τη βοήθεια ενός παλιού φίλου του πατέρα, του δικηγόρου Σουγλέ, ενός Ρώσου που τους προμήθευε ουίσκι και όπλα, και του μπάρμαν, του επιλεγόμενου Μωβ, επειδή κάποτε από το πολύ όπιο που είχε πιει μια φορά, τα έβλεπε όλα μωβ. Δυο άλλες γυναικείες μορφές, η Μπίλλυ, κάτι σαν οικονόμος του σπιτιού και η Ταμάρα, οικιακή βοηθός και πρώην γυναίκα του Ρώσου, συμπληρώνουν τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας. Α, ναι και ο Ψυ, ο ψυχίατρος τον οποίο η Λίζα συναντά δυο φορές τη βδομάδα για δύο χρόνια. Η Λίζα ερωτεύεται τον Μωβ, κάνει όμως ένα γρήγορο σεξ με τον Ρώσο! Και η ιστορία τελειώνει αισιόδοξα, με τη Λίζα στο Παρίσι. Αν έχει κάποια αξία το βιβλίο της Νικολαΐδου, αυτό πιστεύω είναι η γλώσσα και το ύφος. Γλώσσα (ιδίως στους διαλόγους)-αποτύπωμα του σύγχρονου ιδιόλεκτου του κόσμου τον οποίο περιγράφει, φράση σύντομη, κοφτή, λαχανιαστή, κι ίσως ήταν αυτό που μ' έκανε να φτάσω το βιβλίο ως το τέλος.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2006

Αστυνομικό μυθιστόρημα, μαθηματικά και λογοτεχνία

Αν και στο σχολείο δεν ήμουν ξεφτέρι στα μαθηματικά, πάντα ασκούσαν σε μένα μια γοητεία. Που στις μέρες μας, με την εμπλοκή τους στη λογοτεχνία, αύξησαν ακόμα περισσότερο την έλξη που μου ασκούσαν. Εκτός από το "Θεώρημα του παπαγάλου" του Ντενί Γκετζ, είχα πέρσι απολαύσει και τα "Μαθηματικά επίκαιρα" του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Έτσι, με πολλή χαρά είδα την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματός του, "Πυθαγόρεια εγκλήματα" (Πόλις, 2006). Το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Γραφή απλή, ξεκάθαρη, διαυγής, ακόμα κι όταν διατυπώνει μαθηματικά προβλήματα (πώς αλλιώς θα μπορούσε να γράψει ένας μαθηματικός;) Οι δυο λογοτεχνικοί του ήρωες, ο Μιχαήλ Ιγερινός και ο Στέφανος Κανταρτζής, δυο μαθηματικοί, κινούνται σ' ένα απόλυτα τεκμηριωμένο ιστορικά, υπαρκτό πλαίσιο. Στην αρχή κάπως μπορεί να συγχιστεί ο αναγνώστης. Αρχίζει με ένα σύντομο "πρελούδιο", χρονικά τοποθετημένο στη σχολή του Πυθαγόρα, ακολουθεί ένα επίσης σύντομο κεφάλαιο στο οποίο πληροφορούμαστε τον αιφνίδιο θάνατο του Στέφανου και στη συνέχεια βρισκόμαστε στο Παρίσι του 1900. Τότε, παρακολουθώντας τις εργασίες ενός διεθνούς συνεδρίου μαθηματικών, είχαν γνωριστεί και είχαν γίνει φίλοι οι δυο νέοι. Από κει και πέρα ξεχνάμε και τους Πυθαγόρειους και το θάνατο του Κανταρτζή. Θα περιπλανηθούμε στο Παρίσι, θα τριγυρίσουμε στα μπιστρό, στο Μουλέν Ρουζ και στην Μονμάρτρη, θ' ακούσουμε μαθηματικές συζητήσεις και προβλήματα, θα γνωρίσουμε μαθηματικούς όπως τον Χίλμπερτ, τον Πουανκαρέ και τον Πεάνο, θα δούμε τον Τουλούζ Λωτρέκ και τον Πικάσο. Με απαράμιλλη τέχνη, χωρίς λογοτεχνικές περικοκλάδες, ο Τεύκρος Μιχαηλίδης μας μεταφέρει όλη τη χαρούμενη ατμόσφαιρα, τις πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις των αρχών του νέου αιώνα. Με την ίδια μαθηματική συντομία και σαφήνεια θα παρακολουθήσουμε τον ήρωά του στο γυρισμό στην Ελλάδα και τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Τα "ευαγγελικά", οι Βαλκανικοί πόλεμοι, οι Βενιζελικοί και οι Βασιλόφρονες, η καταστροφή της Σμύρνης, δίνονται σύντομα και λιτά, καθορίζοντας το χρονικό πλαίσιο της ζωής των ηρώων του. Θα φτάσουμε στη σ. 212, λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος, για να ξανασυνδεθούμε με την αρχή, με το θάνατο του Κανταρτζή, που θα αποδειχτεί ότι ήταν δολοφονία. Και τα μαθηματικά; Τα άφησα τελευταία να τα σχολιάσω. Με συγγραφική πονηριά ο Μιχαηλίδης μας εισάγει στον κόσμο των μαθηματικών, μας πληροφορεί για στοιχεία της ιστορίας των μαθηματικών, κατορθώνει να μας προκαλέσει το ενδιαφέρον γι' αυτή την "επιστήμη των επιστημών". Αλγόριθμος, απειροστικός λογισμός, πολυωνυμικές εξισώσεις, αξιωματικό σύστημα και άλλα παρόμοια, μπορεί να μην είναι...και το καλύτερό μου, αλλά συνέλαβα τον εαυτό μου να γοητεύεται από τις μαθηματικές συζητήσεις. Για παράδειγμα, ένα απλό πρόβλημα που τίθεται στη συντροφιά:"Με ποια κανονικά πολύγωνα μπορούμε να γεμίσουμε το επίπεδο;" Τα μαθηματικά στάθηκαν η αιτία μιας δολοφονίας στην αρχαιότητα, τα μαθηματικά θα οδηγήσουν στο έγκλημα και στο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη. Ένα βιβλίο-ιδανικό δώρο σε μαθηματικούς που διαβάζουν λογοτεχνία και όχι μόνο βέβαια.

Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006

Το "Σουέλ" της Ιωάννας Καρυστιάνη

Αν και ο παράξενος, ακατανόητος (πριν διαβάσω το βιβλίο) τίτλος δεν με ενέπνεε καθόλου, το όνομα της συγγραφέως ήταν αρκετό για να αγοράσω το βιβλίο. Έχοντας διαβάσει και τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά της ήμουν σίγουρη ότι δεν θα με απογοήτευε. Και δεν με απογοήτευσε. Βέβαια, ψηλά στην προτίμησή μου εξακολουθεί να παραμένει το "Κουστούμι στο χώμα", αλλά και το "Σουέλ" έχει πολλές λογοτεχνικές αρετές. Έχω διαβάσει δυο κριτικές ήδη, μια στα "Νέα" (27/10/2006), που δεν του βρίσκει κανένα ψεγάδι (εκτός ίσως τη θέση των γυναικών στο έργο) και στην "Καθημερινή" (21/11/2006), που του βρίσκει πολλά τρωτά. Η δική μου άποψη είναι κάπου ανάμεσα. Το "Σουέλ" (που σημαίνει βουβό κύμα) είναι ένα αφιέρωμα, θα έλεγα, στους Έλληνες ναυτικούς, στον αγώνα με τη θάλασσα, στην αγάπη της θάλασσας, στοιχείο σύμφυτο με τον Ελληνισμό. Για μήνες ταξιδεύουμε στο φορτηγό ATHOSIII με καπετάνιο τον Μήτσο Αυγουστή, έναν 75χρονο θαλασσόλυκο, που έχει 12 χρόνια να πατήσει στεριά. Από λιμάνι σε λιμάνι της Άπω Ανατολής κυρίως, φορτώνουμε και ξεφορτώνουμε εμπορεύματα, ακούμε τις κουβέντες των ναυτικών, ζούμε με τον γέρο καπετάνιο, την αχώριστη γάτα του και τον πιστό, αφοσιωμένο μάγειρα, ένα γεροντοπαλίκαρο που μαγειρεύει λες για πρώτης τάξεως εστιατόριο. Η εταιρεία ζητάει επίμονα από τον Αυγουστή να γυρίσει, να αφυπηρετήσει επιτέλους, το ίδιο ζητάει και η γυναίκα του (με την οποία είχε φτάσει στα πρόθυρα διαζυγίου και παρά τα τρία παιδιά τους δεν τους ενώνει τίποτα) που καταφθάνει μια μέρα ξαφνικά στην Ιαπωνία για να τον μεταπείσει. Μάταια όμως. Το μόνο που ανακαλύπτει η Φλώρα είναι ότι ο καπετάνιος είναι πια τυφλός. Κανένας δεν το έχει πάρει είδηση. Δεν ξέρω πόσο πειστικό ακούγεται, αφού συνεχίζει για μήνες να κυβερνάει το καράβι, καταφέρνει ακόμα και να το οδηγήσει με την όπισθεν, όταν η προπέλα παθαίνει βλάβη! Ας μην αποκαλύψω και το άλλο μυστικό που κρύβει η επιβίβαση στο πλοίο ενός νέου ναυτικού και που θα συμβάλει στην απόφαση του καπετάνιου να "αποστρατευτεί" επιτέλους. Η ζωή των ναυτικών απασχόλησε την Καρυστιάνη και στην "Μικρά Αγγλία", αλλά εκεί υπήρχε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και η στεριά. Εδώ η στεριά είναι μόνο στις αναμνήσεις και στις κουβέντες των ναυτικών. Είναι σελίδες που μοιάζουν με "προσκλητήριο" ναυτικών (π.χ. σ.141) και καταγραφή της πορείας της ζωής ή του θανάτου τους. Άλλες σελίδες (238-39) μας αραδιάζουν λιμάνια και εμπορεύματα, ενώ ο εξωσυζυγικός δεσμός του με μια κοπέλα από την Ελευσίνα που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια, διανθίζουν το βιβλίο με λυρικά κομμάτια- επιστολές που απευθύνονται στο γιο του (στο βιβλίο με κυρτά γράμματα και πρωτοπρόσωπη γραφή), πράγμα που ο αναγνώστης δεν καταλαβαίνει αμέσως. Είναι η εξιστόρηση ενός έρωτα, είναι η έκφραση των συναισθημάτων της γυναίκας που αγαπά και περιμένει, στο περιθώριο της επίσημης συζυγικής και οικογενειακής ζωής. Κάπως απίθανο, βέβαια, μια αμόρφωτη κοπέλα να εκφράζεται όπως την παρουσιάζει η Καρυστιάνη, αλλά "λογοτεχνική αδεία" ας το δεχτούμε. Η ένστασή μου είναι κυρίως για το τέλος του μυθιστορήματος, που καταντάει μελό. Θα προτιμούσα να αφήσει τον γέρο καπετάνιο, που τόσο ωραία ζωγράφισε, αν όχι στο καράβι του, τουλάχιστον στο αεροπλάνο που τον γύριζε στην πατρίδα. Από κει και πέρα το μυθιστόρημα νομίζω χάνει, στην προσπάθεια της συγγραφέως να δώσει ένα happy end.
Το ύφος της Καρυστιάνη, γοητευτικό όπως πάντα, δεν σηκώνει επιπόλαιο διάβασμα, απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη. Η αοριστία του προσώπου που μιλά διαπλέκεται με εσωτερικό μονόλογο, με διάλογο, με ανάμνηση, το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο. Ένα δείγμα:"Στην τραπεζαρία των αξιωματικών δεν άγγιξε το πιάτο του και ο Σιακαντάρης που παραφύλαγε τα βλέμματα και τα επιφωνήματα επιδοκιμασίας των αντρών για το χταπόδι με το κοφτό μακαρονάκι, κάθισε κοντά του, βαρέθηκε την ερμητική σιωπή του, πέταξε κάτι για τη δική του μαμά, μ' αρέσει να κόβω το κρέας μερίδες, έλεγε η κυρά-Δέσποινα, θεός σχωρέσ' την και, το δεξί χεράκι του αρνιού έχει πιο νόστιμο ψαχνό, καμία αντίδραση από τον άλλο, πού να βρω τώρα φράουλες κι αυτά τα κοριτσίστικα φρούτα που σ΄αρέσουνε, απολογήθηκε, στείλε μου αργότερα κάτι, τον καταδέχτηκε επιτέλους ο Αυγουστής με τον καινούργιο, το τόνισε αυτό και σηκώθηκε".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Η καλοσύνη των ξένων

