Κυριακή, Ιουνίου 23, 2019

Εκεί που ζούμε

Χρίστος Κυθρεώτης
Εκεί που ζούμε
Πατάκης, 2019
"Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια  ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν, όπως επίσης-και ακόμα καλύτερα-τι ήτανε η Σχολή του Αμμωνίου Σακκά. Να μας πει όμως για ποιο λόγο συνιστά ποίηση "της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι" και, από το άλλο άκρο, το "μια κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν", ποτέ. Ούτε θα ήταν δυνατό".
Αυτή η σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη από το δοκίμιό του "Η μέθοδος του "ΑΡΑ" με κυνηγούσε καθώς διάβαζα και προπάντων όταν τέλειωσα το μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη "Εκεί που ζούμε". Γιατί μου  άρεσε αυτό το βιβλίο; Γιατί το διάβαζα με τόση απόλαυση και ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που δεν έχει συγκλονιστικά γεγονότα, ούτε ιστορικές πληροφορίες, ούτε πρωτότυπη πλοκή, ένα βιβλίο που καταγράφει απλώς μια μέρα από τη ζωή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, του νέου δικηγόρου Αντώνη Σπετσιώτη; Εκτός από τον "Οδυσσέα" του Τζόυς, πολύ λίγα βιβλία ξέρω που η διάρκειά τους είναι μόνο ένα εικοσιτετράωρο. Θυμάμαι τώρα το "Στην ακτή" του ΜακΓιούαν, ή την "Κυρία Νταλλογουαίη", της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Μακριδάκη, αλλά, αν εξαιρέσουμε τον "Οδυσσέα", τα υπόλοιπα είναι ολιγοσέλιδα. Όμως το βιβλίο του Κυθρεώτη αριθμεί 440 σελίδες κι ούτε στιγμή βαριέσαι κι ούτε θέλεις να διακόψεις την ανάγνωση πριν φτάσεις στο τέλος.
Τέσσερις μόνο υποχρεώσεις προγραμματίζει για μια Παρασκευή του 2014 ο Αντώνης: Να παραστεί στο δικαστήριο ως συνήγορος μιας κυρίας που εξαπατήθηκε από ένα Ινστιτούτο Αισθητικής και έφτασε να χρωστάει 75 χιλιάδες ευρώ, τα οποία βέβαια αδυνατεί να πληρώσει, να συναντήσει ύστερα σε μια καφετέρια τη Στέλλα, ένα παλιό του δεσμό, τον οποίο είχε από καιρό διακόψει, ακολούθως να συνοδέψει τον πατέρα του που έπρεπε να παραδώσει το γεωτρύπανό του στον Ορχομενό για να τον μεταφέρει πίσω και, τέλος, αν προλάβει, να περάσει αργά το βράδυ από ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα είχε μαζέψει κάποιους φίλους η Άννα που, όπως λέει ο ίδιος, "είναι ό,τι πιο κοντινό σε "δική μου γυναίκα είχα ποτέ".
Πώς γύρω απ' αυτά τα τέσσερα γεγονότα εμπλέκονται ενέργειες, σκέψεις, συναισθήματα, αναπολήσεις που κρατούν αιχμάλωτο τον αναγνώστη, είναι ένα μυστήριο παράλληλο με την ανερμήνευτη μαγεία της ποίησης, εξού και η συσχέτιση με τη σκέψη του Ελύτη. Έχουμε εδώ τη μαγεία της πεζογραφίας, που αν γνωρίζαμε τα συστατικά της στοιχεία, θα μπορούσαμε όλοι να γράφουμε καλή πεζογραφία. Θα προσπαθήσω να επισημάνω κάποια στοιχεία που αναλογίζομαι (εκ των υστέρων, βέβαια) ότι δημιούργησαν αυτό το γοητευτικό, λογοτεχνικό παράδοξο.
Η αφηγηματική και περιγραφική ικανότητα του συγγραφέα πρώτα απ' όλα. Με απλό, θα έλεγα κουβεντιαστό, ύφος αποδίδεται η ατμόσφαιρα των αθηναϊκών δικαστηρίων, η περιγραφή της διαδρομής από τον Ορωπό στον Ορχομενό, οι δρόμοι της Αθήνας, η ατμόσφαιρα του νυχτερινού μπαρ κ.λπ. Έπειτα οι ανατροπές. Όσο λίγα και συνήθη είναι τα τέσσερα γεγονότα, δεν λείπουν οι ανατροπές, αυτά που συμβαίνουν χωρίς να το περιμένει ούτε ο αφηγητής ούτε, ασφαλώς, ο αναγνώστης. Αυτές οι ανατροπές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: "Για να δούμε τι θα γίνει μετά από αυτό;" σκέφτεται και προχωρεί. Είναι ύστερα οι αναδρομές στο παρρελθόν. Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, γεγονότα και πρόσωπα της περασμένης του ζωής κ.λπ. Και τέλος κυρίως, σκέψεις. Σκέψεις που λειτουργούν σαν σταθμός, που θέτουν σε λειτουργία και του αναγνώστη τη σκέψη. Για παράδειγμα: "Αν αυτά που κάναμε συμφωνούσαν πάντα με αυτά που πιστεύαμε η ζωή θα ήταν πολύ απλούστερη απ' όσο ξέρουμε ότι είναι". Ή, "Η χρονολογική σειρά είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας συνήθως για να συνδέει τα γεγονότα, όμως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, μέσα στους οποίους έννοιες όπως πριν ή μετά ή παλιά χάνουν τη σημασία τους-και τότε μπορεί να βρεθείς σε μια κατάσταση όπου δεν αναπολείς απλώς το παρελθόν, αλλά είσαι στο παρελθόν".
Και ο τίτλος; Ανέτρεξα στους στίχους  του ομότιτλου ραπ τραγουδιού."Εκεί που ζούμε". Τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω προσπαθώντας να τους συνδέσω με το μυθιστόρημα. Είναι άραγε μια άρνηση όχι μόνο όσων συμβαίνουν στη ζωή του ήρωα εκείνη τη μέρα, προπάντων υπό τη σκιά της απόφασής του να εγκαταλείψει τα πάντα και να φύγει για το Λουξεμβούργο; Ή μήπως άρνηση της ζωής γενικότερα όπως την έχουμε καταντήσει, αλλά ταυτόχρονα και μια πίστη στη δύναμη του ανθρώπου, αν δεχτούμε τους στίχους του τραγουδιού:
.........................................................................................................................
Ό,τι κι αν γίνει όμως δεν παύουμε να ελπίζουμε
Μέσα στη χώρα των θαυμάτων εκεί ζούμε 
Και με αυτά τα θαύματα θα σε διαλύσουμε.

Παρασκευή, Ιουνίου 21, 2019

Δεκατριών χρονών σήμερα

Σαν σήμερα, 13 χρόνια πριν, γεννήθηκε το blog μου. Ο προσωπικός μου χώρος στο αχανές πέλαγος του διαδικτύου. Σε 593 αναρτήσεις κατέθεσα προσωπικές στιγμές, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλλά προπάντων σκέψεις για βιβλία, βιβλία, βιβλία... Ο χώρος άνθιζε τα πρώτα χρόνια. Σχόλια, συζητήσεις, ομοφωνίες ή διαφωνίες με άλλους βιβλιόφιλους. Λυπάμαι γιατί τα blogs δεν είναι πια αυτό που ήταν άλλοτε. Άλλα μέσα επικοινωνίας, πιο εύχρηστα μεν αλλά πιο ρηχά (και συχνά ανόητα), το face book, twitter κ.λπ.  επισκίασαν τα blogs. Γι'αυτό κι εμείς, οι επιζώντες bloggers, καταφεύγουμε και σ' αυτά τα μέσα για αναδημοσίευση των αναρτήσεών μας.
"Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ", κατά τον αγαπημένο Κοσμοκαλόγερο, δεν θα πάψω να καταφεύγω στην ομορφιά, τη γοητεία και την παρηγοριά του blog, έστω κι αν πολλοί αγαπημένοι bloggers έχουν χαθεί στο δρόμο.
Χρόνια πολλά και σ' εσένα, Πατριάρχη Φώτιε, αν και τώρα πια, φαίνεται υπερβαίνοντας το Σχίσμα, συνοδοιπορείς με την Πάπισσα Ιωάννα.

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2019

Το Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου

Χίρο Αρικάουα
Το Χρονικό ενός Πολυταξιδεμένου Γάτου
Μετάφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Μίνωας, 2018
Αν εξαιρέσω τον "Παπουτσωμένο γάτο" που μας γοήτευε στο παιδικό παραμύθι, ποτέ δεν συμπάθησα τα βιβλία στα οποία αφηγητής είναι ένα ζώο. Κι αυτός ακόμα " Ο Μάγκας" της αγαπημένης μου Πηνελόπης Δέλτα, δεν ήταν από τα πιο προσφιλή μου έργα της. Έτσι, με κάποια επιφύλαξη άρχισα να διαβάζω "Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου" που μου δάνεισε φίλη, ενθουσιασμένη με την ανάγνωσή του.
Η επιφύλαξη σύντομα έδωσε τη θέση της στο ενδιαφέρον, στην περιέργεια για τη συνέχεια, εν τέλει στην απόλαυση ενός ωραίου, τρυφερού, γεμάτου ευγένεια και καλοσύνη έργου. Πολλοί, πιστεύω, ήταν οι λόγοι γι' αυτή τη μεταστροφή. Εν πρώτοις, δεν αποτελεί ολόκληρο το έργο αφήγηση του πρωταγωνιστή γάτου. Η δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Όσα έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, οι διάλογοι, η άκφραση σκέψεων και συναισθημάτων κ.λπ. δίνονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναξάρτητη από τη "φωνή" του γάτου. Και όσα λέει ο γάτος είναι ακριβώς αυτά που παρατηρούμε όσοι αγαπάμε τα ζώα, ειδικά τους γάτους, και έχουμε μια επικοινωνία μαζί τους. Π.χ. ότι δεν τους αρέσει να τους αγγίζουμε την ουρά, ότι αγαπάνε τις ζεστές γωνιές, ότι δεν συμπαθούν το νερό, ότι έχουν μια έχθρα με τα σκυλιά, τι φαγητά προτιμούν κ.ο.κ. Ένας ακόμα λόγος που καθιστά ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο είναι ο χώρος όπου διαδραματίζεται. Η Ιαπωνία, η φύση της, οι συνήθειες των ανθρώπων, οι νόμοι στους οποίους με απόλυτη φυσικότητα οι άνθρωποι υπακούουν (π.χ. αν δεν επιτρέπονται κάπου τα ζώα, δεν τίθεται θέμα συζήτησης. Αν  ένας μαθητής μετακινούμενος από ένα σχολείο σε άλλο πρέπει να δώσει εξετάσεις, τελεία και παύλα. Δεν ξενίζει κανένα. Αναφέρεται απλώς ως στοιχείο της ιστορίας. Και πολλά άλλα παρόμοια δείγματα υπακοής στον νόμο, από την οποία υπακοή τόσο απέχουμε...).
Ο Σατόρου είναι ένας νέος που ζει και εργάζεται στο Τόκιο. Μια μέρα περιποιείται ένα πληγωμένο γατί κι εκείνο δέχεται, αναγκάζεται καλύτερα, να εγκαταλείψει την ελευθερία του δρόμου που απολάμβανε και να ζήσει στο διαμέρισμα με τον Σατόρου. Τον ονομάζει Νάνα, που στα Ιαπωνικά σημαίνει επτά, από το σχήμα της ουράς του. Σατόρου και Νάνα ζουν μαζί πέντε χρόνια, όμως για κάποιους λόγους που δεν μας διευκρινίζονται, ο Σατόρου πρέπει να στερηθεί τον αγαπημένο του γάτο. Ξεκινάει λοιπόν ένα ταξίδι στη χώρα αναζητώντας παλιούς γνωστούς με τους οποίους τον έδεναν φιλικοί δεσμοί, για να εμπιστευθεί τον γάτο του. Η κάθε συνάντηση γίνεται αφορμή μιας αναδρομής στο παρελθόν, μέσα από την οποία αναπλαθεται η ζωή του Σατόρου. Αναζητά πρόσωπα που ξέρει ότι αγαπούν τα ζώα κι ότι ο γάτος του θα βρει ένα φιλικό περιβάλλον, ότι θα έχει την αγάπη και τη φροντίδα που απολάμβανε και κοντά του. Όμως όλες οι προσπάθειες αποδεικνύονται ατελέσφορες, κυρίως γιατί ο πανέξυπνος Νάνα, μη θέλοντας να αποχωριστεί τον Σατόρου, βρίσκει τρόπο να γίνει ανεπιθύμητος στο νέο περιβάλλον.
Ένα βιβλίο που πλημμυρίζεει από αγάπη, τρυφερότητα, φιλικούς δεσμούς, ήρεμη αποδοχή των συμβάντων του βίου. Ένα βιβλίο που οι ζωόφιλοι οπωσδήποτε θα απολαύσουν, αλλά που θα 'πρεπε να διαβάσουν κι όσοι αντιπαθούν ή, ακόμα χειρότερα, συμπεριφέρονται άσπλαχνα και σκληρά στα ζώα. Αν και αμφιβάλλω αν υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία και εχθρεύονται ή βασανίζουν τα ζώα...

Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2019

Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα

Roberto Vecchioni
Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα
Μετάφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου
Κριτική, 2019
Αν είναι ποτέ δυνατό, να δω ένα βιβλίο που  απεικονίζει στο εξώφυλλό του έναν τοίχο γεμάτο βιβλία, μπροστά του έναν άσχημο, ηλικιωμένο άντρα ανεβασμένο σ' ένα σκαμπώ, να τακτοποιεί (;) να ψάχνει (;) να τοποθετεί (;) βιβλία και να μην το αγοράσω χωρίς δεύτερη σκέψη! Τίτλος του, "Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα". Είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, νουβέλα θα έλεγα, που μέσα στις 124 σελίδες του δίνει στον αναγνώστη πολλές αφορμές για προβληματισμό γύρω από το θέμα της γλώσσας, των εννοιών, της σκέψης, της λογοτεχνίας.
Σε μια πόλη που κάποτε ονομαζόταν Σελινούντας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τη σημασία των λέξεων. Χρησιμοποιούν μόνο ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο μόνο όσο να συνεννοούνται για απλές, καθημερινές ανάγκες. Η σκέψη τους δεν αναπλάθει το παρελθόν, δεν μπορεί να εκφράσει συναισθήματα. Σ' αυτή την πόλη εμφανίζεται μια μέρα ένας βιβλιοπώλης. Ο Νικολίνο, ο φίλος του συγγραφέα που του αφηγείται την ιστορία, περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον βιβλιοπώλη: "Μόνος, σ' ένα τραπεζάκι, με μια δυσθεώρητα μεγάλη στοίβα βιβλίων μπροστά του, καθόταν ο πιο άσχημος άντρας που είχα δει ποτέ". Μα το πιο παράξενο δεν ήταν η άσχημη εμφάνιση αυτού του ξένου, μοναχικού βιβλιοπώλη. Το παράξενο ήταν πως δεν πουλούσε βιβλία. Μόνο κάποιες αφίσες που κυκλοφορούν στην πόλη γράφουν: "Κάθε βράδυ στις 9, στην οδό Τρεμόντι, λογοτεχνικές αναγνώσεις, είσοδος δωρεάν". Κάποιοι πάνε από περιέργεια να τον ακούσουν. Είναι όμως οι πρώτοι και οι τελευταίοι. Ο μόνος που μαγεύεται από την ανάγνωση του παράξενου βιβλιοπώλη είναι ο δεκατριάχρονος Νικολίνο, που κάθε βράδυ το σκάει κρυφά από το σπίτι του και κρυμμένος ακούει τις παράδοξες αναγνώσεις. Τις ακούει μαγεμένος έστω κι αν δεν καταλαβαίνει το νόημά τους. "Ο βιβλιοπώλης ήταν καθισμένος και διάβαζε. Διάβαζε χωρίς κοινό. Η γλώσσα ήταν ακατάληπτη, ελληνικά, σκέφτηκα και μου ράγισε η καρδιά. Μα τι φωνή ήταν αυτή; Προκαλούσε ανατριχίλα, όμοιά της δεν είχα ξανακούσει. Έμοιαζε με νανούρισμα, λιτανεία, προσευχή, όχι όμως μονότονη, ούτε πάντα ίδια (...) σαν να τραγουδούσε με λόγια χωρίς μουσική".
Κάθε βράδυ ο Νικολίνο ακούει τα αποσπάσματα που διαβάζει ο παράξενος βιβλιοπώλης. Αποσπάσματα, πολλών, ακόμα και χωρίς τις παραπομπές του τέλους, αναγνωρίζουμε την προέλευσή τους: Πεσσόα, Σοφοκλής, Τολστόη, Σαπφώ, Προυστ κ.ά. Ώσπου μια νύχτα μια πυρκαγιά καταστρέφει τα πάντα. Δεν μένει τίποτα από το παράξενο βιβλιοπωλείο κι ο βιβλιοπώλης εξαφανίζεται χωρίς ν' αφήσει ίχνος. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, τα βιβλία (αυτά ή άλλα;) δεν χάθηκαν. Το άλλο βράδυ "στον ουρανό πετούσανε βιβλία. Δεν έκανα λάθος, ήταν αληθινά βιβλία, όλα όμοια, με το ίδιο μπλε κάλυμμα που γνώριζα καλά (...) Από δεξιά, από αριστερά, από κοντά ή μακριά, τα βιβλία κατέφθαναν, άλλα αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αρκετά απ' αυτά περνούσαν ξυστά από το παράθυρό μου, έπαιρναν ύψος και γύρευαν να βρουν τα υπόλοιπα βιβλία που ήτανε συγκεντρωμένα στην πλατεία". Ένας μικρός αυλητής, σαν άλλος Πήτερ Παν εμφανίζεται και στο άκουσμα του αυλού του τα βιβλία τον ακολουθούν πέφτοντας στη θάλασσα.
Κι όμως τα βιβλία δεν θα πεθάνουν. Κάηκαν, πνίγηκαν, όμως ο Νικολίνο γεμάτος αισιοδοξία, τα περιμένει: "Το πατρικό μου θα 'ναι γεμάτο βιβλία, θα' ναι γεμάτο με τα συγκεκριμένα βιβλία με το μπλε εξώφυλλο. Θ' αντικρίσω ένα βουνό, έναν ωκεανό βιβλίων να έχει κατακλύσει το σαλόνι, το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα, το μπάνιο, το μπαλκόνι. Όπου κι αν στρέφω το βλέμμα θα υπάρχουν μόνο βιβλία, αραδιασμένα σε στοίβες, πεταμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κλειστά, ανοιχτά, στο πλάι ή μπροστά μου..."
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε ερμηνεία των αλληγοριών του βιβλίου, ούτε να παραθέσω το  πλήθος των σκέψεων που μου προκάλεσε. Μια τελευταία μόνο σκέψη: Πόσο ευγνώμων αισθάνομαι γι' αυτούς που με μύησαν στην απόλαυση της καλής λογοτεχνίας ( ή μήπως άραγε είναι κάτι που φέρουμε στο DNA μας;) και πόσο λυπάμαι γι' αυτούς που δεν μπόρεσαν να αισθανούν την απόλαυση που χαρίζει η καλή λογοτεχνία. Εύχομαι, στη διδακτική μου πορεία, να μπόρεσα να μεταδώσω αυτή τη δίψα και τη χαρά σε κάποιους έστω από τους μαθητές μου.

Παρασκευή, Μαΐου 24, 2019

Ο παίχτης

Φ. Ντοστογιέφσκη
Ο παίχτης
Εκδ. Δαρεμά, 1957
Μετάφρ. Τάσου Ζομπόλα
Πρόλογος, Μα. Βατάλα
Είναι γνωστή, νομίζω, η αγάπη μου για το ebook, το ηλεκτρονικό ή ψηφιακό βιβλίο και στο ipad μου διαθέτω δεκάδες τέτοια βιβλία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ το παραδοσιακό χάρτινο ή έντυπο βιβλίο. Προπάντων αισθάνομαι ιδιαίτερη αγάπη, στοργή και αφοσίωση, θα έλεγα, στα πολύ παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό βιβλία μου. Τα κοιτάζω και θλίβομαι στη σκέψη πως ίσως κάποτε θα κακοπέσουν, πως αυτοί που θα τα κληρονομήσουν ποτέ δεν θα μπορέσουν να νιώσουν την αγάπη που νιώθω εγώ γι' αυτά.
Τις σκέψεις αυτές μου προκάλεσε ακόμα μια φορά ένα τέτοιο παλιό βιβλίο που θέλησα να ξαναδιαβάσω, να το δω τώρα με τη ματιά της συσσωρευμένης με τα χρόνια εμπειρίας. Εμπειρίας διαβασμάτων αλλά και εμπειρία ζωής. Πρόκειται για τον "Παίχτη" του Ντοστογιέφσκι. Είναι πράγματι εκπληκτικό. Ένα βιβλίο γραμμένο πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια πριν, το 1866, να διαβάζεται άνετα και σήμερα και, τηρουμένων των αναλογιών, να συναντά σ' αυτό κανείς χαρακτήρες και καταστάσεις που άνετα μπορεί να συναντήσει και σήμερα.
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς, ένας νεαρός παιδαγωγός των παιδιών ενός απόστρατου Ρώσου στρατηγού, τον συνοδεύει στην (φανταστική) γερμανική πόλη Ρουλέττενμπουργκ. Ερωτευμένος με την Πολίνα, θετή κόρη του στρατηγού, υπακούει στην προτροπή της να παίξει στο καζίνο. Είναι γνωστό βέβαια το πάθος του ίδιου του Ντοστογιέφσκι για τον τζόγο και τη ρουλέτα (Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφεται το πάθος αυτό στο βιβλίο του Λεονίντ Τσίπκιν "Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν). Βουτηγμένος στα χρέη ο Ντοστογιέφσκι, απειλούμενος από τον εκδότη του ότι θα του αφαιρούσε τα πνευματικά δικαιώματα από προηγούμενα βιβλία του, αν δεν παρέδινε μέσα σ' ένα μήνα καινούριο βιβλίο, γράφει μέσα σ' ένα μήνα το σχεδόν αυτοβιογραφικό "Ο παίχτης". Κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, συγκρίσεις του χαρακτήρα των Γάλλων, Άγγλων, Γερμανών, Ρώσων, όλου του πολυποίκιλου πλήθους που ενδημεί στη γερμανική πόλη, αλλά προπάντων παρατηρήσεις των παθιασμένων παιχτών, άνετα θα μπορούσαν να αφορούν τους σημερινούς παίχτες. Ο παίχτης συχνά γίνεται προληπτικός, άλλοτε παρατηρεί και καταγράφει τη σειρά με την οποία βγαίνουν οι αριθμοί, για να ανακαλύψει τελικά ότι τίποτε δεν ισχύει. Όταν χάνει επιμένει ποντάροντας ξανά και ξανά, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα κερδίσει κι όταν κερδίζει, ξαναποντάρει ελπίζοντας ότι θα κερδίσει περισσότερα. Βάζει ενέχυρα ή δανείζεται για να συνεχίσει.
Ο στρατηγός, στον οποίο δουλεύει ο Αλεξέι, χρωστάει πολλά. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην πλούσια, γριά θεία του που βρίσκεται στη Ρωσία και την οποία περιμένει να κληρονομήσει. Αντί όμως της είδησης του θανάτου της, καταφθάνει πάνω στην αναπηρική της καρέκλα η ίδια η ηλικιωμένη θεία που κι αυτή παρασύρεται από τη ρουλέτα. Χάνει, κερδίζει και πάλι χάνει αλλά δεν σταματά να παίζει. "Εγώ απόρησα που μπόρεσε να κρατηθεί έτσι εφτά οχτώ ώρες στην πολυθρόνα της, σχεδόν χωρίς ν' αφήσει καθόλου τη θέση της. Είχε πραγματικά τρεις φορές κερδίσει μεγάλα ποσά. Τότε ο εαυτός της παραδίνονταν σε μια καινούρια ελπίδα, που δεν την άφηνε να φύγει από το παιχνίδι. Άλλωστε οι παίχτες ξέρουν καλά ότι μπορεί κανείς να καθίσει σχεδόν για εικοσιτέσσερις ώρες στην ίδια θέση, με τα χαρτιά στα χέρια, χωρίς να στρέψει τα μάτια του δεξιά ή αριστερά."
Το έργο μεταφέρθηκε τόσο  στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, δείγμα και αυτό της διαχρονικότητάς του.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Τα τάπερ της Αλίκης

Έλενα Ακρίτα
Τα τάπερ της Αλίκης
Διόπτρα, 2019
"Ο χρόνος εκδικείται τις αναμνήσεις μας. Τις συμπιέζει και τις καταχωνιάζει όλο και πιο βαθιά στις εσοχές της μνήμης. Παλιές φωτογραφίες κιτρινίζουν και θαμπώνουν μέχρι που δεν μπορείς πια να διακρίνεις πρόσωπα. Μέχρι που δεν σε νοιάζει πια να διακρίνεις πρόσωπα. Κι είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή που οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά. Όταν δεν ζουν στην καρδιά μας, όταν κανένας δεν τους θυμάται πια. Ο χρόνος εκδικείται".
Σαν να θέλει να αντιπαλαίψει την εκδίκηση του χρόνου, σαν να επιδιώκει να πάει κόντρα και να εκδικηθεί αυτή τον χρόνο, η Έλενα Ακρίτα γράφει αυτό το μυθιστόρημα. Μια εικοσετία, 1980-2000, περνάει και καταγράφεται μνημειώνοντας πρόσωπα και γεγονότα. Πρόσωπα φανταστικά που θα μπορούσαν όμως να είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που όλοι γνωρίζουμε, πρόσωπα που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας.
Τρεις γενιές γυναικών περνούν μέσα από το βιβλίο. Είναι η Κοραλία που, εγκαταλελειμμένη από τον μετανάστη-εξαφανισμένο σύζυγό της, έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα μ' ένα μικρό κοριτσάκι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι το κοριτσάκι της, η Ελένη, που μεγαλώνοντας εργάζεται ως πωλήτρια στο πρώτο γνωστό πολυκατάστημα της Αθήνας, το Μινιόν, που πολλοί από μας της...κάποιας ηλικίας γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, ενώ παράλληλα κάνει κι επιδείξεις τάπερ (ήταν τόσο διαδεδομένες αυτές οι επιδείξεις κάποτε, δεν ξέρω, υπάρχουν ακόμα;). Είναι η μικρή Αλίκη, εξώγαμο παιδί της Ελένης, με όνομα δοσμένο από την άλλη Αλίκη, τη λατρεμένη ηθοποιό, που στο θέατρό της δούλευε ως ταξιθέτρια η γιαγιά Κοραλία.
Τι και τι δεν περνάει από την ελκυστική, μοναδική γραφή της Ακρίτα! Έρωτες και γάμοι, χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, φιλίες κι έχθρες, bullying (που τότε βέβαια δεν το λέγαμε έτσι), ένας ομοφυλόφιλος έρωτας, ταινίες και τραγούδια, ηθοποιοί και θεατρικά έργα, γεγονότα που σημάδεψαν την εικοσετία. Η πυρκαγιά που όχι μόνο αποτέφρωσε το Μινιόν στις 18 Οκτωβρίου του 1980, αλλά έβαλε τέλος σε ολόκληρη εποχή, ο μεγάλος σεισμός της Καλαμάτας στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986, η εκλογή του Σημίτη το 1997, η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1991, η Κυψέλη και ο Βύρωνας, τα "σπίτια" της οδού Φυλής, τα θερινά σινεμά, το ουζερί του Απότσου...Όλα συνδεδεμένα με τους ήρωές της. Και πάνω απ' όλα η Αλίκη. Η μια και μοναδική Αλίκη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη που έδωσε τ' όνομα στη βαφτιστήρα της, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές του έργου σαν για να προσδώσει λίγη από τη λάμψη της. Κι ο θάνατός της. Εκεί η εύθυμη, σατιρική γραφή της Ακρίτα δίνει τη θέση της σε μια λιτή, θλιμμένη, απέριττη γραφή που άθελά σου σε κάνει να βουρκώνεις. Ένα καταπληκτικό requiem της συγγραφέως για την αγαπημένη της φίλη.
 Την πολύ γνωστή έναρξη του μυθιστορήματος του Τσαρλ Ντίκενς βάζει η Έλενα Ακρίτα ως προμετωπίδα του μυθιστορήματος της. Και με μια παραλλαγή της κλείνει το έργο: "Ήταν οι μέρες από φως, ήταν οι μέρες από σκοτάδι. Ήταν οι μέρες του γλεντιού κι ήταν οι μέρες του θρήνου. Ήταν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που τρεις γυναίκες, η Κοραλία, η Ελένη και η Αλίκη, βαδίσανε μαζί σ' αυτό τον κόσμο κρατώντας σφιχτά η μια το χέρι της άλλης".