Γύρισα απ' την Αθήνα έχοντας διαπιστώσει (όχι για πρώτη φορά) ότι πια δεν είμαι 18 χρονών, αλίμονο, ούτε 28, με μια ελαφριά "τενοντίτιδα" και με διαβασμένο το τελευταίο βιβλίο του Τατσόπουλου "Η καλοσύνη των ξένων" (Μεταίχμιο, 2006). Εκτός από την "Καρδιά του κτήνους", δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο του. Μου άρεσε η "Καλοσύνη". Μου αρέσουν οι αληθινές ιστορίες και "μια αληθινή ιστορία" είναι ο υπότιτλος του βιβλίου. Θα έλεγα ότι αποτελεί την αυτοβιογραφία του Τατσόπουλου, αν δεν ήταν τόσο νέος (47 χρονών) και αν το βιβλίο δεν ήταν γεμάτο με χίλια δυο άλλα στοιχεία πέραν των αυτοβιογραφικών. Βέβαια, το κύριο θέμα είναι η αποκάλυψη τόσο για τον ίδιο όσο και για μας, του γεγονότος ότι ήταν υιοθετημένο παιδί. Το όλο θέμα αντικρίζεται ανάλαφρα, εύθυμα, με χιούμορ θα έλεγα. Δεν μας το παρουσιάζει σαν ένα συγκλονιστικό γεγονός που αναστάτωσε τη ζωή του, έστω κι αν θέλησε, όπως όλοι οι υιοθετημένοι, να βρει τη φυσική του μητέρα, όχι και τον πατέρα, μια και ήταν εξώγαμο παιδί και θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Ίσως, επειδή τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε σε ίδρυμα και αργότερα σε ανάδοχη οικογένεια, κατά βάθος να υποψιαζόταν την αλήθεια, που επιβεβαιώθηκε στα 19 του χρόνια. Όμως, το βιβλίο δεν περιορίζεται στο θέμα της υιοθεσίας, παρόλο που διαρκώς επανέρχεται σ' αυτό. Γράφει για τις σπουδές του, για τα πρώτα του κείμενα, για τη συνάντησή του με τον Σαμαράκη, για λογοτεχνία και για ταινίες, για αναμνήσεις και διαβάσματα, για φιλίες, για πρόσωπα και γεγονότα των τελευταίων 40 χρόνων, για τα ετεροθαλή του αδέλφια και τη ζωή τους στα ιδρύματα, για το παιδομάζωμα και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, για τη λογοτεχνική του πορεία και τους φίλους του, ακόμα και για ένα ταξίδι στην Ονδούρα. Ειρωνικός, ενίοτε αυτοσαρκαστικός, αλλά εν γένει απολαυστικός, δίνει ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, μια γραφή που μοιάζει να την τραβά συνειρμικά η μνήμη από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, μια γραφή που σφύζει από ζωή αληθινή.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

Αθήνα, έρχομαι!

Αύριο πάω στην Αθήνα. Πόσες φορές έχω πάει ως τώρα; Δεκάδες. Κι όμως, η ανάμνηση εκείνων των έντονων συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όταν, δεκαοχτάχρονοι έφηβοι, πηγαίνοντας για να σπουδάσουμε, την αντικρίζαμε για πρώτη φορά απ' το κατάστρωμα ενός πλοίου (ουσιαστικά βέβαια τον Πειραιά) δεν λέει να φύγει. Σαν μυρωδιά από ένα παλιό άρωμα στο ντουλάπι μας που κρατάει ακόμα, κάθε φορά οι αναμνήσεις και η συγκίνηση ζωντανεύουν. Για μας, την "παλιά φρουρά", όπως λέει και ο Καίσλερ, για μας που μεγαλώσαμε με το όραμα της Ένωσης, που ο Εθνικός Ύμνος και η γαλανόλευκη μας φέρνουν ακόμα δάκρυα στα μάτια, για μας που ζήσαμε αντί της πραγματοποίησης του ονείρου την ίδρυση ενός "ανεξάρτητου" κράτους, η Αθήνα εξακολουθεί να είναι η ανέφικτη ουτοπία. Κι ας έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε. Η Αθήνα δεν είναι ό, τι ήταν τότε. Τις ζούμε, τις ξέρουμε τις αλλαγές, μια και τώρα έχουμε πολύ πιο συχνή επαφή. Για μας όμως η Αθήνα διατηρεί ακόμα κάτι απ' το ιδανικό που ονειρευτήκαμε, στην ατμόσφαιρά της πλανιέται ακόμα κάτι απ' την ανεμελιά και την αισιοδοξία της νιότης μας, συναισθήματα που δεν μπορούν να νιώσουν ούτε όσοι γεννήθηκαν και ζουν εκεί, ούτε και η νεότερη γενιά των παιδιών μας. Θα πάω, λοιπόν, αύριο στην Αθήνα. Θα τριγυρίσω στους δρόμους της (μερικοί δεν άλλαξαν καθόλου), θα περάσω ώρες στα βιβλιοπωλεία, θα δω θέατρο, θα συναντηθώ με φίλους. Για άλλη μια φορά μέσα από το παρόν θ' αναζητήσω και θα ξαναζήσω το παρελθόν, αυτό το παρελθόν που μας έχει σημαδέψει για πάντα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

Ξαναδιαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο

Τι αναγνωστική ευδαιμονία, τι ξέπλυμα της ψυχής από την ανία και την κενότητα των prada, versace και λοιπών ανάλογων συνομοταξιών, τι ευφροσύνη να βυθίζεσαι στην ανάγνωση ενός βιβλίου όπως "Το μηδέν και το άπειρο" του Άρθουρ Καίσλερ! Δεν ξέρω γιατί επίμονα μου είχε κολλήσει εδώ και μέρες η ιδέα να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο. Την πρώτη φορά που το διάβασα (εδώ και ...μερικές δεκαετίες) το είχα δανειστεί, δεν ήταν δικό μου. Δεν ήξερα καν αν κυκλοφορεί. Κι όμως το βρήκα. Και το ξαναδιάβασα, όχι μόνο πιο ώριμη, αλλά και με εντελώς διαφορετικές συνθήκες, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, Κι όμως, αυτό το βιβλίο, γραμμένο το 1949 και αναφερόμενο στις δίκες της Μόσχας της δεκαετίας του '30, εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο ενδιαφέρον στον αναγνώστη, κι ας έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε. Όπως κάθε μορφή αληθινής τέχνης, αγγίζει ερωτήματα και θέτει προβληματισμούς που ανάγονται στη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου. Το έργο τοποθετείται χρονικά στα 1938. Αρχίζει με τη σύλληψη του Ρουμπασόφ, ενός αγωνιστή της "παλιάς φρουράς", απ' αυτούς που έφαγαν τη ζωή τους στους αγώνες, στις φυλακίσεις, στα βασανιστήρια, μιας θρυλικής μορφής της ρωσικής επανάστασης. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από την επανάσταση. Η χώρα δεν αναφέρεται ποτέ με το όνομά της, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Ρωσία. Το ίδιο και ο Πρώτος, που ολοφάνερα υποδηλοί τον Στάλιν. Ο Ρουμπασόφ κατηγορείται για αντιπολιτευτική και αντεπαναστατική δραστηριότητα. Πριν από τη δημόσια δίκη του, γίνεται η ανάκριση, με σκοπό να τον κάνουν να ομολογήσει. Αναμνήσεις από το παρελθόν, όταν ο ίδιος συμπεριφερόταν σε συντρόφους του όπως τώρα συμπεριφέρονται σ' αυτόν, τύψεις, αμφιβολίες και προπάντων οι διανοητικοί διαξιφισμοί με τον ανακριτή παρασύρουν τον αναγνώστη. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος σε μια επανάσταση; Ήταν αναγκαίες οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να μπορέσει να επιβληθεί; Ποιο προέχει, το άτομο, ή το σύνολο; Μήπως κάποτε χρειάζεται η θυσία του ατόμου για να προχωρήσει το σύνολο; Δεν ξέρω τι προβληματισμούς θα είχε σήμερα ο Καίσλερ αν ζούσε (αυτοκτόνησε το 1983 μαζί με την τρίτη σύζυγό του). Το βέβαιο είναι ότι το μυθιστόρημα αυτό δεν θα πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο, όσο κι αν έχει αλλάξει η ιστορική πραγματικότητα. Θα αναζητήσω και την "Ισπανική διαθήκη", που επίσης είχα διαβάσει πριν από χρόνια. Κάποτε αξίζει νομίζω να ξαναδιαβάζουμε τα παλιά, καλά βιβλία αντί να πειραματιζόμαστε με αμφίβολα καινούργια.

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

Ο διάβολος φοράει prada

Έχω ένα νεαρό φίλο, συγγραφέα αλλά και φανατικό αναγνώστη, που αρνήθηκε να διαβάσει τον "Κώδικα ντα Βίντσι", όταν (και επειδή) τον διάβαζαν στις παραλίες, ακόμα και άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν πιάσει στα χέρια τους άλλο βιβλίο. Το ίδιο, είμαι σίγουρη, θα κάνει και με τον "Διάβολο (που) φοράει prada". Ως τώρα είχα άλλη θεωρία. Πάντα ήθελα να έχω προσωπική άποψη για πολυσυζητημένα βιβλία. Η ανάγνωση όμως του prada με έκανε να αρχίσω να αναθεωρώ (λέω να αρχίσω, γιατί δεν ξέρω αν δεν θα ξαναϋποκύψω στον πειρασμό!) Πέστε μου, όμως, ένα βιβλίο που μεταφράζεται σε 27(!) γλώσσες, που γίνεται ταινία, που για 6 μήνες βρίσκεται στην κορυφή των ευπώλητων στην Αμερική, που κάνει πασίγνωστη τη νεαρή, μόλις 23 χρονών συγγραφέα του, την Lauren Weisberger, δεν θα σας κινούσε την περιέργεια; Μια περιέργεια που έγινε ακόμα μεγαλύτερη, μετά που με κόπο και μόχθο τελείωσα το βιβλίο. Τι του βρήκαν; Και καλά η Αμερική, μια και σ' αυτό είναι ο δικός της κόσμος (μια τουλάχιστον πτυχή του) που περιγράφεται. Ο άλλος κόσμος όμως; Τι ενδιαφέρει τους Κινέζους, τους Αλβανούς, τους Ρουμάνους και όλους τους άλλους λαούς στη γλώσσα των οποίων μεταφράστηκε, αυτός ο γκλαμουράτος κόσμος της μόδας, οι Prada, Armani, Versace και όλοι οι άλλοι οίκοι μόδας που συνεχώς αναφέρει η συγγραφέας, τα λιμοκτονούντα μοντέλα, οι γόβες στιλέτο που προκαλούν αφόρητους πόνους στα πόδια, οι τσάντες των πέντε χιλιάδων δολαρίων ή οι τουαλέτες των σαράντα χιλιάδων, οι επιδείξεις μόδας που για τον κόσμο αυτό είναι κοσμοϊστορικά γεγονότα; Αυτά όλα περιγράφονται ξανά και ξανά στις 557 σελίδες του βιβλίου, σε πρώτο πρόσωπο, από την κεντρική ηρωίδα, την Άντρεα Ζαξ, που, έχοντας μόλις τελειώσει το κολλέγιο, προσλαμβάνεται ως βοηθός της παντοδύναμης, φοβερής, διαβολικής αρχισυντάκτριας του περιοδικού μόδας Runway. Ουσιαστικά γίνεται σκλάβα της αλαζονικής, υπεροπτικής, σαδιστικής, ιδιότροπης Μιράντα Πρίστλι, προσπαθώντας ν' αντέξει ένα χρόνο, για να μπορέσει μετά να πρσληφθεί ως δημοσιογράφος στο New Yorker. Το βιβλίο είναι επίπεδο, χωρίς κορυφώσεις ή ανατροπές, μια ανιαρή περιγραφή φορεμάτων, παπουτσιών, τσαντών και ιδιοτροπιών της Μιράντα Πρίστλι. Να είναι άραγε το βιβλίο αυτό η έμπρακτη απόδειξη της δύναμης της δαφήμισης, του marketing, της ικανότητας προώθησης προϊόντων, ή μήπως ο πολύς κόσμος αρέσκεται σε τέτοιου είδους αναγνώσματα, που απλώς αναπαράγουν μια πραγματικότητα;

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

Ένα καλό κυπριακό βιβλίο

Καιρό είχα να διαβάσω ένα καλό κυπριακό βιβλίο, όπως αυτό της Χρυστάλλας Κουλέρμου που κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε μια ωραία (δική της) έκδοση από τυπογραφείο στη Λάρνακα. Τίτλος του, "Οι κληρονόμοι των ανέμων". Κρίμα που αυτό το βιβλίο δεν εκδόθηκε από κάποιο γνωστό εκδοτικό οίκο, που θα του εξασφάλιζε έτσι τουλάχιστον μεγαλύτερη προβολή. Δεν ξέρω αν η συγγραφέας αποτάθηκε και δεν βρήκε ανταπόκριση ή αν το θεώρησε εξαρχής αδύνατο να ενδιαφερθεί κάποιος. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που αξίζει και δεν ξέρω αν θα το διαβάσει κανείς έξω από τα στενά όρια του νησιού μας. Το θέμα δεν είναι πρωτότυπο (παρόμοιο είναι και το θέμα ενός άλλου βιβλίου για το οποίο έγραψα στο μπλογκ, το "Όταν θα πέσουν τα μαύρα", αλλά τι διαφορά!) Είναι η ζωή της Αμμοχώστου τα τελευταία πριν από την εισβολή χρόνια, με αναδρομές σε μακρινότερες εποχές. Εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, όπως φαίνεται, διακινεί πλήθος πρόσωπα και ιστορίες. Τόσα, που νομίζω ότι χρειάζονταν πολύ περισσότερες σελίδες από τις 138 του μυθιστορήματος. Στο κέντρο μια οικογένεια, παππούς, γιαγιά, παιδιά κι εγγόνια που ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Δυο νέα κορίτσια, ξαδέλφες, ξεκινούν με όνειρα τη ζωή τους, μια καθηγήτρια που γίνεται πρότυπό τους, αλαφροϊσκιωτες γυναίκες, που θυμίζουν πρόσωπα του Βενέζη, προξενιά, έρωτας κι εγκατάλειψη, ο γλεντζές, επαναστάτης θείος, ο άλλος θείος που "πάλευε με τις λέξεις" (σαφής αναφορά σε γνωστό, Κύπριο ποιητή, στίχοι του οποίου αποτελούν μότο του βιβλίου) και πλήθος άλλα πρόσωπα γεμίζουν με τις πράξεις, τις σκέψεις και τα βάσανά τους το βιβλίο. Και πάνω απ' όλα η τραγωδία του τόπου και της πόλης, μια τραγωδία που συμβολικά δίνεται με το χωρισμό των κεφαλαίων του βιβλίου σε Πρόλογο, Πάροδο, Πρώτο επεισόδιο κλπ. Αρχίζει στα 1973, αλλά ανατρέχει και στο παρελθόν. Η Αμμόχωστος-το Βαρώσι της δεκαετίας του '40 και του '50 ζωντανεύει, αλλά και οι απόηχοι της εξέγερσης του '31 και ξανά ο αδελφοκτόνος σπαραγμός του 70-73, προάγγελος της μεγάλης τραγωδίας. Παρ' όλο ότι δεν λείπουν από το βιβλίο θέσεις αμφιλεγόμενες, όπως για παράδειγμα οι δολοφονίες από την ΕΟΚΑ για πολιτικά φρονήματα ή για προσωπικούς λόγους, εντούτοις δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου.

Με ξεγέλασε το όνομα του συγγραφέα

Έχοντας διαβάσει την "Εξιλέωση", πιο πρόσφατα το "Σάββατο" που μου άρεσαν και τα δυο, αναζήτησα και το βραβευμένο με Booker βιβλίο του Μακ Γιούαν, "Άμστερνταμ" (Νεφέλη,1999). Ω, της απογοήτευσης! Με κόπο και μόχθο το τελείωσα, ελπίζοντας ότι για να πάρει αυτό το βραβείο κάτι θα είχε να πει. Τίποτα. Βαρετό, ανούσιο, σκέτη "πατάτα". Δυο φίλοι και πρώην εραστές της Μόλλυ, ο Κλάιβ, διάσημος συνθέτης και ο Βέρνον, επιτυχημένος δημοσιογράφος, συναντώνται στην κηδεία της Μόλλυ. Επηρεασμένοι από τον απρόοπτο θάνατό της και από τη νοητική της έκπτωση πριν απ' αυτόν, συμφωνούν ότι ο ένας θα δώσει την ευθανασία στον άλλο, αν τον δει κάποτε να βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Στην υπόθεση εμπλέκεται και ένας πολιτικός, υπουργός εξωτερικών, του οποίου κάποιες σκανδαλώδεις φωτογραφίες πρόκειται να δημοσιεύσει ο Βέρνον. Το Άμστερνταμ του τίτλου, για το οποίο ο αναγνώστης συνεχώς αναρωτιέται τι σχέση έχει αφού η υπόθεση τοποθετείται στην Αγγλία, εμφανίζεται μόνο στο τέλος, όπου οι δυο ήρωες συναντώνται και σ' ένα τέλος που λίγο απέχει από το κωμικό, οι δυο ήρωες...αλληλοευθανατίζονται. Δεν θέλω να σπαταλήσω άλλο χρόνο μιλώντας για ένα βιβλίο που δεν μου άρεσε. Επιμύθιο: Και οι καλύτεροι συγγραφείς έχουν τις αδύνατές τους στιγμές.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

Εσωτερικός τουρισμός

Ένας εντελώς συμβατικός τίτλος που καθόλου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά ήταν ένα τριήμερο αναβάπτισης στην όμορφη, φθινοπωρινή κυπριακή φύση, που την έκανε ακόμα ωραιότερη η άφθονη βροχή πού ευεργετικά πότισε τη γη μας, κι ένα βύθισμα στην πρόσφατη αλλά και παλιότερη ιστορία του τόπου μας. Με οδηγούς φίλους από την περιοχή διασχίζουμε την ημιορεινή ύπαιθρο της Πάφου: Μεσόγη, Τσάδα, Στρουμπί, Θελέτρα, Γιόλου, Γουδί, Περιστερώνα, περνάμε χωριά που ονομαστικά μόνο τα ξέρουμε. Στην Περιστερώνα σταματάμε στο καινούργιο οίκημα της χωρεπισκοπής. Ο χωρεπίσκοπος Αρσινόης (πόσους αιώνες πίσω μας πάει αυτό το όνομα!), χημικός πριν γίνει θεολόγος, πρώην συνάδελφος εκπαιδευτικός, μας δέχεται εγκάρδια στο γραφείο του. Πίνουμε καφέ, μιλάμε για τις εν εξελίξει αρχιεπισκοπικές εκλογές, για τα προβλήματα της περιφέρειάς του και ξεναγούμαστε στο βυζαντινό μουσείο. Εικόνες αιώνων, συγκεντρωμένες από τη γύρω περιοχή, μαυρισμένες απ' τον καιρό, παλαίτυπα ευαγγέλια, ιερατικές στολές και μίτρες, ένα εξαιρετικό τέμπλο...όλη η γοητεία της θρησκευτικής πατριδογνωσίας. Ανηφορίζουμε προς τη Στενή, τη Λυσό και λίγα χιλιόμετρα έξω απ' το χωριό σταματάμε. Το μνημείο του νεαρότερου μάρτυρα της αγχόνης, το άγαλμα του Ευαγόρα, του ωραίου έφηβου, του χαρισματικού ποιητή που θυσιάστηκε στα 18 του χρόνια, υψώνεται στο σημείο που συνελήφθη, το Δεκέμβρη του 1956. Λίγοι δικοί του στίχοι χαραγμένοι στο μάρμαρο, φρέσκα κλωνιά βασιλικός, τριγύρω χαμηλές βουνοκορφές κι απέραντη σιωπή. Δεν χωράνε λόγια. Μόνο η σκέψη, ανυπότακτη, πετάει στο πριν και στο τώρα, στα όνειρα με τα οποία μεγαλώσαμε και στη θλιβερή πραγματικότητα που ζούμε...
Γευματίζουμε στο Πολέμι, σ' ένα παλιό οίκημα, μετόχι μοναστηριού, που έχει μετατραπεί σε παραδοσιακό εστιατόριο. Κι εκεί δοκίμασα μια απ' τις εντονότερες συγκινήσεις που ένιωσα ποτέ. Ο ιδιοκτήτης (Τηλέμαχος, η οδύσσεια επιβιώνει ακόμα στην Κύπρο), πρώην αστυνομικός, κάθεται στο τραπέζι μας. Ο αφηγηματικός του λόγος έχει κάτι το συναρπαστικό. Παλιός αγωνιστής, θυμάται ανάμεσα σ' άλλα τις θλιβερές μέρες του εμφυλίου στην Κύπρο, που βέβαια ποτέ δεν αναγνωρίστηκε ως τέτοιος. Αυτός ήταν με το μέρος των αντιφρονούντων, με το μέρος αυτών που μεγάλωσαν με το ιδανικό της Ένωσης και δεν μπορούσαν να δεχτούν τη λύση της ανεξαρτησίας του '60. Στις συγκρούσεις με τους Τούρκους το 1963-64 ο δεκαεξάχρονος αδελφός του σκοτώνεται. Ο ίδιος, με τρύπιο κορμί από σφαίρες, μεταφέρεται στην Ελλάδα για περίθαλψη. Στην Ελλάδα, στην οποία δεν είχε πάει ποτέ ως τότε, στην Ελλάδα που ήταν μόνο ένα όνειρο, ένα ιδανικό για το οποίο εκείνη τη στιγμή έρρεε το αίμα του. Ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο τον παραλαμβάνει στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Ξαπλωμένος στο φορείο, καθώς το αυτοκίνητο τρέχει, ψιθυρίζει στην αδελφή:"Ανασήκωσέ με, αδελφή, να δω τι πράμα είναι αυτή η Ελλάδα". Τα μάτια μου θολώνουν κι αυτή τη στιγμή που αναθυμούμαι την αφήγηση. Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Το λαϊκό διάταγμα της αγάπης