Κυριακή, Μαΐου 05, 2019

Η σιωπηλή ασθενής

Alex Michaelides
Η σιωπηλή ασθενής
μετάφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Διόπτρα, 2019
Ευρηματικό, ευφάνταστο, ελκυστικό, ένα καλογραμμένο θρίλερ που, τουλάχιστον από  ένα σημείο και μετά, μπορεί να σε κάνει να ξενυχτήσεις για να δεις το τέλος. Αν είναι λογοτεχνία; Δεν ξέρω, το θέμα, που αφορά  γενικότερα και το αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι συζητήσιμο. Όμως "Η σιωπηλή ασθενής" εκτός από το ενδιαφέρον που δημιουργεί γύρω από την ψυχοθεραπεία, εκτός από το ότι αποτελεί κίνητρο για τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει την τραγωδία του Ευριπίδη "Άλκηστη", είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τα καθημερινά του προβλήματα και έγνοιες, βυθιζόμενος στην ανάγνωση ενός "τραβηχτικού" βιβλίου!
Αρκετά όμως γύρω από το βιβλίο. Ας δούμε και το ίδιο το βιβλίο. Η Αλίσια Μπέρενσον ζει στο Λονδίνο και είναι μια επιτυχημένη ζωγράφος. Ο άντρας της, ο Γκάμπριελ, είναι επίσης πασίγνωστος φωτογράφος μόδας. Αγαπημένο ζευγάρι, τίποτα δεν προμήνυε το ότι ένα βράδυ η Αλίσια θα πάρει ένα όπλο, θα φυτέψει πέντε σφαίρες στο κεφάλι του συζύγου της και θα τον αφήσει νεκρό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Αλίσια κλείνει το στόμα της και δεν εκστομίζει λέξη. Το δικαστήριο τη χαρακτηρίζει διαταραγμένη προσωπικότητα, με άλλα λόγια τρελή και την κλείνουν σε μια υψηλού επιπέδου ψυχιατρική μονάδα, το Γκρόουβ. Καμιά θεραπεία δεν κατορθώνει να την κάνει να πει έστω μια λέξη. Ο τελευταίος πίνακας που ζωγραφίζει είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Τίτλος της "Άλκηστη". Ποια ήταν η Άλκηστη; Σύμφωνα με τον μύθο του Ευριπίδη, η Άλκηστη, σύζυγος του βαασιλιά Άδμητου, ήταν η μόνη που δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της, όταν οι θεοί τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά θα του χάριζαν τη ζωή αν βρισκόταν κάποιος να πεθάνει στη θέση του. Ο Ηρακλής την επαναφέρει στη ζωή, ορίζει όμως ότι για τρεις μέρες η Άλκηστη δεν πρέπει να μιλήσει για να καθαρθεί. Η τραγωδία τελειώνει χωρίς ν' ακούσουμε ξανά την Άλκηστη.
Ένας νέος ψυχοθεραπευτής, ο Θίο Φέιμπερ, επιδιώκει και πετυχαίνει την πρόσληψή του στο Γκρόουβ. Στόχος του να αναλάβει την Αλίσια, που ακόμα δεν έχει αρθρώσει λέξη, να την κάνει να μιλήσει, να εκφραστεί, να εξηγήσει γιατί σκότωσε τον άντρα της.
Παράλληλα με την ψυχοθεραπεία που επιχειρεί ο Θίο, παρακολουθούμε και την προσωπική του ζωή. Υπήρξε στο παρελθόν και ο ίδιος ψυχοθεραπευόμενος, παντρεύτηκε από κεραυνοβόλο έρωτα μια ηθοποιό, την Κάθι, αλλά τώρα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο του. Παρ' όλα αυτά η προσπάθειά του με την Αλίσια συνεχίζεται. Θα τα καταφέρει; Θα μιλήσει η Αλίσια; Τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή της; Ο αναγνώστης προχωρεί με αυξανόμενη περιέργεια. Και ξαφνικά, λίγο πριν το τέλος, μια εντελώς απρόσμενη ανατροπή σε αφήνει ενεό. Ξαναγυρίζεις πίσω τις σελίδες να δεις αν υπήρχαν κάποια σημάδια που δεν είχες προσέξει, ξαναφέρνεις στη σκέψη το όλο μυθιστόρημα προσπαθώντας να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα.
Δικαιολογημένα, πιστεύω, το βιβλίο μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες και ετοιμάζεται να γίνει ταινία.

Σημ. Ο Alex Michaelides γεννήθηκε στην Κύπρο από Κύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα. Μετανάστευσε στην Αγγλία με τους γονείς του, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Κέιμπριτζ και σεναριογραφία στο Λος Άντζελες. Παρακολούθησε  επίσης μαθήματα Ψυχοθεραπείας. Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το πρώτο του, γράφτηκε στα αγγλικά και μετά μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Σάββατο, Απριλίου 27, 2019

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε

Άντονυ Ντορ
Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε
μετάφ. Νίνα Μπούρη
Πατάκης, 2016
Ένα ωραίο βιβλίο που όμως χρειάζεται πολλή υπομονή, πολλή προσπάθεια, στην αρχή τουλάχιστον, ώσπου ο αναγνώστης να μπει στο πνεύμα του, να κατανοήσει την τεχνική του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που η τεχνική αυτή δημιουργεί αρχικά. Από κει και πέρα σε συνεπαίρνει η μαγεία του. Η μαγεία την οποία δημιουργεί η ωραία γραφή, το συναίθημα που εκλύεται, η ποιητικότητα, κι ας είναι αυτή η ποιητικότητα αναμεμειγμένη με τη σκοτεινιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακόμα ένα βιβλίο γι' αυτόν τον πόλεμο; Φτάνει πια, ίσως σκεφτεί κάποιος. Μπουχτίσαμε. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που δεν αναφέρεται ούτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε στους διωγμούς των Εβραίων, ούτε σ' όλα εκείνα που μας συνήθισαν ανάλογα βιβλία.
Το "Όλο το φως..." προβάλλει τον πόλεμο μέσα από τις ζωές δυο νέων παιδιών. Μιας Γαλλιδούλας κι ενός Γερμανού, που θα συναντηθούν μόνο για λίγο προς το τέλος του βιβλίου. Μέσα από μια εντελώς ανθρώπινη πλευρά, μέσα από το ατομικό, που ασφαλώς δεν μπορεί να μην επηρεαστεί από το συλλογικό, θα παρακολουθήσουμε τη σκοτεινή τετραετία και θα φτάσουμε στο τέλος των 636 σελίδων με δυο από τα ωραιότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαια του βιβλίου, τα σύντομα κεφάλαια που τιτλοφορούνται 1974 και 2014.
Όλο το βιβλίο, γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα που δημιουργεί έτσι τη ζωντάνια του παρόντος, μετατοπίζεται στο χρόνο. Κάποια κεφάλαια αναφέρονται στο 1934, άλλα, τα περισσότερα, μετακινούνται μεταξύ 1940 και 1944. Η ίδια εναλλακτική κίνηση αφορά και τους δυο βασικούς πρωταγωνιστές. Την οχτάχρονη Γαλλίδα Μαρί Λορ και τον λίγο μεγαλύτερο Γερμανό Βέρνερ (όταν τους πρωτοσυναντάμε). Η Μαρί Λορ ζει με τον πατέρα της στο Παρίσι, πολύ κοντά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ο πατέρας της εργάζεται ως κλειθροποιός. Όταν το κοριτσάκι τυφλώνεται, ο πατέρας της της κατασκευάζει μια μακέτα της γειτονιάς τους ώστε εκείνη να μάθει να κυκλοφορεί.
Ο Βέρνερ είναι ένα ορφανό παιδί που μαζί με την αδερφή του Γιούττα, με την οποία είναι πολύ συνδεδεμένος, ζει σ' ένα ορφανοτροφείο κάπου κοντά στο Έσσεν. Προορισμός του είναι να εργαστεί στο κοντινό ανθρακωρυχείο, όπου είχε πεθάνει και ο πατέρας του. Όμως το ιδιαίτερο ταλέντο του στη μηχανική που εκδηλώνεται πολύ νωρίς καθορίζει αλλιώς το μέλλον του. Κατορθώνει από ένα χαλασμένο ραδιόφωνο που βρίσκει να φτιάξει ένα ραδιοπομπό, πράγμα που θα γίνει αιτία να γίνει δεχτός σε μια από τις καλύτερες στρατιωτικές σχολές της Γερμανίας. Είναι αφάνταστη η αυστηρότητα και η σκληρότητα με την οποία εκπαιδεύονται οι νεαροί Γερμανοί. "Θα γίνετε καταρράχτης, καταιγισμός από σφαίρες-θα ορμάτε προς την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο ρυθμό, προς τον ίδιο στόχο. Θα παραιτηθείτε από τις ανέσεις, θα ζείτε μόνο για το καθήκον. Θα τρώτε χώρα και θα αναπνέετε έθνος", είναι η βασική εντολή. Ή, όπως το θέτει ο Φρίντριχ, ένα παιδί που θα βγει σακατεμένο από την εκπαίδευση, "Το πρόβλημά σου Βέρνερ είναι ότι πιστεύεις ακόμα ότι η ζωή σου σου ανήκει".
Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, η Μαρί Λορ και ο πατέρας της εγκαταλείπουν το Παρίσι και καταφεύγουν στο Σαιν Μαλό, μια παραλιακή πόλη της Βρετάνης, όπου ζει ο ηλικιωμένος θείος Ετιέν. Ο νεαρός Βέρνερ, δεκαεξάχρονος ακόμη, επιστρατεύεται για να εντοπίζει παράνομες εκπομπές. Θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα ωσότου οι δυο ήρωες να συναντηθούν. Ο πόλεμος θα φτάσει στο τέλος, το Σαιν Μαλό θα βομβαρδιστεί από τους προελαύνοντες Αμερικανούς, λίγα από τα πρόσωπα του βιβλίου θα επιζήσουν. Ανάμεσά τους η αδελφή του Βέρνερ, η Γιούττα, που επιζεί μέχρι το 2014, συνδέοντας μας με το επώδυνο εκείνο παρελθόν.
Και ο τίτλος; Ποιο είναι άραγε "το φως που δεν μπορούμε να δούμε"; Να είναι μήπως το φως των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που στέλλονται άλλοτε από τον Βέρνερ και άλλοτε από τον αντιστασιακό Ετιέν; Ή μήπως είναι το φως της καλοσύνης που οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους έστω κι αν γύρω τους μαίνεται ο πόλεμος; Ποιος ξέρει...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2019

Βάναυση αγάπη

Έλενα Φερράντε
Βάναυση αγάπη
Μετ. Δήμητρα Βότση
Πατάκης, 2019
(L' amore molesto, 1999)
Έψαχνα αυτό το βιβλίο από τότε (2013)  που διάβασα το "Μέρες εγκατάλειψης". Ήταν όμως εξαντλημένο. Επομένως δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη όταν πρόσφατα το είδα να επανεκδίδεται από τις εκδόσεις "Πατάκη". Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι "Μέρες εγκατάλειψης". Είχε βέβαια μεσολαβήσει η "Τετραλογία της Νάπολης" που με ενθουσίασε, όπως και χιλιάδες άλλους αναγνώστες. Δεν ξέρω αν είναι και αυτός ένας λόγος που η"Βάναυση αγάπη" τοποθετήθηκε χαμηλά στην αναγνωστική, αξιολογική μου κλίμακα. Είναι, νομίζω, το πρωτόλειο μιας συγγραφέως στο οποίο διακρίνονται όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της γραφής της που θα εξελιχθούν στη συνέχεια και θα δημιουργήσουν έργα πολύ ωριμότερα.
"Η μητέρα μου πνίγηκε τη νύχτα της 23ης Μαΐου, την ημέρα των γενεθλίων μου, στη θαλάσσια περιοχή απέναντι από εκείνο το μέρος που όλοι αποκαλούν Σπακκαβέντο, λίγα χιλιόμετρα από το Μιτούρνο". Είναι η εναρκήρια φράση του μυθιστορήματος που αυθόρμητα μου έφερε στη σκέψη το "Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω" , πασίγνωστη αρχή του "Ξένου" του Αλμπέρ Καμύ". Από κει και πέρα το παρόν σμίγει με το παρελθόν. Η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η προσπάθεια της Ντέλια, της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, να ανακαλύψει πώς πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της η μητέρα της, η Αμάλια, αν ο πνιγμός της ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή έγκλημα (πράγμα που ως το τέλος δεν εξηγείται σαφώς) εναλλάσσεται με τις αναμνήσεις. Η Ντέλια γυρίζει στη Νάπολη για την κηδεία της μητέρας της κι ύστερα επισκέπτεται το σπίτι της. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης όχι μόνο εδώ. Το ίδιο και στο σπίτι του πατέρα της που η βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του την είχε οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στον χωρισμό. Ακόμα κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο η ντέλια συναντάται μ' ένα παιδκό φίλο έχει την ίδια θλιβερή όψη. Η απόπειρα ερωτικής συνεύρεσης (που περιγράφεται με απωθητικές λεπτομέρειες) αποτυγχάνει. Ο αποτυχεμένος εραστής της ήταν γιος ενός μυστήριου προσώπου, του Καζέρτα, που υπήρξε εραστής της μητέρας της και τη συνόδεψε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Η Ντέλια νιώθει κάποτε να ταυτίζεται με τη μητέρα της. Μια βαλίτσα με καινούρια εσώρουχα και φόρεμα ανακαλύπτει τελικά ότι προορίζονταν για την ίδια. Λέει σε κάποιο σημείο: "Μα όση ώρα έτριβα δυνατά το πρόσωπό μου, ιδίως γύρω από τα μάτια, συνειδοτοποίησα με μια απρόσμενη τρυφερότητα πως εντέλει κουβαλούσα την Αμάλια μες το ίδιό μου το πετσί, σαν ένα ζεστό υγρό που ποιος ξέρει πότε μου είχαν ενσταλάξει". Και ο επίλογος ακόμα πιο σαφής: "Σκιτσάρισα μια ατίθαση μπούκλα πάνω από το δεξί μάτι, που συγκρατιούταν μετά βίας ανάμεσα στη γραμμή των μαλλιών και το φρύδι. Με κοίταξα, μου χαμογέλασα. Αυτό το ξεπερασμένο χτένισμα, της μόδας τη δεκαετία του '40 μα ήδη παρωχημένο στα τέλη του '50, μου πήγαινε. Η Αμάλια υπήρχε. Η Αμάλια ήμουν εγώ".