Αρχίζοντας το μυθιστόρημα αυτό του Τζέιμς Μίικ (Εληνικά Γράμματα, 2005), διερωτήθηκα γιατί τόσος ενθουσιασμός από τον αγαπητό Librofilo (www.librofilo.blogspot.com), του οποίου, ομολογώ, το εγκωμιαστικό ποστ για το εν λόγω βιβλίο με είχε οδηγήσει στην αγορά του. Άργησα κάπως να μπω στο πνεύμα, στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Σύγχιζα τα πρόσωπα, ο Σαμάριν, ο Μουτς, ο Μπαλασόφ, ο Μάτουλα, ο Μοϊκανός, ο Κλίμεντ, ο Νέκοβαρ, ο Μπρούτσεκ, και πλήθος άλλοι, άργησαν να πάρουν μέσα μου στέρεη μορφή, χαρακτήρα που να τους ξεχωρίζω. Η όλη ατμόσφαιρα του βιβλίου μου φαινόταν θολή και αδιευκρίνιστη ως προς το τι σκόπευε ο συγγραφέας. Από ένα σημείο όμως και πέρα το βιβλίο με συνεπήρε, τόσο που αισθάνομαι την ανάγκη να το ξαναπάρω από την αρχή για να απολαύσω και όσο μου ξέφυγε. Νόμιζα πως ζούσα πραγματικά στην ταραγμένη Ρωσία του 1919, στη Ρωσία της ρευστής κατάστασης, της μετάβασης από μια εποχή σε μια άλλη, με τους ανθρώπους αθύρματα, πιόνια που αγωνίζονται για την επιβίωση, που αγωνίζονται για ένα καλύτερο ατομικό και συλλογικό αύριο, μα των οποίων ο προσωπικός αγώνας υποκύπτει συχνά σε μια μοίρα έξω και πέρα απ' αυτούς. Αποκορύφωμα λογοτεχνικής γραφής υπήρξε για μένα το κεφάλαιο "Στην εκτέλεση του Μουτς" προς το τέλος του βιβλίου. Ο Μουτς, υπολοχαγός της τσέχικης λεγεώνας (μιας λεγεώνας που είχε σταλεί για να βοηθήσει τους Λευκούς να πολεμήσουν τους Κόκκινους, αλλά ξέμεινε αποδεκατισμένη σε μια απομακρυσμένη πόλη), συλλαμβάνεται μαζί με ένα σύντροφό του και πρόκειται να εκτελεστεί. Μια νύχτα γεμάτη αγωνία, με σκέψεις για το θάνατο, με συζητήσεις για την επανάσταση, με την αναμονή μιας απάντησης που θα ακύρωνε το θάνατο...Είναι ένα βιβλίο ανατριχιαστικά σκληρό. Όχι μόνο για τις σκηνές του κανιβαλισμού, της ανθρωποφαγίας που επανέρχονται στο βιβλίο, αλλά και για άλλες, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αποκεφαλισμού του Μάτουλα. Αλλά ακόμα πιο ανατριχιαστική είναι η σκηνή του εκούσιου ευνουχισμού, στον οποίο υποβάλλονταν οι λεγόμενοι "καστράτοι", μια αίρεση ευνούχων που επέζησε μέχρι τα μέσα του 20ου αι. Μια γυνακεία παρουσία, η Άννα Πέτροβνα, γλυκαίνει κάπως με τον ερωτισμό και τη μητρική αγάπη αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Ένα βιβλίο που μπορεί να σου ανακατεύει το στομάχι, αλλά που είναι λογοτεχνία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2006

Λουκάς Χατζηιωάννου, Ο βασιλιάς των τάνκερ

Δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία. Δεν ξέρω πού ακριβώς να κατατάξω αυτό το βιβλίο. Είναι μια βιογραφία, γραμμένη κατά παραγγελία της οικογένειας του μεγαλοεφοπλιστή Λουκά Χατζηιωάννου. Ο Παύλος Ιωαννίδης (παλιός, καταξιωμένος εκπαιδευτικός), που ανέλαβε τη συγγραφή, συγκεντρώνοντας υλικό από συνεντεύξεις, έγγραφα, στοιχεία δοσμένα από συγγενείς, συνεργάτες, γνωστούς κλπ. έδωσε ένα έργο ευκολοδιάβαστο, με στοχεία κάπου κάπου μυθιστορηματικά. Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, γιατί τρομερά ενδιαφέρουσα είναι η ίδια ζωή του βιογραφομένου που στο απόγειο της ακμής του (δεκαετία του '80) συγκέντρωσε πλούτο που ξεπερνούσε και αυτόν του Ωνάση, αλλά που πάντα παρέμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Φτωχό παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (12 παιδιά !! ) από τον Πεδουλά, ένα ορεινό χωριό της Κύπρου, κατάφερε να γίνει "Ο βασιλιάς των τάνκερ", όπως τον αποκαλούσαν. Στο βιβλίο εξιστορείται η καταπληκτική αυτή διαδρομή. Διορατικός, ριψοκίνδυνος, τολμηρός, εργασιομανής, τελειομανής, από την Κύπρο στη Σαουδική Αραβία, από εκεί στην Αγγλία, στον Πειραιά, στο Μονακό, σ' όλο τον κόσμο. Σπίτια και γραφεία παντού, δυο θαλαμηγοί, δωρεές κι ευεργεσίες στη γενέτειρά του και αλλού. Παντρεμένος από το 1958, χωρίς σκάνδαλα στη ζωή του, πώς να γίνει τόσο γνωστός όσο άλλοι; Κάποια στιγμή χωρίζει την περιουσία του στα τρία παιδιά του. Ο μεγάλος, ο Πόλυς, συνεχίζει με τα πλοία και τις μετοχές. Ο δεύτερος, ο Στέλιος δραστηριοποιείται σε άλλες επιχειρήσεις. Είναι ο γνωστός ως κ. Easy, με τα Easy-zet, Easy- internet cafe, easy-hotels κλπ. Η κόρη, η Κλέλια, έχει αραγμένη την ομώνυμη θαλαμηγό της στο Μονακό (τα κουτσομπολίστικα περιοδικά λένε ότι είναι ερωτευμένη με τον πρίγκιπα Αλβέρτο και προσπαθεί να τον κατακτήσει-αυτό βέβαια δεν γράφεται στο βιβλίο!). Είναι μια ωραία έκδοση, διανθισμένη με πλήθος φωτογραφίες, που δεν θα πωλείται, αλλά που θα δίνεται δωρεάν σε όποιον το ζητήσει. Ο Λουκάς Χατζηιωάννου, 79 χρόνων σήμερα, με κλονισμένη την υγεία του, ζει τον περισσότερο χρόνο στην Αθήνα, σ' ένα από τα τέσσερα σπίτια που έχει εκεί. Ανάμεσά τους κι ένα ανάκτορο στο Ψυχικό, εκεί όπου οι πρώην βασιλιάδες έδιναν δεξιώσεις. Το βιβλίο είναι φυσικό να παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας τους Κυπρίους, αλλά, υποθέτω, και για όποιον ενδιαφέρεται να γίνει...πολυεκατομμυριούχος.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

Το πρώτο φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο και η Ναντίν Γκόρντιμερ

Το χθεσινό ήταν το πρώτο Σαββατοκύριακο που το Φθινόπωρο μας μήνυσε την παρουσία του. Όχι, δεν έβρεξε, αλλά η θάλασσα πήρε ένα κάπως πιο σκούρο χρώμα, η θερμοκρασία έπεσε κάπως, ο ήλιος διανύει μια σαφώς χαμηλότερη τροχιά, καθώς τον βλέπω κοιτάζοντας στο νότο να ανατέλλει ολοένα δεξιότερα και να δύει λίγο αριστερότερα. Ίσως δεν ήταν η καλύτερη επιλογή να πάρω μαζί μου το τελευταίο βιβλίο της Ναντίν Γκόρντιμερ, που το διάβασμά του επέτεινε την αναπόφευκτη φθινοπωρινή μελαγχολία. Όχι πως δεν μου αρέσει το Φθινόπωρο. Μου αρέσει και πολύ μάλιστα. Αλλά η κάθε αλλαγή εποχής αναπόδραστα με κάνει να συνειδητοποιώ εντονότερα το πέρασμα του χρόνου, τη φυσική πορεία προς το τέλος. Και η Γκόρντιμερ μου αύξησε τη μελαγχολία.Το τελευταίο της βιβλίο "Ξύπνα" (Καστανιώτης, 2006) μου άρεσε. Πολύ. Το ύφος, οι σκέψεις, η ανάλυση των χαρακτήρων, η ατμόσφαιρα της Νοτίου Αφρικής. Λες όμως και βάλθηκε να συγκεντρώσει σ' αυτό όλα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Με συντομία ο μύθος: Αρχίζει με ένα από τους βασικούς χαρακτήρες, τον Πολ Μπάνερμαν να βγαίνει από το νοσοκομείο όπου έχει υποβληθεί σε εγχείριση καρκινώματος στο θυρεοειδή και ο οποίος έχοντας υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, πρέπει να μείνει σε απομόνωση για αρκετό διάστημα, γιατί "ακτινοβολεί αθέατο κίνδυνο για τους άλλους". Ο Πολ είναι οικολόγος, εργάζεται σ' ένα ίδρυμα για τον έλεγχο και την προστασία του περιβάλλοντος, μεγάλα διαστήματα λείπει από το σπίτι του γυρίζοντας μέσα στη φύση της χώρας του που αγωνίζεται να προστατέψει. Η γυναίκα του, η Μπένι, είναι μια δραστήρια επαγγελματίας, κειμενογράφος σε μια διαφημιστική εταιρία και έχουν ένα μικρό αγοράκι. Για τις μέρες της απομόνωσης αποφασίζεται να μείνει στο σπίτι των γονιών του, που κι αυτοί είναι επιτυχημένοι εργαζόμενοι, αν και στα πρόθυρα της αφυπηρέτησης. Γύρω από αυτά τα βασικά πρόσωπα η συγγραφέας μπλέκει με μαεστρία το μυθιστόρημά της. Η αρρώστια, η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας, οι σχέσεις γονιών-παιδιών, η αποξένωση, η απιστία, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες της νιότης που γυρεύουν να ικανοποιηθούν έστω και αργά, η επαπειλούμενη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η πυρηνική καταστροφή που απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη, οι τωρινές σχέσεις μαύρων και λευκών και η ανάμνηση του πρόσφατου ακόμα απαρχάιντ, όλα προβάλλονται στο μυθιστόρημα της Γκόρντιμερ. Φαίνεται πως η ηλικία (είναι τώρα 83) δεν την άφησε ανεπηρέαστη. Παρόλο ότι μια αχτίδα αισιοδοξίας τρεμοπαίζει στο τέλος, νομίζω γενικά είναι ένα μελαγχολικό βιβλίο. Ωραίο, πολύ ωραίο, αλλά μελαγχολικό. Ή μήπως είναι η δική μου διάθεση που το χρωμάτισε έτσι;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

Μια μικρή περιπέτεια κι ένα ακόμη βιβλίο

"Πόσο παράξενο πράγμα, φίλοι μου, φαίνεται πως είναι αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν ευχάριστο. Τι περίεργη σχέση έχει από τη φύση του με κείνο που θεωρείται αντίθετό του, δηλαδή με το δυσάρεστο. Και τα δύο ποτέ δεν θέλουν να έρχονται ταυτόχρονα στον άνθρωπο. Όταν όμως κανείς επιδιώκει το ένα και το αποκτά, σχεδόν αμέσως είναι αναγκασμένος να αποκτά και το άλλο, σαν να είναι αυτά τα δύο αντίθετα πράγματα δεμένα από μία και την ίδια κορυφή".
Τα λόγια τούτα του Σωκράτη, καθώς υποδεχόμενος τους μαθητές του στη φυλακή, την τελευταία μέρα της ζωής του, αισθάνεται την ανακούφιση στο πόδι του που μόλις λύθηκε από τα δεσμά που του προκαλούσαν πόνο, μου ξανάρχονται στο νου, καθώς συνειδητοποιώ την ευχαρίστηση του να ξαναβρίσκομαι στο σπίτι μου, στο γνώριμο περιβάλλον, στη συντροφιά των βιβλίων και στην επικοινωνία του υπολογιστή, μετά από μια σύντομη παραμονή στο νοσοκομείο (δυο μέρες και μια νύχτα) για κάποιες εξετάσεις. Μια ευχαρίστηση που όσο την έχουμε δεν την εκτιμούμε όσο πρέπει.
Κρίμα που δεν μπορώ να πω το ίδιο για το βιβλίο που έτυχε να διαβάσω αυτές τις μέρες. Τίτλος "Σαν γυναίκα στο φιδάκι", συγγραφέας Μαργαρίτα Παπ (ψευδώνυμο) και είναι αυτοέκδοση που έγινε στην Κύπρο. Κρίμα να σπαταλιέται κάποιος που αποδεδειγμένα μπορεί να γράψει, στο να εκδώσει υπό τύπο μυθιστορήματος τα απωθημένα του, ένα είδος ψυχοθεραπείας διά της συγγραφής. Το βιβλίο εξιστορεί την προσπάθεια της συγγραφέως, μετά την επάνοδο από τις σπουδές της στην Ελλάδα, να βρει εργασία και να εγκλιματιστεί στο κυπριακό περιβάλλον. Είναι ένα δριμύ κατηγορώ για τα "μέσα", την καταπίεση των γονιών, του συζύγου, των εργοδοτών και όλων γενικά προς τη γυναίκα. Εξού και ο τίτλος που υπονοεί το γνωστό επιτραπέζιο παιγνίδι "Φίδια και σκάλες" που το ρίξιμο του ζαριού σε ανεβάζει ή σε κατεβάζει. Ζώντας κι εγώ στην κυπριακή κοινωνία, έχοντας κι εγώ σπουδάσει στην Ελλάδα, έχοντας συναντήσει κι εγώ δυσκολίες ως γυναίκα (και μάλιστα σε εποχές παλαιότερες από της συγγραφέως που τα πράγματα ήταν ακόμα δυσκολότερα για τη γυναίκα), βρίσκω το βιβλίο υπερβολικό και άδικο για την κοινωνία μας. Είμαστε βέβαια επαρχία, δεν μπορούμε να συγκριθούμε με την Αθήνα, όπως ούτε κι η Αθήνα με το Παρίσι. Αλλά από το σημείο αυτό ως το να μιλάμε για "αναχρονιστική κοινωνία", για "αρρωστημένη κοινωνία", για "μεσαίωνα", για "την πικρή πραγματικότητα της κυπριακής κοινωνίας", για κουτσομπολιό, ζήλεια και δουλοπρέπεια και δεν ξέρω τι άλλο που μας χαρακτηρίζει, είναι εντελώς απαράδεχτο. Άλλωστε, η ίδια πουθενά δεν φαίνεται ευχαριστημένη, την βάζουν να δουλέψει στο ταμείο δεν της αρέσει, την βάζουν σε άλλη υπηρεσία, πάλι ζητά να φύγει. Κι ενώ καταφέρεται τόσο εναντίον των "μέσων", η ίδια τα χρησιμοποιεί κατά κόρον. Δεν θέλω ν' ασχοληθώ περισσότερο μ' ένα βιβλίο που αντί να εκδοθεί θα 'πρεπε να αποτελέσει το περιεχόμενο συναντήσεων ψυχοθεραπείας. Και για να τελειώσω και πάλι με τον Σωκράτη. Στον "Κρίτωνα", όταν του προτείνουν να δραπετεύσει, αρνείται, παρουσιάζοντας τους προσωποποιημένους Νόμους να του λένε πως ποτέ δεν απαγόρευσαν σ' όποιον δεν του άρεσαν οι ίδιοι και η κατάσταση της πολιτείας, "να πάρει τα πράγματά του και να φύγει". Άραγε, το σκέφτηκε αυτό ποτέ η άγνωστη συγγραφέας, η φορτωμένη παράπονα με την κυπριακή κοινωνία;

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2006

Ένα μικρό διαμάντι

"Το χάρτινο σπίτι" του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες (Πατάκης, 2006) είναι πραγματικά ένα μικρό διαμαντάκι ανάγνωσης. Νομίζω πως σ' όλους τους βιβλιόφιλους αρέσει να διαβάζουν βιβλία που αναφέρονται σε...άλλα βιβλία. "Το χάρτινο σπίτι" είναι ένα σπίτι κτισμένο με βιβλία αντί με τούβλα! Είναι η σύντομη ιστορία ενός παθιασμένου βιβλιόφιλου, που όταν μια πυρκαγιά, που προκάλεσαν κεριά με τα οποία συνόδευε το διάβασμα βιβλίων του 19ου αι., έκαψε το αρχείο της ταξινόμησης των βιβλίων του, ήταν τόσο απελπισμένος, γιατί πια ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσει την τεράστια βιβλιοθήκη του, ώστε τα μάζεψε όλα, πήγε σε μια ερημική παραλία σε μια πόλη της Ουρουγουάης, κι έβαλε να του χτίσουν ένα σπίτι από βιβλία! Είναι η βιβλιοφιλία στην άκρα υπερβολή, που περιγράφεται από τον Αργεντινό συγγραφέα Ντομίνγκες με αγάπη και χιούμορ. Υπάρχουν αναφορές σε πλήθος άλλα βιβλία και συγγραφείς, κυρίως της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, υπάρχουν συνήθειες βιβλιόφιλων στις οποίες πολλοί από εμάς θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, υπάρχει πληθώρα αποσπασμάτων στο διάβασμα των οποίων χαμογελάμε με κατανόηση.
"Τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων"
"Τα βιβλία στο σπίτι μου προελαύνουν σιωπηλά, αθώα. Δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω"
"Συχνά είναι πιο δύσκολο να ξεφορτωθείς ένα βιβλίο παρά να το αποκτήσεις. Κολλάνε πάνω μας με ένα συμφωνητικό ανάγκης και λησμονιάς, σαν να ήταν μάρτυρες κάποιας στιγμής της ζωής μας που δεν θα ξαναζήσουμε".
"Υπάρχουν δύο ειδών βιβλιόφιλοι: Οι βιβλιοσυλλέκτες και οι βιβλιοφάγοι"
Ας σταματήσω όμως, γιατί κινδυνεύω να αντιγράψω ολόκληρο το βιβλίο.

Η ανεξήγητη γοητεία του "Κουρδιστού πουλιού"

Είναι από τις πολύ σπάνιες φορές που μ' αρέσει ένα βιβλίο και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί μου άρεσε. "Το κουρδιστό πουλί" του Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα, 2005) είναι ένας ογκωδέστατος τόμος 862 σελίδων που ομολογώ ότι (έτσι όπως συνήθως διαβάζω, στο κρεβάτι ή μισοξαπλωμένη στον καναπέ ή στο θαλασσινό μπαλκόνι κι όχι σκυμμένη πάνω από ένα γραφείο) μου έκοψε τα χέρια με το βάρος του. Το άφηνα για λίγο να ξεκουραστώ και πάλι το ξανάπιανα, περίεργη να συνεχίσω να ταξιδεύω σ' αυτό τον παράξενα γοητευτικό κόσμο του Μουρακάμι. Ιστορίες φαινομενικά ασύνδετες ή πολύ χαλαρά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Ένας άνδρας, ο Τόρου Οκάντα (που πολύ απέχει από τα δικά μας ανατολίτικα πρότυπα), που μένει αυτός στο σπίτι και κάνει τις δουλειές ενώ η γυναίκα του εργάζεται, ξεκινάει μια μέρα να βρει το γάτο τους που χάθηκε. Κι από κει ξεκινούν οι περιπέτειές του που θα 'λεγε κανείς πως θυμίζουν τις περιπέτειες της "Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων", όταν εκείνη ακολούθησε το κουνέλι. Δεν είναι απλώς δύσκολο να αφηγηθεί κάποιος το περιεχόμενο του βιβλίου, είναι εντελώς αδύνατο, εκτός αν γράψει κι ο ίδιος ένα άλλο βιβλίο. Συνδετικός κρίκος όλων των γεγονότων παραμένει ο Τόρου Οκάντα. Γνωρίζει μια δεκαεξάχρονη γειτόνισσά του, τη Μαγιού Κασαχάρα, μαθαίνει για ένα γειτονικό σπίτι που το συνοδεύει μια κατάρα, βλέπει στην αυλή του ένα αποξηραμένο πηγάδι στο οποίο κάποια μέρα θα κατεβεί για να συλλογιστεί, πολλές γυναίκες τον τριγυρίζουν, κάθε μια με τη δική της ιστορία, η γυναίκα του τον εγκταλείπει μια μέρα ξαφνικά για έναν άλλο άντρα και η ομολογία της σ΄ένα γράμμα για το τι ένιωσε για τον άλλο θα σόκαρε την ανδροκρατούμενη (ακόμα) κοινωνία μας, ακούμε για τον μάντη κύριο Χόντα, μέσω του πάμε στον υπολοχαγό Μαμίγια και στις φρικτές ιστορίες του από τον πόλεμο στη Μαντζουρία, ξαναγυρνάμε στη σύγχρονη Ιαπωνία και παρακολουθούμε μια συνομιλία μέσω κομπιούτερ, ακούμε σεξουαλικά τηλεφωνήματα, κυκλοφορούμε στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους του Τόκιο, ξαναπάμε πίσω στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφηγήσεις που δεν τελειώνουν. Υπάρχουν στο βιβλίο σκέψεις που θέλεις να υπογραμμίσεις, να ξαναγυρίσεις σ' αυτές και να συλλογιστείς, κάποτε υπάρχει μια απλοϊκότητα στην αφήγηση που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ο Μουρακάμι μας κοροϊδεύει προσποιούμενος ότι λέει σπουδαία πράγματα και υπάρχουν σκηνές που σου ανακατεύουν το στομάχι και που χαράζονται βαθιά στη σκέψη. Η σκηνή της περιγραφής του γδαρσίματος ενός ανθρώπου ζωντανού δεν μπορεί να ξεχαστεί ποτέ. Αλλά και η σκηνή της θανάτωσης ζώων στο ζωολογικό κήπο, όταν η Ιαπωνία ηττήθηκε και θα εγκατέλειπε τη Μαντζουρία καθώς και η εκτέλεση Κινέζων αιχμαλώτων με τη ξιφολόχχη είναι πολύ πιο φριχτές από τους σύγχρονους αποκεφαλισμούς αιχμαλώτων που παρακολουθήσαμε. Με εντυπωσίασε η περιγραφή αυτών των εγκλημάτων, όχι μόνο για τη δύναμη των εικόνων, αλλά και γιατί ένας Ιάπωνας δεν διστάζει να περιγράψει εγκλήματα Ιαπώνων. Αναρωτιέμαι πόσες επιθέσεις θα δεχόταν ένας Έλληνας συγγραφέας αν έκανε κάτι τέτοιο. (Ξέχασα, εμείς δεν κάνουμε εγκλήματα!!). Ο αναγνώστης ας μην περιμένει τη συνήθη λογική των βιβλίων. Όπως λέει κάπου και η Μαγιού Κασαχάρα "Πού υπάρχει λογική συνέπεια στον κόσμο;"