Σημ. Ο τίτλος του πρωτοτύπου στα ιταλικά είναι "L' amore molesto". Το "molesto" σημαίνει κατ'ακρίβεια "ενοχλητικός", εξού και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Troubling love". Δεν νομίζω ότι το "βάναυση" αποδίδει σωστά τον τίτλο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο.

Δευτέρα, Απριλίου 08, 2019

Η άλλη Γκρέις

Μάργκαρετ Άτγουντ
Η άλλη Γκρέις
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Ψυχογιός (πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2019)
[έκδοση πρωτοτύπου 1997]
ebook
Αν κάποιος βιβλιόφιλος βρίσκεται σε όχι και τόσο καλή ψυχολογική διάθεση (σε όλους μας συμβαίνει κάποτε αυτό) ας μην επιχειρήσει την ανάγνωση αυτού του αξιολογότατου κατά τα άλλα βιβλίου. Ας περιμένει καλύτερες μέρες ώστε όλη η μελγχολία, η τραγικότητα, οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες του 19ου αι. να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Ακόμα και το κατά κάποιο τρόπο "ευτυχές" τέλος του μυθιστορήματος δεν στάθηκε ικανό να διαλύσει τη δυσθυμία που μου άφησε για μέρες το διάβασμά του.
Αν και το πρωτότυπο κυκλοφόρησε ήδη από το 1997, έγινε πρόσφατα ευρύτατα γνωστό με τη μεταφορά του σε 6 επεισόδια για λογαριασμό του Netflix με τίτλο "Alias Grace". "Η άλλη Γκρέις" τιτλοφορείται το μυθιστόρημα στα ελληνικά και είναι έργο της πολύ γνωστής και πολυγραφότατης Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιολογότατη λογοτεχνική δημιουργία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Αλλά γι' αυτό ακριβώς, νομίζω, ασκεί τόση επίδραση στον αναγνώστη.
Διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αι. στον Καναδά. Όπως χιλιάδες άλλοι Ιρλανδοί, έτσι και η πολυμελής (9 παιδιά), πάμπτωχη οικογένεια της Γκρέις Μαρκς, η οποία ήταν τότε 13 χρονών, μεταναστεύει στον Καναδά. Η περιγραφή του ταξιδιού, οι άθλιες συνθήκες στο πλοίο, ο θάνατος της μητέρας, στοίχειωναν τη σκέψη μου για μέρες.
ο έτος: 1851. Θα γίνω είκοσι τέσσερα στα επόμενα γενέθλιά μου. Είμαι κλεισμένη εδώ απ' τα δεκάξι μου χρόνια. Είμαι υπόδειγμα κρατούμενης και δεν προκαλώ μπελάδες". Έτσι μας πρωτοσυστήνεται η Γκρέις, που τη συναντάμε να υπηρετεί στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών. Έχουν ήδη περάσει οχτώ χρόνια από την καταδίκη της σε ισόβια λόγω της συνέργειάς της στον φόνο του αφεντικού της Τόμας Κινίαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με τον αυτουργό των φόνων Τζέημς ΜακΝτέρμοντ, ο οποίος και εκτελέστηκε δημόσια δι' απαγχονισμού. Η ποινή της Γκρέις μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Εντούτοις, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην αθωότητά της και αγωνίζονται για την αποφυλάκισή της. Τα οχτώ χρόνια τα έχει περάσει μετακινούμενη σε φυλακές και φρενοκομεία, γιατί θεωρήθηκε φρενοβλαβής. Τώρα, στο σπίτι του διευθυντή των φυλακών όπου μεταφέρεται καθημερινά για να υπηρετεί, τη συναντά ένας νέος γιατρός, ο Σάιμον Τζόρταν, που ερευνά τις ασθένειες του μυαλού. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές ξεδιπλώνεται με κάθε λεπτομέρεια, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όλη η δυστυχισμένη ζωή της Γκρέις. Από την Ιρλανδία και τον μέθυσο και βίαιο πατέρα ως τη θέση της ως υπηρέτριας όταν φτάνουν στον Καναδά. Πλήθος τα κοινωνικά στοιχεία που αποκαλύπτονται μέσα από τις εκτενείς, λεπτομερείς αφηγήσεις της Γκρέις. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του γιατρού, με επιστολογραφία, με αποσπάσματα δημοσιευμάτων της εποχής ή καταθέσων από τη δίκη, με ποίηση. Η ψυχιατρική επιστήμη, ο υπνωτισμός, τα όνειρα χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής. Ο Σάιμον μέσα από τις συναντήσεις με την Γκρέις και τις λεπτομερέστατες αφηγήσεις της αγωνίζεται να καταλάβει γιατί, ενώ θυμάται τα πάντα, ακόμα και πολύ απομακρυσμένα γεγονότα με τόσες  λεπτομέρειες, όταν φτάνει στους φόνους δεν θυμάται τίποτα; Είναι πραγματική η αμνησία της ή προσποιείται ότι δεν θυμάται; Και πώς μπορεί να διαπιστωθεί μια αμνησία όταν δεν υπάρχει σωματική έκφανση;
Δεν θα αποκαλύψω το τέλος του μυθιστορήματος, εκτός από το ότι η Γκρέις θα μείνει πάρα πολλά ακόμα χρόνια στη φυλακή. Είναι σίγουρα ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Βασισμένο, όπως αναφέρει η συγγραφέας στο επίμετρρο, σε πραγματικά γεγονότα, μπορεί να διαβαστεί ως κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό αλλά και αστυνομικό μυθιστόρημα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε μια αμερικάνικη εφημερίδα, "έχει τον ρυθμό ενός εμπορικού μυθιστορήματος και τη βαρύτητα ενός κλασικού".

Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2019

Η ξηρασία

Jane Harper
Η ξηρασία
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Μεταίμιο, 2019
(ebook)
(τίτλος πρωτοτύπου, The dry, 2016)

"Η ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού τις είχε κάνει [τις μύγες] πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές, αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα σκελετωμένα ζωντανά τους. Έλλειψη βροχής σήμαινε έλλειψη τροφής. Και η έλλειψη τροφής οδηγούσε σε δύσκολες αποφάσεις στη μικρή πόλη που λαμπύριζε θαμπά κάτω από τον ανελέητα φλογερό γαλάζιο ουρανό".
Ένας σύντομος πρόλογος μας εισάγει ήδη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης Αυστραλής, γεννημένης στην Αγγλία, συγγραφέως, Jane Harper. Αστυνομικό, αλλά όχι μόνο. Μια συγγραφέας που έρχεται να διεισδύσει και να ανταγωνιστεί το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνωρίζει τόσο μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια παρασύροντάς μας στους αντίποδές του. Από την παγωνιά της Lackberk και του Nesbo περνάμε στη ζέστη και τη ξεραΐλα της Αυστραλίας. "Επισήμως οι αρχές μιλούσαν για τις χειρότερες συνθήκες εδώ κι έναν αιώνα". Συνθήκες που επηρεάζουν όχι μόνο την οικονομική διαβίωση των κατοίκων της μικρής κοινότητας Κινβάρα αλλά και τον ψυχισμό τους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα έρχεται να κάνει ακόμα πιο δύσκολη και ζοφερή ένας τριπλός φόνος. Σε μια απομονωμένη αγροικία βρίσκονται νεκροί μια νέα γυναίκα, το εξάχρονο αγοράκι της, ενώ πιο πέρα στο αγρόκτημα ο σύζυγός της, ο Λιουκ, που όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος τους σκότωσε και μετά αυτοκτόνησε. Γιατί όμως άφησε να ζήσει το δεκτριών μηνών κοριτσάκι που επίσης ήταν μέσα στο σπίτι;
Αναπάντητα ερωτήματα πλανώνται στη μικρή πολιτεία, όταν για την κηδεία των τριών θυμάτων έρχεται στην Κινβάρα ο Άρον Φαλκ που είχε εγκαταλείψει βιαστικά την πόλη πριν από είκοσι χρόνια και τώρα υπηρετεί στην αστυνομία της Μελβούρνης. Ο Φαλκ με τον Λιουκ και δυο ακόμα κοπέλες, την Έλι και την Γκρέτσεν, υπήρξαν στην εφηβεία τους αχώριστοι φίλοι. Μια από εκείνες τις νεαρές, η Έλι, ειχε βρεθεί τότε νεκρή, πνιγμένη, με πέτρες στις τσέπες της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τότε τον θάνατό της, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ, παρ' όλο που, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι υποψίες και τα κουτσομπολιά δεν έπαψαν να υπάρχουν. Παρ' όλο που ο Φαλκ ήρθε μόνο για την κηδεία, εντελώς ανεπίσημα και εν μέσω της αντιπάθειας και της απόρριψης από τους κατοίκους της μικρής πόλης που δεν έπαψαν με αόριστες και αναπόδεικτες φήμες να τον εμπλέκουν  στον παλιό εκείνο θάνατο της Έλι, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον τοπικό αρχιφύλακα Ράκο, για να μπορέσουν να λύσουν το μυστήριο των τριών θανάτων. Το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν. Η μνήμη όχι μόνο του Φαλκ αλλά και των  κατοίκων της Κινβάρα ανασύρει πρόσωπα, γεγονότα, σχέσεις από τον προ εικοσαετίας θάντο της Έλι. Αργά, μεθοδικά, οι υποψίες μετακινούνται στη σκέψη του αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Η ψυχολογία των ανθρώπων επηρεάζεται, χωρίς αμφιβολία, απ' αυτή τη αποπνικτική ατμόσφαιρα ξηρασίας. Οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Σε πολλούς αναγνώστες ξέρω ότι δεν αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Όμως "Η ξηρασία" είναι κάτι πέρα από το αστυνομικό. Γι' αυτό ίσως και η τόσο μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Πολυμεταφρασμένο, ήδη μεταφερμένο στον κινηματογράφο, συνδυάζει άριστα την αστυνομική πλοκή με το ψυχολογικό θρίλες.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2019

Ασυγχώρητο λάθος

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ασυγχώρητο λάθος
Ψυχογιός, 2019
Διηγήματα, χρονογραφήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους και κυρίως μυθιστορήματα αποτελούν τη λογοτεχνική δημιουργία της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο, σε βιβλία που αγάπησαν χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλία βγαλμένα από τη ζωή, συχνά εμπλουτισμένα με προσωπικές εμπειρίες, βιβλία με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Αν κάτι ξεχωρίζει τα βιβλία της Γιόλας είναι ακριβώς αυτή η πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Στηριγμένη σε πραγματικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα μια ανίατη αρρώστια από την οποία πάσχει η ηρωίδα της ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου"), ή από ένα δυστύχημα που την αφήνει τετραπληγική ("Η ζωή είναι αγάπη"), ή από την ενδοοικογενειακή βία την οποία υφίσταται ("Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ"), ή από τη δράση της Μπόκο Χαράμ ("Ηλέκτρα, το δάκρυ της Αφρικής") κ.ά. προεκτείνει την πραγματική ιστορία, της δίνει διαστάσεις ώστε ν' αποκτά καθολικότητα, ώστε κάθε γυναίκα να μπορεί να βάλει τον εαυτό της στη θέση της ηρωίδας.
Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο της  "Ασυγχώρητο λάθος". Όπως η ίδια η συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο του βιβλίου, "Για τη γυναίκα που παραστράτησε τη δεκαετία του '30 και κατάφερε να ανέβει τα σκαλιά της υψηλής κοινωνίας, και να γίνει η πιο πολυσυζητημένη γυναίκα στον χώρο της, άκουσα στα χρόνια της εφηβείας μου να λέγονται πολλά". Είχε ξεχάσει την παλιά αυτή ιστορία, όταν με έκπληξη διάβασε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που αναφερόταν στην πολυτάραχη ζωή της. "Το διάβασα με περιέργεια, και με τη ματιά του ενήλικα διαπίστωσα πως η ιστορία της έκρυβε μια γοητεία-η πάλη που έκανε μια ολόκληρη ζωή να ξορκίσει τη μοίρα και να ζήσει το όνειρό και τις φιλοδοξίες της ήταν μοναδική". Αυτό υπήρξε το έναυσμα ώστε η Γιόλα να μας δώσει ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ακόμα ένα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Πέρα από την πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να προκαλεί το ενδιαφέρον  από το εισαγωγικό κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης να αδημονεί για τη συνέχεια. Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάμε και στο   "Ασυγχώρητο λάθος". Παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο μια καλοντυμένη, ωραία κυρία, τη Μαργαρίτα, να αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, όπου θα την περίμενε ο σύζυγός της. Όμως αντί αυτού ένας άγνωστος την περιμένει, για να τη μεταφέρει, με οδηγίες του συζύγου της, σ' ένα ξενοδοχείο. Τι συνέβη; Ποια θα είναι η συνέχεια; Θα το μάθει και θα το μάθουμε κι εμείς, όταν την άλλη μέρα οδηγείται στο γραφείο του δικηγόρου του συζύγου της. Κι ύστερα θα πάμε πίσω αρκετές δεκαετίες.
Την  τριτοπρόσωπη γραφή του πρώτου κεφαλαίου θα διαδεχτεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ίδιας της Μαργαρίτας. Τα δύο αυτά είδη γραφής θα εναλλάσσονται διαρκώς στο βιβλίο, ανάλογα με τις ανάγκες του περιεχομένου. Γεννημένη το 1934 η Μαργαρίτα σ' ένα χωριό του Παγγαίου στη Μακεδονία από μια πάμπτωχη οικογένεια, δωδεκάχρονη ακόμα θα σταλεί ως υπηρέτρια  σε μια πλούσια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. (Δεν μπορώ σ' αυτό το σημείο να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου ανάλογες περιπτώσεις πριν από αρκετές δεκετίες στη Λευκωσία, όταν έφερναν από χωριά μικρά κορίτσια ως υπηρέτριες, "κοπελούδες" τις έλεγαν, που δεν είχαν πάντα και την καλύτερη μεταχείριση). Η Μαργαρίτα θα γνωρίσει την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, ακόμα και  τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η θέλησή της όμως να ξεφύγει απ' αυτή την κατάσταση θα την οδηγήσει στην κοινωνική άνοδο και την καταξίωση.
Το ιστορικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή σκιαγραφούνται με αδρές πινελιές. Η Μαργαρίτα θα κατορθώσει να ανέβει την κοινωνική κλίμακα. Θα κάνει δυο γάμους, θα ταξιδέψει σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, την ατμόσφαιρα των οποίων ρεαλιστικά αποδίδει η συγγραφέας, θα μπορέσει να βοηθήσει άλλους με τον πλούτο που θα της αφήσουν οι γάμοι της. Το αν γνώρισε όμως μέσα στον περιπετειώδη βίο της και την ευτυχία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, παρ' όλο ότι το βιβλίο τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα.
Ακόμα ένα ωραίο μυθιστόρημα, με το  οποίο, όπως η συγγραφέας υποσχέθηκε στον πρόλογό της, "μας ταξίδεψε σε ήπιους τόνους, αντάμα με μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!"

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Πατσίνκο

Min Jin Lee
Πατσίνκο
Μετ. Βάσια Τζανάκαρη
Ίκαρος 2018
(ebook)
Είναι απ' τα βιβλία που στοιχειώνουν τη σκέψη σου και σε ακολουθούν για καιρό.  Βιβλίο που διαδραματίζεται πολύ μακριά από τον δικό μας, οικείο, δυτικό πολιτισμό, αλλά που κατορθώνει να αποκτήσει παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα. Είναι βιβλίο με κέντρο προπάντων τον άνθρωπο, έστω κι αν δρα μέσα σε διαφορετικές τοπικές, ιστορικές, πολιτιστικές συνθήκες. Τι κοινό έχουμε με την ιστορία, τη φύση, τη γλώσσα, τις συνήθειες Κορεατών και Ιαπώνων; Κι όμως η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο και ισχύουν παντού και πάντα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, δυστυχεί, υποφέρει, ελπίζει, αγαπά τον τόπο του, αγωνιά για τα παιδιά του, αισιοδοξεί ή απογοητεύεται, θρηνεί στον θάνατο πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
Με ύφος απλό, σχεδόν κουβεντιαστό, με σύντομες προτάσεις, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας ύφους ή εντυπωσιασμού, η Νοτιοκορεάτισσα-Αμερικανίδα συγγραφέας μας παρασύρει σ' αυτή τη μακρά αφήγηση, της οποίας οι 700 σελίδες δεν μας φαίνονται καθόλου πολλές. Αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1989. Βασική πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας που υπάρχει από την αρχή ως το τέλος, είναι η Σάντζα, μοναδικό επιζήσαν παιδί ενός φτωχού ζευγαριού, του Χούνι και της Γιάνγκτσιν, που ζουν σ' ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Κορέας (προτού ακόμα χωριστεί), το Γιόνγκτο. Φτωχοί αλλά εργατικοί και αγαπημένοι, αγωνίζονται όπως όλοι γύρω τους. Σύντομα ο Χούνι πεθαίνει και μόνη της η Γιάνγκτσιν μεγαλώνει τη Σάντζα, νοικιάζοντας τα φτωχικά της δωμάτια σε ψαράδες. Τα χρόνια περνούν, με τη Σάντζα να δουλεύει από πολύ μικρή πλάι στη μάνα της. Δεκαεξάχρονη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν πλούσιο έμπορο ψαριών, τον Κο Χάνσου, ο οποίος της αποκρύπτει ότι είναι ήδη παντρεμένος στην Ιαπωνία. Όταν εκέινη μένει έγκυος, της προτείνει να τη βοηθήσει, να τη συντηρεί, ουσιαστικά να γίνει ερωμένη του, πράγμα που η Σάντζα απορρίπτει. Θα την παντρευτεί όμως ένας φιλάσθενος ιερέας, ο Ίσακ, που έτυχε να μείνει στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους και μαζί θα μεταναστεύσουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας, της οποίας τότε η Κορέα ήταν αποικία, όπου ζει ο παντρεμένος αδελφός του Ίσακ. Το παιδί που γεννιέται, ο Νόα (Νώε) αποδεικνύεται ένα πανέξυπνο, ταλαντούχο παιδί, που όνειρό του είναι να μπορέσει να σπουδάσει, να πάει στο πανεπιστήμο παρ' όλη τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στην οποία ζουν. Το φαγητό με δυσκολία εξασφαλίζεται, το να φάνε "άσπρο ρύζι" ήταν μια σπάνια πολυτέλεια, στη θέση του κρέατος αγοράζουν και βράζουν κόκαλα.
Καθώς τα χρόνια περνούν καινούρια πρόσωπα περιβάλλουν τα αρχικά. Καινούριες γενιές, γεννήσεις και θάνατοι, παιδιά κι εγγόνια, δεσμοί δημιουργούνται ή διαλύονται. Μέσα από την ιστορία των προσώπων παρακολουθούμε τις ιστορικές συνθήκες που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν. Οι Κορεάτες στην Ιαπωνία, όπου καταφεύγουν ως μετανάστες αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ζουν σε ένα είδος γκέτο, περιφρονούνται, περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμα και το όνομά τους. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ιθαγένεια. Ακόμα και οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, έστω κι αν έχουν γεννηθεί στην Ιαπωνία, έστω κι αν μιλούν τέλεια τα Ιαπωνικά, αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους στην Ιαπωνία.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουν οι γυνακείοι χαρακτήρες, προπάντων η Σάντζα που επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας. Έχει αποκτήσει κι ένα δεύτερο παιδί με τον γάμο της κι εκτός από τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού, επινοεί τρόπους να ενισχύσει το φτωχό εισόδημα της οικογένειας. Ωραίος τύπος είναι και η άτεκνη συνυφάδα της, η Κιάουνκιν, με την οποία συγκατοικούν και  πάντα αγαπημένες αντιμετωπίζουν μαζί  όλες τις αντιξοότητες. Αλλά και η μητέρα, η Γιάνγκτζιν, που κάποια στιγμή έρχεται κι αυτή στην Ιαπωνία, δεν είναι κατώτερη. Είναι πολύ χαρκτηριστική η σκηνή κατά την οποία ηλικιωμένη πια, είναι άρρωστη και  ετοιμοθάνατη: "Το απρόσμενο δώρο αυτής της ασθένειας ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, ίσως από τη στιγμή που περπάτησε και ήταν σε θέση να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, η Γιάνγκτζιν δεν ένιωθε την επιθυμία να μοχθήσει. Πλέον δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να πλύνει πιάτα, να σκουπίσει πατώματα, να ράψει ρούχα, να τρίψει τουαλέτες, να φροντίσει παιδιά, να φτιάξει φαγητό για να πουλήσει ή να κάνει ό,τι άλλο έπρεπε να γίνει. Δουλειά της ήταν να ξεκουραστεί πριν πεθάνει". Και η Σάντζα κάποια στιγμή θα πει: "Η μοίρα μιας γυναίκας είναι να υποφέρει".
Ασφαλώς δεν λείπουν και οι ανδρικοί χαρακτήρες, ίσως μάλιστα είναι περισσότεροι και με  πιο καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Καλοί και κακοί, τίμιοι και μαφιόζοι, εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που συναντάμε σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Το βιβλίο αποπνέει αγάπη για την πατρώα γη, την Κορέα, στην οποία όμως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν μετά τον χωρισμό της. Θυμήθηκα το ποντιακό τραγούδι του Καζαντζίδη: "Στα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος". Το δράμα του μετανάστη εκφρασμένο και σ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "Πατσίνκο"; Είναι το όνομα ενός ιαπωνικού  παιγνιδιού που μοιάζει με  το φλίπερ, αλλά που παίζεται με λεφτά. Περίπου το 80% των μαγαζιών Παντσίνκο που υπήρχαν στην Ιαπωνία ανήκαν σε Κορεάτες, αλλά συνήθως ελέγχονταν από την Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία. Δυο από τα μέλη της οικογένειας της Σάντζα θα πλουτίσουν απ' αυτά τα μαγαζιά. Ο Νόα θα μπορέσι να μπει στο πανεπιστήμιο, μεγάλο επίτευγμα για Κορεάτη. Ένας εγγονός θα μπορέσει να σπουδάσει ακόμα και στην Αμερική. Όμως η ζωή παραμένει δύσκολη, απρόβλεπτη, συχνά οι ήρωες συντρίβονται από μια αδυσώπητη μοίρα.
Βιβλίο με ιστορικές αναφορές, χωρίς να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα που πολύ έχει μελετήσει και αγαπήσει την εθνική της καταγωγή, προπάντων που έχει πολύ αγαπήσει τον Άνθρωπο.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2019

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά

Κώστας Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο, 2018
Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει: Μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, το επόμενο ανάγνωσμα αδικείται. Ενώ από μόνο του ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολύ καλό, όταν έρθει μετά από ένα εξαιρετικό, μειώνεται. Το ξέρω. Κάθε βιβλίο πρέπει να κρινεται από μόνο του, αλλά άθελά μας η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το διαπιστώνω ακόμα μια φορά όταν, μετά το "Πατρίδα" του Αραμπούρου, διάβασα το "Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" του Κατσουλάρη. Ένας φιλόλογος, εκπαιδευτικός που αγαπάει ιδιαίτερα τον Όμηρο κι ένας προικισμένος μαθητής με παρόμοια αγάπη, ήταν αδύνατο να μην ελκύσουν την προσοχή μου και να μην αναζητήσω το βιβλίο. Το οποίο δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα. 
Το όλο μυθιστόρημα, από τον τίτλο, που είναι ομηρικός στίχος, ως τη διαίρεση των κεφαλαίων, την αναφορά αποσπασμάτων, τη σύγκριση μεταφράσεων ή τα ονόματα που δίνονται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, κινούνται γύρω από το μεγάλο ηρωικό έπος. Ο νεαρός μαθητής Νάσος Γκέτσος, αλβανικής καταγωγής, ενώ στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις διακρίνεται για την επίδοσή του, ξαφνικά εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τι έχει απογίνει. Ο φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός που τον είχε μαθητή στη Β' Γυμνασίου, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του με emails, πάντα γύρω από τον Όμηρο και τις μεταφράσεις του κι όταν ο Νάσος έπαψε να είναι μαθητής του. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση παρερμηνεύεται, ο καθηγητής παραπέμπεται σε  Πειθαρχικό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία. Παράλληλα αρχίζει να αναζητεί τον εξαφανισμένο, χαρισματικό μαθητή του. Τριγυρίζει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, στον Κολωνό κυρίως, συναντά τις αντιμαχόμενες ομάδες, τους χρυσαυγίτες και τους αντιφάδες (αντιφασίστες), βλέπει το αίμα που άδικα χύνεται. Έχει άραγε ο Νάσος καταλήξει σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες;
Ο συγγραφέας μας δίνει με πειστικότητα μια εικόνα της Αθήνας του 2013. Η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, ο ρατσισμός, το bullying, η φανατισμένη νεολαία, τα κύματα των προσφύγων που κατακλύζουν ιδιαίτερα τα απέναντι της Τροίας νησιά, ο υποδόριος παραλληλισμός του Τρωικού με τον τωρινό "πόλεμο" (δεν βρίσκω άλλη σχέση μεταξύ της εμμονικής αναφοράς στο ιλιαδικό έπος και στη σύγχρονη Αθήνα) διαποτίζουν το μυθιστόρημα. Ένα έργο που μοιάζει να  είναι ρεαλιστική καταγραφή γεγονότων παρά μυθοπλασία. Την άποψη αυτή ενισχύουν και αυτούσια αποσπάσματα από εφημερίδες ή διαδικτυακές αναφορές, καθώς και τα πραγματικά ονόματα νέων που θυσιάστηκαν σ' ένα παράλογο φανατισμό και μίσος.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2019