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2006

Writersland, Το νησί των συγγραφέων

Φαίνεται ότι είχα υπερεκτιμήσει το χρόνο που θα είχα το Σαββατοκύριακο παίρνοντας μαζί μου στο Ζύγι και τον Βλαντή και τον Μουρακάμι. Αλλά η θάλασσα ήταν τόσο προκλητικά ήρεμη και ζεστή και το φεγγάρι τόσο μαγευτικό καθώς ανέτελλε από το θαλασσινό ορίζοντα, που τελικά μόνο τον Βλαντή τελείωσα.
Πάντα μου άρεσαν τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας, καθώς και τα βιβλία που μιλούν για...άλλα βιβλία. Έτσι, μόλις διάβασα στο μπλογκ του Readers diggest για το Writersland του Νίκου Βλαντή (Κέδρος 2006), που συνδυάζει και τα δυο αυτά χαρακτηριστικά, έσπευσα να το προμηθευτώ. Δεν θα γράψω εκτενώς για το περιεχόμενο του βιβλίου, μια και ο Readers του κάνει μια εγκωμιαστική και λεπτομερή παρουσίαση στο post της 31ης Ιουλίου 2006 www.diavazo.blogspot.com Λίγα μόνο επιπλέον δικά μου σχόλια. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η γνώση του νεαρού συγγραφέα γύρω όχι μόνο από το έργο αλλά και τη ζωή παλιότερων και πιο σύγχρονων ομοτέχνων του. Πολλές φορές χαμογέλασα με την τόσο χαρακτηριστική περιγραφή προσώπων, από την οποία δεν λείπει η λεπτή, τρυφερή θα έλεγα, σάτιρα. Γράφει για παράδειγμα για τον Κάφκα:"Μόλις άδειασε το αμφιθέατρο, τελευταίος βγήκε ο Κάφκα, κουκουλωμένος στο κακοραμμένο και χοντροκομμένο παλτό του. Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε ψυχή, κίνησε με γοργό βήμα προς το σπίτι του, τη μοναξιά και την απελπισία του, για να ξαναχαθεί σ' ένα λαβυρινθώδες κείμενο που δεν έβγαζε πουθενά και σίγουρα δεν θα βοηθούσε κανέναν αν το διάβαζε, γιατί δεν κατάφερνε να σώσει τον ίδιο από τον πνιγηρό του εαυτό, ούτε να τον κάνει να αισθανθεί λιγότερο μόνος, κάτι νύχτες σαν αυτή". Ο Πόε, ο Χέμινγουαιη, η Ντυράς, ο Δουμάς, η Λέσινγκ, ο Ευγενίδης (προπάντων αυτός), ο Μπωντλαίρ, ο Κόναν Ντόυλ, ο Ρεμπώ, η Αλιέντε, ο Στήβεν Κίνγκ και πλήθος άλλοι είναι οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Πρωτότυπο και διασκεδαστικό. Με πιο μετριασμένο όμως ενθουσιασμό από τον Readers έχω δύο ενστάσεις. Πρώτον, ότι επινοεί υπερβολικά πολλούς όρους για τη ζωή της φανταστικής εποχής του 22ου αι. Όταν για παράδειγμα, διαβάζουμε το 1984 του Όργουελ, δεν έχουμε ανάγκη από ερμηνεία όρων για να μεταφερθούμε και να κατανοήσουμε τη μελλοντική εποχή που περιγράφει. Το ίδιο και με τα έργα του Ισαάκ Ασίμωφ, για να αναφέρω δυο μόνο συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Γι' αυτό, πιστεύω, αν ο Βλαντής χρησιμοποιούσε λιγότερο τη φαντασία του θα ήταν καλύτερα. Η δεύτερή μου επιφύλαξη αφορά τις πληροφορίες που μας δίνει ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου για τους αναφερόμενους συγγραφείς. Ίσως, κοντά στα βιογραφικά των φανταστικών του ηρώων θα έπρεπε να προσθέτει και τα αυθεντικά χαρακτηριστικά των συγγραφέων τους οποίους μιμούνται. Για να γίνω πιο κατανοητή. Όταν γράφει για την Έμιλυ Μπροντέ ότι γεννήθηκε το 2047 και έργον της είναι τα Ψηφιοδαρμένα Ύψη, ή για τον Μπωντλαίρ ότι έζησε το 2100-2129 και έργο του είναι Τα bytes του κακού και για όλους τους άλλους ανάλογα, είναι φανερό ότι το βιβλίο του Βλαντή μπορεί να εκτιμηθεί και να αρέσει μόνο σε κοινό που διαθέτει ανάλογες με του συγγραφέα αναγνωστικές εμπειρίες, για να μπορέσει να απολαύσει τη φαντασία και το χιούμορ του χωρίς να συγχιστεί.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2006

Το κορίτσι με το τατουάζ

Πρώτη φορά καθυστερώ τόσο να ενημερώσω το μπλογκ μου. Ο λόγος; Διάβαζα τρία βιβλία ταυτόχρονα (πράγμα όχι ασυνήθιστο). Μόλις χτες τέλειωσα το ένα, "Το κορίτσι με το τατουάζ" της Τζέις Κάρολ Όουτς (Καστανιώτης, 2006). Τα άλλα δυο, "Το κουρδιστό πουλί" του Μουρακάμι και το "Writersland" του Νίκου Βλαντή, τα παίρνω μαζί μου για παραθαλάσσιο τελείωμα. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Όουτς. Δεν έτυχε. Ειδικά "Το κορίτσι με το τατουάζ" που το έβλεπα διαρκώς στους πάγκους των βιβλιοπωλείων μου θύμιζε κάτι από "ροζ λογοτεχνία" και το απέφευγα. Όμως δεν είχα δίκαιο. Είναι καλή η Όουτς. Αφιερωμένο στον Φίλιπ Ροθ, δικαιολογημένα μια και το θέμα του αντισημιτισμού κατέχει κυρίαρχη θέση, θίγει ταυτόχρονα και άλλα θέματα: κοινωνικές τάξεις, ανισότητα ευκαιριών, πλούτος και φτώχεια, μόρφωση και αγραμματοσύνη, εκπροσωπούμενα από τους δυο κεντρικούς ήρωες, τον εργένη, πλούσιο, Εβραίο συγγραφέα Τζόσουα Ζιγκλ και την περιθωριοποιημένη, φτωχή, αγράμματη, σημαδεμένη Άλμα Μπους. Τι θα συμβεί όταν η συμπάθεια (ο οίκτος;), η προσφορά από τον υπερέχοντα δεν καταφέρνει να διαπεράσει το σκληρό κέλυφος που οι συνθήκες δημιούργησαν στη φτωχή Άλμα και η ανταπόδοση είναι το μίσος; Βέβαια, πριν από το τραγικό τέλος γίνεται η ανατροπή, η σκληρότητα σπάει, η Άλμα επιτέλους αγαπά τον εργοδότη της, αλλά μου φαίνεται πως αυτή η μεταστρφή γίνεται κάπως βεβιασμένα, δεν δικαιολογείται επαρκώς. Ωραία, ελκυστική γραφή και πολύ ωραία μετάφραση του Βασίλη Αμανατίδη. Μου άρεσε όπως η Όουτς χρησιμοποιεί τον αφηγημένο εσωτερικό μονόλογο, πιο πολύ για την Άλμα, φανερώνοντας έτσι την εσωστρέφεια, το κλειστό του χαρακτήρα της. Ένα ενδιαφέρον βιβλίο, γι' αυτό φαίνεται στην κούρσα των τριών βιβλίων που διάβαζα ήρθε πρώτο. (Να μην ξεχνάμε όμως ότι ο Μουρακάμι είναι πάνω από 800 σελίδες και τον Βλαντή χτες τον άρχισα. Για να μην τους αδικώ, βέβαια).

Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ- Έζησα έρημος και ισχυρός

Το φαινόμενο του θανάτου με απασχόλησε από τα νεανικά μου χρόνια. Το μελέτησα στη θρησκεία, στην πλατωνική φιλοσοφία, στην ίδια τη ζωή. Αυτός ήταν ο λόγος που η περίπτωση του Δημήτρη Λιαντίνη, η δική του μελέτη θανάτου και η δική του "αυτοθέλητη" έξοδος από τη ζωή (περίεργο, όταν πρόκειται για τον Λιαντίνη κατά κανόνα αποφεύγεται η λέξη "αυτοκτονία") μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν είχα παρακολουθήσει στις λεπτομέρειές της στον ελλαδικό τύπο την εξαφάνισή του το 1998, ούτε την ανεύρεση των οστών του το 2005. Είχα μόνο διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του "Γκέμμα", δώρο μιας φίλης, όταν ακόμα δεν ήξερα σχεδόν τίποτα περί Λιαντίνη. Με είχαν εντυπωσιάσει, θυμάμαι, οι πρωτότυπες ιδέες και η ωραία, τελείως προσωπική έκφραση. Γι' αυτό τώρα, μόλις είδα την έκδοση του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου για τον Λιαντίνη (Λιβάνης, 2006), δεν έχασα καιρό. Διάβασα το βιβλίο (374 σελίδες) μέσα σε δυο μέρες. Ο Αλικάκος πιστεύω έκανε καλή δουλειά. Οι δικές του παρεμβάσεις ελάχιστες. Μιλά ο Λιαντίνης μέσα από δεκάδες επιστολές του και αποσπάσματα από το έργο του, μιλούν γι' αυτόν συγγενείς, φίλοι, μαθητές του. Δεν κρίνω το βιβλίο λογοτεχνικά. Το συστήνω όμως για όποιον ενδιαφέρεται για την ξεχωριστή αυτή περίπτωση ανθρώπου, πανεπιστημιακού δασκάλου, στοχαστή, συγγραφέα, παρά την αντίδραση της συζύγου του για το βιβλίο. Κι ακόμα, όποιος ενδιαφέρεται για συζητήσεις τόσο για το βιβλίο όσο και γενικότερα για τον Λιαντίνη μπορεί να ανατρέξει στο www.Liantinis.gr

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ (Η συνέχεια)


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ (Η συνέχεια)
Μετά από ένα δροσιστικό, απολαυστικό τριήμερο στη θάλασσα του Ζυγιού, επανέρχομαι με ανανεωμένες τις δυνάμεις και ξεπληρώνω το χρέος της περασμένης εβδομάδας.Δεν είχα ως τώρα διαβάσει Χωμενίδη, λόγω μιας προκατάληψης, ομολογώ, εξαιτίας της προβολής της οποίας έτυχε από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, αλλά και γιατί ο λόγος του σε μια ραδιοφωνική εκπομπή στην Κύπρο μου φάνηκε υπεροπτικός. Τώρα, όμως, μετά από τόσα βιβλία, δεν γίνεται, είπα, να μην τον ξέρω. Έτσι διάβασα "Το σπίτι και το κελλί". Ναι, ο Χωμενίδης είναι ένας παραμυθάς, δηλ. ξέρει να αφηγείται και να κρατά τον αναγνώστη. Από κει και πέρα όμως το βιβλίο του "μπάζει" από πολλές πλευρές. Λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του (εφημ. Φιλελεύθερος, 9/7/2006):" Είναι σαν μια τοιχογραφία εποχής. Παρελαύνουν πάρα πολλά πρόσωπα, τα οποία πλάθουν όλα μαζί την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας". Λυπάμαι, αλλά αρνούμαι να δεχτώ ότι η μεταπολεμική Ελλάδα είναι μόνο αυτοί οι δολοφόνοι, οι τρομοκράτες, οι ομοφυλόφιλοι, οι βασανισμένοι μικροαστοί, όλοι έτοιμοι να δωροδοκηθούν, ή οι κενόδοξοι πλούσιοι των δεξιώσεων. Αρνούμαι να δεχτώ πως το αναγνωστικό κοινό θέλει οπωσδήποτε ισχυρές δόσεις...σεξ. Δεν είμαι καθόλου σεμνότυφη, αλλά ποια η ανάγκη να μας παρουσιάζει τον ήρωά του, τον Δημήτρη Γκίκα, ενώ βρίσκεται σε μια πολυπληθή δεξίωση, να κλείνεται σ' ένα δωμάτιο και να παρακολουθεί στην τηλεόραση σκληρό πορνό, το οποίο ο Χωμενίδης περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια; (Κι αυτό ένα παράδειγμα είναι μόνο). Ως προς το γενικότερο όμως θέμα του βιβλίου, με ενοχλεί αυτή η ανάμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Γιατί αυτή η γελοιοποίηση των μελών της "17 Νοέμβρη"; Γιατί μια παρωδία της δίκης τους; Θα μπορούσε να είχε γράψει ένα θαυμάσιο ρεαλιστικό μυθιστόρημα με αναπάρασταση των πραγματικών γεγονότων, με εμβάθυνση στους χαρακτήρες, με διερεύνηση των αιτίων. Αυτό όμως θα απαιτούσε μακροχρόνια έρευνα, στοιχεία και ντοκουμέντα και όχι μόνο φαντασία θρεμμένη από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ. Ή θα μπορούσε, αν ήθελε, να γράψει ένα καθαρό μυθιστόρημα, χωρίς να "φωτογραφίζει" πρόσωπα παρωδώντας τα. Πολλά άλλα είναι τα κενά που παρουσιάζει το μυθιστόρημα του Χωμενίδη. Για παράδειγμα δεν λειτουργούν όλα "κατά το εικός και αναγκαίον". Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτουν οι αποκαλύψεις του Σαντορίνη προς τον Γκίκα για τη δράση της "Εταιρείας". Όμως η προθυμία του Γκίκα να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για να αγοράσει αυτές τις πληροφορίες ελάχιστα δικαιολογείται. Κι εκείνο το μοναστήρι, κι εκείνοι οι παπάδες που χρηματοδοτούσαν στην αρχή την "Εταιρεία" (άραγε επίδραση του Νταν Μπράουν και του "Κώδικα";) στη συνέχεια ξεχνιούνται εντελώς. Και ποιος μπορεί να φανταστεί τον πρόεδρο μιας μεγάλης επιχείρησης να πηγαίνει ο ίδιος στο Μπραχάμι για να εισπράξει το ενοίκιο ενός διαμερίσματος;(!!!) Και τι σχέση έχει το επεισόδιο αυτό με το όλο έργο; Μόνο και μόνο για να του θυμίσει η ενοικιάστρια τη Μάγδα; Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ, αλλά φοβάμαι ότι ένα εκτενές μπλογκ θα αποθαρρύνει τους πιθανούς αναγνώστες. Συνοψίζοντας: Ο Χωμενίδης σίγουρα είναι "διαβαστερός". Σίγουρα διαθέτει μεγάλη συγγραφική ικανότητα. Δυστυχώς δεν την αξιοποιεί όπως και όσο θα μπορούσε.
posted by anagnostria at 12:41 PM 0 comments

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ

Μέσα στο λευκωσιάτικο καύσωνα των 40 βαθμών κράτησε για δυο μέρες τη σκέψη μου απασχολημένη το τελευταίο βιβλίο του Χωμενίδη "Το σπίτι και το κελλί", αλλά δεν αντέχω να γράψω τις σκέψεις μου. Φεύγω, δραπετεύω στη δροσιά της θάλασσας. Θα σας τα πω, Θεού θέλοντος, τη Δευτέρα.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Ian Mc Ewan, Σάββατο

Τι ευτυχία, να κάθεσαι στο μπαλκόνι σου που κρέμεται πάνω από τη θάλασσα και να διαβάζεις ένα καλό βιβλίο! Το προηγούμενο Σαββατοκυρίακο με τις "Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου", προχθές με το "Σάββατο" του Ian Mc Ewan (2005, στα Ελληνικά, Νεφέλη, 2006). Το πήρα γιατί μου είχε αρέσει και "Η εξιλέωση" και πραγματικά δεν με απογοήτευσε. Ένα Σάββατο στο Λονδίνο με κεντρικό ήρωα ένα νευροχειρουργό, τον Χένρυ Περόουν. Βαδίζοντας στ' αχνάρια του Τζόυς που ο ογκωδέστατος "Οδυσσέας" του είναι η περιγραφή μιας μέρας μόνο του μίστερ Μπλουμ, το οποίο μιμήθηκαν ουκ ολίγοι (θυμάμαι τώρα τον Σολζενίτσιν, νομίζω πιο πρόσφατα και ο Ντε Λίλο), ο Μακ Γιούαν σε κάπου 400 σελίδες παρακολουθεί τον ήρωά του. Ο Περόουν είναι 48 χρονών, παντρεμένος με μια επιτυχημένη δικηγόρο, σφοδρά ερωτευμένος με τη γυναίκα του και έχει δύο μεγάλα παιδιά, το ένα ευαίσθητος μουσικός και το άλλο αξιόλογη ποιήτρια. Αυτό το Σάββατο η γυναίκα του έχει μια σημαντική επαγγελαμτική συνάντηση κι εκείνος θα το περάσει μόνος. Θα παίξει σκουός μ' ένα συνάδελφο, θα ψωνίσει ψάρια για το βράδυ που θα έχουν ένα οικογενειακό δείπνο, θα πάει να δει τη μητέρα του σ' ένα ίδρυμα, θα παρακολουθήσει μια πρόβα με το συγκρότημα του γιου του και τέλος θα φτιάξει τη ψαρόσουπα για το βράδυ. Αυτές είναι οι ενέργειές του αυτή τη μέρα. Όμως οι σελίδες του βιβλίου γεμίζουν με τις σκέψεις του για τις εχειρίσεις της προηγούμενης μέρας, για τον έρωτα που έκανε το πρωί με τη γυναίκα του, για το πώς την είχε γνωρίσει, για ένα αεροπλάνο που βλέπει να πέφτει, για μια διαδήλωση εναντίον του πολέμου στο Ιράκ, με ένα επεισόδιο στο δρόμο καθώς πάει για το σκουός, επεισόδιο που θα έχει καταλυτικές συνέπειες στο τέλος της μέρας και που παρ' όλίγο να εξελιχθεί σε τραγωδία. Οικογενειακές σχέσεις, πολιτικές απόψεις (εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συζήτηση που έχει με την κόρη του σχετικά με την επικείμενη εισβολή στο Ιράκ), σκέψεις για τη ζωή αλλά και τη λογοτεχνία, περιγραφή των δρόμων του Λονδίνου τους οποίους διασχίζει καθώς και της γειτονιάς του, αλλά προπάντων η τέχνη του συγγραφέα στην αφήγηση αποδεικνύονται δελεαστικά για τον αναγνώστη. Τα τρωτά του βιβλίου κατά την άποψή μου είναι οι πολλές λεπτομερέστατες περιγραφές των εγχειρίσεων εγκεφάλου. Όχι μόνο γιατί περιέχουν άγνωστη ορολογία, αλλά γιατί καταντούν κουραστικές με την επανάληψή τους. Μια θα ήταν αρκετή, νομίζω. (Μπράβο όμως στον συγγραφέα. Όπως λέει ο ίδιος, για δύο χρόνια παρακολουθούσε ένα διάσημο χειρουργό να χειρουργεί). Κουραστική βρήκα επίσης τη λεπτομερέστατη περιγραφή του αγώνα του σκουός, ίσως γιατί και εκεί αγνοώ το παιγνίδι και την ορολογία του. Γενικά όμως είναι ένα βιβλίο γραμμένο από ένα τεχνίτη του λόγου, ένα βιβλίο το οποίο δεν μπορείς να αφήσεις πριν το τελειώσεις και για το οποίο δεν νιώθεις ότι έχασες την ώρα σου.
Υ.Γ. Δεν ξέρω αν έγινε κάπως βιαστικά η ελληνική έκδοση. Η "Νεφέλη" όμως δεν μας είχε συνηθίσει σε τόσα τυπογραφιά λάθη. Νομίζω και η μετάφραση ήθελε πιο πολλή προσοχή. Όχι λίγες φορές ξαναδιάβαζα μια πρόταση για να καταλάβω το νόημα.

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΑΥΤΟΣΗΜΟΥ

Είχα πριν από καιρό διαβάσει ένα άλλο βιβλίο της Εύας Ομηρόλη (τη "Σεισάχθεια") από το οποίο δεν θυμόμουν τίποτα. Και δεν επρόκειτο βέβαια να διαβάσω άλλο δικό της, αν δεν με έπειθε ο ενθουσιασμός του αδελφού μου γι' αυτό. Κι αν πίεσα τον εαυτό μου κι έφτασα ως το τέλος (προδιαγεγραμμένο και γνωστό εξ αρχής) είναι για να είμαι δίκαιη στην κριτική μου. Εν πρώτοις η λογοτεχνία δεν κάνει κήρυγμα, δεν είναι κατηχητικό να μας διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε και ότι πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το διπλανό μας, όπως κάνει η συγγραφέας. Κι έπειτα, το ενδιαφέρον αυτό μπορεί να εξικνείται ως το σημείο να κλέβουμε ξένα κλειδιά, να παραβιάζουμε ξένα διαμερίσματα για να ενδιαφερθούμε για τις φωνές που ακούγονται; Και τι αστυνομική πλοκή μπορεί να έχει ένα έργο που το...μυστήριο των φωνών αποκαλύπτεται στη σ. 170, ενώ το έργο συνεχίζεται ως την 425; Και πολλά άλλα απίθανα συμβαίνουν ως προς την υπόθεση, π.χ. ο νεαρός πρωταγωνιστής, που παρακολουθεί εντατικά μαθήματα για να πάρει μέρος σ' ένα διαγωνισμό, του οποίου οι νικητές θα κερδίσουν μια υποτροφία για την Αμερική, κινδυνεύει, όταν καθυστερεί μια μέρα να πάει στο μάθημα, να χάσει το δικαίωμα συμμετοχής, πώς ύστερα απουσιάζει τρεις μέρες και δεν τρέχει τίποτα; Και άλλα βέβαια αδικαιολόγητα που δεν αξίζει τον κόπο να αναφέρω. Το χειρότερο όμως για μένα είναι το πατερναλιστικό και αφ' υψηλού ύφος της συγγραφέως ως προς τη γλώσσα. Δηλαδή με θεωρεί ως αναγνώστη ανίδεο να ξέρω τι σημαίνει "πελιδνός" και μου το εξηγεί σε γλωσσάριο στο τέλος!!!Από την άλλη όμως, όποιος από σας λέει "Θα κάνω ένα καταιονισμό" αντί "θα κάνω ένα ντους", ή "τον κοίταξε σκαρδαμύσσοντας" αντί "ανοιγοκλείνοντας τα μάτια", ή "λειτούργησε ως αυτεπίστροφο" αντί "μπούμερανγκ", ας διαβάσει την κ. Ομηρόλη, γιατί δεν θα χρειάζεται να γυρίζει κάθε λίγο πίσω στο γλωσσάριό της.
Πολύ συχνά ο αναγνώστης σκοντάφτει σε εξυπνακίστικες σκέψεις όπως "Όταν είμαι στενοχωρημένη, δε φοβάμαι, γιατί ό,τι κι αν συμβεί έχω στενοχωρηθεί κιόλας...", ή αυτονόητα, "χωρίς δίδακτρα, δηλαδή δωρεάν", κλπ. Και τι να πω για τους υποτιθέμενους γρίφους με τους οποίους διανθίζει το βιβλίο; Κάτι που "είπε ένας σοφός" είναι μια γνωστή ιστορία του ...Χότζα, ένα δε αίνιγμά της μου το υπέβαλε πριν από λίγες μέρες για να το απαντήσω η εγγονή μου, ηλικίας έξι χρονών!! Δεν θεωρώ σκόπιμο να συνεχίσω, αλλά όποιος βρει τη σημασία της έκφρασης "διέκδυσις μυών", χωρίς να χρησιμοποιήσει λεξικό, θα πάρει από μένα δωρεάν την "Αρχή του ταυτόσημου".