Πατρίδα

Φερνάντο Αραμπούρου
Πατρίδα
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Πατάκης, 2017
Όταν είδα τον όγκο των 714 σελίδων το φοβήθηκα. Όταν άρχισα να το διαβάζω και προπάντων όταν προχώρησα στο διάβασμα, άρχισα να λυπάμαι γιατί κάποια στιγμή αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα θα έφτανε στο τέλος του. Καιρό είχα να διαβάσω (συχνά παραπονιέμαι γι' αυτό) ένα αξιόλογο έργο σύγχρονης λογοτεχνίας. Και όμως να που υπάρχουν ακόμη τέτοια έργα, για να μας  θυμίζουν τη δύναμη που έχει και την απόλαυση που μας χαρίζει η υψηλού επιπέδου λογοτεχνία.
Ο Ισπανός Φερνάντο Αραμπούρου μας εισάγει σ' έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο. Έναν κόσμο που οι περισσότεροι τουλάχιστον από μας γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις τρομοκρατικές ενέργειες της εθνικιστικής, αυτονομιστικής οργάνωσης των Βάσκων, την ΕΤΑ, που ανακοίνωσε κατάπαυση της δράσης της το 2011.
Μ' αυτή την είδηση και ταυτόχρονα με την πληροφορία ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ο Τσάτο, είναι ήδη νεκρός αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο. Κι όμως θα φτάσουμε στη σελίδα 470 για να μάθουμε λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα ζωής και τον τρόπο εκτέλεσης του Τσάτο. Ο Αραμπούρου χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, πρωτότυπη και συνάμα σαγηνευτική τεχνική. Στα 124 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου σαν να κάνει διαρκώς κύκλους. Τα εννιά βασικά πρόσωπα του έργου έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο, σαν ηθοποιοί που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή.
Δυο φιλικές, σχεδόν αδελφικές οικογένειες απαρτίζουν τα εννιά αυτά πρόσωπα. Η μια οικογένεια αποτελείται από τον πατέρα, τον Τσάτο, αρκετά ευκατάστατο, ιδιοκτήτη μιας μεταφορικής εταιρείας, τη μάνα Μπιττόρι, μια ωραία φυσιογνωμία, στοργική μητέρα, που σ' όλο το βιβλίο τη φανταζόμαστε καθισμένη στον τάφο του άντρα της να του αφηγείται ό,τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα απεγνωσμένα ζητά μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άντρα της. Δυο παιδιά συμπληρώνουν την πρώτη οικογένεια, ο Σαμπίερ, που γίνεται γιατρός και η Νερέα που σπούδασε νομικά.
Η δεύτερη οικογένεια είναι πενταμελής. Ο πατέρας Χοσίαν, στενός φίλος με τον δολοφονημένο,  σύντροφος στην αγαπημένη τους ποδηλασία, η μάνα Μίρεν, φανατική αυτονομίστρια και τρία παιδιά: Η Αράντσα, που ένα εγκεφαλικό την αφήνει παράλυτη με μόνο τρόπο επικοινωνίας τη γραφή με το μικρό δάχτυλο στο i-pad, ο Γκόρκα με την αγάπη του για το διάβασμα, που θα βρει τον δρόμο του στο γράψιμο και ο Χόσε Μάρι, ο νεαρός ο ενταγμένος στην ΕΤΑ, ο φανατικός πατριώτης, έτοιμος να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της Βασκικής πατρίδας.
Οι φιλικές σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπτονται όταν μπαίνει ανάμεσά τους η διαφορά αντιμετώπισης της αυτονομιστικής δράσης. Η υποψία ότι μπορεί ο νεαρός Χόσε Μάρι που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και το χωριό, που εκπαιδεύτηκε στις ένοπλες ομάδες της ΕΤΑ, μπορεί να έχει σχέση με τη δολοφονία του Τσάτο, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις. Σε ολόκληρο το βιβλίο η Μπεττόρι αγωνίζεται να επιτύχει μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άνδρα της. Θα το επιτύχει στο τέλος; "Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται παρισσότερη παλικαριά παρά για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, παρά να ενεργοποιήσεις μια βόμβα".
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Παρακολουθούμε τις καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές των προσώπων του έργου, τους έρωτες, τους γάμους, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τα όνειρα και τον τρόπο ζωής τους. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι, παιδιά, η αστυνομική βία (εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτήν της τρομοκρατίας), η περιγραφή του βασκικού περιβάλλοντος, η βροχή που θαρρείς πέφτει αδιάκοπα, αναπαριστούν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ενδιαφέρουσα τεχνική του συγγραφέα δεν εξαντλείται  στην κατάτμηση των 124 κεφαλαίων και στην κυκλική επανεμφάνιση των προσώπων. Ενώ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, ξαφνικά παρεμβάλλεται ένα πρωτοπρόσωπο ρήμα ή αντωνυμία, σαν να υποβάλλει ότι η αφήγηση δεν ανήκει στον αφηγητή αλλά στο πρόσωπο που αναφέρεται. Και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συχνά μια λέξη, ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαφορετικές εκδοχές. Π.χ. "κατ' επιθυμία/ικεσία/απαίτηση" ή "ανησύχησε/αγανάκτησε" ή "παρηγηρητικός/τρυφερός, στοργικός/ευγενικός" κ.λπ. λες και διστάζει ο συγγραφέας, δεν είναι βέβαιος τι ισχύει ή πάλι σαν να θέλει να πει ότι ισχύουν όλα ταυτόχρονα.
Συμπερασματικά. Και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2019

Φοβού τους Δαναούς

PHILIP KERR
Φοβού τους Δαναούς
Μετ. Γιώργος Μαραγκός
Κέδρος, 2018
Με το ίδιο ενδιαφέρον, όπως όλα τα προηγούμενά του βιβλία, αλλά με πολλή θλίψη διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Philip Kerr. Στο νου μου είχα διαρκώς πως αυτός ο χαρισματικός στο είδος του συγγραφέας δεν υπάρχει πια. Πως ο ήρωάς του, ο Μπέρνι Γκούντερ, που μας χάρισε τόσο ωραίες αναγνωστικές ώρες με τις συναρπαστικές περιπέτειές του, που μας βύθισε στη σκοτεινιά αλλά και στον αγώνα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, δεν θα είχε πια καμιά άλλη ιστορία να μας αφηγηθεί. Ο Σκωτσέζος δημιουργός του, τον οποίο με την πρωτοπρόσωπη, ολοζώντανη γραφή του συχνά ταυτίζαμε με τον ήρωά του, πέθανε τον Μάρτιο του 2018 σε ηλικία 62 χρονών.
Η προσωπικότητα του Μπέρνι Γκούντερ είχε αρκετά σκιαγραφηθεί και στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του, Η τριλογία του Βερολίνου, Μοιραία Πράγα, Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ, που είχα διαβάσει. Στο τελευταίο βιβλίο, το οποίο αναζήτησα και διάβασα σχεδόν αμέσως με την κυκλοφορία του, δεν με είλκυσε μόνο το γνώριμο μυθιστορηματικό περιβάλλον και ο ιδιότυπος κεντρικός του ήρωας. Ο τίτλος Φοβού τους Δαναούς με τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του ήταν αρκετός να με παρακινήσει στο διάβασμά του.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος, με τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες συνήθειες, αλλά το εξωτερικό περιβάλλον και οι συνθήκες της ζωής του έχουν τώρα αλλάξει. Βρισκόμαστε στο 1957, δεκατρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Ο Γκούντερ με το ψευδώνυμο Κρίστοφ Γκαντς εργάζεται στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου στο Μόναχο. Κάποιες συγκυρίες τον οδηγούν ως εμπειρογνώμονα σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τις Αντασφαλίσεις Μονάχου. Λίγο μετά την πρόσληψή του, του αναθέτουν μια αποστολή στην Ελλάδα. Ένα πλοίο που ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία παίρνει φωτιά και βυθίζεται κάπου στα νησιά του Αιγαίου. Ιδιοκτήτης του πλοίου ήταν ο Γερμανός Βίτσελ. Για να πληρωθεί όμως η ασφάλεια έπρεπε να αποδειχτεί ότι πράγματι η βύθιση του πλοίου οφειλόταν σε δυστύχημα. Και η περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ αρχίζει. Βεβαίως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Στην αρχή φαίνεται να πρόκειται για αρχαιοκαπηλία. Όμως στη συνέχεια θα αποδειχτεί ότι η υπόθεση πάει πολύ πιο πίσω, στους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και στις κλεμμένες από τους Ναζί περιουσίες τους, ειδικά το χρυσάφι, το οποίο και κυνηγούν πολλοί, ειδικά πρώην Ναζί που ήξεραν την υπόθεση. Ταυτόχρονα Έλληνες αστυνομικοί αναζητούν τους Ναζί για να τους δικάσουν και στη μέση όλων αυτών ο Μπέρνι Γκούντερ να αναζητεί δολοφόνους, να ψάχνει για τα πραγματικά αίτια του ναυαγίου, αλλά να θεωρείται από την αστυνομία και ο ίδιος ύποπτος, σε σημείο που να του κατάσχουν το διαβατήριο ωσότου αποδειχτεί η αθωότητα και ο ρόλος του. Βεβαίως δεν λείπουν οι άφθονοι διάλογοι, το κυνηγητό στους δρόμους της Αθήνας, οι δολοφονίες, το συνεχές κάπνισμα του ήρωα, τα ποτά στο "Μεγάλη Βρετανία" και η ωραία, μοιραία γυναίκα, στην περίπτωση αυτή μια δικηγορίνα, η Έλλη Παπακωνσταντίνου που συνοδεύει τον Μπέρνι στις έρευνές του.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η γνώση του συγγραφέα για την Ελλάδα, το αθηναϊκό περιβάλλον, την ελληνική νοοτροπία αλλά και την ιστορία και τη μυθολογία. Εκφραζόμενος άλλοτε ειρωνικά, όπως μια σατιρική περιγραφή των ευζώνων, ή επικριτικά όπως για τα "φακελάκια" και τη δωροδοκία χωρίς τα οποία δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου, δεν κρύβει το θαυμασμό του για τα ελληνικά δημιουργήματα στον τομέα της τέχνης, της φιλοσοφίας, της μυθολογίας. Ενδεικτικά σταματώ σε κάποιες από τις αναφορές του: αναφορά στις μοίρες, στον Οιδίποδα, τον Κέρβερο, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τον Κύκλωπα και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Πήγασο και πλήθος άλλα. Στο τέλος υπάρχει μια σύντομη περιδιάβαση αλλά και απεριόριστος θαυμασμός για τον Παρθενώνα.
Όπως και στα άλλα μυθιστορήματα του Philip Kerr τα ιστορικά πρόσωπα ή γεγονότα δεν λείπουν. Ο Αντενάουερ, ο "γέρος", όπως τον αποκαλούσαν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ναζί Μαξ Μέρτεν και άλλοι, προσδίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα. Η δημιουργία της ΕΟΚ, η προσπάθεια ένταξης σ΄αυτήν της Ελλάδας και άλλα ιστορικά στοιχεία μας μεταφέρουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη του 1957.
Ο Philip Kerr πέθανε. Ο Μπέρνι Γκούντερ όμως, όπως όλοι οι λογοτεχνικοί ήρωες, θα ζει για πάντα, συναρπάζοντας  τους αναγνώστες που θα τον συνοδεύουν στις περιπέτειές του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019

Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ

Λουίτζι Πιραντέλο
Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Πρόλογος: Δημήτρης Στεφανάκης
Μεταίχμιο, 2018
Νομίζω πως δεν είμαι η μόνη που αγνοούσα τον πεζογράφο, μυθιστοριογράφο Λουίτζι Πιραντέλο (1867-1936). Η ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα έχει επισκιάσει κάθε άλλη λογοτεχνική του έκφραση. Πασίγνωστα τα "Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)", "Η ηδονή της τιμιότητας", "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" και πλήθος άλλα, που τον καθιέρωσαν ως θεατρικό συγγραφέα και του χάρισαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Συχνά οι τίτλοι χρησιμοποιούνται συμβολικά ακόμα και από ανθρώπους που δεν έχουν δει παραστάσεις τους.
Το "Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ" το ήξερα ως τίτλο, το θεωρούσα όμως κι αυτό ακόμα ένα θεατρικό (!) Η καινούρια έκδοση από το Μεταίχμιο του γραμμένου το 1904 μυθιστορήματος, έρχεται να μας γνωρίσει τον μυθιστοριογράφο Πιραντέλο, αν και δεν λείπουν και απ' αυτό το έργο στοιχεία τόσο εξωτερικά (διάλογοι, σκηνοθεσία κ.λπ.) όσο και εσωτερικά-ιδεολογικά που θα βρουν την ολοκλήρωση και την πλήρη έκφρασή τους στα θεατρικά του.
Το βιβλίο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η ιστορία του Ματία Πασκάλ όπως την αφηγείται ο ίδιος. Ζούσε στο Μιράνιο της Ιταλίας, μεγαλωμένος σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει, ο διαχειριστής της περιουσίας αποδεικνύεται ένας απατεώνας κι έτσι η οικογένεια, η μητέρα, ένας αδελφός και ο Ματία ζουν με δυσκολίες και στερήσεις. Ο Ματία εργάζεται με πενιχρή αμοιβή στη δημοτική βιβλιοθήκη, στην οποία όμως θαμώνες είναι μάλλον μόνο οι ...αρουραίοι. Θλιβερή είναι και η κατάληξη του γάμου του με την άβουλη Ροζαλίντα Πεσκατόρε και αφόρητη η ζωή με την καταπιεστική πενθερά του. Η ζωή του καταντά τραγική όταν πεθαίνουν σε βρεφική ηλικία και τα δίδυμα κοριτσάκια του.
Θέλοντας να ξεφύγει από την αβάσταχτη φτώχεια και δυστυχία, φεύγει από το χωριό του, πάει στη Μασσαλία, με σκοπό να μεταναστεύσει στην Αμερική. Αντί αυτού, από μια συγκυρία και μια ενστικτώδη παρόρμηση, βρίσκεται στο Μόντε Κάρλο και στο Καζίνο. Ωραίες σκηνές διαδραματίζονται στο παιγνίδι της ρουλέτας, που μας θυμίζουν τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Ο Ματία κερδίζει ένα πολύ μεγάλο ποσό. Τριγυρίζει σε διάφορα μέρη και ενώ σκέφτεται να ξαναγυρίσει στο χωριό του, διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι η σύζυγος και η πενθερά του τον αναγνώρισαν ως το πτώμα που βρέθηκε "στο αυλάκι ενός μύλου σε κατάσταση προχωρημένης σήψης". Η πρώτη του σκέψη να διαψεύσει την είδηση και να δηλώσει ότι είναι ζωντανός, μετατρέπεται σε κραυγή ελευθερίας: "Ήμουν μόνος τώρα πια, πιο μόνος δεν θα μπορούσα να είμαι πάνω στη γη, απαλλαγμένος από κάθε δέσμευση και κάθε υποχρέωση, ελέυθερος, καινός, απόλυτος κύριος του εαυτού μου, χωρίς το βάρος του παρελθόντος μου και έχοντας ένα μέλλον μπροστά μου που θα μπορούσα να το πλάσω όπως ήθελα εγώ.
Αχ, ένα ζευγάρι φτερά! Πόσο ανάλαφρος ένιωθα!"
Θα είναι όμως άραγε τα πράγματα όπως τα φαντάστηκε; Θα ζήσει ευτυχής σε πλήρη ελευθερία; Επινοεί ένα καινούριο όνομα, Αντριάνο Μέις, πλάθει ένα παρελθόν, μια καταγωγή, μια πατρίδα εντελώς φανταστικά. Πάει στη Ρώμη και ζει σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο. Ερωτεύεται μια κοπέλα, την Αντριάνα, όμως κατά βάθος ξέρει ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα. συνεχώς πρέπει να δίνει ψεύτικα στοιχεία, όταν τον κλέβουν δεν μπορεί να καταγγείλει την κλοπή. Τι θα πει στην αστυνομία; Ποιος είναι; Η νέα, ψεύτικη προσωπικότητα, παρ' όλη τη χαρά της ελευθερίας που του χάρισε αρχικά, αποδεικνύεται μια πλάνη. Η καινούρια ζωή γίνεται ξανά αφόρητη. Μόνη λύση να "πεθάνει" για δεύτερη φορά και να γυρίσει στο χωριό του, στο σπίτι και τη γυναίκα του, να βρεί τον πραγματικό εαυτό του. Τι θα συμβεί όμως τελικά;
Ο Ματία Πασκάλ δημιουργεί πλήθος απορίες και προβληματισμό. Ποιοι είμαστε τελικά; Μόνο αυτό που ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του; Ή μήπως αυτό που είμαστε συνίσταται και από το παρελθόν και από τις ρίζες και το περιβάλλον μας; Υπάρχει αντικειμενικά η αλήθεια; Σαν να ακούμε την ηχώ των σοφιστών στην άποψη του Πιραντέλο, έτσι όπως παρατίθεται στο εξώφυλλο του βιβλίου: "Δεδομένη αλήθεια δεν υπάρχει. Η σημερινή αλήθεια δεν είναι και αυριανή. Τίποτα δεν είναι αληθινό, αλλά γι' αυτό ακριβώς καθετί μπορεί να είναι αλήθεια, τη στιγμή που έχει κανείς τη θέληση να το πιστέψει και τη δύναμη να το επιβάλει. Για φανταστείτε: αν υπήρχε μια δεδομένη, σταθερή αλήθεια, η ζωή θα ήταν σαν ένας βηματισμός επιτόπου, μια αποτελμάτωση-θάνατος".

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2019

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ

Ντ. Λώρενς
Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ
Μετ. Πότη Στρατίκη
Εκδόσεις Δαρεμά (χ.χ.)
Μια αναφορά σε τηλεοπτική εκπομπή στο παλιό αυτό βιβλίο και στην περιπετειώδη ιστορία της έκδοσής του, με παρακίνησε να το αναζητήσω ανάμεσα στα παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό, αλλά πάντα πολύτιμα για μένα βιβλία μου. Θέλησα να δω τι εντύπωση άραγε θα μου έκανε τώρα ένα βιβλίο που στην εποχή του θεωρήθηκε άσεμνο, ανήθικο, αισχρό, μετά από τόσα και τόσα σύγχρονα ανάλογα βιβλία.
Πέρα από το κέντρο του μύθου, δηλαδή τον έρωτα της Κωνστάνς, λαίδης Τσάτερλυ, με τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς δεν  θυμόμουνα τίποτε άλλο. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα στην εφηβεία μου, να μην είχα προσέξει και τίποτε άλλο. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, ώριμη πια, μπόρεσα να εκτιμήσω τις λογοτεχνικές του  αρετές, αυτές ακριβώς που το 1960 συνέβαλαν ώστε το έργο να θεωρηθεί λογοτέχνημα και όχι πορνογράφημα κι έτσι στη δίκη που έγινε να αθωωθεί και να επιτραπεί η κυκλοφορία του.
Ο Άγγλος συγγραφέας του, ο D. H. Lawrence, αν και πέθανε πολύ νέος (1885-1930) έχει δώσει πολύ σημαντικά λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα κ.λπ. όπως για παράδειγμα το εξαιρετικό "Γιοι και εραστές". Ο "Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1928 στην Αμερική, με λογοκριμένες και περικομμένες τις "ακατάλληλες" λέξεις. Μετά από 18 χρόνια κυκλοφόρησε και στην Αγγλία χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Όταν το 1960 κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Όμως αυτή ήταν και η αιτία που οδήγησε τους εκδότες στο δικαστήριο, με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Βάσει όμως ενός νόμου, που προέβλεπε ότι ένα βιβλίο μπορεί να αθωωθεί αν διαπιστωθεί η λογοτεχνική του αξία, αθωώθηκε και από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, μεταφράσεις, κινηματογραφική και θεατρική μεταφορά. Στην Ελλάδα γνώρισε επίσης διάφορες μεταφράσεις και εκδόσεις.
"Η Κωνστάνς ήταν μια δεμένη κοπέλλα με σκούρα μεταξένια μαλλιά και τα φωτεινά και μεγάλα της μάτια έμοιαζαν δυο κομμάτια βελούδο. Η φωνή της, με έναν γλυκό τόνο, ήταν το μεγαλύτερο από τα χαρίσματά της". Έτσι μας συστήνει την ηρωίδα του ο Λώρενς. Μεγαλωμένη σ' ένα αρκετά φιλελεύθερο περιβάλλον, παντρεύεται τον Κλίφορντ, λόρδο Τσάτερλυ. Η οικογένεια κατοικούσε κοντά στο Μίντλαντς κι είχε στην κατοχή της έναν πύργο, μια τεράστια περιουσία κι ένα ανθρακωρυχείο. Ο Κλίφορντ γυρίζει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάπηρος, παραπληγικός θα λέγαμε σήμερα, μόνιμα καθισμένος στο αναπηρικό του κάθισμα. Η Κωνστάνς αφοσιώνεται στη φροντίδα του, αλλά με τον καιρό νιώθει να ασφυκτιά, δεν αντέχει, είναι δυστυχισμένη. Στους περιπάτους της στο δάσος συναντά τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς, που ήταν στην υπηρεσία του συζύγου της. Η παράνομη σχέση μαζί του δεν τη βγάζει μόνο από τη δυστυχία που ζούσε κοντά στον Κλίφορντ, αλλά τη μυεί και στην ηδονή του σεξ, κάτι που δεν είχε γνωρίσει ούτε με τον άντρα της, ούτε με άλλους εραστές που είχε πριν παντρευτεί ούτε και με κάποιον φίλο του άντρα της με τον οποίο είχε μια σύντομη, εφήμερη σχέση. Αυτό κυρίως είναι που τη δένει με τον δασοφύλακα, το ότι εκείνος μπόρεσε να την κάνει να αισθανθεί την ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη.
Υπάρχει ασφαλώς περιγραφή πολλών σεξουαλικών σκηνών, αλλά ο συγγραφέας διατηρεί στις περιγραφές του μια λεπτότητα, μια πολύ προσεκτική χρήση λέξεων, που σήμερα τουλάχιστον δεν ενοχλούν. Το βιβλίο όμως δεν εξαντλείται στις σκηνές αυτές. Υπάρχουν θαυμάσιες περιγραφές της φύσης, ειδικά με τη βροχή που θα 'λεγες διαποτίζει όλο το βιβλίο: "Της άρεσε να κάθεται στο ανοιχτό παράθυρο και ν' αγναντεύει το απέραντο πέλαγος της βροχής στον απλωτό κάμπο. Και τα πρωτοβρόχια! Ω, τι μεγαλείο που κλείνει μέσα της τότε η βροχή με την ορμή της! Πόσο της άρεσε να βγαίνει έξω, να χοροπηδάει σαν τρελή, αφήνοντας ελεύθερο το ένστικτό της να χαρεί αυτή την άδολη, την χωρίς μέτρο χαρά που δίνει η φύση στους ανθρώπους, πότε με τη βροχή, πότε με το χιόνι, με τη θάλασσα ή με τον αέρα". Αποκορύφωμα της αγάπης για τη φύση είναι η περιγραφή μιας εξαιρετικής σκηνής όπου η Κωνστάνς σαν άλλη βακχίδα χορεύει γυμνή μέσα στη βροχή. Πιστεύω πως ο συγγραφέας με την έμφαση που δίνει στη φύση θέλει να υποβάλει  την άποψη πως και το σεξ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εντελώς φυσιολογική πράξη, μέρος της αιώνιας φύσης. Άλλωστε και ο εραστής είναι δασοφύλακας, κάποιος που ζει μέσα στη φύση την οποία  αγαπά και φροντίζει.
Το βιβλίο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Επικρατεί φυσικά η σεξουαλική πτυχή που μοιάζει να είναι μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του σεξουαλικού ενστίκτου. Μπορεί ακόμα να ιδωθεί σαν η ανάγκη συνδυασμού ύλης και πνεύματος για μια ολοκληρωμένη ζωή. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Προυστ συχνά αναφέρεται απαξιωτικά στο βιβλίο. Μπορεί κάποιος να το δει (όπως και το είδαν πολλοί) σαν μια καταγγελία του βιομηχανικού πολιτισμού και των ταξικών διακρίσεων. "Κι άρχισε πάλι να της μιλάει για τους ανθρακωρύχους, για τους εργάτες, για τη δύσκολη ζωή τους, για τα πολιτικά συστήματα, για τις αδικίες της κοινωνίας, για την κουταμάρα των ανθρώπων που δεν σκέφτονται παρά ένα σήμερα και το πολύ-πολύ ένα αύριο".
Όπως κι αν ιδωθεί το μυθιστόρημα, το βέβαιο είναι ότι σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα  εκατό καλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019

Η Ανάσταση

Λέοντος Τολστόη
Η Ανάσταση
Εκδ. Δαρεμά (χ.χ.)
Μετ. Αθηνά Σαραντίδη
Μια από τις μεγαλύτερές μου απολαύσεις ως βιβλιόφιλης είναι το τριγύρισμα στα παλαιοβιβλιοπωλεία (δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτα στην Κύπρο). Όχι τόσο γιατί εκεί μπορεί να βρει κανείς βιβλία εξαντλημένα από καιρό, ή βιβλία-θησαυρούς σε πολύ χαμηλές τιμές. Μ' αρέσουν κυρίως γι' αυτό το περιδιάβασμα σε ζωές περασμένες. Ζωές που υποδηλώνει μια αφιέρωση, σημειώσεις στο περιθώριο, κάποτε υπογραμμίσεις, όλα εκείνα τα μικρά σημάδια που άφησε στο βιβλίο ο πρώην κάτοχός του, προσπαθώντας με τη φαντασία μου να ανασυστήσω μια ζωή.
Σ' ένα τέτοιο βιβλίο σκόνταψα πριν από λίγο καιρό, την Ανάσταση του Τολστόη. Βιβλίο πασίγνωστο,  που από το 1899 που πρωτοεκδόθηκε σε συνέχειες μέχρι σήμερα, αριθμεί  πάμπολλες εκδόσεις, βιβλίο γα το οποίο έχουν άπειρα κείμενα γραφτεί, που έγινε κινηματογραφική ταινία. Αφιέρωση δεν έχει η παλιά αυτή έκδοση, ούτε χρονολογία έκδοσης, ούτε όνομα πρώην κατόχου. Οι περισσότερες από τις 468 σελίδες του ήταν άκοπες, ενώ και οι πρώτες είναι στραβοκομμένες, σαν να τις έκοψε κάποιος βιαστικά με το χέρι. Πώς τα λυπάμαι κάτι τέτοια βιβλία! Έκοψα τις υπόλοιπες προσεκτικά με τον χαρτοκόπτη, μια απόλαυση που έχουμε από καιρό στερηθεί, δεν βγαίνουν πια βιβλία με άκοπες σελίδες.
Ανάμεσα στις σελίδες βρήκα δυο μικρές φωτογραφίες, κατάλοιπο του ή των πρώην κατόχων. Στη μια τρία μικρά παιδιά φορώντας κουστούμια και υψώνοντας ξίφη φαίνεται να απαθανατίζονται με καρναβαλίστικη μεταμφίεση, ενώ στην άλλη φωτογραφία αρκετός κόσμος παρακολουθεί μια παρελαύνουσα μπάντα, όλα όμως θαμπά, δεν διακρίνεται για ποια εκδήλωση πρόκειται. Στιγμές από ένα ξεχασμένο παρελθόν, αφημένο στις σελίδες ενός μισοδιαβασμένου βιβλίου...
Το διάβασα αργά, προσεκτικά, ξαναζώντας την απόλαυση ενός κλασικού αριστουργήματος. Κεντρικός πυρήνας του μυθιστορήματος είναι η ιστορία της Κατερίνας Μάσλοβα και του πρίγκιπα Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς Ναχλιούντοφ. Η Κατερίνα, ψυχοκόρη σε κάποιες θείες του Ντιμίτρι, τον ερωτεύεται. Ενώ εκείνη μένει έγκυος (το παιδί που θα γεννήσει σύντομα θα πεθάνει), εκείνος αδιάφορος τραβάει τον δρόμο του. Τα χρόνια περνούν. Εκείνη για να επιβιώσει καταλήγει πόρνη. Όταν ένας από τους "πελάτες" πεθαίνει δηλητηριασμένος, η Κατερίνα κατηγορείται για φόνο. Από μια συγκυρία, στη δίκη της παρίσταται ως ένορκος ο Ναχλιούντοφ. Βλέποντάς την στη μνήμη του έρχεται η νεανική, εφήμερη εκείνη σχέση. Οι τύψεις τον πλημμυρίζουν. Αισθάνεται υπεύθυνος για τη θλιβερή πορεία της ζωής της Κατιούσας, προπάντων όταν εκείνη από μια αβλεψία στην απόφαση των ενόρκων, κρίνεται ένοχη και καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία. Ο Ναχλιούντοφ, αφού μάταια προσπαθεί να ανακινήσει τη δίκη ή να επιτύχει να της δοθεί χάρις, την επισκέπτεται στη φυλακή, τη βοηθάει όσο μπορεί, της προτείνει να την παντρευτεί και παρ' όλο ότι εκείνη αρνείται, την ακολουθεί στην εξορία.
Γύρω απ' αυτά τα δυο πρόσωπα κινείται ένας ολόκληρος κόσμος. Κινείται η ρωσική, τσαρική Ρωσία του 19ου αι. Δεκάδες πρόσωπα, φεουδάρχες, αριστοκράτες, φτωχοί αγρότες, δουλοπάροικοι, καχύποπτοι μουζίκοι, διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, πλημμυρίζουν το βιβλίο. Η κρατική εκμετάλλευση, η ανύπαρκτη δικαιοσύνη, η φτώχεια, η αδικία κάνουν αφόρητη τη ζωή. Παράλληλα αρχίζει να θαμποφέγγει το όραμα μιας άλλης ζωής με τους πολιτικούς κρατουμένους και την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ως παντογνώστης αφηγητής ο Τολστόη διεισδύει στην ψυχή και το πνεύμα των ηρώων του, περιγράφοντας, αναλύοντας, καταδικάζοντας και ευαγγελιζόμενος έναν καινούριο κόσμο αγάπης και δικαιοσύνης. Διαβάζοντας την Ανάσταση μπορεί να κατανοήσει κανείς γιατί έπρεπε και γιατί έγινε μετά από λίγα χρόνια η Ρωσική Επανάσταση (άσχετα με την μετέπειτα πορεία και κατάληξή της).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2018