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

"Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου" του Ευγένιου Αρανίτση (Νεφέλη, 1993). Ένα βιβλιό ηλικίας 13 χρόνων που μόλις τώρα περιέπεσε στην αντίληψή μου, μετά από σύσταση ενός νεαρού φίλου συγγραφέα και του ιδίου. Πολύ θα ήθελα να είχα την πολυτέλεια του χρόνου να το ξαναδιαβάσω, αν όχι ολόκληρο, τουλάχιστον πολλά αποσπάσματά του. Η πρώτη ανάγνωση είναι πάντα κάπως βιαστική, γιατί θέλεις να δεις την εξέλιξη του μύθου, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν νομίζω ότι έχει τόση μεγάλη σημασία (ο μύθος) (το βάζω αυτό στην παρένθεση μιμούμενη τον Αρανίτση που συνεχώς τη χρησιμοποιεί (την παρένθεση) σαν να μας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, σαν να μας λέει «το διευκρινίζω γιατί μπορεί να το παίρνατε κι αλλιώς). Ένα βιβλίο 552 σελίδων. Θα μπορούσε να είχε σταματήσει και στην 400η σελίδα, όπως και θα μπορούσε να το συνεχίσει άλλες 500. Πρωταγωνιστής εδώ, πιστεύω, δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά το ύφος. Τα πρόσωπα, παρόλο που και αυτά έχουν σημασία, είναι καρικατούρες. Όπως ο γελοιογράφος απεικονίζει ένα πρόσωπο που αμέσως αναγνωρίζουμε, αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα στην υπερβολή, το ίδιο κάνει και ο Αρανίτσης με το λόγο. Με βασικούς ήρωες μια αθηναϊκή οικογένεια που απλώνεται σε τρεις γενιές, επικεντρωμένος κυρίως στην τριακονταετία 1960-1993, αλλά και με αναδρομές σε προηγούμενες εποχές, σατιρίζει τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό του που τον παρουσιάζει σαν ένα απλώς εξωτερικό παρατηρητή όλων όσων περιγράφει λέγοντας συχνά «δεν μπορώ να πω», «δεν έχω ιδέα», «ούτε κι εγώ ξέρω» και άλλα παρόμοια. Το σκωπτικό του ύφος δεν χαρίζεται σε κανένα, σατιρίζει με αυτό τα πάντα, τις οικογενειακές σχέσεις, τις νεανικές φιλίες, τις εξωσυζυγικές σχέσεις, το επάγγελμα, την ψυχαγωγία, την τέχνη, την εργατική αλλά και τη μεγαλοαστική τάξη, τη μόδα, την πολιτική, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Αρκεί να δούμε, για παράδειγμα, πώς περιγράφει το θάνατο του Κιντή (σ. 19) την ώρα που έπαιζε μπριτζ, ή το θάνατο από ατύχημα της μικρής Θεοδώρας (σ.37). Ή να συγκρίνουμε το θάνατο ενός άλλου μικρού κοριτσιού, όπως τον περιγράφει η Ζυράνα Ζατέλλη (στο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθυς Ερέβους»). Και η Ζατέλλη με λεπτομέρειες, αλλά εκεί είναι με όλη την τραγικότητα, εδώ σου έρχεται να χαμογελάσεις. Τα πολιτικά γεγονότα μιας περίπου πεντηκονταετίας περνάνε οιονεί παρεμπιπτόντως. Από τους γάμους του Παύλου με την Φρειδερίκη, ως το Πολυτεχνείο και τη χούντα κι ως τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τις εκλογές είναι σαν άτακτα ριγμένες πινελιές αλλά τα καρφιά του τα μπήγει ο Αρανίτσης. Καταπληκτική η σκηνή με τον Παπανδρέου (τον Ανδρέα) όταν σε μια δεξίωση τον συναντά η Αμαλία, από τα βασικά πρόσωπα του βιβλίου (σ.210-212). Δεν αντέχω να μην υποκύψω στον πειρασμό να αντιγράψω μια σκέψη του συγγραφέα: « Επειδή τους συλλογισμούς του Παπανδρέου δεν τους καταλάβαινε κανείς, δεδομένου ότι τους διατύπωνε με λέξεις που είχε επινοήσει ο ίδιος, περιβάλλονταν (αυτοί οι συλλογισμοί), στην εκφορά τους, από ένα φωτοστέφανο εγκυρότητας, την οποία η Αμαλία εισέπραξε στο ακέραιο». Και οι λεπτομέρειες, α, οι λεπτομέρειες. Εκεί είναι που δικαιώνεται πλήρως και ο τίτλος αλλά και η πρωτοτυπία του βιβλίου. Αναφέρω μόνο μια σκηνή. Οι δυο νεαρές φίλες, η Δανάη και η Μαριλένα έχουν βγει από το σινεμά, στο δρόμο αγόρασαν ένα πακέτο τσιγάρα και αποφασίζουν να καπνίσουν ένα μισο-μισό, όταν βλέπουν να έρχεται ένα καθηγητής τους. Ε, λοιπόν, η περιγραφή της κίνησης που κάνει το χέρι της Μαριλένας, που εκείνη τη στιγμή κρατούσε το τσιγάρο, παίρνει σχεδόν μια σελίδα!
Ένα άλλο σημείο της γοητείας του Αρανίτση είναι ο φόρος τιμής που αποτίνει σε λογοτέχνες μιμούμενος το ύφος ή παραφράζοντάς τους, αν και δεν είμαι σίγουρη αν τους κοροϊδεύει και λιγάκι.. Για παράδειγμα στη σ. 211 υπάρχει ολοφάνερη παράφραση του Καβάφη (Ο ύπατος τους έβαλε κοντά του να καθίσουν. Ευγενικά τους μίλησε κλπ.), με βεβαιότατη τη σάτιρα για τον Παπανδρέου. Στη σ. 410 υπάρχει σαφέστατη αναφορά στο ποίημα του Εγγονόπουλου «Πρωινό τραγούδι», αλλά νομίζω με ειρωνική διάθεση, ενώ στη σ. 499 έχουν την τιμητική τους ο Ελύτης και τα νησιά. Ας περιοριστώ σ’ αυτές μόνο τις αναφορές, αν και πολύ θα ήθελα να εξακριβώσω αν το καθαρευουσιάνικο απόσπασμα της σ. 247 (« Η νεαρά γυνή εφαίνετο ζώσα ονειρώδη ζωήν…») είναι από τον Ροΐδη, που όπως φαίνεται στάθηκε μεγάλος δάσκαλος για τον Αρανίτση. Προπάντων όσον αφορά τις παρομοιώσεις οι οποίες βρίθουν σε βαθμό πληθωρισμού μέσα στο έργο και στις οποίες στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η γοητεία της σάτιράς του. Και τι γνώσεις νομικής (εκτός αν όλα εκείνα τα άρθρα των νόμων που αναφέρει είναι πλασματικά, μέρος κι αυτό της σάτιράς του) και τι γνώσεις μουσικής (εδώ όμως είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για ουσιαστικές γνώσεις) και τι γνώσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας!
Το βιβλίο του Αρανίτση δεν είναι εύκολο. Είναι όμως γοητευτικότατο.

Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

ΝΑΝΤΙΑ

Υπάρχουν βιβλία για τα οποία διερωτάσαι γιατί γράφτηκαν και προπάντων γιατί εκδόθηκαν. Ένα απ' αυτά το "Νάντια" της Λένας Διβάνη, εκδ. Μελάνι, 2006, νουβέλα. Το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί πολύ επιτυχημένο μόνο αν στόχος της συγγραφέως ήταν η διαφήμιση του Hondos της Ερμού!

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

ΠΟΛΥ ΒΟΥΤΥΡΟ ΣΤΟ ΤΟΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Σκαμπαρδώνη "Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου" (Κέδρος,2006). Δεν ξέρω τι να πω. Είμαι ακόμα βυθισμένη σε κείνη τη μακρινή (;) εποχή του 1963, περπατώ στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, ακούω τις ζητωκραυγές του πλήθους που συγκεντρώθηκε να υποδεχτεί τον Ντε Γκωλ, θυμάμαι πρόσωπα και γεγονότα. Όμως ταυτόχρονα νιώθω πως βγήκα από ένα κόσμο εντελώς άγνωστό μου, τον κόσμο του παρακράτους, του περιθωρίου, χαρτοπαίκτες, χασικλήδες, φονιάδες, βασανιστές, ομοφυλόφιλους, "κολλητήρια", απατεώνες, διπλούς πράκτορες, πατριδοκάπηλους, φτωχούς και βασανισμένους που επινοούν το κάθε τι για να επιβιώσουν (ακόμα και νομίσματα καταπίνει κάποιος που του πετούν άλλοι για χάζι, τα οποία ύστερα, στο σπίτι του αφοδεύει, πλένει και ...βγάζει έτσι το μεροκάματο!). Πρόσωπα που και μόνο το παρωνύμιο με το οποίο είναι κυρίως γνωστοί, Εικοσιδυός ή Κινητό Κρεοπωλείο, Αφρός, Βεδουίνος, Σιδεροφάγος, ο Καίσαρας, ο Μπέμπαρος, ο Σφυριχτός και πλήθος άλλοι, τόσοι που δεν τους συγκρατείς εύκολα, είναι χαρακτηριστικά της παρανομίας στην οποία κινούνται και δρουν. Σκηνές του εμφυλίου, σκληρές σκηνές όπως "Το κατσαβίδιασμα" ή η περιγραφή της κομμένης κεφαλής του Άρη (τι να πρωτοθυμηθώ απ' αυτό το μυθιστόρημα), που όμως εναλλάσσονται με σκηνές γεμάτες χιούμορ, ένα χιούμορ ειρωνικό, ανατρεπτικό. Οι ήρωές του, όλοι οι φτωχοδιάβολοι της τότε Θεσσαλονίκης, φαίνονται να τη γλεντάνε τη φτώχια και την περιθωριοποίησή τους. Γλώσσα σε πλήρη εναρμόνιση με τα πρόσωπα, με λεξιλόγιο που καθόλου δεν προβληματίζεται για την κοσμιότητά του. Λέξεις όπως γαμ.. ή σκ...ή άλλες ανάλογες είναι μόνιμες στους διαλόγους του και σκηνές όπως μια πεταμένη ροχάλα όχι λίγες φορές προκαλούν την αηδία. Ένας λογοτεχνικός νατουραλισμός που ορισμένες στιγμές δύσκολα αντέχεται. Διερωτώμαι αν ήταν τόσο απαραίτητος. Το παρομοίασαν με το "Ζ", αλλά ούτε κατά διάνοια, νομίζω, εκτός ίσως το ίδιο χρονικό διάστημα στο οποίο διαδραματίζεται (17-19 Μαΐου 1963) αν και σταματά εκεί που αρχίζει το "Ζ". Βρίσκομαι σε μια αμφιθυμία. Από τη μια αναγνωρίζω το δυνατό γράψιμο, από την άλλη σκέφτομαι πως οι δύσοσμες αυτές αναθυμιάσεις χρειάζονται ένα πολύ γερό λογοτεχνικό στομάχι, που δεν ξέρω πόσοι διαθέτουν. Κι ακόμα προβληματίζομαι για την ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου είδους λογοτεχνίας.