Αναφορά στην Άγκαθα Κρίστι



Μια συνήθεια παλαιόθεν μ' έκανε αυτές τις μέρες των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς να βυθίζομαι στην απόλαυση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Έξω το κρύο και το βουητό του πολυάσχολου αυτές τις μέρες κόσμου και μέσα η θαλπωρή του σπιτιού και η απόλαυση του διαβάσματος. Διαβάσματος όχι κλασικής λογοτεχνίας ούτε του σοβαρού βιβλίου που δίνει γνώση και προβληματισμό, αυτά είναι για άλλες ώρες, αλλά διάβασμα για την απόλαυση του "άχρηστου", αυτού που μοιάζει με τη ματαιότητα του αφρού της σαμπάνιας ή των χριστουγεννιάτικων στολιδιών. Κι απ' όλα, βέβαια, τα αστυνομικά μυθιστορήματα κορυφαία ανάμεσα στα κορυφαία, τα μυθιστορήματα της αγαπημένης μου Άγκαθα Κρίστι. Κι όμως, αν και έχω διαβάσει τα περισσότερα από τα εξήντα τόσα μυθιστορήματά της, μόνο μια σύντομη ανάρτηση έκανα σ' αυτό εδώ το δωδεκάχρονο blog για το μυθιστόρημα "Αυλαία", στο οποίο ο περίφημος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει. Καιρός νομίζω, ως μικρή ανταπόδοση της ευχάριστης συντροφιάς που μου χάρισε από τα χρόνια της νεότητάς μου ως τώρα, να κάνω μια ανάρτηση. Προπάντων τώρα που οι καινούριες εκδόσεις από τον Ψυχογιό, που κυκλοφορούν ταυτόχρονα και ηλεκτρονικά, μας δίνουν την ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσουμε.
Αναρωτιέμαι πού να οφείλεται η τόσο μεγάλη απήχηση, η τόση αναγνωσιμότητα, η τόσο μεγάλη επιτυχία αυτών των μυθιστορημάτων που έχουν κάνει την Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) τη δημοφιλέστερη συγγραφέα όλων των εποχών, που τα βιβλία της έχουν πουλήσει ένα δισεκατομμύριο στην αγγλική γλώσσα και ένα δισεκατομμύριο στις άλλες γλώσσες! Μυθιστορήματα που διαδραματίζονται σε μια άλλη χώρα, σε μια εποχή περασμένη, με καθαρά αστυνομική πλοκή (έγκλημα-εξιχνίαση) χωρίς τα στοιχεία με τα οποία έχει περιβληθεί το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, κοινωνικά, ψυχολογικά, ιστορικά κ.λπ. Μια πιθανή εξήγηση νομίζω είναι το ότι το κάθε τι σ' αυτά τα μυθιστορήματα περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο. Τις ανθρώπινες σχέσεις, την ανθρώπινη ψυχολογία, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ανθρώπινα συναισθήματα κι αυτά φαίνεται πως δεν άλλαξαν ούτε θα αλλάξουν ποτέ. Και οι αγαπημένοι της ντετέκτιβ, αυτοί που δίνουν τη λύση, που βρίσκουν τον ένοχο, στον άνθρωπο εστιάζουν. Όχι στα δακτυλικά αποτυπώματα ή στα ίχνη που αφήνουν οι δολοφόνοι, στις πατημασιές ή στα ευρήματα, αλλά στην έρευνα γύρω  από τον χαρακτήρα, τις σχέσεις, την ψυχολογία τόσο του θύματος όσο και του πιθανού ενόχου. Χαρακτηριστικά ο μικρόσωμος Βέλγος (που θίγεται όταν τον περνούν για Γάλλο!), πασίγνωστος, κεντρικό πρόσωπο στα πλείστα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι Ηρακλής Πουαρό, λέει σε κάποιο σημείο στο μυθιστόρημα "Φόνοι με αλφαβητική σειρά": "Δεν είναι τα δεδομένα αυτά που αναλογίζομαι αλλά ο νους του δολοφόνου. Μόλις καταλάβω τι άνθρωπος είναι ο δολοφόνος, τότε θα μπορέσω να ανακαλύψω ποιος είναι". Κι αλλού πάλι ("Πέντε μικρά γουρουνάκια") λέει: "Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα αγριόχορτα. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ. Αυτό", είπε, χτυπώτας ελαφρά με τον δείχτη το κεφάλι του, που το σχήμα του θύμιζε αυγό, "αυτό είναι που λειτουργεί!" Ή, όπως αλλού λέει, αρκεί να βάλει σε λειτουργία τα φαιά κύτταρα του εγκεφάλου του.
Σε πολλά βέβαια μυθιστορήματα δεν υπάρχει ο Πουαρό, αλλά η περίφημη, πασίγνωστη ηλικιωμένη γεροντοκόρη, η αξιαγάπητη μις Τζέιν Μαρπλ, που όχι λίγες φορές συνέβαλε στον εντοπισμό του ενόχου. Αυτή, περισσότερο κι από τον Πουαρό ίσως στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. "Κανένας αστυνόμος στην Αγγλία δεν μπορεί να συναγωνιστεί μια γεροντοκόρη απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει τι να κάνει όλη μέρα", ακούγεται  στο μυθιστόρημα "Φόνος στο πρεσβυτέριο". Στο μικρό αγγγλικό (φανταστικό) χωριό της, το Σεντ Μέρι Μιντ, μελετά τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις και σ' αυτά στηρίζει τα συμπεράσματά της. Είχε την ικανότητα να συνδέει ασήμαντα συμβάντα του μικρού χωριού με σοβαρότερα προβλήματα, σε βαθμό που οι γύρω της συχνά έβρισκαν ακατανόητες τις σκέψεις της. Μπροστά σ' ένα πτώμα για παράδειγμα μπορούσε να πει "μου θυμίζει την κόρη της κυρίας Τάδε που έτρωγε τα νύχια της..." κ.λπ.
Κάτι που επίσης με ελκύει στα μυθιστορήματα της Κρίστι είναι η όλη ατμόσφαιρα. Τα σπίτια, που κατά την αγγλική συνήθεια έχουν όνομα, η αγγλική εξοχή, η βροχή, το απαραίτητο τσάι στην ώρα του, οι μπάτλερ και οι υπηρέτες, αφού πολλές από τις υποθέσεις τοποθετούνται σ΄ένα μεγαλοαστικό έως αριστοκρατικό περιβάλλον, κι ακόμα ένα σχεδόν παραμυθιακό στοιχείο σε σχέση με την πεζότητα της εποχής μας.
Φέτος στις χριστουγεννιάτικες διακοπές απόλαυσα τέσσερα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Δεν εξυπηρετεί να μιλήσω λεπτομερώς για το καθένα. Παραθέτω μόνο τα λίγα λόγια που τα εισάγουν, έτσι όπως δίνονται από τον εκδοτικό οίκο.


Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη
Στις επτά το πρωί, ο συνταγματάρχης Μπάντρι και η σύζυγός του έρχονται αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη έκπληξη: υπάρχει ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη τους. Είναι μια νέα ξανθιά γυναίκα, με βραδινό φόρεμα κι έντονο μακιγιάζ, που τώρα πια έχει ξεβάψει στα μάγουλά της. Ποια είναι; Πώς βρέθηκε εκεί μέσα; 
 Ο συνταγματάρχης Μπάντρι ειδοποιεί την αστυνομία. Η κυρία Μπάντρι ειδοποιεί… τη φίλη της, τη μις Μαρπλ. Η μις Μαρπλ είναι πολύ καλή σ’ αυτά, ίσως εξιχνιάσει πρώτη το μυστήριο. Αυτό, σκέπτεται η κυρία Μπάντρι, δε θα ήταν συναρπαστικό; 
Η μις Μαρπλ αναλαμβάνει δράση, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως δεν υπάρχει δολοφόνος ούτε ντετέκτιβ που να μπορεί να τα βάλει με μια γηραιά κυρία η οποία ξέρει όλα τα κουτσομπολιά της περιοχής…

Φόνοι με αλφαβητική σειρά   
Ένας δολοφόνος τρομοκρατεί τη χώρα. Διαλέγει το ποιον και πού θα δολοφονήσει με αλφαβητική σειρά: Πρώτα μια ηλικιωμένη καπνοπώλισσα, ύστερα μια σερβιτόρα που της άρεσε να φλερτάρει, κατόπιν έναν πλούσιο άνδρα... Το μόνο κοινό τους είναι ότι ότι τα αρχικά των ονομάτων τους είναι διαδοχικά γράμματα. 
Με κάθε φόνο δείχνει και πιο σίγουρος. Τόσο σίγουρος, που μπαίνει στον πειρασμό να περιπαίξει και να μπερδέψει τον μεγάλο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Αλλά αυτό ίσως να είναι το ένα –και το μοιραίο– λάθος του… 
Ένα εξαιρετικά δομημένο μυθιστόρημα, από τα πρώτα της αστυνομικής λογοτεχνίας που έχουν θέμα έναν serial killer, προτού καν καθιερωθεί ο όρος.

Φόνος στο πρσβυτέριο
"Αν κάποιος δολοφονούσε τον συνταγματάρχη Πρόδερο, θα έκανε μεγάλη χάρη στον κόσμο γενικότερα». 
Ο εφημέριος του Σεντ Μέρι Μιντ ξεστομίζει αστόχαστα αυτά τα λόγια στο τραπέζι, κραδαίνοντας ένα κουζινομάχαιρο. Λόγια που δεν ταιριάζουν σε ιερωμένο. Και θα τον φέρουν σε κάπως δύσκολη θέση όταν λίγο αργότερα ο συνταγματάρχης θα βρεθεί όντως δολοφονημένος μέσα στο πρεσβυτέριο! 
Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, όλο το φιλήσυχο, γραφικό χωριό θα ήθελε να έχει σκοτώσει αυτόν τον άνθρωπο. Ποιος θα μαντέψει τον δολοφόνο; Η μις Μαρπλ, ασπρομάλλα, γλυκομίλητη και πονηρή σαν αλεπού, κάνει σ’ αυτή την ιστορία την πρώτη της εμφάνιση, αποδεικνύοντας πως… ο καλύτερος ντετέκτιβ είναι αυτός που ξέρει όλα τα κουτσομπολιά! Στο εξής, κανένας εγκληματίας –αλλά και κανένας αστυνομικός! – δε θα μπορέσει να κάνει ανενόχλητος τη δουλειά του…

Πέντε μικρά γουρουνάκια
"Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα γρασίδια. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ». 
 Δεκαπέντε χρόνια πριν, η όμορφη Κάρολαϊν Κρέιλ καταδικάστηκε για τον φόνο του συζύγου της. Τώρα η κόρη της αναθέτει στον Πουαρό να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Υπήρχαν ακόμη πέντε ύποπτοι και όσο το σκέφτεται ο Πουαρό τόσο επανέρχεται στο μυαλό του εκείνο το παιδικό τραγουδάκι με τα πέντε γουρουνάκια – το ένα πήγε στην αγορά, το άλλο στο σπίτι κλείστηκε καλά, και πάει λέγοντας. Κάποιο από τα πέντε γουρουνάκια, όμως, ίσως έκανε έναν φόνο και μένει ακόμη ατιμώρητο. 
Αν είναι έτσι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, όσα αποδεικτικά στοιχεία κι αν έχουν καταστραφεί, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ θα το βρει, βάζοντας τη λογική του να δουλέψει…